Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

Νέα βιβλία



Περιεχόμενα

Προλεγόμενα

1. Εισαγωγή

2. Οι Σλαβόφωνοι Έλληνες της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας

3. Το γλωσσικό ιδίωμα

4. Το ζήτημα της διδασκαλίας «μειονοτικών» γλωσσών και ιδιωμάτων

5. Η επιχειρούμενη πολιτιστική γενοκτονία εκ μέρους του Σκοπιανού κράτους εις βάρος των σλαβόφωνων Ελλήνων

6. Ιστορικές παράμετροι του ζητήματος

7. Μεθοδεύσεις δημιουργίας μειονοτήτων 

8. Τα ξένα κέντρα και οι ιθαγενείς τους σύμμαχοι

9. Μεθοδεύσεις δημιουργίας τεχνητών εθνοτήτων

10. Επίλογος

Παραρτήματα

Τεκμήρια

Βιβλιογραφία



Προλογικό σημείωμα
Νίκος Βασιλειάδης          

Ο χώρος της βαλκανικής αποτελούσε πάντα μία περιοχή, με ιδιαίτερο στρατηγικό ενδιαφέρον στο διεθνές σύστημα και στον ανταγωνισμό ισχύος των μεγάλων δυνάμεων. Ιδιαίτερη υπεραξία ενείχε και ενέχει στο βαλκανικό υποσύστημα η γεωγραφική ενότητα της Μακεδονίας και της Θράκης. Η σημασία τους, μεταξύ άλλων, εδράζεται στο γεγονός ότι συνιστούν ένα κομβικό σημείο στις χερσαίες μεταφορές, ενώ αποτελούν και το σημείο εισόδου (μέσω του Αιγαίου) στη λεκάνη της νοτιοανατολικής μεσογείου, περιοχής με εξαιρετικά υψηλά φορτία ισχύος στο διεθνές σύστημα στην ιστορική του διαχρονία, είτε αυτό υπήρξε πολυπολικό, διπολικό ή μονοπολικό.
           Η ύπαρξη πολλών εθνοτικών ομάδων στην περιοχή, με κοινές αναφορές, αλλά και με σημαντικές διαφοροποιήσεις στις πολιτισμικές τους διαδράσεις, λειτούργησε, πολλές φορές, εργαλειακά, με τη χρησιμοποίηση του ψηφιδωτού των εθνοτήτων της βαλκανικής, για την υλοποίηση στρατηγικών επιλογών των μεγάλων δυνάμεων στο χώρο αυτόν, στη  βάση των – θεμιτών ή αθέμιτων - επιδιώξεών τους.
            Είναι λοιπόν προφανές ότι η όξυνση των εθνοτικών ανταγωνισμών από τον 19ο αιώνα και έπειτα, κυρίως, αφετηριάζεται στην υποδαύλισή τους από τις δυνάμεις του διεθνούς συστήματος, στη βάση της εξυπηρέτησης, αποκλειστικά και μόνον, των δικών τους συμφερόντων.
            Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η διεκδίκηση του δικαιώματος κυριότητας στην Μακεδονία κατέστη στρατηγική επιδίωξη των κυρίαρχων εθνοτικών ομάδων της. Η απόληξη των Βαλκανικών πολέμων, προϊούσας της διαδικασίας του Μακεδονικού Αγώνα (σημείο εκκίνησης το έτος 1870) και της εξέλιξής του, διευθέτησε de jure, με την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου, την εδαφική κυριαρχία ενός εκάστου, με την Ελλάδα να καταλαμβάνει τη μερίδα του λέοντος.
            Δυστυχώς, η λογική αναθεωρητισμού που κατήτρυχε τους ‘’ηττημένους’’ οδήγησε σε επάλληλες αναζωπυρώσεις του ζητήματος, μονομερώς. Η μετεξέλιξη της εθνοτικής σύγκρουσης σε ιδεολογικοποιημένη πλέον, μετά το 1945 και τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αντιπαράθεση οδήγησε και σε ένα ιστορικό, παγκόσμια πρωτότυπο ίσως, παράδοξο: την κατασκευή μίας τεχνητής εθνότητας, ως πολιορκητικού κριού των νέων αναθεωρητικών επιδιώξεων.
             Σε αυτήν τη διαδικασία η Ελλάδα, καθεύδουσα τον νήδυμον της «ανυπαρξίας» ζητήματος, κινούμενη στη βάση της εξυπηρέτησης των συμφερόντων των συμμαχιών που ανήκε και ανήκει, επέτρεψε την εξέλιξη και ενδυνάμωση του ψευδεπίγραφου αφηγήματος της ψευτοεθνότητας των δήθεν «μακεδόνων». Όταν δε, με τη λήξη του ψυχρού πολέμου και το νέο status στα Βαλκάνια, βρήκε το πρόβλημα μπροστά της, από την αρχική αμηχανία και συναισθηματική προσέγγιση του θέματος προσχώρησε, βαθμηδόν, στην «υπνώττουσα» διπλωματία και στη λογική ενός έντιμου (;) συμβιβασμού. Έτσι, εγκλωβίστηκε στη διελκυστίνδα της έλλειψης στρατηγικής επιδίωξης, ακυρώνοντας τα πλεονεκτήματα της θέσης της στο διεθνές σύστημα.
              Η εξέλιξη αυτή συνιστά απόρρροια, εν πολλοίς ή εν ολίγοις, του βασικού προβλήματος: την άγνοια της ιστορικής πραγματικότητας του ζητήματος από την ελληνική κοινή γνώμη. Βασικές παράμετροι, ιστορικά αυταπόδεικτα τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, στη  βάση και μίας αναθεωρημένης ιστορικής αφήγησης, με ιδεολογικές αγκυλώσεις. Έτσι, συντελέστηκε κάτι πρωτόφαντο. Η ιστορική γνωσιολογική ελληνική ένδεια, εγκιβωτίστηκε σε μία ανιστόρητη (ακούσια ή εκούσια) «ακαδημαϊκή» προσέγγιση, άγοντας στην υιοθέτηση – προβολή των αντιπάλων θέσεων!
               Το παρόν λοιπόν πόνημα στοχοθετεί να αναδείξει τα αυτονόητα. Να διαλύσει μυθοπλασίες, συγχύσεις, εσφαλμένες ερμηνείες. Και, κυρίως, να αποκαταστήσει την ιστορική πραγματικότητα, εισφέροντας στην ελλιπέστατη ενημέρωση των Ελλήνων, και αυτών ακόμη των Μακεδόνων. Η συνδημιουργία – συνεργασία δύο ανθρώπων, ιδία βέβαια του Δημήτρη Ευαγγελίδη με τη δική μου μικρή συνεισφορά, με προσωπικά βιώματα λόγω της μακεδονικής ελληνικής καταγωγής, λειτουργεί, διαπλαστικά και απελευθερωτικά. Γιατί η αλήθεια απελευθερώνει.                                                      

Νίκος Βασιλειάδης
Θεσσαλονίκη, Απρίλιος 2017


Προλογικό σημείωμα
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

 Το τελευταίο χρονικό διάστημα πληθαίνουν συνεχώς οι ενδείξεις ότι υπάρχει πίεση να δοθεί «λύση» στο πρόβλημα της ονομασίας του κράτους των Σκοπίων εις βάρος της χώρας μας, ενώ παράλληλα αυξάνονται τα κρούσματα ενδοτισμού μεταξύ πολιτικών διαφόρων αποχρώσεων, όπως πληροφορούμαστε από δηλώσεις τους, «γλωσσικά ολισθήματα», τοποθετήσεις, αλλά και συνεντεύξεις τους σε σκοπιανά ΜΜΕ (βλ. δήλωση στις 26-4-2014 του Ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Στ. Κούλογλου: «I call Macedonia by its name - Macedonia, like the rest of the world Αποκαλώ την Μακεδονία με το όνομά της: Μακεδονία, όπως ο υπόλοιπος κόσμος».
Επί πλέον η αποκάλυψη ότι με παρασκηνιακή πρωτοβουλία της τότε Υπ. Εξ. Ντ. Μπακογιάννη ανατράπηκε αυθαίρετα η απόφαση της σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών στις 13 Απριλίου 1992 που καθόριζε σαφέστατα ότι: «…Σχετικά με το θέμα των Σκοπίων, η πολιτική ηγεσία της χώρας, με εξαίρεση το ΚΚΕ, συμφώνησε ότι η Ελλάδα θα αναγνωρίσει ανεξάρτητο κράτος των Σκοπίων μόνον αν τηρηθούν και οι τρεις όροι που έθεσε η ΕΟΚ, στις 16 Δεκεμβρίου 1991, με την αυτονόητη διευκρίνιση ότι στο όνομα του κράτους αυτού δεν θα υπάρχει η λέξη “Μακεδονία”» και η οποία αντικαταστάθηκε με την διαβόητη «σύνθετη» ονομασία αποδοχής της εκχώρησης του ονόματος της Μακεδονίας στα Σκόπια, απέδειξε περίτρανα τον ενδοτισμό των πολιτικών ηγεσιών, αλλά και την αδιαφορία τους για τα εθνικά θέματα.*
 Δυστυχώς, οι εκάστοτε κυβερνήσεις ουδέποτε φρόντισαν να ενημερώσουν συστηματικά τους Έλληνες πολίτες και το σπουδαιότερο, λαούς και κυβερνήσεις στον υπόλοιπο κόσμο, για το τι ακριβώς συμβαίνει. Την όποια πληροφόρηση ανέλαβαν δημοσιογράφοι, δημοσιογραφούντες και πολιτικοί, κατά κανόνα ελάχιστα ενημερωμένοι για το θέμα, καθώς και αμφιλεγόμενα Ιδρύματα και Ινστιτούτα.
Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να έχει επικρατήσει ευρέως η εντύπωση ότι το πρόβλημα με τα Σκόπια είναι μόνον ζήτημα ονομασίας, που μπορεί να αφήνει αδιάφορους τους περισσότερους, αλλά βεβαίως «ενοχλεί» τους Μακεδόνες Έλληνες και επομένως πρέπει να δοθεί τελικά «μια κάποια» λύση που να ικανοποιεί όλους.
Προφανώς, η άποψη αυτή, που καλλιεργείται αριστοτεχνικά εδώ και πολλά χρόνια, τείνει να γίνει κυρίαρχη, λόγω της άγνοιας, της αδιαφορίας, αλλά και των αναποτελεσματικών, ακόμα και επιπόλαιων χειρισμών του ζητήματος εκ μέρους των κατά καιρούς «αρμοδίων».
Θεωρώ λοιπόν επιβεβλημένη μια συνολική επισκόπηση του θέματος και των κινδύνων που ελλοχεύουν σε βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη προοπτική για την χώρα μας, ώστε να γίνει επιτέλους κατανοητό ότι δεν πρόκειται απλώς για μια ονοματολογία, αλλά για κάτι ευρύτερο και πολύ επικίνδυνο, που θα αποκαλυφθεί άμεσα, εάν η τελική «συμφωνία» είναι δυσμενής για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.

