Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεσσαλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεσσαλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2018

Τα Αμπελάκια: Το πρότυπο του νεοελληνικού συνεργατισμού


Αμπελάκια: Η Συντροφία, τα κόκκινα νήματα 
και ο Γεώργιος Σβαρτς

Βαγγέλης Στεργιόπουλος


Iστορικό χωριό της Περιφερειακής Ενότητας Λάρισας, τα Αμπελάκια είναι χτισμένα σε πλαγιά της Όσσας (Κισσάβου), εκεί όπου αυτή συναντιέται με τον Όλυμπο, στα στενά των Tεμπών.
Τα λαμπρά αρχοντικά, εξαίρετα δείγματα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, αλλά και τα απλά σπίτια, τα πλακόστρωτα καλντερίμια, οι εκκλησίες και τα ξωκλήσια, οι κρήνες και τα γεφύρια συνθέτουν ένα θαυμάσιο οικιστικό σύνολο, που έχει κηρυχθεί διατηρητέο.

Τα Aμπελάκια απέκτησαν μεγάλη φήμη χάρη στον συνεταιρισμό που συγκρότησαν οι κάτοικοί τους, με σκοπό την εμπορική και τη βιοτεχνική αξιοποίηση των βαμμένων με φυτικό χρώμα νημάτων. Η συνεργατική αυτή επιχείρηση, που έφερε την ονομασία «Συντροφία των Αμπελακίων», άκμασε κατά το διάστημα 1780-1814. Οι δραστήριοι και φιλόπονοι Αμπελακιώτες, κλώθοντας και βάφοντας κόκκινα νήματα, κατόρθωσαν να οργανώσουν ένα άρτιο δίκτυο εμπορίας στην κεντρική και τη βόρεια Ευρώπη.

Ο συνεταιρισμός των Αμπελακίων, στον οποίο συμμετείχαν περίπου 6.000 άνθρωποι, αποτέλεσε εστία οικονομικής ισχύος, κοινωνικής οργάνωσης και πολιτισμού σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για τη Θεσσαλία λόγω της τουρκικής καταπίεσης.

Αξιοθαύμαστη υπήρξε η διαχείριση των κερδών σε ό,τι αφορούσε την κοινωνική πρόνοια, τον πολιτισμό και την εκπαίδευση. Ιδρύθηκαν φημισμένες σχολές, όπως το Ελληνομουσείο (σε αυτό δίδαξαν, μεταξύ άλλων, οι δάσκαλοι του Γένους Ευγένιος Bούλγαρης, Γρηγόριος Kωνσταντάς, Κωνσταντίνος Κούμας και Άνθιμος Γαζής) και η Μανιάρειος Σχολή.
Οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία και την Ευρώπη κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα οδήγησαν τα Αμπελάκια στην παρακμή.
Το ενδιαφέρον των επισκεπτών του χωριού προσελκύει δικαιολογημένα το αρχοντικό του Γεωργίου Σβαρτς (Μαύρου), προέδρου του συνεταιρισμού των Αμπελακίων. Το αρχοντικό, που οικοδομήθηκε περί τα τέλη του 18ου αιώνα και υπήρξε κατοικία του προέδρου και έδρα του συνεταιρισμού, θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα κοσμικά κτίρια του ελλαδικού χώρου.
Χαρακτηριστικό δείγμα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής του 18ου αιώνα, το αρχοντικό με την πλούσια διακόσμηση (ζωγραφική και ξυλόγλυπτη) αποτελείται από ισόγειο και δύο ορόφους (ο ανώτερος με σαχνισιά).
Από τα υπόλοιπα κτίρια των Αμπελακίων ξεχωρίζουν τα αρχοντικά του Ευθυμίου Ευθυμιάδη, του Σωκράτη Σολωμού και της Βάσας Σολωμού – Ξανθάκη. Στο ανακατασκευασμένο αρχοντικό Μολά στεγάζεται Λαογραφικό και Ιστορικό Μουσείο, που περιλαμβάνει έπιπλα, εργαλεία και αντικείμενα λαϊκής χρήσης, ενδεικτικά του πολιτισμού και της καθημερινής ζωής των παλαιότερων γενιών στα Αμπελάκια.

Στα αξιόλογα εκκλησιαστικά μνημεία του χωριού συγκαταλέγονται οι εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Αθανασίου (1881) και της Αγίας Παρασκευής, δίπλα στην Επισκοπή.

Για τους περιπατητές και τους λάτρεις της φύσης προσφέρονται οι τοποθεσίες γύρω από τα Αμπελάκια, με πυκνή βλάστηση, κρύα νερά και όμορφη θέα στο θεσσαλικό κάμπο και τα Tέμπη.



Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Μάγνητες


Μάγνητες

Ἀρχαιοελληνικό φῦλο, στενά συγγενές μέ τούς Μακεδόνες, ὅπως ἀποδεικνύουν στοιχεῖα τῆς νεώτερης ἔρευνας. Ἡ ὀνομασία καί τῶν δύο φύλων προέρχεται ἀπό τήν ρίζα μακ- πού σημαίνει μέγεθος, μέ τήν εἰδι- κότερη ἔννοια ὕψος, τήν ὁποία συναντᾶμε καί στίς ἑλληνικές λέξεις μάκος/μῆκος, μακρός κ.λ.π. (Ι.Ε.Ε. "Εκδοτική Αθηνών" τόμ. Β´ σελ. 21 καί 237). Οἱ Μάγνητες θεωροῦνται μάλιστα ἀπό ὁρισμένους ἐρευνητές (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, "Εκδοτική Αθηνών" σελ. 63) ὡς κλάδος τῶν Μακεδόνων, προερχόμενοι ἀπό τήν περιοχή τοῦ ὄρους Λάκμος, στήν κεντρική Πίνδο, ὅπου εἶχαν ἐγκατασταθεῖ, ἀπό τήν ἐποχή τῆς εἰσόδου τῶν Πρωτο-ἑλληνικῶν φύλων (μεταξύ 2200/2100 - 1900 π.Χ.) στόν ἑλλαδικό χῶρο. Ὁ μεγάλος ἐπικός ποιητής τοῦ 8ου-7ου αἰώνα π.Χ. Ἡσίοδος, ἐμφανίζει στίς Ἠοῖες του, τόν Μάγνητα καί τόν Μακεδόνα ὡς γιούς τῆς Θυΐας, τῆς κόρης τοῦ Δευκαλίωνος καί ἑπομένως στενούς συγγενεῖς τῶν γιῶν τοῦ Ἕλληνος (γιοῦ τοῦ Δευκαλίωνος καί ἀδελφοῦ της Θυΐας) καί τῆς νύμφης Ὀρσηΐδος, δηλαδή τοῦ Δώρου, τοῦ Ξούθου καί τοῦ Αἰόλου. Κατά τήν Μυθολογία (Ἀπολλοδ. Α´ VII.3), ὁ Ξοῦθος (=ξανθός) ἦταν ὁ πατέρας τοῦ Ἀχαιοῦ καί τοῦ Ἴωνος καί ἔτσι ἔχουμε τούς μυθικούς γενάρχες τῶν ἑλληνικῶν φύλων δηλ. τῶν Δωριέων, τῶν Ἀχαιῶν, τῶν Αἰολέων καί τῶν Ἰώνων (βλ. Πίνακα IV). 

Ἡ συγγένεια Μακεδόνων καί Μαγνήτων παρουσιάζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον ἀπό τήν πλευρά μιᾶς ἀκόμη ἐπιβεβαίωσης τῆς καταγωγῆς τῶν Μακεδόνων ὡς ἑνός ἀδιαμφισβήτητα ἑλληνικοῦ φύλου. Ἐκτός ἀπό τό γεγονός τῆς κοινῆς προέλευσης τῶν δύο ἐθνικῶν ὀνομάτων ἀπό τήν ἴδια ρίζα μακ- πού ἤδη ἀναφέραμε παραπάνω, οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες προφανῶς ἀναγνώριζαν αὐτή τήν συγγένεια καί κατά τήν ἄποψή μας ἔτσι ἑρμηνεύεται καί τό ὅτι ὁ Ἡσίοδος παρουσίασε τόν Μακεδόνα καί τόν Μάγνη ὡς ἀδελφούς. Ἀλλά ἡ συγγένεια ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό δύο ἀκόμη ἀδιάσειστα στοιχεῖα τοῦ θρησκευτικοῦ καί κοινωνικοῦ βίου, ὅπως τό ὅτι καί τά δύο φῦλα τελοῦσαν μία ἑορτή τά Ἑταιρείδια, ἄγνωστη στά ὑπόλοιπα ἑλληνικά φῦλα τῆς ἐποχῆς, καθώς καί τό ὅτι εἶχαν ἕναν ἰδιαίτερο χορό, τήν Καρπαία, μέ τήν παρατήρηση ὅτι τόν ἴδιο χορό ἐκτός ἀπό τούς Μακεδόνες καί τούς Μάγνητες εἶχαν καί οἱ Αἰνιάνες ἀπό τήν ἐποχή πού τό φῦλο αὐτό γειτόνευε μαζί τους (βλ. λεπτομέρειες στό Μακεδονία, ὅ.π. σελ. 49-63). 

Οἱ Μάγνητες, θά μετακινηθοῦν (γύρω στό 1400 π.Χ.) στήν Πιερία καί στήν διάρκεια τῶν μεγάλων ἀνακατατάξεων καί μεταναστεύσεων τοῦ τέλους τοῦ 13ου αἰώνα π.Χ., θά ἐκτοπισθοῦν ἀπό ἐκεῖ ἀπό ἕνα τουλάχιστον θρακικό φῦλο. Θά μετακινηθοῦν τότε (κατά τόν N. Ηammond: The Macedonian State σελ. 7, αὐτή ἡ μετακίνηση πραγματοποιήθηκε νωρίτερα, κατά τήν διάρκεια τοῦ 13ου αἰώνα π.Χ.) στήν Ἀνατολική Θεσσαλία ὅπου θά ἐγκατασταθοῦν τελικά στίς περιοχές γύρω ἀπό τήν Ὄσσα καί τό Πήλιο, δίνοντας τό ὄνομά τους στήν χώρα (Μαγνησία). 

