Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2019

Απάντηση σε μια «άποψη»…



Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Θα ήθελα πριν προχωρήσω στην απάντησή μου στον «αγαπητό» Ιγνάτη, που παρουσίασε την «άποψή» του στο πρωτομαγιάτικο φύλλο της ΠΕΛΛΑ News, να ξεκαθαρίσω ορισμένες παρανοήσεις.
    Ένας από τους πλέον διαδεδομένους μύθους περί του «τι είναι Δημοκρατία», είναι ασφαλώς το πολυδιαφημισμένο και μονίμως προβαλλόμενο, δικαίωμα των πολιτών να διατυπώνουν ελεύθερα την γνώμη/άποψή τους. Ο μύθος αυτός καλλιεργήθηκε σκοπίμως από τους λαϊκιστές και αναπαράγεται από άγνοια, χωρίς ποτέ να αναλογισθούν αυτοί που τον αναμασούν τι ακριβώς σημαίνει, ποιο είναι το πολιτικό και ουσιαστικό «αντίκρισμα» αυτής της εύκολης δήλωσης (έχω άποψη!), και το σπουδαιότερο, ποια αξία έχει στις σημερινές κοινωνίες, με την άμεση πρόσβαση οποιουδήποτε σε μέσα μαζικής επικοινωνίας (Διαδίκτυο, Ρ/Φ σταθμοί, εφημερίδες κλπ).
Με άλλα λόγια: Η «άποψη» κάποιας/κάποιου, σε μια ιδιωτική συζήτηση μεταξύ φίλων και γνωστών, για να περάσει η ώρα σε μια καφετερία ή σε ένα «πηγαδάκι» σε μια κοινωνική εκδήλωση, είναι προφανώς απολύτως αποδεκτή, μια και εξ ορισμού εμπεριέχει το στοιχείο της ελαφρότητας. Είναι όμως κάτι εντελώς διαφορετικό όταν μια τέτοιας ποιότητας «άποψη» εκφέρεται δημοσίως και πολύ περισσότερο στα ΜΜΕ, όπου διαμορφώνονται συνειδήσεις, οπότε όχι μόνον είναι απορριπτέα, αλλά μας αφήνει και παγερά αδιάφορους, ενώ απεναντίας μας ενδιαφέρει η τεκμηριωμένη θέση-τοποθέτηση των ατόμων που έχουν ασχοληθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα με ένα ζήτημα και διαθέτουν σημαντική εμπειρία είτε λόγω προσωπικών βιωμάτων είτε λόγω διαρκούς πληροφόρησης και ενημέρωσης. 

Έρχομαι στην «ταμπακέρα». Τι ακριβώς θέλησε να μας πει ο κ. Καραπαναγιώτης; Απλούστατα να προβάλλει τις γνωστές συριζαίϊκες δικαιολογίες για το ξεπούλημα και να διαφημίσει τους υποψήφιους ευρωβουλευτές του Σύριζα: Τον γνωστό και μη εξαιρετέο επαγγελματία προπαγανδιστή Κ. Αρβανίτη και τον αθλητή Α. Νικολαΐδη (και όχι Ολυμπιονίκη, όπως καταχρηστικά αναφέρεται. Πάντοτε Ολυμπιονίκης ήταν μόνον ο πρώτος στα ατομικά αθλήματα και αυτός είναι ο λόγος που ποτέ δεν μάθαμε ονόματα των δεύτερων ή τρίτων αθλητών στους Ολυμπιακούς αγώνες της αρχαιότητας). Για να αντιληφθούμε ποιος είναι ο κ. Αρβανίτης ας θυμηθούμε ένα μόνον από τα «κατορθώματά» του, όπως αυτό που απασχόλησε προ τριετίας περίπου τα ΜΜΕ: 
«Δεν έχει τέλος το γαϊτανάκι με τους διορισμούς συγγενών και φίλων, στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, με τελευταίο κρούσμα τον διευθυντή του ραδιοσταθμού του ΣΥΡΙΖΑ “Στο Κόκκινο” Κώστα Αρβανίτη, ο οποίος διόρισε σε θέσεις μετακλητών υπαλλήλων δύο μέλη της οικογένειάς του: τη σύζυγό του Ζηνοβία Συρίβλη, η οποία ανέλαβε διευθύντρια στο πολιτικό γραφείο του υφυπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων Αναστάσιου Πετρόπουλου, καθώς και την κόρη της συζύγου του, Αφροδίτη Βογιατζόγλου, η οποία, με μόνο προσόν το απολυτήριο Λυκείου, βρέθηκε στο γραφείο του υπουργού Υποδομών Χρήστου Σπίρτζη. Στο ΦΕΚ του διορισμού της, η σύζυγος του κ. Αρβανίτη αναφέρεται με το πατρικό της όνομα (Ζηνοβία Συρίβλη) και μόνον οι γνωστοί του ζευγαριού μπορούν να αντιληφθούν ότι είναι το ίδιο πρόσωπο που ως δημοσιογράφος Τζίνα Βογιατζόγλου (το επώνυμο του πρώην συζύγου της) είχε διατελέσει στο παρελθόν διευθύντρια στην ΕΡΑ 5. Κάπως έτσι μπορούν να καλυφθούν τα ίχνη αλλά και να αποφευχθούν συνειρμοί με τον ταυτόχρονο διορισμό της θυγατέρας της σε άλλο υπουργείο…» 

Τον κ. Νικολαΐδη δεν τον γνωρίζω. Από τις φωτογραφίες και τα λίγα που άκουσα πρόκειται μάλλον για σεμνό και μετρημένο άτομο. Πώς έμπλεξε με την συν-μωρία των συριζαίων δεν ενδιαφέρει, μια και είναι δικό του πρόβλημα. Εκείνο όμως που ενδιαφέρει είναι οι τοποθετήσεις του (δικές του ή υπαγορευμένες ελάχιστη σημασία έχει) για την κατάπτυστη «συμφωνία» και για το Σκοπιανό γενικότερα (έχω επιχειρηματολογήσει κατ’ επανάληψη ότι δεν υπάρχει «μακεδονικό» ζήτημα δεδομένου ότι αυτό έκλεισε οριστικά de jure και de facto με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913 με την οποία καθορίστηκαν οριστικά και τα σύνορα μεταξύ των τότε εμπλεκομένων μερών. Από το 1945 ελέω Τίτο δημιουργήθηκε το ελληνοσκοπιανό πρόβλημα και εν συντομία το «Σκοπιανό»). 

Ειλικρινά δεν ξέρω από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω με όσα απίθανα γράφτηκαν, έναν απίστευτο «αχταρμά» ανακριβειών, παρανοήσεων, ψευδολογιών και φτηνών δικαιολογιών που επιχειρούν να ωραιοποιήσουν το τερατούργημα των Πρεσπών που λουστήκαμε, τις συνέπειες του οποίου θα τις πληρώνουμε για πολλά χρόνια στο μέλλον, ένα διάτρητο νομικά, πολιτικά, εθνικά κατασκεύασμα που υπαγορεύθηκε από ξένα κέντρα για να εξυπηρετήσει δικές τους προτεραιότητες και στόχους. 
Τι να πρωτοσχολιάσω! Την γελοία και ψευδέστατη «άποψη» περί 140 χωρών που δήθεν αναγνώρισαν τα Σκόπια ως «Μακεδονία» που παπαγαλίζουν οι γκεμπελίσκοι του Σύριζα (και όχι μόνον) προς χρήση των σανοφάγων; Γνωρίζουν όλοι αυτοί την θεμελιώδη διαφορά στην Διπλωματία μεταξύ απλής σύναψης διπλωματικών σχέσεων μεταξύ δύο χωρών και της επίσημης αναγνώρισης μιας χώρας με την συνταγματική της ονομασία; Τα εξηγώ και τα γράφω χρόνια τώρα, Κάντε λοιπόν αγαπητέ τον κόπο να διαβάσετε αυτό το άρθρο μου: http://ethnologic.blogspot.com/2015/04/blog-post_26.html και τα ξαναλέμε. Ερωτώ: Γιατί άραγε τα Σκόπια δεν έτρεξαν να υπογράψουν συμφωνία με όλες αυτές τις χώρες και πίεζαν να υπογράψει η Ελλάδα; Απλούστατα, διότι μόνον η Ελλάδα μπορούσε να τους νομιμοποιήσει! Και αυτήν την μειοδοσία την διέπραξαν κάποιοι που το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να κρατήσουν τις καρέκλες τους. Και μάλιστα σε μια περίοδο που οι Αλβανοί των Σκοπίων προετοιμάζονταν συστηματικά για την δημιουργία Ομοσπονδίας και κατάργηση του υπάρχοντος κρατικού μορφώματος. Μήπως δεν είναι έτσι; Διαβάστε λοιπόν το άρθρο εδώ: https://ethnologic.blogspot.com/2017/03/blog-post_11.html «Ο διαμελισμός του σκοπιανού προτεκτοράτου» και ίσως γίνει αντιληπτό το τι παίχτηκε. Όσο για το «επιχείρημα» που επικαλούνται οι κουτοπόνηροι οπαδοί του κάθε Κοτζιά ότι «πετύχαμε να αναγνωριστεί ότι η μακεδονική (!) γλώσσα ανήκει στην ομάδα των νοτίων σλαβικών γλωσσών» δεν πίστευα στα μάτια μου! Άραγε υπήρχε κάποιος σε όλον τον πλανήτη που να υποστήριζε ότι η (κατασκευασμένη το 1944-45) γλώσσα των Σκοπίων ανήκε στην ομάδα των κινεζικών ή αφρικανικών γλωσσών;
Για να τελειώνουμε με όλες αυτές τις ασυναρτησίες και τις κουτοπονηριές. Μήπως αγαπητέ έτυχε να διαβάσετε ότι Κινεζικές εταιρείες ακύρωσαν παραγγελίες ελληνικών κρασιών διότι αναφέρονταν ως μακεδονικά; Για διαβάστε εδώ: https://omadaalithias.gr/politiki/i-kina-aperripse-ellinika-krasia-epeidi-einai-makedonika.

