Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

Αιγύπτιοι (1)


Αἰγύπτιοι: Ένας από τους σπουδαιότερους λαούς της αρχαιότητας, οι κάτοικοι της Αιγύπτου (ΚΜΤ = Κέμετ/Κεμτ, στα αρχ. αιγυπτ.) το σημαντικότερο μνημείο του οποίου, οι ογκώδεις και επιβλητικές Πυραμίδες, απετέλεσαν ένα από τα επτά θαύματα του Αρχαίου Κόσμου. Η νεώτερη έρευνα έχει αποκαλύψει ένα πλήθος πληροφοριών για την χώρα αυτήν και έχει επαναφέρει στις πραγματικές διαστάσεις την Ιστορία και τον πολιτισμό της, που είχαν συχνά διογκωθεί από την πλούσια ανά τους αιώνες παραφιλολογία και τον μυστικισμό για κάθε τι Αιγυπτιακό, ένα φαινόμενο που ανθεί ακόμη και στην σημερινή εποχή.
Σύμφωνα λοιπόν με μια άποψη (G. Clark – S. Piggott: Προϊστορικές Κοινωνίες, σελ. 273), οι πρώτοι Αγροτικοί οικισμοί στην κοιλάδα του Νείλου δεν μπορούν να χρονολογηθούν πριν από τα μέσα ή το δεύτερο μισό της 5ης χιλιετίας π.Χ. (4500-4000 π.Χ.). Πρόσφατα όμως, έχει επικρατήσει η άποψη ότι πρέπει να χρονολογηθούν γύρω στο 5000 π.Χ. Είναι λοιπόν σε κάθε περίπτωση, νεώτεροι κατά 2.000 χρόνια τουλάχιστον, από τους αντίστοιχους νεολιθικούς οικισμούς του Ελλαδικού χώρου και όπως έχει επισημανθεί «…η Νεολιθική στην Ελλάδα άρχισε δύο χιλιάδες χρόνια περίπου νωρίτερα από ό,τι στην Αίγυπτο!» (βλ. Δημ. Θεοχάρη: Νεολιθικός Πολιτισμός, σελ. 166).
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν είναι και το γεγονός ότι η Γεωργία εισήχθη στην Αίγυπτο από αλλού (μάλλον από την δυτική Ασία, Μεσοποταμία ή Παλαιστίνη), μαζί με τον αρχικό πυρήνα κοπαδιών και σπόρων δημητριακών (βλ. Προϊστ. Κοινων. σελ. 274). Οι απαρχές λοιπόν των μετέπειτα πολιτιστικών εξελίξεων βρίσκονται στους τοπικούς πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν εκείνη την περίοδο, από τους οποίους όμως ελάχιστα ίχνη διασώθηκαν.
Ο σημαντικότερος από αυτούς είναι ο λεγόμενος πολιτισμός του «Φαγιούμ», στην περιοχή της ομώνυμης λίμνης, στα όρια περίπου της Κάτω (βόρειας, ουσιαστικά η περιοχή του Δέλτα του Νείλου) και Άνω (νότιας) Αιγύπτου και του οποίου η έναρξη τοποθετείται στις αρχές περίπου της 5ης χιλιετίας π.Χ. Οι ραδιοχρονολογήσεις πάντως, με Άνθρακα-14, μας έδωσαν χρονολογίες για τον πολιτισμό του Φαγιούμ γύρω στο 4150 και το 4450 π.Χ. (Προϊστ. Κοινων. σελ. 275). Οι νεολιθικοί κάτοικοι του οικισμού φαίνεται ότι είχαν εξημερώσει τις κατσίκες και πιθανόν τα πρόβατα και καλλιεργούσαν σιτάρι δίκοκκο (emmer), καθώς και κριθάρι. Εξακολουθούσαν όμως το κυνήγι και το ψάρεμα, συνεχίζοντας έτσι την παλαιότερη παράδοση.
