Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι;


Η άποψη του Α. Κεραμόπουλλου 
για τους Βλάχους


Του Γιάννη Τσιαμήτρου - Το απάνθισμα αυτό από το βιβλίο του Α. Κεραμόπουλλου δημοσιεύεται σε συνέχειες στην εφημερίδα ''Ημερήσια'' της Βέροιας.

Ο φιλόλογος, καθηγητής πανεπιστημίου, αρχαιολόγος, ερευνητής, αγωνιστής και ακαδημαϊκός Αντώνης Κεραμόπουλλος (1870-1961) είναι από τους πρώτους που ασχολήθηκαν σοβαρά με το θέμα των Βλάχων από τότε που ελευθερώθηκε η Ελλάδα. Το έργο του (‘Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι’, 1939) για το συγκεκριμένο θέμα αποτελεί την μοναδική επιστημονική μελέτη της προπολεμικής περιόδου και σήκωσε κύματα αντιδράσεων στην Ρουμανία γιατί  ο καθηγητής κατέληξε στην διαπίστωση ότι οι Βλάχοι είναι ελληνικοί εκλατινισμένοι πληθυσμοί των περιοχών που τους συναντούμε, ενώ οι Ρουμάνοι υποστήριζαν ότι είναι Δάκες (κάθοδος από βορρά). Μέσα στην μελέτη αυτή υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία και άφθονες ιστορικές πηγές.
Στην αναστατική επανέκδοση του βιβλίου το 2000 από τηνΒιβλιοθήκη Βλαχικών Μελετών (εκδoτικός οίκος University Studio Press) o καθηγητής γλωσσολογίας του ΑΠΘ  Νίκος Κατσάνης στον πρόλογό του, μεταξύ άλλων, τονίζει ότι σήμερα έχουν αλλάξει πολλά από τότε που έγραψε ο Κεραμόπουλλος για το θέμα των Βλάχων, εκείνο όμως που ακόμα ισχύει είναι η άποψή του ότι η εκλατίνιση των Βλάχων οφείλεται στην οροφυλακή, που άρχισε στους μακεδονικούς χρόνους και συνεχίστηκε  μέχρι τη τουρκοκρατία, θεωρία που πρώτος υποστήριξε ο Μ. Χρυσοχόου (χωρίς να μπορεί να την αποδείξει ιστορικά, ενώ ο Κεραμόπουλλος το έκανε).
Όσον αφορά στις ονομασίες των Βλάχων, ο Κεραμόπουλλος αναφέρει ότι είναι πολλές (Κουτσόβλαχος-Ελλάδα, Τουρκ., Βλάχος-Ελλάδα, Ρουμανία., Walachen-Γερμ., Wallon-Βέλγιο, Welsh-Ουαλία,Αρ(ου)μούνοςΤσιντσάροςΡωμαίοςRomanus κλπ) και αυτοί (Βλάχοι) διετέλεσαν υπήκοοι (επιτόπιοι χωρικοί) της απέραντης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που έφθανε μέχρι την Αίγυπτο και την Συρία. 
Η άποψη του Κεραμόπουλλου είναι ότι, το συνηθέστερο όνομα ‘Βλάχος’ προέρχεται  από την αραβική λέξη fellah που σημαίνει τον γεωργόν (φελλάχον). Αυτή η λέξη πέρασε στην Βαλκανική και κατόπιν στην υπόλοιπη Δύση. Η θεωρία αυτή χαρακτηρίζεται σήμερα ατυχής από τους περισσότερους επιστήμονες, οι οποίοι υποστηρίζουν το αντίθετο. Δηλαδή το όνομα προέρχεται από  την κελτική φυλήVolcae (Ουόλκαι) και πέρασε μέσω των Σλαύων (Vlah) στον ελληνικό χώρο ως Βλάχ-ος. Ωστόσο,  ο Κεραμόπουλλος γνώριζε αυτήν την  δεύτερη θεωρία, που την υποστήριζε τότε o Ρουμάνος Capidan,  και προσπάθησε να την ανατρέψει με δικά του επιχειρήματα. Σημαντικό είναι το συμπέρασμα του (Κεραμόπουλλου)  ότι  Βλάχος  δεν δηλώνει τον άνθρωπο που ανήκει σε μια φυλή ή ένα έθνος, αλλά αυτόν που έχει κάποια ασχολία και ιδιότητα και που μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε έθνος. Aλλωστε οι ίδιοι οι Βλάχοι αυτοαποκαλούνται ‘Αρουμούνοι’, όνομα που ισοδυναμεί με τα RomaniΡωμιοί που δηλώνουν πολιτική ιδιότητα (ρωμαίος πολίτης).
Αυτοί βρίσκονταν στα ορεινά μέρη της βόρειας Ελλάδας (κλεισούρες διαβάσεις  Πίνδου, Βαρνούντα, Ολύμπου, Βερμίου κλπ) καθώς και σε Αλβανία, Σερβία, Βουλγαρία κλπ. (σημείωση: Ο Κεραμόπουλλος δεν αναφέρει τους προς νότο Βλάχους της περιοχής Ασπροποτάμου και Ακαρνανίας). Τώρα μπορεί να τους βρει κανείς και στις πεδιάδες εξ αιτίας μετακινήσεων για πάρα πολλούς λόγους (καταστροφές, υπερπληθυσμός, αστικοποίηση κλπ).
Ο μέγιστος όγκος λατινοφώνων βρίσκεται πέραν του Δούναβη (Ρουμανία). Οι Βλάχοι ασχολούνταν περισσότερο με την κτηνοτροφία, τον αγωγιατισμό, το εμπόριο και τις διάφορες τέχνες.

Η γλώσσα των Βλάχων είναι λατινογενής και ο Κεραμόπουλλος  με σαφήνεια και επιχειρηματολογία δίνει περισσότερη σημασία στο ‘αίμα’ (φυλετική ιδιότητα) και όχι στην γλώσσα για να κρίνει την εθνότητα κάποιου. Στο ελληνικό χώρο  η αρχή της λατινογλωσσίας δεν είναι τα βουνά γιατί διαφορετικά και οι Σαρακατσάνοι (νομάδες αρχαιότατοι Έλληνες κτηνοτρόφοι) θα είχαν λατινοφωνίσει. Μάλιστα ο ακαδημαϊκός υπερθεματίζει και θεωρεί ελλιπή επιστημονικά την άποψη ότι οι Σαρακατσάνοι μιλούσαν παλιότερα λατινογενή γλώσσα.