Και δυστυχώς είναι μόνο η αρχή και τα εμπορικά και οικονομικά προβλήματα δεν θα είναι τίποτε μπροστά στα άλλα που έρχονται. 
Θα μπορούσα να γράψω πολλά, αλλά σκέφτομαι αν αξίζει τον κόπο. Παραμένετε αγαπητέ σε ένα κόμμα που η πολιτική του, με τις ιδεοληψίες της κάθε κυρά-Τασίας, του Αλέξη και των υπολοίπων, κατέστρεψαν την ιδιαίτερη πατρίδα σου την Λέσβο (και την Μυτιλήνη), ένα από τα διαμάντια του Αιγαίου και την μετέτρεψαν σε κολαστήριο ψυχών. Έρχεστε τώρα να πείσετε εμάς τους Μακεδόνες ότι δεν ξέρουμε τι μας γίνεται και έχουμε παρασυρθεί από τους ακροδεξιούς; Φτάνει πια! Ακόμα και το θράσος έχει τα όριά του! 

Δηλώνω λοιπόν ότι θα αγωνιστώ με κάθε νόμιμο τρόπο και μέσον για την ακύρωση αυτού του ανοσιουργήματος το ταχύτερο δυνατόν. Αυτός είναι και ο λόγος που έθεσα υποψηφιότητα ως Ευρωβουλευτής με την παράταξη της ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ η οποία έχει ως βασική και ξεκάθαρη θέση την ακύρωση αυτής της επονείδιστης «Συμφωνίας». 
Ραντεβού λοιπόν, όχι στα γουναράδικα, αλλά στις κάλπες αγαπητέ. 

ΔΕΕ 
Έδεσσα, 2 Μαΐου 2019

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. ΠΕΛΛΑ News στις 8 Μαΐου 2019

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

Η ψυχολογική εξέλιξη του προλεταριάτου


Η ψυχολογική  εξέλιξη του προλεταριάτου


Μέσα στα χρόνια όλα αλλάζουν και εξελίσσονται, η μαρξική σύλληψη του προλεταριάτου δεν αποτελεί  εξαίρεση σε αυτόν τον αιώνιο κανόνα. Δεν ξέρω πώς θα ένοιωθε ο Γερμανός φιλόσοφος βλέποντας την ψυχολογική μετεξέλιξη του προλεταριάτου, το οποίο πλέον δεν αποσκοπεί  στο να καθιερώσει καμμία  δικτατορία  διότι έχει απορροφηθεί πλήρως και ψυχολογικώς μέσα στο καταναλωτικό κοσμικό  πλαίσιο του κεφαλαιοκρατικού κόσμου. Συγκεκριμένα οι προλετάριοι σήμερα έχουν κρατήσει τον μαρξικό αυτό τίτλο-όπως και οι ιερείς έχουν κρατήσει εθιμοτυπίες από την εποχή των αποστόλων-όμως συναποτελούν το εξουσιαστικό κομμάτι της σύγχρονης οικονομίας διότι συνιστούν τον κύριο αγοραστικό πόλο ώστε η αγορά να κινείται και ο κύκλος του χρήματος να  δουλεύει όσο καλύτερα μπορεί.Εδώ μάλιστα και δέκα χρόνια –και αυτό ελάχιστοι το έχουν αντιληφθεί- η προλεταριοποίηση του κόσμου έχει ονομασθεί οικονομική κρίση.

Ας γίνουμε όμως πιο συγκεκριμένοι:Ο κόσμος αλλάζει,έχουμε απίστευτες μετακινήσεις πληθυσμών,οι πληθυσμοί όμως αυτοί ενώ μαρξικά θεωρούνται προλετάριοι(είτε θρησκευτικοί είτε εργασιακοί) δεν έχουν καμμία ταξική συνείδηση ή καμμία ιδεολογική και ηθική επιδίωξη να επαναστατήσουν και να αναλάβουν την εξουσία.Απλά θέλουν από τις κρατικές κυβερνήσεις εργασιακή απορρόφηση άρα και κοινωνική ενσωμάτωση.Ώστε το προλετάριο  ως επαναστατικό μαρξικό μέγεθος έχει ιστορικά εξαφανισθεί. Στην προσπάθειά τους όμως οι κυβερνήσεις να στήσουν το νέο πληθυσμιακό πάζλ εξύφαναν το σενάριο της οικονομικής κρίσης,η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ελεγχομένη ανακατανομή πλούτου, εξουσιαζομένου από κεντρικά μέρη, προκειμένου να ελεγχθεί το νέο κρατικό οικουμενικό πάζλ και οι νέες εργασιακές και οικονομικοκοινωνικές ισορροπίες.
Οι προλετάριοι λοιπόν εξαρτώνται πλήρως από τους έχοντας τον πλούτο και καμμία σκέψη δεν υπάρχει να επαναστατήσουν,ούτως ή άλλως έχουν αλλάξει τελείως τη μαρξική επαναστατική τους φύση.Τώρα  επειδή οι εργασιακές σχέσεις έχουν εξελιχθεί, οι μηχανές έχουν εισέλθει στη ζωή των ανθρώπων, οι μαρξικοί φόβοι ξεπεράσθηκαν, πτωχοί πλουτίζουν, προλετάριοι γίνονται αρχηγοί κρατών, τώρα πλέον οι προλετάριοι αποτελούν τον καταναλωτικό στρατό των κεφαλαιούχων. Κυβερνά το προλεταριάτο, αλλά αντίστροφα. Τα προϊόντα δημιουργούνται με  βάση τη μαζική κουλτούρα των προλεταρίων. Γι αυτό εξάλλου σιγά αλλά σταδιακά καταργείται η μεσαία τάξη ώστε όλα να απλοποιηθούν,όλος ο κόσμος θα πρέπει να γίνει μια τεράστια αγορά. Υπάρχουν οι πάροχοι πλούτου και προϊόντων και οι αγοραστές προλετάριοι. Οι προλετάριοι προσαρμόζονται στο νέο μετακαπιταλιστικό κόσμο της ειρήνης που επιφυλάσσει το life style. Από τη στιγμή κατά την οποία το σπίτι του εργάτη έχει lab top,κινητό,τηλεοράσεις και λοιπές ανέσεις, όλα είναι τέλεια.
Ο Μάρξ έδωσε τον τρόπο ο καπιταλισμός έκανε όλα τα άλλα. Συγκεκριμένα: Ο Μάρξ ως αντίστροφος Ιησούς φώναξε: «δεν υπάρχει σωτηρία έξω από τον κόσμο της μηχανής»(Ο Ιησούς είχε  φωνάξει «δεν υπάρχει σωτηρία έξω από την εκκλησία»).Οι προλετάριοι πίστεψαν το Μάρξ και θεώρησαν ότι όλα στη ζωή είναι χρήμα,κατανάλωση,ύλη και οικονομικές ισορροπίες.Ευτυχισμένος δεν είναι αυτός ο οποίος σκέπτεται αλλά αυτός ο οποίος έχει ύλη και δεν τρομάζει να κοιτάζει τους οικονομικούς δείκτες στα «μάτια».Σταδιακά οι προλεταριακές μάζες ξέχασαν το πνεύμα και τις άνω οδούς και δέθηκαν στον κύκλο του χρήματος. Σήμερα που το life style έχει επικρατήσει ξεπεράσθηκε και η ιστορική αποστολή του προλεταριάτου. Γιατί να επαναστατήσουν όταν αυτοί με τις αγορές τους ρυθμίζουν τα πάντα; Γιατί να επαναστατήσουν όταν όλα και όλοι ,από τα σχολεία μέχρι τα ΜΜΕ εργάζονται γι αυτούς,με διαφημίσεις,με μελέτες αγοράς. Γιατί να επαναστατήσουν τη στιγμή κατά την οποία όλοι ασχολούνται με τους ευπαθείς και αδυνάτους, όταν όλα έχουν καταστή κατανάλωση και ύλη και ανάλωση, κάτι το οποίο αποεπαναστατικοποιεί το προλεταριάτο και το καθιστά τον συνεργάτη καταναλωτή των κεφαλαιούχων;
Είναι τόση η μανία του προλεταριάτου ώστε συζητούμε για μαρξική επαναστατική αντιστροφή του ιστορικού ρόλου των πτωχών και μαρξικά αδυνάτων. Πλέον το προλεταριάτο θα επαναστατήσει μόνον εάν δεν έχει όλα τα λεφτά ώστε να αγοράσει όλα όσα θέλει.Το ψυχολογικό και όχι το δικτατορικό προλεταριάτο είναι εδώ. Είναι τόσος ο εξανδραποδισμός που υφίσταται το προλεταριάτο ώστε θα επαναστατήσει μόνον όταν δεν έχει όλα όσα θέλει.Γι αυτό και έχει προσαρμοσθεί επάνω του όληη καπιταλιστική εξουσιαστική κυρίαρχη λογική.
Ας την προσέξουμε.Καταργείται η μεσαία τάξη ώστε να έχουμε τους λίγους εμπόρους και τους πολλούς καταναλωτές.Από εκεί και πέρα έχουμε μαζικές παραγωγές σε προϊόντα ευρείας χρήσης (υπολογιστές,κινητά τηλέφωνα,αυτοκίνητα κ.α) ώστε οι μάζες να ευχαριστούνται. Όλα εμπορευματικοποιούνται,όλα γίνονται κατ΄εικόνα και καθ΄ομοίωσιν των προλεταρίων ,  χάριν της καταναλωτικής μανίας των προλεταρίων. Τα ψώνια γίνονται τηλεοπτικά παιχνίδια ώστε οι προλετάριοι να έχουν τα δικά τους είκοσι λεπτά όπου θα είναι πρωταγωνιστές πέρα από κάθε αμφιβολία. Η τηλεόραση σφύζει από μαγειρική και χορούς και τραγούδια και τυχερά παίγνια προκειμένου να εξευμενισθεί η μαρξική επαναστατική μανία των προλεταρίων. Ο προλεταριακός επαναστατικός ζόφος μετατρέπεται σε καταναλωτική και κεφαλαιοκρατική δουλοπρεπής μανία. Ο κόσμος γίνεται αντιληπτός όχι όπως στον Πυθαγόρα (στολίδι και αρμονία) αλλά ως ένα τεράστιο προϊόν το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να αγορασθεί και να καταναλωθεί.Δεν είναι τυχαίο ότι οι συσκευές ευρείας οικιακής χρήσης,φάρμακα ευρείας χρήσης, βιβλία τσέπης, παντού καφέ και γρήγορο φαγητό,όλα καθίστανται εύκολη αγορά χωρίς σκέψη προκειμένου το προλεταριάτο να καταστή ήρεμος ψυχολογικός παράγων.Γι αυτό εξάλλου και η αριστερολαγνεία. Οι προλετάριοι δεν ξεχνούν ότι ο Μάρξ τους εδημιούργησε και σε κανένα άλλο κόσμο δεν θα είχαν τόσο τέλεια ζωή,να δουλεύουν λίγο,να προσπαθούν ελάχιστα,να ζούν με τη γαστέρα και την επιθυμία και όχι το νού,και να είναι τόσο ευτυχισμένοι.Διότι υπήρξαν και πολιτισμοί όπου απαίτησαν από τους πολίτες το μείζον και το ανώτερον,νοερώς και ηθικώς, προκειμένου η πόλις και οι πολίτες  να εξελιχθούν.
Ώστε λοιπόν η περίφημη διαλεκτική σχέση πλουσίων και προλεταρίων ομοιάζει με τη σχέση του  όρους με τις πηγές.Όλοι και όλα εργάζονται για το προλεταριάτο το οποίο πλέον είναι μέρος του επισήμου life style.Yπάρχει όμως μια παράξενη εμφάνιση του προλεταριάτου. Εξωτερικά καταναλώνει, ψυχολογικώς είναι αγχωμένοι οι προλετάριοι διότι δεν ξέρουν εάν θα τα έχουν όλα,πνευματικώς νοιώθουν μαρξικά τέκνα του κράτους ώστε ως οι πρωτόπλαστοι τα περιμένουν όλα από το κράτος. Δεν επιδιώκουν το μέγιστο,θέλουν τα επιδόματα,την ευρεία κατανάλωση, και τις ελαστικές μορφές εργασίας.Διότι οι προλετάριοι προκαλούν σε μεγάλο βαθμό όλα όσα εργασιακά ή μη επισυμβαίνουν, κρυφά αποτελούν συνδιαμορφωτή με τους εξουσιαστές του κόσμου όπως τον βλέπουμε να διαμορφώνεται αυτόν τον κόσμο, επειδή μάλιστα προήλθαν από το Μάρξ  και άσχεται με το τι ξέρουν πολιτικά ή δεν ξέρουν, επιθυμούν την αριστερολαγνεία διότι σε κάθε άλλο σοβαρό πολιτικό περιβάλλον όπου η ωφέλεια θα υπερκεράσει την απλή τέρψη,οι προλετάριοι θα αποκτήσουν την υγιά πολιτική συνείδηση όπως αυτή τη βλέπουμε στον Πλατωνικό Πρωταγόρα.Ώστε η Πλατωνική Εργατκή τάξη η οποία απορρέει από τους Βασιλείς –Φιλοσόφους να στηρίζεται στην αιδώ και στη δίκη,στην προσφορά προς την ευδαιμονία και την ενδελέχει και της πόλεως και του πολίτου.

