Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Magna Grecia. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Magna Grecia. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 9 Απριλίου 2015
Καλαβρία: Η ξεχασμένη Ελλάδα
Καλαβρία: Η ξεχασμένη Ελλάδα
«Καλώς ήρτετε»: με αυτή τη φράση στα χείλη και με χαρούμενα πρόσωπα μας υποδέχονται σε μια Ελλάδα που η καρδιά της χτυπά έξω από τα δικά της όρια. Η Ελληνόφωνη Καλαβρίασαν τραγούδι φερμένο μέσα από τους αιώνες, ταξιδεμένο στις θάλασσες της Μεσογείου επιβιώνει χάρη στους κατοίκους της.
Το μαγευτικό οδοιπορικό στα πιο απομονωμένα και φτωχικά σπλάχνα της Ιταλίας, όπου οι άνθρωποι μιλούν μια αρχαία δωρική γλώσσα, τα γκρεκάνικα, και σύσσωμοι καρδιοχτυπούν για να μη σβήσει η Μεγάλη Ελλάδα, είναι κάτι παραπάνω από συγκινητικό
Στον κόσμο της Ελληνόφωνης Καλαβρίας με μύησε πριν από πολλά χρόνια ο φίλος μου Carmelo Nucera, ένας άνθρωπος που έχει αφιερώσει όλη του τη ζωή στη διάσωση της γκρεκάνικης γλώσσας και της ελληνικής κουλτούρας ετούτου του τόπου.
Πέρασε καιρός από τότε, αλλά πάντα οι βαθιές επιθυμίες εκπληρώνονται… Όταν το αεροπλάνο προσγειωνόταν στο Ρήγιο της Καλαβρίας, δεκάδες πρωτόγνωρα συναισθήματα μας πλημμύρισαν ενώ το τοπίο πλάνευε απροκάλυπτα τη ματιά μας.
Από το παράθυρο ξεπρόβαλλαν πρώτα τα τραχιά βουνά του Ασπρομόντε ποτισμένα με ιστορία και μνήμες από μια Ελλάδα που στοίχειωσε σθεναρά στα δύσβατα μονοπάτια των Ελληνόφωνων χωριών της Καλαβρίας.
Και φυσικά η θάλασσα, με το γνωστό Stretto της Μεσσήνας, το στενό υδάτινο πέρασμα που ενώνει την Καλαβρία με τη Σικελία και μπολιάζει με την καλή της αύρα σκαριά και ταξιδευτές, και προσδοκίες των κατοίκων της φτωχικής Καλαβρίας για ένα καλύτερο «αύριο».
Τον 8ο αιώνα π.χ. ξεκίνησαν όλα
Όλα ξεκίνησαν στα τέλη του 8ου π.Χ. αιώνα όταν Έλληνες άποικοι εγκαταστάθηκαν στα ανατολικά παράλια της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας, χαρίζοντας σε αυτό το ελληνικό τμήμα το όνομα Μεγάλη Ελλάδα.
Στην Καλαβρία ιδρύθηκαν και ήκμασαν σημαντικές ελληνικές αποικίες, όπως το Ρήγιο από τους Χαλκιδείς το 715 π.Χ., το οποίο αργότερα κατοίκησαν Μεσσήνιοι πρόσφυγες. Οι Λοκροί ιδρύθηκαν από Δωριείς της Λοκρίδας το 673 π.Χ. και πήραν το προσωνύμιο Επιζεφύριοι από το ακρωτήριο Ζεφύριο.
Οι πόλεις Κρότων και Σύβαρις, από τα πιο πλούσια κράτη της Ιταλίας, ιδρύθηκαν από μετανάστες Αχαιούς τον 8ο αι. π.Χ. και έπαιξαν σημαντικό πολιτιστικό και εμπορικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή.
Από τον 6ο αι. μ.Χ. και μετά εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Βυζαντινοί στρατιωτικοί και πολιτικοί υπάλληλοι, καθώς ο στρατηγός του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, Βελισάριος, το 535 μ.Χ. αποβιβάστηκε στη Σικελία και απελευθέρωσε το νησί και την Καλαβρία από τους Γότθους.
Αργότερα επικάθισαν στην Καλαβρία Έλληνες της Καρχηδόνας μετά την κατάληψη της Αφρικής από τους Άραβες, Έλληνες της Σικελίας μετά την κατάληψη του νησιού από τους Άραβες το 823 μ.Χ. και εικονολάτρες από τις ανατολικές βυζαντινές επαρχίες κατά την εικονομαχία (726-843 μ.Χ.) οι οποίοι και ίδρυσαν ερημητήρια και μοναστήρια σε όλη την περιοχή.
Η Καλαβρία υπήρξε για τους Βυζαντινούς ένα σημαντικό οχυρό προς τη Δύση για την αναχαίτιση των βαρβάρων. Η ακμή της τοποθετείται τον 9ο έως και τον 11ο αι. μ.Χ. οπότε κατακτήθηκε από τους Νορμανδούς, έγινε Δουκάτο και εκδιώχθηκαν οι Βυζαντινοί. Τον 12ο αι. μ.Χ. έληξε η βυζαντινή κυριαρχία στην Κάτω Ιταλία και παρά τις ξένες κυριαρχίες οι κάτοικοι διατήρησαν την ελληνικότητά τους, τη γλώσσα και τον πολιτισμό τους.
Οι μεταναστεύσεις πληθυσμών στην Κάτω Ιταλία συνεχίστηκαν και μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Η Ελληνόφωνη περιοχή της Καλαβρίας τον 16ο αι. μ.Χ. απλωνόταν σε όλη τη Νότια Ιταλία. Σήμερα περιορίζεται στην οροσειρά του Ασπρομόντε και αποτελείται από τα ελληνόφωνα χωριά Αμεντολέα, Βούα, Γιαλός του Βούα, Βουνί, Ροχούδι, Γκαλιτσανό, Κοντοφούρι, Χωρίο Βουνί, Χωρίο Ροχούδι.
Οι λιγοστοί κάτοικοι των χωριών, γεωργοί και κτηνοτρόφοι στην πλειονότητά τους, διατηρούν τη γκρεκάνικη γλώσσα, ήθη και έθιμα από την παράδοση που κληρονόμησαν και κυρίως τη μουσική και τα τραγούδια αιώνων που σμιλεύτηκαν στη συνείδησή τους.
Δηλώνουν Έλληνες, είναι περήφανοι για την καταγωγή τους, ορθώνουν το ανάστημά τους μέσα στα βουβά σοκάκια της απομόνωσης και ανάβουν κεριά για να υποδηλώσουν την ελληνικότητά τους. Είναι η τρανταχτή και μοναδική πια απόδειξη πως εκεί χτυπά ακόμα μια καρδιά Ελληνική.
«Tα γκρεκάνικα πρέπει να επιζήσουν»
Πινακίδες, ευχές, συζητήσεις. Λέξεις και φράσεις γκρεκάνικες που μοιάζουν να ξεπετάγονται από τους στίχους της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Από τον μικρότερο έως τον γεροντότερο, σε τούτα τα μέρη, οι άνθρωποι μιλούν και τραγουδούν την γκρεκάνικη γλώσσα, προσπαθώντας να μείνουν συνδεδεμένοι αιώνια με την ελληνική καταγωγή τους.
Η Ελληνική γλώσσα της Καλαβρίας επιβιώνει αιώνες ολόκληρους στα δύσβατα χωριά του Ασπρομόντε και οι φωνές των ανθρώπων που επιμένουν Ελληνικά μοιάζουν να αγωνίζονται για τη διατήρηση της κοινής μας γλώσσας.
Τα γκρεκάνικα είναι μια αρχαία διάλεκτος με ιταλικές προσμείξεις. Η διάλεκτος αυτή είναι μετεξέλιξη της αρχαίας δωρικής διαλέκτου και διατηρεί ομηρικές λέξεις. H γλώσσα ήταν ισχυρή και αντιστάθηκε στην ιταλική, και ακόμη και όσες ιταλικές λέξεις εισχώρησαν σε αυτήν, φόρεσαν… ελληνικό χιτώνα.
Οι γεροντότεροι κάτοικοι της Ελληνόφωνης Καλαβρίας μιλούν τα γκρεκάνικα στην καθημερινότητά τους. Οι μακρινοί αυτοί απόγονοι των πρώτων Ελλήνων μεταναστών αρνούνται να μιλήσουν ιταλικά και ωθούν τους νέους να διδάσκονται τα γκρεκάνικα.
Μάχονται να διατηρήσουν τη γλώσσα γιατί με τον λόγο τους κρατούν ζωντανή την ελληνική τους ταυτότητα και αντιπαλεύονται εκείνους τους λίγους ντόπιους που ακόμα και σήμερα θεωρούν τα γκρεκάνικα κατώτερη γλώσσα, τη γλώσσα των φτωχών βοσκών.
Στην Καλαβρία το τοπικό Σύνταγμα ρυθμίζει νόμιμα τη χρήση της γλώσσας από την ελληνόφωνη μειονότητα. Γι” αυτό τον λόγο στο Ροχούδι, στο Κοντοφούρι, στην Αμεντολέα, στο Γκαλιτσανό, στη Μπόβα Μαρίνα η γλώσσα που ακούγεται είναι «i glossa tu grecani», δηλαδή «η γλώσσα του Ελληνα» και μάλιστα διδάσκεται με πείσμα.
Η γκρεκάνικη γλώσσα αργοσβήνει σήμερα, ωστόσο υπάρχουν κάποιοι περήφανοι Eλληνες που αρνούνται να υποταχτούν στις επιταγές των καιρών και διδάσκουν στα σπίτια και στη Bιβλιοθήκη της Bova Marina και των άλλων χωριών τα γκρεκάνικα. Δάσκαλοι και μαθητές κρατάνε ζωντανή σε λευκό χαρτί τη γλώσσα αιώνων. Τα τραγούδια έχουν ιδιαίτερη θέση στο μάθημα, καθώς το κάνουν πιο ευχάριστο και εύκολο. Παράλληλα είναι ίσως και ένας φόρος τιμής αφού χάρη στα τραγούδια η γλώσσα μεταφέρθηκε στους αιώνες.
Η διάσωση της σπουδαίας γκρεκάνικης γλώσσας δεν είναι μόνο υπόθεση των ντόπιων. Πριν από λίγο καιρό επιστήμονες από την Ευρώπη κλήθηκαν σε ένα συνέδριο με θέμα τη «διάσωση της γκρεκάνικης γλώσσας», στη Bova Marina, το οποίο οργάνωσε το Κέντρο Συντονισμού των Ελλήνων της Καλαβρίας.
Την Ελλάδα εκπροσώπησαν η καθηγήτρια του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Στέλλα Πριοβόλου, και η υποφαινόμενη Ιστορικός – Επικοινωνιολόγος Βασιλική Μπαφατάκη. Οι ομιλητές και οι κάτοικοι της περιοχής υποδέχτηκαν με χαρά το 1ο γκρεκάνικο λεξικό του Filippo Violi και υποσχέθηκαν ότι τα ελληνικά της Καλαβρίας θα ανθίσουν στις λεκτικές αγκαλιές των νέων.
Η Ζωή Παπαδοπούλου και ο Γρηγόρης Κοκούσης είναι δάσκαλοι ελληνικών και ζουν με τους τρεις γιους τους στη Bova Marina, εδώ και δύο χρόνια. «Ήρθαμε στην Καλαβρία με πολύ κέφι και όρεξη για να διδάξουμε τα ελληνικά. Δυστυχώς, τα παιδιά γνωρίζουν τη γλώσσα μόνο από τα ακούσματα των παππούδων τους.
Όμως ευτυχώς η διδασκαλία πιάνει τόπο καθώς μαθαίνοντας σωστά τη γλώσσα νιώθουν ότι βρίσκονται κοντά σε εκείνους, ότι συνεννοούνται απόλυτα. Τόσο τα παιδιά όσο και οι ενήλικες έχουν μεγάλη λαχτάρα να μάθουν τα νέα ελληνικά και να ταξιδέψουν στην Ελλάδα», λέει ο Γρηγόρης. Η Ζωή διδάσκει ελληνικά στις 3 τελευταίες τάξεις του δημοτικού και στο γυμνάσιο:
«Τα ελληνικά είναι ένα μάθημα που αρέσει στα παιδιά. Δυσκολεύονται με τη γλώσσα κι έτσι με τραγούδια κι άλλες δραστηριότητες προσπαθούμε να κάνουμε το μάθημα πιο ευχάριστο. Τους μεταλαμπαδεύουμε την αγάπη μας για τη γλώσσα, και κατ” επέκταση για την Ελλάδα» λέει.
Με ταμπουρέλο και τσεραμέντo
Η μουσική της ελληνόφωνης Καλαβρίας, με γλυκόπικρους αλλά και χαρούμενους ρυθμούς, σταλάζει τις μνήμες της Μεγάλης Ελλάδας με τραγούδια της χαράς και της αγάπης, νανουρίσματα και μοιρολόγια. Με τα παραδοσιακά όργανα, την «τσεραμέντα» (είδος τσαμπούνας), το «οργανέτο» (μια μικρή και πρωτόγονη παραλλαγή του ακορντεόν), τη βυζαντινή καλαβρέζικη λύρα και το «ταμπουρέλο» δένουν το χθες με το σήμερα.
Η πανάρχαια γλώσσα γίνεται τραγούδι και σχεδόν όλοι οι Έλληνες της Καλαβρίας τραγουδούν στα γκρεκάνικα και παίζουν μουσική, λες και είναι γραμμένη στα γονίδιά τους. O Sergio di Giorgio, μουσικός και κατασκευαστής παραδοσιακών οργάνων της Καλαβρίας, με καταγωγή από τη γιαγιά του από τη Θεσσαλονίκη, μας είπε:
«Νιώθω μια ελληνικότητα σε όλα, στα επίθετα, στη γλώσσα, στην καταγωγή γενικότερα. Παίζουμε μουσική με όλα τα παραδοσιακά όργανα της περιοχής, τα οποία και κατασκευάζω. Η μουσική παίζει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της προφορικής κουλτούρας του τόπου από πατέρα στον γιο. Είμαι ευτυχής που μπορώ να συμβάλλω κι εγώ σε αυτό».
Οδοιπορικό στα χωριά της Μεγάλης Ελλάδας
Το Ρήγιο είναι μια πόλη που απλώνεται πλάι στη θάλασσα και ανακαλεί αρχαίες μνήμες του αποικισμού της Μεγάλης Ελλάδας. Τα νεοκλασικά της κτίρια διαφόρων αρχιτεκτονικών επιρροών και η βόλτα κατά μήκος της παραλίας με τα φοινικόδεντρα ανοίγουν εκστασιακά τη ματιά.
Οι κάτοικοι καλοντυμένοι και φιλόξενοι κρατούν τις ελληνικές συνήθειες των κερασμάτων, οπότε εύκολα ο ένας καφές διαδέχεται τον άλλον. Το Ρήγιο αποτελεί ξεκάθαρα μια γη ελληνική που ζητά ανάσα από τη μητέρα Ελλάδα για να ελευθερώσει τον πολιτισμό, την κουλτούρα και την ιστορία της Μεγάλης Ελλάδας.
Οι αρχέτυπες μνήμες οδηγούν το ταξίδι μας στις ψηλές κορυφές τις Καλαβρίας. Ο δρόμος είναι γεμάτος μαιανδρισμούς. Πάνω στις σχισμάδες των βουνών σε υψόμετρο 900-1.000 μέτρων απελευθερώνονται τα είδωλα και οι ζωές των Ελληνόφωνων χωριών, που βιώνουν το ίδιο φως, την ίδια βροχή και τον ίδιο άνεμο αιώνες τώρα.
Τα περισσότερα χωριά αντικρίζουν τον χείμαρρο Amendolea στην κοίτη του οποίου μοιάζει να κυλά ασήμι χάρη στο λαμπερό φως του ήλιου.
Η Bova Marina (Γιαλός του Βούα), είναι μια παραλιακή κωμόπολη όπου βρήκαν καταφύγιο οι κάτοικοι της ορεινής Bova, οι οποίοι φροντίζουν και διατηρούν σαν κερί αναστάσιμο την πολιτιστική και γλωσσική τους κληρονομιά. Εκεί μάλιστα, βρίσκεται το Κέντρο Ελληνόφωνων Σπουδών, όπου διδάσκονται τα γκρεκάνικα, μια μικρή λαογραφική συλλογή και η Βιβλιοθήκη με πολλά ελληνικά βιβλία.
«Τα γκρεκάνικα της Καλαβρίας που μιλάμε μέχρι σήμερα εδώ είναι ένας ανεκτίμητος θησαυρός γλωσσικής αξίας, ένα μνημείο που δεν το βλέπουμε, αλλά το ακούμε», μας λέει ο καθηγητής Elio Cotronei. Η έννοια και η προσπάθεια των ανθρώπων για τη διάσωση των γκρεκάνικων είναι διαρκής: «Προσπαθούμε να μη σβήσει ο πολιτισμός και η γλώσσα αιώνων. Η Ελλάδα πρέπει να είναι κοντά μας και να μην ξεχνάει αυτή τη γωνιά της» παρατηρεί ο Carmelo Nucera, πρόεδρος του Συλλόγου Apo?diafazzi.