Σχετικά με την καταγωγή των Βλάχων του ελληνικού χώρου υποστηρίζει τα εξής: 
Σαφώς και δεν πρόκειται για Ρωμαίους άποικους γιατί  πρώτον οι Ιταλοί ρωμαίοι πολίτες  θα προτιμούσαν εύφορες περιοχές και όχι τα βουνά και δεύτερον αυτοί που ήρθαν ήταν πολύ λίγοι και εξελληνίσθηκαν (π.χ. Κόρινθος). Άλλωστε, από την εποχή του Καίσαρα είχαν απαγορευθεί οι αποικίες εκτός Ιταλίας και επί Τραϊανού οι περισσότεροι στρατιώτες του ρωμαϊκού στρατού ήταν αλλοεθνείς-Αστούριοι, Μαροκινοί κλπ.
Παρατίθενται  οι απόψεις  ορισμένων Βυζαντινών χρονογράφων που ομιλούν για κάθοδο Δάκων. Πρώτον αναφέρεται ο Κεκαυμένος (11ος αιώνας), τον οποίον ο Κεραμόπουλλος θεωρεί πλαστογράφο της ιστορίας και εμπαθή προς τους Βλάχους της Θεσσαλίας. Έγραψε δηλαδή για  ιστορικά γεγονότα παλιότερα της εποχής του, που δεν μαρτυρούνται από ιστορικούς μετά την κατάκτηση της Δακίας (από το 3ομ.Χ. αιώνα και έπειτα), και στην ουσία έβρισε τους Βλάχους γιατί  αυτοί ανήκαν στο αντίθετο πολιτικό κόμμα στην επαρχία Θεσσαλίας του Βυζαντίου (μάλιστα αυτοί είχαν επαναστατήσει εξαιτίας της επιβολής φόρων). Την ίδια γνώμη με τον Κεκαυμένο φαίνεται να έχει και ο Χαλκοκονδύλης (15ος αιώνας).
Για μετοίκηση στον  βόρειο ελληνικό χώρο λατινόφωνων Πετσενέγων-Πατσινάκων (μετέπειταΜογλενίτες) από την Δοβρουτσά ομιλεί και ο βυζαντινός αυτοκράτορας Αλέξιος ο Κομνηνός (11ος αι.). Συγκεκριμένα  οι Πετσενέγοι  ήταν επιδρομείς και νικήθηκαν από τον Αλέξιο στο Λεβούνιο (κοντά στο Δέλτα της Αλεξανδρούπολης). Τους εναπομείναντες από αυτούς τους κατέστησε και εξαίρετο τάγμα και επειδή ήταν λατινόφωνοι  τους εξέλαβε ομόφυλους με τους Βλάχους της Πίνδου και της Αχρίδας. (την ιστορία  διηγείται ο τότε σύγχρονος χρονογράφος Ζωναράς).
Όμως, όπως φαίνεται  οι απόγονοι αυτών, Μογλενίτες (Μογλενά Αλμωπίας), διαφέρουν πολιτιστικά (ήθη έθιμα, ενδυμασία, γεωργοί και όχι κτηνοτρόφοι) από τους Βλάχους της Πίνδου (αυτοαποκαλούνται Βλάχοι και όχι  Αρουμούνοι, όπως οι Πίνδιοι) και μετά τον 1ο Παγκόσμιο πόλεμο με την ανταλλαγή των πληθυσμών φεύγουν (Ρουμανία, Τουρκία κλπ) ως Βλάχοι, ακόμα και ως Βούλγαροι ή ως Τούρκοι γιατί  πολλοί από αυτούς είχαν εξισλαμισθεί και εκβουλγαρισθεί.
Έτσι ο Κεραμόπουλλος, διαπιστώνοντας ότι για την μετοίκιση ολιγάριθμων  ανθρώπων (Μογλενιτών) υπάρχει πεντακάθαρη ιστορική μαρτυρία, διερωτάται γιατί δεν υπάρχει (στην μετά τον Τραϊανό ιστοριογραφία)  ιστορική μαρτυρία μετακίνησης  τόσων πολυάριθμων πληθυσμών που να καλύπτουν την δυτική Μακεδονία, την Ήπειρο και την Θεσσαλία, όπου βρίσκονται οι Βλάχοι. Είναι προφανές ότι συμπεραίνει πως αυτοί οι Βλάχοι είναι εντόπιοι πληθυσμοί. Άλλωστε, οι περισσότεροι βυζαντινοί χρονογράφοι, που γράφουν για τους Βλάχους, αναφέρονται σε γεγονότα όχι σύγχρονα με την εποχή τους και δεν έχουν ιδίαν αντίληψη.
Για Βλάχους προερχόμενους από άποικους εξ Ιταλίας ομιλεί και ο χρονογράφος Κίνναμος (12ος αιώνας). ‘Ελαφρά τη καρδία’, στηριζόμενος μόνο στην γλωσσική συγγένεια, θεωρεί την καταγωγή των Βλάχων από την Ιταλία. Αυτά τα λόγια όμως δεν σημαίνουν κάποιο μεγάλο γεγονός μετανάστευσης πολυάριθμου πληθυσμού, όπως είναι  οι Βλάχοι του ελληνικού χώρου που αναφέρθηκε προηγούμενα. Κι αυτός ομιλεί για προηγούμενα γεγονότα (…εξ Ιταλίας άποικοι πάλαι  είναι λέγονται…).
Με λίγα λόγια ο Κεραμόπουλλος  θεωρεί ότι οι αναφερθέντες χρονογράφοι δεν  υπηρετούν επαρκώς την ιστορικήν επιστήμη (…ούτως αταλαίπωρος εστιν η ζήτησις της αλήθειας εις πολλούς…).
Κατόπιν ο ακαδημαϊκός  παραθέτει την θεωρία του Rosler (1871), σύμφωνα με την οποίαν  ο ρουμανικός λαός σχηματίσθηκε νότια του Δούναβη και μετά μετανάστευσε βόρεια αυτού. Με λίγα λόγια όταν ο Αυρηλιανός (3ος μ.Χ. αιώνας)  έφυγε από την Δακία μαζί με τον στρατό και τους επαρχικούς, πέρασε νότια του Δούναβη, παίρνοντας μαζί του και τους κατοίκους με τις οικογένειες τους. Αυτοί έμειναν εκεί μέχρι τον 12ο αιώνα και κατόπιν μετανάστευσαν βόρεια του ποταμού στην απέναντι Δακία και την  άλλαξαν εθνολογικά και γλωσσικά (λατινοφωνία)!
Ο Κεραμόπουλλος απορρίπτει την θεωρία αυτή, φέρνοντας πολλά στέρεα ιστορικά επιχειρήματα. Υποστηρίζει ότι οι Δάκες δεν μετακινήθηκαν σαν λαός και  ότι έφθαναν τα 160 χρόνια της ρωμαϊκής κατοχής στη  χώρα τους για να την εκλατινίσουν γλωσσικά (όπως, για παράδειγμα,  έφθασαν 200 χρόνια ο ισπανικός λαός να εκλατινισθεί). Οι Δάκες μάλιστα δεν είχαν μόνο εκλατινισθεί, αλλά είχαν εκλατινίσει και άλλους λαούς (π.χ. Πετσενέγους).
Έτσι οι Δάκες εκλατινίσθηκαν στον δικό τους χώρο (βιολογικός νόμος), όπως για παράδειγμα στην σύγχρονή μας εποχή  λίγοι Άγγλοι στην Αμερική εξάγγλισαν και εξαγγλίζουν  γλωσσικά εκατομμύρια ξένων και μάλιστα Ευρωπαίων  προηγμένου πολιτισμού. Επίσης,  ένας πάρα πολύ σημαντικός παράγοντας εκλατίνισης ήταν η μακρόχρονη θητεία των υπηκόων λαών στον Ρωμαϊκό στρατό.
Λατινοφωνία βέβαια υπήρχε  νότια του Δούναβη (Αυρηλιανή Δακία), όμως η λατινική γλώσσα ηττήθηκε από την σλαβική γλώσσα σε αντίθεση με την βόρεια του Δούναβη Δακία όπου επικράτησε, ενώ η θρακική ήταν πλέον νεκρή γλώσσα. Εκείνο που τονίζει ο ακαδημαϊκός είναι ότι η ελληνική γλώσσα νίκησε την λατινική γλώσσα  κατά τους βυζαντινούς χρόνους (νότια της από τον 4ο μ.Χ. αιώνα γλωσσικής διαχωριστικής γραμμής ‘Jirecek’ (Αλέσιο Αλβανίας-Σκόπια-Σόφια-παράλια Ευξείνου Πόντου). Ωστόσο, η γραμμή αυτή δεν είναι απόλυτη γιατί υπήρχε λατινοφωνία (νησίδες) νότια της γραμμής  και ελληνοφωνία βόρεια αυτής (πυκνές ελληνικές αποικίες). Ακόμα και τώρα υπάρχει στα νότια  λατινοφωνία (Βλάχοι της Πίνδου) και γιαυτό άλλωστε γίνεται αυτή η μελέτη. Αλλά και η βλάχικη γλώσσα (φθαρμένα λατινικά Πινδίων μεταξύ Ελλήνων, Παριστρίων μεταξύ Σλάβων κλπ), όπως και η ρουμανική γλώσσα δεν είχαν ακόμα διαμορφωθεί με την σημερινή έννοια.
Ο Κεραμόπουλλος, αναφερόμενος σε πηγές (π.χ. Στράβων, τοπωνύμια κλπ), τονίζει ότι οι Μακεδόνες και οι Ηπειρώτες είναι Έλληνες και  η χώρα πέραν του Γενούσου ποταμού ήταν η Ιλλυρία. Από την άλλη μεριά οι Ιλλυριοί ήταν πάντοτε αντίθετοι με τους Μακεδόνες ως δυνάμεις, ‘νόθευσαν’ γλωσσικά (κατά τον Ψαλλίδα) τους  Ηπειρώτες, ήταν μισθοφόροι επί ρωμαιοκρατίας και επί τουρκοκρατίας, πολλοί από αυτούς εξισλαμίσθηκαν και πολέμησαν κατά των Ελλήνων. Προφανώς συντάσσει τους Ιλλυριούς με τους σημερινούς Αλβανούς (αυτοαποκαλούμενους Σκηπιτάρους εκ του ιταλικού schiopetto = οπλοφόρος). Ήταν πολυαριθμότατοι στον ρωμαϊκό στρατό και  μάλιστα στον 3ο μ.Χ.  αιώνα ανέδειξαν και δυο αυτοκράτορες. Ο ακαδημαϊκός θεωρεί ότι πιθανόν το φαινόμενο της επίταξης του άρθρου στην Ρουμανική γλώσσα όπως και στην βουλγαρική προήλθε από την ιλλυρική γλώσσα μέσω του ρωμαϊκού στρατού στον Δούναβη.
Όπως ειπώθηκε προηγούμενα, η λατινική γλώσσα αντιστάθηκε στον γλωσσικό εκσλαβισμό στην Δακία γιατί οι Δάκες ενισχύθηκαν πολιτιστικά από τους Ρωμαίους, όμως, σύμφωνα με τον Κεραμόπουλλο, κακώς αργότερα δέχθηκαν ότι είναι φυλετικά Romani και ονόμασαν τους εαυτούς τους Romanos γιατί στην ουσία φυλετικά  είναι αυτόχθονες και Δάκες στην φυλή. Μάλλον το προτίμησαν (μέσω των ιστορικών τους) με πολιτική σκοπιμότητα, γιατί οι λέξεις Ρώμη και  Αρουμούνοι της Μακεδονίας προσεγγίζονται  ηχητικά προς αυτό.
Μια άλλη θεωρία για την καταγωγή των Βλάχων, και συγκεκριμένα για τους νότιους Βλάχους, Κουτσόβλαχους, Αρβανιτόβλαχους, Τσιντσάρους της Σερβίας, Αρμούνους, είναι ότι κατάγονται όχι από όλους τους Θράκες, αλλά από τους Βησσούς μόνο, οι οποίοι εκλατινισθέντες διασκορπίστηκαν παντού στη Βαλκανική Χερσόνησο παρακινούμενοι από τους Σλάβους κατά τις προς Νότο επιδρομές. Αυτή την θεωρία υποστήριξε ο αυστριακός Thomaschek, και τη δέχονταν και άλλοι, όπως ο Xenopol και ο Densusianu. Αυτή όμως η θεωρία δεν στηρίζεται πουθενά και είναι παράλογη, σύμφωνα με τον Κεραμόπουλλο. Οι Σλάβοι είχαν πόλεμο κατά του Βυζαντινού κράτος και σε αυτό δεν κατοικούσαν μόνο λατινόγλωσσοι, αλλά και ελληνόγλωσσοι, οι οποίοι ήταν και πολυπληθέστεροι. Ανάμεσα σε αυτούς τους ελληνόγλωσσους ήταν και Θράκες. Γιατί λοιπόν οι Σλάβοι δεν ώθησαν προς τα όρη και τους ελληνόγλωσσους αλλά μόνο τους λατινόγλωσσους; Και γιατί επιτράπηκε σε αυτούς (Βλάχους) να έχουν πάντοτε τις καλύτερες  θέσεις διαβάσεων και κλεισουρών; Επίσης, ο ακαδημαϊκός, παραθέτοντας πολλά στοιχεία, τονίζει ότι οι Βλάχοι έχουν τα ίδια  λαογραφικά στοιχεία με τους ελληνόφωνους  γείτονές τους.
Όσον αφορά δε την  μαρτυρία του Ισπανοεβραίου περιηγητή Βενιαμίν εκ Τουδέλας που αναφέρει ότι οι Βλάχοι δεσπόζουν μέχρι τα όρη της Λαμίας κάνουν ληστρική ζωή,  ληστεύουν και σκοτώνουν  τους Έλληνες, ενώ μόνο ληστεύουν τους Εβραίους, η άποψη, σύμφωνα με την διευκρίνιση αυτή, ενός ‘έξυπνου δημοσιογράφου’ ότι οι Βλάχοι δεν είναι Έλληνες, είναι  αφελής (‘εκείσε οδηγεί  η τοιαύτη ληστολογία  η μη μελετώσα τα περιστατικά της εκδικήσεως των ληστών»).
Σύμφωνα με τον  Ρουμάνο πολιτικό και ιστορικό Ν. Iorga οι Βλάχοι του ελληνικού χώρου είναι Ρουμάνοι (‘οι Ρουμάνοι οι μη ελευθερωθέντες’) και μαζί με τους σημερινούς Ρουμάνους αποτελούν κατάλοιπο της Ανατολικής Ρωμανίας. Κατά τον Κεραμόπουλλο, ο Iorga κάνει λάθος στην χρήση του όρου ‘Ρωμανία’ γιατί αυτός δεν σημαίνει την χώρα που ομιλεί ρωμανικά (λατινικά) αλλά το πολιτικό κράτος της Ρώμης. Αργότερα (6ος μ.Χ. αι. και μετά) σήμαινε το ανατολικό ρωμαϊκό κράτος (το δυτικό κατελήφθη από βαρβάρους), που εξελληνίσθηκε με επίσημη πλέον γλώσσα την ελληνική. Άρα η έννοια της αρχαίας Ρωμανίας  είναι εντελώς διαφορετική από την έννοια της σημερινής Ρουμανίας. 
Επίσης, ο Iorga θεωρεί ότι οι Μακεδόνες στην αρχή ήταν Ιλλυριοί (Αλέξανδρος) που εξελληνίσθηκαν, οι Ιλλυριοί  της Ηπείρου και της Ιλλυρίας εκθρακίσθηκαν και  όλοι αυτοί μετά εκλατινίσθηκαν (Romanite Balcanique). Και εδώ σφάλει ο Ιοrga γιατί όλοι οι κάτοικοι της αρχαίας Ρωμανίας (Βυζάντιο) δεν είναι εκλατινισμένοι  όπως  δείχνουν οι αρχαίες επιγραφές (γραμμή  γλωσσών που καθόρισε ο Jirecek-στα νότια επικρατεί η ελληνική γλώσσα).
Η λατινογλωσσία, κατά τον Κεραμόπουλλο, δεν σημαίνει  και ομοφυλία γιατί  όλοι οι λατινόφωνοι (Ρουμάνοι, Ισπανοί, Γάλλοι, Πορτογάλοι κλπ) δεν έχουν την ίδια ‘συγγένεια αίματος’. Απλά έγινε εκλατίνιση ντόπιων πληθυσμών σε όλη την ρωμαϊκή αυτοκρατορία και δεν υπήρχε δυνατότητα για έξοδο εκατομμυρίων  λατινόγλωσσων αποίκων από την Ιταλία.
O Ρουμάνος ακαδημαϊκός γλωσσολόγος Theodor Capidan θεωρεί ότι οι Βλάχοι κατέβηκαν από την Δακία. Ο Κεραμόπουλλος πιστεύει πως αυτή η άποψη είναι αμάρτυρη ιστορικά και θέτει πάρα πολλά αναπάντητα ερωτήματα, το σπουδαιότερο των οποίων είναι πώς είναι δυνατό Δάκες αγροδίαιτοι, πτωχοί ποιμένες, διωγμένοι από την χώρα τους και χωρίς να είναι έμποροι να γίνουν οι καλύτεροι επιχειρηματίες των Βαλκανίων και να κτίσουν τις σπουδαίες αστικές εγκαταστάσεις, όπως Μοσχόπολη, Κλεισούρα, Νέβεσκα κλπ. 
Στην αγγλική μελέτη Cambridge medieval History (1911,1924)  και αυτή του Mutafciev υπάρχει η θεωρία ότι η κοιτίδα όλων (Ρουμάνων, Βλάχων Μακεδόνων) είναι  η Ιστρία και γενικότερα η ΒΔ Βαλκανική. Και αυτή η θεωρία είναι αμάρτυρη ιστορικά από τον ακαδημαϊκό.
Όσον αφορά στην γλώσσα των Βλάχων και αυτή των Δακορουμάνων η άποψη ότι η Κουτσοβλαχική είναι διάλεκτος της Ρουμανικής  δεν στέκει γιατί πρώτον ένας Βλάχος της Μακεδονίας δεν μπορεί να συνεννοηθεί με έναν Ρουμάνο και δεύτερον δεν υπήρξε ιστορική και φυλετική επαφή ανάμεσα στους Δακορουμάνους και τους Κουτσόβλαχους. Στην ουσία τα κουτσοβλαχικά  ανήκουν στις λατινογενείς (ρωμανικές) ‘διαλέκτους’ (νεοϊταλικές, γαλλικές, ισπανικές κλπ) και η σχέση τους με όλες αυτές είναι παράλληλη και όχι υπάλληλη.
Σημαντικό είναι το γεγονός ότι  πρώτα λατινοφώνησε ο ελληνικός χώρος (μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα) και μετά η Δακία (1ος αιώνας μ.Χ.), άρα δεν μπορούμε να μιλάμε  ότι τα βλάχικα είναι διάλεκτος της γλώσσας των Δακορουμάνων. Ωστόσο, γλωσσικές και λαογραφικές  ομοιότητες και αλληλοεπιδράσεις ανάμεσα στους λαούς  της Βαλκανικής είναι φυσικό να υπάρχουν λόγω της γειτνίασής τους.    
Ο Κεραμόπουλλος είναι προσεκτικός και δεν χρησιμοποιεί τους όρους roman, romanisation, αλλά ‘λατινογενής’ ή ‘εκλατίνιση’ για να μη δώσει  λαβή σκανδάλου σε αυτούς που κάνουν κατάχρηση των λέξεων, προφανώς για  λόγους σκοπιμότητας. 
Επισημαίνει για μια ακόμα φορά τα θεμελιώδη ελαττώματα των θεωριών, που αναφέρθηκαν προηγουμένως, και  που συνίστανται στο ότι δεν αποδεικνύεται ιστορικά  ότι  οι  Βλάχοι του ελληνικού χώρου και οι Δακορουμάνοι ανήκουν στην ίδια φυλή και έχουν την ίδια γλώσσα. Μάλιστα δεν αποδεικνύεται με επιστημονικό τρόπο ότι όλοι ανήκουν στην Romanite Balkanique με αφετηρία τον βόρειο χώρο (Δακία, Ιστρία) και ότι υπήρξε μετακίνηση από βορά προς νότο.
Τονίζει  επίσης  ότι προκύπτουν δυο καθαρά πορίσματα: Οι Βλάχοι μας δεν είναι (α) Ιταλοί ούτε και (β) Δακορουμάνοι.  Τι είναι λοιπόν οι Βλάχοι μας, αναρωτιέται και δηλώνει ότι στην μελέτη αυτή θα προσπαθήσει να διαφωτίσει το θέμα με επιστημονικό τρόπο.
Πιστεύει ακόμα ότι  ο ελληνικός πολιτισμός (και γλώσσα)  δεν νικήθηκε τελικά από τον αντίστοιχο λατινικό λόγω της ανωτερότητάς του. Αντίθετα ο λατινικός πολιτισμός κατέβαλε κατώτερους πολιτιστικά λαούς στην Βαλκανική και η λατινοφωνία επιβίωσε   στα όρη γιατί εκεί δεν υπήρχε διαμάχη ανάμεσα στις δυο γλώσσες (απουσίαζε περισσότερο η ελληνική) και για τους λόγους που θα εξεταστούν παρακάτω:
Μετά την κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Ρωμαίους (168 π.Χ.) και την διαίρεσή της σε 4 τετραρχίες επετράπη, σύμφωνα με το παλιό Μακεδονικό σύστημα, τα σύνορα προς βορρά (ιδιαίτερα στα όρη)  να συνεχίζεται να  φυλάγονται από ένοπλη φρουρά (οροφύλακες), που αποτελούνταν από εντόπιους. Σε αυτούς τους τόπους (ΜελένικοΝευροκόπιοΆνω ΤζουμαγιάΠίνδοςΑχρίδαΣτρούγκα,  Κρούσοβο κλπ), όπου ήταν και η παλιά μακεδονική φρουρά (praesidia=οροφυλακή), σήμερα υπάρχουν οι Βλάχοι, μας λέει ο ακαδημαϊκός.
Άρα είναι λογικό να εξεταστεί εάν κατά την ρωμαιοκρατία τα Μακεδονικά praesidia αντικαταστάθηκαν από λατινόφωνους φρουρούς. Βέβαια ρητή μαρτυρία για εγκατάσταση φρουρών στα όρη της Μακεδονίας δεν έχουμε, αλλά είναι σίγουρο ότι η οργάνωση του ρωμαϊκού κράτους απαιτούσε τα σύνορα, οι δρόμοι και οι διαβάσεις να φυλάγονται και αυτό έγινε.
Ακόμα είναι γνωστό ότι οι ρωμαϊκές λεγεώνες παντού απαρτίζονταν και  από  εντόπιους στρατιώτες των υποταγμένων επαρχιών,  μόνο οι αξιωματικοί ήσαν Ρωμαίοι  και  από τον αυτοκράτορα Καρακάλλα (212 μ. Χ.) οι μη Ιταλοί στρατιώτες ανακηρύχθηκαν ρωμαίοι πολίτες. Αυτοί υπηρετούσαν  στις λεγεώνες ή στα βοηθητικά σώματα (auxilia) για 25 χρόνια, εκλατινίζονταν γλωσσικά,  παντρεύονταν μετά την απόλυσή τους, οι βετεράνοι έπαιρναν αμοιβές και το προνόμιο της εγκατάστασης ως άποικοι και  τα παιδιά τους γίνονταν επίσης στρατιώτες. Ήταν φυσικό λοιπόν η λατινική γλώσσα να εισέλθει στις οικογένειές τους. 