Βασίλειος Μακρυπούλιας,δρ.φιλοσοφίας.

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2019

Οι Γάλλοι προστατεύουν τα αρχαία ελληνικά

Αίτημα να περιληφθούν 
τα αρχαία ελληνικά στην άυλη 
πολιτιστική κληρονομιά της Unesco

Την εγγραφή των αρχαίων γλωσσών στον κατάλογο της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco ζήτησε σήμερα μια γαλλική ένωση, κατά τη διάρκεια ενός συνεδρίου στο οποίο συμμετείχε και ο υπουργός Παιδείας της Γαλλίας.

«Θεωρήσαμε απαραίτητο να διαφυλάξουμε τη διδασκαλία των λατινικών και των (αρχαίων) ελληνικών, που είναι οι βάσεις της γαλλικής γλώσσας και της ευρωπαϊκής ιστορίας» εξήγησε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο καθηγητής αρχαιολογίας Βενσάν Μερκενμπρέκ, ο πρόεδρος της ένωσης Human-Hist.

Η ένωση αυτή υπέβαλε το αίτημα με ένα μανιφέστο που παρουσιάστηκε σήμερα, με την ευκαιρία της έναρξης της «Β΄ Διεθνούς Συνάντησης των αρχαίων γλωσσών», ενός διήμερου συνεδρίου που διεξάγεται στο Ωτέν. Στη συνάντηση αυτή συμμετέχουν 80 ερευνητές και πανεπιστημιακοί από τη Γαλλία και άλλες χώρες. Οι συζητήσεις σε κάποια από τα στρογγυλά τραπέζια γίνονται στα λατινικά ή τα αρχαία ελληνικά.

«Είναι επίσης μια ευκαιρία να δείξουμε στο κοινό τη σπουδαιότητα και την ικμάδα των αρχαίων γλωσσών», πρόσθεσε ο Μερκενμπρέκ.

Στο συνέδριο έδωσε το παρών, σήμερα το πρωί, και ο υπουργός Εθνικής Παιδείας Ζαν-Μισέλ Μπλανκέ ο οποίος χαρακτήρισε το μανιφέστο της Human-Hist «εμβληματικό και ουσιώδες» για την υπεράσπιση των αρχαίων γλωσσών που είναι «το ζωντανό σφρίγος της δικής μας γλώσσας».

«Τα ελληνικά και τα λατινικά δεν είναι ούτε απαρχαιωμένες, ούτε ελιτιστικές (γλώσσες) και πρέπει να τις προωθήσουμε» πρόσθεσε ο υπουργός, εκφράζοντας την υποστήριξή του στους διδάσκοντες οι οποίοι «μεταλαμπαδεύουν αξίες».

Ένας 13χρονος μαθητής που συμμετείχε στις εργασίες του συνεδρίου, ο Αντρέ, δήλωσε ότι έχει πάθος με τα λατινικά και τα αρχαία λατινικά γιατί βοηθούν «να γνωρίζει το παρελθόν, να κατανοεί το παρόν και να εξηγεί το μέλλον».

Η παρουσίαση του μανιφέστου στο Ωτέν, το αρχαίο Αυγουστόδουνον (Augustodunum), δεν έγινε τυχαία: τα λατινικά και τα αρχαία ελληνικά διδάσκονται στην πόλη αυτή αδιαλείπτως εδώ και 2.000 χρόνια, όπως εξήγησε ο Μερκενμπρέκ. Το γεγονός αυτό πιστοποιεί η πρόσφατη ανακάλυψη μιας Σχολής Δικαίου και Γραμμάτων (Ecoles Meniennes) που ιδρύθηκε τον 1ο αιώνα μ.Χ. και θεωρείται «το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της ρωμαϊκής Γαλατίας», σημείωσε ο αρχαιολόγος.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

«Μακεδονία Ξακουστή»: Η ιστορία πίσω από το εμβατήριο


«Μακεδονία Ξακουστή»: Η ιστορία 
πίσω από το εμβατήριο
Ο ύμνος της Μακεδονίας στα χείλη των Ελλήνων
05.02.18