Παράλληλα, η άλλη πλευρά εργάζεται στοχευμένα, προγραμματισμένα και υποστηριζόμενη όχι μόνον από ξένα κέντρα και συμφέροντα, αλλά και από οργανώσεις σκοπιανών (πρώην βουλγαροφρόνων) του εξωτερικού (κυρίως Καναδά, Η.Π.Α., Αυστραλίας και Γερμανίας) με πλέον γνωστή την διαβόητη U.M.D. (United Macedonian Diaspora), η οποία με έδρα την αμερικανική πρωτεύουσα (United Macedonian Diaspora, 1510 H Street, NW, Suite 900 - Washington, D.C. 20005 U.S.A.) καθοδηγεί, ενισχύει και χρηματοδοτεί αφειδώς τις σκοπιανές διεκδικήσεις και απαιτήσεις.
Το απογοητευτικό πάντως είναι, όπως έχει διαπιστωθεί, ότι οι κάτοικοι των αστικών κέντρων και ιδίως των μεγάλων (Αθήνα-Θεσσαλονίκη) αγνοούν παντελώς το τι συμβαίνει στην ύπαιθρο της Μακεδονίας, όπου οργιάζει ανενόχλητη εδώ και δεκαετίες η σκοπιανή προπαγάνδα, έχοντας προσηλυτίσει άτομα από διαφορετικούς χώρους (ιδεολογικούς, πολιτικούς, γλωσσικούς), τα οποία με κάθε ευκαιρία προωθούν τις επιδιώξεις και τους σχεδιασμούς των Σκοπίων είτε από ανθελληνικά απωθημένα είτε με την προσδοκία απολαβών. Μια περιήγηση στο Διαδίκτυο θα πείσει και τους πλέον δύσπιστους.
Ένα άλλο κορυφαίο ζήτημα στο οποίο εστιάζεται επίσης το παρόν πόνημα είναι η συμπαράταξη και ευθυγράμμιση των εγχώριων κομμουνιστών και πάσης φύσεως μαρξιστών με τις επιδιώξεις ξένων κέντρων και συγκεκριμένα της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν), η οποία για την εξυπηρέτηση δικών της στρατηγικών και τακτικών στόχων αποφάσισε να υποστηρίξει την κατασκευή μιας ανύπαρκτης εθνότητας, της «σλαβομακεδονικής», όπως την ονόμασε, με στόχο την δημιουργία μιας «ανεξάρτητης Μακεδονίας και Θράκης», με την αυτονόμησή τους από το ελληνικό κράτος. Η απόφαση αυτή του ΚΚΕ (στο  3ο έκτακτο Συνέδριο του ΣΕΚΕ (Κ) 26 Νοεμβρίου - 3 Δεκεμβρίου 1924 με την επικράτηση της γραμμής  Πουλιόπουλου, όπου υιοθετήθηκε επίσης και η μετονομασία του σε ΚΚΕ) υπήρξε η γενεσιουργός αιτία πολυάριθμων δεινών για την χώρα, τα οποία εξακολουθούν να μας κατατρύχουν μέχρι σήμερα. Η υιοθέτηση του «σλαβομακεδονισμού», όπως ήταν επόμενο, ταυτίσθηκε με τον «μακεδονισμό» των παλαιότερων σερβικών και βουλγαρικών εθνικών επιδιώξεων για να καταλήξει στις σημερινές ψευδο-αλυτρωτικές φαντασιώσεις των σκοπιανών και των ξένων κέντρων που τους στηρίζουν.
Εντυπωσιακό πάντως είναι το γεγονός ότι για τους πρώην ή και νυν σλαβόφωνους Μακεδόνες Έλληνες ουδεμία διπλωματική ή μεταπτυχιακή εργασία υπήρξε, ούτε διδακτορικά υποβλήθηκαν ποτέ. Αντιθέτως η παραγωγή «εργασιών» κάθε επιπέδου, από μαθητές Γυμνασίων και Λυκείων μέχρι σπουδαστές ΤΕΙ και φοιτητές Πανεπιστημίων με αντικείμενο τους βουλγαρίζοντες σλαβόφωνους ή «σλαβομακεδόνες», καθώς και η παραγωγή άρθρων, «μελετών» ακαδημαϊκών προφεσσόρων (Ελλήνων και ξένων), βιβλίων και κάθε είδους «ερευνών», που βρίθουν ανακριβειών, παραποιήσεων, διαστρεβλώσεων γεγονότων, αλλά και ασύστολων ψευδολογιών, σημειώνει εκπληκτικές επιδόσεις τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ άφθονες πηγές χρηματοδότησης (και όχι μόνον) είναι πάντα διαθέσιμες.
Παλαιότερα υπήρχαν αντιστάσεις, άλλες λογικές και νοοτροπίες, αναχώματα, διαφορετικές συγκυρίες, ενδιαφέρον από τον απλό κόσμο, που κατέρρευσαν σταδιακά και πλέον έχουν απομείνει ελάχιστες. Παραζαλισμένοι όλοι από την βαθιά οικονομική, κοινωνική, πολιτική και ηθική κρίση, προϊόντα της μακρόχρονης πολιτισμικής και πολιτικής υποβάθμισης, έχουμε εισέλθει σε έναν φαύλο κύκλο επιταχυνόμενης παρακμής και διάλυσης.
Το παρήγορο είναι ότι έχουν μείνει ακόμη άνθρωποι πρόθυμοι να αγωνιστούν και αποτελούν μια όαση, αλλά και ευχάριστη έκπληξη όταν αναπάντεχα τους συναντάς ή τους ανακαλύπτεις. Λίγοι βέβαια, όμως έχει αποδειχθεί διαχρονικά ότι η ποιότητα επικρατεί αργά ή γρήγορα απέναντι στην ποσότητα. Και υπάρχει ποιότητα σ’ αυτούς τους ανθρώπους, που εξακολουθούν να αγωνίζονται ενάντια στο ρεύμα.
Αυτούς τους Συνέλληνες είχα κατά νου όταν αποφάσισα να γράψω αυτά που ακολουθούν στις επόμενες σελίδες.
Ελπίζω να φανώ αντάξιός τους και να μη τους απογοητεύσω.

Έδεσσα, Άνοιξη 2016
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης


 ________________________________

(*) Βλ. επίσημη ιστοσελίδα ΥΠ.ΕΞ. εδώ: http://www.mfa.gr/to-zitima-tou-onomatos-tis-pgdm/ όπου αναφέρονται τα εξής εκπληκτικά: «Η Ελληνική Κυβέρνηση έχει προτείνει ένα ρεαλιστικό και βιώσιμο πλαίσιο διευθέτησης, το οποίο στοχεύει στην εξεύρεση οριστικής λύσης στο θέμα του ονόματος. Η θέση μας είναι σαφής: σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό πριν από τη λέξη «Μακεδονία» που θα ισχύει έναντι όλων (erga omnes), για κάθε χρήση, εσωτερική και διεθνή…».
Με άλλα λόγια, αγνοήθηκε η αναφερθείσα παραπάνω ομόφωνη απόφαση (πλην ΚΚΕ) της σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών της 13ης Απριλίου 1992 η οποία ανέφερε ρητά και κατηγορηματικά ότι: «…στο όνομα του κράτους αυτού δεν θα υπάρχει η λέξη “Μακεδονία”» και χωρίς ποτέ να ενημερωθεί ο ελληνικός λαός πότε και από ποιο κυβερνητικό σχήμα εκχωρήθηκε η ονομασία, συζητάμε πλέον τον γεωγραφικό προσδιορισμό, εάν δηλ. τα Σκόπια θα ονομάζονται Βόρεια, Άνω, Βορειοκεντρική κλπ Μακεδονία!


Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2017

Κατασκευαστές τεχνητών εθνοτήτων


Κατασκευαστές τεχνητών εθνοτήτων
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης


Η κατασκευή τεχνητών εθνοτήτων στους νεώτερους χρόνους υπήρξε βασικό εργαλείο γεωπολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων για την αποδυνάμωση των αντιπάλων τους. Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί η πολιτική της μεγάλης Πολωνίας (Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία) του 15ου - 17ου αιώνα, που κατείχε στα ανατολικά (σημερινή Ουκρανία και Λευκορωσία)* τεράστιες εκτάσεις με ρωσσικούς πληθυσμούς, τους οποίους επιχείρησε μεθοδικά να αφομοιώσει. Το σοβαρό πρόβλημα που υπήρχε ήταν ότι αυτοί οι Ορθόδοξοι πληθυσμοί αντιμετώπιζαν με καχυποψία τους Καθολικούς Πολωνούς κατακτητές. Η λύση στο πρόβλημα αυτό αναζητήθηκε με τον προσηλυτισμό στην Ουνία** και την αντιμετώπιση του πληθυσμού π.χ. ως Ουκρανών και όχι ως Ρώσσων. Επί πλέον ανάλογες προσπάθειες έγιναν και στο γλωσσικό: Οι υπαρκτές διαλεκτικές διαφορές μεταξύ της ρωσσικής γλώσσας και της ουκρανικής διαλέκτου μεγεθύνθηκαν, δημιουργήθηκε ξεχωριστό ουκρανικό κυριλλικό αλφάβητο, ενώ καλλιεργήθηκε βαθμιαία ουκρανική εθνική συνείδηση. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: Προέκυψε το ουκρανικό "έθνος".          
Κάτι ανάλογο συνέβη και με την περίπτωση της Αυστρίας. Σύμφωνα με την Συνθήκη του Αγίου Γερμανού ή Συνθήκη του Σαιν-Ζερμάν-αν-Λαι (γαλλ. Saint-Germain-en-Laye) που υπογράφτηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1919 μεταξύ των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της νεοδημιουργηθείσης «Αυστριακής Δημοκρατίας», του αυστριακού τμήματος της διαλυθείσας Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας, απαγορεύθηκε στην Αυστρία να ενωθεί με τη Γερμανία πολιτικά ή οικονομικά χωρίς την έγκριση της «Κοινωνίας των Εθνών». Σύμφωνα με αυτό τον όρο, η αρχική ονομασία του νέου κράτους «Γερμανική Αυστρία» (Deutschösterreich) μετατράπηκε σε «Αυστρία». Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι πολιτικές για την δημιουργία αυστριακής εθνικής ταυτότητας, διαφορετικής από την γερμανική, συνεχίσθηκαν με κάθε μέσο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια εργασία (1999) του Πανεπιστημίου της Βιέννης, στην οποία οι ερευνητές μεταφέρουν τις εμπειρίες τους από την μελέτη τους («Αναλυτική διερεύνηση της κατασκευής εθνικών ταυτοτήτων»)*** για το αυστριακό Έθνος (Austrian nationsic!) και δίνουν οδηγίες και συμβουλές για το πώς μπορεί να κατασκευαστεί κατά το δυνατόν πιο ανώδυνα και αποτελεσματικά μια εθνική ταυτότητα με την χρήση κατάλληλων (πολιτικών) στρατηγικών και γλωσσικών εργαλείων!
____________________________

(*) Η λέξη Ουκρανία (ουκραν.  Україна – Ουκραΐνα, ρωσ. Украина) είναι απλό τοπωνύμιο και σημαίνει κυριολεκτικά «στην άκρη» δηλ. παραμεθόρια περιοχή και αργότερα υπήρξε ονομασία ολόκληρης της χώρας.
(**) Υπενθυμίζουμε ότι ο όρος Ουνία (Unia) χρησιμοποιήθηκε γιά πρώτη φορά στην Πολωνία (1596), όπου οι Ιησουΐτες συνέλαβαν και εφήρμοσαν σχέδιο γιά την υπαγωγή των Ορθοδόξων στην Καθολική Εκκλησία. Οι Ουνίτες ακολουθούν το τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας με όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, αλλά αναγνωρίζουν ως κεφαλή της Εκκλησίας τους τον Πάπα της Ρώμης.
(***) Βλ. Rudolf de Cillia, Martin Reisigland and Ruth Wodak, «The discursive construction of national identities» εδώ: http://das.sagepub.com/content/10/2/149



Ακόμη πιο πρόσφατα, είναι γνωστές οι μεθοδεύσεις για την κατασκευή ξεχωριστής εθνότητας από την σερβική στο Μαυροβούνιο, αλλά για την κατασκευή «μακεδονικής» εθνότητας στα Σκόπια.

Μια ακόμη χαρακτηριστική περίπτωση επιχείρησης κατασκευής τεχνητής εθνότητας είναι και η περίπτωση της Λευκορωσίας (Belarus). 

Με το θέμα έχει ασχοληθεί η Ναταλία Λεστσένκο (Natalia Leshchenko), η οποία εργάζεται στο «Ινστιτούτο για τις Ιδεολογίες του Κράτους» [Institute for State Ideologies (INSTID)]. Είναι συγγραφέας του ενδιαφέροντος άρθρου (λόγω της επιχειρηματολογίας που αναπτύσσει) με τίτλο: «Λευκορώσοι: σε ανάγκη για ένα έθνος» (Belarusians: in need of a nation, 8 December 2010), που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα «openDemocracy» 
η οποία χρηματοδοτείται από τον Τζ. Σόρος. Όπως γίνεται αντιληπτό, το άρθρο αποκαλύπτει τις λογικές και τα επιχειρήματα των «κατασκευαστών εθνοτήτων».