Ταυτόχρονα, όπως ειπώθηκε, χρειάζονταν η φρούρηση και η ασφάλεια του ρωμαϊκού κράτους στα σύνορα (περισσότερο όρη και διαβάσεις) με την τοπική φρουρά (praesidia armata) και τους οροφύλακες (ripensesriparienses, limitanei).  Επίσης για εσωτερική ασφάλεια και στις πεδινές περιοχές υπήρχε τοπική φρουρά που αποτελούνταν από ρωμαίους άποικους εντόπιους παλαιμάχους, αλλά και από εντόπιους εθελοντές φτωχούς στρατιώτες-γεωργούς μακρότερης θητείας, οι οποίοι έγιναν  μόνιμοι φρουροί (praesidia propugnacula imperii). Σε όλους αυτούς  δίνονταν χρήματα, προνόμια και προπαντός γη για καλλιέργεια, η δε λατινική γλώσσα ήταν σε αυτούς επίσημη και  μεταδίδονταν  στις οικογένειες τους από γενεά σε γενεά.
Στο σημείο αυτό ο ακαδημαϊκός διευκρινίζει  ότι  οι πλείστοι άντρες των φρουρών στην δυτική Μακεδονία ήταν εντόπιοι, ορεινοί, σκληροτράχηλοι, δημιουργικοί και με κοφτερό μυαλό, τόλμη και επιχειρηματικότητα και σε καμιά περίπτωση δεν υπήρχαν μεταξύ τους Δάκες γιατί αυτοί (Δάκες)  δεν ήσαν μαθημένοι στην σκληρή  ορεινή ζωή (ήταν  διαφορετικός, καλότυχος, γεωργικός,  ήσυχος  και μη αποδημικός λαός).
Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι  και πριν από την μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.) αλλά και μετά είκοσι χρόνια (νόμιμος καθορισμός της Μακεδονίας ως Επαρχία-Provincia του Ρωμαϊκού κράτους) Έλληνες υπηρετούσαν στον ρωμαϊκό στρατό  και αυτό είναι εξακριβωμένο ιστορικά (Πλούταρχος).
Ο ακαδημαϊκός προβαίνει σε  λεπτομερέστερη ανάλυση της ανθρωπογεωγραφίας των παλαίμαχων αποίκων και φρουρών της Επαρχίας της Μακεδονίας με κύριο συμπέρασμα ότι αυτοί ήταν  περισσότερο εντόπιοι  (Ιλλυριοί, Μακεδόνες Ηπειρώτες). Άλλωστε   στο τέλος της θητείας  του αυτοκράτοραΟκταβιανού Αυγούστου (αρχές 1ου μ.Χ. αιώνα) η  Μακεδονία ήταν   provincial senatoria και inermis (μη ένοπλη Επαρχία  και υπαγόμενη στην Σύγκλητο), οπότε η Επαρχία από μόνη της  δημιουργούσε στρατό κατά της ληστείας με εντόπιους κατοίκους (συνέχισε δηλαδή τα παλιά Μακεδονικά praesidia armata που αναφέρθηκαν προηγουμένως).
Αυτοί οι Βλάχοι (της επαρχίας της Μακεδονίας επί Ρωμαιοκρατίας), μας λέει ο Κεραμόπουλλος, είναι περισσότερο ντόπιοι Έλληνες (και όχι Δάκες), που  είχαν μάθει την λατινική  στον στρατό και μετά εγκαταστάθηκαν στα όρη ως veterani (απόμαχοι) προς φρούρηση. Ο ακαδημαϊκός γράφει αυτολεξεί: «Φυλετικώς οι Κουτσόβλαχοι πιθανώς να είναι οι καθαρώτατοι των Ελλήνων, επειδή ήσαν  οι ολιγώτερον προσιτοί εις επιμειξίαν, ως τινες άλλοι Έλληνες αποκέντρων πτωχών μερών».
Αυτοί είναι (Βλάχοι), μας λέει, και οι μετέπειτα ακρίτες, αρματολοί και κλέφτες του Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας που  συνέχιζαν να φυλάγουν τα όρη και τις διαβάσεις, αποκτώντας μάλιστα και προνόμια. Αυτοί είναι που δημιούργησαν οικισμούς και πόλεις στα όρη και στις πεδιάδες (π.χ. Μέτσοβο, Μοναστήρι κλπ)  στην Τουρκοκρατία, πλούτισαν με το εμπόριο στη Βαλκανική και  την Δύση, είχαν ελληνική συνείδηση, ήταν πρωτοπόροι με τις πολεμικές τους αρετές στην ελληνική επανάσταση, πρωτοπόροι  στις τέχνες και στα γράμματα και ευεργέτησαν το νέο ελληνικό κράτος. Αυτήν την ελληνική ιστορία της Πίνδου λεηλάτησαν οι ‘φιλολογούντες Κουτσόβλαχοι’ στην Ρουμανία και την συνυπολόγισαν στο Ρουμανικό Έθνος και την Ρουμανική ιστορία που είναι εντελώς ξένη στην πραγματικότητα. Στην ουσία πρώτα οι Έλληνες επαναστάτησαν  (ελληνική αναγέννηση)  και έδειξαν τον δρόμο στους Βαλκάνιους και τους Ρουμάνους και η ελληνική ορεινή φυλή ενίσχυσε την πνευματικότητα στην Ρουμανία και τον τότε δυτικό κόσμο. Ρουμάνοι δεν ήλθαν ποτέ στην ορεινή Πίνδο.  
Οι μόνιμοι αυτοί φρουροί, ιδιαίτερα οι ορεισίβιοι, όπως ειπώθηκε, δεν ήταν μόνο φύλακες, αλλά και επαγγελματίες (γεωργοί, περισσότερο  κτηνοτρόφοι κλπ) γιατί  επί ρωμαιοκρατίας τους αφαιρούνταν μερικές φορές  η ιδιότητα του στρατιώτη  (από τους αυτοκράτορες ως υποτιμημένοι στρατιώτες) και έτσι έπρεπε να αναπτύξουν τα επαγγέλματά τους για επιβίωση. Οι ορεινοί ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, αύξησαν τα κοπάδια τους και  πολλοί από αυτούς μετακινούνταν (νομάδες) τον χειμώνα στα πεδινά λόγω τους ψύχους. Οι περισσότεροι πήγαιναν προς Θεσσαλία, και Ακαρνανία και αυτοί  ‘πληθυνθέντες’, όπως λέει ο Κεραμόπουλλος, αποτέλεσαν την ‘Μεγάλη Βλαχία’ και την ‘Μικρή Βλαχία’ του μεσαίωνα. 
Κατά τον ακαδημαϊκό, η Μεγάλη και Μικρή Βλαχία του Δούναβη δεν έχει καμιά σχέση με  αυτές των ελληνικών χωρών, οι Τούρκοι δε,  βλέποντες ότι η ελληνική Βλαχία είναι μικρότερη σε πληθυσμό, την ονόμασαν Κιουτσούκ (ΜικρήΒλαχία, ενώ την Παρίστρια  (του Δούναβη) Βλαχία την ονόμασαν Μπουγιούκ (ΜεγάληΒλαχία.
Στο τέλος της μελέτης του ο Κεραμόπουλλος επανέρχεται  στην ονομασία  Τσιντσάροι των Βλάχων και μετά την ανάλυση αυτής  καταλήγει ότι αυτή  προέρχεται από το λατινικό quinquarii (quinque=πέντε) ή quintarii [όρος που δηλώνει σπουδαίο, πέμπτο(;), τμήμα των ρωμαϊκών αποικιών]. Όσα δε λέγονται, ότι δηλαδή η λέξη έχει  σκωπτικό χαρακτήρα (ηχητική επανάληψη ts-ts στη γλώσσα των Βλάχων), είναι προχειρολογήματα ανάξια λόγου.
Όσον αφορά στην λέξη ‘Κοπατσάρης’, ο ακαδημαϊκός διαφωνεί με την άποψη ότι  προέρχεται από το ‘κοπάτς’ (=θάμνος) γιατί τα κοπάτσια βρίσκονται παντού και όλοι άνθρωποι  θα  είχαν αυτό το όνομα. Επίσης θεωρεί παιδαριώδη την άποψη ότι ο ‘κοπατσιάρης’ είναι ‘βλάχος’ που απέβαλε την βλάχικη  και ομιλεί την ελληνική  γλώσσα (επειδή και μόνο  διατηρεί τα έθιμα και την φορεσιά των Βλάχων). Η λέξη κοπατσάρις (πρβλ σπαθάριςμακελλάρις κλπ), που δεν την έχουν οι Δακορουμάνοι,  είναι λατινογενής και δηλώνει τον συμβότην (συμβοσκό, κτηνοτρόφο, που κανονίζει τα βοσκοτόπια  σύμφωνα με το δίκαιο), που στα λατινικά λέγονταν compascuus και υπάγονταν στο jus compascuum (δίκαιο κοινών βοσκοτοπιών), ήταν δηλαδή compascuarius = κομπασκουάρις. Αυτό, στο ελληνικό στόμα  με παραφθορά έγινε ‘κοπατσάρις’. Οι Σαρακατσάνοι και οι κάτοικοι της Χαλκιδικής, και οι δύο ελληνόφωνοι, ονομάζουν τον κοπατσιάρη  σμίχτη.
Άρα, σύμφωνα με τον Κεραμόπουλλο, το όνομα ‘κοπατσιάρης’ (ρωμαϊκός νομικός όρος’= συμβότης συμβοσκός, σμίχτης) δηλώνει τον  ελληνόφωνο, εντόπιο, πεδινό, που   έκανε την ίδια κτηνοτροφική ζωή με τους Βλάχους στα χειμαδιά τους στην εποχή της ακμής της λατινικής γλώσσας (ρωμαιοκρατία) και δεν υπήρχε στην Δακία (ο όρος άγνωστος εκεί), όπου ο λαός της ήταν περισσότερο γεωργικός.
Ένας άλλος σπουδαίος  όρος που δείχνει  την μετάβαση των Βλάχων στα πεδινά (χειμαδιά) είναι ο ‘τσέλνικας’ (τσέλιγκας), δηλαδή ο αρχιποιμένας, που είναι σλάβικη λέξη και εμφανίσθηκε με την έλευση των Σλάβων. Για αυτήν την έννοια υπήρχε στους  Ηπειρώτες και Αρβανιτόβλαχους η ‘λέξη ‘σκουτέρις’ και για τον ποιμένα (βοσκό) έχουμε την λέξη τσομπάνης (μάλλον τουρκικής ή σλαβικής προέλευσης).  O τσέλνικας ήταν ο αρχηγός του φαλκαριού (η πατριά, το συγγενολόι). Και αυτοί οι όροι, όπως το ‘κοπατσιάρης’, δεν υφίστανται στην Δακία και γενικά  η κτηνοτροφική και γεωργική ζωή των Πινδίων Βλάχων είναι άσχετη με αυτή των Δακορουμάνων.
Ανακεφαλαιώνοντας ο ακαδημαϊκός, τονίζει ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε μόνιμο εφεδρικό μεθοριακό στρατό αποτελούμενο από γεωργοκτηνοτρόφους φρουρούς κατωτέρας στρατιωτικής ποιότητας μέχρι και την Αφρική. Αυτούς τους ονομάζει  ‘φελλάχους’ (σημιτο-αραβική λέξη) και ισοδυναμούν με το όνομα Βλάχοι. Οι δικοί μας Βλάχοι (Πίνδιοι) αποφεύγουν να χρησιμοποιήσουν αυτό το όνομα  ως προσβλητικό (απαίδευτος χωρικός) και καλούν τους εαυτούς τους ‘Αρουμούνους’, δηλαδή Ρωμαίους με πολιτική ιδιότητα. Το όνομα ‘Βλάχος’ δεν δηλώνει εθνότητα, και γιαυτό  άνθρωποι διαφορετικών εθνικοτήτων (Δάκες, Ιλλυριοί κλπ) που έχουν αυτή την ιδιότητα   μπορούν να ονομάζονται  έτσι. Μόνο οι Μογλενίτες αποκαλούν τους εαυτούς τους Βλάχους γιατί αυτοί ποτέ δεν υπήρξαν Ρωμαίοι πολίτες και είχαν πάντοτε την ιδιότητα του Βλάχου (ως γεωργοί). 
Στην Δακία αναμείχθηκαν πολλοί λαοί (Σλάβοι, Πετσενέγοι κλπ), οι οποίοι ποτέ δεν  γνώρισαν τους Ρωμαίους και δεν υπήρξαν Ρωμαίοι πολίτες (Romani cives), ούτε σε αυτούς, όπως και στους Δάκες το όνομα Βλάχος δεν ενέχει  κάποια κακή χροιά,  αντίθετα  παρέχει υπερήφανο αίσθημα πατριωτικής έπαρσης. Αυτή η θεμελιώδη διαφορά της έννοιας της λέξη ‘Βλάχος’ πέραν του Ίστρου, όπως και τα άλλα ανάλογα τεκμήρια,  τους χωρίζει από τους Βλάχους της Πίνδου σαν σινικό τείχος. Οι  ίδιοι οι Βλάχοι της Πίνδου ξεχωρίζουν τους εαυτούς τους (αυτοαποκαλούμενοι, όπως είπαμε, Αρμούν)  από τους πέραν του Ίστρου (Δούναβη) τους οποίους ονομάζουν Vlahut.
Έτσι, οι Ελληνόβλαχοι, όπως και άλλοι (Άγγλοι, Γάλλοι, Ισπανοί, Πορτογάλοι κλπ), έχασαν τη γλώσσα τους, όχι όμως το ‘αίμα’ τους (ο ακαδημαϊκός διευκρινίζει  ότι η λέξη  ‘αίμα’  δηλώνει το έθνος).
Στα παραρτήματα Α΄ και Β΄ ο Κεραμόπουλλος παραθέτει περισσότερα στοιχεία που αποτελούν πολύτιμες πηγές πληροφοριών για τον ερευνητή που θέλει να ασχοληθεί  με το θέμα των Βλάχων του ελληνικού χώρου.
Στο Παράρτημα  Α΄, αφού τονίζει ότι μετά την εκλατίνιση των πεδινών επήλθε  η γλωσσική επανελλήνιση, ενώ διατηρήθηκε η λατινογλωσσία στα ορεινά, γράφει χαρακτηριστικά και επιγραμματικά: ‘Αποκλεισθέντος του αποικισμού, μόνη η οροφυλακία ερμηνεύει την γένεσιν και παρουσίαν των Βλάχων μας επί των ορέων, ως θα εκθέσωμεν και κατωτέρω’ (εννοεί Β΄ Παράρτημα). Έτσι διαφαίνεται ότι  ούτε αποικισμός Ρωμαίων (που δεν ήταν μεγάλος, λεπτομερή ανάλυση του οποίου κάνει ο ακαδημαϊκός), ούτε κάθοδος Δακών, ούτε στάθμευση ρωμαϊκών λεγεώνων στη Δυτική Μακεδονία, ούτε ώθηση λατινοφώνων από επιδρομείς (Σλάβοι, Βούλγαροι) προς τα ορεινά ερμηνεύουν  την λατινοφωνία στην Πίνδο, παρά μόνο η ύπαρξη της οροφυλακής σύμφωνα με την οργάνωση του Ρωμαϊκού κράτους. Πρέπει να σημειωθεί μάλιστα ότι οι άποικοι Ρωμαίοι (υπήρξε βέβαια και επί δημοκρατίας της Ρώμης απαγόρευση αποικισμού έξω της Ιταλίας) προτιμούσαν πεδινές περιοχές (Φίλιπποι, Δίον, Πέλλα, Κασσάνδρεια κλπ), οι οποίες ήταν εύφορες σε αντίθεση με την άγονη και ορεινή Δ. Μακεδονία.
Στο Παράρτημα Β΄ ο ακαδημαϊκός, αφού επισημαίνει ότι το όρια των προϊστορικών κρατών ήταν φυσικά (φυσική χωρογραφία), ιδιαίτερα στον βόρειο ελλαδικό χώρο (Μακεδονία) τα παλιά αυτόνομα κρατίδια ενώνονται τρόπον τινά, εγκαταλείπονται τα φρούρια (τείχη) και για την φύλαξη των ορίων προτιμείται η οροφυλακή από εντόπιους αφού δεν υπήρχε  τακτικός στρατός εξ επαγγέλματος.
Επί βασιλείας του Φιλίππου του Β΄, ο οποίος προπαρασκεύασε το μεγαλείο της Μακεδονίας, η οροφυλακή κατέστη θεσμός (με ευθύνη του βασιλιά)  για την ασφάλεια από τους βαρβάρους και ληστές. Την ίδια οργάνωση ακολούθησε ο Μέγας Αλέξανδρος, οι διάδοχοί αυτού (π.χ. Πτολεμαίος στην Αίγυπτο), ακόμα και ο τελευταίος Μακεδόνας βασιλιάς, ο Περσέας. Αυτήν την οροφυλακή, σύμφωνα με τον Κεραμόπουλλο, ζήτησαν οι κατακτηθέντες (από τους Ρωμαίους) προύχοντες Μακεδόνες για την ασφάλεια των περιουσιών τους (ποίμνια, βοσκές κλπ). Γενικά οι φρουροί των συνόρων αμείβονταν με κλήρο (γη για καλλιέργεια, βοσκοτόπια για τα ποίμνια κλπ) και με άδειες άσκησης επαγγέλματος, ανάλογα όπου βρίσκονταν (ορεινή Μακεδονία, Δακία, Αίγυπτος κλπ) και ήταν εντόπιοι και  άποικοι (από το εσωτερικό της χώρας). Όπως ειπώθηκε και προηγούμενα, αυτό συνεχίστηκε και στους χρόνους της Ρωμαιοκρατίας.
Σπουδαίες  λεπτομερείς πληροφορίες για την οροφυλακή επί Ρωμαιοκρατίας μας παρέχει ο Κεραμόπουλλος μέσω επιστημόνων και ερευνητών όπως οι  MommsenLesquierHirschfeldGrosseBauer DiehlMaspero,  Seeck  και Stadtmuller. Για την δημόσια ασφάλεια εντός της χώρας και μέχρι την Αίγυπτο και την Μ. Ασία υπήρχαν επίσης εντόπιοι ‘διωγμίται’ ή ‘φυλακίται’ (κάτι σαν τους σημερινούς χωροφύλακες) και ήταν σώμα συγγενές προς τους οροφύλακες. Oι οροφύλακες είχαν διάφορα ονόματα (limetaneicastricianiducianiburgarii κλπ), ήταν κατώτεροι των κανονικών στρατιωτών, υπηρετούσαν για 25 έτη, έκαναν διάφορα επίσης επαγγέλματα, παντρεύονταν, ζούσαν με τις οικογένειες τους μέσα στα κάστρα και η οροφυλακή ήταν κληρονομική. Η οχύρωση των  ορίων ήταν τέλεια, συνδυαζομένη με την οχύρωση των πόλεων έτσι ώστε από την ανατολή μέχρι την δύση  η ρωμαϊκή αυτοκρατορία να φρουρείται ολόκληρη.
Κατά τον Stadtmuller, καθόλη την διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας και μετέπειτα του Βυζαντίου δεν υπήρχε πάντοτε ο ίδιος τρόπος άμυνας του κράτους (άποικοι, μέτοικοι, εντόπιοι, γεωργοί στρατιώτες, τακτικός στρατός,  μισθοφόροι βάρβαροι λαοί κλπ). Μέχρι και τον 10ο μ.Χ. αιώνα το Βυζάντιο είχε τον θεσμό της οροφυλακής και τα Θέματα (Επαρχίες του Κράτους) διεύθυνε ο Στρατηγός που είχε εξουσία στρατιωτική, πολιτική και εκτελεστική. Aπό τον 11ο μ.Χ. αιώνα καταρρέει ο θεσμός των Θεμάτων λόγω της αμέλειας των αυτοκρατόρων για την άμυνα της χώρας και ο στρατηγός είναι μόνο πολεμικός άρχοντας. Αυτός αντικαθίσταται από τον Πραίτορα, με αυτήν την μεταρρύθμιση  η οροφυλακή αντικαθίσταται από  μόνιμο στρατό και δαπανηρούς μισθοφόρους, οι ελεύθεροι γεωργοί στρατιώτες  απορροφούνται βαθμιαία από τους μεγαλοκτηματίες και γενικά ο στρατός δεν είναι τόσο αξιόμαχος για την άμυνα της χώρας. Αυτά μας λέει ο Stadtmuller. 
Ωστόσο, ο Κεραμόπουλλος μας λέει ότι η ανάπτυξη της μεγάλης γεωκτησίας και η αλλαγή στη στρατιωτική οργάνωση δεν έθιξε όλες τις τάξεις των χωρικών, ιδιαίτερα τους Πίνδιους, των οποίων τα ειδικά καθήκοντα δεν γίνονταν να εκτελεστούν από άλλους άνδρες, εάν δεν ήταν σκληροτράχηλοι όπως αυτοί (Πίνδιοι). Γιαυτό  ο ακαδημαϊκός θεωρεί ότι ο θεσμός των οροφυλάκων (limitanei), ως πανάρχαιος που ήταν στη Μακεδονία, διατηρήθηκε πράγματι μέχρι την τουρκοκρατία.
Στο τέλος του Παραρτήματος Β΄, ο Κεραμόπουλλος επισημαίνει για μια ακόμη φορά την αναγκαιότητα της οχύρωσης της Πίνδου προς την Ιλλυρίαν, πράγμα που γίνονταν από πολύ παλιά (θεωρεί τον Φίλιππο τον Β΄ ως  πρώτον στην οργάνωση της οροφυλακής), μας δίνει περισσότερες πληροφορίες για την οχύρωση της επί Διοκλητιανού και Ιουστινιανού και αναφέρει τα σωζόμενα φρούρια.    
Μετά την παράθεση των παραπάνω στοιχείων, ο Κεραμόπουλλος συνοψίζει την άποψή του ως εξής: Τα λείψανα των εντόπιων οροφυλάκων, που  φρουρούσαν την Πίνδο, τον Βαρνούντα, τον Όλυμπο, τα Καμβούνια κλπ από τους εισβολείς και τους εντόπιους ληστές κατά τους Μακεδονικούς χρόνους, που συνέχισαν και επί Ρωμαιοκρατίας και που αναγκαστικά έμαθαν την λατινική γλώσσα (20-25 χρόνια υπηρεσία στη ρωμαϊκή διοίκηση), είναι οι Βλάχοι (ντόπιοι λατινόφωνοι) που γνωρίζουμε όλοι μας.