Το εμβατήριο «Μακεδονία Ξακουστή» τραγούδησαν όλοι όσοι βρέθηκαν στο χθεσινό συλλαλητήριο της Αθήνας. To Star μίλησε με ειδικούς λαογράφους για το πως γεννήθηκε αυτός ο ύμνος και βρίσκεται στα χείλη όλων.
Με μια φωνή το Σύνταγμα τραγουδά τον ύμνο της Μακεδονίας και η Αθήνα πάλλεται στο άκουσμά του.   Ακόμα κι εκείνοι που έρχονται με... πούλμαν στο κέντρο της πρωτεύουσας σιγο-τραγουδούν για την... «χώρα του Μ. Αλεξάνδρου».
Η αλλαγή της προεδρικής φρουράς πραγματοποιείται υπό τους ήχους του «Μακεδονία Ξακουστή» και ο κόσμος ξεσπά σε χειροκροτήματα.
Η ακριβής προέλευση του τραγουδιού που υπερήφανα τραγουδά όλη η Ελλάδα, δεν είναι γνωστή... Η ταυτότητα του δημιουργού του δεν φανερώθηκε ποτέ.
 «Μπορεί να θεωρηθεί και δημοτικό τραγούδι γιατί έμεινε στην παράδοση χωρίς να γνωρίζουμε τίποτα για τον στιχουργό του. Χρονολογείται μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Ήταν νωπά τα γεγονότα,  εξ ου και το "έδιωξες τους Βούλγαρους". Βέβαια ο στίχος αυτός άλλαξε μέσα στα χρόνια, εξηγεί ο Δημήτριος Ευαγγελίδης, εθνολόγος.
Μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ο χορός του εμβατηρίου εντάχθηκε στον κατάλογο των ελληνικών εθνικών χορών κι έκτοτε άρχισε να διδάσκεται σε σχολεία όλης της Ελλάδας.
Στην κεντρο-δυτική Μακεδονία βασίζεται στα βήματα του "ράικο" (Ακούστε εδώ: http://www.dance-pandect.gr/pds_cosmos/pop/pop_lhmma_gr.php?oid=O-E6C66BC1&ActionP=Play&mode=Med&Obj=S&eid=E-6D447&aa=1), του πιο γνωστού χορού με προσθέσεις βημάτων, ενώ σε ανατολική Μακεδονία διαφορετική εκδοχή, όμοια με αυτήν που είχε πρωτο-αρχίσει να διδάσκεται.
Το εμβατήριο της Μακεδονίας έχει προκαλέσει ρίγη συγκίνησης πολλές φορές και στο παρελθόν.  Ήταν 28η Οκτωβρίου του 2011 όταν στην Θεσσαλονίκη απαγορεύτηκε η παρέλαση.
Προς έκπληξη όλων, όμως, οι Ευέλπιδες παρέλασαν... τραγουδώντας μάλιστα το «Μακεδονία Ξακουστή».
Ακόμα κι από... γκάιντα έχει ακουστεί η μελωδία του μακεδονικού ύμνου, όταν τον Μάρτιο του 2016 Άραβες Ορθόδοξοι πρόσκοποι παιάνιζαν το «Μακεδονία ξακουστή» παρελαύνοντας μπροστά από το άγαλμα του Μ. Αλεξάνδρου στη Θεσσαλονίκη.
Κρίμα που ο δημιουργός του χάθηκε άγνωστος χωρίς ποτέ να μάθει το πόσα πολλά σημαίνει ο ύμνος που έγραψε για τους Έλληνες απανταχού.

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019

Η Οθωμανική ισχύς τον Α΄ χρόνο της ελληνικής επανάστασης

«Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων», 
πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου

Το μέγεθος και ο βαθμός 
κινητοποίησης της οθωμανικής 
ισχύος κατά το 1ο έτος 
της Ελληνικής επανάστασης

Του Χρόνη Βάρσου
Φιλολόγου-Ιστορικού Ερευνητή


Είναι ευρύτατα διαδεδομένη η εντύπωση, ότι ο οθωμανικός στρατός στα χρόνια της επανάστασης του 1821 ήταν ανεκπαίδευτος, απειροπόλεμος, με ανίκανη κατά το πλείστον ηγεσία, χωρίς στρατηγική και σχέδιο μάχης. Την άποψη αυτή συντηρεί έως σήμερα ο απίστευτος ηρωισμός των Ελλήνων επαναστατών, οι φωτεινές μορφές των μεγάλων ηγητόρων της παλιγγενεσίας και τα εντυπωσιακά πολεμικά τους κατορθώματά. Το παρόν άρθρο θα προσπαθήσει να καταδείξει τη λανθασμένη αυτή αντίληψη, αναδεικνύοντας συνοπτικά το βαθμό κινητοποίησης της τουρκικής πολεμικής μηχανής και την υπερπροσπάθεια που κατεβλήθη κατά το 1ο έτος του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα.
Η ελληνική επανάσταση που ξέσπασε το 1821, για πολλούς σε λάθος χρόνο, υπό τη βαριά σκιά της υπερσυντηρητικής Ιεράς Συμμαχίας και η 9ετης τιτάνια σύγκρουση που ακολούθησε, πέραν των τεράστιων διπλωματικών συνεπειών και διεργασιών που επέφερε, συγκλονίζοντας την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και διαμορφώνοντας ένα κύμα φιλελληνισμού, συντάραξε συθέμελα την παρακμάζουσα αλλά πάντα ισχυρότατη οθωμανική αυτοκρατορία.
Οι Έλληνες κλήθηκαν να αναμετρηθούν στο πολεμικό πεδίο με μια υπερμεγέθη δύναμη για τα δεδομένα των ολιγάριθμων, απειροπόλεμων και ανεπαρκώς εξοπλισμένων επαναστατικών σωμάτων. Αν εξαιρέσει κανείς την ικανότατη στρατιωτική ηγεσία του αγώνα κατά το πρώτο έτος (Θ. Κολοκοτρώνης, Οδ. Ανδρούτσος, Μ. Μπότσαρης, Α. Μιαούλης), ένα πυρήνα εξαίρετων μαχητών όπως οι Σουλιώτες, οι Μανιάτες ή οι Σφακιανοί, το σύνολο των εμπειροπόλεμων κλεφταρματολών αλλά και όσων είχαν υπηρετήσει σε δυτικούς στρατούς στα Επτάνησα καθώς και τα πληρώματα του στόλου με τον υψηλό βαθμό ναυτοσύνης, η πλειοψηφία των αγωνιστών που ρίχτηκαν στη φωτιά της μάχης ήταν επί της ουσίας άπειρη, άοπλη και ανεκπαίδευτη.


Ο απαγχονισμός του Πατριάρχη 
Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου Ε΄

Η οθωμανική αυτοκρατορία την περίοδο έκρηξης της επανάστασης βίωνε, ασφαλώς, πολλαπλά προβλήματα. Η αποστασία του ισχυρότατου Αλή πασά των Ιωαννίνων απαίτησε την εμπλοκή μεγάλων σουλτανικών δυνάμεων στο μέτωπο της Ηπείρου ήδη από τον Ιούλιο του 1820 (έως και τον Ιανουάριο του 1822), υπό την ηγεσία αρχικά του Ισμαήλ Πασόμπεη. Στις αρχές του 1821 εστάλη όμως στα Γιάννενα, προς αντικατάστασή του, ως αρχισερασκέρης, ο ικανότατος Μόρα Βαλεσή, Χουρσίτ Αχμέτ πασάς, που ασφαλώς η απουσία του από την Πελοπόννησο έπαιξε κρίσιμο ρόλο στις ελληνικές επιτυχίες των πρώτων μηνών. Παράλληλα, από το Φθινόπωρο του 1820, στα ανατολικά σύνορα με τη σιϊτική Περσία του Φαθ Αλή Σαχ, σημειώνονταν χαμηλής έντασης συγκρούσεις που εξελίχθηκαν σε ανοιχτή πολεμική σύρραξη μεταξύ των δύο χωρών μέχρι τον Ιούλιο του 1823, εξέλιξη που ασφαλώς ενέπλεξε ικανό αριθμό οθωμανικού στρατού. Επιπλέον στην περιοχή Παλαιστίνης-Συρίας-Λιβάνου οι τοπικοί πασάδες είχαν εμπλακεί σε πολεμικές έριδες μεταξύ τους για τον έλεγχο της παραλιακής ζώνης. Τέλος έντονος ήταν ο φόβος ξεσπάσματος ενός νέου ρωσσο-τουρκικού πολέμου, μετά τον Ιούλιο του 1821, λόγω της διακοπής των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών με την αποχώρηση του Ρώσου πρέσβη Στρόγανωφ από την Κωνσταντινούπολη, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την εκτέλεση του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ και τις ανεξέλεγκτες σφαγές των Ορθοδόξων χριστιανών υπηκόων. Ο φόβος ενός ρωσσο-τουρκικού πολέμου δεν επιβεβαιώθηκε παρά μόλις τον Απρίλιο του 1828 , αλλά καθώς ήταν πάντα ένα πιθανό σενάριο, δέσμευε πολύτιμες δυνάμεις στα σύνορα, ενώ το ενδεχόμενο ναυτικής επίθεσης από τη κατεύθυνση της Σεβαστούπολης, κρατούσε τον κύριο όγκο του σουλτανικού ναυτικού (ειδικά των 4 τεράστιων τρίκροτων των 118-130 πυροβόλων) στην Κωνσταντινούπολη και τον Εύξεινο Πόντο υπό τον καπουδάν πασά Ντελή Αβδουλάχ. Το σενάριο αυτό βέβαια απέτρεψε και τη μαζική σφαγή των υπόδουλων Ελλήνων της αυτοκρατορίας, όπως ήταν οι αρχικές σκέψεις, ως αντίδραση της Πύλης στην επανάσταση, σχέδιο που προωθούσε ο αρχιγραμματέας του Διβανίου (σουλτανική κυβέρνηση) Μεχμέτ Σαϊντ Χαλέντ εφέντης. Γι’ αυτό το λόγο παύθηκε και δολοφονήθηκε το Μάρτιο και ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης (Σεϊχ Ουλ Ισλάμ) Χατζή Χαλίλ εφέντη λόγω της μετριοπάθειάς και της άρνησής του να υπογράψει το σχετικό φετφά (διάταγμα).
Παρόλα ταύτα η αυτοκρατορία ήταν τεράστια σε μέγεθος, με ανεξάντλητους πόρους και ανθρώπινο δυναμικό. Στο πλευρό της βρίσκονταν οι ημιανεξάρτητοι πασάδες της Τύνιδας, του Αλγερίου, της Τρίπολης αλλά και ο Μεχμέτ Αλής της Αιγύπτου, ιδίως από το 1824. Παράλληλα απολάμβανε και τη διπλωματική υποστήριξη των δυνάμεων της Ιεράς Συμμαχίας και την αμέριστη βοήθεια της Αυστρίας και του Μέττερνιχ προσωπικά. Ειδικά η στάση των αγγλικών και αυστριακών πλοίων στο Αιγαίο και το Ιόνιο, ήταν σε σταθερή βάση, απροκάλυπτα φιλοτουρκική και προκλητικά επιθετική απέναντι στους Έλληνες. Με σωρεία εχθρικών ενεργειών όπως ποικίλες μορφές συστηματικής κατασκοπείας, ενίσχυση με εφόδια τουρκικών φρουρίων, έτοιμων να παραδοθούν στους Έλληνες και παραχώρηση των Ιονίων λιμανιών στον τουρκικό στόλο για ανεφοδιασμό και επισκευές, στέκονταν αλληλέγγυα στο σουλτάνο.