Τα γκρεκάνικα τα μιλά από μικρός («platago ti glοssa» όπως λέγεται) και ο Pepe Zindatta, πρόεδρος του Κέντρου Συντονισμού της Καλαβρίας: «Θέλουμε να ζήσει η γλώσσα και να πάει μπροστά. Και όχι μόνο η γλώσσα. Διατηρούμε τα ήθη και τα έθιμά μας και κυρίως τη μουσική μας. Εγώ παίζω ταμπουρέλο, τσαμπούνα, λύρα της Καλαβρίας και φλάουτο. Έχουμε το ίδιο αίμα και μιλούμε την ίδια γλώσσα, είμαστε αδέλφια, όπως λέει κι ένα τραγούδι μας».
Ακρογωνιαίος λίθος για τη διάσωση της γκρεκάνικης γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού στην Καλαβρία είναι ο παιδίατρος Tito Squillaci που διδάσκει Ελληνικά:
«Έμαθα ελληνικά από τους παππούδες και τους γονείς μου, γιατί ένιωσα μια ανάγκη εσωτερική να κρατήσω τις ρίζες μου. Τα νέα ελληνικά τα έμαθα στο πανεπιστήμιο και πήγα δύο φορές στη Θεσσαλονίκη. Είμαι ο μόνος εδώ που μιλώ στο σπίτι, στα 3 παιδιά μου, μόνο Ελληνικά.
Εμείς είμαστε εθνικά, πολιτιστικά, γλωσσικά Έλληνες, αλλά Ιταλοί πολίτες. Ο τόπος μιλά 2.800 χρόνια το γκρέκο – είμαστε κομμάτι της Ρωμιοσύνης. Διδάσκω τη γλώσσα, γιατί όλοι πρέπει να μάθουν την ελληνική ιστορία».
Σε ένα παλιό μοναστήρι της Bova Marina συναντήσαμε μια ομάδα παιδιών με Ελληνική καταγωγή να κάνει πρόβα για μια θεατρική παράσταση. Ενθουσιάστηκαν από την επίσκεψή μας και μας μίλησαν για τη μεγάλη τους αγάπη για την Ελλάδα ενώ ευχήθηκαν να τους επισκέπτονται πιο συχνά Έλληνες, να μην τους ξεχνούν.
Ανάλογα συναισθήματα εισπράξαμε και στο εστιατόριο «Μεσόγειος» όπου μας υποδέχτηκαν εγκάρδια ο ιδιοκτήτης και φιλόλογος Salvatore Dienni και η γυναίκα του Alba. Μας τράταραν τις λιχουδιές της περιοχής, αλλά και πολλά ελληνικά εδέσματα, όπως σουβλάκι και τζατζίκι.
«Διδάσκω στο γυμνάσιο τη νεοελληνική γλώσσα, αλλά κάθε Σαββατοκύριακο κάνω μάθημα και σε αρκετά άτομα στο Νέο Ροχούδι», μας είπε ο Salvatore και συμπλήρωσε:
«Αισθάνομαι πνευματικά Έλληνας. Οι Έλληνες πρέπει να επισκέπτονται την περιοχή και να γίνονται επισκέψεις μαθητών, όπως γίνονται από τα δικά μας σχολεία στην Ελλάδα. Στο εστιατόριό μας συνδέουμε τη γαστρονομία που κληρονομήσαμε με την ελληνική. Ευχόμαστε «kala pramata» σε όλους τους Έλληνες και ζούμε με την προσδοκία να μας θυμούνται πάντα».
Ετικέτες
Εθνική μνήμη,
Ελληνισμός,
Magna Grecia
Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013
Γκρεκάνικα,τα κατωιταλιώτικα ελληνικά
Γκρεκάνικα,
τα κατωιταλιώτικα ελληνικά
Τα γκρεκάνικα ή γκρίκο όπως είναι γνωστά τα κατωιταλιώτικα ελληνικά μιλιούνται από τις ελληνόφωνες κοινότητες των Γκρεκάνων στα δύο άκρα της ιταλικής μπότας,στην Απουλία και την Καλαβρία.Προέρχονται είτε από τα δωρικά που μιλιούνταν στις εκεί ελληνικές αποικίες στη Μεγάλη Ελλάδα είτε ,σύμφωνα με μια άλλη άποψη,από τη μεσαιωνική ελληνική.Έχουν επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από την ιταλική γλώσσα αφού παρέμειναν αποκομμένα από τον ελληνικό κορμό για μεγάλο χρονικό διάστημα και εξελίχτηκαν ανεξάρτητα. Γράφονται στο λατινικό αλφάβητο αλλά και στο ελληνικό.
Προέλευση
Σχετικά με την προέλευση των γκρεκάνικων έχουν διατυπωθεί δύο κύριες θεωρίες: Η πρώτη διατυπώθηκε πρώτα από τον Γερμανό γλωσσολόγο Ροντς, ο οποίος υποστήριξε ότι τα κατωιταλιώτικα είναι απευθείας απόγονος των δωρικών ελληνικών που μιλιούνταν στη Μεγάλη Ελλάδα,αφού παρουσιάζουν πολλούς δωρισμούς που δεν συναντώνται σε καμία άλλη διάλεκτο της ελληνικής πλην βέβαια της τσακωνικής στην Πελοπόννησο.Η άποψη αυτή γίνεται δεκτή από τους περισσότερους 'Ελληνες γλωσσολόγους.
Η δεύτερη άποψη ξεκίνησε και είναι δημοφιλής στην Ιταλία και σύμφωνα με αυτή τα γκρεκάνικα είναι απόγονος της βυζαντινής ελληνικής, από την εποχή μετά την οθωμανική κατάκτηση του ελλαδικού χώρου, η οποία είχε σαν επακόλουθο την μετακίνηση ελληνόφωνων ομάδων από την Πελοπόννησο κυρίως στην Κάτω Ιταλία.
Η επικρατούσα άποψη στο σύνολο των επιστημόνων είναι ότι τα γκρεκάνικα εξελίχθηκαν από την μεσαιωνική ελληνική, αλλά διατηρούν και ένα δωρικό υπόστρωμα.
Χαρακτηριστικά
Τα κατωιταλιώτικα δεν ανήκουν σε καμία διαλεκτική ομάδα του Ελλαδικού χώρου,ούτε στις βόρειες αλλά ούτε και στις νότιες διαλέκτους. Παρουσιάζουν δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και μάλιστα έχουν διατηρήσει πολλές δωρικές λέξεις που δεν υπάρχουν στις άλλες νεοελληνικές διαλέκτους. Χωρίζονται σε δύο ομάδες τα γκρεκάνικα της Απουλίας ή γκρεκοσαλεντινίκα και τα γκρεκάνικα της Καλαβρίας.
Σημαντική είναι η επιρροή της ιταλικής τόσο στο λεξιλόγιο και τη φωνολογία,όσο και στο συντακτικό και τη μορφολογία.Αυτό ήταν φυσική συνέπεια της απομόνωσης της γλώσσας από τον ελληνικό χώρο η οποία λόγω έλλειψης λογοτεχνίας στα γκρίκο για να εμπλουτιστεί δανείστηκε από την ιταλική διάλεκτο της περιοχής.
Λόγοι που οδήγησαν στην επιβίωση της γλώσσας μέχρι της μέρες μας.
Η επιβίωσή τους μέχρι σήμερα στην απομόνωση μέσα σε ένα τελείως ξένο περιβάλλον είναι ένα φαινόμενο εκπληκτικό.Ένας από τους λόγους στους οποίους αυτή οφείλεται είναι ότι οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί λόγω των επιδρομών που έκαναν πειρατές στα παράλια είχαν αποτραβηχτεί στα βουνά όπου και συνέχιζαν να ζουν αποκομμένοι μέχρι την εποχή μας.
Ένας άλλος λόγος που επιβίωσαν,όπως διηγείται ένας ηλικιωμένος Γκρεκάνος είναι το κρύο που έκανε το χειμώνα και τα παιδιά δεν πήγαιναν σχολείο επειδή δεν είχαν παπούτσια! Έτσι απέφυγαν την γλωσσική αφομοίωση της ιταλικής επίσημης.
Επιπλέον η κίνηση ανάμεσα στον ελλαδικό χώρο και την Κάτω Ιταλία ουσιαστικά δεν είχε σταματήσει αφού η περιοχή ενισχύθηκε από ελληνόφωνους πληθυσμούς κατά τη βυζαντινή κυριαρχία της περιοχής,αλλά και από πρόσφυγες μετά την τουρκική κατάκτηση της Ελλάδας. Έτσι ενισχύθηκε το ιταλικό ελληνόφωνο στοιχείο με νέο αίμα.
Εδώ να πω ότι μαζί με τους αποκλειστικά ελληνόφωνους εγκαταστάθηκαν στην Κ.Ιταλία και αρβανίτες επίσης από την Πελοπόννησο, οι λεγόμενοι και αρμπερέσοι των οποίων η γλώσσα,τα αρμπερές, επιβιώνει μέχρι τις μέρες στις ίδιες περιοχές που μιλιούνται τα γκρεκάνικα καθώς και τη Σικελία.
Λεξιλόγιο
Το λεξιλόγιο γενικά είναι επηρεασμένο κυρίως από το ιταλικά της περιοχής και τα επίσημα,ενώ έχουμε σχεδόν παντελή απουσία σλαβικών λέξεων με ελάχιστες τουρκικές.
Μερικά γνωρίσματα:
πλήθος ιταλικών λέξεων (πενσέω=σκέφτομαι, μπριατσεφτώ=μεθάω,κ.α.)
τροπή του κ σε τσ (τσαι αντί και)
σίγηση του τελικού ς (άντρα αντί για άντρας)
τροπή του θ σε τ (τέλω αντί για θέλω)
δωρικές λέξεις (νασίδα=επίχωση δίπλα στο ποτάμι)
αποβολή του τ στην αρχή των άρθρων (η=της,ο=το)
κάποιες λέξεις γκρίκο
φρέα-το πηγάδι (φρέαρ)
μάτι-το πουκάμισο (ιμάτιο)
Κατάσταση της γλώσσας σήμερα
Από τις δύο ομάδες τα γκρεκάνικα της Καλαβρίας βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση αφού μιλιούνται από περίπου 30 χιλιάδες άτομα και επιβιώνουν παρ'όλο που η περιοχή είναι πεδινή και οι συγκοινωνίες εύκολες. Αντίθετα στην Απουλία μόνο ένας αριθμός 2000 ατόμων συνεχίζουν να μιλούν ελληνικά, ενώ ελάχιστοι από αυτούς είναι κάτω από 35 ετών.
Γενικά τα ελληνικά της Κάτω Ιταλίας βρίκονται σε κίνδυνο εξαφάνισης ,αφού οι νεότερες γενιές δεν τα μαθαίνουν και τα θεωρούν ως επαρχιακή γλώσσα που μιλούν οι χωρικοί.Στην επιβίωσή τους δεν βοηθάει ούτε το γεγονός ότι το επίσημο ιταλικό κράτος τα έχει αναγνωρίσει ως μειονοτική γλώσσα.
Όμως οι νέοι, έχοντας συνείδηση της καταγωγής τους,δείχνουν αυξανόμενο ενδιάφερον για την εκμάθηση της νέας ελληνικής γλώσσας.
Φολκλόρ
Ο λαϊκός πολιτισμός των Γκρεκάνων είναι πλούσιος και πολλά τραγούδια τραγουδιούνται στα γκρεκάνικα. Στα γκρεκάνικα έχουν τραγουδήσει και διάφοροι Έλληνες τραγουδιστές, μεταξύ των οποίων και η Χάρις Αλεξίου. Ακολουθεί το παραδοσιακό γκρεκάνικο τραγούδι, (άντρα μου πάει) που μιλάει για μια γυναίκα που οδύρεται γιατί φεύγει ο άντρας της και με δάκρυα στα μάτια αφήνει την οικογένειά του για να πάει να δουλέψει στα ορυχεία στη Γερμανία.
Υπάρχει εδώ (μόνο μουσική):
και εδώ (τραγούδι):
Τέλω να μπριατσεφτώ να μη πενσέφσω
να κλάφσω σε να τζελάσω τέλω
αρτε βράι. Μα μάλι' αράτζια έβο
ε' να κανταλίσω στο φέγγο ε' να
φωνάσω ο άντρα μου πάει.
άντρα μου πάει-άντρα μου πάει.
Τσ'ε οι αντρώποι στε
μας πάνε στε ταράσσουνε ντ'άρτει
καλοί ους τωρούμε του σ'ένα
χρόνου.΄Ετου ε τζωή μα ε τουυ,ε τζωή
Κριστέ μου; Μα πα τσαι στη
Τζερμάνια κλαίοντα μα πόνο.
Κλαίοντα μα πόνο-Κλαίοντα μα πόνο.
Τάτα γιατί εν να πάει,πέ μα γιατί;
Γιατί έτο έν'ναι ζωή μαρά παιδία
ο τεκούντη πολεμά τσ' ιδρώνει
να λιπαριάσει ου σινιούρου μου τη φατία.
Μου τη φατία
Μου τη φατία.
Στέκω τη μπάντα τσαι στέκω εντώ σόνο.
Στέω πουμμα σα τσαι στε,
πένσεω στο τρένο.
Πένσεω στο σκοτεινό τσαι τη μινιέρα που
πολεμώντα ετσεί πενσαίνει ο γένο.
Πενσαίνει ο γένο-Πενσαίνει ο γένο.
νεοελληνική μετάφραση
Το κλάμμα της γυναίκας του μετανάστη
Θέλω να μεθύσω για να μη σκέφτομαι
να κλάψω και να γελάσω θέλω τούτο το βράδυ
με πολλή οργή να τραγουδήσω
στο φεγγάρι να φωνάξω:..o άντρας μου πάει
o άντρας μου πάει o άντρας μου πάει
Οι άντρες μας πάνε,φεύγουν
Αν πάνε όλα καλά, θα ιδωθούμε σ' ένα χρόνο!
Αυτή είναι η ζωή μας Χριστέ μου;
Πάνε στη Γερμανία με κλάμα και πόνο!
με κλάμα και πόνο! με κλάμα και πόνο!
Μπαμπά γιατί πρέπει να πας; Πές μου γιατί
Γιατί έτσι είναι η ζωή, καημένα παιδάκια
Ο φτωχός δουλεύει και ιδρώνει
για να παχύνει τα αφεντικά με τη δουλειά του.
Ακούω την μπάντα, ακούω τη μουσική
Είμαι εδώ μαζί σας μα σκέφτομαι και το τρένο
σκέφτομαι το σκοτεινό ορυχείο
όπου δουλεύοντας εκεί πεθαίνει ο κόσμος!
πεθαίνει ο κόσμος πεθαίνει ο κόσμος
Κείμενο στα γκρεκάνικα
Ti ene e glossama? Pedaimmu! 'En i' lloja tze charti, ka 'su pianni ce mattenni meletonta; c' 'en i' lloja ka vrikane grammena 's kane mmea paleon lisari,'s ena tticho kau stin grutta. E glossama e' foni, foni manecho.
Τι είναι η γλώσσα μας; Παιδί μου! Δεν είναι τα λόγια από παλιά χειρόγραφα, που με δυσκολία, προσπαθείς να μάθεις μελετώντας (αποκρυπτογραφήσεις). Ούτε λόγια γραμμένα πάνω σε μία παλιά πέτρινη πλάκα, σε έναν τοίχο, σε μια σπηλιά. Η γλώσσα μας είναι η φωνή, μόνο η φωνή.
Me rota pos entzignase, pos ettase 's ema, is tin efer' etturtea, is tin emase prono. Is to tzeri, pedaimmu! 'E ssu ndiazzete n'o tzeri.
Με ρωτάς πότε ξεκίνησε, πώς έφτασε σε μας, ποιός την έφερε σ αυτόν τον τόπο, ποιός την έμαθε πρώτος. Ποιος το ξέρει,παιδί μου! Δεν πρέπει να νοιάζεσαι ξέρεις (να μάθεις αυτά τα πράγματα).
Sa llumera e' ppuru e glossama, ka mas termane i zzoi. Tispon evale pleo tzila, tispo fisise 'cipanu n'ai na jiri lion e vampa; ce arte sbinnete, ma ma.
Η γλώσσα μας είναι όπως η φωτιά,θερμαίνει τις ζωές μας. Κανείς δεν έβαλε πλεόν μικρά κλαδιά, κανείς δεν φύσηξε για να μεγαλώσει η φλόγα. Και τώρα σβήνει με μας.
Ti su meni? Lilli statti, enan aspro kulumai: an esu pai n'on enghisi, ma mia mmavri paletteddha, a pa' n'on escalisi, na! su kanni kammia spitta, sozzi doi mian addhi vvampa; depoi sbinnete, ma sena.