Σημείωση: Με τη λέξη ‘ακαδημαϊκός’ στο κείμενό μας εννοούμε τον Α. Κεραμόπουλλο.

(Πηγή: ‘Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι’, Αντωνίου Δ. Κεραμόπουλλου, εκδ. University Studio Press, Θεσ/νίκη 2000, προλεγόμενα Χ. Παπαστάθης, Ν. Κατσάνης)




Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Χριστός Ανέστη!


Χριστός Ανέστη!

Ευχές για υγεία, πρόοδο και κουράγιο σε όλες τις φίλες και όλους τους φίλους...

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Γαλλία: Προς νίκη του Εθνικού Μετώπου στις ευρωεκλογές;


Γαλλία: Προς νίκη του Εθνικού Μετώπου 
στις ευρωεκλογές;

Αλαίν Σοράλ, Πρόεδρος του Égalité et Réconciliation (Γαλλία)
(μτφ. Κριστιάν)

Ενώ η Μαρίν Λεπέν πανηγύριζε πριν από μία εβδομάδα για την επιτυχία του κόμματός της στις δημοτικές εκλογές (το Εθνικό Μέτωπο κέρδισε 12 πόλεις), βλέπει τώρα τις δημοσκοπήσεις να επιβεβαιώσουν τις φιλοδοξίες της να επιβληθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
 Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις των IFOP και IPSOS, το 22% των Γάλλων θα ψηφίσουν το Εθνικό Μέτωπο (ΕΠ, FN) στις επόμενες ευρωπαϊκές εκλογές, ποσοστό που θα τοποθετούσε το εθνικιστικό κόμμα λίγο πίσω από το UMP (24%), αλλά μπροστά από τους Σοσιαλιστές (19%). Αυτό το 22% υπέρ του ΕΠ προέρχεται ως επί το πλείστον από τα πιο λαϊκά στρώματα του πληθυσμού (30% υπαλλήλων και 44% εργάτες).

Όμως, η επιτυχία του κόμματος της Λεπέν πρέπει να μετριαστεί: περισσότερο από μία μαζική υποστήριξη για την πολιτική ατζέντα του, οι ψήφοι που συλλέγονται από το ΕΠ είναι περισσότερο ψήφοι που τιμωρούν  τη διαχείριση της κυβέρνησης του Φρανσουά Ολάντ και τη πολιτικής της λιτότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ειρωνεία της τύχης, στο χαρτί, το πολιτικό πρόγραμμα του Εθνικού Μετώπου μοιράζει επιχειρήματα με τους πιο ένθερμους υπερασπιστές των δικαιωμάτων των εργαζομένων, των κοινωνικών κατακτήσεων και της κυριαρχίας των λαών: απόρριψη των πολιτικών της οικονομικής λιτότητας που επιβάλλονται από την Τρόικα (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), έξοδος από το ευρώ και ένας προστατευτισμός -σε αντίθεση με μια υπερ-φιλελεύθερη οικονομική και χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση- που υπερασπίζονται ορισμένοι από τους πιο φημισμένους διεθνείς οικονομολόγους (Jacques Sapir, Emmanuel Todd, Joseph Στίγκλιτζ, Πολ Κρούγκμαν η Nouriel Roubini, για να αναφέρουμε μόνο μερικούς).

Το Εθνικό Μέτωπο υπερασπίζεται επίσης τη κρατική παρέμβαση για τον περιορισμό της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης (όπως ο ίδιος ο Ζωρζ Μαρσέ, επικεφαλής του γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος 1970-1994, που ζητούσε να αποτραπεί ένα κύμα εισαγόμενης φτηνής εργασίας που θα δημιουργούσε ένα γενικό κοινωνικό ντάμπινγκ), την ελευθερία της έκφρασης στο Διαδίκτυο ή ακόμη τη καταχώριση του δημοψηφίσματος λαϊκής πρωτοβουλίας στο Σύνταγμα.

Ολόκληρη μια συστοιχία μέτρων εμποτισμένων με σκληρό πατριωτισμό, που συγκρούεται μετωπικά με τον ευρωπαϊσμό.
« Εάν το Εθνικό Μέτωπο κερδίζει στις επόμενες ευρωεκλογές, θα είναι το απόλυτο μήνυμα στην κυβέρνηση [του Ολάντ] ότι οι Γάλλοι δεν θέλουν πλέον την Ευρωπαϊκή Ένωση όπως χρίστηκε. Αν κάθε χώρα είχε τον έλεγχο της οικονομίας της και του νομίσματος της, είναι σαφές ότι θα διαχειριζόταν την κρίση πολύ καλύτερα από ό, τι κάνει η ΕΕ. Ο λόγος για τον οποίον το εμπόριο τέθηκε υπό την ευθύνη του κ. Φαμιούς [ΣΚ], είναι μόνο για να επιταχυνθεί η διαπραγμάτευση της Διατλαντικής Συνθήκης ελεύθερου εμπορίου μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης, ένα σύμφωνο που θα προκαλέσει τη σχεδιαζόμενη καταστροφή της γεωργίας μας», δήλωσε η πρόεδρος του ΕΠ στο γαλλικό ραδιόφωνο RTL στις 4 Απριλίου.