Σύμφωνα μέ τόν ὁμηρικό «Νηῶν Κατάλογο», οἱ Μάγνητες κατεῖχαν τά Τέμπη καί τό Πήλιο τήν ἐποχή τοῦ Τρωϊκοῦ πολέμου, στόν ὁποῖον συμμετεῖχαν μέ ἀρχηγό τόν Πρόθοο, γιό τοῦ Τενθρηδόνα (Ἰλιάς Β 756-759). Αὐτό τό χωρίο ὅμως ἀναγνωρίζεται γενικῶς ὡς μετέπειτα παρεμβολή, γιατί ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ ἐνδείξεις ἄλλων τμημάτων τοῦ «Καταλόγου». Μετά τήν κατάκτηση τῆς Θεσσαλίας μεταξύ τοῦ 12ου - 9ου αἰῶνος π.Χ., οἱ κατακτητές Θεσσαλοί ἐπέβαλαν καθεστώς δουλοπαροικίας στούς ὑποταγμένους λαούς (=Πενέσται), ἐκτός ἀπό ἐκείνους μέ τούς ὁποίους ἔκλεισαν συμφωνίες διαφορετικῆς μεταχείρισης, ὅπως οἱ Μάγνητες, οἱ Περραιβοί καί οἱ Ἀχαιοί τῆς Φθιώτιδος (βλ. C.A.Η. Vol. III part 3, σελ. 295), πού θά παραμείνουν στήν χώρα τους καί ἔτσι δέν θά ἀναγκασθοῦν νά μεταναστεύσουν (ἐκτός ἀπό ἕνα μικρό τμῆμα τους). Τό ἴδιο καθεστώς (παραπλήσιο μέ τῶν Περιοίκων τῆς Λακωνίας), ἀλλά ἀνεπίσημα, ἀπολάμβαναν καί οἱ Δόλοπες

Ἡ παραπάνω διαπίστωση, ὅτι δηλ. οἱ Μάγνητες καί ὁρισμένα ἄλλα φῦλα οὐδέποτε ὑπῆρξαν Πενέστες, ἀλλά ὑπήκοοι καί ὁρισμένες φορές σύμμαχοι τῶν Θεσσαλῶν, μετά ἀπό ἐπίσημη συμφωνία, προέκυψε ἀπό νεώτερες ἔρευνες (βλ. λεπτομέρειες C.A.Η. Vol. III part 3, ὅ.π.), οἱ ὁποῖες ἀνέτρεψαν τήν παλαιότερη ἄποψη, στηριζόμενη κυρίως στά ἀναφερό- μενα σέ διασωθέν ἀπόσπασμα τοῦ Θεόπομπου τοῦ Χίου (F 122), ὅτι οἱ Θεσσαλοί (ὅπως καί οἱ Σπαρτιάτες), συνέλεξαν τούς δούλους τους ἀπό τούς προηγούμενους κατοίκους τῶν περιοχῶν πού κατέκτησαν, «Περραιβούς καί Μάγνητας», τούς ὁποίους ὀνόμασαν Πενέστες (ἐνῶ οἱ Σπαρτιάτες Εἵλωτες). 

Κατά τόν 9ο αἰώνα π.Χ. οἱ Μάγνητες θά ἱδρύσουν τρεῖς ἀποικίες, μία στήν Κρήτη κοντά στήν Φαιστό καί δύο στήν Μικρά Ἀσία: Τήν πρώτη νοτιοανατολικά ἀπό τήν Ἔφεσο, στίς ἐκβολές τοῦ ποταμοῦ Μαιάνδρου καί τήν ἄλλη βορειοανατολικά τῆς Σμύρνης, στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Ἕρμου, στίς παρυφές τοῦ ὄρους Σίπυλον. Καί οἱ τρεῖς πόλεις ἔφεραν τό ὄνομα Μαγνησία. Ἀξίζει νά μνημονεύσουμε στό σημεῖο αὐτό, τήν μαρτυρία τοῦ Στράβωνος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει (ΙΔ´ I. 40), ὅτι οἱ Μάγνητες τῆς Μαγνησίας τοῦ Μαιάνδρου, ἐξοντώθηκαν ἀπό τούς συμμάχους τῶν Κιμμερίων, τούς Τρῆρες, σέ μία ἐπιδρομή τους στήν περιοχή, μεταξύ 726 και 660 π.Χ. 

Οι Μαγνησίες της Μ. Ασίας


Οἱ Μάγνητες, μετά τό 352 π.Χ., θά περάσουν στήν ἐξουσία τοῦ Μακεδονικοῦ Βασιλείου, ὅταν ἡ περιοχή τους παραχωρήθηκε στόν Φίλιππο Β´ καί θά παραμείνουν ὑποτελεῖς μέχρι τήν ἦττα τοῦ Φιλίππου Ε´ τό 197 π.Χ. ἀπό τούς Ρωμαίους.

Στήν διάρκεια τῆς Ρωμαιοκρατίας θά παύσουν νά ἀναφέρονται ὡς ξεχωριστό φῦλο.





Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Οι τύραννοι των Φερών, η Λάρισα και η μακεδονική κυριαρχία (4ος π.Χ. αι.)