Τι σου μένει; Λίγες στάχτες, ένας μικρός άσπρος σωρός: αν εσύ πας να τις αγγίξεις, με ένα μαύρο φτυάρι, και πας να τις σκαλίσες πάλι, βγαίνει μια σπίθα, μια ντροπαλή σπίθα, και μετά σβήνει, με σένα.
Ti ene e glossama? Pedaimmu! 'En i' lloja tze charti, ka 'su pianni ce mattenni meletonta; c' 'en i' lloja ka vrikane grammena 's kane mmea paleon lisari,'s ena tticho kau stin grutta. E glossama e' foni, foni manecho.
Τι είναι η γλώσσα μας; Παιδί μου! Δεν είναι τα λόγια από παλιά χειρόγραφα, που με δυσκολία, προσπαθείς να μάθεις μελετώντας (αποκρυπτογραφήσεις). Ούτε λόγια γραμμένα πάνω σε μία παλιά πέτρινη πλάκα, σε έναν τοίχο, σε μια σπηλιά. Η γλώσσα μας είναι η φωνή, μόνο η φωνή.
Me rota pos entzignase, pos ettase 's ema, is tin efer' etturtea, is tin emase prono. Is to tzeri, pedaimmu! 'E ssu ndiazzete n'o tzeri.
Με ρωτάς πότε ξεκίνησε, πώς έφτασε σε μας, ποιός την έφερε σ αυτόν τον τόπο, ποιός την έμαθε πρώτος. Ποιος το ξέρει,παιδί μου! Δεν πρέπει να νοιάζεσαι ξέρεις (να μάθεις αυτά τα πράγματα).
Sa llumera e' ppuru e glossama, ka mas termane i zzoi. Tispon evale pleo tzila, tispo fisise 'cipanu n'ai na jiri lion e vampa; ce arte sbinnete, ma ma.
Η γλώσσα μας είναι όπως η φωτιά,θερμαίνει τις ζωές μας. Κανείς δεν έβαλε πλεόν μικρά κλαδιά, κανείς δεν φύσηξε για να μεγαλώσει η φλόγα. Και τώρα σβήνει με μας.
Ti su meni? Lilli statti, enan aspro kulumai: an esu pai n'on enghisi, ma mia mmavri paletteddha, a pa' n'on escalisi, na! su kanni kammia spitta, sozzi doi mian addhi vvampa; depoi sbinnete, ma sena.
Τι σου μένει; Λίγες στάχτες, ένας μικρός άσπρος σωρός: αν εσύ πας να τις αγγίξεις, με ένα μαύρο φτυάρι, και πας να τις σκαλίσες πάλι, βγαίνει μια σπίθα, μια ντροπαλή σπίθα, και μετά σβήνει, με σένα.
Ετικέτες
Γλωσσολογία,
Ελληνική γλώσσα,
Ελληνισμός,
Magna Grecia
Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013
Καρχηδόνιοι (Carthaginians) 3
Καρχηδόνιοι (Carthaginians) 3
(συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)
Η αποχώρηση του Πύρρου από την Σικελία άφησε το πεδίο ελεύθερο στους Καρχηδόνιους, οι οποίοι θα ανακαταλάβουν το μεγαλύτερο τμήμα της νήσου, εκτός από τα ανατολικά παράλια. Οι Μαμερτίνοι, με την ανοχή των Καρχηδονίων, επανέλαβαν τις ληστρικές επιδρομές τους και θα γίνουν κύριοι του ΒΑ τμήματος της Σικελίας.
Τότε, θα αναδειχθεί ένας νέος ηγέτης των Συρακουσίων, ο Ιέρων (*), σωστότερα Ιέρων Β΄, η τελευταία μεγάλη μορφή του Σικελιώτικου Ελληνισμού.
_____________________
(*) Δεν πρέπει να συγχέεται με τον Ιέρωνα τον Α΄, αδελφό του νικητή της μάχης της Ιμέρας, τυράννου της Γέλας, Γέλωνος, ο οποίος το 491 π.Χ. κατέλαβε και τις Συρακούσες. Ο Γέλων τότε παρεχώρησε την εξουσία της Γέλας στον Ιέρωνα και μετά τον θάνατό του (478 π.Χ.), ο Ιέρων θα τον διαδεχθεί και στην διακυβέρνηση των Συρακουσών. Ο Ιέρων Α΄ θα καταλύσει το 474 π.Χ. την «Θαλασσοκρατορία των Ετρούσκων» καταναυμαχώντας τον στόλο τους ανοικτά της Κύμης. Η διακυβέρνησή του χαρακτηρίσθηκε από σπουδαία άνθιση των Γραμμάτων και των Τεχνών. Φιλόσοφοι, ποιητές και σημαντικοί άνθρωποι του πνεύματος από την κυρίως Ελλάδα, όπως ο Ξενοκράτης, ο Αισχύλος, ο Σιμωνίδης, ο Πίνδαρος κ.ά. θα προσκληθούν και θα παραμείνουν για μεγάλα διαστήματα στην Αυλή του Ιέρωνος Α΄.
Το 275/274 π.Χ. ο Ιέρων θα εκλεγεί «στρατηγός αυτοκράτωρ» από τον στρατό των Συρακουσών και τους συμμάχους τους και σπεύδοντας στην πόλη των Συρακουσών θα αναλάβει όλες τις εξουσίες. Όπως έχει παρατηρηθεί: «Τυπικά ο Ιέρων ήταν τύραννος, αλλά αντίθετα με τους προκατόχους του, πολιτεύθηκε με τέτοια πραότητα και μεγαλοψυχία, όπως γράφει ο Πολύβιος, ώστε οι Συρακόσιοι, αν και δεν εκτιμούσαν διόλου τις πραξικοπηματικές αρχαιρεσίες του στρατού, επικύρωσαν ομόφωνα την εκλογή του Ιέρωνος ως στρατηγού αυτοκράτορος» (Ι.Ε.Ε. τομ. Δ΄ σελ. 439).
Μετά την ανάληψη της εξουσίας, ο Ιέρων Β΄ προτίμησε να συνάψει ειρήνη με τους Καρχηδονίους, έχοντας στόχο να απαλλάξει αρχικώς την Σικελία από την μάστιγα των Μαμερτίνων, οι διαρπαγές των οποίων ακόμη και σε περιοχές υπό τον έλεγχο των Καρχηδονίων, είχαν ενοχλήσει και δυσαρεστήσει έντονα τις καρχηδονιακές αρχές.
Στην διάρκεια της πρώτης εκστρατείας του (271 π.Χ.) εναντίον των Μαμερτίνων θα προτιμήσει να υποστεί μια σκόπιμη ήττα ώστε να απαλλαγεί από τα απείθαρχα και επικίνδυνα στρατιωτικά τμήματα των μισθοφόρων του, αλλά την επόμενη χρονιά (270 π.Χ.), ο Ιέρων Β΄ θα κατακτήσει πολλά φρούρια και οχυρά, πολιορκώντας και την ίδια την Μεσσήνη. Την Άνοιξη του 269, ο Ιέρων θα συντρίψει τελικά τους Μαμερτίνους στην μάχη του ποταμού Λογγανού, κοντά στις Μύλες. Ο στρατηγός τους Κίως θα αυτοκτονήσει και οι επιζήσαντες Μαμερτίνοι θα αποφασίσουν να παραδώσουν την Μεσσήνη στον Ιέρωνα. Τότε, ο Καρχηδόνιος στρατηγός Αννίβας, ο οποίος παρακολουθούσε τις εξελίξεις από κοντά, ανησυχώντας από την αύξηση της ελληνικής δύναμης, θα σπεύσει με τον στόλο του στην Μεσσήνη και θα πείσει τους Μαμερτίνους να μη παραδώσουν την πόλη τους στους Έλληνες, αλλά να δεχθούν την προστασία καρχηδονιακής φρουράς.
Ο Ιέρων, θεωρώντας ότι δεν ήταν ακόμη έτοιμος να ξεκινήσει πόλεμο με τους Καρχηδονίους θα επιστρέψει στις Συρακούσες, όπου του επιφυλάχθηκε θριαμβευτική υποδοχή. Τα στρατεύματα των Συρακουσίων και των συμμάχων τους θα τον αναγορεύσουν Βασιλέα και η απόφαση αυτή θα επικυρωθεί όχι μόνον από τον λαό των Συρακουσών, αλλά και από τις αρχές των συμμαχικών πόλεων.
Η εκστρατεία του 269 π.Χ. παρ’ όλο που δεν πέτυχε να απελευθερώσει την Μεσσήνη, απήλλαξε τους Σικελιώτες από τις επιδρομές και λεηλασίες των Μαμερτίνων. Ο Ιέρων Β΄ κατείχε όμως τα οχυρά γύρω από την πόλη και περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία για να ολοκληρώσει τον στόχο του. Η ευκαιρία θα του δοθεί την Άνοιξη του 264 π.Χ. όταν οι Καρχηδόνιοι μετά από αίτημα μιας μερίδας των Μαμερτίνων που έπεισαν και τους υπόλοιπους, αναγκάσθηκαν να αποσύρουν την φρουρά που είχαν στην πόλη. Τότε, θα αρχίσει την πολιορκία από την ξηρά, ενώ ο στόλος του θα την αποκλείσει από την θάλασσα.
Οι Μαμερτίνοι, θα διχασθούν και άλλοι θα ζητήσουν από τους Καρχηδόνιους να στείλουν και πάλι στρατεύματα στην πόλη τους, ενώ άλλοι θα ζητήσουν την βοήθεια των Ρωμαίων, επικαλούμενοι την κοινή ιταλική τους καταγωγή. Ενώ η ρωμαϊκή Σύγκλητος φάνηκε διστακτική στο να έλθει σε ρήξη με τον παλαιό φίλο της Ρώμης Ιέρωνα για χάρη των Μαμερτίνων ληστών, οι Καρχηδόνιοι θα αποδεχθούν αμέσως το αίτημα των Μαμερτίνων και θα σπεύσουν να μεταφέρουν πλοία και στρατεύματα στην Μεσσήνη, όπου θα εξαναγκάσουν τον Ιέρωνα να λύσει την πολιορκία και να αποσυρθεί στις Συρακούσες.
Ένας φιλοπόλεμος Ρωμαίος στρατηγός όμως (ο Άππιος Κλαύδιος, Appius Claudius), έπεισε την Εκκλησία του Δήμου της Ρώμης (που ήταν αναμενόμενο να ορέγεται τα πλούτη που θα μπορούσαν να αποκτηθούν από τις λεηλασίες του πολέμου εναντίον των Σικελιωτών), να παρακάμψει την Σύγκλητο και να δεχθεί το αίτημα βοήθειας των Μαμερτίνων, αλλά επειδή δεν είχε τελειώσει ο πόλεμος Ρωμαίων και Ετρούσκων (που έληξε μετά από λίγους μήνες με την τελειωτική υποταγή των Ετρούσκων), θα σταλεί μια προφυλακή λίγων πλοίων στην Μεσσήνη (Αύγουστος 264 π.Χ.). Το τελικό αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να χολωθεί ο Ιέρων από την στάση των Ρωμαίων και από αντίδραση να συμμαχήσει με τους Καρχηδονίους, για τους οποίους η τυχόν κατοχή της Μεσσήνης, άρα και ο έλεγχος των στενών από την Ρώμη, ήταν πολύ βαρύτερο πλήγμα από την κατάκτησή της από τον Ιέρωνα. Η Μεσσήνη θα πολιορκηθεί και πάλι από τον Ιέρωνα, ενώ θα αποκλεισθεί από θαλάσσης από τον καρχηδονιακό στόλο. Ο Άππιος Κλαύδιος όμως, έχοντας εξουσιοδότηση να παραλάβει απλώς την Μεσσήνη, αλλά όχι να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον των Καρχηδονίων, θα καταφέρει με τέχνασμα να σπάσει τον αποκλεισμό και να αποβιβασθεί με τις δυνάμεις του στην πόλη.
Τότε θα θέσει επισήμως την Μεσσήνη υπό την προστασία της Ρώμης και έτσι θα αποκτήσει το νομικό έρεισμα να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον του Ιέρωνος και των Καρχηδονίων, οι οποίοι πολιορκούσαν πλέον μια πόλη κάτω από την ρωμαϊκή προστασία!
Αυτή υπήρξε η αφορμή της έκρηξης του λεγόμενου Α΄ Καρχηδονιακού πολέμου (264-241 π.Χ.), που θα οδηγήσει στην ολοκληρωτική σύγκρουση μεταξύ Ρώμης και Καρχηδόνος, με ανυπολόγιστες συνέπειες, που θα εξελιχθεί σε έναν αγώνα ζωής ή θανάτου ανάμεσα στις δύο πόλεις-κράτη.
Πολύτιμες πληροφορίες για τα γεγονότα αυτού του πολέμου αντλούμε από την εξιστόρηση της σύγκρουσης, αλλά και των όσων προηγήθηκαν, που περιλαμβάνονται στο Α΄ Βιβλίο των Ιστοριών του Πολύβιου του Μεγαλοπολίτη (περ. 200-120 π.Χ.). Κάποια συμπληρωματικά στοιχεία προέρχονται και από την Βιβλιοθήκη Ιστορική του Διόδωρου του Σικελιώτη (1ος αιών π.Χ.), του οποίου όμως τα Βιβλία ΚΑ΄ έως Μ΄ έχουν χαθεί και διαθέτουμε μόνον αποσπάσματά τους.
Η αμοιβαία καχυποψία μεταξύ Καρχηδονίων και Ιέρωνος Β΄, θα έχει ως αποτέλεσμα ο Άππιος Κλαύδιος όχι μόνον να αναγκάσει τους αντιπάλους του να λύσουν την πολιορκία της Μεσσήνης, αλλά και να τους νικήσει τον καθένα χωριστά. Στις αρχές του 263 π.Χ. οι Ρωμαίοι θα πολιορκήσουν τις Συρακούσες, αλλά θα υποστούν αλλεπάλληλες ήττες, κάθε φορά που οι Συρακούσιοι επιχειρούσαν εξόδους. Σε μία μάλιστα συμπλοκή κινδύνευσε να συλληφθεί αιχμάλωτος και ο ίδιος ο Άππιος Κλαύδιος. Τελικώς θα αναγκασθεί να λύσει την πολιορκία και να αποσυρθεί στην Μεσσήνη καταδιωκόμενος, όπου Καρχηδόνιοι και Συρακούσιοι θα επαναλάβουν την πολιορκία. Ο Άππιος Κλαύδιος θα αφήσει μέρος των δυνάμεών του στην Μεσσήνη και θα επιστρέψει ταπεινωμένος στην Ρώμη (βλ. λεπτομέρειες για τα παραπάνω στην Ι.Ε.Ε. τομ. Δ΄ σελ. 438-442 και C.A.H. Vol. VII part 2 σελ. 537-545).
Τον επόμενο χρόνο (262 π.Χ.), οι Ρωμαίοι θα στείλουν 4 λεγεώνες στην Σικελία με επικεφαλής δύο νέους Υπάτους, οι οποίοι θα λύσουν την πολιορκία της Μεσσήνης, θα νικήσουν τους Καρχηδονίους και τον Ιέρωνα και θα πολιορκήσουν και πάλι τις Συρακούσες. Τότε ο Ιέρων Β΄, αντιμετωπίζοντας την αυξανόμενη δυσφορία των συμπολιτών του που δεν επιθυμούσαν να συνεχίσουν τον πόλεμο στο πλευρό των προαιώνιων αντιπάλων τους Καρχηδονίων, θα ζητήσει την σύναψη Ειρήνης με την Ρώμη. Οι Ρωμαίοι έσπευσαν να συμφωνήσουν και θα συνάψουν συμφωνία με ευνοϊκούς όρους για τους Συρακουσίους. Ο Ιέρων Β΄ ανακηρυσσόταν «φίλος και σύμμαχος» των Ρωμαίων, με την υποχρέωση να επιστρέψει τους Ρωμαίους αιχμαλώτους χωρίς λύτρα και να πληρώσει πολεμική αποζημίωση 100 ταλάντων. Επί πλέον, διατήρησε την εξουσία του στο ΝΑ και ευφορώτερο τμήμα της Σικελίας και στις πόλεις που αποτελούσαν τον αρχικό πυρήνα της συμμαχίας του (Λεοντίνοι, Υβλαία Μέγαρα, Έλωρος, Άκραι και Νεαίτιον).
Έτσι, μέχρι το τέλος του Α΄ Καρχηδονιακού πολέμου (241 π.Χ.), ο Ιέρων Β΄ θα κρατηθεί μακριά από την αιματηρή και μακροχρόνιο αυτήν σύρραξη, με αποτέλεσμα οι Συρακούσες να φθάσουν στο ύψιστο σημείο της ακμής τους.