Αποσπάσματα από το άρθρο ακολουθούν:
«Ο ανταγωνισμός μεταξύ των αντιτιθέμενων «σοβιετικών» και «ευρωπαϊκών» προσεγγίσεων τροφοδοτεί την αδιέξοδη αντιπαλότητα για την ρευστή εθνική ταυτότητα της Λευκορωσίας. Είναι καιρός να αντιστρέψουμε το ερώτημα και να επισημάνουμε τι κοινό διαθέτουν οι Λευκορώσοι.
Μεγάλο μέρος από τις συζητήσεις για την Λευκορωσία επικεντρώνονται στον ανατγωνισμό ανάμεσα στην «σοβιετική» αντίληψη περί έθνους που αναπτύχθηκε από την αυταρχική διακυβέρνηση και την «ευρωπαϊκή» αντίληψη της δημοκρατικής αντιπολίτευσης.
[…]
Το μόνιμο ερώτημα για αυτούς που επιθυμούν να κυβερνήσουν αυτήν την χώρα, είναι εάν έχουν την ικανότητα να καθορίσουν μια κοινωνικώς αποδεκτή ιδέα για την εθνική ταυτότητα που θα μπορέσει να ενώσει τους Λευκορώσους, δίνοντάς τους αίσθηση σκοπού και κατεύθυνσης και να προωθήσει την ανάπτυξη της χώρας. Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό κάθε τέτοια προοπτική να στηρίζεται στην τωρινή εμπειρία, παρά σε Ιστορικές ενοράσεις ή ερμηνείες.
[…]
Ούτε Ευρωπαίοι, ούτε Σοβιετικοί
Η ευρύτατα διαδεδομένη εικόνα της Λευκορωσίας ως κοινωνίας στην οποία οι οξείες πολιτικές αντιπαραθέσεις έχουν τις ρίζες τους στις αντιτιθέμενες απόψεις για την εθνική ταυτότητα (φιλελεύθερη ευρωπαϊκή σε αντίθεση με την κολλεκτιβιστική σοβιετική) δεν είναι εντελώς αποδεκτή. Οι αφοσιωμένοι υποστηρικτές τόσο της κυβέρνησης όσο και της αντιπολίτευσης στην Λευκορωσία είναι ελάχιστοι σε σχέση με εκείνους που προτιμούν να προσαρμόσουν τις ζωές τους στις υπάρχουσες πολιτικές συγκυρίες παρά να προσπαθήσουν να τις επηρεάσουν. (Ένα δημοφιλές ανέκδοτο στο Μινσκ λέγει ότι οι προεκλογικές δαπάνες θα έπιαναν τόπο εάν αυτά τα χρήματα τα δαπανούσαν για την επιδότηση της θέρμανσης στην χειμερινή περίοδο).
[…]
Παρά την ύπαρξη στην χώρα όχι μιας, αλλά δύο θεωρήσεων για το έθνος, η Λευκορωσική εθνική ταυτότητα παραμένει ασαφώς προσδιορισμένη. Η επίσημη ιδεολογική θεώρηση επικεντρώνεται κυρίως στο κράτος παρά στο έθνος, ενώ η θεώρηση της αντιπολίτευσης είναι τόσο επηρεασμένη από την Ιστορία με αποτέλεσμα να είναι άσχετη με την σημερινή πραγματικότητα. Ανάμεσα και πέρα από αυτές τις παρατάξεις, η φύση του πραγματικού, υπαρκτού έθνους παραμένει αγνοημένη και η ευκρίνεια για τον πραγματικό του χαρακτήρα ασαφής.  
Η επίσημη ιδεολογία που προωθήθηκε από την κυβέρνηση από το 2003 είναι ένα εργαλείο, μάλλον για την συγκρότηση κράτους παρά έθνους.****
(Η κυβέρνηση) καθορίζει και προωθεί κρατικά σύμβολα και ενδιαφέροντα, ενώ διατηρεί δημόσιες τελετουργίες, οι οποίες είναι πολιτικές και όχι εθνικές σε χαρακτήρα. Αυτές είναι βεβαίως αποτελεσματικές για να προσελκύσουν τον πληθυσμό να συμπαραταχθεί πίσω από το λευκορωσικό κράτος, όπως επιβεβαιώνεται από τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων, σύμφωνα με τα οποία οι Λευκορώσοι είναι ενθουσιώδεις ως προς την διατήρηση της ανεξαρτησίας τους.
Η κυβέρνηση και οι επίσημοι ιδεολόγοι της εντούτοις, αγωνίζονται σε σχέση με την εθνική ταυτότητα και ελάχιστα αναφέρονται στα διακριτά χαρακτηριστικά των Λευκορώσων ως Έθνος. Οι στίχοι του εθνικού ύμνου αρχίζουν με την δήλωση ότι αυτοί είναι «ένας φιλειρηνικός λαός», ενώ τα ιδεολογικώς καθοδηγούμενα σχολικά βιβλία και οι επίσημες ομιλίες περιορίζονται να σταχυολογούν και να προβάλλουν διάφορες ιδιότητες όπως το συλλογικό πνεύμα, η προκοπή και η φιλοξενία. Αυτά όμως δεν επαρκούν για μια συνεκτική ή συναρπαστική εθνική εικόνα που θα μπορούσε να πείσει τους Λευκορώσους (πολύ λιγότερο να ενθουσιάσει τους ξένους εταίρους).
Το (άλλο) στρατόπεδο που διεκδικεί την ιδιοκτησία της λευκορωσικής ιστορικής κληρονομιάς και του εθνικού πυρήνα, δεν υπήρξε περισσότερο αποτελεσματικό στο να εμφυσήσει στους Λευκορώσους ένα αίσθημα ταυτότητας. Οι πολιτικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης υποστηρίζουν την Λευκορωσία ως ευρωπαϊκό έθνος, τονίζοντας τους στενούς δεσμούς με την Ευρώπη κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Πραγματικά, αυτοί οι δεσμοί υπήρξαν ποικίλοι και πλούσιοι, αλλά διαμορφώθηκαν σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό και κοινωνιο-οικονομικό περιβάλλον και δεν γίνονται αντιληπτοί από τις καθημερινές εμπειρίες των Λεκορώσων σήμερα.
Η Λευκορωσία δεν μπορεί ως εκ τούτου να καυχιέται για επιτεύγματα παρόμοια με το προκάτοχο κράτος του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας των όψιμων μεσαιωνικών χρόνων, το οποίο υπήρξε πρωτοπόρο στην νομοθετική ανάπτυξη της Ευρώπης ή επέδειξε μεγάλη ανταπόκριση στις πολιτισμικές ευρωπαϊκές τάσεις.

_________________________________

(****) Η επισήμανση είναι δική μας. Με αυτήν την εξόχως αποκαλυπτική πρόταση η συγγραφέας αποδέχεται ότι δεν υπάρχει κάποιο λευκορωσικό Έθνος και ουσιαστικά διαμαρτύρεται διότι οι κυβερνώντες ασχολήθηκαν με την οργάνωση του κράτους και όχι με την κατασκευή μιας λευκορωσικής εθνότητας!


Αυτές οι διεκδικήσεις της αντιπολίτευσης για την ευρωπαϊκότητα της Λευκορωσίας αποτελούν μάλλον μια πολιτική φιλοδοξία και μια δήλωση προσκόλλησης στις δημοκρατικές αξίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αλλά να αναμένει ότι οι σύγχρονοι Λευκορώσοι θα εναγκαλιστούν τα ευρωπαϊκά δεδομένα αποκλειστικά και μόνον διότι ο λαός που ζούσε κατά προσέγγιση στην ίδια περιοχή πριν από πέντε αιώνες έκανε κάτι τέτοιο είναι ελάχιστα πιθανό.
Υπάρχει και ένα επί πλέον πρόβλημα: Το ότι οι φιλελεύθερες αξίες για την ακρίβεια, υπερβαίνουν (και ως εκ τούτου αψηφούν) τα εθνικά σύνορα. Η λευκορωσική αντιπολίτευση επιχειρεί να το επιλύσει παρουσιάζοντας αυτές ως εθνικές αξίες και διεκδικώντας αυτές με την προβολή της λευκορωσικής γλώσσας, την οποία οι περισσότεροι κάτοικοι αγωνίζονται να μιλήσουν. Το εθνικό αφήγημα της αντιπολίτευσης προτείνει στον λαό να είναι υπερήφανος και να ανήκει σε κάτι που προφανώς δεν αποτελεί τμήμα της καθημερινότητάς του. Υπό το πρίσμα αυτής της σύγκρουσης δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η αντιπολίτευση βρίσκει ελάχιστους υποστηρικτές και επί πλέον ό,τι υποστηρίζει κινείται σε πολιτικό έδαφος. Το αποτέλεσμα είναι ότι, όπως ανλύει σε σχετικό άρθρο του ο Βρετανός δημοσιογράφος Σαμ Νάιτ στην εφημερίδα THE TIMES, οι Λευκορώσοι είναι λαός κουρασμένος από το παρελθόν του και οι οποίοι έχουν υπερβολική γνώση για την Ιστορία τους, αλλά ελάχιστη κατανόηση για το παρόν. Χωρίς κοινή εθνική ταυτότητα, οι Λευκορώσοι ανήκουν μάλλον σε ένα κράτος παρά σε ένα έθνος – και νοιώθουν άβολα με αυτήν την κατάσταση.  
Μια πρόσφατη μελέτη ποιοτικών χαρακτηριστικών που διεξήχθη από το «Ινστιτούτο για τις Ιδεολογίες του Κράτους» (INSTID) επιβεβαιώνει αυτήν την πραγματικότητα. Όταν ο λαός ερωτάται για την εθνική του ταυτότητα, οι αντιδράσεις είναι διδακτικές: «-Είμαι Λευκορώσος, και λοιπόν; Έχεις πρόβλημα με αυτό;», είναι μια χαρακτηριστικά αμυντική απάντηση, που την ακούμε συχνά.
«-Η Λευκορωσία είναι το σπίτι μου, αλλά δεν είμαι σαν τους άλλους Λευκορώσους. Διαφέρω πραγματικά σε πολλά με αυτούς». Αυτός ο αυτοπροσδιορισμός με τον οποίον κάποιος παίρνει αποστάσεις από τους ομοεθνείς του (είναι αποκαλυπτική η περιγραφή τους ως «αυτοί»), ακούγεται επίσης συχνά. Υπάρχει ακόμα και η σχεδόν αυτόματη απάντηση, η οποία αναφέρεται στην «ανεκτικότητα», αν και συχνά αναμιγνύεται με κυνισμό και ειρωνεία – με κάτι ελάχιστο να ακολουθεί.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ερωτώμενοι εύκολα παινεύουν την χώρα και τις φυσικές ομορφιές της, χαρακτηρίζοντας αυτή ως το σπίτι τους, αλλά σε σχέση με το έθνος υπάρχει μια αίσθηση ενόχλησης και αμφιβολίας, που χειροτερεύει από την απουσία ευρείας διεθνούς αναγνώρισης της χώρας. Το «εθνικό κενό» στην Λευκορωσία είναι σχεδόν χειροπιαστή και προφανώς οδυνηρή.