"Μάχη των Ελλήνων κατά των Τούρκων 
εις την γέφυραν της Αλαμάνας"
Π. Ζωγράφος – Ι. Μακρυγιάννης. (Γενάδειος Βιβλιοθήκη).

Αν εξαιρεθούν οι επιχειρήσεις στον Δούναβη και τη Μολδοβλαχία με στόχο την καταστολή του κινήματος του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ουσιαστικά όλη η πολεμική κινητοποίηση του σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ (1808-1839) για την αντιμετώπιση της επανάστασης κατά το 1821, εστιάστηκε στην ενίσχυση της Τρίπολης και στον απεγκλωβισμό της από την πολιορκητική λαβίδα του Θ. Κολοκοτρώνη, που την έσφιγγε ολοένα και περισσότερο. Συνολικά εντός του 1821, σχεδόν 200.000 τουρκικού στρατού κινητοποιήθηκαν συνολικά σε διάφορα μέτωπα (Ηγεμονίες, Μακεδονία, Ήπειρος, Θεσσαλία, Ρούμελη, Μοριάς, Κρήτη, νησιά, μικρασιατικά παράλια) για να καταστείλουν τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Στην προσπάθεια αυτή ο ρόλος του Χουρσίτ πασά, του πλέον ικανού στρατιωτικού που διέθετε η Πύλη στην αρχή του αγώνα, ήταν κομβικός, αλλά καθώς παρέμενε εγκλωβισμένος στο μέτωπο της Ηπείρου εναντίον του Αλή πασά και των Σουλιωτών «συμμάχων» του, οι πρωτοβουλίες που πήρε για την ενίσχυση της πολιορκούμενης Τρίπολης, αν και σωστές, απέτυχαν οικτρά.
Ο Σεπτέμβριος του 1821 χαρακτηρίστηκε από την οριστική καταστολή της επανάστασης στις Ηγεμονίες, τη στενή πλέον πολιορκία του Αλή πασά μέσα στο κάστρο των Ιωαννίνων και από την πτώση της Τριπολιτσάς. Η επιχειρησιακή αδυναμία του – κατά τα άλλα εντυπωσιακού σε μέγεθος και ισχύ – οθωμανικού ναυτικού (σε όλη τη διάρκεια του 1821 έγιναν μόλις 3 έξοδοι της σουλτανικής αρμάδας – ανεπιτυχείς σε γενικές γραμμές), τα στρατηγικά και τακτικά λάθη του, η διστακτικότητα του καπετάν μπέη, Καρά Αλή, να επιδιώξει μια αποφασιστική σύγκρουση, αλλά και η παράλληλη εξαιρετική δράση του ελληνικού (τρινήσιου) στόλου, έπαιξαν φυσικά τεράστιο ρόλο σ’ αυτήν την εξέλιξη. Η ήττα όμως και ο θάνατος του Αλή πασά τον Ιανουάριο του 1822, αποδέσμευσαν χιλιάδες στρατού και ως πρωταρχικός στόχος του σουλτάνου για τη συνέχεια τέθηκε η ανακατάληψή της Τρίπολης που λογικά θα σήμαινε και την απαρχή της ήττας των Ελλήνων.
Δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς τη σημασία της αντικατάστασης δύο Μεγάλων βεζίρηδων, του Σαγίντ Αλή πασά που εξορίστηκε στην Καλλίπολη και του Μπεντερλί Αλή πασά που εκτελέστηκε από το σουλτάνο, μέσα σε μόλις 30 μέρες, μεταξύ Μαρτίου-Απριλίου, λόγω της αδυναμίας τους να καταστείλουν την επανάσταση. Συνολικά 9 Μεγάλοι βεζίρηδες άλλαξαν την περίοδο του αγώνα 1821-1829 (!), στοιχείο που δείχνει σαφέστατα το βαθμό του πανικού που είχε καταλάβει την Πύλη από την ελληνική επανάσταση και τις αρχικές της επιτυχίες.
Ο τεράστιος βαθμός στρατιωτικής κινητοποίησης της οθωμανικής δύναμης, όχι μόνο κατά το πρώτο έτος που αφορά το παρόν άρθρο, αλλά και σε όλη την επόμενη περίοδο 1822-1829 (ιδίως με τη συμμετοχή της ισχυρότατης Αιγύπτου το 1824-1828), μαρτυρά από μόνος του τη δυσκολία του επαναστατικού εγχειρήματος. 
Η χαώδης διαφοράς ισχύος μεταξύ των δυνάμεων που αναμετρήθηκαν στον ελλαδικό χώρο για 9 συναπτά έτη απαιτούσε από την πλευρά των Ελλήνων τεράστιο βαθμό μαχητικότητας, αποφασιστικότητας, ευφυΐας, αντοχής, ευρηματικότητας και ηρωισμού. 
Τα στοιχεία αυτά διέκριναν τους προγόνους μας σε εκείνη την τιτάνια σύγκρουση που ξεκινούσε και στην οποία τελικά ανταπεξήλθαν με απόλυτη επιτυχία, κατανικώντας υπερμεγέθεις στρατούς και στόλους, σε ένα εξαιρετικά δυσμενές πολιτικο-στρατιωτικό και διπλωματικό περιβάλλον, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην υπόθεση της Ελληνικής Ανεξαρτησίας.

** όλες οι ημερομηνίες που αναφέρονται αφορούν το παλιό ιουλιανό ημερολόγιο


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
(1) K. Αλεξανδρής, ΑI NAYTIKAI ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΕΡ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΑΓΩΝΟΣ 1821-1829, Αθήνα, 1930
(2) ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Τόμος ΙΒ΄, εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1979
(3) Απ. Βακαλόπουλος, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, τόμοι Ε-Η, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1980-88
(4) Διον. Κόκκινος, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα, 1957
(5) Κων. Παπαρρηγόπουλος, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, εκδόσεις Φάρος, Αθήνα, 1984
(6) Μ. Σίμψας, ΤΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, τόμος Γ-Δ, εκδόσεις ΓΕΝ, Αθήνα, 1980
(7) Σπ. Τρικούπης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, εκδόσεις Λιβάνης, Αθήνα, 1993

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

«Ο δωδεκάλογος του γύφτου»

Γεώργιος Ροϊλός (1867-1928), Οι ποιητές (1919)



Κωστή Παλαμά:
«Ο δωδεκάλογος του γύφτου»

Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ είναι ένα συνθετικό ποίημα που δημοσιεύτηκε το 1907. Σ’ αυτό ο Γύφτος παρουσιάζεται ως σύμβολο της ελεύθερης, αδούλωτης ψυχής και της δημιουργικής δράσης που δε σταματάει πουθενά, δεν υποτάσσεται σε τίποτε, αλλά προχωρεί συνεχώς γκρεμίζοντας τα παλιά και τα σάπια και χτίζοντας τα καινούρια και τα γερά.
Ο Προφητικός είναι ο όγδοος από τους δώδεκα λόγους και ο πιο παλιός. Γράφτηκε το 1899, δηλαδή την επαύριο της εθνικής ταπείνωσης του '97 . Σ’ αυτόν ο ποιητής, βαθιά πληγωμένος, εκφράζει τη συνείδηση του έθνους του. Το σκηνικό τοποθετείται στο Βυζάντιο και τα γεγονότα μετατρέπονται σε προφητείες. Βλέπουμε στην Πόλη το βασιλιά να διασκεδάζει, να παίρνει μέρος σε αγώνες σαν άλλος Νέρωνας και να αποθεώνεται από τους κόλακες και τους αυλόδουλους. Ο Τούρκος πλησιάζει, αλλά όλοι μένουν αδιάφοροι, παραδομένοι στη διαφθορά. Κανένας δεν ακούει τη φωνή των ακριτών. Ο ποιητής-προφήτης τα βλέπει όλ’ αυτά, αγανακτεί και προλέγει το χαμό της πολιτείας. Ο πόνος του για τον ξεπεσμό και το κατάντημα που βλέπει, φτάνει ως τα όρια της απελπισίας και από κει αναδύεται ένα όραμα ελπίδας και αισιόδοξο μήνυμα εθνικής αναγέννησης.