Οι Ρωμαίοι το 262/261 π.Χ. πολιόρκησαν και κατέλαβαν τον Ακράγαντα από τους Καρχηδονίους και εξανδραπόδισαν τους κατοίκους του γιατί είχαν βοηθήσει στην άμυνα της πόλης. Όταν το 254 οι Καρχηδόνιοι ανακατέλαβαν την πόλη, την πυρπόλησαν και κατέσκαψαν τα τείχη της. Την ίδια τύχη είχε και η Καμάρινα από τους Ρωμαίους, όπως και ο Σελινούς από τους Καρχηδονίους, οι οποίοι το 250 π.Χ. κατέσκαψαν την πόλη και μετέφεραν τον πληθυσμό στο Λιλύβαιο.
Η Ρώμη σύντομα αντιλήφθηκε ότι όσο οι Καρχηδόνιοι είχαν την υπεροχή στην θάλασσα δεν υπήρχε περίπτωση να νικήσει. Έτσι το 260 π.Χ. οι Ρωμαίοι συγκρότησαν τον πρώτο μεγάλο στόλο τους, με τον οποίο νίκησαν σε ναυμαχία μια καρχηδονιακή μοίρα, στα ανοιχτά της πόλης Μύλαι, στην ΒΑ Σικελία. Αυτή η νίκη θα επιτρέψει στους Ρωμαίους να αποβιβάσουν ισχυρές δυνάμεις στην Κορσική και να εκδιώξουν τους Καρχηδονίους από το νησί (259 π.Χ.).
Η συνεχιζόμενη ενδυνάμωση των ναυτικών δυνάμεων της Ρώμης θα έχει ως αποτέλεσμα να νικήσουν ολόκληρο τον καρχηδονιακό στόλο στην σημαντική ναυμαχία (256 π.Χ.) που έγινε έξω από το ακρωτήριο Έκνομος (κοντά στις εκβολές του ποταμού Ιμέρα, μεταξύ Ακράγαντος και Γέλας) και στην συνέχεια να αποβιβασθούν σε καρχηδονιακό έδαφος, περίπου 30 χλμ. νοτιότερα από το ακρωτ. Ερμαίον (Ερμαία άκρα, σημερ. Cap Bon της Τυνησίας). Οι Καρχηδόνιοι, μετά από αυτές τις εξελίξεις, με αποδιοργανωμένο στρατό και αντιμετωπίζοντας το ενδεχόμενο γενικευμένης εξέγερσης των ιθαγενών, θα ζητήσουν την σύναψη Ειρήνης. Οι σκληροί όροι όμως που έθεσε ο Ρωμαίος Ύπατος κρίθηκαν απαράδεκτοι και οι Καρχηδόνιοι θα εξοπλίσουν νέο στράτευμα, το οποίο θα οργανώσει ο Έλληνας αρχηγός των μισθοφόρων Ξάνθιππος.
Το 255 π.Χ. ο Ξάνθιππος θα συντρίψει τις ρωμαϊκές δυνάμεις, τα υπολείμματα των οποίων θα παραλάβει ο ρωμαϊκός στόλος, που είχε καταναυμαχήσει τον καρχηδονιακό, έξω από το ακρωτ. Ερμαίον.
Μετά από αυτές τις εξελίξεις, οι Ρωμαίοι θα στρέψουν τις προσπάθειές τους στην Σικελία και το 254 θα καταλάβουν το σημαντικό φρούριο του Πανόρμου (σημερ. Παλέρμο-Palermo), αλλά η άφιξη ισχυρών καρχηδονιακών ενισχύσεων θα έχει ως αποτέλεσμα να διακοπούν ουσιαστικά οι εχθροπραξίες για μερικά χρόνια.
Το 251/250 π.Χ. οι πολεμικές συγκρούσεις θα επαναληφθούν. Σε μια σημαντική μάχη κοντά στον Πάνορμο, οι ρωμαϊκές δυνάμεις θα συντρίψουν τους Καρχηδονίους και έτσι θα αρχίσει η πολιορκία της σπουδαιότερης καρχηδονιακής βάσης στην Σικελία, του Λιλύβαιου (όπου πριν από 3 δεκαετίες περίπου, ο Πύρρος Α΄ είχε αποτύχει), ενώ παράλληλα θα αρχίσει και η πολιορκία του Δρέπανου, ενός σημαντικού λιμένος, γύρω στα 220 χλμ. βορειότερα, οι μόνες πόλεις που είχαν παραμείνει στην εξουσία της Καρχηδόνος. Οι πολιορκητές όμως συνάντησαν σθεναρή αντίσταση και το 249 π.Χ. θα αναγκασθούν να αποσυρθούν, αφού έχασαν και το μεγαλύτερο μέρος του στόλου τους σε μια κακοσχεδιασμένη επιχείρηση (η μοναδική σοβαρή ήττα στην θάλασσα που υπέστησαν οι Ρωμαίοι στην διάρκεια αυτού του πολέμου).
Αυτές τις αποτυχίες πάντως των Ρωμαίων σε στεριά και σε θάλασσα, δεν μπόρεσαν να τις εκμεταλλευθούν οι Καρχηδόνιοι λόγω της οικονομικής εξάντλησής τους και οι πολεμικές συγκρούσεις θα περιορισθούν στον ανταρτοπόλεμο που διεξήγαγε ο νέος Καρχηδόνιος διοικητής της Σικελίας, ο Αμίλκας Βάρκας (ο πατέρας του μετέπειτα μεγάλου Καρχηδονίου στρατηλάτη Αννίβα), του οποίου η οικογένεια θα διαδραματίσει σπουδαιότατο ρόλο τα επόμενα χρόνια στους πολέμους Καρχηδόνος-Ρώμης. Με στρατιωτικές επιδρομές που εξορμούσαν από δύο εξαιρετικά οχυρές τοποθεσίες, αρχικά στο όρος Ειρκτή (247/246–244 π.Χ.) και στην συνέχεια στο όρος Έρυξ (244-242 π.Χ.), ο Αμίλκας θα κρατήσει απασχολημένες σημαντικές ρωμαϊκές δυνάμεις και έτσι διαφύλαξε το Λιλύβαιον από μια νέα οργανωμένη πολιορκία.
Το 242 π.Χ. όμως η Ρώμη θα εξοπλίσει έναν στόλο 200 πολεμικών πλοίων, τα οποία θα κατευθυνθούν στο Λιλύβαιο, με στόχο να επαναλάβουν τον αποκλεισμό.
Οι Καρχηδόνιοι θα συγκεντρώσουν βιαστικά ενισχύσεις, αλλά σε μια καθοριστική για τις τύχες του πολέμου ναυμαχία, κοντά σε μια συστάδα βραχονησίδων, τις Αιγάτες ή Αιγούσες, έξω από το Δρέπανον (241 π.Χ.), ο καρχηδονιακός στόλος θα υποστεί πανωλεθρία. Οι Ρωμαίοι θα βυθίσουν 50 πλοία, θα αιχμαλωτίσουν 70 και θα συλλάβουν 10.000 Καρχηδονίους, ενώ οι δικές τους απώλειες θα περιορισθούν σε 12 μόλις πλοία! Από τότε, το βασικό ορειχάλκινο ρωμαϊκό νόμισμα, το ασσάριο, θα απεικονίζει την πλώρη ενός πολεμικού πλοίου.
Η ολοκληρωτική αυτή ναυτική νίκη των Ρωμαίων θα έχει ως συνέπεια την τελική πτώση των καρχηδονιακών φρουρίων μετά από λίγο. Οι Καρχηδόνιοι θα εξουσιοδοτήσουν τον Αμίλκα Βάρκα να διαπραγματευθεί τους όρους της Ειρήνης. Σύμφωνα με την Συνθήκη, οι Καρχηδόνιοι υποχρεώθηκαν να εκκενώσουν πλήρως την Σικελία, την οποία παραχωρούσαν πλέον στην Ρώμη, τα πλοία τους να μη εισέρχονται σε ρωμαϊκά νερά και να πληρώσουν ως πολεμική αποζημίωση 2200 ευβοϊκά τάλαντα.
Με αυτόν τον τρόπο έληξε ο Α΄ Καρχηδονιακός πόλεμος και οι Ρωμαίοι θα αποκτήσουν τον έλεγχο της πλούσιας σε σιτηρά Σικελίας, με εξαίρεση το κράτος του Ιέρωνος Β΄ και ελαχίστων άλλων πόλεων. Η προσάρτηση της Σικελίας θα έχει απρόβλεπτες συνέπειες για την περαιτέρω πορεία της Ρώμης. Για πρώτη φορά οι Ρωμαίοι θα αποκτήσουν «υπερπόντια» εδάφη έξω από την Ιταλία, της οποίας δεν αποτελούσε τμήμα η Σικελία στην αρχαιότητα. Με την κατάκτηση της Σικελίας η Ρώμη θα πραγματοποιήσει το πρώτο βήμα προς μια νέα εποχή: την εποχή του ρωμαϊκού «ιμπεριαλισμού», που θα την οδηγήσει στην δημιουργία της μεγαλύτερης αυτοκρατορίας του Αρχαίου Κόσμου (βλ. σχετικά σχόλια στο M. Grant: History of Rome – London 1990, σελ. 86-87).
Για τους Καρχηδονίους όμως, η ήττα και οι απώλειες του πολέμου (εδαφικές, οικονομικές, ανθρώπινο δυναμικό) δεν ήσαν οι βαρύτερες και οι μοναδικές ζημίες που θα υποστούν. Τον επόμενο ακριβώς χρόνο (240 π.Χ.) η Καρχηδόνα θα συγκλονιστεί από την αιματηρή εξέγερση των 20.000 μισθοφόρων της, οι οποίοι είχαν μεταφερθεί στην Β. Αφρική και δεν είχαν πληρωθεί. Οι μισθοφόροι θα δημιουργήσουν ανεξάρτητο κράτος (με δικά τους νομίσματα!) και θα επιτεθούν στην ίδια την Καρχηδόνα. Παράλληλα, οι υποτελείς φυλές της περιοχής, διαβλέποντας την ευκαιρία να αποτινάξουν τον ζυγό των καταπιεστών τους θα επαναστατήσουν μαζικά. Θα χρειασθούν τρία ολόκληρα χρόνια πολέμου (ο λεγόμενος «μισθοφορικός ή χωρίς ανακωχή πόλεμος»), οι αγριότητες του οποίου, οι αιματηρές μάχες και οι ακρότητες υπήρξαν πρωτοφανείς, μέχρι την πλήρη εξόντωση των μισθοφόρων. Οι Ρωμαίοι, που είχαν την υποχρέωση από τους όρους της Συνθήκης να συνδράμουν τους Καρχηδονίους, θα ανταποκριθούν έγκαιρα στις υποχρεώσεις τους, φοβούμενοι ότι η τυχόν επικράτηση των μισθοφόρων στην Αφρική θα ήταν μια «διεθνής» απειλή που θα προκαλούσε γενικευμένη αναρχία σε όλες τις χώρες της Μεσογείου.
Δεν θα πράξουν όμως το ίδιο, όταν το 238 π.Χ. εξεγέρθηκαν οι μισθοφόροι των Καρχηδονίων στην Σαρδηνία. Αντίθετα, έστειλαν στρατιωτικές δυνάμεις να παραλάβουν το νησί από την επαναστατημένη φρουρά του και θα το κρατήσουν για λογαριασμό τους. Στις διαμαρτυρίες των Καρχηδονίων ετοιμάστηκαν να απαντήσουν με κήρυξη νέου πολέμου, αλλά τελικά συμβιβάσθηκαν με την παραχώρηση της Σαρδηνίας (βλ. Σαρδηνοί) και της Κορσικής (238 π.Χ.) και την πληρωμή μεγαλύτερης αποζημίωσης από αυτήν που προέβλεπε η αρχική Συνθήκη Ειρήνης με την λήξη του Α΄ Καρχηδονιακού πολέμου.
Αυτό το επεισόδιο απεκάλυψε ότι η Ρώμη σκόπευε να επωφεληθεί στο έπακρο από την νίκη της. Η Καρχηδών δεν είχε πολλά περιθώρια για να αποφύγει την ολοκληρωτική ταπείνωση. Οι πρόσφατες περιπλοκές των εξωτερικών και εσωτερικών συγκρούσεων την είχαν αποδυναμώσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε η προοπτική επανάληψης του πολέμου με ευνοϊκές γι’ αυτήν συνθήκες φαινόταν μακρινή.
Έπρεπε λοιπόν να βρεθεί μια λύση ώστε να αναπληρωθούν οι εδαφικές απώλειες και να δημιουργηθεί νέος πλούτος που θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει έναν νέο πόλεμο εναντίον της Ρώμης, ενώ παράλληλα να δημιουργηθεί μια νέα βάση για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Αυτό το σχέδιο προετοιμασίας βρήκε ένθερμο υποστηρικτή στο πρόσωπο μιας μεγάλης προσωπικότητας, με εξαιρετικές οργανωτικές και στρατιωτικές ικανότητες, τον Καρχηδόνιο Αμίλκα, τον επιλεγόμενο Βάρκα (=κεραυνό), που είχαμε αναφέρει ως τον οργανωτή του ανταρτοπολέμου εναντίον των Ρωμαίων στην Σικελία και ο οποίος αφιέρωσε την ζωή του στην δημιουργία μιας καρχηδονιακής επικράτειας στην Ιβηρική χερσόνησο.
Η Ιβηρική χερσόνησος θα κατακτηθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της μέσα σε μια δεκαετία (237-228 π.Χ.). Ο Αμίλκας, μεταξύ άλλων υπήρξε και ο ιδρυτής της πόλης Μπαρκίνο (από το προσωνύμιό του Μπάρκα/Βάρκα, η σημερινή Βαρκελώνη). Πνίγηκε στα νερά ενός ποταμού στην διάρκεια μιας μάχης, ενώ πολεμούσε εναντίον των Λουσιτανών (βλ. Λυσιτανοί), στην περιοχή της σημερινής Πορτογαλίας, το 228 π.Χ.
Το έργο του Αμίλκα θα συνεχίσουν ο γαμπρός του Ασδρούβας (Hasdrubal) και ο γιος του Αμίλκα, ο περίφημος Αννίβας (Hannibal), ο οποίος ανέλαβε την αρχιστρατηγία των καρχηδονιακών δυνάμεων το 221 π.Χ. όταν ο Ασδρούβας δολοφονήθηκε από έναν Γαλάτη δούλο του.
Οι Ρωμαίοι, έχοντας ανησυχήσει από αυτές τις κατακτήσεις, θα πάρουν τα μέτρα τους, ώστε οι Καρχηδόνιοι να περιορισθούν νοτίως του ποταμού Έβρου (Ebro).
Το 219 π.Χ. ο Αννίβας θα πολιορκήσει και θα καταλάβει την πόλη Ζάκανθα (Σάγουντον, Saguntum), που είχε επαφές με την Ρώμη, παρά την σθεναρή άμυνα των κατοίκων. Οι Ρωμαίοι θεώρησαν αυτήν την πράξη ως παραβίαση της Συνθήκης Ειρήνης και απαίτησαν από την Καρχηδόνα να ανακαλέσει τον Αννίβα και να τους παραδώσει την πόλη και τον ίδιο. Η οικογένεια όμως των Βαρκιδών ήταν ήδη πανίσχυρη στην Καρχηδόνα και το Συμβούλιο της πόλεως απέρριψε αυτές τις παράλογες ρωμαϊκές απαιτήσεις, κηρύσσοντας τον πόλεμο.
Έτσι ξεκίνησε ο Β΄ Καρχηδονιακός Πόλεμος (218-202 π.Χ.), στην διάρκεια του οποίου η Ρώμη κινδύνευσε με ολοκληρωτική εξαφάνιση.
Το 218 π.Χ. όταν οι απεσταλμένοι του διοικητή της Ιβηρικής χερσονήσου Αννίβα έφθασαν στους Βοΐους, ένα ισχυρό γαλατικό φύλο της κοιλάδας του Πάδου (Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία), για να ζητήσουν την σύναψη συμμαχίας εναντίον της Ρώμης, οι σκληρά καταπιεσμένοι από τους Ρωμαίους Βόϊοι (ἤ Βοῖοι) αποδέχθηκαν αμέσως την πρόταση. Στην Συμμαχία θα προσχωρήσουν και άλλα γαλατικά φύλα της περιοχής, που θα βοηθήσουν αποφασιστικά τον Αννίβα να πραγματοποιήσει το αδιανόητο, την περίφημη διάβαση των Άλπεων, ενώ είχε αρχίσει η χειμερινή περίοδος!
Μια ρωμαϊκή στρατιά θα σπεύσει να σταματήσει τους Καρχηδόνιους και η μάχη θα δοθεί τον Δεκέμβριο του 218 π.Χ. στις όχθες του ποταμού Τίκινου, ενός από τους βόρειους παραπόταμους του Πάδου, όπου πριν από δυόμισι αιώνες περίπου οι νεοφερμένοι τότε Γαλάτες είχαν πετύχει μια αποφασιστική νίκη εναντίον των Ετρούσκων (βλ. λεπτομέρειες για τα παραπάνω στο λήμμα Γαλάτες). Στην σύγκρουση που ακολούθησε οι Ρωμαίοι θα ηττηθούν και θα καταφύγουν νοτίως του Πάδου.
