Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019

TO ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΝΕΦΟΣ


ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΥΘΗΡΟ ΣΤΟΝ ΧΕΓΚΕΛ 
ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗΣ

Άρθρο του Piero Vassallo
Μετάφραση & σχόλιαΙωάννης Αυξεντίου


Ο 15Ος ΑΙΩΝΑΣ ΚΑΙ Η ΓΝΩΣΤΙΚΗ ΜΟΛΥΝΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ 

Κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα, οι γνωστικές αιρέσεις κυκλοφορούσαν στις περιοχές της Ευρώπης και ειδικά στη σκληρή και ατίθαση Γερμανία, της οποίας ο λαός ήταν δομικά ανοιχτός στην επίδραση αρχαίων δεισιδαιμονιών. Μέσα στον αρχαϊκό άνεμο που φυσούσε σε εκείνες τις περιοχές, ταρασσόταν ο Μαρτίνος Λούθηρος, ένας Αυγουστίνιος μοναχός, στην απελπισμένη αναζήτηση για μία άφεση από την ανίκητη αμαρτία που τον έπληττε. Έχοντας εμμονή ενάντια στο δόγμα της Ελεύθερης Βουλήσεως (αυτεξούσιο) και παρασυρόμενος από την επιθυμία να δείξει ότι η ρίζα της αμαρτίας του ήταν ένα ψέμα (δηλ. ότι δεν υπάρχει το αυτεξούσιο), ο Λούθηρος επινόησε την έννοια (με τον τρόπο της καθησυχαστική και συγχωρητική) του ‘servo arbitrio’ (της ‘δούλης βουλήσεως’, δηλ. ότι δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση). Ένα πεπρωμένο που προέρχεται από έναν σκοτεινό και αντιφατικό θεό, καθ’ όλα όμοιο με το χαοτικό πλήρωμα των αρχαίων γνωστικών. Σε αυτή την ψεύτικη θεότητα, ο Λούθηρος της έβαλε στο στόμα ακόμη και την παράλογη ρήση: “ego sum dominus, qui creo bonum et malum” (“Εγώ είμαι ο Κύριος, ο οποίος δημιουργεί το καλό και το κακό”). 

Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΛΟΥΘΗΡΙΑΝΗΣ ΑΙΡΕΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΣ.

G.W.F. Hegel
Η παλαιο-γνωστική σκέψη, κρυμμένη μέσα στις διδασκαλίες της Λουθηριανής αίρεσης, έγινε σαφής στο γερμανικό ιδεαλισμό, όπως βεβαιώνει τόσο η μαρτυρία του πιο σπουδαίου μαθητή του Χέγκελ, τουKarl Rosenkranz, όσο και οι επιστολές μεταξύ του Χέγκελ και του Σέλλινγκ, στις οποίες ανακαλύφθηκαν δηλώσεις ενθουσιώδους εκτίμησης για την διδασκαλία του γνωστικού Μαρκίωνα.

Ο Χέγκελ μεταμόρφωσε τη θεολογία του ανήσυχου μοναχού σε ένα φιλοσοφικό σύστημα που τείνει στην ψευδαίσθηση, στην οποία θεοποιεί τον άνθρωπο αποδίδοντας του εκείνη την ενότητα του Είναι και σκέψης που λαμβάνει χώρα μόνο στο Θεό. Μία πρόσφατη μελέτη της Alma von Stockhausen, καθηγήτρια φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ, προτείνει μία νέα και αναλυτική εξέταση της εξέλιξης, στο μνημειώδες έργο του Χέγκελ, του γνωστικού θέματος που κρύβεται στη θεολογία του Λούθηρου. Ο Χέγκελ, πράγματι, θέλησε να δείξει ότι το κακό πρέπει να νοείται μόνον ως το ‘λεγόμενο κακό’, δηλαδή ως αρχή κίνησης και δημιουργίας. Ως εκ τούτου, το κακό μετασχηματίζεται στην φιγούρα του ‘μη είναι’, που με τη σειρά του νοείται ως η αναπόφευκτη ανατροπή της θεότητας στο κόσμο. Σχεδόν επιβεβαιώνοντας την εξάρτηση της Χεγκελιανής διαλεκτικής από το γνωστικισμό, η Γερμανίδα φιλόσοφος αναφέρει ένα αινιγματικό κείμενο του Χέγκελ: “Για το Είναι και το μη Είναι πρέπει να ειπωθεί ότι σε κανένα μέρος του ουρανού ή της γης υπάρχει κάτι που δεν περιέχει αφ’ εαυτού τόσο το Είναι όσο και το μη Είναι, όπως στην περίπτωση του ίδιου του Θεού.” Εξ ου και η μυστικιστική θέση για την ‘αντίφαση’, η οποία στον Χέγκελ αντιστρέφεται στο σχήμα της αιτίας κάθε κίνησης και ζωτικότητας: “Μόνο εάν κάτι φέρει μέσα του μία αντίφαση, κινείται, έχει ώθηση και δραστηριότητα”.


Η ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΧΕΓΚΕΛΙΑΝΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ 

Ακόμη και στο προαναφερθέν ακροβατικό απόσπασμα είναι διάφανη η ομοιότητα του χεγκελιανού θέματος πάνω στην αντίφαση με το γνωστικό μύθο, που αποδίδει την αιτία του σχίσματος του ‘πληρώματος’ και την επακόλουθη πτώση του στον κόσμο, στη διαμάχη που προκλήθηκε από μία εξεγερμένη οντότητα, τη Σοφία. Στο γνωστικό ορίζοντα δεν υπάρχει θέση για τις ιδέες της δημιουργίας και της λύτρωσης, ούτε για την διάκριση μεταξύ του υπέρτατου όντος και της δημιουργημένης οντότητας. Ο Χέγκελ, πράγματι, αλλοιώνει την έννοια της δημιουργίας χαμηλώνοντας την σε ανθρώπινη μεταμόρφωση της υπερβατικής θεότητας: “η ανθρώπινη γνώση του θεού είναι η γνώση που ο θεός έχει για τον ίδιο” . Το πνεύμα του κόσμου “υπομένει το θάνατο και σε αυτόν διατηρείται… Ο θεός κερδίζει την αλήθεια του υπό την προϋπόθεση να ξαναβρεί τον εαυτό του στην απόλυτη καταστροφή” .


ΧΕΓΚΕΛ: Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

A.Kojeve
Ένας οξυδερκής ερμηνευτής του Χέγκελ, ο Alexandre Kojève, υποστήριξε δικαιολογημένα ότι η διαλεκτική ή ανθρωπολογική φιλοσοφία του Χέγκελ, είναι, σε τελευταία ανάλυση, μία φιλοσοφία του θανάτου (ή του αθεϊσμού, που είναι το ίδιο). Η απόλυτη γνώση ή σοφία του Χέγκελ και η συνειδητή αποδοχή του θανάτου ως πλήρη και οριστική εκμηδένιση, είναι το ένα και το αυτό. Μαθητής του Γιάσπερ και έντονα επηρεασμένος από την σκέψη του Χάιντεγκερ, ο εβραϊκής καταγωγής Alexandre Kojève (1902-1968)  ‘ένας πονηρός στην αυλή του Χέγκελ’, συγκαταλέγεται μεταξύ των φιλοσόφων που ‘ολοκληρώνουν’ τη μοντερνικότητα στον απόλυτο μηδενισμό. Στη σχολή του σχηματίστηκαν ορισμένοι από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές της μεταμοντέρνας στροφής: ο Jacques Lacan, ο Pierre Klossowski, ο Jean Paul Sartre, ο Georges Bataille και ο André Breton.

O Kojève σημειώνει: “Η Χεγκελιανή Αρνητικότητα δεν είναι άλλο από το Τίποτα, που μπορεί να εκδηλωθεί ως θάνατος” . Και ο Χέγκελ το λέει καθαρά περισσότερες φορές. Για παράδειγμα στα μαθήματα του 1805-1806, όπου γράφει: “το αποτέλεσμά του: - θάνατος, η καθαρή Αρνητικότητα, τα άμεσο μη-Είναι.”.


ΤΟ ΧΕΓΚΕΛΙΑΝΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: Ο ΘΕΟΣ ΣΕ ΣΥΝΕΧΗ ΠΑΛΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ.

Ο Alexandr Kojève έδειξε ότι στο σύστημα του Χέγκελ η ιστορία μειώνεται στη συνεχή και παράλογη επανάληψη του πολέμου του Θεού ενάντια στο εγγενές κακό του. Η μεθοδική μελέτη του χεγκελιανού έργου από την von Stockhausen αποκαλύπτει επίσης την ιδεαλιστική κατεύθυνση στη μείωση του ανθρώπου σε θεότητα πεταμένη στον κόσμο. Ολόκληρη η δημιουργία, με αγγέλους και ανθρώπους, ορίζεται από τον Χέγκελ ως η πρώτη φάση του κοσμικού γίγνεσθαι του Θεού στο εσωτερικό της αναγκαίας διαδικασίας του να θέτει τον εαυτό του σε αντίθεση με τον εαυτό του ή σε αυτό-αντικειμενοποίηση. Ο Χέγκελ υποστηρίζει ακριβώς ότι “η ανθρώπινη γνώση του Θεού είναι η γνώση που ο Θεός έχει για τον εαυτό του.”. 