Υπενθυμίζουμε ότι δύο καταστροφικά γεγονότα σημαδεύουν την Ελλάδα εκείνης της εποχής και διαμορφώνουν μια βαριά ατμόσφαιρα που επισκίαζε την καθημερινότητα και η οποία είχε άμεση επίδραση στον ψυχισμό, στα αισθήματα και ασφαλώς στην έμπνευση του ποιητή.
Τα γεγονότα αυτά ήσαν:
1.      Η πτώχευση του 1893. Στις 10 Δεκεμβρίου 1893 ο τότε Πρωθυπουργός Χ. Τρικούπης υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει από το βήμα της βουλής ότι «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», κηρύσσοντας επίσημα το ελληνικό κράτος σε κατάσταση πτωχεύσεως, ως προς τις πληρωμές στο εξωτερικό. Η είδηση της πτωχεύσεως προκάλεσε την εξέγερση όλων των δανειστών: Παρίσι, Λονδίνο, Βερολίνο ζητούσαν την κεφαλή του Τρικούπη και απαιτούσαν ομόφωνα την επιβολή διεθνούς ελέγχου πάνω στις εισπράξεις των προσόδων του δημοσίου. Το κυριότερο πρόβλημα που αντιμετώπιζε πια η Ελλάδα δεν ήταν τόσο το ποσό του χρέους, όσο ο διεθνής κλονισμός της ελληνικής αξιοπιστίας. Η διεθνής ανυποληψία της Ελλάδας δεν περιοριζόταν μόνο στους οικονομικούς κύκλους, αλλά επεκτεινόταν ταχύτατα και στο χώρο των πολιτικών συναλλαγών.
2.     Ο πόλεμος του 1897. Στις 27 και 28 Μαρτίου του 1897, 3.000 ενόπλων της Εθνικής Εταιρίας εισέβαλαν στην Οθωμανική επικράτεια σε 3 σώματα∙ στην αρχή είχαν επιτυχία και καταδίωξαν τις ασθενείς τουρκικές φρουρές. Δύο μέρες όμως αργότερα προσβλήθηκαν από τακτικό στρατό, διασκορπίσθηκαν και επέστρεψαν στο ελληνικό έδαφος. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε την οργή των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και χαρακτηρίστηκε ως ανειλικρινής πράξη, ενώ στην Τουρκία έδωσε την αναζητούμενη αφορμή πολέμου. Η κυβέρνηση βέβαια προσπάθησε να απεκδυθεί της ευθύνης εκείνης της ενέργειας, ήταν όμως πολύ αργά. Το απόγευμα της 5ης/17ης  Απριλίου η Πύλη ανακοίνωσε στον Έλληνα πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη ότι είχε αποφασίσει τη διακοπή των ελληνοτουρκικών σχέσεων και την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων. Ο ελληνικός στρατός άσχημα οργανωμένος και εξοπλισμένος θα υποστεί αλλεπάλληλες ήττες θα χάσει εδάφη και θα οπισθοχωρήσει. Η υποχώρηση αυτή άφησε τους Οθωμανούς Τούρκους κύριους της θεσσαλικής πεδιάδας. Οι Τούρκοι κράτησαν τα ελληνικά εδάφη στα βόρεια και ανατολικά της γραμμής ανακωχής μέχρι τις 22 Νοεμβρίου 1897, οπότε υπεγράφη στην Κωνσταντινούπολη η συνθήκη ειρήνης.

Ο ατυχής πόλεμος του 1897 κι η προηγηθείσα χρεοκοπία του 1893 είχαν δημιουργήσει την εποχή εκείνη ένα εξαιρετικά δυσοίωνο κλίμα για την Ελλάδα. Ο ποιητής ανήσυχος με την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα και βλέποντας τις συνεχείς αστοχίες στους χειρισμούς των εθνικών ζητημάτων, επιχειρεί να θυμίσει στους συγκαιρινούς του πως η καταστροφή δεν αργεί να προκύψει, όταν οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται τη σοβαρότητα των καταστάσεων. Άλλωστε, δεν είχαν περάσει παρά μερικές δεκαετίες από τότε που οι Έλληνες είχαν με κόπο απελευθερώσει μέρος μόνο του σημερινού ελληνικού εδάφους∙ κι οι Τούρκοι δε θα δίσταζαν να εκμεταλλευτούν τη δεινή οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας.
Ο ποιητής, ωστόσο, τοποθετεί την προφητεία του στο χρονικό πλαίσιο των τελευταίων χρόνων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, προλέγοντας την πτώση της και τη λήθη που θα σκεπάσει το πέρασμα του κάποτε ένδοξου βασιλείου. Αποφεύγει, δηλαδή, να αναφερθεί ανοιχτά στα γεγονότα της εποχής του, καθώς αυτό θα έδινε, όχι μόνο παροδικό χαρακτήρα στους στίχους του, αλλά και θα τους έφερνε στο επίπεδο του απλού πολιτικού σχολιασμού, υπονομεύοντας αισθητά την αποτελεσματικότητα της μεταδιδόμενης προειδοποίησης. Αντιθέτως, τη στιγμή που προφητεύει την πτώση του Βυζαντίου, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πολύ καλά την εγκυρότητα της πρόβλεψης∙ γνωρίζει ήδη από την ιστορία πως η μεγάλη αυτή αυτοκρατορία κατέρρευσε και αλώθηκε, έχοντας περάσει από τα χέρια ανθρώπων που υπέπεσαν σε σοβαρά λάθη∙ ανθρώπων που ενώ θα έπρεπε να μεριμνούν για τις ανάγκες της εκείνοι φρόντιζαν για τη δική τους ευχαρίστηση και πλουσιοπάροχη ζωή.
Ο Προφήτης είναι αμείλικτος στην περιγραφή του. Τα σημάδια που θ’ αφήσει η αυτοκρατορία στη μνήμη των ανθρώπων, θα είναι ελαφρότερα κι από αυτά που αφήνει η πρωινή δροσιά. Κανείς δε θα θυμάται και κανείς δε θα θρηνήσει για το χαμό της, πέρα από τα κλαψοπούλια (οι κουκουβάγιες) σε βράδια αχνά -σε βράδια που χάνουν σιγά σιγά την έντασή τους, όπως χάνεται κι η μνήμη της αυτοκρατορίας-, κι οι κλαίουσες ιτιές πάνω απ’ τα εναπομείναντα μνήματα.

«Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδια
από μάισσες φυτρωμένα με γητειές∙
πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια
κι από τις δροσοσταλαματιές∙
θα σε κλαίν’ τα κλαψοπούλια στ’ αχνά βράδια
και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές.»

Η πτώση της αυτοκρατορίας -όπως κι η πτώση και τα προβλήματα κάθε κράτους- δεν προέκυψε νομοτελειακά ή ως κάτι τυχαίο. Ήταν απόρροια της κακής διοίκησης, της διαφθοράς, των αλόγιστων δαπανών, της σπάταλης διαχείρισης και του κοντόφθαλμου σχεδιασμού εκείνων που είχαν την ευθύνη της διοίκησής της. Η καταρρέουσα αυτοκρατορία δεν είναι το αθώο θύμα μιας κακής συγκυρίας, είναι υπεύθυνη για τον όλεθρό της, γι’ αυτό και θα πληρώσει τα λάθη της, όχι μόνο με την καταστροφή της, αλλά και με μια αδιάκοπη, μεταθανάτια τιμωρία.
Η διεφθαρμένη Ψυχή της αυτοκρατορίας θα εγκαταλείψει το σάπιο κορμί της, για τον ενταφιασμό του οποίου δε θα βρεθεί ούτε το ελάχιστο κομμάτι γης. Θα παραμείνει ένα άθαφτο ψοφίμι, βορά των άγριων σκυλιών και των ερπετών. Κι ό,τι θα κρατά απ’ αυτό ο Καιρός, ο διαρκώς υπάρχων χρόνος, θα είναι η φρικτή ανάμνηση ενός πανάθλιου σκελετού.
Οι εξαιρετικά απωθητικές εικόνες που δημιουργεί εδώ ο ποιητής για τη μοίρα που προσμένει την αποσυντιθέμενη αυτοκρατορία, φανερώνουν όλη την αγανάκτησή του για τα λάθη, για τον ολέθριο ωφελιμισμό και τη διαφθορά των κρατούντων, που παρασύρουν στην καταστροφή μια ολόκληρη αυτοκρατορία. Η απληστία, η ασυδοσία, τα πάθη και οι ανούσιες απολαύσεις των λίγων ισχυρών, έχουν ως αποτέλεσμα τη διάλυση μιας ένδοξης αυτοκρατορίας ή σε συσχέτιση με το παρόν του ποιητή ενός κράτους που δημιουργήθηκε με τις αιματηρές θυσίες των απλών πολιτών.  

«Και θα φύγεις κι απ’ το σάπιο το κορμί,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θα ‘βρει το κορμί μια σπιθαμή
μες στη γη για να την κάμει μνήμα,
κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.»


Η πτώση, αλλά και η μετέπειτα σκληρή τιμωρία της αυτοκρατορίας, θα συνεχιστεί μέχρι να τη λυπηθεί ο Θεός της αγάπης, μέχρι να φανεί πως έχει πληρώσει αρκετά για την πληθώρα των κριμάτων της. Και τότε θα έρθει το κάλεσμα του λυτρωμού, τότε η διεφθαρμένη Ψυχή θ’ ακούσει τη φωνή του σωτήρα της, και αφού απαλλαγεί από τις πρότερες αμαρτίες της, αφού εγκαταλείψει όλους αυτούς τους τρόπους που την οδήγησαν στο χαμό, θ’ αρχίσει να λαμβάνει και πάλι ζωή. Θα αρχίσει να κινείται απαλά, όπως η χλόη υπό τη δύναμη ενός ελαφρού αέρα, όπως πετά ένα πουλί, όπως απαλά κινείται το στήθος μιας γυναίκας ή ένα κύμα.
Κι αφού δε θα υπάρχει πια άλλο πιο χαμηλό σημείο για να πέσει, αφού θα έχει ήδη κατρακυλήσει μέχρι το πιο βαθύ σημείο τη σκάλα του Κακού, της αμαρτίας και του ολέθρου∙ θα υπακούσει στο κάλεσμα του λυτρωτή της και θα αισθανθεί να φυτρώνουν ξανά τα φτερά του αλλοτινού της μεγαλείου.