Μια άλλη ρωμαϊκή στρατιά από 40.000 άνδρες θα συγκρουσθεί με τον Αννίβα κοντά στον νότιο παραπόταμο του Πάδου, τον Τρεβία (Trebbia), επιδιώκοντας να αιφνιδιάσει τους Καρχηδονίους. Ο Αννίβας, έχοντας προειδοποιηθεί από τους Γαλάτες της περιοχής, θα προετοιμασθεί κατάλληλα και στην μάχη που επακολούθησε θα κατατροπώσει τους Ρωμαίους, στηριζόμενος στο εξαιρετικό ιππικό των Νουμιδών και στους Γαλάτες που διψούσαν για εκδίκηση. Ο ρωμαϊκός στρατός θα περικυκλωθεί, θα συντριβεί και θα σφαγιασθεί. Μόλις 10.000 θα διασωθούν και θα καταφύγουν στην Πλακεντία.
Με αυτόν τον τρόπο ο Αννίβας, μετά από δυο αποφασιστικές μάχες μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, θα γίνει κύριος ολόκληρης της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας. Χιλιάδες Γαλάτες θα συρρεύσουν να ενισχύσουν τον στρατό των Καρχηδονίων, ο οποίος θα διαχειμάσει κοντά στην Βονωνία (Μπολώνια), την πρωτεύουσα των Βοΐων.
Στις αρχές της Άνοιξης του 217 π.Χ. ο Αννίβας θα ξεκινήσει και θα αρχίσει να προελαύνει νοτιότερα, βαδίζοντας εναντίον της Ρώμης. Αφού διασχίσει την οροσειρά των Απεννίνων, θα φθάσει στην Ετρουρία, στις αρχές του καλοκαιριού. Στο μεταξύ, οι δύο νέοι ύπατοι που πρόσφατα είχαν εκλεγεί, θα συγκεντρώσουν στρατεύματα και θα προσπαθήσουν να παγιδεύσουν τους Καρχηδόνιους ανάμεσα σε δύο ρωμαϊκούς στρατούς, επικεφαλής των οποίων είχαν τεθεί οι ίδιοι, προσπαθώντας να επαναλάβουν αυτό που είχε συμβεί με τους Γαλάτες στην μάχη της Τελαμώνος (βλ. λεπτομέρειες στο λήμμα Γαλάτες).
Ο Αννίβας όμως, μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές ιδιοφυΐες του Αρχαίου Κόσμου, είχε πληροφορηθεί τις κινήσεις των Ρωμαίων και προετοιμάσθηκε κατάλληλα. Όταν πλησίασε στην λίμνη Τρασιμένη (Lacus Trasimenus), κοντά στην σημερινή πόλη της κεντρικής Ιταλίας Περούτζια και 140 χλμ. περίπου βορείως της Ρώμης, θα κρύψει τον στρατό του στους δασωμένους λόφους και θα περιμένει τους Ρωμαίους. Το ομιχλώδες πρωϊνό της 21ης Ιουνίου 217, «…ούσης δε της ημέρας ομιχλώδους διαφερόντως…», όπως περιγράφει ο Πολύβιος (Γ΄ 84), οι 40.000 Ρωμαίοι λεγεωνάριοι θα υποστούν αιφνιδιαστικά την επίθεση των 35.000 ανδρών του Αννίβα: Γαλατών, Νουμιδών, Κελτιβήρων και Καρχηδονίων.
Η μάχη, που σύντομα εξελίχθηκε σε σφαγή των πανικόβλητων Ρωμαίων, υπήρξε μια από τις πλέον αιματηρές ενέδρες της Ιστορίας. Ολόκληρος ο ρωμαϊκός στρατός θα εξοντωθεί και ο επικεφαλής Ύπατος θα πέσει στο πεδίο της μάχης. Ο άλλος Ύπατος, που ακολουθούσε το αρχικό σχέδιο, θα αργοπορήσει και θα στείλει μόνο το ιππικό για να προλάβει την μάχη. Και αυτό το στρατιωτικό τμήμα θα εκμηδενισθεί από τους Νουμιδούς ιππείς του Αννίβα. Οι μισοί θα σκοτωθούν στην μάχη και οι άλλοι μισοί θα αιχμαλωτισθούν την επομένη, έχοντας περικυκλωθεί.
Ο Αννίβας θα διαπράξει τότε το μεγαλύτερο λάθος της λαμπρής στρατιωτικής σταδιοδρομίας του και αντί να βαδίσει εναντίον της ίδιας της Ρώμης, προχώρησε στην νότια Ιταλία. Πολλοί ιστορικοί δικαιολόγησαν αυτήν την κίνηση του Αννίβα επισημαίνοντας ότι δεν διέθετε ούτε τον κατάλληλο μηχανικό εξοπλισμό, ούτε τα ανάλογα εκπαιδευμένα στρατεύματα για την πολιορκία μια καλά οχυρωμένης πόλης όπως η Ρώμη. Είναι πάντως γεγονός ότι αν τότε πετύχαινε να καταλάβει την Ρώμη, θα άλλαζε ο ρους της παγκόσμιας Ιστορίας.
Τον επόμενο χρόνο οι Ρωμαίοι θα υποστούν μια ακόμη μεγαλύτερη συμφορά.
Τον Ιούνιο του 216 π.Χ. ο Αννίβας βρισκόταν στην Απουλία, με στόχο να πείσει να προσχωρήσουν στις τάξεις του, όλοι οι λαοί της περιοχής, καθώς και οι ελληνικές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδος.
Οι Ρωμαίοι, θα συγκεντρώσουν μια φοβερή δύναμη 150.000 ανδρών, διπλάσια από τον συμμαχικό στρατό του Αννίβα και θα φθάσουν στην περιοχή με το μεγαλύτερο μέρος αυτού του στρατού, αποφασισμένοι να νικήσουν. Μετά από κάποιες μικροσυμπλοκές, στις οποίες οι αντίπαλοι δοκίμαζαν τις δυνάμεις τους, η αποφασιστική σύγκρουση θα γίνει στις 3 Αυγούστου του 216 π.Χ. στις Κάννες (Cannae, σημερ. Cannosa di Puglia), περίπου 20 χλμ. δυτικά από την σημερινή παραλιακή κωμόπολη της Απουλίας Μπαρλέττα (Barletta), στην πεδιάδα που σχηματίζουν οι εκβολές του ποταμού Οφάντο (Ofanto).
Οι Ρωμαίοι θα παρατάξουν τελικά 80.000 πεζούς και 6.500 ιππείς, ενώ ο Αννίβας 40.000 πεζούς και 10.000 ιππείς. Παρά την μεγάλη αριθμητική υπεροχή του ρωμαϊκού στρατού, η στρατιωτική ιδιοφυΐα του Καρχηδόνιου στρατηλάτη θα υπερισχύσει και ο ρωμαϊκός στρατός σύντομα θα βρεθεί περικυκλωμένος. Στην σφαγή που θα επακολουθήσει, 70.000 Ρωμαίοι θα βρουν τον θάνατο και 10.000 θα συλληφθούν αιχμάλωτοι. Μεταξύ των νεκρών ήσαν τρεις πρώην Ύπατοι, 80 Συγκλητικοί και ο ένας από τους δύο εν ενεργεία Ύπατους, ο Λούκιος Αιμίλιος Παύλος. Ο άλλος Ύπατος, ο στρατηγός διοικητής Γάϊος Τερέντιος Βάρρων, μετά βίας θα διαφύγει με τα ελάχιστα επιζήσαντα υπολείμματα του στρατού.
Η νίκη των Καρχηδονίων, που έχασαν μόλις 5.700 άνδρες από τους οποίους 4.000 Γαλάτες, υπήρξε ολοκληρωτική. Το σύνολο σχεδόν των στρατιωτικών δυνάμεων της Ρώμης είχε καταστραφεί και η ιταλική χερσόνησος ήταν πλέον στην διάθεση του Αννίβα. Και πάλι όμως θα αποφύγει να προχωρήσει στην κατάληψη της Ρώμης, με αποτέλεσμα να δώσει την ευκαιρία στους Ρωμαίους να ανασυγκροτηθούν (βλ. λεπτομέρειες για τα παραπάνω στον Πολύβιο Γ΄ 33-118). Έτσι, θα ξεκινήσει μια πολύχρονη περίοδος φθοράς, που θα καταλήξει όμως εις βάρος των Καρχηδονίων και στην τελική αποχώρηση του Αννίβα από την Ιταλία, τον χειμώνα του 203 π.Χ. όταν ανακλήθηκε εσπευσμένα στην Καρχηδόνα για να υπερασπίσει την πόλη από τα ρωμαϊκά στρατεύματα, που είχαν μεταφέρει τον πόλεμο σε καρχηδονιακό έδαφος. Η αποτυχημένη προσπάθεια του νεώτερου αδελφού του, Ασδρούβα Βάρκα, ο οποίος το 207 π.Χ. διέσχισε την Ισπανία και εισέβαλε στην Β. Ιταλία με ένα μεγάλο εκστρατευτικό σώμα, που ενισχύθηκε με Γαλάτες και Λίγυρες και ή ήττα του στην μάχη του ποταμού Μέταυρου (Metaurus στην Ομβρική, Umbria), όπου έπεσε στο πεδίο της μάχης, έπαιξε ασφαλώς σημαντικό ρόλο στην τελική αποχώρηση των Καρχηδονίων από την Ιταλία.
Μία άλλη συνέπεια της ήττας στο Μέταυρον ήταν να επιτύχουν οι Ρωμαίοι να κατακτήσουν τελικώς (μετά από την αποτυχημένη και με καταστροφικές συνέπειες εκστρατεία του 211 π.Χ.) την Ιβηρική χερσόνησο το 206 π.Χ. και να εκδιώξουν τους Καρχηδονίους από την περιοχή.
Το 202 π.Χ. ύστερα από την ατυχή έκβαση της μάχης στην Ζάμα και την ήττα του Αννίβα, στην οποία σημαντικότατο ρόλο έπαιξε η προσχώρηση στους Ρωμαίους του ηγεμόνα των Νουμιδών Μασσανάσση (Masinissa) και του έξοχου ιππικού του, οι Καρχηδόνιοι θα αναγκασθούν να συνθηκολογήσουν και με αυτόν τον τρόπο θα λήξει με νίκη της Ρώμης και ο Β΄ Καρχηδονιακός πόλεμος.
Οι Καρχηδόνιοι θα αναγκασθούν να δεχθούν τους βαρύτατους όρους της Ρώμης, η οποία τελείωσε τον πόλεμο με ολοκληρωτικό θρίαμβο.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει μια σύντομη περιγραφή των εξελίξεων στην Σικελία μετά την έκρηξη του Β΄ Καρχηδονιακού πολέμου, όπου κάποιες αρχικές επιθέσεις από μοίρες του καρχηδονιακού στόλου αποκρούσθηκαν μεν εύκολα, αλλά το 215 π.Χ. θα ξεσπάσει σοβαρή αναταραχή, μετά τον θάνατο (σε ηλικία 92 ετών) του συμμάχου των Ρωμαίων Ιέρωνος Β΄, ο οποίος με την βοήθεια του γνωστού μαθηματικού Αρχιμήδη, είχε ήδη οχυρώσει τις Συρακούσες με τέτοιες υποδειγματικές οχυρώσεις, που είχαν καταστεί φημισμένες στον Αρχαίο Κόσμο.
Την ίδια χρονιά (215 π.Χ.), θα υπογραφεί και η Συνθήκη αμοιβαίας βοήθειας μεταξύ του Αννίβα και του Φιλίππου Ε΄ της Μακεδονίας και έτσι θα ξεσπάσει ο Α΄ Μακεδονικός πόλεμος (215-205 π.Χ.), ο οποίος όμως δεν επηρέασε τις εξελίξεις της σύγκρουσης Καρχηδόνος-Ρώμης (βλ. λεπτομέρειες στο λήμμα Ρωμαίοι).
Στην Σικελία, το Ιέρωνα Β΄ θα διαδεχθεί ο εγγονός του Ιερώνυμος σε ηλικία 15 ετών, αλλά η απειρία του θα τον καταστήσουν όργανο διαφόρων αυλικών και θα τον οδηγήσουν σε μια σειρά εγκληματικών πράξεων και αντιρωμαϊκών ενεργειών. Όλα αυτά θα οδηγήσουν τελικώς στην δολοφονία του νεαρού βασιλέως από φιλορωμαίους ολιγαρχικούς, οι οποίοι θα επικρατήσουν μεν πρόσκαιρα, αλλά στην συνέχεια ο λαός των Συρακουσών θα φέρει στην εξουσία τους ηγέτες της φιλοκαρχηδονιακής παράταξης, μετά από σφαγή των ολιγαρχικών.
Τότε (καλοκαίρι του 213 π.Χ.), οι Ρωμαίοι θα αποφασίσουν να πολιορκήσουν τις Συρακούσες, αλλά οι εξαιρετικές οχυρώσεις και οι φοβερές κατασκευές του Αρχιμήδη θα προκαλέσουν μεγάλες απώλειες σε στρατιώτες και υλικά μέσα στους πολιορκητές. Οι Ρωμαίοι στρατηγοί αντιλαμβανόμενοι ότι η πόλη δεν επρόκειτο να καταληφθεί με εφόδους, την απέκλεισαν από στεριά και θάλασσα.
Οι Συρακούσες θα καταληφθούν την Άνοιξη του 211 π.Χ. από τους Ρωμαίους, εξ αιτίας εσωτερικών προστριβών, παρά τις συνεχείς ανεπιτυχείς προσπάθειες των Καρχηδονίων να ανακουφίσουν και να ενισχύσουν τους πολιορκούμενους.
Μετά από μισή χιλιετία, το απόρθητο φρούριο του Δυτικού Ελληνισμού, η πλουσιότερη και ωραιότερη πόλη της Σικελίας, θα πέσει θύμα στην ρωμαϊκή θηριωδία και απληστία. Ένα από τα θύματά τους ήταν και ο γέρων πλέον Αρχιμήδης που θα δολοφονηθεί από έναν άξεστο Ρωμαίο, ενώ ήταν απορροφημένος με την λύση ενός μαθηματικού προβλήματος. Η πόλη θα απογυμνωθεί από τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς της, ακόμη και από τα αγάλματα των θεών, που θα μεταφερθούν στην Ρώμη είτε για να την διακοσμήσουν, είτε για να αγορασθούν από νεοφώτιστους Ρωμαίους συλλέκτες (Ι.Ε.Ε. τομ. Δ΄ σελ. 458).
Με την πτώση του Ακράγαντος (210 π.Χ.) έσβησε οριστικά και το τελευταίο ίχνος πολιτικής ανεξαρτησίας των Ελλήνων της Σικελίας.
Μετά την λήξη του Β΄ Καρχηδονιακού πολέμου το 201 π.Χ. όπως προαναφέρθηκε, η Καρχηδών σεβάστηκε την Συνθήκη Ειρήνης που υπέγραψε με τους Ρωμαίους, παρά τις συνεχείς προσαρτήσεις εδαφών της από τον προστατευόμενο της Ρώμης, ηγεμόνα των Νουμιδών Μασσανάσση, ο οποίος επέκτεινε συνεχώς τα όρια της επικράτειάς του (σημερ. ανατολική Αλγερία).
Το εμπόριο όμως και τα έσοδά της αυξήθηκαν με τέτοιους ρυθμούς ώστε προκάλεσαν τον φθόνο του συνεχώς διευρυνόμενου εμπορικού κόσμου της Ρώμης, αλλά και τις ανησυχίες των περισσότερο διστακτικών πολιτικών της. Ο παράγων που θα διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην δημιουργία φιλοπόλεμου κλίματος εναντίον των Καρχηδονίων, ήσαν ασφαλώς οι συνεχείς προτροπές του φανατικού εχθρού της Καρχηδόνος, του Κάτωνος του πρεσβύτερου, γνωστού με το προσωνύμιο Τιμητής, ο οποίος με κάθε ευκαιρία διακήρυσσε ότι «η Καρχηδών πρέπει να καταστραφεί» (Cartago delenda est).
Η τυπική αφορμή δεν άργησε να δοθεί, όταν οι Καρχηδόνιοι αναγκάσθηκαν να πάρουν τα όπλα για να αντισταθούν στις αγριότητες του αποθρασυνθέντος πλέον Μασσανάσση (150 π.Χ.). Ρωμαϊκά στρατεύματα θα σταλούν στην Αφρική και παρά τα αιτήματα των Καρχηδονίων να παραδώσουν τα όπλα και ομήρους, ο πόλεμος θα ξεσπάσει όταν οι Ρωμαίοι θα απαιτήσουν από τους Καρχηδονίους να εγκαταλείψουν την πόλη τους και να μετοικίσουν στο εσωτερικό, μακριά από την θάλασσα! Οι Καρχηδόνιοι, σε μια απελπισμένη προσπάθεια, θα συγκεντρώσουν όσες δυνάμεις και εξοπλισμό τους απέμεινε και θα οχυρωθούν στην πόλη τους.