ΤΟ ΧΑΜΗΛΩΜΑ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

Κατά συνέπεια, η ιδέα της δημιουργίας μειώνεται σε μία ιδέα μίας μοιραίας και δραματικής πτώσης: “Το αυτο-άδειασμα του θεού μέσα στο χρόνο δεν είναι μία έκφραση της αυτοεπικοινωνιακής αγάπης του για τον άνθρωπο, αντίθετα είναι η αυτο-ικανοποίηση της ώθησης ενώ γίνεται ο εαυτός του.”. Ένα πέπλο από πλούσιες και περίπλοκες λέξεις δεν αρκεί για να κρύψει το δονούμενο μηδενισμό πάνω στην κορυφή της μοντέρνας σκέψης. Είναι λοιπόν πιθανόν ότι από την χεγκελιανή φιγούρα της θεϊκής πτώσης στον κόσμο, ο Μαρτίν Χάιντεγκερ νόμιμα συνήγαγε την έννοια του ‘ανθρώπου ποιμένα του τίποτα’. Βέβαιο είναι ότι η έρευνα των πηγών του μηδενισμού της Σχολής της Φρανκφούρτης και του θανατόφιλου ήθους σε ναρκωτική πορεία μεταξύ κλινικών αμβλώσεων, νευρολογικών κλινικών, κλινικών ευθανασίας, καθιστά το Γερμανικό Ιδεαλισμό ως την αυθεντική φιλοσοφική κορυφή της μοντερνικότητας.


Η ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΗΣ ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΧΕΓΚΕΛΙΑΝΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ.

H.Marcuse
Όπως, πράγματι, είχε επισημάνει ο Jurgen Habermas (Σχολή Φρανκφούρτης): “η άρνηση της Ιδεαλιστικής Γερμανικής φιλοσοφίας να δώσει Μορφή στις ουτοπιστικές της ιδέες ήταν αρκετά όμοια με τους καββαλιστές που τόνιζαν περισσότερο τις λέξεις παρά τις εικόνες”. Άλλωστε, η σκιά του καββαλιστικού γνωστικισμού συνόδευε τις ερμηνευτικές διαδικασίες της σχολής αυτής. Ο Χέγκελ και ο Μαρκούζε συγκλίνουν στην εξέγερση ενάντια στην κοινή λογική και ενάντια στην ηθική, ο Χέγκελ αποκαλεί τον Αριστοτέλη ‘ξεπερασμένο φιλόσοφο’ και ο Μαρκούζε τον δαιμονοποιεί ως εφευρέτη και προγεννήτορα του φασισμού.

Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι κάθε έργο που προορίζεται να παράγει ένα πραγματικό όφελος για την ανθρώπινη ύπαρξη εξαρτάται από την αποφασιστική άρνηση να προχωρήσουμε πάνω στο μοντέρνο δρόμο. Η ιδέα ενός συμβιβασμού, μιας συμφιλίωσης με το μοντέρνο παραλήρημα από τον Χέγκελ στο Λούθηρο μέχρι τον Kojève και τους Ιουδαίους της Φρανκφούρτης, δεν μπορεί να έχει άλλο σκοπό παρά την ταπείνωση της σκέψης και την ασφυξία της ζωής.


Σχόλια:

Α) Μιλώντας για την μεταμοντερνικότητα αναφέρθηκε το όνομα του Georges Bataille. Ένα απόσπασμα από την βιογραφία του αρκεί νομίζω για να μας δείξει τις συνιστώσες του μεταμοντέρνου: “Οι εμμονές του ήταν οι ανθρωποθυσίες, η μαγεία, η σουρεαλιστική πορνογραφία…
Β) Ο Gershom Scholem (1897– 1982 ), πρώην πρόεδρος της Ακαδημίας Επιστημών του Ισραήλ είχε δηλώσει: “I used to define the three groups around, respectively, the Warburg library, Max Horkheimer's Institute for Social Research,(δηλ. η σχολή της Φρανκφούρτης) and the metaphysical magicians around Oskar Goldberg , as the three most remarkable "Jewish sects" that German Jewry had produced. (Not all of them liked to hear this.)” [Gershom Scholem, From Berlin to Jerusalem: Memories of My Youth, 1980 ]





Τετάρτη 27 Ιουνίου 2018

Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ


Ένα σημαντικό κείμενο για προσεκτική μελέτη, στοχασμό και περισυλλογή.
ΔΕΕ
Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ

Άρθρο του Maurizio Blondet 
Μετάφραση -επιμέλεια Αναστάσιος Γιαννάς

Στις ρίζες του Δυτικού πολιτισμού η Σπάρτη και η Αθήνα αντιπαρατίθενται σαν δύο διαφορετικά αρχέτυπα. Η Αθήνα είναι η συζήτηση, η Σπάρτη η σιωπή. Η Αθήνα μας άφησε τον Παρθενώνα, το Ερέχθειο, τα ανάγλυφα του Φειδία• η Σπάρτη μερικές βουβές πέτρες (δεν είχε άλλα τείχη, όπως λεγόταν, από τα στήθη των πολιτών της).

Η Αθήνα είναι η αγορά της πολιτικής διαμάχης, η Σπάρτη ένα αυταρχικό σύστημα, όπου ο καθένας ανήκει στο κράτος. Η Αθήνα είναι η ελευθερία, η Σπάρτη η στρατιωτική πειθαρχία. Η Αθήνα δίνει, κατά μία έννοια, αρχή στην νεωτερικότητα και στην κοσμική θέαση του ανθρώπου, εικάζει πάνω στους θεούς και αμφιβάλει-ενώ η Σπάρτη μένει ακίνητη σε μία ιεροτελεστική και πολεμική αντίληψη της πόλεως. Η Αθήνα κατοικείται από άτομα, η Σπάρτη από μία αρχαϊκή και συμπνέουσα φάλαγγα. 

Προπάντων: Η Αθήνα παρήγαγε μία τεράστια ποσότητα και ποιότητα λέξεων-λόγος• διάλογοι, φιλοσοφία, σοφίσματα, γενικά αυτό που εμείς ονομάζουμε «κουλτούρα», «ιστορία», «έκφραση», «κριτική»• η Σπάρτη μία αινιγματική και μονολιθική σιωπή: μόνον κάποιο ρυθμικό πολεμικό άσμα του Τυρταίου. Ο δημοκρατικός όχλος απονέμει φυσικά στην Αθήνα την πρωτοκαθεδρία του πολιτισμού, και βλέπει στην Σπάρτη την απουσία του πνεύματος, αισθάνεται την σιωπή της σαν άναρθρη, βίαιη σκοτεινότητα. 

Όμως αν ήταν πράγματι έτσι, πώς να εξηγήσουμε ότι ο Σωκράτης, ο τόσο ομιλητικός, ο πιο περίεργος των Αθηναίων, υπήρξε φίλο-Σπαρτιάτης; Και ο πιο ευγενής και έξυπνος μαθητής του, ο Πλάτωνας, από τον οποίο αρχίζει η φιλοσοφία-και αρχίζει σε μορφή διαλόγου-κοίταζε την Σπάρτη σαν την αληθινή Ελληνική πνευματική καρδιά; 

Διότι έτσι συνέβη: η δημοκρατική παράταξη, η Αθηναϊκή «αριστερά» υποπτεύθηκε ότι ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας "λακωνίζουν", δηλαδή ότι μιμούνται τους Λάκωνες στον ακριβή- συνθετικό λόγο και αναγνωρίζουν στην Σπαρτιατική τάξη την πολιτιστική πρωτοκαθεδρία πάνω στην Ελλάδα, και με την πολιτική έννοια, ότι παίρνουν το μέρος της Σπάρτης, ότι δηλαδή ανήκουν στην «Δεξιά»: κάτι που απαγορευόταν στην Αθήνα.

Βέβαια δεν είναι απλό να εξηγηθεί γιατί η συνοδεία του Σωκράτη-η πιο σημαντική πολιτιστική ανθρώπινη ομάδα που υπήρξε ποτέ- αν και ζούσε μέσα στην Αθηναϊκή ελευθερία, κοίταζε την Σπάρτη ως ένα μοντέλο απαράμιλλου γοήτρου: προπάντων γιατί δημιουργεί αμηχανία στην δημοκρατία να παραδεχτεί ότι η υψηλή κουλτούρα, γεννήθηκε στην Δύση από ένα αντιδραστικό όραμα.