Εμείς, οι Λευκορώσοι…
Μετά από δύο δεκαετίες ανεξαρτησίας (Σημ. ΔΕΕ: Κοντεύουν ήδη να συμπληρωθούν τρεις δεκαετίες) και με ένα σταθερό και λειτουργικό κράτος, οι Λευκορώσοι έχουν φτάσει στο σημείο όπου χρειάζονται μια κοινή, διεθνώς αποδεκτή, γνήσια και ικανοποιητική κατανόηση του εαυτού τους ως έθνος και ένα κοινό όραμα των στόχων και των προτεραιοτήτων ανάπτυξης.
Η αναζήτηση εθνικής ψυχής ήδη εξαπλώνεται πέρα από τους διαχωρισμούς των πολιτικών παρατάξεων, αλλά τα αποτελέσματα δεν έχουν ακόμη αναγνωριστεί. Η αναζήτηση της λευκορωσικής ταυτότητας προέρχεται από διαφορετικά μέρη, αλλά είναι αμετάβλητα ριζωμένη σε μια προσέγγιση που στηρίζεται σε γεγονότα. Τα πρακτορεία ειδήσεων και οι πηγές ενημέρωσης διεξάγουν διαγωνισμούς για την καλύτερη παρουσίαση ή αφήγηση για την Λευκορωσία και ένα διαδικτυακό μέσο πρόσφατα καθιέρωσε μια στήλη με συνεντεύξεις επιφανών ατόμων για το τι σημαίνει γι’ αυτούς να είναι Λευκορώσοι. Μια δωδεκάδα εμπορικών επιχειρήσεων από των χώρο κυρίως των δημοσίων σχέσεων και του μάρκετιγκ, άρχισαν να διεξάγουν δημοσκοπήσεις πάνω σε εθνικά χαρακτηριστικά με στόχο να δημιουργήσουν ένα εθνικό λευκορωσικό «σήμα», ενώ το Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων ίδρυσε μια ομάδα εργασίας για την βελτίωση της εικόνας της Λευκορωσίας στο εξωτερικό.
Αυτές οι προσπάθειες δημιουργούν ένα σώμα επιφανειακών περιγραφών για την Λευκορωσία, οι οποίες είναι προβληματικές για δυό λόγους: Ο πρώτος είναι η ποιότητα των καταγραφών. Ποσοτικές δημοσκοπήσεις γνώμης τύπου μάρκετιγκ σε μια χώρα όπου η εθνικότητα αποτελεί ένα πολιτικά επιβαρυμένο θέμα είναι πιθανό να δημιουργεί «ετοιματζίδικες» απαντήσεις παρά αυθεντικά προϊόντα βαθιάς ενατένισης. Ο δεύτερος λόγος είναι η εφαρμοσιμότητα αυτών των ευρημάτων στο έθνος ως σύνολο: Δεν χρειαζόμαστε ένα ακόμη περιθωριακό ή αιρετικό εθνικό αφήγημα.
Οι προτάσεις για «υλικό εθνικής ταυτότητας» στην Λευκορωσία, ως εκ τούτου, οφείλουν να είναι σχετικές με την σημερινή κοινωνία και εμπειρίες, δηλ. να είναι γνήσιες και γενικώς αποδεκτές. Σε συνθήκες συνειδητού περιορισμού (ή αυτό-περιορισμού) πολλών Λευκορώσων να εκφράσουν τις απόψεις τους, η ιδέα του Καρλ Γκούσταβ Γιούγκ περί «συλλογικού υποσυνειδήτου», παρέχει ένα χρήσιμο και ανανεωτικό εργαλείο διορατικότητας. 
Ο Γιουγκ εισήγαγε την έννοια του αρχετύπου για να επιχειρηματολογήσει ότι η ατομική συμπεριφορά μπορεί να καθοδηγηθεί από υποσυνείδητες δυνάμεις που καθορίζουν τις αντιδράσεις, τις στάσεις και τις κοσμοθεωρήσεις ενός ατόμου. Το αρχέτυπο δεν εκλαμβάνεται ως μια ημι-μυστικιστική καταληψία ούτε το υποσυνείδητο ανήκει στο βασίλειο των βαθέων, σκοτεινών υδάτων. Μάλλον, η ιδέα του αρχετύπου αναζητά να ερμηνεύσει το γεγονός ότι οι άνθρωποι συχνά ενεργούν «αυτόματα» (ανακλαστικά), χωρίς δεύτερη σκέψη ή ενατένιση των πράξεών τους, παρόμοια με ένα αεροπλάνο στον αυτόματο πιλότο. Μια τέτοια κατάσταση είναι γνωστή σε όλους (εκτός ίσως από εκείνες τις λίγες φωτισμένες ψυχές, οι οποίες καταβάλλουν συνειδητές και σκληρές προσπάθειες να παραμείνουν «στο παρόν» διαρκώς).
[…]
Η ομάδα του INSTID έχοντας ως άποψη να είναι δημιουργική, αλλά κριτική στο ζήτημα της λευκορωσικής εθνικής ταυτότητας, διεξήγαγε μια μελέτη του λευκορωσικού εθνικού αρχετύπου. Αυτή ήταν μια μελέτη ποιοτικών χαρακτηριστικών, η οποία περιλάμβανε παρατήρηση, όπως και ακροάσεις και ερωτηματολόγια. Αναλύσαμε μη-προφορικές επικοινωνίες, πρότυπα συμπεριφοράς και αντιδράσεις, απόψεις και στάσεις στις κύριες προκλήσεις της καθημερινής ζωής σε άτομα διαφορετικής ηλικίας, επαγγελμάτων, αντιλήψεων για την ζωή – διερευνώντας ένα υποκείμενο θέμα, μια θεμελιώδη αρχή, η οποία θα μπορούσε να προσδιορίσει έναν κοινό παρονομαστή μεταξύ των κατά τα άλλα διαιρεμένων Λευκορώσων.
Το αποτέλεσμα αυτής της διερεύνησης έδειξε ότι το αρχέτυπο των Λευκορώσων ήταν στον πυρήνα του μητρογονικό. Στηρίζεται σε αρχές μητρογονικά-συνδεδεμένες:, ισότητα, σταθερότητα, διατήρηση, συντηρητισμός, ειρήνη και αρμονία, ενώ απορρίπτει πατρογονικά-συνδεδεμένες αρχές, όπως επιθετικότητα, ριψοκίνδυνες αποφάσεις, συγκρουσιακές στάσεις και συγκινησιακές υπερβολές.
Επί πλέον, το αρχέτυπο είναι δυνατόν να καθοριστεί επακριβέστερα με αυτούς τους όρους ως ούτε καθαρά μητρογονικό, ούτε να αντιστοιχεί σε μια Σειρήνα, μάλλον οι διακριτές συμβολικές ιδιότητες είναι ενσωματωμένες περισσότερο με την έννοια μιας αρχοντικής κυρίας, ακόμα και μιας αυτοκράτειρας ή μιας υπερήφανης νοικοκυράς: Μια ώριμη, σταθερή γυναίκα η οποία διαχειρίζεται ένα νοικοκυριό. Οι κύριες ιδιότητες αυτού του τύπου είναι Επιμέλεια, Αποτελεσματικότητα, Πρακτικότητα, Λιτότητα, αίσθημα φιλοξενίας και υγιής ρεαλισμός.
Τέτοιου είδους ευρήματα δεν υποδηλώνουν ότι οι Λευκορώσοι διακρίνονται από τα άψογα νοικοκυριά (αν και πολλά από αυτά είναι), αλλά μάλλον ότι ως εθνότητα συνδέουν τους εαυτούς τους με τις αρχές, τις αξίες, τις στάσεις  και τις διαθέσεις τους με τρόπους που οι ίδιοι αντιλαμβάνονται ως κοινούς και χαρακτηριστικούς για αυτούς.

Ένας Πρόεδρος για τον αρχετυπικό Λευκορώσο
[…]
Το συμπέρασμα είναι ότι οι φιλόδοξοι πολιτικοί ηγέτες στην Λευκορωσία χρειάζονται να λάβουν υπ΄όψη μια κοινή εθνική ταυτότητα, όχι μόνον απευθυνόμενοι στους ψηφοφόρους, αλλά και για τις μεταγενέστερες εκλογές, καθώς και να αποκτήσουν ένα όραμα για αναπτυξιακές προτεραιότητες της Λευκορωσίας. Η κατανόηση των αρχετυπικών εθνικών τάσεων μπορεί να αποτελέσει την βάση για την χάραξη της οικονομικής-αναπτυξιακής στρατηγικής και τις προτεραιότητες για τις επενδύσεις.
Συνεπώς, προτείνουμε ότι οι βιομηχανίες «συντήρησης» - φροντίδα υγείας, αναψυχής, χρονομέτρησης, ασφαλούς επένδυσης, φυσικών και οργανικών τροφών και υλικών – θα μπορούσαν να είναι πολύ επιτυχείς και συμβουλεύουμε εναντίον δραστηριοτήτων που σχετίζονται με ριψοκίνδυνες επενδύσεις, κατασκευή βαρέων μηχανημάτων ή με πρωτοποριακές (μοντέρνες) τέχνες. Το αρμονικό, φιλειρηνικό και αντι-συγκρουσιακό αρχέτυπο υποδεικνύει επίσης μια εξωτερική πολιτική βασισμένη στην ουδετερότητα και στις ισορροπημένες σχέσεις με όλους τους γείτονες της Λευκορωσίας χωρίς σαφή προτίμηση προς οποιαδήποτε πλευρά.  
Επίγνωση και αναγνώριση της εθνικής ταυτότητας της χώρας είναι επίσης ουσιαστικές για την δημιουργία αυτοσεβασμού και εκτίμησης της εθνικότητάς τους μεταξύ των ιδίων των Λευκορώσων. Αυτό επίσης θα μπορέσει να δώσει τέλος στις επώδυνες συγκρίσεις με τους γείτονες, κοντινούς και μακρινούς και να δημιουργήσει το θεμέλιο για την αξιόπιστη και αρμονική ανάπτυξη του έθνους στο μέλλον.
Μια κοινή εθνική ταυτότητα βρίσκεται στην κορυφή της ημερήσιας διάταξης των Λευκορώσων και όσο νωρίτερα υλοποιηθεί τόσο το καλύτερο για το έθνος.