«Το να είσαι υπέρ της Ευρώπης σήμερα στην Ισπανία, είναι σαν να είσαι ανόητος»

Με άλλα εθνικιστικά κόμματα που αυτοαποκαλούνται ευρωσκεπτικιστές, όπως το αυστριακό FPÖ, το Vlaams Belang στο Βέλγιο και οι Σουηδοί Δημοκράτες, το Εθνικό Μέτωπο δημιούργησε ένα κόμμα που ονομάζεται Ευρωπαϊκή Συμμαχία για την Ελευθερία (EAF στα αγγλικά), με σκοπό να καταφέρει να εκλεχτούν 25 ευρωβουλευτές στις επόμενες ευρωπαϊκές εκλογές και να «εκραγεί η Ευρωπαϊκή Ένωση από τα μέσα».
Προς το παρόν, το βρετανικό UKIP και τα σκανδιναβικά κόμματα αρνήθηκαν να ενταχθούν στη συμμαχία, η οποία με τη σειρά της, αρνήθηκε την ένταξη κομμάτων, όπως το ουγγρικό Jobbik ή την Ελληνική Χρυσή Αυγή, που θεωρούνται υπερβολικά «ριζοσπαστικά». 
Σε συνέντευξη Τύπου του EAF, τον Οκτώβριο του περασμένου έτους, η Μαρίν Λεπέν διευκρίνισε επίσης ότι δεν έχει επαφή με τα καταλανικά αποσχιστικά κόμματα: «  Ελπίζω ότι αυτό θα αλλάξει, η Ισπανία είναι μία από τις χώρες όπου τα ευρωσκεπτικιστά κινήματα δυσκολεύονται να πετύχουν». Ο Αλέν Σοράλ (Alain Soral), Γάλλος κοινωνιολόγος και δοκιμιογράφος, πρόεδρος της ένωσης και του ιστοτόπου ανεξάρτητης ενημέρωσης Ισότητα και Συμφιλίωση (Égalité & Réconciliation), θεωρεί ότι να είσαι φιλοευρωπαϊστής στην Ισπανία σήμερα σημαίνει ότι είσαι «ανόητος».
«Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι από ηλικιακά μια διαδικασία εκκαθάρισης του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας, το κεφάλαιο ήθελε να ανακτήσει την εξουσία και όλα όσα είχε παραχωρήσει στο κόσμο της εργασίας. Είναι για αυτό το λόγο, που όσο πιο πολύ προχωράμε στη λογική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συναντάμε πάντα μεγαλύτερη ανεργία και όλο και λιγότερη αγοραστική δύναμη [...] . Κολάκευσαν την Ισπανία δίνοντας της χρήματα των ευρωπαίων φορολογουμένων, υπόσχοντας της πλούτη, όταν σήμερα υπάρχουν μόνο δυστυχία
 και πόνος».  

 Καταστολή και ψέμα
Κατ' αυτόν, τα εθνικιστικά κόμματα όπως το ΕΠ αντιπροσωπεύουν την αντίθεση σε μια συμπαραγωγή της σοσιαλιστικής αριστεράς και της καπιταλιστικής δεξιάς (γνωστή ως UMPS στη Γαλλία), η οποία προασπίζεται τα συμφέροντα του κεφαλαίου και της τράπεζας σε βάρος των κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Για τον Αλέν Σοράλ αν ορισμένες χώρες αποφάσιζαν να εγκαταλείψουν το ευρώ, με συντονισμένο τρόπο, η Γαλλία θα ήταν ακριβώς ο κινητήρας αυτής της κατάρρευσης της ΕΕ και θα ακολουθόταν από την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα και την Ιταλία .

 «Στις Ευρωεκλογές, το Εθνικό Μέτωπο θα κερδίσει ακόμα περισσότερες ψήφους από ό, τι στις δημοτικές επειδή οι ​​άνθρωποι θα ψηφίσουν κατά της ΕΕ. Αλλά δεν νομίζω ότι οι άρχουσες ελίτ θα αναγνωρίσουν αυτή τη ψήφο διαμαρτυρίας. Θα ήταν σαν να αναγνωρίσουν ότι έκαναν λάθος και ότι επομένως, θα έπρεπε να παραδώσουν εξουσία. Και αυτό ποτέ δεν θα το κάνουν».  Ο Σοράλ παρατηρεί ότι οι ελίτ απαντάνε στη  πολιτική απείθεια με αστυνομική και δικαστική καταστολή και με ψέματα, εξισώνοντας τα εθνικιστικά κόμματα (και όλους εκείνους οι οποίοι, όπως ο ίδιος, μοιράζονται το σύνολο ή μέρος των επιχειρημάτων που προέβαλαν αυτά τα κόμματα) με επικίνδυνα νεοναζί κινήματα, με τη συνενοχή των κραταιών ΜΜΕ που διαδίδουν αυτά τα μηνύματα.  «Μας απειλούν, αφού δεν έχουν καμία εναλλακτική λύση να μας προτείνον για τη φτώχια: ή ΕΕ ή φασισμός, μας λένε. Αλλά κινούμαστε ήδη σε πορεία προς ένα ολοκληρωτικό κράτος στη Γαλλία».

Ο δημοσιογράφος δίνει τον εαυτό του ως παράδειγμα, διαβεβαιώνοντας ότι, όταν πριν από τριάντα χρόνια τον καλούσαν στα ΜΜΕ να εκφράσει και να διατυπώσει τις απόψεις του και τις αναλύσεις του,  σήμερα για να εκφράσει τις ίδιες ιδέες στο Διαδίκτυο, λαμβάνει καθημερινά δικαστικές κλίσεις και τον καλούν δικαστές και η αστυνομία. 

«Μου επιτέθηκαν πέντε φορές, αλλά παρόλο που ταυτοποίησα επίσημα τους επιτιθέμενους μου στις φωτογραφίες που μου παρουσίασαν, η υπόθεση κάθε φορά έκλεισε χωρίς συνέχεια. Ο Υπουργός Εσωτερικών [ο Μανουήλ Βαλς, που έγινε πρωθυπουργός] ο ίδιος με απειλεί ανοιχτά και δημοσίως. Αυτό ήταν αδιανόητο πριν από είκοσι χρόνια. Το επόμενο βήμα θα είναι να με ρίξουν στη φυλακή».

Το τεντωμένο χέρι του Πούτιν
Όσο για τις επαφές των εθνικιστικών κόμματων με τη Ρωσία (οι οποίες έγιναν πιο ορατές με την κρίση στην Ουκρανία), ο Αλέν Σοράλ τις βλέπει επίσης ως πιθανό μέλλον. Το Εθνικό Μέτωπο δεν έκρυψε την υποστήριξή του για την πολιτική του Βλαντιμίρ Πούτιν για την αντίθεσή του με την παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στις πολιτικές και οικονομικές υποθέσεις της Ευρώπης. 
Στο σημείο αυτό, ο Αλέν Σοράλ δεν μασάει τα λόγια:

«Υποστηρίζοντας μια ατλαντιστική εξωτερική πολιτική η οποία ασκεί στρατιωτική βία και που υποστηρίζει φονταμενταλιστικές ομάδες σε ορισμένα μέρη του κόσμου, οι ελίτ μας επιδιώκουν να διατηρηθούν στην εξουσία, να αρπάξουν τις πρώτες ύλες και να συνεχίζουν να πλουτίζουν. Όσο λιγότερη λαϊκή νομιμοποίηση διαθέτουν, τόσο περισσότερο ενισχύουν την εξουσία τους με τα χρήματα και τη στρατιωτική δύναμη. Και αυτό είναι το μονοπάτι που οδηγεί στη δικτατορία, γιατί όταν οι κυβερνώντες φοβούνται τους ίδιους τους λαούς τους, επιδιώκουν να έχουν το στρατό στη  πλευρά τους, αλλά και τα χρήματα για να πληρώσουν αυτό το στρατό και έτσι να τον έχουν υπό έλεγχο».

Εκτός από το να θεωρήσει τη Ρωσία ως «αναγκαίο πολιτικό αντίβαρο» στην επεκτατική ατλαντιστική στρατηγική, ο Αλέν Σοράλ τη θεωρεί επίσης ως το φυσικό εμπορικό εταίρο της Ευρώπη στα Ανατολικά, με μια αναδυόμενη μεσαία τάξη που απαιτεί όλο και περισσότερα τελικά προϊόντα».
«Είναι πολύ πιθανό ότι αύριο ο Βλαντιμίρ Πούτιν θα τεντώσει το χέρι του προς τα εθνικιστικά κόμματα, αν αυτά κερδίζουν έδαφος στην Ευρώπη. Προς το παρόν, δεν το κάνει για να μη παρέμβει στη πολιτική της Δυτικής Ευρώπης. Θα το έκανε αν ήταν σίγουρος ότι θα κερδίσει. Αλλά έχει εναντίον του το Hollywood και τριάντα χρόνια ατλαντιστικής προπαγάνδας».

Μένει να δούμε αν η ακρίβεια της πρόγνωσης του αναλυτή  -ο οποίος λέει ότι σπάνια κάνει λάθος-  θα επιβεβαιωθεί, αρχής γενομένης από τις επόμενες ευρωεκλογές.




Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Ο οικονομικός στραγγαλισμός της Ρωσσίας


Ο οικονομικός στραγγαλισμός της Ρωσσίας

Πριν από δέκα χρόνια περίπου τα τότε γνωστά αποθέματα πετρελαίου μόλις ξεπερνούσαν το 1,2 τρισ. βαρέλια και η κατανάλωση παρουσίαζε αύξηση ταχύτερη από την αναπλήρωση που επιτύγχαναν οι ανακαλύψεις νέων συμβατικών κοιτασμάτων. 
Σήμερα τα γνωστά συμβατικά κοιτάσματα φτάνουν το 1,5 τρισ. βαρέλια και σ΄ αυτά έχουν προστεθεί επίσης άλλο 1 τρισ. βαρέλια από μη συμβατικές πηγές, όπως είναι τα κοιτάσματα από σχιστολιθικό πετρέλαιο, τα εξωχώρια κοιτάσματα σε μεγάλα βάθη που έγινε εφικτή η εξόρυξή τους και τα κοιτάσματα αμμώδους πίσσας.
Προκειμένου να αντιληφθεί κάποιος τι σημαίνουν τα μεγέθη αυτά θα πρέπει να έχει υπόψη πως η ετήσια παγκόσμια κατανάλωση φτάνει τα 32 δισ. βαρέλια. Ήτοι, μόνο τα γνωστά κοιτάσματα επαρκούν για 78 χρόνια με τους σημερινούς ρυθμούς κατανάλωσης. 
Η αύξηση των διαθέσιμων κοιτασμάτων σε συνδυασμό με την επιβράδυνση της αύξησης της ζήτησης, λόγω μέτρων εξοικονόμησης αναμένεται να αλλάξουν τα δεδομένα στην αγορά της ενέργειας, την παγκόσμια οικονομία και τις γεωπολιτικές ισορροπίες.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά...
Μέσα στα επόμενα 5 χρόνια οι ΗΠΑ από εισαγωγέας αργού πετρελαίου θα γίνουν μετά από πολλές δεκαετίες εξαγωγέας. Η ενεργειακή ανεξαρτησία των ΗΠΑ θα έχει θετικές συνέπειες για τις ίδιες και τις ανεπτυγμένες χώρες που είναι εισαγωγείς και καταναλωτές πετρελαίου και αρνητικές για τις χώρες που παράγουν και εξάγουν πετρέλαιο. 
Κατά μια ανάλυση με απόψεις πολλών ειδικών που δημοσιεύει το περιοδικό Barron’s: «Οι τεράστιες νέες ανακαλύψεις πετρελαίου και φυσικού αερίου στις ΗΠΑ και σε όλο τον κόσμο θα μπορούσαν να οδηγήσουν την τιμή του πετρελαίου σε τόσο χαμηλό επίπεδο κοντά στα 75 δολάρια το βαρέλι κατά τη διάρκεια των επόμενων πέντε ετών από την τρέχουσα τιμή των 100 δολαρίων.
Κατά το ίδιο αφιέρωμα: «Αυτή είναι μια μεγάλη αλλαγή σε σχέση με το μοντέλο των τελευταίων 40 χρόνων που προέβλεπε την συνεχή αύξηση της ζήτησης λόγω της ανάπτυξης των αναδυόμενων οικονομιών και της μείωσης της προσφοράς.»
Τα αποθέματα πετρελαίου των γνωστών κοιτασμάτων από μη συμβατικές πηγές (σχιστολιθικό-εξωχώριες μεγάλου βάθους, αμμώδης πίσσα) υπολογίζονται σήμερα σε 1 τρισ. βαρέλια. 
Πρόκειται για μια επιπλέον προσφορά που ισοδυναμεί με την προσφορά των ποσοτήτων που έχουν ανακαλυφθεί τα τελευταία 30 χρόνια και πλέον.
Η πλειοψηφία αυτών των αποθεμάτων είναι ανακτήσιμη σε τιμές μέχρι τα 75 δολάρια το βαρέλι. Μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια η αύξηση της αμερικάνικης παραγωγής πετρελαίου θα καταστήσει τη χώρα καθαρά εξαγωγική όπως ήταν μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Βρετανός οικονομικός αναλυτής Alfred Marshall παρομοιάζει την προσφορά και τη ζήτηση σαν τις δυο λεπίδες ενός ψαλιδιού. Όταν η μια κλείνει ή ανοίγει το ίδιο κάνει και η άλλη.

