Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνεγερσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνεγερσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Οι σπουδαίες Ελληνίδες του '21


Οι γυναίκες που πολέμησαν ηρωικά στην επανάσταση του 1821

 

Από τον εθνικό ξεσηκωμό του 1821 δεν απουσίαζε η ενθουσιώδης και ηρωική συμμετοχή των γυναικών. Αγωνίστριες από κάθε κοινωνική τάξη και τόπο έσπευσαν να συμβάλουν στην εξέγερση, αψηφώντας τον πανίσχυρο οθωμανικό στρατό. Για πολύ μεγάλο διάστημα ωστόσο, η παρουσία των γυναικών στον Αγώνα δεν είχε εκτιμηθεί επαρκώς.

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα mixanitouxronou.gr, ο γυναικείος πληθυσμός της Ελλάδας διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο όχι μόνο κατά τον ξεσηκωμό, αλλά και σε όλη την προηγούμενη περίοδο. Γαλουχημένες στη σκληρή εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας, αγωνίστηκαν χωρίς δεύτερη σκέψη, όταν έφθασε η ώρα της Επανάστασης. Οι Σουλιώτισσες  ήταν εκείνες που έλυσαν με τα ξίφη τους το ζήτημα της… ισότητας των δύο φύλων, αψηφώντας τις παραινέσεις των ανδρών τους να κρυφθούν στα δάση και τις σπηλιές. Πράγματι, όπως μας θυμίζει και η δημοτική μας παράδοση, ο ηρωισμός τους είναι μνημειώδης: «Οι Σουλιώτισσες δε ζούνε μες στη μαύρη τη σκλαβιά».

Ο χορός του Ζαλόγγου, τις παραμονές των Χριστουγέννων του 1803, αποτέλεσε ένα γεγονός που συγκλόνισε την Ευρώπη. Αναφέρει χαρακτηριστικά η πένα της εποχής: «Στο Σούλι, η γυνή δεν εκλείετο εις γυναικωνίτην, αλλ’ ούτε εθεωρείτο ασθενεστέρα του ανδρός ύπαρξις. Ήτο η σύντροφος, η συνεργάτις, η σύμμαχος του ήρωος ανδρός. Ο της ελευθερίας τον θρόνον εις τα απρόσιτα όρη της πατρίδος του υψώσας Σουλιώτης, έδωκε μόνος το όπλον εις την χείρα της συζύγου και της θυγατρός του και την έταξεν ως άγγελον φύλακα προ του θρόνου αυτής».

 

«H Τζαβέλενα»

Πολλά ήταν και τα παραδείγματα γυναικών που έμειναν στην ιστορία με το όνομα τους. Η Μόσχω Τζαβέλα, σύζυγος του Λάμπρου, αντιστάθηκε γενναία, όταν ο Αλή πασάς έστειλε ισχυρό απόσπασμα για να καταλάβει το Σούλι. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της μάχης, τα όπλα των ανδρών περιήλθαν σε αχρηστία λόγω υψηλής θερμοκρασίας, με αποτέλεσμα οι δύο πλευρές να κηρύξουν προσωρινή ανακωχή.

Η Τζαβέλα, η οποία μέχρι τότε κρατούσε απόσταση από το σημείο της μάχης, παρατηρώντας τη διακοπή των πυροβολισμών, υπέθεσε πως οι Οθωμανοί σκότωσαν τους Σουλιώτες. Τότε, επικεφαλής 400 γυναικών, επιτέθηκε στους Τουρκαλβανούς του Αλή, αναγκάζοντάς τους να υποχωρήσουν, αφού οι άνδρες μπροστά στο γυναικείο γιουρούσι, ακολούθησαν και ο εχθρός αιφνιδιασμένος απωθήθηκε. Το μέγα επίτευγμά της γέμισε δέος τους Οθωμανούς, ενώ ενέπνευσε τη λαϊκή παράδοση.

Ωστόσο, οι Σουλιώτισσες δεν ήταν οι μόνες που αντιστάθηκαν στον οθωμανικό ζυγό. Ξακουστή είναι η στάση των γυναικών του Μεσολογγίου, οι οποίες, κατά τη μεγάλη Έξοδο, πολεμούσαν κρατώντας με το ένα χέρι το σπαθί και με το άλλο το μωρό τους, ενώ μετά τη φοβερή σφαγή των κατοίκων της Χίου, το 1822, οι αιχμάλωτες γυναίκες δεν δέχονταν τροφή, ώστε πεθαίνοντας από την πείνα, να μην εξευτελιστούν στα σκλαβοπάζαρα. Μόνο ενδεικτικές είναι αυτές οι αναφορές για τον ηρωισμό της Ελληνίδας του ‘21, τον οποίο συναντούμε σε όλες τις εστίες της Επανάστασης.

 

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα και Μαντώ Μαυρογένους

Δύο κορυφαία σύμβολα της γυναικείας μαχητικότητας με αναμφίβολο κύρος είναι οι γυναίκες σύμβολα: Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα (1776-1825) και Μαντώ Μαυρογένους (1796-1840). Η πρώτη, ρίχτηκε στον Αγώνα προσφέροντας τεράστιο μέρος της περιουσίας της και διαθέτοντας τα πλοία της, πέρα από γιους, ανίψια και άτομα που ήταν στην δούλεψη της. Όλα για τον αγώνα, ενώ η δεύτερη έκανε γνωστούς τους σκοπούς της Επανάστασης, απευθυνόμενη σε κυρίες της αστικής και μεσοαστικής ευρωπαϊκής κοινωνίας, κυρίως Αγγλίδες και Γαλλίδες φιλέλληνες.

Η γοητευτική Μαυρογένους, που ηγήθηκε σε σημαντικές εκστρατείες, όπως αυτές των Καρύστου, Πηλίου, Φθιώτιδας και Βοιωτίας και της Μυκόνου, πέθανε σε καθεστώς περιφρόνησης και ένδειας, αφού διέθεσε ολόκληρη τη σημαντική περιουσία της για την Επανάσταση. Δεν παντρεύτηκε ποτέ, μετά την περιπέτεια με τον Υψηλάντη και τις δολοπλοκίες του «Γκουβέρνου» και δεν απέκτησε δική της οικογένεια. Μάλιστα, όταν ένας δημόσιος υπάλληλος τη ρώτησε ‘τι προσέφερε στον αγώνα», για αν δεχθεί το αίτημά της για σύνταξη, εκείνη απογοητευμένη  είπε: »τίποτα». Η γυναίκα αυτή, που ο Καποδίστριας ονόμασε επίτιμο αντιστράτηγο, κατά τη διήγηση του φιλέλληνα Περιβιάνο Τζεκίνι, «…περιέπεσεν εις εσχάτην πενίαν, σκληρώς λησμονηθείσα και εγκαταλειφθείσα υπό πάντων».

 

Η Μανιάτισσα αγωνίστρια Σταυριάνα Σάββαινα

Είχε πάρει μέρος σε πλήθος σημαντικών μαχών, αιτούμενη κοινωνική πρόνοια από τον Καποδίστρια, αναφέρει, μεταξύ άλλων: «Το στάδιον της πολεμικής δόξας είναι βέβαια διά τους άνδρας, όταν όμως είναι λόγος περί σωτηρίας της πατρίδος, όταν όλη σχεδόν η φύσις συντρέχει προς υπεράσπισίν της, αι γυναίκες της Ελλάδος έδειξαν πάντοτε ότι έχουν καρδίαν να κινδυνεύσουν συναγωνιζόμεναι ως οι άνδρες, ημπορούν να ωφελήσουν μεγάλως εις τας πλέον δεινάς περιστάσεις».

Η «Εφημερίς των Κυριών» γράφει γι’ αυτήν: «Η Σταυριάνα ήτο τεσσαρακοντούτις, μελαχρινή, ευειδής, με ύφος αρρενωπόν, με φωνή βροντώδη, με παράστημα στρατιώτου. Ετέθη υπό τας διαταγάς του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και πήγε στο Βαλτέτσι όπου επολιορκούντο οι Έλληνες. Η Σταυριάνα μόνη μεταξύ των ανδρών αψηφούσε τις σφαίρες και μετέφερε τις πυριτιδοβολές από προμαχώνος εις προμαχώνα. Οι περί τον Κολοκοτρώνη, Μαυρομιχάλης και Πλαπούτας, δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι γυναίκα είχε τόσο θάρρος».

Η Κωνσταντίνα Ζαχαριά, επίσης καταγόμενη από την Πελοπόννησο, για να εκδικηθεί τον θάνατο του κλέφτη πατέρα της από τους Τούρκους παίρνει τα όπλα, υψώνει επαναστατική σημαία στο σπίτι της και επικεφαλής δύναμης 500 ανδρών αναγκάζει τους Τούρκους να κλειστούν στο κάστρο του Μυστρά, ρίχνει την ημισέληνο από το τέμενος και σκοτώνει τον βοεβόδα της περιοχής αφού πρώτα πυρπολεί το σπίτι του.

 

Οι Σουλιώτισσες

Η μνημειώδης συνεισφορά των Σουλιωτισσών στον Αγώνα είναι καταγεγραμμένη σε πλήθος δημοτικών τραγουδιών. Από αυτά δεν θα μπορούσε να λείπει η ξακουστή αγωνίστρια, Ελένη Μπότσαρη, κόρη του Κίτσου και αδερφή του Νότη, η οποία μετά τη μάχη του Σέλτσου, έπεσε και πνίγηκε στον Αχελώο για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων. Η ηρωική πράξη της 19χρονης Σουλιώτισσας τραγουδήθηκε από όλους τους Έλληνες. Κατά μία εκδοχή οι διώκτες της νεαρής ήταν τρεις, κατά μία άλλη επτά.

Όποια κι αν είναι η αλήθεια, αρκετά χρόνια μετά, απηχεί τις σκέψεις πολλών Ελλήνων της εποχής:

«Μία γυνή, μία κόρη κατά επτά. Μία γυνή φέρουσα προ του θανάτου υψηλά το μέτωπον και ωσεί λάβαρον της θρησκείας και του πατριωτισμού της το μέγα όνομα, το οποίον οι αδελφοί της απηθανάτισαν:

Εγώ είμ’ η Λέν’ του Μπότσαρη, η αδελφή του Νότη. Τι δεν περιλαμβάνουν, τι δεν λέγουν αι λέξεις αυταί. Δεν ηξεύρω, εάν των μεγάλων και κραταιοτάτων του κόσμου κατακτητών κόραι και σύζυγοι, ηδύναντο να αναμετρηθούν προς την αγρίαν εκείνην παρθένον του Σουλίου, την γνωρίζουσαν τόσον να τιμά το όνομα, το οποίον η ανδρεία και ο πατριωτισμός κατέστησαν μέγα. Είμαι η Λέν’ του Μπότσαρη δηλαδή η κόρη της τιμής, του παλληκαρισμού, της ξακουσμένης ανδρείας. Η κόρη γενεάς, η οποία ουδέποτε έσκυψε το μέτωπον προ τυράννων, η οποία αψηφεί τας μυριάδας των εχθρών, η οποία ουδένα άλλον ανεγνώρισεν αρχηγόν εις ουδενός άλλου τα διατάγματα υπήκουσε ή εις αυτού του Θεού».