Αλλά η εξήγηση είναι εύκολη για όποιον δεν θρέφει "προοδευτικές" προκαταλήψεις. Φθάνει να θυμίσουμε ότι ο Σωκράτης μιλά, συζητά-και ο Πλάτωνας γράφει σε μορφή διαλόγου και συζήτησης-όχι για μία εγγενή επιθυμία έκφρασης μέσω του λόγου, αλλά ως αντίδραση σε άλλους ομιλητές. Αυτοί αντικρούουν ακούραστα τους Σοφιστές: αυτοί οι τεχνικοί της γνώμης και της επικοινωνίας, αυτοί οι δικηγόροι κάθε περίπτωσης, που υπερηφανεύονταν ότι ξέρουν να πείσουν τον όχλο για οποιαδήποτε θέση αλλά και για την αντίθετη της και-το χειρότερο- ότι μπορούν να διδάξουν σε οποιονδήποτε να κάνει το ίδιο. Η εμφάνιση και η επιτυχία των Σοφιστών δεν θεωρήθηκε στην Αθήνα ως «πρόοδος», αλλά ως αυτό που μαρτυρούσε: Το σύμπτωμα μιας ηθικής κρίσης που κατέκλυζε την κοινωνία. Η νίκη του κυνισμού και του υποκειμενισμού, η χειραγώγηση των συλλογικών συναισθημάτων κατά κάποιο τρόπο συνυφασμένη με τη δημοκρατία, η άρνηση της αλήθειας και η υπεροχή της γνώμης. Κατά μία έννοια, με τους Σοφιστές εισβάλουν στην ιστορία όχι μόνον η διαλεκτική, αλλά η «φλυαρία», η Βαβέλ του « κατά τη γνώμη μου…» 


Ο Γοργίας, ο οποίος υποστήριξε ότι «το σωστό είναι το ωφέλιμο του πιο δυνατού», είναι ήδη πολύ σύγχρονος: φυτεύει το σπόρο για όλους εκείνους που στο μέλλον θα υποκλιθούν στην εξουσία ως την μόνη αλήθεια. Αρχίζει μία διαδρομή στην οποία ο Χέγκελ θα δώσει την πιο συνθετική και καθολική θεωρητική συστηματοποίηση: «ότι είναι πραγματικό είναι ορθολογικό.» Ο Σωκράτης ο λακωνικός κατεβαίνει λοιπόν στην πλατεία, μιμούμενος τους Σοφιστές στην διαλεκτική τεχνική, για να υπερασπιστεί μία αρχή που παραβιάστηκε, μία αλήθεια που δεν είναι πια κοινά αποδεκτή με σιωπηρή συμφωνία.

Συμπτωματική είναι η τεχνική του: περισσότερο από το να μιλάει, κάνει ερωτήσεις. Και οι ερωτήσεις του στοχεύουν να παρακινήσουν τους συνομιλητές του να παραδεχτούν ότι ναι, η δικαιοσύνη δεν μπορεί να περιοριστεί στο συμφέρον αυτού που κυβερνά, ότι η δύναμη δεν είναι ταυτόσημη με την δικαιοσύνη, ότι η δικαιοσύνη-ακόμη και εάν σε αυτόν τον εμπειρικό κόσμο δεν εμφανίζεται παρά αδύναμα και επεισοδιακά-είναι ωστόσο πιο πραγματική από την δύναμη και το συμφέρον του πιο δυνατού, τόσο που ο αυθεντικός με τον εαυτό του άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να της αναγνωρίσει μία ανωτερότητα χωρίς συμβιβασμούς. Αλλά όπως είναι γνωστό, ο Σωκράτης αρκείται να οδηγήσει τους άλλους να παραδεχτούν ότι η δικαιοσύνη «δεν» είναι αυτό, δεν είναι εκείνο, δεν είναι το άλλο• δεν δίνει ποτέ έναν δικό του ορισμό του «σωστού». Αρνείται να παράσχει μία φόρμουλα, και όχι μόνον για τον βάσιμο λόγο ότι χρειάζεται να υπερασπισθεί η Αλήθεια απομακρύνοντας την από την αιχμαλωσία της διαλεκτικής-η οποία εμφανίστηκε πλέον στον κόσμο ως η πρωταρχική τεχνική που αντιστρέφει τα διατυπωμένα στο αντίθετο τους.

Με την πιο βαθιά έννοια, ο Σωκράτης δεν κάνει κάτι άλλο από το να βολιδοσκοπεί τα όρια μιας σιωπής που περιέχει την αλήθεια, την οποία αυτός αντλεί-και διδάσκει πώς να αντλείται-πέρα από το λόγο. Πώς να εξηγηθεί ότι αυτή η Ολύμπια σιωπή από την οποία ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας αντλούν τις αστείρευτες λέξεις τους είναι ακριβώς η σιωπή της Σπάρτης;

Στην Ελλάδα , πριν τους Σοφιστές, η γνώση ονομάζεται κατά κανόνα μία «όραση», σε σχέση με την οποία οι γνώσεις που αποκτούνται με τις τεχνικές του λόγου, την συζήτηση, δεν είναι παρά μεταβαλλόμενες και επιφανειακές γνώμες: η παραπλανητική φλυαρία των Σοφιστών. Η «όραση» ως υπέρτατη γνώση ήταν, προσθέτουμε, το αντίστοιχο μιας ύπαρξης που είναι προνόμιο ενός ανθρώπινου τύπου (όχι οποιουδήποτε), που επιπλέον είναι ικανός να μεταμορφωθεί.


Εδώ, υπαινισσόμαστε την μύηση στα Ελευσίνια Μυστήρια στα οποία είχαν πρόσβαση οι ευγενείς Αθηναίοι. Σε αυτά, μαρτυρεί ο Ιππόλυτος, παρουσιαζόταν «σε αυτούς που γινόντουσαν δεκτοί στον ύψιστο βαθμό, το μεγάλο και θαυμαστό και τέλειο μυστήριο της όρασης: ένα στάχυ θερισμένο εν σιωπή. 
Ο Πλάτωνας αναφέρεται συνεχώς σε αυτό που συμβολίζει αυτό το αινιγματικό στάχυ, σε σημείο που κατέστη δυνατή η υποψία ότι η θεωρία των Πλατωνικών Ιδεών ήταν μία προσπάθεια λογοτεχνικής γνωστοποίησης των Ελευσίνιων Μυστηρίων-για τα οποία ο μυημένος έπρεπε να σιωπήσει. Ακόμη περισσότερο, υπαινισσόμαστε το μαντείο των Δελφών: Το ιερό κέντρο του φωτεινού Απόλλωνα. Έτσι η Σπάρτη παρέμεινε άρρηκτα συνδεδεμένη με τον αρχαϊκό Δωρικό πολιτισμό-τον οποίο ζηλότυπα προστατεύει ενώ οι άλλοι άλλαζαν-όπως εξάλλου λέγεται, ο Λυκούργος, που για τους πολλούς ήταν μόνον ο αρχικός νομοθέτης, ο πατέρας της Σπαρτιατικής πολιτικής τάξης, ήταν επίσης και η ονομασία ενός Σπαρτιατικού ιερατικού βαθμού που υπόκειντο στους Δελφούς.

Αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε με πιο βαθιά, εξωπολιτική έννοια ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας ήταν φιλο-Σπαρτιάτες; Γιατί αντλούσαν τις λέξεις τους από εκείνη τη σιωπή που φύλασσε η Σπάρτη: μακριά από το να είναι ένας στρατώνας, η πόλη χωρίς τείχη ήταν μία ιερή και στρατιωτική τάξη της οποίας τα άτομα-ασκητικά απαρνούμενα τον εαυτό τους, λαμβάνοντας το κοινό συσσίτιο, φέροντας τα όπλα όπως θα έκανε η πρωταρχική ομάδα των «ίσων», των Ινδοευρωπαίων εταίρων που κατακτούσαν τα νέα εδάφη-διατηρούσαν την αρχική τους προέλευση και έμεναν πιστοί στην βεβαιότητα που έρχεται από την «Όραση», στον πολιτισμό που είναι πριν από την διαλεκτική: εκείνον που «θερίζει το στάχυ εν σιωπή».

Το γεγονός ότι η Σπαρτιατική τάξη ήταν επικεντρωμένη στην στρατιωτική εκπαίδευση σημαίνει δύο πράγματα:

Υποδήλωνε ότι η γνώση δεν κατακτάται με την νοητική οξύτητα, αλλά με την ανάπτυξη του Είναι, την διαμόρφωση του χαρακτήρα.

Ότι η αλήθεια που δεν μπορεί να ειπωθεί πρέπει να υπερασπίζεται με την δύναμη ενάντια στο χάος που θέλει να την ακυρώσει. Αυτή πρέπει να είναι η μόνη νόμιμη χρήση της δύναμης-η δύναμη που επιβάλει την σιωπή πάνω στον θόρυβο του περιβάλλοντος-και που όσο διήρκησε, η «Όραση» δεν είχε επαλειφθεί από τις καρδιές των ανθρώπων.