Αγορά και ανταγωνισμός το μυστικό της προόδου
Προσέξτε πως λειτουργεί ο κύκλος της αγοράς στο πετρέλαιο και παντού. Η τιμή του πετρελαίου μετά το 1999 αυξήθηκε από τα 10 δολάρια στα 150 το 2008 και τώρα πάνω από τα 100. Λόγω αύξησης της ζήτησης μπήκε σε λειτουργία ο μηχανισμός της αγοράς και της καινοτομίας στην ανεύρεση και εκμετάλλευση νέων κοιτασμάτων ή απλά την εκμετάλλευση παλαιότερων που είχαν υψηλό κόστος εξόρυξης και δεν συνέφεραν όταν η τιμή έπεσε κάτω από το κόστος αυτό.
Η άνοδος των τιμών αύξησε τις έρευνες και κατά συνέπεια αύξησε τα διαθέσιμα κοιτάσματα. Επειδή η αγορά λειτουργεί άναρχα, ακόμη οι μεγάλες εταιρείες συνεχίζουν το εντοπισμό νέων κοιτασμάτων η παραγωγή των οποίων θα ξεκινήσει μετά από 5-10 χρόνια. 
Κάποια στιγμή η αγορά θα αρχίσει να αντιλαμβάνεται πως η προσφορά αυξάνεται με μεγαλύτερους ρυθμούς από τη ζήτηση και τότε θα αρχίσει να προεξοφλεί τη μελλοντική πτώση της τιμής του πετρελαίου. Κοντά σ’ αυτό το σημείο είμαστε τώρα. 
Τη δεκαετία που πέρασε υπήρξαν δυο σημαντικές τεχνικές εξελίξεις που άλλαξαν τα δεδομένα. Η βελτίωση της τεχνικής ικανότητας άντλησης από βαθύτερες εξωχώριες γεωτρήσεις και η επανάσταση του σχιστολιθικού αερίου και πετρελαίου.
Αυτό συνέβη γιατί τα υψηλά περιθώρια κέρδους στην εκμετάλλευση κοιτασμάτων κινητοποίησαν τεράστια κεφάλαια στον τομέα της έρευνας, αποδεικνύοντας γι’ άλλη μια φορά το κλειδί της προόδου που κρύβει το οικονομικό σύστημα των ελεύθερων αγορών και του ανταγωνισμού.
Από την άλλη πλευρά η άνοδος της τιμής του πετρελαίου οδήγησε στην ανεύρεση εναλλακτικών πηγών ενέργειας, αλλά τεχνολογιών που δεν χρησιμοποιούν το πετρέλαιο ή παράγωγά του σαν πηγή ενέργειας.
Ο στόλος των ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων αυξάνεται στον κόσμο, όπως και αυτών που καταναλώνουν φυσικό αέριο ή βιοκαύσιμα. Από τη μια πλευρά έχουμε αύξηση της προσφοράς και από την άλλη μείωση της ζήτησης. Το αποτέλεσμα είναι εύκολα προβλέψιμο. 

Η γεωπολιτική σημασία
Πρόσφατα η Wall Street Journal, μετά τα γεγονότα στην Κριμαία, πρότεινε στο κύριο άρθρο της την έγκριση των 25 αιτήσεων για τη δημιουργία τερματικών σταθμών εξαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου, δεδομένου πως κάθε δολάριο από εξαγωγή αμερικάνικου φυσικού αερίου θα είναι ένα δολάριο λιγότερο στα ταμεία του Πούτιν. 
Η έκρηξη της ανακάλυψης νέων κοιτασμάτων και η αύξηση της παραγωγής αποτελούν μια αρνητική προοπτική για χώρες που εξαρτώνται άμεσα από τις εξαγωγές πετρελαίου, όπως η Ρωσία, η Βενεζουέλα, η Βραζιλία και οι χώρες του Κόλπου. Οι χώρες του Κόλπου έχουν το πλεονέκτημα του χαμηλού κόστους εξόρυξης, αλλά και αυτών τα έσοδα θα μειωθούν.
Η Ρωσία το 1998 χρεοκόπησε γιατί η τιμή του πετρελαίου έπεσε κάτω από τα 20 δολάρια το βαρέλι. Τα έσοδα της Ρωσίας από πετρέλαιο και φυσικό αέριο καλύπτουν το 70% των εξαγωγών της και το 50% των κρατικών εσόδων της ρωσικής ομοσπονδίας. 
Η Ρωσία παράγει 7 εκατ. βαρέλια πετρέλαιο την ημέρα και δεύτερη ακολουθεί η Σαουδική Αραβία. 
Το 60% του ρωσικού πετρελαίου παράγεται στη Σιβηρία με πολύ υψηλότερο κόστος εξόρυξης και μεταφοράς.
Περίπου το 75% των εξαγωγών φυσικού αερίου της Ρωσίας πάει στη Δυτική Ευρώπη, καλύπτοντας το 30% των αναγκών της. Οι τιμές που πληρώνει η Ευρώπη το φυσικό αέριο είναι τριπλάσιες από αυτές που πληρώνει η αμερικάνικη οικονομία.
Η δημιουργία σταθμών μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου στην Ευρώπη αναμένεται να σπάσει το τοπικό μονοπώλιο που έχει δημιουργήσει η Ρωσία στα επόμενα 5 χρόνια, πολύ πριν φτάσει το αζέρικο αέριο στην Ευρώπη. Αναμένεται ακόμη να εξομαλύνει τις τιμές φυσικού αερίου σε όλη την υδρόγειο. 
Κατά τον Α. Jaffe του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια "Ο προϋπολογισμός της ρωσικής κυβέρνησης για να είναι ισοσκελισμένος απαιτεί η τιμή του πετρελαίου να παραμείνει πάνω από τα 100 δολάρια μέχρι το 2020. Η τιμή στα 75 δολάρια θα δημιουργήσει τέτοιας έκτασης προβλήματα που η πρόσφατη αναταραχή του ρουβλιού θα μοιάζει ασήμαντη».

Κλειδί το κόστος εξόρυξης
Όπως είπαμε τα τελευταία δέκα χρόνια προστέθηκαν τρεις νέες μη συμβατικές πηγές πετρελαίου: Οι εξωχώριες γεωτρήσεις μεγάλου βάθους, το σχιστολιθικό πετρέλαιο και το πετρέλαιο από τα κοιτάσματα πίσσας και άμμου. Αυτές οι νέες πηγές προσέθεσαν στο ισοζύγιο των αποθεμάτων περί το 1 τρισ. βαρέλια. Αυτό αποτελεί μια μεγάλη προσθήκη στο 1,5 τρισ. βαρέλια των συμβατικών κοιτασμάτων. Ο Eric Lee της Citigroup υποστηρίζει πως τα νέα μη συμβατικά αποθέματα είναι ανακτήσιμα κάτω από τα 75 δολάρια το βαρέλι. Γι’ αυτό και τα 75 δολάρια θεωρούνται σαν οροφή στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται. 
Οι μεταφορές καταναλώνουν το μισό πετρέλαιο που παράγεται κάθε χρόνο. Η χρήση φυσικού αερίου στην αυτοκίνηση αναμένεται να πιέσει τη ζήτηση και την τιμή του πετρελαίου περαιτέρω. Η πετρελαιοκίνηση στις ΗΠΑ σε σχέση με το ισοδύναμο της κίνηση με φυσικό αέριο είναι περίπου τρεις φορές ακριβότερη. 
Οι ενδείξεις συγκλίνουν πως εντός της επόμενης πενταετίας ξεκινά μια περίοδος φθηνότερης ενέργειας που θα αλλάξει τα δεδομένα στην παγκόσμια οικονομία με χαμένους και κερδισμένους. Κερδισμένους τις χώρες που εισάγουν πετρέλαιο και χαμένους τις χώρες που εξάγουν.
Χώρες όπως η Νορβηγία που έχουν μια οργανωμένη εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων θα πληγούν λιγότερο από την πτώση της τιμής. Υπανάπτυκτες ολιγαρχίες όπως η Ρωσία ή δημαγωγικά καθεστώτα όπως η Βενεζουέλα και η Βραζιλία θα πληγούν περισσότερο με πιθανές αλυσιδωτές χρεοκοπίες.


Πηγή: www.capital.gr


Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Κινδυνεύει η Ι.Μ. Αγίας Αικατερίνης του Σινά από τους Ισλαμιστές


Ι.Μ. Αγίας Αικατερίνης του Σινά: 
Κινδυνεύει από τους φανατικούς 
ισλαμιστές της Αιγύπτου

ΝΙΚΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ


Έντονη ανησυχία για την ασφάλεια ενός εκ των σπουδαιότερων μνημείων του Χριστιανισμού και της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, της Μονής της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, προκαλεί η στοχοποίηση  της από ακραίους εθνικιστές αλλά και σαλαφιστές της Αιγύπτου.


Η χερσόνησος του Σινά, «μήλον της έριδος» διαφορετικών εθνοτήτων και θρησκειών από την αρχαιότητα, συνδέει την Αφρική με την Ασία και τους τελευταίους μήνες αποτελεί το πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ ακραίων ισλαμιστών, λαθρέμπορων, εθνικιστών, τοπικών φυλών και του τακτικού αιγυπτιακού Στρατού.
Οι επιθέσεις εναντίον της Μονής αλλά και της Ελλάδας ξεκίνησαν από έναν υποστράτηγο ε.α. τον  Ραγκάι Αχμέτ , ο οποίος προβάλλεται ως ο ιδρυτής μιας οργάνωσης   με το όνομα «Αραβικό Σινά» και είχε πρωτοστατήσει στην ανακατάληψη της Χερσονήσου...
Ο αιγύπτιος εθνικιστής απόστρατος αξιωματικός  σε συνεντεύξεις του τις τελευταίες εβδομάδες  κατηγορεί τους μεν Αδελφούς Μουσουλμάνους ότι σχεδίαζαν να αποσπάσουν το βόρειο τμήμα του Σινά  που ενώνεται με την Γάζα ώστε να εγκαθιδρύσουν Ισλαμικό Εμιράτο που έτσι θα στόχευε και από τον Νότο το Ισραήλ, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του Σινά θα παραδίδονταν  στην ….Ελλάδα, μέσω της επέκτασης επιρροής  της Μονής  της Αγίας Αικατερίνης.
 Η θεωρία αυτή του αιγύπτιου απόστρατου άλλαξε όταν απομακρύνθηκαν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι από την εξουσία στο Κάιρο και υποστηρίζει πλέον ότι το Ισραήλ βρίσκεται πίσω από τις συνεχιζόμενες τρομοκρατικές επιθέσεις στο Σινά  εμπλέκοντας την Ελλάδα αλλά και την Μονή της Αγίας Αικατερίνης την οποία κατηγορεί ότι  έχει ενταχθεί  στον σχεδιασμό των ισραηλινών.
Η Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά βρέθηκε όμως στο στόχαστρο και των σαλαφιστών με δημοσιεύματα και στην επίσημη εφημερίδα τους Al-Fath. Οι σαλαφιστές φτιάχνουν ένα σενάριο βάσει του οποίου η ΜΟΣΑΝΤ και οι Ευρωπαίοι διαθέτοντας χρήματα στην Μονή προσπαθούν να ελέγξουν το Σινά. Οι «αποκαλύψεις» αφορούν  την χρηματοδότηση από την Ε.Ε. ενός έργου για την υδροδότηση της μονής αλλά και των γύρω περιοχών που κατοικούνται από φυλές βεδουίνων, και  δήθεν πληροφορίες περί αγοράς εκτάσεων από τους μονάχους, αλλαγής  αρχαιολογικών περιοχών, απόκρυψη  ιερών μνημείων, περίφραξη των περιοχών αυτών, ενώ αναφέρεται ως σχεδόν ...έγκλημα ότι στην Μονή αναρτάται  και η ελληνική σημαία.
Βεβαίως ακόμη και σε αυτό το δημοσίευμα υπάρχουν δηλώσεις που ανατρέπουν αυτά τα συνωμοσιολογικα σενάρια. Ο αρχηγός της φυλής Γκαμπάλια  της περιοχής του Σινά, δηλώνει ότι η φυλή του έχει την ευθύνη της προστασίας της μονής  και προειδοποιεί ότι δεν θα επιτραπεί σε κανένα να βλάψει το Μοναστήρι, που είναι αιγυπτιακό ίδρυμα, υπενθυμίζοντας την προστασία που τύγχανε  η Μονή από τον ίδιο τον Μωάμεθ. Τόσο ο  συγκεκριμένος φύλαρχος, όσο και ο δικηγόρος της Μονής διέψευσαν ότι  υπάρχουν καταπατήσεις ή αλλαγές τοπωνυμίων, ούτε φυσικά ότι έχει αλλάξει το καθεστώς παραχώρησης θεωρήσεων εισόδου  και εξόδου αλλοδαπών με προορισμό την Μονή.
Ακόμη όμως και το τμήμα Ισλαμικών και Χριστιανικών Θρησκευτικών Μνημείων  του Αιγυπτιακού Υπουργείου Αρχαιοτήτων  έσπευσε να προσφέρει προστασία στην Ιερά Μονή  τονίζοντας ότι είναι Αιγυπτιακό μνημείο   στο οποίο χριστιανοί, Αιγύπτιοι και ξένοι ασκούν τα θρησκευτικά καθήκοντα τους.
Ισχυρή στήριξη στην Μονή προσέφερε όμως και  η αιγυπτιακή κοπτική εκκλησία με μεγάλο δημοσίευμα της στην εφημερίδα της Watani.
Στο δημοσίευμα αναφέρεται ότι η Μονή με 37 μοναχούς είναι μάλλον δύσκολο να αποτελέσει απειλή για την ασφάλεια της Αιγύπτου και καταγράφονται δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου Σινά, ότι οι μοναχοί ούτε άλλαξαν τοπωνύμια, ούτε διαστρεβλώνουν την ιστορία, αλλά προστατεύουν τους ιερούς τόπους και τις αρχαιότητες του Σινά.
Όταν μάλιστα σε Συνέδριο που έγινε πρόσφατα στο Κάιρο και ο στρατηγός Αχμετ Ραγκάι προσπάθησε να στήσει προβοκάτσια εναντίον των «Ελλήνων μοναχών κατακτητών», υπήρξε απάντηση και από Αιγύπτιους αξιωματούχους αλλά και από τον εκπρόσωπο της Μονής μοναχό Γρηγόριο ο οποίος περιέγραψε γεγονότα που αποδεικνύουν τον πατριωτισμό των μοναχών της Μονής και εξήγησε ότι η ανάρτηση της ελληνικής σημαίας   γίνεται στην διάρκεια των εορτών  όπου κυματίζει δίπλα στην Αιγυπτιακή Σημαία  με την άδεια μάλιστα των τοπικών αρχών.
Οι απειλές που εκτοξεύονται εναντίον της Μονής καθιστούν αναγκαία την άμεση παρέμβαση της Αθήνας τόσο προς την Αιγυπτιακή κυβέρνηση ώστε να ζητηθούν αυξημένα μέτρα προστασίας της Μονής  και των Μοναχών, αλλά και προς διεθνείς οργανισμούς ώστε να κινητοποιηθεί η διεθνής κοινότητα και να αποτραπεί κάθε απειλή  εναντίον ενός μοναδικού  μνημείου του παγκόσμιου πολιτισμού και κορυφαίου προσκυνήματος για τον Χριστιανισμό.
Η Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά   δίπλα στο όρος του Μωυσή, αποτελεί μνημείο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, ιδρύθηκε από τον Ιουστινιανό και από το 649 μ.Χ. φιλοξενεί την έδρα της τοπικής Αρχιεπισκοπής   που λόγω της ιστορικότητας της μονής έγινε αυτοκέφαλη. Η ονομασία της Αγίας Αικατερίνης προστέθηκε όταν στον ναό φυλάχθηκε το λείψανο της. Οι Αιγύπτιοι   από την περίοδο των Φατιμίδων μέχρι και την εποχή των Μαμελούκων αναγνώριζαν προνόμια για την Μονή, ενώ ο σουλτάνος Σαλαντίν  προσέφερε πλούσιο εισόδημα στην Μονή όταν την επισκέφθηκε  για να επιβραβεύσει την άρνηση των μοναχών να φιλοξενήσουν τον σταυροφόρο Βασιλιά της Ιερουσαλήμ Βαλδουίνο Α΄το 1116 όταν εκστράτευσε στο Σινά. Από τότε και στον  πιο σύγχρονο Πόλεμο των Έξι Ημερών η Μονή στήριξε τους Αιγύπτιους, στην διάρκεια της ισραηλινής κατοχής του Σινά ο Αρχιεπίσκοπος της Μονής Δαμιανός ενθάρρυνε  τους φυλάρχους να μην δεχθούν την πώληση των γαιών τους στους ισραηλινούς και συνέχισε τις προσπάθειες του για να κινητοποιήσει τον τοπικό πληθυσμό και να αποτρέψουν το ισραηλινό σχέδιο για την διεθνοποίηση της Χερσονήσου του Σινά.
Στην Μονή  σώζεται και το σημείο της βιβλικής «καιόμενης βάτου», ενώ στην βιβλιοθήκη της φιλοξενείται μια από τις μεγαλύτερες συλλογές  αρχαίων κείμενων, αλλά και μια μοναδική σε παγκόσμιο επίπεδο συλλογή εικόνων, μια και η εικονομαχία, δεν έφτασε μέχρι το Σινά…





Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Η Αλβανία υπό Οθωμανική κυριαρχία


Κεφάλαιο 5

Μέρος β΄ Η Αλβανία υπό Οθωμανική κυριαρχία

Με την εκκένωση του Δυρραχίου από τους Ενετούς το 1501 και την κατάληψη της πόλης από τους Οθωμανούς, ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της Αλβανίας. Βεβαίως, η αντίσταση του πληθυσμού στην οθωμανική αυτοκρατορία, με την κατά καιρούς υποστήριξη του Βασιλείου της Νεαπόλεως ή της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, συνεχίστηκε, ιδίως στις ορεινές και δύσβατες περιοχές, όπου οι τοπικοί φύλαρχοι δημιουργούσαν διάφορα εμπόδια στους κατακτητές, όπως για παράδειγμα στην κατασκευή δρόμων, υποψιαζόμενοι ότι θα έφερναν πιο εύκολα, όχι μόνον τους Οθωμανούς στρατιώτες, αλλά και τους εισπράκτορες των φόρων.
Στο σημείο αυτό θεωρούμε σκόπιμο να παρουσιαστούν ορισμένα στοιχεία του οθωμανικού κρατικού συστήματος και κυρίως των πρακτικών που εφαρμόζονταν στους υπόδουλους μη-μουσουλμανικούς λαούς.
Ο Σουλτάνος, ο απόλυτος και υπέρτατος άρχων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θεωρούσε τον εαυτό του εκπρόσωπο του Θεού στην Γη, πνευματικό ηγέτη μιας  θεοκρατικής κοινωνίας και όχι ενός εθνικού κράτους, βασικός στόχος του οποίου ήταν η διάδοση του Ισλάμ. Σύμφωνα με βασική αρχή του ισλαμισμού ο κόσμος διαιρείτο σε σε δύο τμήματα: Στην επικράτεια του Ισλάμ (Dar el Islam) και στην επικράτεια των απίστων (Dar el Harb). Ο ιερός πόλεμος εναντίον των απίστων, το τζιχάντ (jihad), για την συνεχή επέκταση της επικράτειας του Ισλάμ αποτελεί, μαζί με το καθήκον της καθημερινής προσευχής, την ουσία της μωαμεθανικής θρησκείας. Αυτός ο πόλεμος πρέπει να συνεχίζεται διαρκώς μέχρι την πλήρη εξολόθρευσή τους και μόνον τα γυναικόπαιδα και οι γέροντες εξαιρούνται από την σφαγή, ενώ οι περιουσίες τους περιέρχονται στους πιστούς. Ο μοναδικός τρόπος για να αποφύγουν οι άπιστοι αυτές τις συνέπειες ήταν να ζητήσουν, πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών, των έλεος των μουσουλμάνων και να δεχθούν να γίνουν φόρου υποτελείς κάτω από την προστασία του μουσουλμάνου ηγεμόνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η δυνατότητα δεν παρεχόταν σε όλους τους απίστους. Οι ειδωλολάτρες έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα στην σφαγή και τον εξισλαμισμό. Μόνον οι οπαδοί θρησκειών που βασίζονται σε «Άγιες Γραφές» (Χριστιανοί, Ιουδαίοι και αργότερα Ζωροαστριστές) είχαν την δυνατότητα να σώσουν την ζωή τους χωρίς να ασπαστούν τον ισλαμισμό. Η διάκριση αυτή εφαρμόσθηκε αρχικά από τον ίδιο τον ιδρυτή του Μωαμεθανισμού κατά την περίοδο των κατακτήσεών του όταν διαπιστώθηκε η πρακτική αδυναμία να σφαγούν ή να εξανδραποδιστούν συμπαγείς χριστιανικοί, εβραϊκοί και ζωροαστρικοί πληθυσμοί.378 Οι «λαοί της Βίβλου» που περιήλθαν στην επικράτεια του Ισλάμ μπορούσαν να συνάψουν ένα είδος συνθήκης με τους μουσουλμάνους κατακτητές, με την οποία εξαγόραζαν την ζωή τους έναντι εκπλήρωσης ποικίλων υποχρεώσεων, η βασικότερη από τις οποίες ήταν η καταβολή του φόρου υποτελείας. Από την αραβική λέξη για την συνθήκη (djimma), έγιναν γνωστοί ως «τζιμμήδες».379
Συνοπτικά λοιπόν, μετά την υποταγή τους, οι μη μουσουλμάνοι, θεωρούμενοι ως  υπήκοοι δεύτερης κατηγορίας, πλήρωναν φόρους υποτελείας, τον κεφαλικό (τουρκ. cizye - τζιζιγιέ) και τον έγγειο φόρο (τουρκ. haraç - χαράτς), ενώ οι πιστοί θεωρητικά πλήρωναν μόνον το ένα δέκατο του εισοδήματός τους ως ελεημοσύνη υπέρ της ισλαμικής κοινότητας.  Στα ώριμα χρόνια της αυτοκρατορίας, κυρίως όμως όταν άρχισε η παρακμή της, η ανυπαρξία διοικητικού μηχανισμού στο αχανές οθωμανικό κράτος έκανε αναγκαία την αποδοχή στοιχειωδών αυτοδιοικητικών παραχωρήσεων προς τους κατακτημένους λαούς. Παράλληλα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι βίαιοι εξισλαμισμοί σταδιακά ατόνησαν για καθαρά πρακτικούς λόγους (ανάγκη είσπραξης φόρων). 
Βεβαίως η εκούσια προσχώρηση των απίστων στο Ισλάμ επιτρεπόταν πάντα και υπήρξαν αρκετοί που επεδίωξαν να αναρριχηθούν κοινωνικά με την ένταξή τους στο κυρίαρχο στρώμα της αυτοκρατορίας. Επί πλέον, από την εποχή του Μουράτ Ι (1361-1389), άρχισε να εφαρμόζεται ο φρικτός θεσμός του Παιδομαζώματος (devşirme), του Φόρου του αίματος, με την αρπαγή παιδιών ηλικίας συνήθως 10-15 ετών Χριστιανικών οικογενειών από τις βαλκανικές χώρες, τα οποία εξισλαμίζονταν και εκπαιδεύονταν, αναλόγως των προσόντων τους, είτε ως στρατιωτικοί στα διαβόητα τάγματα των Γενιτσάρων είτε ως ανώτατοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι.
Στις αρχές του 17ου αιώνα πολλοί Αλβανοί προσήλυτοι στον ισλαμισμό μετανάστευσαν σε άλλες περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας και σταδιοδρόμησαν με μεγάλη επιτυχία τόσο στην οθωμανική Διοίκηση, όσο και στον Στρατό. Ορισμένοι μάλιστα κατέλαβαν ύψιστα αξιώματα της αυτοκρατορίας. Περίπου τριάντα Αλβανοί ανήλθαν στο ύπατο αξίωμα του Μέγα Βεζύρη (κάτι αντίστοιχο με το αξίωμα του Πρωθυπουργού στις ευρωπαϊκές Μοναρχίες του 18ου και 19ου αιώνα), από το οποίο μπορούσε να εκπέσει και να αντικατασταθεί μόνον μετά από απόφαση του ίδιου του Σουλτάνου. Χαρακτηριστική είναι η πορεία της οικογένειας Κυπριλιώτη ή Κιοπρουλού (αλβαν. Kypriljoti – τουρκ. Köprülü), η οποία στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα ανέδειξε επτά μέλη της στο ύπατο αξίωμα, που καταπολέμησαν την διαφθορά, ενίσχυσαν πρόσκαιρα τον έλεγχο της ολοένα εξασθενούσας κεντρικής κυβέρνησης απέναντι στους καταπιεστικούς και αρπακτικούς τοπικούς μπέηδες, ενώ είχαν και αρκετές σημαντικές στρατιωτικές  επιτυχίες. Είναι η περίφημη Εποχή των Κιοπρουλού (Köprülü era – τουρκ. Köprülüler Devri, 1656–1710), η οποία εγκαινιάσθηκε με την άνοδο στο αξίωμα του Μέγα Βεζύρη του Μεχμέτ Κιοπρουλού (Mehmed Köprülü, 1656–1661), που διαδέχθηκε ο ικανότατος γιος του, Φαζίλ Αχμέτ Κιοπρουλού (Fazıl Ahmed Köprülü, 1661–1676), ο οποίος απέσπασε την Κρήτη από τους Ενετούς (1699).
Μετά τον θάνατό του θα τον διαδεχθεί ο Καρά Μουσταφά Πασάς (Kara Mustafa Pasha, 1676–1683) τουρκικής καταγωγής υιοθετημένο τέκνο της οικογενείας, ο οποίος είχε νυμφευθεί την αδελφή του Φαζίλ Αχμέτ.  Ο Καρά Μουσταφά επικεφαλής μιας πολυάριθμης οθωμανικής στρατιάς 100.000 πολεμιστών θα ξεκινήσει την περίφημη δεύτερη πολιορκία της Βιέννης (μέσα Ιουλίου – μέσα Σεπτεμβρίου 1683), στην οποία κρίθηκε η τύχη όχι μόνον της κεντρικής Ευρώπης, αλλά και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η αποτυχία του οθωμανικού στρατού να αλώσει την πόλη και η συντριπτική ήττα του από τους Αυστριακούς και τους συμμάχους τους Πολωνούς (υπό την ηγεσία του Πολωνού βασιλιά Ιωάννου Σομπιέσκι), σηματοδότησε την έναρξη μιας αργόσυρτης πορείας παρακμής των Οθωμανών, που θα λήξει με την διάλυση της αυτοκρατορίας τους μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ήττα του Καρά Μουσταφά θα του κοστίσει όχι μόνον την θέση του, αλλά και την ίδια την ζωή του. Στις 25 Δεκεμβρίου 1683, εκτελέσθηκε στο Βελιγράδι με τον παραδοσιακό στραγγαλισμό  με μεταξωτό σχοινί που επεβάλετο σε υψηλόβαθμους αξιωματούχους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
 Ένα ακόμη μέλος της οικογενείας, ο Αμπχάζιος Αμπαζά Σιγιαβούς Πασάς (Αbaza Siyavuş), ο οποίος είχε νυμφευθεί μια άλλη θυγατέρα του πατριάρχη της οικογενείας Μεχμέτ Κιοπρουλού, θήτευσε για σύντομο χρονικό διάστημα (18 Σεπτεμβρίου 1687 – 23 Φεβρουαρίου 1688) στο αξίωμα του Μεγάλου Βεζύρη για να δολοφονηθεί από στασιαστές γενίτσαρους. Τον επόμενο χρόνο (1689) κατέλαβε το αξίωμα του Μεγάλου Βεζύρη ο νεώτερος αδελφός του προαναφερθέντος Φαζίλ Αχμέτ Κιοπρουλού, ο δραστήριος Φαζίλ Μουσταφά (Fazıl Mustafa Köprülü, 10.11.1689 - 19.8.1691), ο οποίος όμως θα χάσει την ζωή του στο πεδίο της μάχης πολεμώντας τους Αυστριακούς στην περιοχή της Βοϊβοδίνας (Σερβία).
Λίγα χρόνια αργότερα, ο ανιψιός του Μεχμέτ Κιοπρουλού, ο Αμτζαζαντέ (τουρκ. ανιψιός) Κιοπρουλού  Χουσεΐν Πασάς (Amcazade Köprülü Hüseyin Pasha) θα αναδειχθεί Μέγας Βεζύρης και θα παραμείνει στο αξίωμα από τον Σεπτέμβριο του 1697 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1702. Ανέλαβε το αξίωμα μετά από την διαβεβαίωση του Σουλτάνου Μουσταφά ΙΙ (1695-1703) ότι θα είναι ελεύθερος να διαχειριστεί τις τύχες της αυτοκρατορίας και να επιβάλει τις μεταρρυθμίσεις που θα έκρινε ως απαραίτητες. Παρά τις αξιόλογες προσπάθειες που κατέβαλε για την αναζοωγόνηση της οικονομίας και την ανασυγκρότηση του στρατού και του ναυτικού, τελικώς θα υποχρεωθεί να παραιτηθεί και να αποσυρθεί στα κτήματά του, όπου, πριν τελειώσει η χρονιά, θα αποβιώσει.
Ο τελευταίος της οικογενείας Κιοπρουλού που θα καταλάβει το αξίωμα του Μέγα Βεζύρη ήταν ο Κιοπρουλού Νουμάν Πασάς (Köprülü Numan Pasha), ο οποίος ανέλαβε να διαχειριστεί την ιδιαίτερα κρίσιμη στρατιωτική και διπλωματική κατάσταση  που δημιουργήθηκε στην τελευταία φάση του πολέμου μεταξύ  Σουηδίας και Ρωσσίας με την είσοδο των στρατευμάτων του Καρόλου ΧΙΙ της Σουηδίας σε οθωμανικά εδάφη, μετά την ταπεινωτικά ήττα του από τον Μέγα Πέτρο στην μάχη της Πολτάβας (1709). Ο Νουμάν θα αποτύχει να αποτρέψει τον Ρωσσο-Τουρκικό πόλεμο (1710-1711) και θα απομακρυνθεί από το αξίωμά του, μετά από θητεία δύο μηνών και δύο ημερών (16 Ιουνίου 1710-17 Αυγούστου 1710). Θα υπηρετήσει επιτυχώς την Οθωμανική αυτοκρατορία σε σημαντικές στρατιωτικές αποστολές και τελικώς θα τοποθετηθεί κυβερνήτης της Κρήτης το 1719 όπου, λίγο μετά την άφιξή του στο Ηράκλειο, θα αποβιώσει. Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε και τον Κιοπρουλού Αμπντουλλάχ Πασά (Köprülü Abdullah Paşa), ο οποίος διακρίθηκε ως στρατιωτικός ηγέτης στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα επί Σουλτάνου Αχμέτ ΙΙΙ (Ahmed III, 1703–1730) και ιδιαίτερα ως επικεφαλής των οθωμανικών στρατευμάτων στις αλλεπάλληλες Τουρκο-Περσικές συγκρούσεις μεταξύ 1724-1735 για τον έλεγχο της περιοχής. Θα πέσει στο πεδίο της μάχης το 1735.
Οι Οθωμανοί διαίρεσαν τις αλβανικές περιοχές σε έναν αριθμό διοικητικών μονάδων, τα βιλαέτια (βλ. υποσημείωση σελ. 167). Παρά το γεγονός ότι οι οθωμανικές αρχές δεν επεδίωξαν συστηματικό εξισλαμισμό, εν τούτοις, στην διάρκεια του 17ου και 18ου αιώνα, οικονομικές πιέσεις και εξαναγκασμοί είχαν ως αποτέλεσμα τον εκμουσουλμανισμό των δύο τρίτων του αλβανικού πληθυσμού που ήταν εγκαταστημένος στην αυτοκρατορία. Από την άλλη μεριά, υπήρξε προσπάθεια στοχευμένου προσηλυτισμού στους Ρωμαιοκαθολικούς Αλβανούς του Βορρά και στην συνέχεια στον ορθόδοξο πληθυσμό του Νότου. Ένα από τα πλέον αποτελεσματικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν η υπέρμετρη αύξηση των φόρων, ιδιαίτερα του έγγειου φόρου (χαράτσι), ώστε η αλλαξοπιστία να καταστεί οικονομικά συμφέρουσα. Στην διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων που ακολούθησαν την συντριβή των οθωμανικών δυνάμεων στην β΄ πολιορκία της Βιέννης (1683), οι Σέρβοι εξεγέρθηκαν εναντίον των Οθωμανών, γεγονός που προκάλεσε τα αντίποινα του Πασά του Ιπεκίου* (Peč), ο οποίος προέβη σε μαζικούς εξισλαμισμούς των χριστιανών της περιοχής. Το 1690 ο Σέρβος Πατριάρχης Αρσένιος Γ΄ (Arsenije Čarnojević), επικεφαλής 37.000 χριστιανικών οικογενειών εγκατέλειψαν την περιοχή για να αποφύγουν τον εξισλαμισμό και κατέφυγαν στην Ουγγαρία, την οποία πρόσφατα είχαν απελευθερώσει από τους Οθωμανούς οι αυστριακές δυνάμεις.380
______________________________________
(*) Το Ιπέκιον (σερβ. Peč=φούρνος, λατιν. Pescium, ελλην. Επίσκιον, τουρκ. Ipek, αλβαν. Peja) ορίστηκε ως έδρα του Σερβικού Πατριαρχείου επί Στεφάνου Ντουσάν το 1346 και παρέμεινε μέχρι το 1766 οπότε καταργήθηκε και μεταφέρθηκε στο Βελιγράδι. Σήμερα ανήκει διοικητικά στο Κοσσυφοπέδιο (Kosovo) και βρίσκεται περίπου 70 χλμ. δυτικά της Πριστίνα.