Στην εστία
Η απάντηση στο ζήτημα του ανταγωνισμού μεταξύ ευρωπαϊκής και σοβιετικής εθνικής ταυτότητας που είχε τεθεί στην αρχή αυτού του άρθρου είναι ότι από τις δύο ουδεμία εξυπηρετεί πραγματικά την ανάγκη των Λευκορώσων για (απόκτηση) εθνικής ταυτότητας με πειστικό τρόπο. [...] 
Πραγματικά, αυτό μετράει ουσιαστικά περισσότερο από την ταυτότητα του νικητή των εκλογών της 19ης Δεκεμβρίου 2010. Και τούτο διότι τελικά πολιτική νομιμοποίηση θα μπορεί να προσδώσει μόνον εκείνος ο ηγέτης που θα παράγει μια συνεκτική, σχετική, αξιόπιστη και συνοπτική ιδέα για το τι είναι οι Λευκορώσοι ως έθνος. Θα βοηθήσει πάντως να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε ως μια γυναίκα υπερήφανη για το σπιτικό της.

Κριτική του άρθρου
Όπως προαναφέρθηκε, το παραπάνω άρθρο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις εξαιρετικά αποκαλυπτικές τοποθετήσεις της «ερευνήτριας» για τις μεθοδεύσεις που εφαρμόζουν οι «κατασκευαστές εθνοτήτων», με τις οποίες επιδιώκονται αφ’ ενός η επίτευξη συγκεκριμένων πολιτικών στόχων βραχυπρόθεσμα και αφ’ ετέρου η σταδιακή οικοδόμηση μακροπρόθεσμων γεωπολιτικών επιδιώξεων.
Υπενθυμίζουμε ότι η Λευκορωσία αποτελούσε μια περιοχή, κατοικούμενη από ορθόδοξους στην πλειονότητα πληθυσμούς στενά συγγενείς με τους Ρώσσους, τα εδάφη της οποίας διεκδικούσαν τόσο η Καθολική Πολωνία, όσο και η ορθόδοξη τσαρική Ρωσσία. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα εδάφη της Λευκορωσίας διαμοιράσθηκαν μεταξύ της ανασυσταθείσης ως ανεξάρτητο κράτος Πολωνίας και της Σοβιετικής πλέον Ρωσσίας, η οποία δημιούργησε την «Λευκορωσική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία» (Byelorussian Soviet Socialist Republic), ως συστατικό τμήμα της «Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών» (ΕΣΣΔ). Μετά την λήξη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, η ΕΣΣΔ απέσπασε από την Πολωνία τα λευκορωσικά εδάφη, τα οποία προσάρτησε στην Σοβιετική Λευκορωσία.
Με την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας στις 27 Ιουλίου 1990 η Λευκορωσία κηρύχθηκε ανεξάρτητη και στις 8 Δεκεμβρίου 1991 η ανεξαρτησία της (όπως και της Ουκρανίας) αναγνωρίσθηκε επισήμως από την Ρωσσία, στην Συνθήκη που υπέγραψαν οι τρεις ηγέτες.
Στις προεδρικές εκλογές του 1994, ο παντελώς άγνωστος μέχρι τότε Αλέξανδρος Λουκασένκο ψηφίσθηκε (με 80% στον β΄γύρο) ως πρώτος Πρόεδρος της ανεξάρτητης πλέον Λευκορωσίας, κερδίζοντας και τις εκλογές του 2001, του 2006, του 2010 και του 2015 κυβερνώντας την χώρα με σιδηρά πυγμή.
Έχοντας υπ’ όψη τα παραπάνω γίνεται εύκολα αντιληπτό το γεγονός γιατί στην Λευκορωσία δεν αποτολμήθηκε κάποια «πορτοκαλί επανάσταση» τύπου Ουκρανίας και η απόσπασή της από την ρωσική επιρροή επιχειρείται σε πρώτη φάση στην ουδετεροποίησή της, όπως προτείνει και το παραπάνω άρθρο.
Όπως διαπιστώνεται από τα σημεία που επισημάναμε με έντονα γράμματα, ακόμη και η ίδια η συγγραφέας του άρθρου παραδέχεται ότι δεν υπάρχει «λευκορωσική εθνική συνείδηση» στον ανομοιογενή ούτως ή άλλως πληθυσμό, ο οποίος είναι ικανοποιημένος ως πολίτης μιας ανεξάρτητης από την Ρωσσία χώρας. Οι προσπάθειες επομένως των «κατασκευαστών εθνοτήτων» είναι:
α. Να δημιουργηθεί έστω μια ρευστή και ασαφής «εθνική ταυτότητα», η οποία θα καλλιεργήσει την διαφορετικότητα και βαθμιαία την αντιπαλότητα με την Ρωσσία.
β. Ως κίνητρο προβάλλεται η οικονομική ανάπτυξη της χώρας, για την οποία απαραίτητη προϋπόθεση θεωρείται η ύπαρξη εθνικής ταυτότητας, μια πρωτόγνωρη και περίεργη θεωρία που συνδέει δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα
γ. Ανασύρεται από τα αζήτητα η αμφιλεγόμενη θεωρία περί αρχετύπων του σημαντικού Ελβετού Ψυχολόγου Καρλ-Γκούσταβ Γιούγκ, η οποία μάλιστα είχε κατηγορηθεί ότι υποκινεί φυλετικές απόψεις και συμβαδίζει με ορισμένες ναζιστικές θεωρήσεις.
δ. Γίνονται «έρευνες» και δημοσκοπήσεις με βάση τις «κακόφημες» αρχετυπικές προσεγγίσεις (προφανώς στην λογική «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα») και οι οποίες έδειξαν «ότι το αρχέτυπο των Λευκορώσων ήταν στον πυρήνα του «μητρογονικό»!
ε. Στηριζόμενοι στα «ευρήματα» αυτά, οι ερευνητές του χρηματοδοτούμενου από τον Σόρος Ινστιτούτου, προτείνουν ένα μοντέλο ανάπτυξης με επενδύσεις στις «βιομηχανίες “συντήρησης” δηλ. φροντίδας υγείας, αναψυχής, χρονομέτρησης, ασφαλούς επένδυσης, φυσικές και οργανικές τροφές και υλικά», που όπως ισχυρίζονται «θα μπορούσαν να είναι πολύ επιτυχείς», ενώ αντίθετα συμβουλεύουν εναντίον «ριψοκίνδυνων επενδύσεων, κατασκευής βαρέων μηχανημάτων ή πρωτοποριακές (μοντέρνες) τέχνες». Με άλλα λόγια επιχειρείται να μετατραπεί η Λευκορωσία σε μια χώρα Λωτοφάγων και «φρόνιμων» πολιτών, με βάση το …μητρογονικό αρχέτυπο, που απαιτεί «ισότητα, σταθερότητα, διατήρηση, συντηρητισμό, ειρήνη και αρμονία»!
στ. Τέλος, φθάνουμε στην «ταμπακιέρα», δηλ. τι ακριβώς επιδιώκουν οι κατασκευαστές εθνοτήτων: «Το αρμονικό, φιλειρηνικό και αντι-συγκρουσιακό αρχέτυπο υποδεικνύει επίσης μια εξωτερική πολιτική βασισμένη στην ουδετερότητα και στις ισορροπημένες σχέσεις με όλους τους γείτονες της Λευκορωσίας χωρίς σαφή προτίμηση προς οποιαδήποτε πλευρά».
   Κλείνοντας, θα πρέπει να αναφερθεί ότι εκείνη την κρίσιμη περίοδο πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2010 στην Λευκορωσία, υπήρχε ένας καταιγισμός από άρθρα ξένων, αλλά και εγχώριων «αναλυτών», με κεντρικό θέμα την «εθνική ταυτότητα».
Δυστυχώς για τους «κατασκευαστές», η προσπάθειά τους απέτυχε παταγωδώς, όπως και η «αραβική άνοιξη». Ίσως κάποιοι λαοί αρχίζουν να ξυπνούν...