Δεν επικαλεστήκαμε δύο αρχέγονα αρχέτυπα. Η Σπάρτη και Αθήνα ΕΙΝΑΙ. Σε κάθε εποχή ο πολιτισμός είναι Σοφιστικός ή Πλατωνικός. Και εάν σήμερα εξαπλώνεται το ενδιαφέρον για τα τρέχοντα γεγονότα, το κουτσομπολιό, τη φλυαρία, θα θέλαμε οι λέξεις μας να μην είναι μία απλή προσθήκη στο θόρυβο που κρύβει, ή θολώνει, κάθε βεβαιότητα.
Αναζητήσαμε πάντοτε λέξεις που αραιώνουν την ομίχλη στην οποία το χάος των γνωμών,  μας κάνει να ζούμε, που φέρνουν στο φως τις κρυφές δυνάμεις που ο διαλεκτικός και δημοσιογραφικός θόρυβος μας κρύβουν.

Λέξεις που δεν σέβονται τα είδωλα του Forum Romanum γιατί στηρίζονται, χωρίς να το λένε, σε μία δυνατή σιωπή.


Πλάτων, Πρωταγόρας, 342c:
"Και για να καταλάβετε ότι τα λόγια μου αυτά είναι αληθινά και ότι οι Σπαρτιάτες έχουν πάρει την καλύτερη μόρφωση πάνω στη φιλοσοφία και τη ρητορική, σας λέω τούτο: αν θελήσει κανείς να συζητήσει με τον τελευταίο από τους Σπαρτιάτες, θα διαπιστώσει πως πάνω στα περισσότερα θέματα αυτός φαίνεται ένα τίποτε· στη συνέχεια όμως, σ' ένα οποιοδήποτε σημείο της συζήτησης, γυρνά και σου πετά ξαφνικά μια εντυπωσιακή φράση, σύντομη κι όλο νεύρο, σαν φοβερός ακοντιστής, έτσι που ο συνομιλητής του να φαίνεται κοντά του σαν μωρό παιδί, τίποτε περισσότερο. Αυτό το έχουν καταλάβει αρκετοί και από τους σημερινούς και από τους παλιούς, δηλαδή ότι καλύτερα λακωνίζει κανείς φιλοσοφώντας παρά ασκώντας τη γυμναστική, αφού παρατήρησαν ότι μόνο ένας άνθρωπος με τέλεια μόρφωση μπορεί να εκφράζεται με αυτόν τον τρόπο. Σ' αυτούς ανήκει κι ο Θαλής ο Μιλήσιος κι ο Πιττακός ο Μυτιληναίος κι ο Βίας από την Πριήνη κι ο Σόλων ο συμπολίτης μας κι ο Κλεόβουλος από την Λίνδο και ο Μύσων από τις Χηνές· έβδομον μαζί τους λογαριάζουν τον Χίλωνα τον Λακεδαιμόνιο. Όλοι αυτοί ήταν φανατικοί οπαδοί και εραστές και μαθητές της σπαρτιατικής παιδείας. Απόδειξη ότι κάτι τέτοιο ήταν η σοφία τους είναι οι σύντομες φράσεις, οι αξιομνημόνευτες που έχει πει ο καθένας τους και που, αφού συγκεντρώθηκαν όλοι αυτοί, τις έκαναν κοινό αφιέρωμα στον Απόλλωνα, στο ναό του στους Δελφούς, σαν τον πρώτο καρπό της σοφίας τους, χαράζοντας τα επιγράμματα που λέει και ξαναλέει όλος ο κόσμος: «γνώρισε τον εαυτό σου» και «μακριά από τις υπερβολές». Τώρα, για ποιο λόγο τα λέω αυτά; Γιατί τον παλιό καιρό μ' αυτόν τον τρόπο φιλοσοφούσαν: με σύντομες φράσεις, σαν τους Λάκωνες. " Ακριβώς αυτό που λέει το άρθρο: δεν φιλοσοφούσαν για να ....φιλοσοφούν. Ενώ είχαν παιδεία δεν επέτρεπαν στον εαυτό τους την άσκοπη φλυαρία αλλά ήταν προσηλωμένοι στην βαθύτερη γνώση του εαυτού."

ΔΕΕ


Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017

Ο Πυθαγόρας και η γέννηση της Ευρωπαϊκής Αντίδρασης


Ο Πυθαγόρας και η γέννηση 
της Ευρωπαϊκής Αντίδρασης
Νίκος Αθανασίου

Εισαγωγή: Η κατάσταση στην Ελλάδα του 6ου αιώνος

Όταν ομιλούμε σήμερα περί Αντιδράσεως, εννοούμε σχεδόν πάντοτε τις κοινωνικές, πολιτικές, θρησκευτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις οι οποίες εναντιώθηκαν στην έλευση και επικράτηση της Νεωτερικότητος τους τελευταίους αιώνες. Κατά την Γαλλική Επανάσταση, ως αντιδραστικοί (ή συντηρητικοί) ονομάσθηκαν όσοι τάχθηκαν με το «Αρχαίο Καθεστώς», και καταπολέμησαν τους επαναστάτες. Βεβαίως, παρόλο που η αντίδραση εκφράσθηκε από τις κατεξοχήν λαϊκές τάξεις (π.χ αγρότες), υπήρξε σημαντικότατος αριθμός διανοουμένων που κράτησαν ψηλά τις αξίες της Societas Civilis, ενάντια στον επαναστατικό όλεθρο που απειλούσε να αφανίσει την Παράδοση. Ως «αντίδραση», λοιπόν, νοείται αυτή η μερίδα στοχαστών που αποδόμησαν τις νεωτερικές ιδέες και υπερασπίσθηκαν την παραδοσιακή τάξη πραγμάτων. 
Ο τίτλος του κειμένου αυτού ωστόσο, αναφέρει το όνομα του μεγάλου Έλληνος φιλοσόφου και μύστη Πυθαγόρα οπότε προκύπτει το ερώτημα «πως συνδέεται ένας φιλόσοφος του 6ου π.χ αιώνος με έννοιες που εμφανίσθηκαν αιώνες αργότερα;». Αυτό συμβαίνει, κατά την άποψη του γράφοντος, επειδή τόσο αυτό που καλούμε νεωτερικότητα όσο και το αντίθετο της, η αντίδραση δεν είναι φαινόμενα που εντοπίζονται μόνο στους τελευταίους χρόνους. 
Στην πραγματικότητα, μέσα στα πλαίσια της έννοιας της Παραδόσεως όπως αυτή νοείται στο παρόν κείμενο, υπάρχει πάντοτε και η «Αντι-παράδοση», η επιδίωξη της εκκοσμίκευσης του ανθρώπινου πολιτισμού και ο εξορθολογισμός του βίου. Αυτή η αντι-παραδοσιακή (θα μπορούσε να ονομασθεί και ορθολογική) κοσμοαντίληψη δεν είναι νέο φαινόμενο αλλά υπήρχε από τους αρχαίους χρόνους. 
Η αρχαιότητα, και συγκεκριμένα ο ελληνικός κόσμος, υπήρξε μία εποχή γενικά ανορθολογική και παραδοσιοκρατική, όμως δεν έλειψαν οι εκλάμψεις της ορθολογικής σκέψεως, χωρίς φυσικά να επικρατήσουν ευρέως. Η ελληνική Παράδοση, η οποία φθάνει έως και τα μινωικά χρόνια όπως έδειξε η αρχαιολογική σκαπάνη υπήρξε ακμαία καθόλη την διάρκεια της δεύτερης π.Χ χιλιετίας. Η ακμή αυτή συνεχίσθηκε και στην αρχή της πρώτης χιλιετίας, όταν άρχισαν να εμφανίζονται ακόμη ανορθολογικότερες νοοτροπίες, πραγματικά εσωτερικές και αποκρυφιστικές θα λέγαμε, οι οποίες εκφράσθηκαν με τα Μυστήρια της ελληνικής θρησκείας. 
Ιδιαίτερη ανάπτυξη έλαβε το κίνημα των Ορφικών, του οποίου η προέλευση είναι ακόμη αντικείμενο συζητήσεων των ερευνητών. Η πρωτοπορία των Ορφικών είναι ότι έφεραν μία νέα ιδέα, αυτήν της αθανασίας της ανθρώπινης ψυχής αλλά και την αντίληψη της υπεροχής αυτής από το ανθρώπινο σώμα, σε σημείο που το σώμα να θεωρείται «βρώμικο» και φυλακή όπου η ψυχή ήταν αναγκασμένη να διαμείνει.  
Όμως η παρακμή της ελληνικής παραδόσεως είχε αρχίσει να διαφαίνεται ήδη από αυτά τα χρόνια, όπως βεβαιώνει και ο Ρενέ Γκενόν. Η συνεχής εκκοσμίκευση της λαϊκής θρησκείας, η απουσία ενός ενιαίου δόγματος που θα συγκρατούσε τη συνοχή της πίστεως και η παντελής απουσία σοβαρής οργανώσεως, με εξαίρεση τους Ορφικούς, συνέβαλλαν στην σταδιακή πτώση του θρησκευτικού πνεύματος σε απλή τυπολατρία η οποία εκφραζόταν κυρίως με δημόσιες λατρείες θεοτήτων, οι οποίες είχαν καταλήξει απλές αφορμές για κοινωνικές εκδηλώσεις, χάνοντας το πνευματικό και εσωτερικό τους νόημα. Μέσα σε αυτή την αποτελμάτωση, όπου η θρησκεία μετατρέπεται σε απλή δεισιδαιμονία, φύτρωσε το πρώτο βλαστάρι αυτού που αργότερα θα ονομασθεί «Ορθολογισμός» ή για να είμαστε ακριβέστεροι «κοσμικός τρόπος λήψης του Όντος». 