«Όσο να σε λυπηθεί
της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!
Και θ’ ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν τον κόρφο το γυναικείο, σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα, -
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!»

Ο Προφήτης προβλέπει για την κατεστραμμένη αυτοκρατορία μιαν ανέλπιστη διαδικασία επιστροφής, μιαν αναγέννηση που θα προκύψει όμως από τις στάχτες της, κι αφού προηγουμένως έχει πληρώσει για τα λάθη του παρελθόντος. Ο ποιητής σε πρώτη ανάγνωση ενδίδει στη γοητεία του μύθου, που θέλει το ξαναγέννημα της αυτοκρατορίας, αλλά επί της ουσίας απευθύνει τα λόγια του στους ανθρώπους της εποχής του. Το ελληνικό κράτος που μοιάζει να βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, μπορεί να γνωρίσει μια νέα άνθιση, μπορεί να γνωρίσει στιγμές μεγαλείου, αρκεί να απαλείψει, όσο είναι καιρός, τα λάθη και τις αδυναμίες των ηγετών του. Το ελληνικό έθνος μπορεί να φτάσει σε νέα ύψη δόξας, αρκεί να συνειδητοποιήσει πως τίποτε το σπουδαίο δεν πετυχαίνεται, όταν οι άνθρωποι -και ιδίως οι κρατούντες- αφήνονται στη ματαιοδοξία, στην ανούσια χλιδή και στο κυνήγι του προσωπικού κέρδους. Τίποτε σπουδαίο δεν γίνεται, όταν οι άνθρωποι κοιτάζουν πώς να διασκεδάσουν και να χαρούν το επισφαλές παρόν τους, χωρίς να φροντίζουν για τη διασφάλιση ενός ισχυρού και ακμάζοντος μέλλοντος.



Ο Κωστής Παλαμάς (Πάτρα, 13 Ιανουαρίου 1859 - Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1943) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης.

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

Λεξιπλασία και Λεξιλαγνία


Προσφάτως ο αμόρφωτος και ημιμαθής Τσίπρας προκάλεσε και πάλι καγχασμούς στο πανελλήνιο με την "απεύθυνση ενός πλατιού καλέσματος" που ξεστόμισε, ενώ αρκετοί οπαδοί του, εξ ίσου αγράμματοι, έσπευσαν να τον δικαιολογήσουν. Για την συγκεκριμένη λέξη είχα γράψει στην εφημ. "Ρήξη" στις 10-5-2008 και στην στήλη μου "Γλωσσικά και ...άλλα" το παρακάτω κείμενο. Ακολουθεί άρθρο-απάντηση του σημαντικού Έλληνα γλωσσολόγου Γ. Μπαμπινιώτη για την συγκεκριμένη λέξη.

ΛΕΞΙΠΛΑΣΙΑ ΚΑΙ ΛΕΞΙΛΑΓΝΙΑ
Ένα φαινόμενο προς συζήτηση


Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη
            
Σε μια πρόσφατη εκδήλωση διάβασα, σε ένα κείμενο εισήγησης, την λέξη «απεύθυνση». Υπέθεσα ότι ήταν κάποιο ορθογραφικό λάθος και δεν έδωσα σημασία. Με αρκετή έκπληξη όμως άκουσα στην συνέχεια από ομιλητές να χρησιμοποιούν και να επαναλαμβάνουν αυτήν την άγνωστη λέξη. Επιχείρησα να καταλάβω από τα συμφραζόμενα περί τίνος πρόκειται, αλλά δεν κατάφερα να την ερμηνεύσω, μια και η μόνη συγγενική λέξη που μου ερχόταν στο μυαλό ήταν η λέξη «απευθυσμένο», ένας ιατρικός όρος, που για όσους έχουν κάποιες γνώσεις ανατομίας του ανθρώπου, γνωρίζουν ότι αναφέρεται στο τελευταίο τμήμα του παχέος εντέρου, πριν από τον πρωκτό. Σκαλίζοντας λίγο την μνήμη μου θυμήθηκα και την αρχαΐζουσα λέξη «απευθής», που σημαίνει αυτόν που δεν ακούσθηκε, αλλά και τον απληροφόρητο. Ούτε αυτή η ερμηνεία με βοήθησε, αφού οι ομιλητές κάτι άλλο εννοούσαν, όπως αντιλήφθηκα. Προσπάθησα τελικά να ετυμολογήσω την λέξη και τότε συνειδητοποίησα ότι η άγνωστη και περίεργη λέξη συνδεόταν με το ρήμα απευθύνομαι και ήταν προϊόν δημιουργίας κάποιου επίδοξου γλωσσοπλάστη. 
Ομολογώ ότι με προβλημάτισε το όλο θέμα, αλλά δίστασα να διακόψω τους ομιλητές και να τους ρωτήσω γιατί χρησιμοποιούν μια ανύπαρκτη λέξη, καθώς και την σκοπιμότητα αυτής της χρήσης. Εξ άλλου, πιστεύω και υποστηρίζω την θέση ότι κάθε μέλος μιας γλωσσικής κοινότητας, της ελληνικής εν προκειμένω, έχει ίσα δικαιώματα με κάθε άλλον, όχι μόνον να έχει τις δικές του απόψεις και τοποθετήσεις στα γλωσσικά θέματα, αλλά να παίρνει και πρωτοβουλίες στον γραπτό και στον προφορικό λόγο πέρα από τα καθιερωμένα. Έτσι, εδώ και χρόνια χρησιμοποιώ στον γραπτό μου λόγο την αιτιατική του αρσενικού και θηλυκού άρθρου πάντοτε με το τελικό –ν, η απάλειψη του οποίου για διαφόρους «δήθεν» λόγους δεν με πείθει διότι συσκοτίζεται το νόημα της πρότασης, ειδικότερα μεταξύ αρσενικού και ουδέτερου ουσιαστικού. Όσο για τα περί «ευφωνίας» τα ακούω «βερεσέ» και ας μου φέρουν εκατό φιλολόγους και γλωσσολόγους να υποστηρίξουν το αντίθετο για να με πείσουν, μια και δεν τους θεωρώ πιο «ειδικούς» από εμένα στο θέμα της μητρικής μου γλώσσας, αλλά και από οποιονδήποτε άλλον ομιλητή και χρήστη της ελληνικής. Για ποιον λόγο π.χ. πρέπει να γράφω «τη θάλασσα» και όχι «την θάλασσα», αφού το σύμπλεγμα «νθ» υπάρχει στην γλώσσα μας, αρχαία (μανθάνω) και νέα (ανθίζω). 
Επανέρχομαι στο ζήτημα με την γενική παρατήρηση ότι όλα αυτά τα φαινόμενα έχουν σε τελική ανάλυση έναν και μοναδικό κριτή που δεν είναι άλλος από τον κάθε χρήστη της γλώσσας και τελικώς από την συγκεκριμένη γλωσσική κοινότητα, η οποία θα αφομοιώσει ή θα απορρίψει στην πορεία του χρόνου τον κάθε νεολογισμό οποιουδήποτε λεξιπλάστη. 
Έρχομαι τώρα στο ουσιαστικό μέρος της συζήτησής μας, στο ζήτημα της σκοπιμότητας που είναι η προϋπόθεση της δημιουργίας νέων λέξεων και όρων. Η δημιουργία αυτή εξυπηρετεί δύο ανάγκες:
α. Την ανάγκη να ονομάσουμε κάτι καινούριο, ένα φαινόμενο, μια κατάσταση, ένα νέο τεχνικό επίτευγμα ή εργαλείο (π.χ. κουρελούργημα, εθνομηδενισμός, κ.λπ.), αλλά και την ανάγκη να υπάρξει ένα άλλο σημαίνον για έναν διαφορετικό φιλοσοφικό, τεχνικό, επιστημονικό κ.λπ. όρο (σημαινόμενο). 
Σημειώνω ότι και στις παραπάνω περιπτώσεις δεν είναι πάντοτε αναγκαία η δημιουργία νέων λέξεων και συχνά νοηματοδοτούμε μια υπάρχουσα λέξη με άλλο περιεχόμενο π.χ. κινητό – εννοείται τηλέφωνο. 
β. Την ανάγκη ενός λογοτέχνη, διανοητή, καλλιτέχνη κ.λπ. να πρωτοτυπήσει ή να εντυπωσιάσει με την χρήση νέων λέξεων. 
Βεβαίως δεν παραγνωρίζω και το φαινόμενο της δημιουργίας ιδιολέκτων (ιδιαίτερων γλωσσικών στοιχείων) προς χρήση μεταξύ συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων (π.χ. μελών μιας αίρεσης, ενός κόμματος κ.λπ.), συχνά (όχι πάντα) περιθωριακών (άστεγοι, μηχανόβιοι, νεανικές συμμορίες κ.ά.), ώστε να αναγνωρίζονται μεταξύ τους. 
Αναλογίζομαι λοιπόν ποιο άραγε να ήταν το κίνητρο πίσω από την δημιουργία και χρήση αυτής της περίεργης λέξης «απεύθυνση». Υπήρξε κάποια πραγματική και ουσιαστική ανάγκη, προέκυψε τυχαία και άρεσε, προσπάθεια δημιουργίας ιδιολέκτων ή απλή λεξιλαγνία; 
Θα μπορούσα να προτείνω μια σειρά ανάλογων λέξεων/ιδιόλεκτων όπως π.χ. χαμομηλώνω = παρασκευάζω ρόφημα από χαμομήλι, νυχτοκεφαλιάζω = έχω σκοτοδίνη, θαλασσίζω = πλησιάζω στην θάλασσα, λιμνίζω = πλησιάζω σε λίμνη, μπουρδολέγω = λέγω μπούρδες και μύρια άλλα τόσα. 
Πιστεύω πάντως ότι το θέμα παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον και ιδιαίτερα για κάποιους (όπως εγώ), που έχουν πάθος με τα γλωσσικά (μερικοί θα το έλεγαν μανία, αλλά δεν με πειράζει), οπότε ευελπιστώ να έχω και μια άλλη άποψη, τουλάχιστον από τον εμπνευστή της νέας λέξης. 
Δ.Ε.Ε.