            Το κενό έσπευσαν να καλύψουν μουσουλμάνοι Αλβανοί μπέηδες από τις ορεινές άγονες περιοχές, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στις εύφορες πεδινές εκτάσεις του Κοσσυφοπεδίου αλλοιώνοντας την πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής.
Στα μέσα του 16ου αιώνα μια μυστικιστική μουσουλμανική αίρεση, οι Μπεκτασήδες δερβίσηδες, άρχισε να εξαπλώνεται στις αλβανικές περιοχές αργά, ειρηνικά και χωρίς αντιδράσεις από τις οθωμανικές αρχές. Οι κήρυκες της αίρεσης έφθαναν σε μια περιοχή σε μικρές ομάδες, συνήθως τρία άτομα, έναν Μπαμπά και δύο δερβίσηδες. Οι Μπεκτασήδες αποτελούσαν ένα επαιτικό τάγμα δερβίσηδων, διαπνεόμενο από τις αρχές του Σουφισμού, που σύμφωνα με την παράδοση ιδρύθηκε στην Μ. Ασία στα τέλη του 13ου αιώνα. Ο Μπεκτασισμός έγινε η επίσημη θρησκεία των Γενιτσάρων στα τέλη του 16ου αιώνα. Περιείχε κατά βάση πανθεϊστικές δοξασίες, στοιχεία της προϊσλαμικής θρησκείας των Τούρκων και πρέσβευε ότι ο Θεός ενυπάρχει στον άνθρωπο, αλλά και στη φύση, καθώς και στα ζώα και ως σιϊτική αίρεση αμφισβητούσε την σουνιτική οθωμανική εξουσία, ενώ κήρυττε την ανεκτικότητα προς τις άλλες θρησκείες. Στις τελετουργίες έπαιρναν μέρος και γυναίκες ακάλυπτες, σε ισότιμη θέση με τους άνδρες και σ’ αυτές οι πιστοί χρησιμοποιούσαν κρασί, σε αντίθεση με την απαγόρευση του Κορανίου. 381
Οι Μπεκτασήδες συνεργάζονταν τόσο με  τους Καθολικούς του Βορρά, όσο και τους Ορθοδόξους χριστιανούς του Νότου και βαθμιαία αναδείχθηκαν στην μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα της νότιας Αλβανίας, ιδίως μετά την βίαιη διάλυση των γενιτσαρικών ταγμάτων το 1826 από τον Σουλτάνο Μαχμούτ ΙΙ (Mahmud II, 1808-1839).  Οι ηγέτες των Μπεκτασήδων θα διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο στο αλβανικό εθνικό κίνημα των τελών του 19ου αιώνα και ήσαν σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνοι για την παραδοσιακή θρησκευτική ανοχή των Αλβανών σε θρησκευτικές διαφορές.
Στις ορεινές περιοχές βορείως του ποταμού Γενούσου (Shkumbin), οι Γκέγκηδες (Gheg) κτηνοτρόφοι διατήρησαν την αυτοδιοικούμενη πατριαρχική κοινωνία τους, αποτελούμενη από «φάρες» (πατριές) επί αιώνες. Μια ευρύτερη ομάδα, αποτελούμενη από διάφορες φάρες, ονομαζόταν μπαϊράκι (=λάβαρο, σημαία), ένα είδος πολιτικής ένωσης, με επικεφαλής τον κληρονομικό Μπαϊρακτάρη (=σημαιοφόρος). Από αυτές τις ανυπότακτες φυλές του Βορρά ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να εισπραχθούν φόροι από τους Οθωμανούς κατακτητές λόγω του δυσπρόσιτων ορεινών εδαφών, αλλά και των επίφοβων ορεσίβιων και πολεμοχαρών κατοίκων τους. Ορισμένες από από αυτές τις βουνίσιες φυλές κατάφεραν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους σε όλη την διάρκεια της οθωμανικής κατοχής της χώρας, πολεμώντας σχεδόν αδιάκοπα τους Οθωμανούς, οι οποίοι προφανώς ουδέποτε  θεώρησαν ότι άξιζε τον κόπο να τους υποτάξουν. Ακόμη και σήμερα, αυτοί οι Γκέγκηδες φύλαρχοι ασκούν τα πατριαρχικά τους καθήκοντα, κανονίζοντας γάμους, διαμεσολαβώντας σε διενέξεις, ορίζοντας τιμωρίες και ποινές. Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι οι ορεσίβιες φυλές της βόρειας Αλβανίας δεν αναγνωρίζουν άλλη νομοθεσίας εκτός από τον Νόμο (Kanun) του Λέκα (Λεκ Ντουκατζίνι 1410-1481, βλ. παραπάνω σελ. 169). Οι κανόνες του ρύθμιζαν μια ποικιλία ζητημάτων και κυρίως το ευαίσθητο θέμα της αιματηρής αντεκδίκησης (βεντέτα). Μέχρι την δεκαετία του 1930 ο Κανούν ήταν ευρύτατα διαδεδομένος σε ολόκληρη την Αλβανία και αποτελούσε την μοναδική πηγή Δικαίου.
Στα νότια του ποταμού Γενούσου ήσαν εγκατεστημένοι οι Τόσκηδες (Tosk), χριστιανοί ορθόδοξοι και ελληνικής καταγωγής στην πλειονότητά τους, που είχαν αλβανοφωνήσει, οι οποίοι την εποχή της οθωμανικής κατάκτησης είχαν ήδη εγκαταλείψει το φυλετικό σύστημα των πατριών και είχαν υιοθετήσει την κοινωνική οργάνωση με βάση τον τόπο κατοικίας (κοινότητα).
Αποτελούσαν έναν μεγάλο όγκο ακτημόνων χωρικών που ζούσαν κάτω από συνθήκες εσχάτης φτώχιας. Και στις περιοχές αυτές υπήρχαν ορεινά χωριά Τόσκηδων, τα οποία διατήρησαν την ανεξαρτησία τους και συχνά κατάφερναν να αποφύγουν την πληρωμή των φόρων. Αντίθετα οι Τόσκηδες των πεδινών περιοχών ήταν εύκολο να ελεγχθούν από τους Οθωμανούς.
Σε αυτές τις πεδινές εκτάσεις οι Οθωμανοί εγκατέστησαν ένα σύστημα στρατιωτικών φέουδων (τιμάρια), τα οποία ο Σουλτάνους παραχωρούσε δια βίου σε διακριθέντες πολεμιστές στο πεδίο των μαχών και οι οποίοι στην συνέχεια είχαν την υποχρέωση να παρέχουν στον οθωμανικό στρατό έναν αριθμό πεζών και ιππέων όταν υπήρχε ανάγκη. Μετά τον θάνατο του δικαιούχου το τιμάριο επέστρεφε στην ιδιοκτησία του Σουλτάνου. Το σύστημα αυτό βαθμιαία ατόνησε και τα τιμάρια έγιναν πλέον κληρονομικές ιδιοκτησίες πανίσχυρων οικονομικά και πολιτικά οικογενειών, οι οποίες απομυζούσαν τις προσόδους τόσο από τους χριστιανούς κολλήγους τους, όσο και τους μουσουλμάνους μισθωτές των εκτάσεών τους. Αυτοί οι μπέηδες, όπως και οι φύλαρχοι του Βορρά, αναδείχθηκαν βαθμιαία σε ημιανεξάρτητους κυβερνήτες των επαρχιών τους, καθώς το οθωμανικό κράτος συνέχιζε να παρακμάζει με γοργούς ρυθμούς. Διατηρούσαν προσωπικούς στρατούς και συχνά πολεμούσαν μεταξύ τους για την απόκτηση περισσοτέρων εκτάσεων και για να αυξήσουν την ισχύ και εξουσία τους. Η κεντρική οθωμανική εξουσία, η Υψηλή Πύλη, όπως ήταν γνωστή, αδυνατώντας να επέμβη ουσιαστικά και φοβούμενη το ενδεχόμενο συνασπισμού τους και γενικευμένης ανταρσίας, προτιμούσε να ασκεί μια πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» ώστε να υπάρχει έστω κάποιος τυπικός έλεγχος, αλλά αυτή η πολιτική είχε πενιχρά αποτελέσματα.
Οι επιπτώσεις αυτής της κατάστασης στις αλβανικές περιοχές θα εμφανισθούν τους επόμενους (18ο και 19ο) αιώνες. 

Σημειώσεις
378.         Ιστορία Ελληνικού Έθνους (Ι.Ε.Ε.), ό. π. τομ. Ι΄ σελ. 39-40
379.         Ι.Ε.Ε. ό.π. σελ. 40
380.     Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου: Οι Βαλκανικοί λαοί -Εκδόσεις «Βάνιας» Θεσσαλονίκη 2000 σελ. 50
381.   Για τους Μπεκτασήδες, εκτός από το κλασσικό έργο του  Βλαδίμηρου Μιρμίρογλου: Οι Δερβίσσαι, Εκδόσεις «Εκάτη» 2001, στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί τα εξής έργα: Ίντρις Σαχ: Οι διδασκαλίες των σούφι, Εκδόσεις «Πύρινος Κόσμος», Ρέϋνολντ Νίκολσον: Οι μυστικοί των σούφι, Εκδόσεις «Πύρινος Κόσμος», Shavkh Fadhlalla Haeri: Ο δρόμος των σούφι, Εκδόσεις «Βιβλιοθήκη Νέας Εποχής», Andrew Wheatcroft: Οι Οθωμανοί, Εκδόσεις «Νέα Σύνορα» 1994