Οι βασικές διδασκαλίες των Πυθαγορείων 

Ο Πυθαγόρας, όπως μας πληροφορούν οι βιογράφοι του, ταξίδεψε κατά τα νεανικά του χρόνια στην Μίλητο, όπου και έγινε μαθητής των φυσικών φιλοσόφων Θαλή και Αναξίμανδρου. Τότε ήταν που ήρθε πρώτη φορά σε επαφή με τα μαθηματικά, τα οποία αγάπησε πραγματικά, και ήταν ο Θαλής αυτός που τον προέτρεψε να ταξιδέψει στην Αίγυπτο ώστε να τα σπουδάσει περαιτέρω. Όμως παρόλα αυτά, παρόλη την αγάπη του για τα μαθηματικά και την επιστήμη γενικότερα, ο Πυθαγόρας δεν παρασύρθηκε από τις ορθολογιστικές αντιλήψεις του δασκάλου του και μάλιστα η επίσκεψη του στην Αίγυπτο έγινε αφορμή για την μεγαλύτερη εμβάθυνση του στα θρησκευτικά μυστήρια και τον εσωτερισμό
Αργότερα, όταν βρέθηκε στην νότιο Ιταλία, θέλησε να ιδρύσει έναν οργανισμό, όπως θα λέγαμε σήμερα, έναν «σύλλογον» όπως ο ίδιος ονόμασε. Εκεί εγκαθίδρυσε μία κλειστή κοινότητα προσώπων, που χαρακτήριζαν μία συγκεκριμένη θρησκευτική διδασκαλία κι ένας ιδιαίτερος τρόπος ζωής. Επηρεασμένος από τους ορφικούς, που αναφέραμε παραπάνω, ο Πυθαγόρας αναγνώρισε την αθανασία της ανθρώπινης ψυχής καθώς και την άποψη περί μετεμψυχώσεως, που αποτελεί, όπως και στους ορφικούς, κεντρική δικλείδα. 
Για τους Πυθαγορείους ο άνθρωπος χωρίζεται σε δύο, εντελώς διαφορετικά από κάθε άποψη μεταξύ τους, στοιχεία. Την ψυχή που είναι άυλη, αιώνια και αυθύπαρκτη και το σώμα, το υλικό και φθαρτό σκεύος, που αποτελεί μαρτύριο για την ψυχή. Απώτερος σκοπός είναι η σωτηρία, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της καθάρσεως από τα πάθη και τις αισθήσεις, για αυτόν το λόγο η ηθική παίζει καίριο ρόλο στη ζωή ενός πυθαγορείου. Η προσπάθεια του ανθρώπου για κάθαρση, η οποία στους ορφικούς γίνεται μέσω μαγικής τελετουργίας, εδώ γίνεται μέσω της προσευχής στους θεούς και την ενάρετη ζωή. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε κάτι σημαντικό, που αποτελεί το κλειδί για την μετέπειτα απόπειρα μας διασύνδεσης του Πυθαγορισμού με την ευρύτερη έννοια της Παραδόσεως. 
Κατά την πυθαγόρεια διδασκαλία ο κόσμος δεν είναι μονιστικός, υπό την έννοια ότι στοιχειώνεται μόνο από ύλη. Αντιθέτως υπάρχουν δύο καταστάσεις της υπάρξεως. Ο ένας κόσμος ονομαζόταν «Άπειρον» και εταυτίζετο με το πνεύμα, τον αριθμό ή όπως έλεγε ο Πυθαγόρας την «μορφή» και αποτελούσε την αληθινή κατάσταση της πραγματικότητας. Ο άλλος ονομαζόταν «Περαίνον» και εταυτίζετο με την ύλη, τη φθαρτότητα και την μεταβλητότητα. Εδώ πρέπει να δώσουμε έμφαση στην εννοιολόγηση και την θέαση του αριθμού από τον Πυθαγόρα. Για εκείνον, και τους ακολούθους του, ο αριθμός ήτο φύσει διαφορετικός της ύλης, παρόλο που υπήρχε μία διασύνδεση μεταξύ τους. Η διασύνδεση αυτή βρίσκεται στο ότι ο αριθμός δίδει όψη στην ύλη και πως με υλικά μέσα μπορούμε να χαράξουμε αριθμούς, οι οποίοι όμως είναι μόνον απεικονίσεις ώστε να γίνει αντιληπτός ο αριθμός από την ανθρώπινη αίσθηση. 
Εδώ βλέπουμε την άμεση συσχέτιση του αριθμού με το Κοσμικό πνεύμα που εναρμονίζει το Σύμπαν και με την ψυχή. Η μετεμψύχωση αποτελεί κέντρο της πυθαγόρειας διδασκαλίας, εφόσον είναι προϋπόθεση της σωτηρίας της ψυχής. Μέσα από συνεχείς μετεμψυχώσεις, οι οποίες κάποια στιγμή σταματούν όταν η ψυχή είναι πλήρως εξαγνισμένη, ο άνθρωπος θα επιστρέψει δίπλα στο Θεό και θα αναπαυθεί κοντά του όταν λήξει ο κύκλος των. 
Κατά την πυθαγόρεια διδασκαλία η ανώτερη θέση που δύναται να αποκτήσει ο άνθρωπος, όσο βρίσκεται στη φυσική ύπαρξη βρίσκεται σε τρία, ας τα πούμε, επαγγέλματα: Τον τραγουδιστή, τον ιατρό και τον βασιλέα. Μέσα από αυτά ο άνθρωπος δύναται να προσεγγίσει την θεία μακαριότητα, που κάποτε η ψυχή είχε απολέσει. Κατά την άποψη μας, η επιλογή αυτών των επαγγελμάτων, έγινε με βάση την θέση των πυθαγορείων για την μουσική, την ιατρική και την αριστοκρατία. 
Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό, ας αναφερθούμε στις πολιτικές αντιλήψεις του Πυθαγορισμού. Οι Πυθαγόρειοι ήταν κάθετοι αντίπαλοι τόσο του εξισωτισμού που πρέσβευε η δημοκρατία, η οποία ισοπέδωνε την ανθρώπινη προσωπικότητα και ιδιαιτερότητα μέσα στην βοή του άλογου και ανόητου του πλήθους, όσο και της τυραννίδας, η οποία στερούνταν το θεϊκό χρίσμα, και είχε εγκαθιδρυθεί μέσω κοινών υλικών υποσχέσεων στον λαό. Σταθεροί υποστηρικτές της παραδοσιακής αριστοκρατίας, η οποία μεταβιβάζει μέσω του αίματος το πνεύμα στους απογόνους της, οι Πυθαγόρειοι ήρθαν ουκ ολίγες φορές αντιμέτωποι με την οργή του όχλου. Αποτέλεσμα δε της διασημότητας την οποία είχαν αποκτήσει, ως άτομα με μεγάλα πνευματικά και ηθικά χαρίσματα ήταν η απονομή πολιτικής εξουσίας από τοπικούς άρχοντες στις ελληνικές πόλεις της Ιταλίας. 

Ο Πυθαγόρειος σύλλογος ως έναρξη της Αντίδρασης έναντι στον ορθολογισμό

Σε αυτό το τελευταίο κεφάλαιο θα διατυπώσουμε και θα στηρίξουμε την θέση μας, ότι ο Πυθαγόρας και η φιλοσοφία του υπήρξαν ουσιαστικά οι αρχές αυτού που καλούμε «Αντίδραση», με καθαρά όρους διανοητικούς όμως. Η Πυθαγόρεια φιλοσοφία υπήρξε, από πολλές απόψεις, η αντίθεση στον ρασιοναλιστικό υλισμό που καλλιέργησαν οι στοχαστές της Ιωνίας. 
Η Ιωνική Φυσική, υλιστική και μονιστική, βασικά αγνωστικιστική και εντελώς «επιστημονική» υπήρξε ο αρχαίος πρόδρομος όλων των μετέπειτα υλιστικών δογμάτων, προ-νεωτερικών και νεωτερικών. Για τους Ίωνες πρώτη αρχή του Κόσμου και του Ανθρώπου είναι η ύλη, η οποία είναι έμψυχη, σε μία ομοιοστασία, παρά ενότητα θα λέγαμε με το Πνεύμα. Χαρακτηριστικά κύρια της Ύλης είναι το απεριόριστο (Άπειρον) της και η συνεχής μεταβλητότητα, η αλλαγή. Τίποτα στον κόσμο δεν παραμένει σταθερό, όλα μεταβάλλονται συνεχώς ως προς τη μορφή και την έκφραση τους, παραμένοντας όμως αποτελούμενα από τα βασικά φυσικά στοιχεία. 
Αυτή η σταθερότητα στα φυσικά στοιχεία, που για τον Θαλή πρώτο και κύριο και αρχή των πάντων είναι το νερό, χαρακτηρίζει και την ενότητα της Φύσης, όλων των υποκειμένων και αντικειμένων, ανθρώπων, ζώων, φυτών έως και τεχνητών πραγμάτων. Είναι χαρακτηριστική η θέση του Θαλή ότι μέχρι και ο μαγνήτης έχει ψυχή, διότι έχει την δυνατότητα να έλκει το μέταλλο. 
Απέναντι σε όλα αυτά ο Πυθαγόρας πρόταξε τις αρχές της αφθαρσίας και της αιωνιότητας, η οποία υπάρχει μόνον στο πνεύμα, την ψυχή του ανθρώπου. Ο φυσικός μονισμός, εδώ γίνεται μεταφυσικός δυϊσμός. Η Ύπαρξη βρίσκεται πλέον χωρισμένη σε δύο μέρη, το ένα αιώνιο, αμετάβλητο και εντελώς πνευματικό και το άλλο υλικό και φθαρτό, συνεπώς  υποκείμενο στο νόμο της μεταβολής. Ο Κόσμος των πυθαγορείων δεν βρίσκει την αρμονία στην απόλυτη ενότητα και εξίσωση πάντων, αλλά στην ιεραρχία όπως αυτή δημιουργήθηκε από τους θεούς, μια ιεραρχία στην οποία θα υπόκεινται και οι ανθρώπινες ψυχές, μετά την τελική σωτηρία τους στον άλλον κόσμο και όχι μόνον σε αυτόν τον κόσμο. 
Όλες αυτές οι ανωτέρω αρχές βρίσκονται εν πλήρη αρμονία με τις βασικές συντηρητικές διδασκαλίες, μεγάλων μορφών της Αντεπανάστασης όπως ο De Maistre
Και είναι φυσικά παραπάνω από εμφανής η ομοιότητα τόσο στην ουσία όσο και στη μορφή της Πυθαγόρειας διδασκαλίας, τόσο σε θέματα κοσμολογίας και ανθρωπολογίας όσο και σε θέματα ηθικής με την χριστιανική άποψη περί ανθρώπου και κόσμου. Ο Πυθαγόρας υπήρξε ο προπάτωρ όλων αυτών, οι οποίοι αιώνες αργότερα θα αγωνιστούν ενάντια στην ισοπέδωση της Νεωτερικότητος και τις ψευδεπίγραφες υλιστικές αξίες της. Και, φυσικά, ο άμεσος πρόγονος του μεγαλύτερου αντι-υλιστή στοχαστή των αιώνων, τον Πλάτωνα.


Νίκος Αθανασίου



Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

7 γυναίκες φιλόσοφοι από την αρχαία Ελλάδα


7 γυναίκες φιλόσοφοι 
από την αρχαία Ελλάδα

Αν εξαιρέσουμε την, σχετικά γνωστή, μεγάλη Ελληνίδα φιλόσοφο Υπατία, δύσκολα οι πιο πολλοί θα μπορούσαμε να ονοματίσουμε κάποια άλλη. Όμως υπήρχαν σημαντικές και πολυγραφότατες γυναίκες  φιλόσοφοι, που συνέβαλαν τα μέγιστα στο θαύμα της αρχαίας Ελλάδας. Μερικές από αυτές ήταν οι εξής:

Αρήτη της Κυρήνειας  – 5ος αιώνας π.Χ.
arete_din_cyrene

Η Αρήτη ήταν σύγχρονη του Σωκράτη. ∆ίδασκε φιλοσοφία στη σχολή της Αττικής. Ήτανε κόρη του Αριστίππου, του ιδρυτή της Κυρηναϊκής Σχολής της φιλοσοφίας. Ακόµη και την εποχή του Βοκάκιου (1313-1375 µ.Χ.) χίλια χρόνια αργότερα µνηµονευόταν ως πολύτιµη πηγή γνώσεων, συγγραφέας 40 βιβλίων, και δασκάλα περισσοτέρων από 110 φιλοσόφων. Ο γιος της Αρίστιππος επίσης φιλόσοφος, συνέχισε την οικογενειακή παράδοση ως διευθυντής της Κυρηναϊκής Σχολής. Ονοµάστηκε «Μητροδίδακτος», επειδή διδάχτηκε τη φιλοσοφία από τη µητέρα του, πράγµα σπάνιο για την εποχή εκείνη.


Διοτίμα από τη Μαντινεία –  φιλόσοφος
diotima-aquela-que-iniciou-socrates-nos-misterios-amor-socrates-
Ο Πλάτωνας έγραψε ότι τιµήθηκε από τον Σωκράτη (469-399 π.Χ.) ως δασκάλα του. Ο Πλάτωνας δίδαξε δύο γυναίκες στο σχολείο του: τη Λασθένια και Αξιόθεα του Φύλου (350 π.Χ). Υπήρξε επίσης ιέρεια στην Μαντινεία της Αρκαδίας. Σήµερα, κέντρα µελετών και ιδρύµατα φέρουν το όνοµά της.


Περικτιώνη – Φυσική φιλόσοφος
filoso63
Υπήρξε µαθήτρια του Πυθαγόρα (569 – 475 π.Χ.) και πιθανόν δίδασκε στη σχολή του. ∆ύο από τα έργα της που έχουν διασωθεί µέχρι σήµερα και αποδίδονται σ’ αυτήν είναι η «Σοφία» και «Αρµονία της Γυναίκας».


Θυµίστα – φυσική φιλόσοφος

Ήταν σύζυγος του Λέοντος, και επιστολογράφος του Επίκουρου (371 – 271 π.Χ.). Ονοµαζόταν “η θηλυκή Σόλων” και ήταν γνωστή ως φιλόσοφος. (Ο Σόλων ήταν ο µεγάλος νοµοθέτης της Αρχαίας Αθήνας).


Υππαρχία του Κυνικών – 360 – 280 π.Χ.

Υπήρξε µέλος της µη δηµοφιλούς σχολής των κυνικών. H Υππαρχία παντρεύτηκε έναν άλλο κυνικό φιλόσοφο που λεγόταν Κράτης και επέλεξαν τον τρόπο ζωής των κυνικών. Έτσι διάλεξε µια ζωή χωρίς ανέσεις, ιδιοκτησία και τεχνητούς συµβατικούς κανόνες, συµπεριλαµβανοµένου και του γάµου. Οι κυνικοί πίστευαν ότι για να γίνουν πολίτες του σύµπαντος πρέπει να απορρίψουν την ισχύουσα κοινωνική και πολιτική τάξη πραγµάτων.

Λασθινία – Φυσική φιλόσοφος

theano
Ο Πλάτωνας αναφέρει αρκετές γυναίκες οι οποίες ήτανε αναγνωρισµένες φιλόσοφοι στην αρχαία Ελλάδα. Η Λασθινία ήτανε µία από αυτές.

Θεανώ η Θουρία
theano_de_crotona

Ήταν αρχαία Ελληνίδα μαθηματικός και αστρονόμος. Καταγόταν από τους Θούριους της Κάτω Ιταλίας και άκμασε περί τον 6ο αιώνα π.Χ.
Η Θεανώ ήταν κόρη του ιατρού Βροντίνου. Υπήρξε αρχικά μαθήτρια και στη συνέχεια σύζυγός του κατά 30 χρόνια μεγαλύτερού της Πυθαγόρα. Δίδαξε αστρονομία και μαθηματικά στις Σχολές του Πυθαγόρα στον Κρότωνα και μετά το θάνατο του συζύγου στη Σάμο.
Επιμελήθηκε τη διάδοση της διδασκαλίας και του έργο του, τόσο στον κυρίως Ελλαδικό χώρο, όσο και στην Αίγυπτο, σε συνεργασία με τα παιδιά της την Δαμώ, την Μύια, την Αριγνώτη τον Μνήσαρχο και τον Τηλαύγη που ανέλαβαν με τη σειρά τους και τη διοίκηση των Πυθαγορείων σχολών.





Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

Για την σπουδαιότητα της γλώσσας


Ο γεννημένος στην Αυστρία Λουδοβίκος Βιττγκεστάϊν (Ludwig Wittgenstein, 1889 – 1951) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ου αιώνα. 
Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αγγλία.

Για την σπουδαιότητα της γλώσσας
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Έχει υποστηριχθεί και υποστηρίζεται ακόμη από ορισμένους "προοδευτικούς" κύκλους γλωσσολογούντων η θεωρία της "εργαλειακότητας" της γλώσσας, δηλ. ότι η γλώσσα δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα απλό μέσο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. 
Δυστυχώς, αυτή η λογική και η νοοτροπία της "ήσσονος προσπάθειας" που καλλιεργήθηκαν στην Εκπαίδευση από βολεμένους συνδικαλιστές και κομματικούς εγκάθετους, έπληξαν ανεπανόρθωτα την Παιδεία, παράγοντας στρατιές αγραμμάτων και ημιμαθών, υποβιβάζοντας συστηματικά το μορφωτικό επίπεδο των νεοελλήνων, πιθανότατα για την ευκολότερη πολιτική χειραγώγησή τους. Η υψηλού επιπέδου εκπαίδευση περιορίστηκε δραματικά και έγινε προνόμιο των γόνων των ευπορότερων ομάδων του πληθυσμού, παρά τις ευσυνείδητες προσπάθειες των εκπαιδευτικών των δημοσίων σχολείων. Οι ίδιοι κύκλοι μάλιστα ισχυρίζονται ξεδιάντροπα ότι "η αριστεία είναι στίγμα" και επομένως καταδικαστέα κοινωνικά και πολιτικά! Η άποψη αυτή διακηρύχθηκε, παρά τις εκ των υστέρων διορθώσεις, από τον ίδιο τον Υπουργό ...Παιδείας της "πρώτης φοράς αριστερής" Κυβέρνησης. Προφανώς, χαμηλής νοημοσύνης και αγράμματοι μουζίκοι είναι πολύ ευκολότερο να διαχειρισθούν και να διοικηθούν.
Το συγκλονιστικό άρθρο του Τάκη Θεοδωρόπουλου στην εφημερίδα "Καθημερινή" (24-5-2015) με τίτλο "Το τέλος της ελληνικής γλώσσας", που υπάρχει στην προηγούμενη ανάρτηση αυτού του ιστολογίου, επανέφερε επιτακτικά το πρόβλημα στην επικαιρότητα.
Με αφορμή τα παραπάνω θεώρησα ότι επιβάλλεται να υπενθυμίσουμε κάποιες αλήθειες, οι οποίες παραποιούνται, όταν δεν αποσιωπούνται, για την σπουδαιότητα της γλώσσας, ατομικά και συλλογικά.
Όπως έχει τονιστεί: 
"Η γλώσσα είναι μία από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού, αφού χάρη σ' αυτή ο άνθρωπος ανέπτυξε τον λόγο που αποτελεί τη βάση του πολιτισμού. 
Τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου, κατά τον Wittgestein. Αυτό σημαίνει, γνωρίζω τον κόσμο όσο μου επιτρέπουν οι γλωσσικές μου ικανότητες- επικοινωνώ με τον κόσμο και τα πράγματα στον βαθμό που έχω τις γλωσσικές προϋποθέσεις. Οι δυνατότητες της διάνοιας του ανθρώπου εξαρτώνται από το επίπεδο της γλώσσας που είναι σε θέση να μεταχειρίζεται. 
Γιατί ο άνθρωπος του οποίου οι γλωσσικές δυνατότητες είναι περιορισμένες δεν μπορεί ούτε να εκφράσει αυτό που σκέπτεται ούτε να σκεφθεί ολοκληρωμένα. Αναγκαστικά, βρίσκεται εγκλωβισμένος μέσα σε ένα στενό και ασφυκτικό γλωσσικό πλαίσιο που δεν του δίνει τη δυνατότητα να σκεφθεί ολόπλευρα και σε βάθος. Η απαιτητική, ποιοτική και αποτελεσματική επικοινωνία είναι ζήτημα που σχετίζεται με τη γλωσσική υποδομή του καθενός. Η γλωσσική καλλιέργεια υπηρετεί και στηρίζει άμεσα και αποτελεσματικά την ανάπτυξη της σκέψης και των πνευματικών δεξιοτήτων του ανθρώπου, ενώ «η σκέψη η απογυμνωμένη σε γνώση γίνεται ουδέτερη και χρησιμοποιείται ως απλό προσόν στις ειδικές αγορές εργασίας αυξάνοντας την εμπορική αξία της προσωπικότητας» [Χορκχάϊμερ, Μ., Αντόρνο, Τ. 1986, Διαλεκτική του διαφωτισμού (μτφρ. Ζ. Ζαρίκας), Αθήνα, Ύψιλον, σ. 226]. 
Η πνευματική απελευθέρωση του ατόμου, συνεπώς, σχετίζεται άμεσα με τις γλωσσικές δεξιότητες που έχει αναπτύξει, ενώ το γλωσσικό υπόβαθρο του καθενός, ατόμου ή λαού, σηματοδοτεί την πνευματική του εμβέλεια. 
«Οι γλώσσες», επισημαίνει ο καθηγητής Χρίστος Τσολάκης  (1995), «είναι τα μπόγια των λαών. Ψηλώνουν με το ψήλωμα και συρρικνώνονται με τη συρρίκνωση των σκέψεων και των πολιτισμών των ανθρώπων. Δεν είναι δυνατόν οι πολιτισμοί και οι σκέψεις να προάγονται και οι γλώσσες να φθίνουν. Αυτό και το αντίστροφο του αποκλείονται. Στην τεχνολογία οι λαοί, στην τεχνολογία και οι γλώσσες, στην ποίηση οι λαοί, στην ποίηση και οι γλώσσες». 
[Σημ. ΔΕΕ: Θεωρώ υποχρέωσή μου να επισημάνω στο σημείο αυτό ότι ο αείμνηστος Γλωσσολόγος Χρίστος Τσολάκης, που με τιμούσε με την φιλία του, ήταν από τους ελάχιστους, δυστυχώς, πανεπιστημιακούς που αγωνιούσε για την πορεία των γλωσσικών πραγμάτων στην χώρα μας και κυρίως είχε το ανάστημα και το σθένος να παραδέχεται και τις δικές του ευθύνες, σε αντίθεση με κάποιους αμετανόητους.]
Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να μιλήσει κανείς για παιδεία και εκπαίδευση χωρίς να αναφερθεί στη γλώσσα, που είναι φορέας μορφωτικών αγαθών και στην οποία στηρίζεται το εκπαιδευτικό σύστημα. Το επίπεδο της γλωσσικής καλλιέργειας επηρεάζει κατ' ανάγκη το επίπεδο της παιδείας και της εκπαίδευσης, δεδομένου ότι οι δύο αυτές μορφωτικές διαδικασίες στηρίζονται κατά βάση στον διάλογο, και ο διάλογος στον λόγο, η ποιότητα του οποίου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη γλωσσική κατάρτιση του καθενός. 
Αφού, λοιπόν, από τη γλώσσα εξαρτάται η παιδεία και η εκπαίδευση και αφού η παιδεία είναι ένα κοινωνικό αγαθό και ταυτόχρονα δικαίωμα του πολίτη, εξυπακούεται ότι η γλωσσική καλλιέργεια είναι κοινωνικό αγαθό, όρος απαραίτητος τόσο για την πολιτική, κοινωνική, ηθική, αισθητική διαπαιδαγώγηση του πολίτη όσο και για την επιστημονική και επαγγελματική του κατάρτιση. 
[…] 
Η σωστή γλωσσική παιδεία που θα προσφέρει το σχολείο εγγυάται και τη διαφύλαξη της γλωσσικής μας ταυτότητας και κληρονομιάς. Οι γλώσσες, όπως είναι γνωστό, φθείρονται και απειλούνται. Ας μην ξεχνούμε πως 5.000 περίπου διάλεκτοι εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα λόγω της αποικιοκρατίας. Ο κίνδυνος αυτός είναι ορατός ιδιαίτερα σήμερα εξαιτίας της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας που απειλεί τις λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες. Εκτός αυτού, υπάρχει ακόμη ένας κίνδυνος που δημιουργείται με την κακομεταχείριση και στρέβλωση των λέξεων, γεγονός που συμβαίνει, όταν οι ποικιλώνυμες εξουσίες, μικρές ή μεγάλες, θέλουν να υπηρετήσουν ανομολόγητες σκοπιμότητες ή να προπαγανδίσουν..."


(Σ. Γκλαβάς, Εκπαίδευση και ποιότητα στο ελληνικό σχολείο: Πρακτικά διημερίδων, Αθήνα, Ίδρυμα Ευγενίδου, 20-21 Μαρτίου 2008 & Θεσσαλονίκη, Πολυτεχνική Σχολή ΑΠΘ, 17-18 Απριλίου 2008, 33-47)


Για την περίφημη πρόταση του Λουδοβίκου Βιττγκεστάϊν, η οποία περιέχεται στο σπουδαίο και μοναδικό φιλοσοφικό του έργο Tractatus Logico-Philosophicus (Πρόταση 5.6), που κυκλοφόρησε αρχικά στην Γερμανία το 1921 αξίζει να αναφερθούν ορισμένες λεπτομέρειες. 
Η αρχική πρόταση διατυπώθηκε στα γερμανικά: Die Grenzen meiner Sprache bedeuten die Grenzen meiner Welt και συνήθως μεταφράζεται στα αγγλικά ως: The limits of my language mean the limits of my world.
Για την μετάφρασή της στα ελληνικά και το νόημά της έχουν αναφερθεί, μεταξύ πολλών άλλων, και τα εξής:
"...Μιλώντας για τον Wittgenstein, θέλω να επισημάνω ότι έχει μείνει στη γλωσσολογία για το περίφημο –έτσι το έχω αποδώσει εγώ στα Ελληνικά– «η γλώσσα μου είναι ο κόσμος μου» (στην πραγματικότητα η κατά λέξη μετάφραση είναι : «Τα όρια τής γλώσσας μου ορίζουν τα όρια τού κόσμου μου»). Είπε, δηλαδή, ευθαρσώς ως φιλόσοφος ότι ο κόσμος μου είναι τόσος και τέτοιος όσο μπορώ να τον εκφράσω γλωσσικά. Ό,τι άλλο έχω μέσα μου και δεν μπορώ να το εκφράσω, αντικειμενικά δεν μπορεί να υπάρξει και γι’ αυτό είναι καλύτερα να σιωπώ. 
Γλωσσολογική προέκταση αυτής της ρήσης είναι ότι τα πάντα περνούν μέσα από τη γλωσσική επεξεργασία, μέσα από τον γλωσσικό κόσμο τού καθενός. Ένα τρίτο που είπε ο Wittgenstein έχει σχέση με τη σημασία. Ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα στη γλωσσολογία είναι να ορίσει κανείς τη σημασία μιας λέξης. Η θέση τού Wittgenstein είναι ότι σημασία είναι η χρήση που έχει μια λέξη. Το σύνολο των χρήσεων είναι η σημασία. Πρακτικώς, πήγε στο επικοινωνιακό κομμάτι της εφαρμογής. Κι από την άλλη μεριά, είναι αυτός που είπε ότι αυτά που λέμε με τη γλώσσα πρέπει να επαληθεύονται ή να διαψεύδονται, γιατί η γλώσσα είναι λογική και υπόκειται σε συνθήκες αληθείας κ.λπ. 
Αυτά για να θυμόμαστε και τη σχέση της φιλοσοφίας με τη γλώσσα.
[Από το βιβλίο των Δ. Νανόπουλου – Γ. Μπαμπινιώτη «Από την κοσμογονία στη γλωσσογονία. Μια συν-ζήτηση» (Αθήνα 2010, εκδ. Καστανιώτη), σελ. 81-82]

Το μόνο που έχω να προσθέσω στα παραπάνω δεν είναι άλλο από το Σολωμικό: «Μήγαρις ἔχω ἄλλο στό νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καί γλῶσσα;», που οφείλουμε να το ενστερνισθούμε όλοι μας...
ΔΕΕ




Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2015

Λύκειο του Αριστοτέλη: Θα έχει καλύτερη «τύχη» από τον ανδριάντα του Μαθητή του;


Λύκειο του Αριστοτέλη: 
Θα έχει καλύτερη «τύχη» 
από τον ανδριάντα του Μαθητή του;

Δρ Ιωάννης Παρίσης
Στο κέντρο της Αθήνας, επί της οδού Ρηγίλλης, ανάμεσα στο κτίριο της Λέσχης Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων και του Βυζαντινού Μουσείου, βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος με το Λύκειο του Αριστοτέλη. Ο χώρος στον οποίο το 335 π.Χ. ο μεγάλος φιλόσοφος ίδρυσε την «Περιπατητική Σχολή» του, σε μια κατάφυτη περιοχή εκτός των τειχών της Αθήνας, μεταξύ των ποταμών Ηριδανού και Ιλισού. Στην περιοχή βρίσκονταν επίσης δύο ναοί, του Ηρακλή Παγκράτους και το ιερό του Λυκείου Απόλλωνος, από το οποίο πήρε το όνομά της η Σχολή.
Μέχρι το 1996 ήταν ένα εγκαταλελειμμένο οικόπεδο, ώσπου αποφασίσθηκε η παραχώρησή του στο Ίδρυμα Γουλανδρή για την κατασκευή Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης. Τότε η σκαπάνη «κτύπησε» σε αρχαιότητες και σύντομα διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για τα ερείπια του Λυκείου του μεγάλου φιλοσόφου.
Lykeio-1
Lykeio-2Ο χώρος έχει διαμορφωθεί ώστε να είναι επισκέψιμος, όπως φαίνεται στις σημερινές φωτογραφίες που τράβηξα με το κινητό μου. Σκέφθηκα όμως πώς θα είχε αναδειχθεί ο χώρος αυτός αν το διαχειρίζονταν κάποιοι άλλοι, εκτός από Έλληνες!
Ο Αριστοτέλης είναι ίσως ο μέγιστος από τους θεμελιωτές των επιστημών. Γνωστός σε όλον τον κόσμο, από την Αμερική μέχρι την Κίνα, σε Ευρωπαίους και Άραβες. Στα πανεπιστήμια της βόρειας Ιταλίας στη διάρκεια της Αναγέννησης, η αναφορά του ονόματός του αποτελούσε επιστημονική τεκμηρίωση: «το είπεν ο Διδάσκαλος» έλεγαν ως επιχείρημα για να τεκμηριώσουν τις απόψεις τους.
Ο Αριστοτέλης ήταν ο διακεκριμένος μαθητής του Πλάτωνα, τον οποίο αυτός αποκαλούσε «ο Νους» (… υπό Πλάτωνος τοσούτον της αγχινοίας ηγάσθη ως Νους της διατριβής υπ’ αυτού προσαγορεύεσθαι», Φιλόπονος, Περί αιδιότητος του κόσμου).
Παραμελημένο και μάλλον άγνωστο το Λύκειο του Αριστοτέλη. Για να πληροφορηθεί κάποιος περί τίνος πρόκειται πρέπει να πλησιάσει, να ψάξει, να ρωτήσει. Κάποιο άλλοι (όχι Έλληνες) θα το είχαν αναδείξει με κάθε τρόπο ώστε να αποτελέσει παγκόσμιο κέντρο επίσκεψης και μελέτης.
Ελπίζω ότι οι λόγοι της περιορισμένης προβολής του Λυκείου να μην οφείλονται στους ίδιους λόγους για τους οποίους η Αθήνα αρνείται ακόμη, ύστερα από 23 αιώνες να τοποθετήσει ανδριάντα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Θυμίζω απλώς ότι ο Αριστοτέλης αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, ύστερα από 20 χρόνια στην Ακαδημία, μετά τον θάνατο του Πλάτωνα τον Μάιο του 347, διότι όπως έχει γραφεί «η ζωή δεν ήταν καθόλου εύκολη στην Αθήνα για έναν Μακεδόνα που οι σχέσεις του με την βασιλική αυλή της Μακεδονίας ήταν γνωστές, που οι Αθηναίοι τον θεωρούσαν, ούτε λίγο ούτε πολύ, πράκτορα του βασιλικού αυτού οίκου και που, είχε στην Αθήνα περισσότερους εχθρούς παρά φίλους».
Μετά τις πολλές και ποικίλες επιστημονικές αναζητήσεις του και την διδασκαλία του Αλεξάνδρου, ο Αριστοτέλης επέστρεψε στην Αθήνα το 335, τη χρονιά δηλαδή που ο μαθητής του είχε επιβάλει την εξουσία του, διαδεχόμενος τον πατέρα του. Το κλίμα που επικρατούσε τώρα στην Αθήνα ευνοούσε την επάνοδό του. Εκεί συνέχισε τις έρευνές του και δίδαξε για 13 χρόνια, όχι όμως στην Ακαδημία την οποία είχαν αναλάβει άλλοι, αλλά στη δική του σχολή που ίδρυσε στο Λύκειο, στις ανατολικές υπώρειες του Λυκαβηττού.
Αποτελεί λοιπόν το Λύκειο του Αριστοτέλη, χώρο που οφείλει το κράτος, το Υπουργείο Πολιτισμού δηλαδή, να το αναδείξει όπως του αξίζει και να το καταστήσει αυτό που λέει το όνομά του: χώρο Φωτός!