Με αυτόν τον τρόπο άρχισε ο άνισος Γ΄ Καρχηδονιακός πόλεμος (150-146 π.Χ.), ο οποίος θα λήξει με την εκπόρθηση της Καρχηδόνος μετά από τρία περίπου χρόνια πολιορκίας. Από τον πληθυσμό της, ο οποίος σύμφωνα με τις πηγές ξεπερνούσε τις 250.000, μόνον 50.000 επέζησαν και οι οποίοι πουλήθηκαν ως δούλοι. Η πόλη ισοπεδώθηκε και ο χώρος της καταράστηκε στην διάρκεια πανηγυρικών τελετών και εκδηλώσεων, γεγονός που αποδεικνύει το πόσο ήσαν τρομοκρατημένοι οι Ρωμαίοι από την ύπαρξη και μόνον της Καρχηδόνος. Όση από την επικράτειά της είχε απομείνει από την αρπακτικότητα του Μασσανάσση, μετατράπηκε στην ρωμαϊκή επαρχία της «Αφρικής».
Αυτό υπήρξε και το τέλος των Καρχηδονίων και του πολιτισμού τους, του οποίου το απεχθέστερο και το πλέον κατακριτέο στοιχείο ήταν ασφαλώς οι τελετουργικές θυσίες μικρών παιδιών σε απίστευτους αριθμούς. Το έθιμο προϋπήρχε και στην Φοινίκη, αλλά και στους Εβραίους. Οι αναφορές στην Παλαιά Διαθήκη για την θυσία του Αβραάμ και η σαφής αναφορά (Βασιλέων ΙΙ - 16, 3) ότι ο βασιλεύς του Ιούδα Αχάζ (Ahaz) θυσίασε τον γιο του ή τους γιους του (Χρονικών ΙΙ – 28, 3), αποδεικνύουν την διάδοση αυτής της πρακτικής μεταξύ των Σημιτικών λαών. Ο όρος που χρησιμοποιούσαν για την τελετουργική θυσία μικρών παιδιών ήταν mlk (=θυσία) και ειδικότερα lamolek, η οποία παλαιότερα παρερμηνεύθηκε ως θυσία «στον Μολώχ», έναν ανύπαρκτο θεό, προς τιμή του οποίου υποτίθεται ότι γίνονταν οι ανθρωποθυσίες (βλ. C.A.H. Vol. III part 2, σελ. 337-338).
Στην ίδια την Καρχηδόνα το έθιμο αναβίωσε και διαδόθηκε σε όλη σχεδόν την επικράτειά της με ελάχιστες εξαιρέσεις. Όπως αποκάλυψαν οι ανασκαφές στους ειδικούς χώρους ταφής, τα περιβόητα «Τοφέτ» (tophet, ο όρος αυτός δεν βρέθηκε σε κάποια καρχηδονιακή επιγραφή, αλλά προέρχεται από την Παλ. Διαθήκη και σημαίνει στην πραγματικότητα «χώρος καύσης»), τα νεαρά θύματα που είχαν σφαγιασθεί τελετουργικά με μαχαίρι, καίγονταν στην συνέχεια και οι στάχτες τους τοποθετούνταν σε ειδικά δοχεία (τεφροδόχοι) τα οποία σφραγίζονταν και θάβονταν σε αυτόν τον «ιερό» τόπο. Συχνά πάνω από το σημείο ταφής ανήγειραν ένα πέτρινο μνημείο. Το Τοφέτ της Καρχηδόνος χρονολογείται από το 750 π.Χ. τουλάχιστον και η κατασκευή του είναι σύγχρονη με την ίδρυση της πόλης.
Το Τοφέτ της Καρχηδόνος
Ο κύριος θεός των Καρχηδονίων ήταν ο Βάαλ-Άμμων, ένας σκοτεινός θεός που ταυτίστηκε από τους Έλληνες με τον Κρόνο. Στην διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ. η λατρεία της θεάς Τανίτ, πιθανόν λιβυκής προέλευσης, διαδόθηκε ευρύτατα και αυτοί οι δύο θεοί επισκίασαν άλλες θεότητες όπως τον Μελκάρθ (Melkarth), την κύρια θεότητα της Τύρου, που ταυτίστηκε με τον Ηρακλή και τον Εσσμούν (Eshmun), που ταυτιζόταν με τον Ασκληπιό. Οι θυσίες των μικρών παιδιών που προαναφέραμε γίνονταν στον Βάαλ-Άμμωνα.
Νόμισμα Καρχηδόνος
Η θεά Τανίτ-Λέων και φοίνιξ
Η πρόδρομος της γλώσσας των Καρχηδονίων κατατάσσεται στον Βορειοδυτικό κλάδο των Σημιτικών γλωσσών ή Βόρεια Κεντρική Ομάδα. Κατά την αρχική φάση εξέλιξης, το λεγόμενο Αρχαίο Στάδιο, η εν λόγω Ομάδα περιελάμβανε τις γλώσσες Αρχαία Αμορριτική, την νότια Χαναανιτική (Φοινικική) και την βόρεια Χαναανιτική (Ουγκαριτική). Η επόμενη φάση εξελίξεως αυτών των γλωσσών ήταν το λεγόμενο Μέσο Στάδιο, όπου θα προκύψουν η Παλαιά Αραμαϊκή, η Μέση Φοινικική (από την οποία θα προέλθει η Καρχηδονιακή), η Εβραϊκή και η ομάδα γλωσσών της Υπεριορδανίας (Αμμωνιτική, Εδωμιτική και Μωαβιτική).
Από το λήμμα Καρχηδόνιοι του "Λεξικού των λαών του αρχαίου κόσμου" του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη
Ετικέτες
Ελληνισμός,
Ιστορία,
Magna Grecia
Καρχηδόνιοι (Carthaginians) 2
(Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)
Το 383 π.Χ. θα ξεσπάσει ο δεύτερος πόλεμος του Διονυσίου εναντίον των Καρχηδονίων. Τα πρώτα χρόνια θα κυλήσουν με μικροσυμπλοκές και αψιμαχίες, αλλά το 379 π.Χ. ο Διονύσιος θα κερδίσει μια σημαντική μάχη εκ παρατάξεως που θα λήξει με συντριβή των Καρχηδονίων, οι οποίοι θα χάσουν 10.000 άνδρες που έπεσαν νεκροί, ενώ θα συλληφθούν 5.000 αιχμάλωτοι. Μεταξύ των νεκρών ήταν και ο ίδιος ο Μάγων. Ο Διονύσιος όμως δεν θα εκμεταλλευθεί αυτήν την νίκη του και θα δώσει την ευκαιρία στους Καρχηδονίους να αναδιοργανωθούν και στην μάχη που ακολούθησε οι Καρχηδόνιοι θα νικήσουν. Τελικώς το 378 π.Χ. θα συναφθεί συμφωνία ειρήνευσης με βαρείς όρους για τον Διονύσιο.
Ο τρίτος πόλεμος του Διονυσίου εναντίον των Καρχηδονίων θα εκραγεί το 368 π.Χ. όταν ο τύραννος των Συρακουσών έκρινε ότι ένας νέος λοιμός και μια νέα εξέγερση των Λίβυων υποτελών τους είχαν εξασθενίσει σημαντικά τους Καρχηδονίους. Ο Διονύσιος θα επιχειρήσει να ανακαταλάβει τις περιοχές που είχε παραχωρήσει δέκα χρόνια νωρίτερα στην Καρχηδόνα, στόχο που πέτυχε να πραγματοποιήσει σε μεγάλο βαθμό, φθάνοντας μέχρι το Λιλύβαιον, την μεγάλη ναυτική βάση των Καρχηδονίων, το οποίο πολιόρκησε χωρίς όμως να το εκπορθήσει, λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών του Χειμώνα που ενέσκηψε.
Οι Καρχηδόνιοι θα επωφεληθούν και θα επιδράμουν αιφνιδιαστικά, με αποτέλεσμα να αιχμαλωτίσουν το μεγαλύτερο τμήμα από επιλεγμένα πλοία του στόλου του Διονυσίου, που τα είχε κρατήσει να διαχειμάσουν στο γειτονικό λιμάνι του Δρεπάνου, στέλνοντας τα υπόλοιπα στις Συρακούσες. Οι αντίπαλες δυνάμεις προετοιμάζονταν να επαναλάβουν τις εχθροπραξίες την επόμενη Άνοιξη, αλλά ο θάνατος του Διονυσίου στις αρχές του 367 π.Χ. θα ανατρέψει πλήρως την κατάσταση.
Τον Διονύσιο τον πρεσβύτερο θα διαδεχθεί ο γιος του με το ίδιο όνομα, γνωστός ως Διονύσιος ο νεώτερος, ο οποίος θα συνάψει τελικώς το 364 π.Χ. συνθήκη Ειρήνης με τους Καρχηδονίους. Ο Διονύσιος είχε ήδη προσκαλέσει στις Συρακούσες ως σύμβουλό του, τον μεγάλο φιλόσοφο Πλάτωνα (ο οποίος είχε επισκεφθεί παλαιότερα την πόλη το 388 π.Χ. για να γνωρίσει τον βίο των Σικελιωτών, αλλά αποχώρησε εσπευσμένα μετά την αποτυχία του να πείσει τον Διονύσιο τον πρεσβύτερο να εγκαταλείψει την τυραννίδα) και ο φιλόσοφος θα αποδεχθεί την πρόσκληση, φθάνοντας στην πόλη για δεύτερη φορά το 366 π.Χ. Σύντομα όμως ο Πλάτων θα επιστρέψει απογοητευμένος στην Αθήνα.
Τα επόμενα χρόνια θα κυλήσουν με τις προσπάθειες του Διονυσίου να διατηρήσει τον έλεγχο των Συρακουσών, χωρίς απόλυτη επιτυχία. Το 357 π.Χ. θα εκδιωχθεί, αλλά το 346 π.Χ. θα καταλάβει και πάλι την εξουσία.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι Καρχηδόνιοι θα συνάψουν το 348 π.Χ. την λεγόμενη «Δεύτερη Συνθήκη» συνεργασίας με την Ρώμη, το κείμενο της οποίας έχει διασώσει ο Πολύβιος (Γ΄ ΙΙΙ. 24).
Ο Διονύσιος ο νεώτερος θα απομακρυνθεί οριστικά από την εξουσία το 344 π.Χ. και αυτή θα παραδοθεί στον ικανότατο και υψηλού ηθικού αναστήματος Κορίνθιο στρατηγό Τιμολέοντα, τον οποίον είχαν αποστείλει οι Κορίνθιοι (οι ιδρυτές και αποικιστές των Συρακουσών) στην Σικελία, επικεφαλής εκστρατευτικού σώματος, ανταποκρινόμενοι σε σχετικό αίτημα των Συρακουσίων, που είχαν πληροφορηθεί ότι οι Καρχηδόνιοι προετοίμαζαν και πάλι ένα μεγάλο στρατό εισβολής. Η κυρίως εισβολή θα πραγματοποιηθεί τελικώς την Άνοιξη του 341 π.Χ. και οι Καρχηδόνιοι θα αποβιβάσουν στην Σικελία ένα τεράστιο στράτευμα (60.000 άνδρες) από μισθοφόρους Ίβηρες, Κέλτες της Ισπανίας (=Κελτίβηρες), Λίγυες, Νομάδες (=Νουμιδούς) και Λίβυες, καθώς και 10.000 Καρχηδονίους, με στόχο την ολοκληρωτική εξόντωση των Ελλήνων της Σικελίας.
Η εισβολή όμως θα αποτύχει, μετά την ολοκληρωτική νίκη που πέτυχε ο Τιμολέων στον ποταμό Κριμησσό της δυτικής Σικελίας. Οι Καρχηδόνιοι θα υποστούν βαρύτατες απώλειες: Δέκα χιλιάδες νεκροί θα πέσουν στο πεδίο της μάχης, από τους οποίους 3.000 Καρχηδόνιοι πολίτες, αριθμός πρωτοφανής, χωρίς προηγούμενο στην ιστορία της πόλεως, ενώ θα συλληφθούν 15.000 αιχμάλωτοι.
Τα υπολείμματα του εκστρατευτικού σώματος προκάλεσαν τον πανικό στους Καρχηδονίους, όταν επέστρεψαν στην πόλη τους, ενώ οι φήμες ότι οι Έλληνες ετοιμάζονται να εισβάλουν στην Λιβύη (=Αφρική), είχαν ως αποτέλεσμα να υπάρξει γενική κινητοποίηση και συστηματική στρατολόγηση μισθοφόρων, μεταξύ των οποίων και Ελλήνων, που οι πολεμικές ικανότητές τους ήσαν πλέον αυταπόδεικτες και για τους πλέον δύσπιστους Καρχηδονίους, μετά την μάχη του Κριμισσού.
Το νέο εκστρατευτικό σώμα των Καρχηδονίων θα αποβιβασθεί στο ΒΑ άκρο της Σικελίας, στην Μεσσήνη, όπου θα εξασφαλίσουν την συμμαχία δύο τυράννων, του Ικέτα και του Μάμερκου. Μετά από κάποιες αρχικές μικρές επιτυχίες, οι Καρχηδόνιοι και οι σύμμαχοί τους θα υποστούν σοβαρές ήττες από τον Τιμολέοντα και το 338 π.Χ. θα ζητήσουν να συναφθεί συνθήκη Ειρήνης, με την οποία ο ποταμός Άλυκος, τα αρχαίο σύνορο Καρχηδονίων και Ελλήνων (πριν από την ίδρυση του Σελινούντος στα δυτικά του), θα αποτελέσει και πάλι το όριο μεταξύ των δύο επικρατειών.
Η περίοδος αυτή της ιστορίας της Καρχηδόνος (τέλη 4ου αιώνα π.Χ.) χαρακτηρίζεται από την προσωπικότητα του Άννωνος (του επονομαζόμενου Μέγα, για να διακρίνεται από τον ομώνυμό του εξερευνητή, του 5ου αιώνα π.Χ. Υπάρχει όμως και ένας άλλος Άννων ο Μέγας με τον οποίον δεν πρέπει να συγχέονται οι δύο προηγούμενοι, στρατηγός των Καρχηδονίων, πολιτικός αντίπαλος και ορκισμένος εχθρός των Βαρκιδών, Αμίλκα και Αννίβα, που γεννήθηκε το 270 π.Χ. και πέθανε το 190 π.Χ. περίπου). Ο Άννων, κατά τον Ιουστίνο (ΧΧ.5, ΧΧΙ.4), ήταν ο πλουσιότερος άνθρωπος της πόλης, για τον οποίον κυκλοφορούσε η φήμη ότι διέθετε τόσα χρήματα, όσο και η ίδια η πόλη-κράτος της Καρχηδόνος! Μια από τις πρώτες ενέργειές του, όταν ανέλαβε την εξουσία, ήταν να καταδικάσει σε θάνατο τον αρχηγό της αντιπολίτευσης, ο οποίος ήταν επικεφαλής μιας σημαντικής μερίδας πολιτών που επιθυμούσαν τον συμβιβασμό και την συμφιλίωση με τις Συρακούσες.
Ο Άννων, μισούσε τους Έλληνες και επεδίωκε ολοκληρωτική σύγκρουση μαζί τους, ώστε να επιτύχει την πλήρη εξόντωσή τους, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να απαγορεύσει με Νόμο την διδασκαλία των Ελληνικών!
Το πολίτευμα της άτυπης βασιλείας, που είχε η Καρχηδόνα για παραπάνω από δύο αιώνες (με την διακυβέρνηση των Μαγωνιδών), θα καταργηθεί με την ανατροπή του Άννωνος του Μέγα, μετά από λαϊκή εξέγερση, όταν θα επιχειρήσει να αποκτήσει απόλυτη εξουσία καταπιέζοντας τις νόμιμες αρχές (ένα είδος Συγκλήτου ή Γερουσίας). Ο Άννων θα συλληφθεί ζωντανός και θα θανατωθεί μετά από φρικτά βασανιστήρια.
Έτσι, με το τέλος της Δυναστείας των Μαγωνιδών και την πτώση του Άννωνος, στην Καρχηδόνα θα εγκατασταθεί ένα ολιγαρχικό καθεστώς, το οποίο ο Αριστοτέλης (Πολιτικά, 1272) συγκρίνει με τα καθεστώτα της Σπάρτης και της (δωρικής) Κρήτης (βλ. για τα παραπάνω C.A.H. Vol. VI σελ. 373-374).