ΔΕΕ

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

Βιβλιοπαρουσίαση


Ο Δήμος Ασπρούργου και οι Εκδόσεις «Ινφογνώμων»
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου
του εθνολόγου-ανθρωπολόγου Δημήτρη Ευαγγελίδη

«Η Καταγωγή των Αλβανών και οι Αρβανιτόφωνοι Έλληνες»


που θα γίνει τη Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017 και ώρα 19:30,
στην Αίθουσα Τελετών «Δ. Καλλιέρης» του Πνευματικού Κέντρου του
Δήμου Ασπροπύργου (Αλ. Παναγούλη 13, πλ. Αγίου Δημητρίου).
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο συγγραφέας και οι κ.κ.:
Γεώργιος Τσούτσος, συνεργάτης βιβλιοθήκης Ιεράς Συνόδου
Νικόλαος Ταμουρίδης, επίτιμος Α’ υπαρχηγός ΓΕΣ
Σάββας Καλεντερίδης, εκδότης.
Την εκδήλωση θα χαιρετίσει ο Δήμαρχος Ασπροπύργου Νικόλαος Μελετίου.

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016

Η Ιλλυρική γλώσσα

Ιλλυρική πόρπη

Από την εθνολογική μελέτη  του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη: 
Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΑΛΒΑΝΩΝ ΚΑΙ
ΟΙ ΑΡΒΑΝΙΤΟΦΩΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ
(ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΘΝΟΓΕΝΕΣΗΣ 
ΤΟΥ ΑΛΒΑΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ)

 Η Ιλλυρική γλώσσα 

Από την γλώσσα των Ιλλυριών (η οποία σημειωτέον δεν απέκτησε ποτέ γραπτή μορφή), ελάχιστα στοιχεία έχουν διασωθεί στις αρχαιοελληνικές και ρωμαϊκές πηγές, καθώς και σε νεώτερα αρχαιολογικά ευρήματα (κυρίως ανθρωπωνύμια, υδρωνύμια και τοπωνύμια ή μεμονωμένες λέξεις), με αποτέλεσμα να είμαστε βέβαιοι μόνον για το γεγονός ότι η Ιλλυρική ανήκε σαφώς στις Αριοευρωπαϊκές (Ινδοευρωπαϊκές) γλώσσες.
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι υπήρχε και η παλαιότερη άποψη που αναφερόταν όχι σε μια ενιαία Ιλλυρική γλώσσα, αλλά σε μια ομάδα «ιλλυρικών γλωσσών» (Illyrian languages), οι οποίες ομιλούνταν στο δυτικό τμήμα της χερσονήσου του Αίμου, καθώς και στην νότια Ιταλία (μεσσαπικές γλώσσες). Σήμερα η άποψη αυτή δεν υποστηρίζεται πλέον, διότι αποδείχθηκε ότι η Μεσσαπική (μία βασική γλώσσα με διαλέκτους ή περισσότερες, στενά συγγενείς μεταξύ τους μεσσαπικές γλώσσες), προήλθε από μια προγονική μορφή της Ιλλυρικής (pre-Illyrian) που διαφοροποιήθηκε έντονα από την Ιλλυρική στην διάρκεια των ιστορικών χρόνων με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται σήμερα ως ξεχωριστή γλωσσική οντότητα μεταξύ των πρωίμων γλωσσών της ιταλικής χερσονήσου. Είναι γνωστή από περισσότερες από 300 επιγραφές, γραμμένες σε μια μορφή του ελληνικού αλφαβήτου, το λεγόμενο μεσσαπικό αλφάβητο, που υιοθετήθηκε γύρω στο 510 π.Χ. Οι επιγραφές χρονολογούνται από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ./αρχές 5ου αιώνα π.Χ. μέχρι τα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. Το μεσσαπικό αλφάβητο προέκυψε από το ελληνικό αλφάβητο που χρησιμοποιείτο στην αρχαιοελληνική αποικία του Τάραντος και είναι χαρακτηριστικό ότι κάθε μεταβολή στο σχήμα και την μορφή των γραμμάτων του τελευταίου είχε και τις αντίστοιχες μετατροπές και στο μεσσαπικό, με αποτέλεσμα οι μεταβολές αυτές να χρησιμοποιούνται στην χρονολόγηση των μεσσαπικών επιγραφών.424
Τέλος, έχει διευκρινισθεί προ πολλού, ότι η Ιλλυρική ουδεμία σχέση έχει με την Ενετική γλώσσα (Venetian language), η οποία μας είναι γνωστή από 350 επιγραφές, που χρονολογούνται από το τελευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ. μέχρι τα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ. και ήταν η γλώσσα των Ενετών, των Λιβουρνών, των Κάρνων και των Ιστρίων που κατοικούσαν στις ΒΑ περιοχές της ιταλικής χερσονήσου και στην χερσόνησο της Ιστρίας (βλ. Χάρτη 31α). Για την καταγραφή της χρησιμοποιήθηκε ένα αλφάβητο (Ενετικό αλφάβητο) που εισήχθη αρχικά στις νότιες ενετικές περιοχές από την Ετρουρία (την χώρα των Ετρούσκων), το πρώτο μισό του 6ου αιώνα π.Χ. Πρότυπό του υπήρξε ένα βόρειο ετρουσκικό αλφάβητο, του λεγομένου «μεταρρυθμισμένου τύπου».425 Υπενθυμίζουμε ότι το ετρουσκικό αλφάβητο προήλθε από ένα ελληνικό αλφάβητο δυτικού τύπου, το οποίο μεταδόθηκε στους Ετρούσκους από τις ελληνικές αποικίες της Μεγάλης Ελλάδος.
Κρίσιμο σημείο παραμένει η θέση τις Ιλλυρικής σε σχέση με τις δύο βασικές ομάδες των Αριοευρωπαϊκών γλωσσών: Την Ανατολική ή ομάδα satem, που περιλαμβάνει την Θρακική, τις Σλαβικές, Ιρανικές (Περσική, Κουρδική, Αφγανική) και Ινδικές γλώσσες (την προγονική Σανσκριτική και τις σύγχρονες Hindi, Bengali, Punjabi, Urdu κ.λ.π.) και την Δυτική ή ομάδα centum στην οποία ανήκουν η Ελληνική και η Φρυγική καθώς και οι Κελτικές, οι Ιταλικές (αρχαίες: Λατινο-Φαλισκική, Οσκο-Ουμβρική, Πικεντική και οι σύγχρονες Ρωμανικές-Λατινογενείς: Ιταλική, Ισπανική, Γαλλική κ.λ.π.) και Τευτονικές (Γερμανική, Αγγλική, Ολλανδική, Σκανδιναβικές) γλώσσες.
Η κρισιμότητα του ζητήματος προκύπτει από το γεγονός ότι η σημερινή Αλβανική γλώσσα (που είναι γνωστή από γραπτές πηγές μόλις από τον 15ο αιώνα μ.Χ. και μετά) και η οποία ανήκει στην ομάδα satem (Ανατολική ομάδα), διεκδικεί την καταγωγή της από την Ιλλυρική, η οποία, όπως τείνει να αποδείξει η σύγχρονη έρευνα,426 ανήκει πιθανότατα στην Δυτική ομάδα centum και επομένως αποκλείεται να είναι προγονική γλώσσα της Αλβανικής, άρα και οι Ιλλυριοί πρόγονοι των Αλβανών. 
Η πλειονότητα πάντως των αξιόπιστων βιβλιογραφικών πηγών τοποθετεί την Ιλλυρική γλώσσα μόνη της σε έναν ξεχωριστό κλάδο στην οικογένεια των Αριοευρωπαϊκών (Ινδοευρωπαϊκών) γλωσσών, δεδομένου ότι με το σημερινό επίπεδο των γνώσεών μας οι συγγένειές της με άλλες γλώσσες, αρχαίες και σύγχρονες, αποτελεί ακόμη αντικείμενο γλωσσολογικών ερευνών και διαφωνιών.
Παλαιότερα, στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, ταξινομούσαν την Ιλλυρική μαζί με την Θρακική και την Δακική (νεκρές γλώσσες σήμερα και οι δύο) στην «Θρακο-Ιλλυρική» ομάδα ή κλάδο, μια κατάταξη που πλέον ουδείς γλωσσολόγος υποστηρίζει, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, η Θρακική και η Δακική ανήκαν στην ομάδα satem, ενώ η Ιλλυρική στην ομάδα centum.
Αρκετές γλωσσικές επιρροές στην Ιλλυρική προήλθαν από την αρχαία Ελληνική, από την οποία επηρεάστηκαν σημαντικά, γλωσσικά και πολιτιστικά, τα νότια ιλλυρικά φύλα, που είχαν άμεση επαφή με τα ελληνικά φύλα της περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα ονόματα Ιλλυριών ηγεμόνων και άλλων σημαντικών προσώπων, όπως Γλαυκίας, Κλείτος, Άγρων, Επίκαδος κ.λπ. Καθώς αυξανόταν η ελληνική πολιτιστική κυριαρχία ιλλυριόφωνες ομάδες πληθυσμού έγιναν αρχικά δίγλωσσες και στην συνέχεια εγκατέλειψαν την Ιλλυρική υιοθετώντας την αποκλειστική χρήση της ελληνικής γλώσσας. Ο Στράβων αναφέρει ότι οι Ταυλάντιοι και οι Βυλλίονες, δύο σημαντικά ιλλυρικά φύλα εγκατεστημένα στην περιοχή της σημερινής κεντρικής Αλβανίας, ήσαν ήδη δίγλωσσοι στην εποχή του.427
            Οι μεταναστεύσεις, επιδρομές και εγκαταστάσεις των Γαλατών (Κέλτες) στην χερσόνησο του Αίμου, στην διάρκεια του 4ου και 3ου αιώνα π.Χ., τους έφεραν σε επαφή με τα ιλλυρικά φύλα και όπως ήταν επόμενο η Ιλλυρική ήρθε σε επαφή με τις κελτικές διαλέκτους των γαλατικών φύλων που εγκαταστάθηκαν στις περιοχές της σημερινής Κροατίας, Σερβίας και Βοσνίας. Η επαφή αυτή μεταξύ των δύο γλωσσών υπήρξε σε ορισμένες περιπτώσεις ιδιαίτερα παραγωγική με αποτέλεσμα όχι μόνον την ανταλλαγή γλωσσικού υλικού μεταξύ τους, αλλά και την αλλοφωνία ομάδων πληθυσμού, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τους Ιάποδες, έναν κελτο-ιλλυρικό λαό εγκατεστημένο αρχικά στο εσωτερικό των ΒΑ παραλίων της Αδριατικής. Μνημονεύονται από τον Στράβωνα ως ένας πολεμοχαρής λαός «...Κελτικού τε άμα και Ιλλυρικού έθνους...».428
Η Ιλλυρική παρέλαβε γλωσσικά στοιχεία τόσο από την Θρακική γλώσσα, όσο και από την ελάχιστα γνωστή Παιονική γλώσσα (η οποία σύμφωνα με άλλους γλωσσολόγους αποτελεί απλώς διάλεκτο της Θρακικής), λόγω των επαφών με τα θρακικά και παιονικά φύλα που γειτόνευαν με τα αντίστοιχα ιλλυρικά φύλα της περιοχής των κεντρικών Βαλκανίων.
Ασφαλώς, η Λατινική υπήρξε η γλώσσα από την οποία επηρεάστηκε βαθύτερα η Ιλλυρική, λόγω της ρωμαϊκής κατάκτησης, η οποία συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό στην εξαφάνιση των Ιλλυριών και της γλώσσας τους, πριν από τις σλαβικές εισβολές. Η Λατινική εκτόπισε πλήρως την Ιλλυρική πάνω από την Γραμμή Γίρετσεκ (Jireček line), στην οποία έχουμε ήδη αναφερθεί και παραπάνω (βλ. Κεφάλαιο 3-Μέρος δ΄ «Η Βυζαντινή περίοδος», σελ. 114).
Όπως προαναφέρθηκε, δεν διαθέτουμε κείμενα στην Ιλλυρική γλώσσα. Ο Γερμανός γλωσσολόγος Χανς Κράε (Hans Krahe)429 κατέταξε το όποιο υπάρχον υλικό σε τέσσερεις κατηγορίες:
α. Επιγραφικό υλικό
β. Σχόλια για ιλλυρικές λέξεις στο περιθώριο κειμένων σε έργα κλασσικών συγγραφέων της αρχαιότητας
γ. Κύρια ονόματα (ανθρωπωνύμια) που συλλέχθηκαν κατά βάση από ταφόπλακες και ταφικά μνημεία, τοπωνύμια (ονομασίες οικισμών και τοποθεσιών) και υδρωνύμια (ονομασίες ποταμών, λιμνών, χειμάρρων)
δ. Ιλλυρικές δάνειες λέξεις από άλλες γλώσσες
            Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Hans Krahe επικρίθηκε για τις πανιλλυρικές αντιλήψεις του, οι οποίες τον οδήγησαν συχνά σε αμφιλεγόμενα και ανυπόστατα συμπεράσματα. Έτσι, υποστήριζε ότι οι μεσσαπικές διάλεκτοι στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω ανήκαν στην Ιλλυρική γλώσσα, ενώ αποδείχθηκε ότι πολλές από τις λέξεις που κατέγραψε ως ιλλυρικές ήσαν λατινικές, κελτικές ή ελληνικές.
Από τις θεωρούμενες ως πλήρως επιβεβαιωμένες ιλλυρικές λέξεις είναι μόνον το εθνωνύμιο Ιλλυριός και οι ακόλουθες τέσσερεις:
Δευάδαι, οι σατ[υρ]οι υπ’ Ιλλυριών (Ησύχιος)
Ρινός = ομίχλη – «οι δε λέγουσιν Ιλλυριούς ρινόν λέγειν την αχλύν» (Σχολιαστής στον Όμηρο)
sabaia (σαβαία=είδος ζύθου) Αμμιανός Μαρκελλίνος 26.8.2
sybina (σιβύνη=είδος κυνηγετικής λόγχης) Έννιος (Ρωμαίος συγγραφεύς του 3ου/2ου αιώνα π.Χ.
Οι υπόλοιπες επιβεβαιώθηκαν έμμεσα από γλωσσολογικές έρευνες, από τις οποίες αναφέρουμε ορισμένες:
abeis φίδια
brisa φλούδα σταφυλιών
mantía βατομουριά
oseriates λίμνες
          Κλείνοντας το θέμα της γλώσσας των Ιλλυριών παραθέτουμε ένα σχετικό κείμενο από τον εγκυρότατο επιστημονικά και διεθνώς αποδεκτό κατάλογο γλωσσών του Πανεπιστημίου του Ανατολικού Μίτσιγκαν (Eastern Michigan University), ο οποίος αναφέρει τα εξής για την Ιλλυρική:
«Μια αρχαία γλώσσα των Βαλκανίων. Στηριγμένοι στην γεωγραφική γειτνίαση, ορισμένοι την θεωρούν πρόγονο της σύγχρονης Αλβανικής. Εν τούτοις, είναι πολύ πιο πιθανό η Θρακική γλώσσα να είναι πρόγονος της Αλβανικής, δεδομένου ότι η Αλβανική και η Θρακική ανήκουν στην ομάδα satem της Ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών, ενώ η Ιλλυρική ανήκει στην ομάδα centum.