Ασημένιο δίδραχμο του Αλεξάνδρου των Φερών (369-357 π.Χ.)
με τη μορφή του και παράσταση του πολεμικού ιππικού του

Οι τύραννοι των Φερών, η Λάρισα
και η μακεδονική κυριαρχία (4ος π.Χ. αι.)
του Κων. Α. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

Τον 4ο π.Χ. αιώνα στη Θεσσαλία, υπήρξε μεγάλη αντιπαλότητα μεταξύ ευγενών και λαού. Ο Κριτίας, ένας από τους τριάκοντα τυράννους της Αθήνας, ξεσήκωσε τους Πενέστες κατά των γαιοκτημόνων. Ο Κριτίας απέτυχε, αλλά ο Λυκόφρων Α΄ των Φερών, εκμεταλλευόμενος την αναταραχή, έγινε τύραννος στις Φερές. Οι Φερές, στα νοτιοανατολικά της θεσσαλικής πεδιάδας και κοντά στους θαλάσσιους δρόμους, ήλεγχαν το εμπόριο εξάγοντας σιτηρά και εισάγοντας άλλα προϊόντα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Φεραίοι να γίνουν φορέας προοδευτικών ιδεών στη Θεσσαλία, έχοντας και το πλεονέκτημα της απουσίας ευγενών στον τόπο τους. Εντούτοις οι Φερές δεν απέκτησαν δημοκρατία. Ο Λυκόφρων, πάντως, ενήργησε τυχοδιωκτικά θέλοντας να επεκτείνει την κυριαρχία του σ' όλη τη Θεσσαλία.
Στην ίδια περίοδο, η Λάρισα είχε περιπέσει σε σχετική παρακμή κυβερνώμενη ακόμη από τους Αλευάδες. Ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 131) αναφέρει ότι στη Λάρισα λειτουργούσε η λεγόμενη «Ελεύθερη Αγορά», στην οποία συμμετείχαν μόνο οι «αγαθοί», δηλαδή οι ευγενείς γαιοκτήμονες που είχαν μεταμορφωθεί σε αριστοκράτες αστούς. Ο ανταγωνισμός ευγενών με τους δημοκρατικούς της Λάρισας και τους «δημοκρατικούς» του Λυκόφρονα οδήγησε αμφοτέρους στην αναζήτηση έξωθεν βοήθειας είτε από την αποδυναμωμένη Σπάρτη είτε από την ανερχόμενη Μακεδονία. Οι Σπαρτιάτες τότε ήλεγχαν τις νότιες εισόδους της Θεσσαλίας μέσω της Ηράκλειας Τραχίνας στο Μαλιακό, ενώ ο Περδίκας (Σημ. ΔΕΕ: Αναφέρεται προφανώς στον Περδίκκα Β΄ 448-413 π.Χ.) της Μακεδονίας, άρχιζε να εμφυσείται από το όραμα της ανάδειξης της Μακεδονίας σε κυρίαρχη δύναμη στην Ελλάδα. Έτσι, μετά την επίδειξη ισχύος του Λυκόφρονα, που χτύπησε πολλές φορές τα λαρισαϊκά στρατιωτικά σώματα, την εξουσία στη Λάρισα πήρε μια μετριοπαθής ολιγαρχική ομάδα, που έδωσε σ’ όλους τους Λαρισαίους πολιτικά δικαιώματα. Ο κυνηγημένος ταγός της Λάρισας, Αρίστιππος, κατέφυγε στον Πέρση Κύρο αναζητώντας μισθοφόρους για να επανέλθει στην εξουσία, πράγμα που τελικά δεν πέτυχε. Στο μεταξύ ο Λυκόφρων συνεργαζόταν με τους Σπαρτιάτες που ίσως είχαν σκοπό να εισβάλουν. Ο Αρίστιππος, βρισκόμενος σε δύσκολη θέση, ζήτησε (401 π.Χ.) τη βοήθεια του Αρχέλαου (Σημ. ΔΕΕ: Ο σπουδαίος βασιλεύς της Μακεδονίας Αρχέλαος  413-399 π.Χ.) που είχε προεκτείνει την κυριαρχία του στην Περραιβία.
Ο Μακεδόνας βασιλιάς, ευτυχής για τη συγκυρία, κατέλαβε τη Λάρισα, επανέφερε τους αριστοκράτες στην εξουσία παίρνοντας ομήρους δέκα αγόρια αριστοκρατικών οικογενειών της πόλης. Η Σπάρτη ήταν έτοιμη να επέμβει, ανησυχώντας για την αυξανόμενη επιρροή των Μακεδόνων, μα ένα γεγονός ανέτρεψε το σκηνικό. Το χειμώνα του 399 π.Χ. ο Αρχέλαος σκοτώθηκε (Σημ. ΔΕΕ: Για την ακρίβεια δολοφονήθηκε), στη διάρκεια κυνηγητικής εξόρμησης. Οι διάδοχοί του δεν ενδιαφέρθηκαν για τη Θεσσαλία κι έτσι ο Λυκόφρων με σπαρτιατική αρωγή κατέλαβε τη Φάρσαλο κι εγκατέστησε φρουρά. Στα επόμενα έτη παρατηρήθηκαν μικροσυγκρούσεις μεταξύ Λυκόφρονα και Μηδίου, που είχε ήδη αναλάβει ταγός στη Λάρισα. Απρόσμενος σύμμαχος του Μηδίου ήταν η Θήβα. Έτσι, με τη βοήθεια Θηβαίων και Αργείων, κατέλαβε το 395 π.Χ. τη Φάρσαλο κατασφάζοντας τη σπαρτιατική φρουρά, ενώ θηβαϊκές και αργείες δυνάμεις κατέλαβαν την Ηράκλεια. Το έργο του Σπαρτιάτη Αγησίλαου, που επέστρεφε τότε από την Περσία, φαινόταν δύσκολο. Γι’ αυτό πανηγυρίστηκε τόσο η νίκη του στο Ναρθάκι (394 π.Χ., στην οποία αναφερθήκαμε σε άλλο άρθρο). Μετά το θάνατο του Λυκόφρονα (370), ο γιος του Ιάσων πήρε την εξουσία στις Φερές. Ο Ιάσων ήταν ευφυής, καλόκαρδος και δίκαιος ηγεμόνας για όλους στη Θεσσαλία. Βλέποντας την αποδυνάμωση της Ελλάδας, εξαιτίας των αλλεπάλληλων πολέμων, οραματίστηκε να αναδείξει τη Θεσσαλία κυρίαρχη και, ενώνοντας κάτω από το σκήπτρο του όλους τους Έλληνες, να επιχειρήσει εκστρατεία εναντίον της Περσίας (Σημ. ΔΕΕ: Αυτός ήταν ο λόγος που έλαβε την προσωνυμία Φιλέλλην, δηλ. φιλόπατρις). Οι ηγεμόνες της Ηπείρου, Αλκέτας και Νεοπτόλεμος, δήλωσαν υποτέλεια στον Ιάσονα, ενώ πολλές πόλεις της Ν. Ελλάδας επιδίωκαν τη συμμαχία του. Μόνος αντίπαλός του παρέμεινε η Αθήνα και γι’ αυτό σχεδίαζε να δημιουργήσει αξιόμαχο στόλο για να την ανταγωνισθεί. Επίσης κινήθηκε διπλωματικά συνεννοούμενος με το βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Β΄ με σκοπό την συγκρότηση μιας αξιόμαχης στρατιάς. Όμως το σχέδιό του ματαιώθηκε και το όνειρο της θεσσαλικής κυριαρχίας «θάφτηκε» μαζί με το νεκρό του σώμα: Καθώς ετοιμαζόταν για αναχώρησή του στους Δελφούς (Πύθια), ενώ επιθεωρούσε το ιππικό, μια ομάδα επτά νεαρών τον δολοφόνησαν. Οι περισσότεροι ιστορικοί πιστεύουν ότι ηθικός αυτουργός υπήρξε ο αδελφός του Πολύδωρος.
Μετά το θάνατο του φιλόδοξου Ιάσονα, ταγοί της Θεσσαλίας αναγνωρίστηκαν οι γιοι του Πολύδωρος και Πολύφρων. Όμως μετά τη δολοφονία του πρώτου από τον δεύτερο, κάπου έξω από τη Λάρισα, μόνος κυρίαρχος έμεινε ο Πολύφρων. Η ταγεία του Πολύφρονα έμεινε αξέχαστη στους Θεσσαλούς ως η πιο αιμοσταγής τυραννία που είχε γνωρίσει η χώρα. Ανάμεσα στα θύματά του ήταν πολλοί άρχοντες της Φαρσάλου, με γνωστότερο τον Πολυδάμαντα, ενώ εξόρισε Λαρισαίους αντιπάλους του. Όμως, πριν ολοκληρώσει το φρικτό έργο, ο μικρότερός του αδελφός, Αλέξανδρος, τον δολοφόνησε, παίρνοντας στα χέρια του την εξουσία.
Ο νέος τύραννος των Φερών συνέχισε το έργο του αδελφού του διαπράττοντας ωμότητες και σφαγές στη Λάρισα, με θύματα, κυρίως, μέλη της οικογένειας των Αλευάδων. Πολλοί απ’ αυτούς κατάφεραν να ξεφύγουν επιζητώντας την προστασία του Αλεξάνδρου Β΄ (Σημ. ΔΕΕ: αδελφός του Φιλίππου Β΄ και θείος του Μ. Αλεξάνδρου) της Μακεδονίας. Κι ενώ ο Φεραίος Αλέξανδρος ετοίμαζε εκστρατεία κατά της Μακεδονίας, ο βόρειος συνώνυμός του τον πρόλαβε και με Λαρισαίους φυγάδες κατέλαβε τη Λάρισα. Αιφνιδιασμένος ο τύραννος, επέστρεψε στην πόλη του για να οργανωθεί. Λίγους μήνες αργότερα ο στρατός της Θήβας, έχοντας επικεφαλής τους Επαμεινώνδα και Πελοπίδα, απελευθέρωσε τη Λάρισα στηρίζοντας τους Αλευάδες, που πήραν πάλι την εξουσία στα χέρια τους. Ο τύραννος των Φερών άρχισε τότε να παρενοχλεί τους Θηβαίους, συλλαμβάνοντας μάλιστα αιχμάλωτο τον Πελοπίδα (367 π.Χ.), που όμως κατάφερε στη συνέχεια να απελευθερώσει ο Επαμεινώνδας. Το τέλος του Αλεξάνδρου των Φερών δεν άργησε να επέλθει. Στη μάχη που έγινε στις Κυνός Κεφαλές (Χαλκωδόνιον όρος) οι Φεραίοι κατατροπώθηκαν από δυνάμεις του Πελοπίδα (365 π.Χ.), ο οποίος όμως, πολεμώντας ριψοκίνδυνα, φονεύθηκε. Ο Αλέξανδρος κατάφερε να διαφύγει στις Φερές όπου τον περίμενε η μοίρα της οικογένειάς του: η δολοφονία του από συγγενή. Η σύζυγός του Θήβη έβαλε τα αδέλφια της Τισίφονο, Πυθόλαο και Λυκόφρονα Β΄ να τον σκοτώσουν. Οι τρεις δολοφόνοι ανέλαβαν από κοινού την «ταγεία» στη Θεσσαλία που είχε πια καταντήσει συνώνυμο της τυραννίας.
Στη διάρκεια αυτών των γεγονότων (363 π.Χ.) συστήθηκε το νέο «Κοινόν των Θετταλών», από όλες τις πόλεις της Θεσσαλίας πλην Φερών. Επειδή, όμως η δύναμη των Φερών υπό την ηγεσία των τριών αδελφών, ήταν υπολογίσιμη, οι Αλευάδες, εκ μέρους του Κοινού, ζήτησαν τη βοήθεια του νέου Μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου Β΄ (358 π.Χ). Αυτός, χωρίς χρονοτριβή επέλασε στη Θεσσαλία, καταστρέφοντας τη Φαρκαδόνα και μετά τη μάχη του Κροκίου πεδίου, αφού ανέτρεψε την τυραννία του Δείνωνα (Κραννών), κατέλυσε το κράτος των Φερών και υπέταξε επίσημα τη Μαγνησία, την Περραιβία και ολόκληρη τη Θεσσαλία στη Μακεδονία (352 π.Χ.). Ο Φίλιππος επανέφερε την παλιά διαίρεση της χώρας σε τετραρχίες (Εστιαιώτιδα, Θεσσαλιώτιδα, Πελασγιώτιδα, Αχαΐα Φθιώτιδα). Στην Πελασγιώτιδα ο Φίλιππος τοποθέτησε στη διοίκηση τον Αλευάδη Θρασύδαιο, ενώ φρόντισε να έχει υπό την κατοχή του στρατηγικές θέσεις, εγκαθιστώντας μακεδονικές φρουρές. Μάλιστα στους Γόμφους έστειλε Μακεδόνες αποίκους, κάτι που πιθανόν έγινε και στους Γόννους. Να αναφέρουμε ότι για λόγους σκοπιμότητας νυμφεύτηκε το 353, τη Λαρισαία Φίλιννα και το 352 τη συγγενή του Φεραίου Ιάσονα Νικησίπολη. Από την πρώτη απέκτησε τον Αρριδαίο και από τη δεύτερη τη Θεσσαλονίκη (ονομάστηκε έτσι σε ανάμνηση της νίκης του στο Κρόκιον). Φερόμενος διαλλακτικά ο Φίλιππος, επέτρεψε στους Θεσσαλούς να έχουν την πρωτοκαθεδρία στη Δελφική Αμφικτυονία. Το 345 ο Αλεύας Σίμος, οργάνωσε ανταρσία και αυτοανακηρύχθηκε τύραννος. Επειδή ο Φίλιππος δεν αντέδρασε, λόγω συγκρούσεών του στην Ιλλυρία και τη Δαρδανία (Σκόπια), βρέθηκαν μιμητές του Σίμου και στις Φερές. Όταν ο Μακεδόνας βασιλιάς επέστρεψε θριαμβευτής, αντέδρασε αστραπιαία. Εξεστράτευσε κατά των στασιαστών, επικρατώντας με άνεση. Οι συνέπειες ήταν δραματικές: εξόντωσε μέχρις ενός τους τυράννους των θεσσαλικών πόλεων, τοποθέτησε ισχυρές μακεδονικές φρουρές παντού, απέσπασε από τη Θεσσαλία, εκτός από τη Μαγνησία, Αχαΐα Φθιώτιδα, Μαλίδα, Αινίδα, Δολοπία και Οιταία. Το σοβαρότερο μέτρο που επέβαλε ήταν ο ορισμός κυβερνήσεων που ονομάζονταν «δεκαρχίαι», τα μέλη των οποίων διορίζονταν από τον ίδιο το Φίλιππο. Το 342 ο Φίλιππος επέβαλε στους Θεσσαλούς να «εκλέξουν» τον ίδιο «ισόβιο άρχοντα του Κοινού των Θεσσαλών». Έτσι, πρώτη φορά, εμφανίζεται ταγός στη Θεσσαλία κάποιος μη Θεσσαλός. Μ’ αυτή την «εκλογή», ο Φίλιππος μπορούσε να εκμεταλλεύεται οικονομικά την εύφορη πεδιάδα, μέσω εισφορών, και να επιστρατεύει, θεσσαλικό στρατό.

www.scribd.com/oikonomoukon

εφ. Ελευθερία Λάρισας, 12/12/11, σ. 20


Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010

Αρχαία Θεσσαλία

Αρχαία Θεσσαλία


Θεσσαλοί: Ένα από τα σημαντικά φύλα της κεντρικής Ελλάδος, το οποίο έδωσε το όνομά του στην περιοχή που μέχρι σήμερα είναι γνωστή ως Θεσσαλία και η οποία παλαιότερα έφερε την ονομασία Αιμονία (Πλίνιος, IV 7, 14) από τους Αίμονες, Πελασγία και Αιολίς. Κατά την παράδοση, γενάρχης των Θεσσαλών ήταν ο επώνυμός τους, Θεσσαλός, υιός του Αίμονος και εγγονός του Πελασγού. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Θεσσαλός ήταν βασιλεύς της Φθίας και πατέρας του Γραικού, από τον οποίον πήραν το όνομά τους οι κάτοικοι της περιοχής, Γραικοί. Οι Θεσσαλοί, εντοπίζονται στην αρχή της Μεσοελλαδικής Εποχής (1900 π.Χ.) στα σύνορα Ηπείρου και Θεσσαλίας, όπου θα διαμορφωθούν γλωσσολογικά, με αποτέλεσμα η διάλεκτός τους να καταλαμβάνει ενδιάμεση θέση μεταξύ της Δυτικής (Ηπειρωτικής) ομάδος και της Αιολικής (βλ. Ι.Ε.Ε. τομ. Α΄ σελ. 376).
Στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. οι Θεσσαλοί, ακολουθώντας το παράδειγμα των μέχρι τότε γειτόνων τους Βοιωτών, θα εισβάλουν και αυτοί στις εύφορες πεδιάδες ανατολικά και αφού εκδιώξουν το μεγαλύτερο τμήμα των Βοιωτών, θα υποτάξουν βαθμιαία, μέχρι το τέλος του 12ου αιώνα π.Χ., τα αιολόφωνα φύλα των δυτικών περιοχών της χώρας που θα πάρει από αυτούς το όνομά της (Θεσσαλία). Ευρήματα από διάφορες θέσεις της Θεσσαλίας του 11ου και 10ου αιώνα π.Χ. αποκαλύπτουν τρεις τοπικούς πολιτισμούς. Ο πρώτος, κάλυπτε την δυτική και κεντρική Θεσσαλία και αποδίδεται στους εισβολείς Θεσσαλούς. Ο δεύτερος και ο τρίτος, στην περιοχή της Λάρισας και στα παράλια του Παγασητικού αντίστοιχα, αποδίδονται στους παλαιότερους κατοίκους αυτών των περιοχών, που δεν είχαν υποταχθεί ακόμη. Τα αρχαιολογικά στοιχεία πάντως αποδεικνύουν ότι η πολιτιστική ενότητα της Θεσσαλίας αποκαταστάθηκε στην διάρκεια του 9ου αιώνα π.Χ. γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τότε ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της χώρας από τους Θεσσαλούς.
Οι Θεσσαλοί, όταν ολοκλήρωσαν την κατάκτηση, μοίρασαν την χώρα (βλ. Χάρτη) σε τέσσερα τμήματα με επικεφαλής τους λεγόμενους τετράρχες :
α) Την Πελασγιώτιδα, η οποία περιλάμβανε κυρίως την λεκάνη της Βοιβηίδος λίμνης, εκτεινόμενη λίγο προς τα ΒΔ και πέρα από τον Πηνειό, καθώς και προς ΝΑ μέχρι τον Παγασητικό κόλπο. Σημαντικότερες πόλεις, η Λάρισα, η Γυρτώνη, η Κρανών, αι Φεραί με το λιμάνι των Παγασών και η Σκοτούσσα, κοντά σον περίφημο λόφο Κυνός Κεφαλαί, όπου το 197 π.Χ. ο Φίλιππος Ε΄ της Μακεδονίας ηττήθηκε από τους Ρωμαίους.
β) Την Θεσσαλιώτιδα, στο ΝΔ τμήμα της χώρας, με σπουδαιότερες πόλεις την Φάρσαλο, την Άρνη (η οποία αργότερα μετονομάσθηκε σε Κιέριον ή Πιέριον) και την Μητρόπολιν.
γ) Την Ιστιαιώτιδα ή Εσταιώτιδα, στο ΒΔ τμήμα, εκτεινόμενη και προς τα ανατολικά για να περιλάβει την Περραιβία. Κυριότερες πόλεις οι Γόμφοι, η Τρίκκη, και η Ολοοσσών.
δ) Την Φθιώτιδα και σωστότερα την Αχαΐα Φθιώτιδα, στα ΝΑ της χώρας, με πόλεις την Άλον, την Ίτωνα, την Πύρασσο, την Λάρισσα Κρεμαστήν, την Λαμία, την Ηράκλεια (Τραχίς, η παλαιότερη ονομασία της) και την Υπάτη.
Τέλος πρέπει να αναφέρουμε και την Μαγνησία, στα ανατολικά, η οποία περιλάμβανε ολόκληρο το παραθαλάσσιο τμήμα νοτίως των Τεμπών (βλ. σχετικά και την περιγραφή του Στράβωνος, Θ΄ V.3). Οι παλαιότεροι κάτοικοι της χώρας, κυρίως αιολόφωνα φύλα, αλλά και προελληνικοί λαοί, υποδουλώθηκαν στους Θεσσαλούς και έγιναν δουλοπάροικοι, οι λεγόμενοι Πενέσται. Η θέση τους ήταν καλύτερη από τους Είλωτες της Σπάρτης, όπως προκύπτει από διάφορες αναφορές αρχαίων κειμένων.
Αρχικά, ανώτατος άρχων ήταν ο ταγός, ο οποίος ήταν αιρετός και ισόβιος. Αργότερα με τις νέες κατακτήσεις, υπήρξε ανάγκη αναδιοργάνωσης και η χώρα χωρίσθηκε όπως προαναφέραμε σε τέσσερα μέρη με επικεφαλής τους τετράρχες.
Στους Περσικούς πολέμους, στην αρχή, μόνον ο ταγός της Λαρίσης, από τον περίφημο οίκο των Αλευαδών, τάχθηκε με το μέρος των Περσών. Οι υπόλοιποι Θεσσαλοί συμφώνησαν να αντιτάξουν άμυνα με τους άλλους Έλληνες στην κοιλάδα των Τεμπών. Όταν το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε, αναγκάσθηκαν και οι υπόλοιποι Θεσσαλοί να πάνε με το μέρος των Περσών.
Την περίοδο των συγκρούσεων μεταξύ Αθήνας, Σπάρτης και Θηβών για την ηγεμονία της Ελλάδος, οι Θεσσαλοί ήσαν διεσπασμένοι και οι συμμαχίες συνάπτονταν αναλόγως των συμφερόντων κάθε περιοχής, κυρίως δε βάσει των συμφερόντων των ισχυρών οίκων, όπως οι Αλευάδες της Λαρίσης, οι Σκοπάδες της Κραννώνος, οι Εχεκρατίδες της Φαρσάλου κ.λ.π.
Γύρω στο 380 π.Χ. στην Θεσσαλία δεσπόζει η σημαντική μορφή του τυράννου των Φερών Ιάσονα, ο οποίος πέτυχε να κυριαρχήσει στο μεγαλύτερο τμήμα της Θεσσαλίας. Είχε συνάψει συμμαχία με τον βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα τον Γ΄ ενώ κατέστησε υποτελή του, τον βασιλιά Αλκέτα της Ηπείρου. Τα σχέδιά του για την ένωση όλων των Ελλήνων σε κοινή εκστρατεία εναντίον των Περσών είχαν ζωηρή απήχηση στις ψυχές των Αθηναίων πατριωτών και κυρίως του Ισοκράτους. Δυστυχώς, ο μεγάλος αυτός Έλληνας δολοφονήθηκε το 370 π.Χ.
Οι Θηβαίοι επωφελούμενοι της δολοφονίας του Ιάσονος εισέβαλαν στην Θεσσαλία με αρχηγό τον Πελοπίδα και στις πόλεις που κατέλαβαν δημιούργησαν το «Κοινόν των Θεσσαλών». Στην συνέχεια όμως, οι εμφύλιες διαμάχες που ξέσπασαν είχαν ως τελικό αποτέλεσμα να υπαχθεί βαθμιαία ολόκληρη η Θεσσαλία στην σφαίρα επιρροής της Μακεδονίας και ως το 344 π.Χ. ο βασιλεύς των Μακεδόνων Φίλιππος Β΄ θα καταστεί ο αδιαφιλονίκητος άρχων της Θεσσαλίας.

Αργυρή Δραχμή Λαρίσης (περίπου 360-350 π.Χ.)

Το περίφημο ιππικό των Θεσσαλών θα χρησιμοποιηθεί ευρύτατα από τον Μέγα Αλέξανδρο στην εκστρατεία του στην Ασία και στις κατακτήσεις του. Μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου οι Θεσσαλοί συμμάχησαν με τους Αθηναίους σε μια προσπάθεια κατάλυσης της μακεδονικής κυριαρχίας αλλά χωρίς αποτέλεσμα, παρά τις κάποιες αρχικές επιτυχίες.
Η Θεσσαλία θα γίνει η βάση του Δημητρίου του Πολιορκητή, ο οποίος θα ιδρύσει την Δημητριάδα, που θα γνωρίσει σύντομα περίοδο ακμής και θα αναδειχθεί σε μία από τις σπουδαιότερες θεσσαλικές πόλεις. Η Θεσσαλία σε όλη σχεδόν την διάρκεια του 3ου αιώνα π.Χ. θα παραμείνει στην εξουσία των Μακεδόνων, συνδεδεμένη άμεσα με τον μακεδονικό θρόνο.
Μετά την επικράτηση των Ρωμαίων στους πολέμους τους εναντίον της Μακεδονίας, ανακήρυξαν την Θεσσαλία «ελεύθερη» και ρωμαϊκές φρουρές διαδέχθηκαν τις μακεδονικές. Το 194 π.Χ. οργάνωσαν νέο «Κοινό» στο οποίο δεν περιλαμβανόταν η Μαγνησία και η Περραιβία.
Η Θεσσαλία θα γίνει θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων στην διάρκεια των εμφυλίων πολέμων των Ρωμαίων, μέχρι την τελική ανάδειξη του Οκταβιανού Αυγούστου ως αυτοκράτορος.
Με την αναδιοργάνωση των επαρχιών που ακολούθησε η Θεσσαλία θα υπαχθεί στην ρωμαϊκή επαρχία της Αχαΐας (=Νότια Ελλάς).