Λέμε στη γλώσσα μας απεύθυνση, που είπε ο Πρωθυπουργός μιλώντας για «απεύθυνση ενός πλατιού καλέσματος»; Υπάρχει τέτοια λέξη και δεν την ξέρουμε;

Γεώργιος Μπαμπινιώτης, 4 ΜΑΡΤΙΟΥ 2019


Και ξαφνικά χτυπάνε τα τηλέφωνα. Λέμε στη γλώσσα μας απεύθυνση, που είπε ο Πρωθυπουργός μιλώντας για «απεύθυνση ενός πλατιού καλέσματος»; Υπάρχει τέτοια λέξη και δεν την ξέρουμε; Και χα, χα, χα …. 
Σοβαροί, εγγράμματοι δημοσιογράφοι, επιστήμονες, εκπαιδευτικοί, ακροατές, τηλεθεατές αντιδρούν στο άκουσμα τής λέξης. Η απεύθυνση προσκρούει στο γλωσσικό τους αίσθημα. Και τι θέλει να πει… ο ποιητής, εν προκειμένω ο πρωθυπουργός μας, με την «απεύθυνση ενός πλατιού καλέσματος»; 
Μπράβο, λέω! Απορίες για κάτι σημαντικό και ουσιαστικό, για τη γλώσσα μας. Επιτέλους. Έστω κι αν το απεύθυνση θυμίζει —και συνδέεται πράγματι ετυμολογικά— με το απευθυσμένον (έντερο). Και τα δύο ανάγονται ετυμολογικά στο ευθύς: ευθύνω – απευθύνω (αρχική σημασία «καθιστώ κάτι ευθύ, ισιώνω») – απευθυσμένο (το ορθόν τμήμα τού παχέος εντέρου) και απεύθυνση (;) 
H λέξη ἀπεύθυνσις δεν είναι μεν συχνή, αλλά ούτε και νέα∙ χρησιμοποιήθηκε με άλλη σημασία ήδη τον έβδομο μ.Χ. αιώνα στα Ιατρικά τού Παύλου Αιγινήτη (Ἐπιτομῆς ἰατρικῆς βιβλία ζ΄, 6. 92). Στο Λεξικό τής Αρχαίας, στο Liddell-Scott, στο λήμμα ἀπεύθυνσις μαθαίνουμε ότι η λέξη σημαίνει «adjustment, setting” ή όπως αποδίδεται στο ελληνικό Συμπλήρωμα τού Liddell-Scott (από τον Παναγιώτη Γεωργούντζο) «τακτοποίησις, διόρθωσις, προσαρμογή», στο δε εξίσου έγκυρο Σύγχρονο Λεξικό τής Αρχαίας Ελληνικής τού Franco Montanari, το ίδιο λήμμα αποδίδεται ως «διευθέτηση, τακτοποίηση». 
Βεβαίως, ένας πρωθυπουργός δεν έχει σχέση με Γράμματα, λέξεις και λεξικά. Θα άκουσε ο άνθρωπος τη λέξη απεύθυνση που (χωρίς καμιά σχέση με την παλιά) πλάστηκε με νέα σημασία. Κάπου στο λεξιλόγιο τής αριστερής διανόησης με την τάση της προς νεολογισμούς και καινολεξίες (που ενίοτε καταλήγουν σε κενολεξίες). Ίσως το βρήκε και σε λεξικά που σπεύδουν να υιοθετήσουν και να επικυρώσουν ό,τι εμφανίζεται (με περιορισμένη έστω συχνότητα) στο Google. Πάντως δεν το βρήκε στα δικά μας λεξικά: στο λεξικό τού Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, στού Κριαρά, στο λεξικό τού Παπύρου, στού Δημητράκου, στων Τεγόπουλου-Φυτράκη, στού Σταματάκου, στής Πρωίας, στο δικό μου λεξικό, όλοι έχουμε λήμμα απευθύνω (ακολουθούμενο από το λήμμα απευθυσμένο!). 
Τα μεν παλαιότερα από αυτά τα λεξικά δεν γνώριζαν ίσως τη λέξη (γιατί δεν υπήρχε ακόμη), ενώ τα νεότερα θεωρήσαμε προφανώς πρώιμο να υιοθετήσουμε τέτοια λέξη προτού εμφανίσει ευρύτερη χρήση και αποδοχή. Και το ότι εμφανίζεται σε αναζητήσεις στο Google με κάποιες χιλιάδες; Αυτές δεν δεσμεύουν τον λεξικογράφο, όταν δεν εκτιμά τη χρήση του ως ευρεία και όταν μάλιστα (όπως αποδείχθηκε στην πράξη) τόσοι έγκυροι ομιλητές τής γλώσσας αντιδρούν αυθόρμητα με αρνητικό τρόπο, εκπλήσσονται και σατιρίζουν ακόμη μια τέτοια χρήση. 
Βεβαίως, ως τύπος (μορφολογικά/γραμματικά) δεν ξενίζει η λέξη: κατά τα διευθύνω – διεύθυνση και κατευθύνω – κατεύθυνση (αυτά τα δύο υπάρχουν), μπορεί να πλασθεί και τύπος απευθύνω – απεύθυνση. Και ένας τέτοιος νεολογισμός φαίνεται πως άρχισε όντως δειλά-δειλά να χρησιμοποιείται τελευταία, ως το ουσιαστικό τού απευθύνομαι, με τη σημασία «το να απευθύνεις / να απευθύνεσαι». 
Είναι ευρύτερα αποδεκτός ο νεολογισμός αυτός; Oχι. Ηχεί ακόμη ξένος και παράξενος στα αφτιά των ομιλητών τής γλώσσας μας —ίσως και λόγω συνειρμού προς το απευθυσμένο (όρθό έντερο). «Τι είναι πάλι τούτο;» αναρωτιούνται πολλοί. Ωστόσο, ψάχνοντας στο Διαδίκτυο —το είπα ήδη—, διαπιστώνεις ότι κάποιοι το χρησιμοποιούν. Κάποιοι κάνουν απεύθυνση ή απευθύνσεις. Εγώ και ως ομιλητής και ως λεξικογράφος θα το απέφευγα ακόμη, ακριβώς για να μην ενοχλώ τους συνομιλητές ή τους αναγνώστες μου. Αν καθιερωθεί, θα το υιοθετήσω και ως κύριο λήμμα τού λεξικού μου. 
«Επιδείνωση τής λέξης»: όταν μετά το νεολογιστικό απεύθυνση πέσουν και δύο άλλες γενικές («απεύθυνση πλατιού καλέσματος»), φραστικά το γλωσσικό αίσθημα αντιδρά ακόμη περισσότερο. Όσο δεν ενοχλεί φραστικά το «απευθύνουμε πλατύ κάλεσμα», τόσο η «απεύθυνση καλέσματος» και μάλιστα η «απεύθυνση πλατιού καλέσματος» είναι αυτή που «φορτώνει» περισσότερο και προσκρούει στο γλωσσικό αίσθημα των περισσοτέρων. Και αντιδρούν απορηματικά έως απορριπτικά και ειρωνικά. Και με επικαλούνται (ως λεξικογράφο)! «Τι λέω;». Ε, λέω αυτά που γράφω εδώ. Για την ιστορία επίσης αναφέρω ότι το ίδιο το ρήμα απευθύνω/απευθύνομαι (το πρωτόθετο, η βάση δηλ. τού παραγώγου απεύθυνση) αμφισβητείται από τον πολύν Γεώργιο Ζηκίδη στο γνωστό λεξικό του, ο οποίος παρατηρεί «κακῶς δὲ νῦν δι’ αὐτοῦ [τού ἀπευθύνω] ἑρμηνεύεται τὸ γαλλ. adresser la parole à quelqu’ un», συμβουλεύοντας να λέμε «αποτείνω τον λόγον» και «αποτείνομαι προς κάποιον». 
Τελικά, το να μιλάμε για τις λέξεις μας και τη γλώσσα γενικότερα, έστω και για «απευθύνσεις», έστω και διαφωνώντας, είναι θετικό και παρήγορο. Δείχνει ότι δεν χάσαμε ακόμη το ενδιαφέρον μας για καίρια στοιχεία τής ύπαρξης και τής ταυτότητάς μας.


* Ο Γιώργος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής Γλωσσολογίας, πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών 

Πηγή: Protagon.gr