Μια άλλη σημαντική θέση που αντιπροσωπεύει αυτούς τους Νεολιθικούς πολιτισμούς της Κάτω Αιγύπτου, σε μια νεώτερη φάση, είναι και ο οικισμός της Μερίμντα / Μερίμντε (Merimda/Merimde), στις νοτιοδυτικές παρυφές του Δέλτα του Νείλου. Η άσκηση της Γεωργίας ήταν σχεδόν όμοια με του Φαγιούμ, με την διαφορά πως την τελευταία περίοδο τα δημητριακά αποθηκεύονταν σε μεγάλα πιθάρια. Μια άλλη αξιοσημείωτη διαφορά ήταν πως οι κεφαλές των ροπάλων τους, είχαν ένα ασιατικό σχήμα, αντί του αιγυπτιακού δισκόμορφου τύπου (βλ. για λεπτομέρειες «Ιστορία της Ανθρωπότητος» UNESCO τόμ. Α΄, σελ. 207).
Στην Άνω (νότια) Αίγυπτο, μπορούμε να παρακολουθήσουμε συστηματικότερα την εξέλιξη του νεολιθικού τρόπου ζωής, χάρη στην πληρέστερη ακολουθία των τοπικών νεολιθικών πολιτισμών. Ο λεγόμενος Τάσιος (Tasian) πολιτισμός, από το όνομα του χωριού Ντεΐρ-Τάσα (Deir Tasa) στην ανατολική όχθη του Νείλου, κοντά στην αρχαία, αλλά και την σημερινή πόλη του Ασιούτ (Asyut/Assyut, η αρχαιοελληνική Λυκόπολις), θεωρείται γενικά ο αρχαιότερος νεολιθικός πολιτισμός της Αιγύπτου. Η έναρξή του τοποθετείται στα τέλη περίπου της 6ης προχριστιανικής χιλιετίας (γύρω στο 5200 π.Χ.).
Ο επόμενος πολιτισμός της περιοχής, ο οποίος εξελίχθηκε από τον Τάσιο, είναι ο γνωστός ως Μπαντάριος (Badarian) πολιτισμός (4500-4000 π.Χ.), από την ονομασία ενός γειτονικού οικισμού, του ελ-Μπαντάρι (el-Badari, 15 χλμ. περίπου ΝΑ του Deir Tasa). Είναι σαφώς πιο προχωρημένος από τον προηγούμενο και καλύπτει μεγαλύτερη περιοχή. Αποδεδειγμένα οι Μπαντάριοι (ο λαός που προέκυψε από την συγχώνευση πληθυσμών από την Σαχάρα, που κατέφυγαν στην περιοχή, με αυτόχθονες κατοίκους) είχαν εξημερώσει τα βοοειδή και τα κοπάδια τους αποτελούσαν κατσίκες, πρόβατα και αγελάδες. Το σημαντικότερο όμως χαρακτηριστικό του είναι ασφαλώς τα εξαιρετικά πήλινα στιλβωμένα χειροποίητα αγγεία που κατασκεύαζαν επιδέξιοι τεχνίτες. Τα αγγεία ήσαν λεπτά, ερυθρού χρώματος, με απαλά κυματιστή επιφάνεια, καλά ψημένα, που συχνά πυρακτώνονταν με μια ιδιόμορφη τεχνική που είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργείται μια χαρακτηριστική μαύρη ζώνη στο χείλος του αγγείου. Σποραδικά εμφανίζονται χάλκινα αντικείμενα και σκεύη «…που πρέπει να αποκτήθηκαν με το εμπόριο από εξωτερικές πηγές…» (Προϊστ. Κοινων. σελ. 276). Βρέθηκαν επίσης αντικείμενα από στεατίτη με πρωτόγονη εφυάλωση. Η εφυάλωση του στεατίτη υπήρξε πάντα μια παραδοσιακή αιγυπτιακή τεχνική και η εμφάνισή της υποδεικνύει τον καθαρά αιγυπτιακό χαρακτήρα αυτών των πολιτισμών της Άνω Αιγύπτου. Τέλος πρέπει να αναφέρουμε και μια άλλη διαφορά που διέκρινε τους Μπαντάριους από τους υπόλοιπους νεολιθικούς κατοίκους της Μέσης και της Κάτω Αιγύπτου: Οι νεκροί θάβονταν σε νεκροταφεία ξεχωριστά από τις περιοχές κατοικίας. Αυτό το χαρακτηριστικό διατηρείται και στους διάδοχους πολιτισμούς στους οποίους εξελίχθηκε ο Μπαντάριος.