(Σε χρήση από το) 2ο μισό της 1ης χιλιετίας μέχρι το 1ο μισό της 1ης χιλιετίας μ.Χ.».429α

Οι γλωσσικές ομάδες της Βαλκανικής
στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ.
(Πηγή: www.euroatlas.com)

424    Βλ. Για λεπτομέρειες στο Cambridge Ancient History (C.A.H.) - Vol. IV σελ. 737 καθώς και στο Δημητρίου Ε. Ευαγγελίδη: «Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων» - «ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ», Β΄ Έκδοση συμπληρωμένη, Θεσσαλονίκη 2004 λήμμα Μεσσάπιοι
425.         Για την Ενετική γλώσσα βλ. Roger D. Woodard (ed.): The ancient languages of Europe – “Cambridge University Press” 2008 σελ. 124-140. Για τους Ενετούς, Λιβουρνούς, Ιστρίους και Κάρνους βλ. τα αντίστοιχα λήμματα στο Δημητρίου Ε. Ευαγγελίδη: «Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων» ό. π.
426.         Βλ. James Clackson: Indo-European linguistics - An Introduction “Cambridge University Press” 2007 σελ. 52: “Albanian and Armenian are both satem languages”, Hans Henrich Hock, Brian D. Joseph: Language History, Language Change, and Language Relationship - An Introduction to Historical and Comparative Linguistics “Mouton Textbook” 2009 (2nd Edition) σελ. 54: Albanian is a satem language. Illyrian, on the other hand, is a centum language, Andrew L. Sihler: Language history – An introductionJohn Benjamins Publishing Company” Amsterdam 2000 σελ. 238 Albanian: an IE branch belonging to the satem group”, καθώς και πολυάριθμες αναφορές ερευνητών, ειδικών γλωσσολόγων κλπ σε εργασίες, πανεπιστημιακά εγχειρίδια κ.ά.
427.     Στράβων: Γεωγραφικά – Βιβλίον Ζ΄ VII.8
428.   Στράβων: Γεωγραφικά – Βιβλία Δ΄ VI.10 και Ζ΄ V.2,4. Λεπτομέρειες για τους Ιάποδες στο Δημητρίου Ε. Ευαγγελίδη: «Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων» ό. π. στο σχετικό λήμμα
429.  Hans Krahe: Die Sprache der Illyrier τόμος Α΄ Die Quellen (Πηγές) Wiesbaden 1955 – Hans Krahe: Die Sprache der Illyrier τόμος Β΄ Carlo de Simone: Die messapischen Inschriften und ihre Chronologie (Οι μεσσαπικές επιγραφές και οι χρονολογίες τους) – Jürgen Untermann: Die messapischen Personennamen (Τα μεσσαπικά ανθρωπωνύμια) Wiesbaden 1964.
429α. Charles Frederick Voegelin & Florence Marie Robinett Voegelin: Classification and Index of the World's Languages – “Elsevier”  New York, 1977).