Γύρω στο 320 π.Χ. οι Καρχηδόνιοι θα αρχίσουν να αναμειγνύονται και πάλι στις υποθέσεις της Σικελίας. Στην Καρχηδόνα, ο στρατηγός Αμίλκας, θα διορισθεί επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων της Σικελίας και φθάνοντας εκεί θα αρχίσει να οργανώνει τις καρχηδονιακές δυνάμεις με στόχο την κατάληψη και του ανατολικού τμήματος της νήσου.
Εκείνη την περίοδο είχε εμφανισθεί στα πολιτικά πράγματα των Συρακουσών ο φιλόδοξος και ικανότατος Αγαθοκλής, ο οποίος επεδίωκε να καταλάβει την εξουσία, γεγονός που τον έφερε σε σύγκρουση με τους Συρακουσίους και εξορίσθηκε. Ο Αγαθοκλής όμως δεν εγκατέλειψε τις προσπάθειές του για να επικρατήσει. Συγκεντρώνοντας μισθοφορικές δυνάμεις και μετά από επιτυχίες του στην ανατολική Σικελία, θα βαδίσει εναντίον των Συρακουσών, αλλά θα έλθει αντιμέτωπος με τον Αμίλκα, ο οποίος ανταποκρινόμενος σε αίτημα των Συρακουσίων (!), θα σπεύσει στην περιοχή, φοβούμενος την αύξηση της δυνάμεως του Αγαθοκλή. Οι δύο άνδρες θα έλθουν τελικώς σε συνεννόηση και ο Αγαθοκλής θα πείσει τον Αμίλκα να αποχωρήσει, αφήνοντάς του ελεύθερο πεδίο δράσεως στις Συρακούσες, με αντάλλαγμα, καθώς λέγεται, να τον βοηθήσει να επιβληθεί πραξικοπηματικά στην Καρχηδόνα (βλ. Ι.Ε.Ε. τομ. Δ΄ σελ. 326). Μετά την αποχώρηση των καρχηδονιακών δυνάμεων, οι Συρακούσιοι θα αναγκασθούν να ανοίξουν τις πύλες τους στον Αγαθοκλή, αφού τον υποχρέωσαν να ορκισθεί στο ιερό της Δήμητρας ότι θα σεβασθεί τους ελεύθερους θεσμούς της πόλεως. Ο Αγαθοκλής όμως, θα εκμεταλλευθεί τις εσωτερικές και ταξικές διαμάχες και θα επιτύχει, μετά την εξόντωση των ευπορότερων πολιτών, να αναγνωρισθεί «στρατηγός-αυτοκράτωρ» και στην συνέχεια «επιμελητής της πόλεως», συγκεντρώνοντας έτσι όλες τις εξουσίες.
Μεταξύ των ετών 316-314 π.Χ. ο Αγαθοκλής θα επεκτείνει την κυριαρχία του σε ολόκληρο σχεδόν το ελληνικό τμήμα της Σικελίας και τελικώς ο συνασπισμός των πόλεων Ακράγαντος, Γέλα και Μεσσήνης (οι βασικοί αντίπαλοι του Αγαθοκλέους), θα εξαναγκασθεί να συνθηκολογήσει, με την πρόθυμη διαμεσολάβηση των Καρχηδονίων. Οι όροι της συνθήκης Ειρήνης (314 π.Χ.) ήσαν ιδιαίτεροι ευνοϊκοί για τους Συρακουσίους και υποστηρίχθηκε μάλιστα ότι υπήρξε συμπαιγνία μεταξύ του Αμίλκα και του Αγαθοκλή. Εν πάση περιπτώσει, ο Αγαθοκλής θα σπεύσει να εφαρμόσει τους όρους της συνθήκης, ενώ παράλληλα θα επιδοθεί σε εκτεταμένους εξοπλισμούς. Οι Μεσσήνιοι όμως θα στείλουν αντιπροσωπεία στην Καρχηδόνα, αρνούμενοι να αναγνωρίσουν την Συνθήκη και θα κατηγορήσουν τον Αμίλκα για συμπαιγνία με τον Αγαθοκλή. Ο Αμιλκας όμως θα αποβιώσει, πριν προλάβει να επιστρέψει και να λογοδοτήσει στις καρχηδονιακές Αρχές, οι οποίες απέφυγαν να εμπλακούν σε νέα σύγκρουση με τους Συρακουσίους. Μετά από αυτές τις εξελίξεις, οι Μεσσήνιοι θα υποχρεωθούν να παραδοθούν στον Αγαθοκλή.
Ήδη όμως η πολιτική των Καρχηδονίων είχε μεταστραφεί και θα αποφασίσουν να πραγματοποιήσουν μια εκτεταμένη εισβολή, πριν καταληφθεί ολόκληρη η Σικελία από τον Αγαθοκλή. Ένας άλλος Αμίλκας, γιος του Καρχηδονίου στρατηγού Γίσκωνος, θα τεθεί επικεφαλής και την Άνοιξη του 311 π.Χ. ο στρατός εισβολής θα αποβιβασθεί στην Σικελία.
Στα τέλη Ιουνίου του 311 οι Καρχηδόνιοι, που απέφευγαν μέχρι τότε την μάχη, θα εξαναγκασθούν να εμπλακούν μετά από ένα στρατήγημα του Αγαθοκλέους και η σύρραξη θα γενικευθεί. Η μάχη του ποταμού Ιμέρα (στο νότιο τμήμα της Σικελίας, μεταξύ Ακράγαντος και Γέλας), παρά την αρχικώς ευνοϊκή έκβασή του υπέρ των δυνάμεων του Αγαθοκλέους, θα καταλήξει σε πανωλεθρία των Ελλήνων.
Ο δυνάστης των Συρακουσών θα οχυρωθεί τότε με τους επιζήσαντες από την μάχη στην πόλη Γέλα, καθυστερώντας τους Καρχηδονίους και όταν ολοκληρώθηκε η θερινή συγκομιδή, θα επιστρέψει στις Συρακούσες. Έχοντας περιέλθει ο Αγαθοκλής σε δεινή θέση, μετά από την προσχώρηση πολλών ελληνικών πόλεων στους Καρχηδονίους και την πολιορκία των Συρακουσών από στεριά και θάλασσα, θα συλλάβει ένα εξαιρετικά παράτολμο σχέδιο αντιπερισπασμού: Τον Αύγουστο του 310 π.Χ. επικεφαλής επιλεγμένων δυνάμεων που επιβίβασε σε 60 πλοία και αφού παραπλάνησε τους Καρχηδονίους για τον τελικό του προορισμό, θα κατευθυνθεί στην ίδια την Καρχηδόνα!
Η εισβολή του Αγαθοκλή είχε τα αποτελέσματα που ανέμενε. Οι Καρχηδόνιοι θα πανικοβληθούν, πιστεύοντας ότι όλες οι στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις τους στην Σικελία είχαν καταστραφεί και ο εχθρός (οι πρώτες ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνάμεις που εισέβαλαν στην Καρχηδόνα) ήλθε στην Αφρική για να δώσει την χαριστική βολή. Σύντομα όμως έφθασαν πληροφορίες για την πραγματική κατάσταση και οι Καρχηδόνιοι, συγκεντρώνοντας ένα σημαντικό στράτευμα 40.000 πεζών και 2500 ιππέων, θα επιτεθούν στον Αγαθοκλή και στους 13.000 περίπου άνδρες του. Η μάχη θα δοθεί κοντά στον Τύνητα (Σεπτέμβριος του 310 π.Χ.), μια πόλη μόλις 12 χλμ. μακριά από την Καρχηδόνα. Η στρατηγική ιδιοφυΐα του Αγαθοκλέους και η κατάλληλη διάταξη των δυνάμεών του θα έχουν ως αποτέλεσμα οι καρχηδονιακές δυνάμεις να συντριβούν και να τραπούν σε άτακτη φυγή. Οι Καρχηδόνιοι θα αφήσουν στο πεδίο της μάχης πάνω από 3.000 νεκρούς, ενώ οι απώλειες των Ελλήνων ήσαν μόλις 200 άνδρες!
Στην πόλη της Καρχηδόνος, το αποτέλεσμα της μάχης ήταν καταλυτικό. Η συντριβή των δυνάμεών της σε τόση μικρή απόσταση, η συστηματική δήωση της υπαίθρου και η απειλή κατάληψης της ίδιας της Καρχηδόνος θα προκαλέσουν πανικόβλητες αντιδράσεις και εκδηλώσεις δεισιδαιμονίας.
Ένα παλιό έθιμο θα αναβιώσει και 500 μικρά παιδιά από τις αριστοκρατικότερες οικογένειες της πόλης θα θυσιασθούν με την θέλησή τους στον θεό Βάαλ-Άμμωνα (και όχι στον Μολώχ, όπως παλαιότερα πίστευαν, από λανθασμένη ερμηνεία των επιγραφών). Ταυτόχρονα, θα διαταχθεί ο Αμίλκας να στείλει επειγόντως 5.000 άνδρες από την Σικελία πίσω στην Καρχηδόνα. Ο Αμίλκας πριν στείλει το απόσπασμα που του ζήτησαν, θα κάνει ακόμα μια προσπάθεια να καταλάβει τις Συρακούσες, αλλά θα αποτύχει και θα αναγκασθεί να απομακρυνθεί από την πόλη για να διαχειμάσει. Στο μεταξύ, ο Αγαθοκλής θα καταλάβει ολόκληρη την ανατολική ακτή της καρχηδονιακής επικράτειας, προσελκύοντας μάλιστα ως συμμάχους και πολλούς ιθαγενείς Λίβυες.
Την Άνοιξη του 309 π.Χ. ο Αμίλκας, συγκεντρώνοντας ένα τεράστιο στράτευμα από όλη την Σικελία θα επαναλάβει τις προσπάθειές του για την άλωση των Συρακουσών. Μπροστά στα τείχη όμως της πόλεως, οι ετερόκλητες δυνάμεις των Καρχηδονίων και των συμμάχων τους θα υποστούν τρομερή πανωλεθρία, με αποτέλεσμα όχι μόνον να διαλυθεί το στράτευμα, αλλά και ο ίδιος ο Αμίλκας να συλληφθεί αιχμάλωτος και να βρει ατιμωτικό θάνατο από τους Συρακουσίους. Οι Καρχηδόνιοι, που απέμειναν πλέον χωρίς συμμάχους, θα εκλέξουν νέο στρατηγό και θα συνεχίσουν τυπικά την πολιορκία.
Στην Αφρική, η χρονιά θα κυλήσει χωρίς ιδιαίτερες επιτυχίες και ο Αγαθοκλής, έχοντας πεισθεί πλέον ότι με τις περιορισμένες δυνάμεις του δεν πρόκειται να έχει ουσιαστικά αποτελέσματα, θα στείλει πρέσβεις στον ημιανεξάρτητο δυνάστη της Κυρηναϊκής, στρατηγό του βασιλέως της Αιγύπτου Πτολεμαίου Α΄, τον Οφέλλα (αναφέρεται και ως Οφέλτας). Ο Αγαθοκλής, πρότεινε να τον βοηθήσει ο Οφέλλας στην κατάκτηση της Καρχηδόνος, οπότε τα καρχηδονιακά στρατεύματα θα εκκένωναν αναγκαστικά την Σικελία και έτσι ο μεν Οφέλλας θα επεξέτεινε την επικράτειά του σε όλα τα καρχηδονιακά εδάφη της Αφρικής, ενώ ο Αγαθοκλής θα αναδεικνυόταν σε αδιαφιλονίκητο ηγεμόνα ολόκληρης της ελεύθερης πλέον Σικελίας.
Στις αρχές του 308 π.Χ. ο Αγαθοκλής θα επιτύχει μια ακόμη περιφανή νίκη εναντίον των Καρχηδονίων και των Ελλήνων μισθοφόρων τους, στον άνω ρου του ποταμού Βαγράδα, στα ΝΔ της Καρχηδόνος, στο εσωτερικό. Το Φθινόπωρο του 308 π.Χ. και μετά από εντατικές προετοιμασίες, ο παλαιός «εταίρος» και συμπολεμιστής του Μ. Αλεξάνδρου, Οφέλλας, θα φθάσει στην περιοχή της Καρχηδόνος με ένα σημαντικό στράτευμα.
Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε τις λεπτομέρειες των γεγονότων που οδήγησαν στην αποτυχία αυτού του μεγαλεπήβολου εγχειρήματος, το οποίο θα έφερνε την ελληνική κυριαρχία σε όλη την Β. Αφρική μέχρι τις ακτές του Ατλαντικού, όπως είχε σχεδιασθεί. Οι δύο άνδρες θα συγκρουσθούν για άγνωστους λόγους και ο Οφέλλας θα δολοφονηθεί. Ο Αγαθοκλής θα καταφέρει να προσεταιρισθεί τους στρατιώτες του Οφέλλα και με τις νέες αυτές δυνάμεις θα συμπληρώσει την κατάκτηση του δυτικού τμήματος της Καρχηδονιακής επικράτειας (Άνοιξη του 307 π.Χ.). Τότε, οι εξελίξεις στην Σικελία (δημιουργία συνασπισμού εναντίον του με επικεφαλής τους Ακραγαντίνους), θα εξαναγκάσουν τον Αγαθοκλή να επιστρέψει στο νησί, έχοντας ολοκληρώσει την κατάκτηση των εδαφών των Καρχηδονίων, εκτός φυσικά από την ίδια την Καρχηδόνα.
Επικεφαλής των δυνάμεων που παρέμειναν, ο Αγαθοκλής τοποθέτησε τον γιο του, Αρχάγαθο.
Ο Αγαθοκλής με τους 2.000 άνδρες που πήρε μαζί του έφθασε στις Συρακούσες, αλλά δεν χρειάσθηκε να πολεμήσει με τους Ακραγαντίνους, οι δυνάμεις των οποίων είχαν ήδη συντριβεί σε μια αποφασιστική μάχη από τους στρατηγούς του Αγαθοκλέους. Θα εκστρατεύσει όμως σε διάφορες περιοχές της Σικελίας, όπου θα συνάψει συμμαχίες και θα αποσπάσει σημαντικές περιοχές από τους Καρχηδονίους καταλαμβάνοντας αρκετές πόλεις, αλλά οι επιτυχίες του αυτές θα προκαλέσουν την αντίδραση πολλών πόλεων της Σικελίας, που με προτροπή των εξορίστων Συρακουσίων, θα συμμαχήσουν εναντίον του.
Ο Αγαθοκλής θα αποφύγει να συγκρουσθεί με τον στρατό των συμμάχων πόλεων και θα επιστρέψει εσπευσμένα στην Αφρική, όπου οι Καρχηδόνιοι στρατηγοί Άννων, Ατάρβας και Ιμίλκων, θα νικήσουν τις ελληνικές δυνάμεις και θα πολιορκήσουν στο οχυρωμένο του στρατόπεδο στον Τύνητα, τον Αρχάγαθο.
Η επιστροφή του Αγαθοκλέους στην Αφρική ανακούφισε προσωρινά την κατάσταση, αφού έλυσε την πολιορκία, αλλά στην συνέχεια οι υπέρτερες καρχηδονιακές δυνάμεις θα προκαλέσουν βαριές απώλειες και ο Αγαθοκλής θα βρεθεί πολιορκημένος. Τότε θα πάρει την απόφαση να εγκαταλείψει την εκστρατεία της Αφρικής και να επιστρέψει στην Σικελία (Νοέμβριος του 307 π.Χ.), μετά από περιπετειώδη διαφυγή (οι μισθοφόροι δεν του επέτρεπαν να αναχωρήσει και δολοφόνησαν τους δυο γιους του, Αρχάγαθο και Ηρακλείδη).
Η κατάσταση στην Σικελία όταν επέστρεψε ο Αγαθοκλής ήταν απελπιστική, αλλά χάρη στην ακατάβλητη ενεργητικότητά του και στις αδιαμφισβήτητες ικανότητές του, σύντομα θα βελτιωθεί σημαντικά.
Το 306 π.Χ. ο Αγαθοκλής θα συνάψει συνθήκη Ειρήνης με τους Καρχηδονίους (την ίδια χρονιά που θα συναφθεί η «Τρίτη Συνθήκη» συνεργασίας Ρώμης – Καρχηδόνος) και στο διάστημα 305-303 π.Χ. θα υποτάξει ολόκληρη την ανατολική Σικελία. Τότε, κατά πάσα πιθανότητα έλαβε και τον τίτλο του «Βασιλέως». Έχοντας υποτάξει ήδη το μεγαλύτερο τμήμα της Σικελίας, ο Αγαθοκλής θα επεκτείνει το κράτος του όχι μόνον και στην νότια Ιταλία, αλλά και στο Ιόνιο (Κέρκυρα και Λευκάδα – 299/298 π.Χ.). Σχεδίαζε μάλιστα να εισβάλει και πάλι στην Καρχηδόνα, αλλά αυτήν την φορά με οργανωμένο και πολυάριθμο στρατό και στόλο, που θα του εξασφάλιζαν την επιτυχία του εγχειρήματος.