Η αρχική ονομασία που δόθηκε στον πρώτο από αυτούς, από τον παλαιότερο ανασκαφέα της περιοχής (το 1881 από τον Sir W. M. Flinders Petrie, ιδρυτή της σύγχρονης Αιγυπτιολογίας), ήταν Αμράτιος (Amratian) πολιτισμός (4000-3500 π.Χ.), από το όνομα του οικισμού ελ-Άμρα (el-Amrah) κοντά στην Άβυδο, στην δυτική όχθη του Νείλου. Σήμερα χρησιμοποιείται περισσότερο ο όρος πολιτισμός Νακάντα Ι (Naqada I), από το όνομα της τοποθεσίας (νοτιότερα της ελ – Άμρα) όπου ανακαλύφθηκε ένα εκτεταμένο νεκροταφείο με περισσότερους από 2000 τάφους αυτής της περιόδου, αλλά και της επομένης. Όπως δείχνουν τα ευρήματα, παρατηρείται αυτήν την περίοδο μια οικονομική άνθιση και πρόοδος, που αποδίδεται στην εκτεταμένη και συστηματική καλλιέργεια των περιοχών, οι οποίες πλημμύριζαν από τα νερά του Νείλου. Σημειώθηκε επίσης εξέλιξη στις τέχνες και στις τεχνικές, εκτός από την Κεραμική, όπου τα χαρακτηριστικά ερυθρά αγγεία με τα μαύρα χείλη (βλ. εικόνα), θεωρούνται ότι υστερούν σε σχέση με εκείνα της προηγουμένης περιόδου. Σε αυτά όμως θα προστεθεί και ένας άλλος τύπος αγγείων, λευκού χρώματος, η επιφάνεια των οποίων διακοσμείται με διασταυρούμενες γραμμές. Ο χρυσός τέλος, περιλαμβάνεται στις πολύτιμες ύλες που χρησιμοποιούνται για κατασκευή κοσμημάτων, ενώ ήδη χρησιμοποιείται αυτούσιος χαλκός από πετρώματα μαλαχίτη της περιοχής, που απλώς σφυρηλατείται, χωρίς άλλη επεξεργασία.
Αμράτιο αγγείο (γύρω στο 3500 π.Χ.)

Οι τάφοι των Αμρατίων δεν ήσαν ακόμα τίποτε περισσότερο από απλούς λάκκους, αλλά ήσαν στολισμένοι εσωτερικά με αφιερώματα στους νεκρούς και με έναν ιδιαίτερο τρόπο «…που θα οδηγούσε αδιάσπαστα στα πολύ φροντισμένα και εξαιρετικά χαρακτηριστικά ταφικά έθιμα της ιστορικής Αιγύπτου…» (Ιστ. Ανθρωπ. τόμος Α΄ σελ. 209). Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι ο φυσικός ανθρωπολογικός τύπος των τάφων επιβεβαιώνει την Χαμιτική φύση του πληθυσμού (βλ. Προϊστ. Κοινων. σελ. 277) και επομένως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ή να χαρακτηρισθεί ως «Νεγρικός», όπως επιχειρείται σήμερα να παρουσιασθεί ο Αιγυπτιακός πολιτισμός από ορισμένους κύκλους (π.χ. Αφροκεντριστές). Οι Αμράτιοι λοιπόν ήσαν ουσιαστικά ακόμη νεολιθικοί αγρότες, που ζούσαν σε μεγάλα χωριά, αλλά ο πολιτισμός τους «…πλησιάζει φανερά στο κατώφλι του ανώτερου πολιτισμού…» (Ιστ. Ανθρωπ. τόμος Α΄ σελ. 209). Πραγματικά, ο Αμράτιος πολιτισμός (ή Νακάντα Ι), μπορεί να τοποθετηθεί δίπλα στον σύγχρονό του, πολιτισμό του Αλ – Ουμπαΐντ της Σουμερίας (4300-3600 π.Χ.) με τον οποίον κλείνει η Νεολιθική Εποχή εκεί.