Εξίσου σημαντικές μορφές του Σουλίου ήταν οι Χάιδω Γιαννάκη Σέχου, η Δέσπω Μπότση και η Χρυσούλα Μπότσαρη. Από τις σκόρπιες πληροφορίες που έχουμε για τις γυναίκες του Σουλίου, κάποιες αφορούν την καθημερινότητά τους ή ακόμα και τα πρότυπα ομορφιάς της εποχής. Ο Σουλιώτης αγωνιστής Σ. Τζίπης, στα απομνημονεύματά του διηγείται: «Είχα, ως σου είπα, φίλο πολύ αγαπημένο, τον ξάδελφό μου, Νικολό Κωστάκη και τη γυναίκα του την έλεγαν Χρύσω! Πλάσμα. Ψηλή, γιομάτη, καλά καμωμένη. Το προβάτημά της ήταν ωσάν της πέρδικας. Ήτον άσπρη, ωσάν το γάλα. Τα μάγουλά της κόκκινα ωσάν τα ρόδα… Τα μάτια της μαύρα, μεγάλα, ήταν τόσο ωραία, τόσο ζωηρά, ώστε ελάβωνε την καρδιά του ανθρώπου. Είχε μαλλιά ξανθά, ωσάν το χρυσάφι, φωνή γλυκιά και όμορφη, ωσάν του αηδονιού. Καλύτερη γυναίκα από κείνη πουθενά δεν είδα».

Λιγότερο ίσως ξακουστή αλλά εξίσου αξιόλογη, είναι μια άλλη θαλασσομάχος ηρωίδα, η Δόμνα Βισβίζη από τη Θράκη. Πιστεύοντας βαθιά στη Μεγάλη Ιδέα της Φιλικής Εταιρείας στην οποία και μυήθηκε και παρ’ ότι μητέρα, τεσσάρων παιδιών, η Δόμνα έγινε καπετάνισσα και πολέμησε, πέφτοντας ηρωικά.

 

Η ηρωική καπετάνισσα Χαρίκλεια Δασκαλά­κη

Από την απαρίθμηση των θαρραλέων γυναικών μας, δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι Κρητικές, που συνέβαλαν ποικιλοτρόπως στην ενίσχυση του αγώνα, τόσο παράγοντας και υποστηρίζοντας τους Κρητικούς αγωνιστές όσο και μέσα στην ψυχή της μάχης. Μία από αυτές, η ηρωική καπετάνισσα Χαρίκλεια Δασκαλάκη ανδραγάθησε στο Αρκάδι, ενώ έχασε τα τρία παιδιά της ηρωικά μαχόμενα, στους αγώνες της Κρήτης, το 1866.

Και στη Μακεδονία όμως, οι γυναίκες δεν δείλιαζαν. Η Νάουσα, η Δοβρά, ο Όλυμπος, η Χαλκιδική, υπήρξαν μερικά μόνο από τα κέντρα της Επανάστασης. Η Καρατάσαινα, η Ζαφειράκαινα και άλλες που η ιστορία δεν κράτησε με τα ονόματα τους στη μνήμη της, έπεσαν, μαχόμενες για την ελευθερία ολόκληρης της χώρας.

Η γυναίκα του Καρατάσου, αγωνιστή τη Ημαθίας, οπλαρχηγού και μέλους της Φιλικής εταιρίας, αποκαλούμενη σύμφωνα με πηγές, ως «η ήρωΐς Καρατάσαινα», η ίδια καταγόμενη από τη Βέροια, υπεβλήθη σε βασανιστήρια ιδιαίτερης βαρβαρότητας από τους Τούρκους και απεβίωσε θυσιαζόμενη μαζί με τις δύο κόρες της, καθώς δεν δέχτηκε να εξισλαμιστεί.

Η Ζαφειράκαινα, σύζυγος του οπλαρχηγού της Νάουσας Ζαφειράκη, σφαγιάστηκε για την επαναστατική της δράση, μαζί με πολλές άλλες γυναίκες, μένοντας στην ιστορία και την τοπική παράδοση, ως σύμβολα και ηρωίδες που υμνήθηκαν από το δημοτικό τραγούδι «Μακρυνίτσα»:

«Τρία πουλάκια, αμάν αμάν, καθόντανε,

τρία πουλάκια, αμάν αμάν, καθόντανε,

στης Νάουσας το κάστρο,

Μακρυνίτσα μου

καημό που ‘χει η καρδίτσα μου.

Το ‘να κοιτάει κι αμάν αμάν τα Βοδενά,

το ‘να κοιτάει κι αμάν αμάν τα

Βοδενά και τ’ άλλο Σαλονίκη,

Μακρυνίτσα μου

καημό που ‘χει η καρδίτσα μου.

Το τρίτο το κι αμάν αμάν μικρότερο,

το τρίτο το κι αμάν αμάν μικρότερο,

μοιρολογεί και λέγει,

Μακρυνίτσα μου

καημό που ‘χει η καρδίτσα μου.

Μας πάτησαν κι αμάν αμάν τη Νάουσα,

μας πάτησαν κι αμάν αμάν τη Νάουσα,

την πολυξακουσμένη,

Μακρυνίτσα μου

καημό που ‘χει η καρδίτσα μου»

 

Η αριστοκράτισσα, Ελισάβετ Υψηλάντη

H Ελισάβετ Υψηλάντη, Ελληνίδα αριστοκράτισσα, καταγόμενη από την Βόρεια Ήπειρο και τη Μολδαβία, η μητέρα των Υψηλάντηδων, που αποκαλούνταν και «Πρωτομάνα των Φιλικών» έρχεται πρώτη να χρηματοδοτήσει τον αγώνα που προετοιμάζεται. Στη Φαναριώτικη εφημερίδα «Ήλιος» των αδελφών και ποιητών Αλέξανδρου και Παναγιώτη Σούτσου διαβάζουμε σε αφιέρωμα της 11ης Φεβρουαρίου του 1859: «…Συγκεντρωμένοι την 11η Φεβρουαρίου 1821 εις το αρχοντικόν των Υψηλαντών εις το Κίσνοβον της Ρωσίας ήσαν οι τέσσερις αδελφοί (ο Αλέξανδρος, ο Νικόλαος, ο Δημήτριος και ο Γεώργιος) και οι δύο γραμματείς, ο Κοζανίτης Γ. Λασσάνης και ο Γ. Τυπάλδος και έγραφαν την προκήρυξιν, η οποία θα εξεδίδετο προς το έθνος, ευθύς ως θα εκηρύσσετο η επανάστασις από την Μολδαβίαν. Η σύνταξις της προκηρύξεως ήτο προς το τέλος, προτού όμως τεθεί η υπογραφή, ο Αλέξανδρος είπε: «είναι και κάτι άλλο», εσηκώθη και εισήλθε εις το παρακείμενον δωμάτιον της μητέρας του, η οποία ήτο εκεί με τον μικρότερον αδελφόν του, δεκατεσσάρων ετών, τον Γρηγόριον. «Μητέρα, είπε προς την αρχόντισσαν Ελισάβετ, η σωτηρία της πατρίδος πιθανόν να απαιτήσει και την θυσίαν του κτήματός μας της Κοζνίτσας, το οποίο επί σαράντα ακόμα χρόνια θα αποδίδει πενήντα τέσσαρες χιλιάδες ρούβλια τον χρόνον στο σπίτι σου. Προσφέρεις αυτό το κτήμα μητέρα εις την πατρίδα;». Η αρχόντισσα δάκρυσε και είπεν: «Εγώ προσφέρω εσάς παιδιά μου και θα λυπηθώ τα δύο εκατομμύρια ρούβλια;». Μετά τα λόγια αυτά της μητέρας του Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης υπέγραψε την προκήρυξη και  κήρυξε την επανάσταση στο Ιάσιο στις 21 Φεβρουαρίου. Η ηθική και υλική συμβολή της Υψηλάνταινας ήταν τόσο σημαντική, που ο Αλέξανδρος (Υψηλάντης) συγκινημένος λέει στους άλλους εταίρους: 

«-Γράψτε στο τέλος της διακήρυξης «φιλώ το χέρι της μητρός μου».

 

Καμία Επανάσταση δεν θα ήταν ίδια χωρίς τις γυναίκες. Το ίδιο και η Ελληνική του ΄21, στην οποία οι γυναίκες -επώνυμες και ανώνυμες- διαδραμάτισαν κομβικό ρόλο. Γυναίκες, όπως η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η Μαντώ Μαυρογένους… και πολλές-πολλές άλλες ακόμη, που μόνο μια λέξη τους ταιριάζει: «ΑΘΑΝΑΤΕΣ».

 Πηγή: in.gr


 

Κυριακή 28 Μαρτίου 2021

Επετειακό Λεύκωμα (Εργογραφία Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη-6)


Μια πρωτοβουλία του Δήμου και του Δημάρχου Δημήτρη Γιάννου
για τα 200 χρόνια εορτασμών της Εθνεγερσίας του 1821

 Μήνυμα του Δημάρχου Έδεσσας

Η Εθνεγερσία του 1821 συντάραξε την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη. Είναι αναμφισβήτητα μία από τις σημαντικότερες στιγμές του Έθνους, που οδήγησε στη δημιουργία του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους.
Δυστυχώς, η Μακεδονία και πολλές άλλες περιοχές της Ελλάδας παρέμειναν σκλαβωμένες για πολλά ακόμα χρόνια. Σχεδόν έναν αιώνα περίμεναν οι Μακεδόνες για να ζήσουν τον αέρα της ελευθερίας στα ιερά χώματα της Μακεδονίας μας! Κι όμως αγωνίστηκαν με σθένος και αυτοθυσία, όπως και υπόλοιποι Έλληνες, στην Επανάσταση του 1821!
Όταν αναφερόμαστε στην Επανάσταση το μυαλό όλων μας πηγαίνει στις μεγάλες μορφές του Αγώνα που πρωταγωνίστησαν στο Μωριά, τη Ρούμελη και το Αιγαίο. Δικαίως! Τους αξίζει κάθε τιμή και δόξα, διότι σε αυτούς οφείλουμε την ελευθερία μας.
Παραγνωρίζουμε όμως τους αγώνες και τις θυσίες των Μακεδόνων και με τον τρόπο αυτό όμως κάνουμε ένα μεγάλο λάθος και αδικούμε τις μεγάλες μορφές του Αγώνα που ανέδειξε ο τόπος μας! Ο Δημήτρης Ευαγγελίδης αναλαμβάνει να βάλει τα πράγματα στη θέση τους και μας υπενθυμίζει ότι και ο τόπος μας συμμετείχε στην Εθνεγερσία του 1821, παραθέτοντας γεγονότα και ιστορικές αναλύσεις που είναι καλό να γνωρίζει κάθε Εδεσσαίος, κάθε Μακεδόνας, κάθε Έλληνας! Οι κάτοικοι της Έδεσσας και της Μακεδονίας ξεσηκώθηκαν μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες, αλλά οι Μακεδόνες αγωνιστές είχαν να αντιμετωπίσουν μεγάλες τουρκικές δυνάμεις, που βρίσκονταν σε πολύ μικρή απόσταση και κατέπνιξαν την Επανάσταση στην Μακεδονίας πολύ γρήγορα.
Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας αποκαθιστά την ιστορική μας μνήμη και αποτελεί φόρο τιμής στους κατοίκους και τους οπλαρχηγούς της Μακεδονίας που επαναστάτησαν μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες το 1821.
Είναι οι γνωστοί και άγνωστοι ήρωες της Έδεσσας και της ευρύτερης περιοχής που ξεσηκώθηκαν, αγωνίστηκαν και πολλοί από αυτούς θυσιάστηκαν ηρωικά για την πατρίδα. Τους αξίζει μία θέση στο πάνθεον των ηρώων της Επανάστασης!
Θέλω να ευχαριστήσω θερμά τον άοκνο Δημήτρη Ευαγγελίδη για την «αποκατάσταση» των ηρώων του τόπου μας και θέλω να τονίσω με κάθε τρόπο ότι ο Δήμος Έδεσσας στηρίζει με περηφάνια τέτοιες αξιέπαινες προσπάθειες.

Δημήτρης Γιάννου
Δήμαρχος Έδεσσας

Σάββατο 13 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟ 1821

Μια εξαιρετική τοποθέτηση του διεθνούς κύρους εκλεκτού 
Έλληνα μουσικοσυνθέτη Ηλία Ανδριόπουλου...


ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟ 1821

Όταν επιλέγεις και τοποθετείς στην κορυφή των Γιορτών για το 1821 μία κοσμική κυρία χωρίς ίχνος πνευματικότητας, η οποία δεν αντιλαμβάνεται ελλείψει γνώσεων και όχι μόνο… το μεγάλο ιστορικό γεγονός της Ελληνικής Επανάστασης, τότε ή μέγας βλαξ είσαι, ή ακόμα χειρότερα επιδιώκεις να αναποδογυρίσεις και να ευτελίσεις το νόημα και την σημασία, ενός τέτοιου πανεθνικού λαϊκού ξεσηκωμού.
Η Επανάσταση του 1821 αποτελεί για τους Έλληνες και ολόκληρο τον Ελληνισμό την πιο ιερή του στιγμή. Μην την εξευτελίζετε. Δεν πρόκειται για Μυκονιάτικο σόου, ούτε για φτηνούς τηλεοπτικούς εξυπνακισμούς, βλέπε Σκάι, όπου πριν από λίγα χρόνια προσπάθησε να μας γνωρίσει… ανάποδα την ελληνική επανάσταση.
Δεν μου διαφεύγει, πως σε αυτή την αμφιλεγόμενη επιτροπή της εν λόγω κυρίας, έχει μαζευτεί ένα τσούρμο περίεργων – επιεικώς- τύπων (Νεο-πατριώτες, εθνομηδενιστές κ.λπ.) όπου όχι μόνο θέλουν να αποδομήσουν το 1821 και τους πρωταγωνιστές του, αλλά περισσότερο να χτυπήσουν την ψυχή και το συναίσθημα του ελληνικού λαού που γέννησε αυτά τα σπουδαία για την ελευθερία μας ιστορικά γεγονότα, και στην συνέχεια την σημερινή Ελλάδα.
Δεν γνωρίζω πού το πάνε. Φοβούμαι όμως, πως όσο πλησιάζουμε στην επέτειο των 200 ετών θα ακολουθήσουν και άλλα παράδοξα που θα μας εξοργίσουν.
Ο Καποδίστριας, ο Καραϊσκάκης, ο Παπαρρηγόπουλος φαίνεται είναι μόνο η αρχή. Τώρα γιατί συστήθηκε μία τέτοια επιτροπή, που αντί να γιορτάζει με μεγαλοσύνη το 1821, δυσφημεί, χλευάζει και αποδομεί, δεν ξέρω να σας απαντήσω.
Το ερώτημα είναι, θα βρεθούν αναστήματα, θα βρεθούν άλλες φωνές να αντισταθμίσουν την ζημιά; Ποιος θα μιλήσει στις καρδιές των νέων, ότι οι πρόγονοί τους πάμπτωχοι, ξυπόλητοι, απελπισμένοι, πήραν τα όπλα και τους χάρισαν την σημερινή ελευθερία τους; Μονάχοι και αβοήθητοι, έχοντας απέναντί τους μία πανίσχυρη Οθωμανική αυτοκρατορία και το Διεθνές πολιτικό περιβάλλον της Ευρώπης εντελώς αρνητικό.
Πόσες προηγούμενες εξεγέρσεις είχαν πνιγεί στο αίμα και τι σήμαινε για τον ελληνικό λαό η οθωμανική σκλαβιά και η τυραννία των 400 ετών; Ποιο ρόλο έπαιξε η γλώσσα, η λαϊκή παράδοση, το δημοτικό τραγούδι, οι μύθοι, η ιστορία, τα ήθη, τα έθιμα η θρησκεία ο ελληνικός πνευματικός διαφωτισμός, ώστε να αντέξουμε μια κτηνώδη σκλαβιά, που ευτυχώς δεν μας έσβησε από τον χάρτη.

Βέβαια υπήρξαν μεταξύ μας τραγικές παρεξηγήσεις, σφάλματα, αστοχίες, που δυστυχώς οδήγησαν σε εμφύλιους σπαραγμούς. Να μιλήσουμε και για αυτά, αλλά να μην τα υπερτονίζουμε για να μικρύνουμε τα μεγάλα.
Αν μας διδάσκει κάτι, πέραν των άλλων μοναδικό η Εθνεγερσία του 1821, είναι ότι ο λαός μας αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος ή να πεθάνει. Και επειδή, όπως μας λέει ο Σεφέρης, «…τα ιστορικά γεγονότα δεν σταματούν στα χρονολογικά ορόσημα που βλέπουμε στις φυλλάδες της ιστορίας…» ας σκύψουμε και ας εντοπίσουμε εκείνα τα βαθιά αισθήματα και συναισθήματα αυτής της συγκλονιστικής για τον ελληνισμό περιόδου, μέσα από την πιο υψηλή τους έκφραση, που χάραξε η ποίηση του Σολωμού, του Κάλβου, ο λόγος του Μακρυγιάννη, του Κολοκοτρώνη και πλήθος μαρτυρίες Ελλήνων αγωνιστών.
Ίσως αυτό μας οδηγήσει στην γνώση και στην κατανόηση του 1821.

ΗΛΙΑΣ ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΣ
Ιούνιος 2020


Σάββατο 23 Μαρτίου 2019

Η Οθωμανική ισχύς τον Α΄ χρόνο της ελληνικής επανάστασης

«Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων», 
πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου

Το μέγεθος και ο βαθμός 
κινητοποίησης της οθωμανικής 
ισχύος κατά το 1ο έτος 
της Ελληνικής επανάστασης

Του Χρόνη Βάρσου
Φιλολόγου-Ιστορικού Ερευνητή


Είναι ευρύτατα διαδεδομένη η εντύπωση, ότι ο οθωμανικός στρατός στα χρόνια της επανάστασης του 1821 ήταν ανεκπαίδευτος, απειροπόλεμος, με ανίκανη κατά το πλείστον ηγεσία, χωρίς στρατηγική και σχέδιο μάχης. Την άποψη αυτή συντηρεί έως σήμερα ο απίστευτος ηρωισμός των Ελλήνων επαναστατών, οι φωτεινές μορφές των μεγάλων ηγητόρων της παλιγγενεσίας και τα εντυπωσιακά πολεμικά τους κατορθώματά. Το παρόν άρθρο θα προσπαθήσει να καταδείξει τη λανθασμένη αυτή αντίληψη, αναδεικνύοντας συνοπτικά το βαθμό κινητοποίησης της τουρκικής πολεμικής μηχανής και την υπερπροσπάθεια που κατεβλήθη κατά το 1ο έτος του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα.
Η ελληνική επανάσταση που ξέσπασε το 1821, για πολλούς σε λάθος χρόνο, υπό τη βαριά σκιά της υπερσυντηρητικής Ιεράς Συμμαχίας και η 9ετης τιτάνια σύγκρουση που ακολούθησε, πέραν των τεράστιων διπλωματικών συνεπειών και διεργασιών που επέφερε, συγκλονίζοντας την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και διαμορφώνοντας ένα κύμα φιλελληνισμού, συντάραξε συθέμελα την παρακμάζουσα αλλά πάντα ισχυρότατη οθωμανική αυτοκρατορία.
Οι Έλληνες κλήθηκαν να αναμετρηθούν στο πολεμικό πεδίο με μια υπερμεγέθη δύναμη για τα δεδομένα των ολιγάριθμων, απειροπόλεμων και ανεπαρκώς εξοπλισμένων επαναστατικών σωμάτων. Αν εξαιρέσει κανείς την ικανότατη στρατιωτική ηγεσία του αγώνα κατά το πρώτο έτος (Θ. Κολοκοτρώνης, Οδ. Ανδρούτσος, Μ. Μπότσαρης, Α. Μιαούλης), ένα πυρήνα εξαίρετων μαχητών όπως οι Σουλιώτες, οι Μανιάτες ή οι Σφακιανοί, το σύνολο των εμπειροπόλεμων κλεφταρματολών αλλά και όσων είχαν υπηρετήσει σε δυτικούς στρατούς στα Επτάνησα καθώς και τα πληρώματα του στόλου με τον υψηλό βαθμό ναυτοσύνης, η πλειοψηφία των αγωνιστών που ρίχτηκαν στη φωτιά της μάχης ήταν επί της ουσίας άπειρη, άοπλη και ανεκπαίδευτη.


Ο απαγχονισμός του Πατριάρχη 
Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου Ε΄

Η οθωμανική αυτοκρατορία την περίοδο έκρηξης της επανάστασης βίωνε, ασφαλώς, πολλαπλά προβλήματα. Η αποστασία του ισχυρότατου Αλή πασά των Ιωαννίνων απαίτησε την εμπλοκή μεγάλων σουλτανικών δυνάμεων στο μέτωπο της Ηπείρου ήδη από τον Ιούλιο του 1820 (έως και τον Ιανουάριο του 1822), υπό την ηγεσία αρχικά του Ισμαήλ Πασόμπεη. Στις αρχές του 1821 εστάλη όμως στα Γιάννενα, προς αντικατάστασή του, ως αρχισερασκέρης, ο ικανότατος Μόρα Βαλεσή, Χουρσίτ Αχμέτ πασάς, που ασφαλώς η απουσία του από την Πελοπόννησο έπαιξε κρίσιμο ρόλο στις ελληνικές επιτυχίες των πρώτων μηνών. Παράλληλα, από το Φθινόπωρο του 1820, στα ανατολικά σύνορα με τη σιϊτική Περσία του Φαθ Αλή Σαχ, σημειώνονταν χαμηλής έντασης συγκρούσεις που εξελίχθηκαν σε ανοιχτή πολεμική σύρραξη μεταξύ των δύο χωρών μέχρι τον Ιούλιο του 1823, εξέλιξη που ασφαλώς ενέπλεξε ικανό αριθμό οθωμανικού στρατού. Επιπλέον στην περιοχή Παλαιστίνης-Συρίας-Λιβάνου οι τοπικοί πασάδες είχαν εμπλακεί σε πολεμικές έριδες μεταξύ τους για τον έλεγχο της παραλιακής ζώνης. Τέλος έντονος ήταν ο φόβος ξεσπάσματος ενός νέου ρωσσο-τουρκικού πολέμου, μετά τον Ιούλιο του 1821, λόγω της διακοπής των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών με την αποχώρηση του Ρώσου πρέσβη Στρόγανωφ από την Κωνσταντινούπολη, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την εκτέλεση του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ και τις ανεξέλεγκτες σφαγές των Ορθοδόξων χριστιανών υπηκόων. Ο φόβος ενός ρωσσο-τουρκικού πολέμου δεν επιβεβαιώθηκε παρά μόλις τον Απρίλιο του 1828 , αλλά καθώς ήταν πάντα ένα πιθανό σενάριο, δέσμευε πολύτιμες δυνάμεις στα σύνορα, ενώ το ενδεχόμενο ναυτικής επίθεσης από τη κατεύθυνση της Σεβαστούπολης, κρατούσε τον κύριο όγκο του σουλτανικού ναυτικού (ειδικά των 4 τεράστιων τρίκροτων των 118-130 πυροβόλων) στην Κωνσταντινούπολη και τον Εύξεινο Πόντο υπό τον καπουδάν πασά Ντελή Αβδουλάχ. Το σενάριο αυτό βέβαια απέτρεψε και τη μαζική σφαγή των υπόδουλων Ελλήνων της αυτοκρατορίας, όπως ήταν οι αρχικές σκέψεις, ως αντίδραση της Πύλης στην επανάσταση, σχέδιο που προωθούσε ο αρχιγραμματέας του Διβανίου (σουλτανική κυβέρνηση) Μεχμέτ Σαϊντ Χαλέντ εφέντης. Γι’ αυτό το λόγο παύθηκε και δολοφονήθηκε το Μάρτιο και ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης (Σεϊχ Ουλ Ισλάμ) Χατζή Χαλίλ εφέντη λόγω της μετριοπάθειάς και της άρνησής του να υπογράψει το σχετικό φετφά (διάταγμα).
Παρόλα ταύτα η αυτοκρατορία ήταν τεράστια σε μέγεθος, με ανεξάντλητους πόρους και ανθρώπινο δυναμικό. Στο πλευρό της βρίσκονταν οι ημιανεξάρτητοι πασάδες της Τύνιδας, του Αλγερίου, της Τρίπολης αλλά και ο Μεχμέτ Αλής της Αιγύπτου, ιδίως από το 1824. Παράλληλα απολάμβανε και τη διπλωματική υποστήριξη των δυνάμεων της Ιεράς Συμμαχίας και την αμέριστη βοήθεια της Αυστρίας και του Μέττερνιχ προσωπικά. Ειδικά η στάση των αγγλικών και αυστριακών πλοίων στο Αιγαίο και το Ιόνιο, ήταν σε σταθερή βάση, απροκάλυπτα φιλοτουρκική και προκλητικά επιθετική απέναντι στους Έλληνες. Με σωρεία εχθρικών ενεργειών όπως ποικίλες μορφές συστηματικής κατασκοπείας, ενίσχυση με εφόδια τουρκικών φρουρίων, έτοιμων να παραδοθούν στους Έλληνες και παραχώρηση των Ιονίων λιμανιών στον τουρκικό στόλο για ανεφοδιασμό και επισκευές, στέκονταν αλληλέγγυα στο σουλτάνο.


"Μάχη των Ελλήνων κατά των Τούρκων 
εις την γέφυραν της Αλαμάνας"
Π. Ζωγράφος – Ι. Μακρυγιάννης. (Γενάδειος Βιβλιοθήκη).

Αν εξαιρεθούν οι επιχειρήσεις στον Δούναβη και τη Μολδοβλαχία με στόχο την καταστολή του κινήματος του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ουσιαστικά όλη η πολεμική κινητοποίηση του σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ (1808-1839) για την αντιμετώπιση της επανάστασης κατά το 1821, εστιάστηκε στην ενίσχυση της Τρίπολης και στον απεγκλωβισμό της από την πολιορκητική λαβίδα του Θ. Κολοκοτρώνη, που την έσφιγγε ολοένα και περισσότερο. Συνολικά εντός του 1821, σχεδόν 200.000 τουρκικού στρατού κινητοποιήθηκαν συνολικά σε διάφορα μέτωπα (Ηγεμονίες, Μακεδονία, Ήπειρος, Θεσσαλία, Ρούμελη, Μοριάς, Κρήτη, νησιά, μικρασιατικά παράλια) για να καταστείλουν τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Στην προσπάθεια αυτή ο ρόλος του Χουρσίτ πασά, του πλέον ικανού στρατιωτικού που διέθετε η Πύλη στην αρχή του αγώνα, ήταν κομβικός, αλλά καθώς παρέμενε εγκλωβισμένος στο μέτωπο της Ηπείρου εναντίον του Αλή πασά και των Σουλιωτών «συμμάχων» του, οι πρωτοβουλίες που πήρε για την ενίσχυση της πολιορκούμενης Τρίπολης, αν και σωστές, απέτυχαν οικτρά.
Ο Σεπτέμβριος του 1821 χαρακτηρίστηκε από την οριστική καταστολή της επανάστασης στις Ηγεμονίες, τη στενή πλέον πολιορκία του Αλή πασά μέσα στο κάστρο των Ιωαννίνων και από την πτώση της Τριπολιτσάς. Η επιχειρησιακή αδυναμία του – κατά τα άλλα εντυπωσιακού σε μέγεθος και ισχύ – οθωμανικού ναυτικού (σε όλη τη διάρκεια του 1821 έγιναν μόλις 3 έξοδοι της σουλτανικής αρμάδας – ανεπιτυχείς σε γενικές γραμμές), τα στρατηγικά και τακτικά λάθη του, η διστακτικότητα του καπετάν μπέη, Καρά Αλή, να επιδιώξει μια αποφασιστική σύγκρουση, αλλά και η παράλληλη εξαιρετική δράση του ελληνικού (τρινήσιου) στόλου, έπαιξαν φυσικά τεράστιο ρόλο σ’ αυτήν την εξέλιξη. Η ήττα όμως και ο θάνατος του Αλή πασά τον Ιανουάριο του 1822, αποδέσμευσαν χιλιάδες στρατού και ως πρωταρχικός στόχος του σουλτάνου για τη συνέχεια τέθηκε η ανακατάληψή της Τρίπολης που λογικά θα σήμαινε και την απαρχή της ήττας των Ελλήνων.
Δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς τη σημασία της αντικατάστασης δύο Μεγάλων βεζίρηδων, του Σαγίντ Αλή πασά που εξορίστηκε στην Καλλίπολη και του Μπεντερλί Αλή πασά που εκτελέστηκε από το σουλτάνο, μέσα σε μόλις 30 μέρες, μεταξύ Μαρτίου-Απριλίου, λόγω της αδυναμίας τους να καταστείλουν την επανάσταση. Συνολικά 9 Μεγάλοι βεζίρηδες άλλαξαν την περίοδο του αγώνα 1821-1829 (!), στοιχείο που δείχνει σαφέστατα το βαθμό του πανικού που είχε καταλάβει την Πύλη από την ελληνική επανάσταση και τις αρχικές της επιτυχίες.
Ο τεράστιος βαθμός στρατιωτικής κινητοποίησης της οθωμανικής δύναμης, όχι μόνο κατά το πρώτο έτος που αφορά το παρόν άρθρο, αλλά και σε όλη την επόμενη περίοδο 1822-1829 (ιδίως με τη συμμετοχή της ισχυρότατης Αιγύπτου το 1824-1828), μαρτυρά από μόνος του τη δυσκολία του επαναστατικού εγχειρήματος. 
Η χαώδης διαφοράς ισχύος μεταξύ των δυνάμεων που αναμετρήθηκαν στον ελλαδικό χώρο για 9 συναπτά έτη απαιτούσε από την πλευρά των Ελλήνων τεράστιο βαθμό μαχητικότητας, αποφασιστικότητας, ευφυΐας, αντοχής, ευρηματικότητας και ηρωισμού. 
Τα στοιχεία αυτά διέκριναν τους προγόνους μας σε εκείνη την τιτάνια σύγκρουση που ξεκινούσε και στην οποία τελικά ανταπεξήλθαν με απόλυτη επιτυχία, κατανικώντας υπερμεγέθεις στρατούς και στόλους, σε ένα εξαιρετικά δυσμενές πολιτικο-στρατιωτικό και διπλωματικό περιβάλλον, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην υπόθεση της Ελληνικής Ανεξαρτησίας.

** όλες οι ημερομηνίες που αναφέρονται αφορούν το παλιό ιουλιανό ημερολόγιο


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
(1) K. Αλεξανδρής, ΑI NAYTIKAI ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΕΡ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΑΓΩΝΟΣ 1821-1829, Αθήνα, 1930
(2) ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Τόμος ΙΒ΄, εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1979
(3) Απ. Βακαλόπουλος, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, τόμοι Ε-Η, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1980-88
(4) Διον. Κόκκινος, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα, 1957
(5) Κων. Παπαρρηγόπουλος, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, εκδόσεις Φάρος, Αθήνα, 1984
(6) Μ. Σίμψας, ΤΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, τόμος Γ-Δ, εκδόσεις ΓΕΝ, Αθήνα, 1980
(7) Σπ. Τρικούπης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, εκδόσεις Λιβάνης, Αθήνα, 1993

Σάββατο 4 Απριλίου 2015

Η συμβολή των Μακεδόνων στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας


Η συμβολή των Μακεδόνων 
στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας


Δρ Ιωάννης Παρίσης Υποστράτηγος ε.α., Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης Πρόεδρος της Ακαδημίας Στρατηγικών Αναλύσεων
Ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας που οδήγησε στη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, υπήρξε μακρά και οργανωμένη προσπάθεια ολοκλήρου του Ελληνισμού, του οποίου τα εθνικά γεωγραφικά όρια χάραξε η Χάρτα του Ρήγα και το καταστατικό της Φιλικής Εταιρίας. Ωστόσο, η εθνική δράση των Μακεδόνων κατά το διάστημα της Ελληνικής Επανάστασης, δεν παρουσιάσθηκε επαρκώς από τους ιστοριογράφους, με συνέπεια να εμφανίζεται μάλλον ως σπασμωδική κίνηση που εκδηλώθηκε κατά χρονικά διαστήματα και όχι ως συνεχής επαναστατική προσπάθεια για την αποτίναξη του ζυγού της δουλείας.
Πράγματι, ενώ όλοι γνωρίζουν για τη δράση και την προσφορά του Γέρου του Μωριά, του Καραϊσκάκη, του Ανδρούτσου, του Μιαούλη και τόσων άλλων αγωνιστών της νότιας Ελλάδας και των νησιών, ελάχιστοι γνωρίζουν για τη δράση και την προσφορά του Γέρο-Καρατάσιου, του Τσιάμη Καρατάσιου, του Διαμαντή, του Ζαφειράκη, του Γάτσου, του Φαρμάκη, του Ολύμπιου, του Εμμανουήλ Παπά, του Κασομούλη, του Λασσάνη… και άλλων πολλών. Αγωνιστών, όχι με τοπική αλλά με πανελλήνια δράση, σε όλη σχεδόν την επαναστατημένη Ελλάδα, αλλά και στην Βαλκανική. Από τον Δούναβη μέχρι την Πύλο!
Ο Ξεσηκωμός στη Μακεδονία
Από τον 17ο αιώνα, οπλαρχηγοί της Μακεδονίας σήκωσαν τη σημαία της επανάστασης, πολεμώντας κατά των Τούρκων αλλά και των στρατευμάτων του Αλή Πασά, που είχαν φθάσει ακόμη και μέχρι τον Όλυμπο. Οι φημισμένοι οπλαρχηγοί Ιωάννης Φαρμάκης και ο Γεωργάκης Ολύμπιος, από τις σημαντικότερες ηγετικές φυσιογνωμίες εκείνης της εποχής, μετά τις μάχες κατά των Τούρκων και των Αλβανών του Αλή-Πασά στη Δυτική Μακεδονία και τον Όλυμπο, βρέθηκαν στην βαλκανική ενδοχώρα μαχόμενοι κατά των Τούρκων σε συνεργασία με τους ντόπιους ηγεμόνες της Σερβίας και της Μολδοβλαχίας.
ΓεωργάκηςΟλύμπιοςΜάλιστα ο Γεωργάκης Ολύμπιος διακριθείς για τις στρατιωτικές και ηγετικές του ικανότητες, κατά τις ρωσο-τουρκικές πολεμικές συγκρούσεις, παρασημοφορήθηκε κατ’ επανάληψη από τους Ρώσους και του δόθηκε ο βαθμός του συνταγματάρχου του Ρωσικού Στρατού, ενώ ο Τσάρος τον συμπεριέλαβε στην συνοδεία του στο Συνέδριο της Βιέννης. Μυηθέντες αμφότεροι στην Φιλική Εταιρεία, υπήρξαν από τους κύριους στρατιωτικούς ηγέτες στο επαναστατικό εγχείρημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη, στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, αποτελώντας τους κύριους συνεργάτες του. Εκεί ήταν, επίσης, και ο σπουδαγμένος στην Ευρώπη Γεώργιος Λασσάνης από τη Δυτική Μακεδονία, πρώτος υπασπιστής του Υψηλάντη και χιλίαρχος του Ιερού Λόχου.
Ο ξεσηκωμός στη Μακεδονία αποτελεί μία από τις πλέον ένδοξες αλλά και τραγικές σελίδες της Ελληνικής Επανάστασης. Ξεκινώντας στην Χαλκιδική την 23η Μαρτίου 1821, υπό την ηγεσία του Σερραίου τραπεζίτη και μεγαλέμπορου Εμμανουήλ Παπά, τερματίσθηκε περί τα τέλη Μαΐου του 1822 στο Βέρμιο, τον Όλυμπο και τη Δυτική Μακεδονία. Διήρκεσε δηλαδή περί τους δεκατέσσερις μήνες, κατά τους οποίους έλαβαν χώρα γεγονότα εξαιρετικά και θυσίες απαράμιλλες, ενώ ταυτόχρονα είχε σημαντικά θετικά αποτελέσματα για την επανάσταση στην Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Ο αντιπερισπασμός και η καθήλωση στην Μακεδονία τουρκικών δυνάμεων που προορίζονταν για την κατάπνιξη της εξέγερσης στη νότια Ελλάδα ήταν ευεργετική για τον αγώνα του Έθνους.
Δυστυχώς, η γεωγραφική θέση της Μακεδονίας και το στρατηγικό μειονέκτημα που η θέση αυτή δημιουργούσε για τους επαναστατημένους, δεν ευνόησε τις προσπάθειές τους. Ποταμοί αίματος σφράγισαν τον ξεσηκωμό τους το 1821 και το 1822 και τους αγώνες τους για αποτίναξη του ζυγού. Βίαια η αντίδραση των Τούρκων, με σφαγές, πυρπολήσεις και κάθε είδους βιαιότητες κατά των εξεγερθένων Μακεδόνων. Το ολοκαύτωμα της Νάουσας, οι σφαγές της Βέροιας και της Κασσάνδρας, η ερήμωση της Χαλκιδικής και οι επιθέσεις στη Θεσσαλονίκη αποτελούν μερικές από τις αιματοβαμμένες σελίδες της ιστορίας της Μακεδονίας στην αρχή της Επανάστασης. Οι οικογένειες των πρωτεργατών Καρατάσιου, Ζαφειράκη, Γάτσου και άλλων, υπέστησαν την σκληρότητα των κατακτητών, πληρώνοντας ακριβό τίμημα για τον αγώνα τους.
Έτσι, η επανάσταση στη Μακεδονία ατύχησε διπλά:
Πρώτον, διότι κατεπνίγη σύντομα, επειδή υπήρχαν πλησίον μεγάλες τουρκικές δυνάμεις, ενώ δεν ήταν εύκολη η υποστήριξη του αγώνα από άλλες περιοχές ή από τη θάλασσα. Αυτό καταδίκασε την Μακεδονία σε άλλον ένα αιώνα δουλείας.
Δεύτερον, διότι η ιστορία των θυσιών της σ’ όλη τη διάρκεια της Επανάστασης αποσιωπήθηκε, στην αρχή σκοπίμως και στη συνέχεια από αμέλεια. Μέχρι το 1912, στην ελεύθερη Ελλάδα δεν διδασκόταν στα σχολεία η ιστορία της Επαναστάσεως στη Μακεδονία, ούτε η δράση των Μακεδόνων στη νότια Ελλάδα, για να μη προκληθούν οι Τούρκοι και υποφέρουν οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας. Όμως και μετά την απελευθέρωσή της εξακολουθούσε να μη διδάσκεται η ιστορία αυτή, από συνήθεια πλέον, αφού τα σχολικά βιβλία αντιγράφονταν από τα παλιότερα για δεκαετίες.
Συνέχιση του Αγώνα στο Νότο
Εκείνο ειδικά που δεν είναι ευρέως γνωστό, είναι οι αγώνες που έδωσαν οι Μακεδόνες σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης σε όλη την έκταση της υπόλοιπης επαναστατημένης Ελλάδας. Διότι μετά την αποτυχία της Επανάστασης στην Μακεδονία, η οποία πλέον είχε πλημμυρίσει από τουρκικά στρατεύματα, τα κέντρα αντίστασης είχαν καταστραφεί, το δε πλείστον των πολεμιστών είχε θυσιασθεί στο πεδίο της τιμής, οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου, του Βερμίου, της Χαλκιδικής και των άλλων περιοχών, μετά από σύσκεψη στη Μονή του Αγίου Διονυσίου του Ολύμπου, αποφάσισαν τη συνέχιση του αγώνα στην νοτίως του Ολύμπου Ελλάδα.
Ο Τάσος Καρατάσιος, από τη Βέροια, γνωστός ως Γερο-Καρατάσος, ο πλέον επιφανής από τους Μακεδόνες οπλαρχηγούς, με υπαρχηγό τον Αγγελή Γάτσο από την Αλμωπία και τους αρματολούς Δουμπιώτη, Συρόπουλο, Λάζο, Κώτα και με πρωτοπαλίκαρο τον γιο του Τσιάμη (Δημήτριο) Καρατάσιο, ηγούμενος εκατοντάδων πολεμιστών διήλθε την Θεσσαλία και κατευθύνθηκε προς την Ρούμελη. Ο Διαμαντής του Ολύμπου που είχε δικό του αρματολίκι, παίρνοντας μαζί του τους Γούλα, Λιάκο και Μπίνο επικεφαλής εκατοντάδων πολεμιστών (τους Ολύμπιους»), αναχώρησε για την Σκόπελο και την Σκιάθο.
Στη διάρκεια των επόμενων οκτώ ετών που διήρκεσε ο Αγώνας, συνεχώς ενισχυόμενοι με νέους αγωνιστές που κατέφθαναν από την Μακεδονία, συμμετείχαν σε πολλές επιχειρήσεις σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας, συμπαριστάμενοι στους κινδυνεύοντες αδελφούς τους και συμβάλλοντας ουσιαστικά στον κοινό σκοπό. Μακεδόνες αγωνιστές υπό τους οπλαρχηγούς Καρατάσιο, Διαμαντή, Γάτσο και άλλους έλαβαν μέρος σε πολλές κρίσιμες μάχες σε Θεσσαλία, Ήπειρο, Αιτωλοακαρνανία, Εύβοια, Βόρειες Σποράδες, Αττικο-Βοιωτία, Πελοπόννησο, Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά. Αυθορμήτως ή με πρόσκληση των ντόπιων, αλλά και με εντολές των πρώτων κυβερνήσεων της Ελλάδας.
ΓεροΚαρατάσιος- ΑγγελήςΓάτσος-ΤσιάμηςΚαρατάσιος
Γερο-Καρατάσιος – Αγγελής Γάτσος – Τσιάμης Καρατάσιος
Ο Γερο-Καρατάσος με τους Μακεδόνες του, μέσα από την ραχοκοκαλιά της Πίνδου και των Αγράφων έφθασε στη Ρούμελη και συνεργάσθηκε με τον Καραϊσκάκη και άλλους οπλαρχηγούς της περιοχής. Στη συνέχεια, στη Δυτική Στερεά, τάχθηκε υπό τις διαταγές του Αλέξ. Μαυροκορδάτου, μαζί με 300 Σουλιώτες του Μάρκου Μπότσαρη, δίνοντας συνεχείς μάχες και διακρινόμενος για τα ηγετικά του προσόντα, ακούραστος και ατρόμητος στη μάχη. Γράφει ο Χ. Βυζάντιος, φαλαγγάρχης των Αθηνών κατά την επανάσταση και μετέπειτα συνταγματάρχης: «Εξαιρετικοί πατριώται, αφιλοκερδείς, καρτερικοί εις κακουχίας και στερήσεις, ανδρείοι εν πολεμώ και ευπειθέστατοι.»
Ο Αγγελής Γάτσος πέρασε στην Αργολίδα όπου με τους άνδρες του συμμετείχε στα τέλη Ιουλίου 1822 στη μάχη των Δερβενακίων κατά του Δράμαλη. Ὁ Φωτάκος Χρυσανθόπουλος, πρώτος υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, αναφέρει: «Ο περίφημος καπετάνιος Γάτσος, ων εις τα όπλα εκ γενετής και σύντροφος αχώριστος του Ολυμπίου, και οι στρατιώται του Μακεδόνες πολέμησαν εις τα Δερβενάκια γενναίως και οι Πελοποννήσιοι ευχαριστήθηκαν πολύ, διότι είδαν άνδρας έχοντας ζήλον και εθνικισμόν μέγαν».
Στα επόμενα χρόνια, κάποιοι έφθασαν στο Μεσολόγγι και συμμετείχαν στην ηρωική Έξοδο. Άλλοι διά θαλάσσης, από το Άγιο Όρος και την Χαλκιδική στις Βόρειες Σποράδες και από εκεί στην νότια Ελλάδα. Σημαντική η συμβολή τους στην απόκρουση των τουρκικών στρατευμάτων που επεδίωκαν να κατέλθουν προς τον επαναστατημένο νότο, όπως το 1823 στη μάχη του Τρίκερι και στην Αταλάντη, κατά πολλαπλασίων στρατευμάτων του Κιουταχή όπου ο Γερο-Καρατάσος έδειξε την ηγετική του φυσιογνωμία και την απαράμιλλη μαχητικότητά του προ του εχθρού. Σημαντική επίσης η συμβολή τους στη διάσωση άλλων περιοχών και η ουσιαστική υποστήριξη του αγώνα.
Διαβάζουμε για τον Καρατάσιο σε δημοσίευμα της εφημερίδας Φιλόπατρις, σε φύλλο του Μαρτίου 1857: «Το νεύμα του ήτο προσταγή αδυσώπητος και οϊμέ εις τον παραβάτην αυτής’ η αταραξία του εν καιρώ των μαχών ήτο αδριάντος ορειχαλκίνου αταραξία. Ουδείς είδεν αυτόν έφ΄ όλης του της ζωής οπισθοχωρήσαντα ενώπιον των εχθρών. Τον ένθυμούμαι όταν επί της Μαγνησίας κατεπολέμει τους Τούρκους μόλις ήριθμούμεθα δισχίλιοι περί τον Παποϋν και εναντίον ημών αλλεπάλληλα και ατελείωτα έφόρμων των απίστων τα στίφη εις το οροπέδιον των Τρικκέρων. Τέσσαρας ημέρας διήρκεσεν η μάχη επί της αυτής πέτρας, ο Γέρως ασάλεντος ώς η πέτρα αυτή και την σήμερον ακόμη δεικνύεται από τους εντρόμους κατοίκους ο τόπος εφ΄ ον εκάθετο κατά την τετραήμερον εκείνην σφαγήν».
Στις 26 Αυγούστου 1823, έλαβε χώρα στη Σκιάθο σύσκεψη εννέα Ολυμπίων αρχηγών, παρισταμένου εκ μέρους της Κυβερνήσεως του Χριστόφορου Περραιβού. Εκεί ύπεγράφη συνυποσχετικό του αγώνα με το οποίο αναγνώρισαν παμψηφεί ως Γενικό Αρχηγό τον Στρατηγό Καρατάσιο και υποσχέθησαν υπακοή σ’ αυτόν. Αποφασίσθηκε επίσης η κατάληψη της Θεσσαλίας και το κλείσιμο των στενών των Τεμπών. Στους 3.000 άνδρες ανέρχονταν οι Μακεδόνες της Σκιάθου, της Σκοπέλου και του Ευρίπου. Υπολόγιζαν στο ότι θα προσέρχονταν για τον αγώνα διπλάσιοι Πηλιορείτες και άλλοι Θεσσαλοί. Ωστόσο, η Κυβέρνηση έχοντας υπόψιν την έξοδο του Οθωμανικού στόλου, την εκστρατεία του Πασά της Σκόδρας και τις πολεμικές προπαρασκευές του Κιουταχή στη Λάρισα, απαγόρευσε με έγγραφες και προφορικές διαταγές την ενέργεια αύτη. Την επόμενη χρονιά δύναμη 1.200 πολεμιστών Μακεδόνων, από τους οποίους οι περισσότεροι κατάγονταν από τη Χαλκιδική, με διαταγή της Κυβερνήσεως απεστάλησαν στα Ψαρρά για να συμπολεμήσουν με τους ντόπιους. Ήταν και αυτοί μεταξύ των ηρωικών θυμάτων της αυτοθυσίας στη νήσο αυτή.
Σημαντικότατη υπήρξε η συμβολή τους στην αντιμετώπιση του Ιμπραήμ, τον Μάρτιο του 1825, όπου ο Γερο-Καρατάσιος – ουσιαστικός αρχηγός – έδειξε τα ηγετικά και στρατιωτικά του χαρίσματα. Ας σημειωθεί ότι είχε προηγηθεί ο εμφύλιος σπαραγμός μεταξύ Πελοποννησίων και Ρουμελιωτών που είχε ως αποτέλεσμα την ερήμωση της Πελοποννήσου, την φυλάκιση του Κολοκοτρώνη και τον διασκορπισμό των περισσοτέρων Πελοποννησίων ηγετών και πολεμιστών. Η νίκη του Καρατάσιου στη μάχη της Σχοινόλακας Μεσσηνίας, τον Μάιο του 1825, ενθουσίασε την κυβέρνηση και έδωσε κουράγιο στους επαναστατημένους. Η μάχη αυτή, η πρώτη νικηφόρα μάχη κατά του Ιμπραήμ, εορτάζεται κατ’ έτος από τον Δήμο Πύλου, στις 15 Μαρτίου.
Γράφει σχετικά ο Κ. Παπαρρηγόπουλος: «Οι νικηφόροι Μακεδόνες έπεμψαν εις Τρίπολιν, ως απαρχήν του νέου τούτου είδους πολέμου, ον επρόκειτο ήδη να διεξαγάγωσιν οι Έλληνες, 109 λογχοφόρα όπλα. Τω όντι τότε κατά πρώτον τα άρρυθμα ημών στίφη προς τακτικόν αντεπαρετάχθησαν τάγμα και μολονότι ουδεμίαν έλαβον επικουρίαν, αλλ’ όμως δια την ατρόμητον ανδρείαν και μάλιστα δια την επιτηδειότητα του αρχηγού (σσ. του Καρατάσιου), κατώρθωσαν να κατισχύσωσι.»
Στη συνέχεια ο Καρατάσιος ανταποκρινόμενος σε αίτημα των Υδραίων (ύστερα από προτροπή του ναυάρχου Μιαούλη) και με εντολή της κυβέρνησης, έσπευσε με 1200 άνδρες του προς υπεράσπιση της Ύδρας η οποία κινδύνευε από τον στόλο του Ιμπραήμ. Εκεί προσέτρεξαν και άλλοι 500 Μακεδόνες με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς τους Μήτρο Λιακόπουλο από τον Όλυμπο, Αποστολάρα, και Ιωάννη Εμμ. Παπά. Έφθασαν επίσης 400 Ρουμελιώτες και άλλοι 200 από τη Σαλαμίνα, τεθέντες όλοι υπό τον Καρατάσιο. Στην Ύδρα παρέμεινε μέχρι το τέλος του 1825, οπότε με εντολή της κυβέρνησης (31/12/1825) μετέβη και πάλι στην Πελοπόννησο, δεδομένου ότι “η Διοίκησης έκρινεν αναγκαίον να φέρη εις την Πελοπόννησον τον στρατηγόν Καρατάσιον με τους υπό την οδηγίαν του οπλαρχηγούς διά να ευρίσκεται εν καιρώ χρείας εν σώμα αρκετόν και συγκείμενον από ανδρείους και εμπειροπολέμους στρατιώτας και να χρησιμεύση εναντίον του εχθρού…”
Την ανάκληση του Καρατάσιου στον Μωριά, είχε ζητήσει από την κυβέρνηση (από το θέρος του 1825) και ο, εν τω μεταξύ αποφυλακισθείς, αρχιστράτηγος Θ. Κολοκοτρώνης. Απαντώντας η κυβέρνηση (επιστολή υπ. αρ. 55/25-6-1825) του γράφει:“Η Διοίκησης έγραψε μετ’ επιμονής εις την Ύδραν δια να μεταφέρη όλα τα εκεί ευρισκόμενα σώματα υπό την οδηγίαν του στρατηγού Καρατάσιου, συμποσούμενα εις 3.000 περίπου…”
Ο Γερο-Καρατάσιος αναχώρησε από την Ύδρα στις αρχές του 1826 και μετέβη στην περιοχή της Αρκαδίας, όπου ηγούμενος δύναμης 2.000 πολεμιστών, μαζί με Μοραΐτες και Ρουμελιώτες, με υπαρχηγό τον Αγγελή Γάτσο, συνέχισε τον αγώνα για να ανακόψει τις προελαύνουσες φάλαγγες τους Ιμπραήμ.
Ο Καρατάσιος και οι άλλοι «Ολύμπιοι»
Ο χώρος δεν επιτρέπει την λεπτομερή περιγραφή της δράσης του Καρατάσιου και των άλλων «Ολυμπίων». Σημειώνεται απλώς ότι, περί τον Νοέμβριο του 1826, με εντολή της Κυβέρνησης μετέβη εκ νέου στα νησιά, όπου διορίσθηκε αρχηγός της περιφέρειας αυτής. Στη συνέχεια, μετά την πτώση του Μεσολογγίου, κληθείς από τον Ι. Γκούρα, που είχε διορισθεί αρχιστράτηγος της Ανατ. Ελλάδας, μετέβη στα Μέγαρα για την αντιμετώπιση του Κιουταχή που είχε καταλάβει την Αττική. Και πάλι όμως με νέα διαταγή της κυβέρνησης, διαπεραιώθηκε στην Εύβοια, επιτεθείς κατά των εκεί Τούρκων, επιτυγχάνοντας να εξαναγκάσει τους Τούρκους που είχαν συμπαραταχθεί με τον Κιουταχή να επανέλθουν στη νήσο, εξασθενίζοντας αρκούντως το τουρκικό στράτευμα στην Αττική.
Με την έναρξη της τακτικής συγκρότησης του Στρατού από τον Καποδίστρια, ο Γερο-Καρατάσιος, ο σημαντικότερος ηγέτης των μακεδονικών τμημάτων στη επαναστατημένη Ελλάδα – που οι Μωραίτες τον αποκαλούσαν ο Γέρος της Μακεδονίας – ανέλαβε την διοίκηση της 7ης Χιλιαρχίας με έδρα την Ναύπακτο. Εκεί τον βρήκε ο θάνατος, τον Ιανουάριο του 1831, μετά από 45 έτη υπηρεσίας στον αγώνα, υπηρεσίας ανιδιοτελούς και ιδιαίτερα καρποφόρου. Ο γιος του Τσιάμης Καρατάσιος, 34 ετών τότε, τον διαδέχθηκε στη διοίκηση της χιλιαρχίας. Αργότερα, πιστός στην υπόσχεση που έδωσε στον πατέρα του, να μη σταματήσει να μάχεται για την απελευθέρωση της Πατρίδας, συνέχισε τον αγώνα, διατρέχων την Βαλκανική και οργανώνοντας εξεγέρσεις κατά των Τούρκων, αποθανών τελικά στο Βελιγράδι.
Ο Αγγελής Γάτσος, υπήρξε υπόδειγμα αγωνιστή με ηγετικά προσόντα. Οι ιστορικοί τον περιγράφουν ως έχοντα «ανάστημα πελώριον, κεφαλήν μεγάλην και μύστακα δασύν, βλέμμα εκφράζον απλότητα και τόλμην και φωνήν τραχείαν, ρωμαλέο, φιλάνθρωπο και ανδρειότατο, όσον δε ήτο ήπιος και αγαθός εν ειρήνη, τόσον οργίλος και καταστρεπτικός ήτο εις τας μάχας». Μετά την Επανάσταση εγκαταστάθηκε μαζί με 2.000 περίπου Μακεδόνες αγωνιστές, με τις οικογένειές τους, στην Αταλάντη της Φθιώτιδας, σε έκταση που τους παραχωρήθηκε, την οποία ονόμασαν Νέα Πέλλα. Εκεί πέθανε το 1839, άσημος και πτωχός.
Πολλοί και σημαντικοί οι υπόλοιποι Μακεδόνες αγωνιστές, αρκετοί εκ των οποίων ανέλαβαν διακεκριμένες θέσεις στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα. Οι πλέον εγγράμματοι, όπως ο Νικόλαος Κασομούλης, ο Γεώργιος Λασσάνης και αρκετοί άλλοι, έφθασαν σε υψηλά αξιώματα, πολιτικά και στρατιωτικά.
Κασομούλης-Λασσάνης
Νικόλαος Κασομούλης – Γεώργιος Λασσάνης
Ο Νικόλαος Κασομούλης (Σιάτιστα 1797 – Στυλίδα 1872), στη διάρκεια της πολυποίκιλης δράσης του, βρέθηκε το 1826 μεταξύ των πολιορκημένων στο Μεσολόγγι, μαζί με τους αδερφούς του, Δημήτριο και Γεώργιο. Συνέταξε την απόφαση της Εξόδου καθ’ υπαγόρευση του Επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ, και του ανατέθηκε ο συντονισμός των ενεργειών όλων των τμημάτων, κατά την Έξοδο, κατά την οποία τραυματίστηκε θανάσιμα ο αδερφός του Δημήτριος. Οι χρονογραφικές του σημειώσεις του Κασομούλη για την Ελληνική Επανάσταση του 1821 παραμένουν από τις σημαντικότερες πηγές της περιόδου και αποτελούν μνημείο της ελληνικής ιστορίας. Γράφτηκαν στη διάρκεια του Αγώνα και εκδόθηκαν υπό τον τίτλο «Αρχεία της νεωτέρας ελληνικής ιστορίας, Νικολάου Κ. Κασομούλη αγωνιστού του 1821, Μακεδόνος. Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821 -1833», θεωρούμενα ως τα πλέον πιστά προς την αλήθεια από οποιαδήποτε άλλο γραπτό μνημείο της περιόδου εκείνης.
Ο Γεώργιος Λασσάνης, από την Κοζάνη, ήταν ο πιστός υπασπιστής του Αλεξάνδρου Υψηλάντη από την έναρξη της Επανάστασης τον Φεβρουάριο του 1821 στη Μολδοβλαχία που τον συνόδευσε στη φυλακή και τελικά του έκλεισε τα μάτια στη Λωζάνη τον Ιανουάριο του 1928. Έφθασε στην Ελλάδα λίγο μετά την άφιξη του Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια, ο οποίος τον διόρισε στρατοπεδάρχη του στρατού της Ανατολικής Ελλάδος, τελούντος υπό την γενική αρχηγία του Δημητρίου Υψηλάντη. Διακρίθηκε σε πολλές μάχες ενώ συμμετείχε υπό τον Υψηλάντη στη μάχη της Πέτρας, την τελευταία μάχη του Αγώνα. Αργότερα έφθασε στον βαθμό του υποστρατήγου, διατελέσας και υπουργός Οικονομικών, αποθανών στην Αθήνα το 1865.
Ο Εμμανουήλ Παπάς, ο εύπορος μεγαλέμπορος από τις Σέρρες, που μυημένος από πολύ νωρίς στη Φιλική Εταιρεία από τον Ιωάννη Φαρμάκη, διέθεσε τα πάντα για την Πατρίδα. Με το αρχηγείο του στο Άγιο Όρος έγινε ο ηγέτης της επανάστασης στην περιοχή της Χαλκιδικής και ευρύτερα. Μετά την αποτυχία του εγχειρήματός του, διέφυγε διά θαλάσσης, από το Άγιο Όρος για την Ύδρα, προκειμένου να συνεχίσει του αγώνα, καταβεβλημένος όμως από τις κακουχίες, απεβίωσε εν πλω. Η οικογένεια του Εμμανουήλ Παπά, αποτελεί υπόδειγμα αυταπάρνησης και αφοσίωσης στην Πατρίδα. Είχε οκτώ γιούς και μία θυγατέρα. Οι επτά από τους γιούς του έφυγαν από τα ιδιόκτητα μέγαρά τους στη Δυτική Ευρώπη και την Κωνσταντινούπολη, και ακολούθησαν τον πατέρα τους, συνεχίζοντας τον αγώνα στη Νότια Ελλάδα, δίνοντας τη ζωή τους: ο Αλέξανδρος στο Μεσολόγγι στο πλευρό του Μάρκου Μπότσαρη, ο Νικόλαος στο Φάληρο στο πλευρό του Καραϊσκάκη, ο Ιωάννης στο Μανιάκι στο πλευρό του Παπαφλέσσα, ο Γεώργιος στη Λαμία. Ο Δημήτριος  απαγχονίσθηκε στο Νεόκαστρο Μεσσηνίας ενώ ο Aθανάσιος  αποκεφαλίσθηκε στην Χαλκίδα. Ο Αναστάσιος ήταν ο μόνος που έμεινε στη Βιέννη και ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα.
Επίλογος
Οι Μακεδόνες αγωνιστές, δίνοντας μάχες όπου οι ανάγκες της πατρίδας το επέβαλλαν, ενισχυόμενοι σε όλη τη διάρκεια του αγώνα με νέους πολεμιστές από τις περιοχές της Μακεδονίας, προσέφεραν ότι μπορούσαν για τον εθνικό σκοπό. Πολλοί θυσίασαν, όχι μόνο τις περιουσίες τους αλλά και τις οικογένειές τους. Από τον Αλιάκμονα μέχρι το Ταίναρο, από τον Όλυμπο μέχρι την Ύδρα, από το Μεσολόγγι μέχρι τα Δερβενάκια, από την Εύβοια μέχρι τη Μεσσηνία, αγωνιζόμενοι όχι από στενό τοπικό ενδιαφέρον ή από ανάγκη, όχι για την προσωπική τους περιουσία και τις οικογένειές τους, αλλά μόνον για την Πατρίδα, και την ιδέα της ελευθερίας.
Με το όνομα «Ολύμπιοι», ο ιστορικός μπορεί να ανεύρει αγωνιστές σε πολλά μέρη. Στην Ήπειρο, τον Μωριά, τη Στερεά, την Εύβοια, την Ύδρα, τη Σκιάθο, τα Ψαρά, την Κρήτη υπάρχουν, ανάμεσα στις εκατόμβες των πεσόντων αγωνιστών, Μακεδόνες οι οποίοι μαζί με τους νότιους αδελφούς τους, έδωσαν τη ζωή τους για τους σκοπούς του Αγώνα.
Πολλά τα διδάγματα που λαμβάνουμε από τα γεγονότα και τις προσωπικότητες της Επαναστάσεως του ’21. Θετικά, αλλά και αρνητικά. Αμέτρητοι ηρωισμοί αλλά και πράξεις θλιβερές που στιγμάτισαν τον Αγώνα, χωρίς βεβαίως να αλλοιώνουν τη τεράστια σημασία του. Προκειμένου, ωστόσο, να επιτευχθεί η ακριβής εκτίμηση των προσώπων και της δράσης τους είναι ανάγκη να εξετασθεί και να ερευνηθεί η οργάνωση και η δράση όλων των περιοχών της Ελλάδας και όλων των αγωνιστών. Μέσα από μια τέτοια ιστορική έρευνα μπορούμε να ελπίζουμε ότι και οι αγωνιστές της Μακεδονίας θα καταλάβουν την θέση που τους ανήκει στο Πάνθεο των Ηρώων του Έθνους.

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

Ο σηπτικός βόθρος στο «Ποτάμι» και ο Ν. Δήμου


Ο σηπτικός βόθρος στο «Ποτάμι» και ο Ν. Δήμου

Φαήλος Μ. Κρανιδιώτης


Ο Νίκος Δήμου από μικρός ήταν δυστυχής που είναι Έλληνας. Στη δύση του βίου του, σαν μπακακάκι στην ακροποταμιά του κυρ Σταύρου, κράζει ανάλογες ιδεοληψίες. Με λίγα λόγια, έγραψε χθες στο διαδικτυακό στέκι των ποταμίσιων, για την «εθνοκάθαρση» που κάναμε, οι αχρείοι, στην άλωση της Τριπολιτσάς.
Διαγράφει μονοκοντυλιά τους κλεφταρματολούς ως μισθοφόρους πλιατσικολόγους -του ταιριάζει η γνωστή απάντηση του Καραϊσκάκη-, μπερδεύει Αρβανίτες κι Αλβανούς, στο αντεπαναστατικό πυρ η Εκκλησία και καθάρισε.
Ας του απαντήσει λοιπόν ένας Αρβανίτης. Απ’ τον φωταδιστικό αναθεωρητισμό του διαφεύγουν μερικές λεπτομέρειες. Δεν θα τον βάλω στα βαθιά νερά της γενετικής, του Καβάλι Σφόρτσα και του Σάικ, που λένε ότι από την Κρήτη ως τον Γενούσο ποταμό, εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια, οι κάτοικοι είναι ο ίδιος λαός, όποια γλώσσα κι αν μιλούν, όποια θρησκεία κι αν έχουν σήμερα. E3B ή greek factor το ονομάζουν. Επειδή όμως πιστεύω ότι οι άνθρωποι δεν είναι μοσχάρια ή άλογα και σημασία έχουν το πολιτισμικό εποικοδόμημα και το φρόνημα, θα του πω ότι η αλβανική εθνική συνείδηση, το ίδιο το αλβανικό έθνος, είναι δημιούργημα των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα, από ενέργειες της Υψηλής Πύλης, των Αψβούργων και της Ιταλίας, ως αντίρροπη δύναμη στα εθνικά κινήματα Ελλήνων, Σέρβων και Βουλγάρων.
Ο εθνικός τους ήρωας, ο Γεώργιος Καστριώτης ή Σκεντέρμπεης; Ένας Ελληνοσέρβος με καταγωγή από τη Μακεδονία, που μιλούσε ελληνικά και είχε ελληνικότατη σφραγίδα. Οι Τόσκοι πρόγονοί μου, όπως και των λοιπών Ελλήνων Αρβανιτών, ποτέ δεν είχαν διαφορετική συνείδηση από το υπόλοιπο έθνος, ούτε το 1300, όταν κατέβηκαν αρματωμένοι καβάλα στα άλογά τους, ούτε στην Επανάσταση ούτε τώρα. Η μάνα μου, όπως κι οι λοιποί Μαυρομματαίοι κι άλλοι Αρβανίτες, χρησιμοποιεί για το άλογο τη λέξη κάλι, γενική κέλητ. Εν ολίγοις ο Αρβανίτης το 2014 χρησιμοποιεί την ίδια λέξη που βάζει ο Ομηρος στο στόμα του Αχιλλέα και συνέχισαν να χρησιμοποιούν, εξ αναβιώσεως, οι κανονισμοί του Ιππικού, διότι κέλης είναι το άλογο του πολεμιστή. Ούτε για ζεύξη ούτε για όργωμα ούτε για φόρτωμα. Μόνο για σέλα. Οι πραγματικοί Αλβανοί είναι οι Γκέκηδες του Βορρά, μιρδίτες ή μουσουλμάνοι. Οι Τόσκοι στο Νότο, όπως κι οι Τσάμηδες, δεν είναι παρά ελληνικά φύλα που αλβανοφώνησαν στην πορεία.
Διαβάστε, κύριε Δήμου μας, π.χ. Δημητρίου Ευαγγελίδη «Η καταγωγή των Αλβανών και οι αρβανιτόφωνοι Ελληνες». Θα ξεστραβωθείτε. Πολλοί παρέμειναν δίγλωσσοι, όπως οι δικοί μου πρόγονοι. Οι Τσάμηδες, λόγω προσηλυτισμού στο Ισλάμ και του όψιμου εφευρήματος του αλβανικού έθνους, έχασαν το φρόνημά τους, οι Αρβανίτες όμως της Ελλάδας δεν το έχασαν ποτέ, είτε μιλούσαν την τόσκικη διάλεκτο είτε ήσαν δίγλωσσοι. Κι αυτά τα αναθεωρητικά, αν πάτε στο Μαυρομμάτι σε κάνα καφενείο, μην τα πείτε, γιατί δεν θα φτάσετε ως την πόρτα κατά τη διαφυγή σας.
Οι μηδενιστές θέλουν να «σκοτώσουν» τον Παπαρρηγόπουλο, αλλά στο τέλος αυτός πάντα τους κογιονάρει παρέα με την αλήθεια. Κάνουν την ίδια παγαποντιά, όπως ο «δυστυχής Ελληνας» Νίκος Δήμου. Ταυτίζουν την επαναστατική βία του εξεγερμένου μετά 400 χρόνια σκλάβου με τη δεσποτική βία του δυνάστη. Προσπαθούν να περιγράψουν τα ιστορικά γεγονότα μέσα από την πολιτική ορθότητα. Για να θυμίσω τη φράση του Μιχάλη Χαραλαμπίδη, όταν διάφοροι ανόητοι ψέλλιζαν τα ίδια πριν χρόνια, «άλλο ο Κολοκοτρώνης κι άλλο ο Ομέρ Βρυώνης». Ναι, το επαναστατημένο έθνος έκανε ολοκληρωτικό πόλεμο απέναντι στους δυνάστες του. Δεν τηρούσαν οι καπεταναίοι τη Συνθήκη της Γενεύης, η οποία δεν υπήρχε, όπως δεν την τηρούσαν κι οι Τούρκοι δυνάστες μας, όταν περνούσαν προληπτικώς από λεπίδι ολόκληρα χωριά, οικογένειες ή νησιά, όπως τη Χίο και τα Ψαρρά, ή αφάνιζαν την ηγέτιδα τάξη, Πατριάρχη, επισκόπους, προεστούς, εμπόρους.
Ο Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ο Καραϊσκάκης δεν παίζανε μπριτζ, δεν πίνανε τσάι στις 5 κι ενίοτε δεν παίρνανε αιχμαλώτους. Δυνάστης μας δεν ήταν απλά το δοβλέτι. Οι ραγιάδες -ραγιά σημαίνει κοπάδι, ποίμνιο, από το οποίο «έκοβαν» και πλούτιζαν, ντερλίκωναν ή απλά σαδιστικά το φχαριστιόντουσαν οι πιστοί του Προφήτη- είχαν στον σβέρκο τους τούς πάντες. Μπέηδες, γενιτσάρους, φοροσυλλέκτες, μουσουλμάνους τσιφλικάδες, υφιστάμενοι καθημερινά ποικίλες ταπεινώσεις και βάρη από τον πασά ως τον τελευταίο μεμέτη. Από αγγαρείες κι εκβιασμούς, έως φόνο και παιδομάζωμα. Ναι, οι εξεγερμένοι σκλάβοι σε πολλές περιπτώσεις πέρασαν λεπίδι τους δυνάστες τους. Κυνήγησαν τον σουνίτη εχθρό μακριά από τους τόπους μας. Τους πλήρωσαν λογαριασμό τεσσάρων αιώνων. Πολλοί από αυτούς ήταν το χειρότερο είδος, δικοί μας εξωμότες, σκληρότεροι στη συμπεριφορά κι από τους χαλδούπηδες, τους εξ Ανατολίας Τούρκους. Σαν τον γενίτσαρο Ιμπραήμ Αφεντακάκη, που έσφαξε 300 αμάχους στη Σητεία.
Και η παρέμβαση των ξένων δυνάμεων δεν ήταν φιλανθρωπία. Την προκάλεσαν οι ποταμοί αίματός μας, με επικεφαλής τον ανθό του έθνους, κλέφτες, εμπόρους, κληρικούς, απλούς ανθρώπους του λαού, που ανέδειξε ο Αγώνας. Εμφύλια πάθη πηγαίνουν πάντα χέρι χέρι με το μεγαλείο μας, όμως ο Αγώνας με το καριοφίλι και την πάλα υποχρέωσε τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να παρέμβουν.
Αν οι αρχηγοί μας τότε είχαν τα σκυφτά μυαλά του Δήμου, ο τρισέγγονος του Βελή ακόμη θα περνούσε από το Μοριά και τη Ρούμελη για να μαζέψει τα δοσίματα, αγόρια για γενιτσάρους και κορίτσια για τα χαρέμια. 
Το συμπέρασμα, αδέρφια, είναι ότι, παρελθόντων των ημερών, το «Ποτάμι» αποδεικνύεται άλλος ένας σηπτικός βόθρος των γνωστών ρεπούσειων ιδεοληψιών. Κι όπως λέει το ανέκδοτο: δώσαμε, δώσαμε!

Φαήλος Μ. Κρανιδιώτης, δικηγόρος