Προβλήματα στην Ν. Ιταλία θα αναβάλουν την εκστρατεία, αλλά και οικογενειακές έριδες για την διαδοχή του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Αγαθοκλής θα παντρέψει την κόρη του Λάνασσα, η οποία έλαβε ως προίκα την Κέρκυρα, με τον βασιλέα των Μολοσσών, τον περίφημο Πύρρο Α΄.
Ο μεγάλος αυτός άνδρας θα αποβιώσει πριν ολοκληρώσει τα σχέδιά του, σε ηλικία 72 ετών (πιθανότατα από καρκίνο της γνάθου), το 289 π.Χ. (βλ. λεπτομέρειες για τα παραπάνω Ι.Ε.Ε. τομ. Δ΄ σελ. 324-348 και C.A.H. Vol. VII part I σελ. 384-411
Το κράτος του Αγαθοκλέους θα διαλυθεί μετά τον θάνατό του και οι πρώτοι που θα προσπαθήσουν να επωφεληθούν από την γενικευμένη αναρχία που προέκυψε, ήσαν οι Καρχηδόνιοι, όπως 65 περίπου χρόνια πριν, μετά την διάλυση του κράτους του Διονυσίου του πρεσβύτερου.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως που είχε δημιουργηθεί, ήταν η δράση των μισθοφόρων, που ανεξέλεγκτοι πλέον, είχαν συμμαχήσει αρχικώς με τους Καρχηδονίους. Οι Συρακούσιοι, μπροστά στις συνδυασμένες και υπέρτερες δυνάμεις των αντιπάλων τους, θα υποχρεωθούν το 287 π.Χ. να συνθηκολογήσουν με βαρείς όρους, παραδίνοντας μάλιστα και 400 ομήρους στους Καρχηδονίους.
Τα επόμενα έτη (286-285), η απειλή των μισθοφόρων (οι περισσότεροι από τους οποίους ήσαν Οπικοί δηλ. Καμπανοί), θα δημιουργήσει εκρηκτικές καταστάσεις, αλλά οι Συρακούσιοι θα επιτύχουν να τους δεσμεύσουν να εγκαταλείψουν την Σικελία. Αυτοί όμως, αντί να κατευθυνθούν στα στενά της Μεσσήνης και να διαπεραιωθούν στην νότια Ιταλία, άρχισαν τις λεηλασίες στην ανατολική Σικελία και θα καταστρέψουν τις πόλεις Καμάρινα και Γέλα. Τελικώς, θα φθάσουν στην Μεσσήνη, όπου οι κάτοικοί της θα διαπράξουν το θανάσιμο λάθος να τους προσλάβουν στην υπηρεσία τους. Οι μισθοφόροι, θα εντυπωσιασθούν από τον πλούτο των Μεσσηνίων και μια νύχτα θα επιτεθούν εναντίον της πόλης, την οποία θα καταλάβουν. Ο ανδρικός πληθυσμός της Μεσσήνης θα σφαγιασθεί ή θα υποδουλωθεί, ενώ οι υπόλοιποι θα εγκαταλείψουν πανικόβλητοι την πόλη τους. Τις γυναίκες των Μεσσηνίων αντίθετα, τις προστάτευσαν και τις πήραν ως συζύγους.
Οι νέοι κύριοι της Μεσσήνης, οι διαβόητοι Μαμερτίνοι, όπως ονόμαζαν τους εαυτούς τους (δηλ. πιστούς του θεού του πολέμου Μάμερτου, αντίστοιχου με τον θεό Άρη των Ελλήνων), θα κυβερνήσουν την πόλη σύμφωνα με τους δικούς τους θεσμούς. Οι Μαμερτίνοι, έγιναν σύντομα η μάστιγα της βορειοανατολικής Σικελίας είτε επιβάλλοντας βαρείς φόρους στις πόλεις που κατελάμβαναν και ενέτασσαν στο κράτος τους, είτε διενεργώντας ληστρικές επιδρομές στις πόλεις των γειτονικών περιοχών. Παράλληλα, οι Καρχηδόνιοι επεκτείνουν διαρκώς την επικράτειά τους και το 279/278 π.Χ. θα πολιορκήσουν τις Συρακούσες.
Τότε οι Συρακούσιοι, απηυδισμένοι και απογοητευμένοι από την όλη κατάσταση, θα αρχίσουν να στέλνουν αλλεπάλληλες πρεσβείες για βοήθεια στην μεγαλύτερη μορφή του ελληνισμού αυτής της περιόδου, τον Βασιλέα των Μολοσσών Πύρρο Α΄, ο οποίος από την Άνοιξη του 280 π.Χ. είχε αποβιβασθεί στην Μεγάλη Ελλάδα (μετά από πρόσκληση των κατοίκων του Τάραντος, βλ. λεπτομέρειες για όσα προηγήθηκαν στο λήμμα Λευκανοί), για να πολεμήσει τους Ρωμαίους.
Αργυρό τετράδραχμο Πύρρου Α΄
Ο Πύρρος θα πάρει τελικά την απόφαση να βοηθήσει τους Συρακουσίους και να αποτρέψει έτσι την επικείμενη ολοκληρωτική κατάκτηση της Σικελίας από τους Καρχηδονίους. Το φθινόπωρο του 278 π.Χ. οι δυνάμεις του (10.000 πεζοί και πιθανόν 1000 ιππείς, καθώς και οι πολεμικοί του ελέφαντες), θα πλεύσουν αρχικά στο Ταυρομένιον (σημερ. Taormina), όπου ο δυνάστης της πόλεως Τυνδαρίων θα δεχθεί φιλικά τον Πύρρο και θα συμμαχήσει μαζί του. Στην συνέχεια οι δυνάμεις του Πύρρου θα αποβιβασθούν στην Κατάνη και θα βαδίσουν θριαμβευτικά προς τις Συρακούσες, όπου ο βασιλεύς της Ηπείρου εισήλθε ως ελευθερωτής. Οι Καρχηδόνιοι, φοβούμενοι μήπως βρεθούν περικυκλωμένοι, είχαν ήδη σπεύσει να λύσουν την πολιορκία.
Η δημοτικότητα του Πύρρου μεταξύ των Σικελιωτών αυξανόταν συνεχώς και στην διάρκεια του Χειμώνα, όλες οι ελληνικές πόλεις προσχώρησαν στον απελευθερωτικό αγώνα που ανέλαβε εναντίον των Καρχηδονίων, αναγνωρίζοντάς τον, όχι απλώς ως αρχιστράτηγο, αλλά ως βασιλέα της Σικελίας.
Την Άνοιξη του 277 π.Χ. ο Πύρρος, έχοντας οργανώσει την διοίκηση των Συρακουσών και των άλλων περιοχών που είχε υπό τον έλεγχό του, θα ξεκινήσει την εκστρατεία απελευθέρωσης της Σικελίας από τους Καρχηδόνιους. Ο πρώτος σταθμός του ήταν ο Ακράγας, τον οποίο σκόπευε να χρησιμοποιήσει ως προκεχωρημένη βάση εναντίον της καρχηδονιακής επικράτειας. Ο Δυνάστης του Ακράγαντα, ο Σωσίστρατος (εγγονός πιθανόν του ομώνυμου πολιτικού αντιπάλου του Αγαθοκλέους των Συρακουσών), παρέδωσε την πόλη και άλλους 30 οικισμούς (πολίσματα) που κατείχε και έθεσε υπό τις διαταγές του Πύρρου ένα επίλεκτο σώμα 8.000 πεζών και 800 ιππέων. Έτσι, μαζί με όλες τις συμμαχικές δυνάμεις, το εκστρατευτικό σώμα του Πύρρου θα φθάσει τους 30.000 πεζούς, 2.500 ιππείς και μαζί με τους πολεμικούς ελέφαντες και τις άφθονες πολιορκητικές μηχανές, θα συγκροτήσουν μια επίφοβη στρατιά, η οποία όμως εξακολουθούσε να είναι υποδεέστερη αριθμητικά των Καρχηδονίων (που πρέπει να διέθεταν πολύ περισσότερους από τους 50.000 άνδρες, οι οποίοι είχαν πολιορκήσει τις Συρακούσες). Παρά την αριθμητική τους υπεροχή οι Καρχηδόνιοι θα αποφύγουν συστηματικά να δώσουν εκ παρατάξεως μάχη με τους Έλληνες, έχοντας πικρή πείρα από το παρελθόν.
Σύντομα ο Πύρρος, συνεχίζοντας την προέλασή του ανατολικά, θα απελευθερώσει την Ηράκλεια Μινώα και τον Σελινούντα και στην συνέχεια θα στραφεί βόρεια, στην περιοχή των Ελύμων. Οι πόλεις τους θα παραδοθούν και μεταξύ αυτών και η πρωτεύουσά τους Έγεστα. Η μοναδική σοβαρή αντίσταση που θα συναντήσουν οι Έλληνες, ήταν στην πόλη του Έρυκος (Έρυξ, Eryx), η ακρόπολη του οποίου (750 μέτρα πάνω από την θάλασσα) είχε οχυρωθεί καλά και διέθετε ισχυρή καρχηδονιακή φρουρά.
Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ηρακλής, διερχόμενος από την Σικελία, είχε νικήσει τον ομώνυμο με την πόλη τοπικό ήρωα και από τότε η πόλη και η περιοχή της ανήκαν στους απογόνους του.
Ο Πύρρος, ο οποίος θεωρούσε τον εαυτό του απόγονο του Ηρακλέους, θέλοντας να επαναλάβει το κατόρθωμα του προγόνου του, θα πολιορκήσει με όλες του τις δυνάμεις τον Έρυκα. Η πόλη θα καταληφθεί σε μια τελική έφοδο, επικεφαλής της οποίας ήταν ο ίδιος ο Πύρρος, δίνοντας έξοχο παράδειγμα προσωπικής ανδρείας, όπως παραστατικά περιγράφει την όλη σκηνή ο Πλούταρχος.
Έχοντας αφήσει φρουρά στον Έρυκα, θα κατευθυνθεί ΒΑ προς την πόλη της Πανόρμου (σημερ. Παλέρμο), μια από τις σπουδαιότερες βάσεις των Καρχηδονίων, την οποία θα καταλάβει μετά από σύντομη πολιορκία. Έτσι, μέσα σε λίγους μήνες, ο Πύρρος έγινε κύριος ολόκληρης σχεδόν της Σικελίας, εκτός από το Λιλύβαιον, την τελευταία σημαντική βάση των Καρχηδονίων. Πριν όμως προχωρήσει εναντίον της, ο Πύρρος θα επιτεθεί εναντίον των διαβόητων Μαμερτίνων, θα τους νικήσει σε μια μάχη εκ παρατάξεως, αλλά δεν θα τους συντρίψει ολοκληρωτικά, παρ’ όλο που ελαχιστοποίησε σε μεγάλο βαθμό την δύναμή τους.
Θα πρέπει να σημειώσουμε στο σημείο αυτό, ότι το 279/278 π.Χ. είχε συναφθεί η «Τέταρτη Συνθήκη» συνεργασίας των Καρχηδονίων με την Ρώμη, ενώ ο πόλεμος με τον Πύρρο βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και οι Ρωμαίοι είχαν υποστεί ήδη ταπεινωτικές ήττες από τον βασιλέα της Ηπείρου (Πολύβιος – Ιστορίαι Γ΄ 25).
Οι Ρωμαίοι, παρ’ όλα αυτά, θα αρνηθούν ευγενικά την προσφορά στρατιωτικής βοήθειας από τους Καρχηδονίους εναντίον του Πύρρου (βλ. λεπτομέρειες για τις συνθήκες μεταξύ Ρωμαίων και Καρχηδονίων πριν από τους καρχηδονιακούς πολέμους στο C.A.H. Vol. VII part 2, σελ. 517-537).
Όταν ο Πύρρος έφθασε μπροστά στα τείχη του Λιλύβαιου, οι Καρχηδόνιοι είχαν αποφασίσει να περισώσουν με κάθε τρόπο την τελευταία τους βάση στην Σικελία και να καταβάλουν κάθε στρατιωτική και διπλωματική προσπάθεια. Παρά τις Συμφωνίες και Συνθήκες που είχαν υπογράψει με την Ρώμη, οι Καρχηδόνιοι θα σπεύσουν να διαπραγματευθούν με τον Πύρρο, προτείνοντας να διατηρήσει τις μέχρι τότε κατακτήσεις του με αντάλλαγμα να παραμείνει το Λιλύβαιο στην κυριαρχία τους. Επί πλέον πρότειναν να του προσφέρουν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό ως αποζημίωση και να του διαθέσουν άφθονα πλοία ώστε να είναι σε θέση να μεταφέρει ένα μεγάλο εκστρατευτικό σώμα στην Ιταλία για την συνέχιση του πολέμου με τους Ρωμαίους.
Είναι άγνωστο το τι θα συνέβαινε αν ο Πύρρος αποδεχόταν τις προτάσεις των Καρχηδονίων. Δεν αποκλείεται να συνέτριβε οριστικά τους Ρωμαίους και να περιελάμβανε την Ρώμη στην επικράτειά του, οπότε η εξέλιξη της Παγκόσμιας Ιστορίας θα ήταν τελείως διαφορετική. Πολλές υποθέσεις μπορούν να γίνουν, αλλά παραμένει το γεγονός ότι ο Πύρρος, πιεζόμενος ίσως από τους συνεργάτες του, προτίμησε να διακόψει τις διαπραγματεύσεις και να ξεκινήσει την πολιορκία (τέλη του 277 π.Χ.). Μετά από δύο μήνες αποτυχημένων προσπαθειών και με βαριές απώλειες, θα εξαναγκασθεί να λύσει την πολιορκία και να επιστρέψει στις Συρακούσες για να διαχειμάσει. Η πολιορκία του Λιλύβαιου ήταν το κρίσιμο σημείο της όλης πορείας του Πύρρου και από εκεί και πέρα θα αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση.
Το σχέδιό του να μιμηθεί το εγχείρημα του νεκρού πεθερού του, Αγαθοκλή και να εκστρατεύσει στα εδάφη της ίδιας της Καρχηδόνος, όχι μόνον δεν θα βρει ανταπόκριση, αλλά θα προκαλέσει την έντονη δυσφορία των Συρακουσίων, οι οποίοι δεν ήσαν διατεθειμένοι να προβούν στις απαιτούμενες θυσίες για την συνέχιση του αγώνα. Αυτό θα τον φέρει σε οξεία αντίθεση μαζί τους και θα τον υποχρεώσει να λάβει μέτρα εναντίον τους. Επί πλέον, πολλές πόλεις άρχισαν να αποστατούν και να ζητούν την βοήθεια των Μαμερτίνων, αλλά και των Καρχηδονίων εναντίον του Πύρρου!
Εν τω μεταξύ, η στρατιωτική κατάσταση στην νότιο Ιταλία συνεχώς χειροτέρευε, με αποτέλεσμα ο Πύρρος, αγανακτισμένος και απογοητευμένος, να αποφασίσει ότι δεν άξιζε τον κόπο να φθείρει τις ούτως ή άλλως λιγοστές δυνάμεις του για να παραμείνει στην Σικελία και θα προτιμήσει να γυρίσει στην νότιο Ιταλία, όπου τουλάχιστον εκτιμούσαν την βοήθειά του και έτσι να συνεχίσει τον πόλεμο εναντίον των Ρωμαίων.
Το Φθινόπωρο του 276 π.Χ. ο Πύρρος θα εγκαταλείψει οριστικά την Σικελία και θα επιστρέψει στην νότιο Ιταλία, όπου οι πολιτικές εξελίξεις και κυρίως τα στρατιωτικά γεγονότα θα αποβούν και πάλι εις βάρος του και θα τον οδηγήσουν στην τελική επιστροφή του στην Ήπειρο.
Ο Τάρας, η σημαντικότερη και ισχυρότερη πόλις της Μεγάλης Ελλάδος (του οποίου οι κάτοικοι όπως προαναφέραμε είχαν πάρει την πρωτοβουλία να προσκαλέσουν τον Πύρρο), μετά την αποτυχία του εγχειρήματος και την αποχώρηση του Βασιλέως της Ηπείρου, θα αναγκασθεί να παραδοθεί τελικώς στους Ρωμαίους το 272 π.Χ. Οι εξεγερμένοι Σαμνίτες (Σαυνίτες), Λουκανοί (Λευκανοί) και Βρούττιοι (Βρέττιοι) θα ηττηθούν οριστικά τον ίδιο χρόνο. Η Ρώμη θα ολοκληρώσει τα επόμενα έξη χρόνια την κατάκτηση του νοτίου τμήματος της χερσονήσου και μέχρι το 264 π.Χ. ολόκληρη η Ιταλική χερσόνησος, εκτός της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας θα περιέλθει στην εξουσία των Ρωμαίων.
(Συνέχεια και τέλος στην επόμενη ανάρτηση)
Ετικέτες
Ελληνισμός,
Ιστορία,
Magna Grecia
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





.jpg)