Ο επόμενος πολιτισμός, ο οποίος αποτελεί και το σημείο καμπής στην ανάπτυξη και εξέλιξη της Προδυναστικής Αιγύπτου και Χαλκολιθικός πλέον ως προς το επίπεδό του, είναι ο λεγόμενος Γκέρτζειος (Gerzean), από την ονομασία ενός οικισμού (el-Gerza) στην περιοχή του Φαγιούμ στην Κάτω Αίγυπτο, γνωστός και ως Νακάντα ΙΙ, αφού τα ευρήματα της Νακάντα είναι τα πλέον χαρακτηριστικά αυτού του πολιτισμού (3500-3100 π.Χ.). Όπως εξ άλλου έχει υπογραμμισθεί για την περίοδο αυτήν:
«…οι οικισμοί ήσαν προϊόντα μιας κοινωνικής δομής με βροχοποιούς θεούς-βασιλιάδες επικεφαλής και οι κοινότητες αυτές της Άνω και Κάτω Αιγύπτου, απομονωμένες από πολλές βασικές πηγές πρώτων υλών όπως είναι τα ξύλα και ο χαλκός, είχαν ένα πρωτόγονο και συντηρητικό τύπο που έρχεται σε αντίθεση με τις μεγάλες τεχνολογικές εξελίξεις της σύγχρονής της Μεσοποταμίας. Χωρίς επαφή με την περιοχή αυτήν, η εμφάνιση των απαραίτητων συνθηκών για την θεμελίωση ενός πολιτισμού θα μπορούσε να καθυστερήσει για πολύ καιρό, αλλά στο τέλος της 4ης χιλιετίας π.Χ. αποκαταστάθηκε αυτή η επαφή κατά την τελευταία προϊστορική περίοδο της Αιγύπτου, την Γκέρτζεια. Αυτή έχει δώσει αποδεικτικά στοιχεία που μπορούν να ερμηνευτούν μόνο σαν ένδειξη διεισδύσεως ενός καινούριου στοιχείου στον πληθυσμό, που πρέπει να ήταν Σημιτικό και να βρισκόταν σε επαφή με την πρώϊμη εγγράματη Σουμερία…
…στην τελευταία φάση της Γκέρτζειας περιόδου, σε μια εποχή λίγο πριν το 3000 π.Χ., μια ολόκληρη σειρά καινοτομιών δείχνουν κρίσιμες πολιτιστικές επαφές ανάμεσα στις δύο περιοχές. Αυτές οι καινοτομίες περιλαμβάνουν την μνημειακή αρχιτεκτονική από λασπότουβλα, με χαρακτηριστικά ορθογώνια κοιλώματα στους εξωτερικούς τοίχους, που είναι γνωστά από αλλού μόνον από την Σουμερία, την χρήση κυλινδρικών σφραγίδων […] τεχνοτροπικές ιδιομορφίες στην τέχνη και πάνω από όλα, την εισαγωγή της έννοιας της Γραφής και της Παιδείας…».
(Προϊστ. Κοινων. σελ. 277).
Σήμερα, ως πλέον πιθανή μέθοδος πολιτιστικής μεταβίβασης ιδεών και τεχνικών, θεωρούνται οι εμπορικές επαφές και ανταλλαγές, χωρίς πάντως να αποκλείονται και οι περιπτώσεις μετανάστευσης πληθυσμών από τα ανατολικά είτε με την βαθμιαία «διήθηση» νομάδων είτε με την άμεση εισβολή. Πάντως, προς το τέλος της 4ης χιλιετίας (3200/3100 π.Χ.), τα ανομοιογενή στοιχεία του πληθυσμού είχαν συγχωνευθεί τόσο απόλυτα ώστε τα φυσικά χαρακτηριστικά δεν μπορούν να διακριθούν μεταξύ τους. Τα κρανία της περιόδου Νακάντα ΙΙ δεν είναι ούτε σημιτικά, ούτε λιβυκά, αλλά αιγυπτιακά (Ιστ. Ανθρωπ. τόμος Α΄ σελ. 327).
(Συνεχίζεται)

Από το Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου του Δ. Ε. Ευαγγελίδη

Δεν υπάρχουν σχόλια: