Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

Το «Κυλώνειον Άγος» επαναλαμβάνεται;

Ικέτες

"Μετά και την έντονη αντίδραση της Τουρκίας
Η κυβέρνηση υπέβαλε αίτηση ακύρωσης του ασύλου στον Τούρκο αξιωματικό"

Οι εφημερίδες

Το «Κυλώνειον Άγος» επαναλαμβάνεται;
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Η κυβέρνηση υπέβαλε αίτηση ακύρωσης κατά της απόφασης με την οποία χορηγήθηκε άσυλο σε έναν από τους οκτώ Τούρκους στρατιωτικούς, σύμφωνα με ανακοίνωση από το γραφείο Τύπου του πρωθυπουργού. Ως φαίνεται η κυβέρνηση των δωσιλόγων ετοιμάζεται να επαναλάβει το Άγος των Παγκαλοσημίτηδων με την παράδοση του Οτσαλάν. Ας θυμηθούμε λοιπόν λίγη Ιστορία.

Ο ευγενής Αθηναίος Κύλων είχε επιτύχει να αναδειχθεί ολυμπιονίκης το 640 π.Χ.Εκμεταλλευόμενος την μεγάλη του δημοφιλία και με προτροπή του Τυράννου των Μεγάρων Θεαγένη, σχεδίασε να καταλάβει την εξουσία στην Αθήνα. Ο χρησμός από το Μαντείο των Δελφών που είχε συμβουλευθεί, έλεγε να καταλάβει την ακρόπολη των Αθηνών στην μεγάλη εορτή του Δία «ν το Δις τ μεγίστῃ ορτ καταλαβεν τν θηναίων κρόπολιν» (Θουκ. Α' 126, 4). Ο Κύλων θεώρησε ότι η μεγαλύτερη γιορτή του Δία ήταν τα Ολύμπια (κατά πάσα πιθανότητα όμως το Μαντείο αναφερόταν στα Διάσια). Κατά την διάρκεια της εορτής των Ολυμπίων επιτρεπόταν στους ολυμπιονίκες στην επέτειο της νίκης τους να πηγαίνουν με συγγενείς και φίλους τους και να κάνουν θυσίες σε διάφορα ιερά της πόλης.
Εκμεταλλευόμενος αυτό το έθιμο, αλλά και την δυσαρέσκεια των Αθηναίων για την κατάσταση της πόλης, μαζί με τον αδελφό του και τους οπαδούς του κατέλαβε την Ακρόπολη το 632 π.Χ. Δεν πέτυχε όμως το σκοπό του γιατί ο τότε επώνυμος άρχων της Αθήνας Μεγακλής, που ανήκε στην ισχυρή οικογένεια των Αλκμαιωνιδών, αντέδρασε δραστήρια και πολιορκώντας την Ακρόπολη ανάγκασε τον μεν Κύλωνα και τον αδελφό του να διαφύγουν στα Μέγαρα, τους δε οπαδούς του να καταφύγουν ικέτες στον βωμό της Πολιάδος (=πολιούχου) Αθηνάς. Όσοι κατέφευγαν στους βωμούς θεωρούνταν ιερά πρόσωπα και κανείς δεν μπορούσε να τους βλάψει. Αν κάποιος αψηφούσε έναν ικέτη αυτό θα κινούσε την οργή των θεών. Αυτή η οργή ονομαζόταν Άγος. Όποιος είχε επιβαρυνθεί με το Άγος επιβάρυνε επίσης τη χώρα που ζούσε και τους απογόνους του.
 Οι οπαδοί όμως του Μεγακλή, ενώ υποσχέθηκαν στους ικέτες πως αν βγουν από το ιερό δεν θα τους έβλαπταν, παραβαίνοντας το πανελλήνιο ιερό έθιμο, τους φόνευσαν προ του ιερού των Ευμενίδων, τη στιγμή που κατέρχονταν από την Ακρόπολη.
 Το έγκλημα αυτό των ικετών προκάλεσε τη φρίκη των Αθηναίων και τη γενική κατακραυγή και εκτός της Αθήνας, οι δε Αλκμαιονίδες θεωρήθηκαν «εναγείς», ενώ αντίθετα οι συμπάθειες στράφηκαν προς τον Κύλωνα.
Ακολούθησε σειρά στάσεων και ταραχών μέχρι το 597 π.Χ. που ανέλαβε ο Σόλων, ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας, να συμβιβάσει τα αντιμαχόμενα μέρη παρακαλώντας τους εναγείς να υποβληθούν οικειοθελώς στην κρίση τριακοσιομελούς δικαστηρίου που θα αποφασίσει σχετικά. Οι Αλκμαιωνίδες προ αυτής της κατακραυγής δέχτηκαν και το δικαστήριο εκείνο με κατήγορο τον Μύρωνα τον Φλυέα τους καταδίκασε σε εξορία. Αποφάσισε μάλιστα να εκταφούν όσοι εν τω μεταξύ είχαν πεθάνει και να θαφτούν έξω από την πόλη.
Αν και εκτελέστηκε η απόφαση εκείνη το άγος εξακολουθούσε να υφίσταται και ένας φοβερός λοιμός έπληξε την Αθήνα, με πολλούς θανάτους, τον οποίο οι πολίτες θεώρησαν ως θεία δίκη για το έγκλημα. Τότε λέγεται πως πάνω από την πόλη εμφανίσθηκαν να πλανώνται ψυχές νεκρών και ένας μεγάλος φόβος κατέλαβε τους Αθηναίους. Την ίδια περίοδο ο Κύλων ξεσήκωσε τους Μεγαρείς εναντίον των Αθηναίων και κατάφεραν να καταλάβουν την Σαλαμίνα προκαλώντας καταστροφές και στην υπόλοιπη Αττική. Μετά απ΄αυτά ρωτήθηκε το Μαντείο των Δελφών το οποίο και έδωσε εντολή να γίνει πλήρης καθαρμός υπό τις οδηγίες του φιλόσοφου, αλλά και ιερέα, Επιμενίδη που έμενε όμως στην Φαιστό της Κρήτης. Τότε στάλθηκε στην Κρήτη εσπευσμένα ο Αθηναίος Νικίας ο Νικηράτου, με ιερό πλοίο, πιθανώς την Πάραλο, ο οποίος προσκάλεσε τον Επιμενίδη στην Αθήνα. Ο Επιμενίδης φθάνοντας στην αρχαία Αθήνα και βλέποντας τον χώρο έδωσε αμέσως εντολή να συγκεντρώσουν πάνω στον Άρειο Πάγο μαύρα και λευκά πρόβατα τα οποία στη συνέχεια άφησαν ελεύθερα διατάζοντας να τα παρακολουθούν και όπου σταματήσει καθένα εξ αυτών εκεί να ιδρύεται (στήνεται) βωμός και να θυσιάζεται. Μετά την εκτέλεση των οδηγιών αυτών του Επιμενίδη οι θεοί εξευμενίσθηκαν και το άγος εξέλιπε. Οι Αθηναίοι τίμησαν ιδιαίτερα τον Επιμενίδη προσφέροντάς του μεγάλες αμοιβές και δώρα πλην όμως εκείνος αρκέσθηκε μόνο σε ένα κλώνο ελαίας.
ΔΕΕ

Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017

Από τι πέθανε ο Μέγας Αλέξανδρος;


Από τι πέθανε ο Μέγας Αλέξανδρος;

Αμερικανοί επιστήμονες που ασχολήθηκαν διεξοδικά με τον θάνατό του, αναφέρουν πως οφειλόταν σε αλκοολική ηπατοπάθεια, δηλητηρίαση με αρσενικό ή στρυχνίνη, ηπατίτιδα, περιτονίτιδα, σαλμονέλωση, τραυματισμό και φλεγμονή.

Σύμφωνα με την εφημερίδα «Πολίτης», ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης Ρόμπιν Λέιν-Φοξ, που υπήρξε σύμβουλος του Ολιβερ Στόουν σε θέματα ιστορίας της ταινίας του, αναφέρει πως δεν είναι γνωστά τα αίτια του θανάτου του Αλέξανδρου.

Ο Δημήτρης Τσουτσούλης, Senior registrar του Νοσοκομείου Hammersmith του Λονδίνου, αποδίδει τον θάνατο πιθανότατα σε τυφοειδή πυρετό, σύμφωνα με αμερικανούς ερευνητές του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ οι οποίοι διατύπωσαν τις απόψεις τους σε τεύχος της επιθεώρησης «New England Journal Medicin» στις 11 Ιουνίου 1998.

Τα περί δηλητηρίασης με στρυχνίνη, που στην εποχή του ήταν άγνωστη, από τη γυναίκα του, τη Ρωξάννη, επειδή είχε σεξουαλικές σχέσεις τάχα με τον Ηφαιστίωνα, ανήκουν στον χώρο της φαντασίας. Επίσης από την αρχαιότητα ακόμη υποστηρίχθηκε η άποψη ότι ο Αλέξανδρος δηλητηριάστηκε είτε από τον Μήδιο είτε από τον γιο του Αντίπατρου, τον Ιόλα, ο οποίος ήταν αρχιοινοχόος του. Ακόμη, ότι σε αυτή τη συνωμοσία έλαβε μέρος και ο Αντίπατρος και πως το δηλητήριο το έστειλε ο Αριστοτέλης, ο δάσκαλός του, επειδή φοβήθηκε για τον εαυτό του μετά την εκτέλεση του Καλλισθένη, που ήταν μαθητής του.

«Από προσωπική έρευνα και με την πολύτιμη συμβολή του αείμνηστου καθηγητή της Χειρουργικής Χαράλαμπου Σμπαρούνη επάνω στα συμπτώματα της πάθησης που προκάλεσε τον θάνατο του Αλέξανδρου οδηγηθήκαμε στην πιθανότερη αιτία που τον προκάλεσε. Ξέρουμε ότι αυτά κράτησαν 14 ημέρες γιατί ο θάνατός του δεν ήταν αιφνίδιος. Ας τα παρακολουθήσουμε», αναφέρει ο ομότιμος καθηγητής Ιατρικής Νίκος Παπανικολάου

Την πρώτη ημέρα, 31 Μαΐου (15 Δαισίου) 323 π.X., ύστερα από βαρύ φαγητό και οινοποσία, αισθάνθηκε έντονο πόνο στην κοιλιά και στον θώρακα, που τον ακολούθησε εμετός, ρίγος και πυρετός. Τη δεύτερη ημέρα αισθάνθηκε εξάντληση, που δεν τον δυσκόλεψε το βράδυ να φάει και να πιει ώσπου να μεθύσει. Ο πόνος στην κοιλιά συνεχίστηκε με αντανάκλαση στον ώμο. Ο πυρετός και το ρίγος εξακολούθησαν. Την τρίτη ημέρα ο πυρετός παρέμεινε υψηλός και συνοδεύτηκε από ιδρώτα, ρίγος και σωματική κατάπτωση. Την τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη ημέρα η κατάσταση επιδεινώθηκε και, άρρωστος, δεν είχε καλή επικοινωνία. Την όγδοη έφτασε σε προκωματώδη κατάσταση που κράτησε ως τη δωδεκάτη ημέρα. 

Παρ' όλα αυτά όρισε διάδοχός του να είναι ο «κράτιστος». Τη δέκατη τρίτη ημέρα η αναπνοή του δυσχεραίνεται και η όψη του παίρνει το χαρακτηριστικό περιτονιδικό προσωπείο, το «ιπποκράτειο προσωπείο», όπως χαρακτηριστικά λέγεται στην Ιατρική, γιατί πρώτος το περιέγραψε ο πατέρας της Ιατρικής. Τη δέκατη τέταρτη ημέρα, 13 Ιουνίου, πέθανε.

H συμπτωματολογία της πάθησης του βασιλιά της Μακεδονίας, με τα σημερινά δεδομένα της ιατρικής επιστήμης, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πέθανε από χολολιθίαση, η οποία του προκαλούσε συχνές κρίσεις.

Είναι γνωστό ότι η χολολιθίαση οδηγεί σε οξεία πυώδη ή σηπτική χολοκυστίτιδα και χολαγγειίτιδα και σε οξεία νεκρωτική ή σηπτική παγκρεατίτιδα. Έτσι, γίνεται φανερό ότι αυτή πρέπει να οδήγησε στον θάνατο τον Μέγα Αλέξανδρο, γιατί της αρρώστιας προηγήθηκε βαρύ γεύμα και κατάχρηση οινοπνεύματος και γιατί η εξέλιξή της είχε την τυπική εικόνα της οξείας παγκρεατίτιδας, δηλαδή διαξιφιστικό πόνο στην κοιλιά με αντανάκλαση στον θώρακα, συνοδευόμενο από εμετό, από ρίγος και πυρετό, κολλώδεις ιδρώτες, ωχρότητα, συγχυτική κατάσταση, παραλήρημα και «ιπποκράτειο προσωπείο». Στη ληξιαρχική πράξη θανάτου θα μπορούσαμε σήμερα να αναφέρουμε ως αιτία: οξεία παγκρεατίτιδα.

Νίκος Χασαπόπουλος

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

Ολυμπιάς, η μητέρα του Μ. Αλεξάνδρου

Μετάλλιο με απεικόνιση της Ολυμπιάδος, που κόπηκε προς τιμήν της 
από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Καρακάλλα (188-217 μΧ)

Ολυμπιάς, η μητέρα του Μ. Αλεξάνδρου
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Με αφορμή σχετική συζήτηση στο πρόσφατο Δημοτικό Συμβούλιο για την ανέγερση τιμητικού μνημείου σε κεντρικό σημείο της Έδεσσας για την Ολυμπιάδα, την μητέρα του μεγάλου στρατηλάτη, ίσως ενδιαφέρουν κάποια ιστορικά στοιχεία για τον βίο και την προσωπικότητά της.
Πατέρας της Ολυμπιάδος ήταν ο συμβασιλεύς των Μολοσσών, ο Νεοπτόλεμος Α΄ (370-357 π.Χ.) που κυβερνούσε ένα μεγάλο τμήμα της αρχαίας Ηπείρου μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Αρρύβα (373-343/342 και 330-319 π.Χ.). Οι Μολοσσοί αποτελούσαν μια από τις τρείς μεγάλες ομοσπονδίες φύλων της Ηπείρου (οι άλλες δύο ήσαν οι Θεσπρωτοί και οι Χάονες), που μιλούσαν την λεγόμενη Βορειοδυτική διάλεκτο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, όπως εξ άλλου και οι αρχαίοι Μακεδόνες.
Η Ολυμπιάς ήταν η δεύτερη από τα παιδιά του Νεοπτόλεμου Α΄. Πρωτότοκη ήταν η Τρωάς και μικρότερος ήταν ο γιος του και μετέπειτα διάδοχός του Αλέξανδρος Α΄ ο Μολοσσός (342-331 π.Χ.). Γεννήθηκε το 373 π.Χ. στην Πασσαρώνα (περίπου 10 χλμ ΒΔ των Ιωαννίνων), την πρωτεύουσα του βασιλείου των Μολοσσών. Το αρχικό όνομα της, σύμφωνα με τον ιστορικό Waldemar Heckel (Who’s Who In The Age Of Alexander The Great: Prosopography Of Alexander’s Empire, σελ. 181, Wiley-Blackwell, 2006) ήταν Πολυξένη όταν ήταν παιδί, Μυρτάλη όταν παντρεύτηκε, και αργότερα μετονομάστηκε σε Ολυμπιάδα και Στρατονίκη [βλ. Brown, Virginia- Giovanni Boccaccio: Famous Women, Harvard University Press, σελ. 125 (2001)]. Το όνομα Ολυμπιάδα της δόθηκε, σύμφωνα με την παράδοση (Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Αλέξανδρος) ύστερα από την νίκη του Φίλιππου στους Ολυμπιακούς αγώνες του 356 π.Χ.
Η Μυρτάλη - Ολυμπιάδα από τα παιδικά της χρόνια έτυχε ιδιαίτερης μόρφωσης. Νωρίς διακρίθηκε για το ανήσυχο και ανικανοποίητο πνεύμα της, τις μεταφυσικές της ενασχολήσεις και τη δίψα να μάθει περισσότερα για τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου. Έμαθε τα ιερατικά μυστήρια στο ξακουστό Μαντείο της Δωδώνης, το οποίο και υπηρέτησε για χρόνια, ενώ ήταν μυημένη και στα Βακχικά Μυστήρια. Ήταν ιέρεια των Καβειρίων Μυστηρίων της Σαμοθράκης, όπου και γνώρισε και ερωτεύτηκε τον Φίλιππο Β' της Μακεδονίας. Ο Φίλιππος έκανε, ως γνωστόν, οκτώ γάμους από πολιτική σκοπιμότητα. Η πρώτη του γυναίκα ήταν η Φίλα από τον ηγεμονικό οίκο της Ελιμείας, η οποία πέθανε νωρίς. Αμέσως ξαναπαντρεύτηκε με την Αυδάτα κι έκανε μια κόρη, την Κυννάνη. Χήρεψε και πάλι γρήγορα. Επόμενη ήταν η Φιλίννα από τον ηγεμονικό οίκο των Αλευάδων της Λάρισας. Μαζί της απέκτησε έναν γιο τον Αρριδαίο, ο οποίος παντρεύτηκε την Κυνάνη, την ετεροθαλή του αδερφή από τον προηγούμενο γάμο του πατέρα του. Λίγους μήνες αργότερα όμως, ο Φίλιππος γοητεύτηκε από την πριγκίπισσα του βασιλικού οίκου των Μολοσσών, την Ολυμπιάδα. Μαζί της απέκτησε τον Αλέξανδρο και την Κλεοπάτρα. Η Ολυμπιάδα ήταν η πιο σημαντική του σχέση κρίνοντας από το γεγονός ότι ήταν η μόνη σύζυγος που πήρε τον τίτλο της βασίλισσας. Ο έρωτάς του με αρκετά διαλείμματα, κράτησε πέντε χρόνια. Τότε ο Φίλιππος ξαναπαντρεύτηκε. Αυτή τη φορά η τυχερή ήταν η Νικησίπολις των Φερρών της Θεσσαλίας με την οποία απέκτησε μια κόρη, τη Θεσσαλονίκη, που την ονόμασε έτσι με αφορμή τη νίκη του στην Θεσσαλία.
Είκοσι μέρες μετά τη γέννηση της κόρης τους, η Νικησίπολη πέθανε από επιλόχειο πυρετό. Ο Φίλιππος έκανε δύο ακόμα γάμους, καθαρά σκοπιμότητας, με τη Μήδα, κόρη του βασιλιά των Γετών και την Αρσινόη, που έκανε μαζί της τον Πτολεμαίο. Τελευταία του σύζυγος ήταν η 17χρονη Κλεοπάτρα, από αριστοκρατικό γένος της Μακεδονίας.
Ο ιστορικός Πλούταρχος (45-120 μ.Χ.), ο οποίος έζησε μερικούς αιώνες αργότερα, διαβόητος φιλορωμαίος, στα όρια του γραικυλισμού, την χαρακτήριζε κακότροπη και ζηλιάρα. Επίσης, αναφέρει ότι εμφανιζόταν με εξημερωμένα φίδια. Ωστόσο, είχε πολλές αρετές, αρκετές από τις οποίες μετέδωσε στον γιο της, τον Μ. Αλέξανδρο. Στην πολυκύμαντη και ταραχώδη ζωή της συναντώνται μεγάλα προτερήματα και μεγάλα ελαττώματα. Ως αφοσιωμένη μητέρα, είχε τάξει την ζωή της σε ένα μόνο σκοπό και τον υπηρετούσε με πάθος: Την διασφάλιση για τον γιο της την διαδοχή του θρόνου της Μακεδονίας μέσα στην δίνη των μηχανορραφιών και δολοπλοκιών της αυλής της Πέλλας. Και αυτό το ανυποχώρητο πάθος της υπονοούσε ο Φίλιππος, όταν, απαντώντας στον γιο του Αλέξανδρο, που χαρακτήριζε την μητέρα του ως την γενναιότερη απ' όλες τις Νηρηίδες, του είπε γελώντας: «όχι μόνο γενναιότερη, αλλά και πολεμικότερη, γιατί δεν σταματάει να καυγαδίζει μαζί μου». Οι σχέσεις των δύο συζύγων έως τo 337 π.Χ. (όταν η Κλεοπάτρα, ανεψιά του στρατηγού Άτταλου, ανυψώθηκε ως ισότιμη βασίλισσα), υπήρξαν κατά βάση αρμονικές, χωρίς να λείπουν κάποιες εκρήξεις. Ο Φίλιππος της εμπιστευόταν την διακυβέρνηση του κράτους, όταν απουσίαζε στις συχνές και μακρόχρονες εκστρατείες του. Η Ολυμπιάδα είχε δημιουργήσει στην αυλή δικό της κύκλο ευνοουμένων, που τους προστάτευε.
Ο Μέγας Αλέξανδρος διακρινόταν για την αφοσίωση στη μητέρα του, παρά τον δύστροπο και αυταρχικό χαρακτήρα της. Όταν ο Αντίπατρος, που είχε μείνει τοποτηρητής στην Μακεδονία, έγραψε στον Αλέξανδρο, που βρισκόταν στην Ασία, ένα εκτενές γράμμα, γεμάτο παράπονα για την Ολυμπιάδα, ο Μέγας Αλέξανδρος είπε, αφού το διάβασε: «Δεν ξέρει ο Αντίπατρος ότι ένα μόνο δάκρυ της μητέρας μου αρκεί, για να σβήσει χίλιες τέτοιες επιστολές;».
Η Ολυμπιάδα ήταν προικισμένη με χαρίσματα μεγάλα, πράγματι ηγεμονικά. Μετά το θάνατο του αδελφού της, Αλέξανδρου Α΄ της Ηπείρου, στην εκστρατεία του στην Ιταλία, εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο και έγινε Αντιβασίλισσα και επίτροπος του ανήλικου εγγονού της, Νεοπτόλεμου Γ'. Στην Ήπειρο, ανέπτυξε πολιτική δράση ιστορικής σημασίας. Διεύρυνε το «Κοινό των Μολοσσών» με την εισδοχή νέων Ηπειρωτικών φύλων και το μετονόμασε σε «Σύμμαχοι των Απειρωτάν», ζωντανεύοντας έτσι το κλονισμένο γόητρο της δυναστείας των Αιακιδών. Η Συμμαχία αυτή διήρκεσε από το 336 π.Χ.-328 π.Χ. στη συνέχεια δε, κυβέρνησε μόνη της το Βασίλειο των Μολοσσών της Ηπείρου για άλλα έντεκα (11) ή κατ’ άλλους συγγραφείς δεκατρία (13) χρόνια έως το 317 π.Χ. οπότε επέστρεψε στη Μακεδονία.
Η απροσδόκητη και θλιβερή αγγελία του θανάτου του γιου της Αλέξανδρου Γ΄ το 323 π.Χ. στη Βαβυλώνα, τη συνέτριψε. Δεν θέλησε ποτέ να δεχτεί πως ο Μέγας Αλέξανδρος πέθανε από φυσιολογικό θάνατο και θρηνούσε μαθαίνοντας ότι έμενε άταφος στη Βαβυλώνα επί μήνες, εξαιτίας των άγριων αγώνων διαδοχής των στρατηγών του. Η οργή της μεγάλωσε, όταν ο Μακεδονικός στρατός της Ασίας αναγόρευσε βασιλιά τον διανοητικά καθυστερημένο γιο του Φιλίππου – από τη Φίλιννα – Φίλιππο Γ΄ Αρριδαίο, τον οποίο παντρεύτηκε η φιλόδοξη κόρη της Κυνάνης, Αδαία-Ευρυδίκη, για να εξυπηρετήσει τους φιλόδοξους σκοπούς της.
Ο νεογέννητος γιος του Μεγάλου Αλέξανδρου και της Ρωξάνης, Αλέξανδρος Δ΄, αναγορεύτηκε συμβασιλεύς. Η αχαλίνωτη φιλοδοξία της Ευρυδίκης ανησυχούσε την Ολυμπιάδα, που φοβόταν για την ζωή του εγγονού της. Έπεισε την Ρωξάνη να καταφύγει στην Ήπειρο. Εκεί βρήκε προστασία και η κόρη του Φιλίππου Β´ και της Νικησίπολης, η Θεσσαλονίκη, για την οποία η Ολυμπιάδα έτρεφε αγάπη και στοργή, αφού την ανάθρεψε σαν δικό της παιδί, διότι είχε μείνει ορφανή είκοσι μόλις μέρες μετά την γέννηση της.
Μετά τους καταστροφικούς πολέμους των επιγόνων, ο Κάσσανδρος, υπ' αριθμόν ένα εχθρός της Ολυμπιάδας, έγινε κυρίαρχος στην Μακεδονία και ο Φίλιππος Γ΄ Αρριδαίος με την Ευρυδίκη συμμάχησαν μαζί του και τον στήριξαν όταν το 317 π.Χ. αναγορεύθηκε επιμελητής (αντιβασιλέας) του Μακεδονικού θρόνου. Η Ολυμπιάδα, βλέποντας να κινδυνεύουν τα συμφέροντα του εγγονού της, Αλεξάνδρου Δ', εγκαταλείπει την Ήπειρο και εκστρατεύει στη Μακεδονία. Σε σύγκρουση με τα στρατεύματα της Ευρυδίκης και του Αρριδαίου, οι τελευταίοι αιχμαλωτίζονται από τη γηραιά βασίλισσα και εκτελούνται (Σεπτέμβριος 317 π.Χ.). Ο Κάσσανδρος, απασχολημένος την εποχή εκείνη στην Αθήνα, κατευθύνεται εναντίον της Ολυμπιάδος, η οποία καταφεύγει στην οχυρωμένη παραθαλάσσια πόλη του Θερμαϊκού κόλπου Πύδνα, έχοντας μαζί της τον μικρό Αλέξανδρο Δ´, την Ρωξάνη, την Θεσσαλονίκη και πολλούς πιστούς της. Μετά από επτάμηνη στενή πολιορκία και αφού η κατάσταση των πολιορκημένων έγινε αφόρητη (οι εγκλωβισμένοι αναγκάσθηκαν να σφάξουν και να φάνε έναν ελέφαντα δώρο του Μ. Αλεξάνδρου), η Ολυμπιάδα συνθηκολόγησε για να σώσει τον εγγονό της. Ο Κάσσανδρος, αθετώντας την υπόσχεσή του, διέταξε τους στρατιώτες του να την εκτελέσουν και όταν αυτοί αρνήθηκαν, κάλεσε όλους τους εξαγριωμένους συγγενείς των εκτελεσθέντων από την Ολυμπιάδα, να την λιθοβολήσουν (316 π.Χ.) «αφήνοντας άταφο το πτώμα της να σαπίσει» (Διόδωρος Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη, Βιβλίο 17ο, κεφ. 118.2).
Σήμερα πιθανολογείται ότι ο τάφος της βρίσκεται στον τύμβο "Τούμπα" του Μακρύγιαλο της Πιερίας (κοντά στην Πύδνα), αλλά δεν έχει ακόμα ανασκαφεί.
Πρόσφατα σχετικά και μετά από τις ανασκαφές στον τύμβο της Αμφίπολης, έχει υποστηριχθεί ότι η Ολυμπιάς έχει ταφεί εκεί.

Δ.Ε.Ε.
Έδεσσα, 20 Ιουνίου 2017


Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα ΕΔΕΣΣΑΪΚΗ στις 24-6-2017


Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

Βιβλιοπαρουσίαση


Ο Δήμος Ασπρούργου και οι Εκδόσεις «Ινφογνώμων»
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου
του εθνολόγου-ανθρωπολόγου Δημήτρη Ευαγγελίδη

«Η Καταγωγή των Αλβανών και οι Αρβανιτόφωνοι Έλληνες»


που θα γίνει τη Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017 και ώρα 19:30,
στην Αίθουσα Τελετών «Δ. Καλλιέρης» του Πνευματικού Κέντρου του
Δήμου Ασπροπύργου (Αλ. Παναγούλη 13, πλ. Αγίου Δημητρίου).
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο συγγραφέας και οι κ.κ.:
Γεώργιος Τσούτσος, συνεργάτης βιβλιοθήκης Ιεράς Συνόδου
Νικόλαος Ταμουρίδης, επίτιμος Α’ υπαρχηγός ΓΕΣ
Σάββας Καλεντερίδης, εκδότης.
Την εκδήλωση θα χαιρετίσει ο Δήμαρχος Ασπροπύργου Νικόλαος Μελετίου.

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Ποιοι ήσαν οι Γραικοί και ποιοι οι Γραικύλοι

Ο θάνατος της Κλεοπάτρας, 
πίνακας του Ρέτζιναλντ Άρθουρ, 1892

Οι Γραικοί και οι Γραικύλοι

Γράφει ο Δημήτρης Τζήκας
O Γραικός ήταν ήρωας της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, γιος του Δία και της Πανδώρας· κατά τον Ησίοδο: «Η κόρη στον οίκο του ευγενή Δευκαλίωνα, η Πανδώρα με τον πατέρα Δία, τον οδηγό των Θεών όλων, σμιγμένη στην αγάπη γέννησε το χαρομαχητή Γραικό.» 
Στο «Πάριο Χρονικό», ή «Χρονικό της Πάρου», αρχαίο Ελληνικό επιγραφικό κείμενο που βρέθηκε σε μια επιτύμβια στήλη, και εξιστορεί γεγονότα και χρονολογίες, του ελλαδικού χώρου, από το 1581 π.Χ. μέχρι το 264 π.Χ, διαβάζουμε: «πρώτον μεν Γραικοί νυν δε Έλληνες». Ο Απολλόδωρος γράφει: «Ἕλληνος δὲ καὶ νύμφης Ὀρσηίδος Δῶρος Ξοῦθος Αἴολος. αὐτὸς μὲν οὖν ἀφ᾽ αὑτοῦ τοὺς καλουμένους Γραικοὺς προσηγόρευσεν Ἕλληνας, τοῖς δὲ παισὶν ἐμέρισε τὴν χώραν.» 

Στην Ιλιάδα του Ομήρου αναφέρεται και πόλη Γραία: «…οἵ θ᾽ Ὑρίην ἐνέμοντο καὶ Αὐλίδα πετρήεσσαν / Σχοῖνόν τε Σκῶλόν τε πολύκνημόν τ᾽ Ἐτεωνόν, / Θέσπειαν Γραῖάν τε καὶ εὐρύχορον Μυκαλησσόν, / οἵ τ᾽ ἀμφ᾽ Ἅρμ᾽ ἐνέμοντο καὶ Εἰλέσιον καὶ Ἐρυθράς, τον Αρκεσίλαο, τον Προθοήνορα και τον Κλονίο.» (Β-495) Απόδοση: «Αυτοί που / κατοικούσαν στην Υρία και στην πετρώδη Αυλίδα και στο / Σχοίνο και στο Σκώλο και στον Ετεωνό με τα πολλά φαράγγια, / στη Θέσπεια και στη Γραία και στην ευρύχωρη Μυκαλησσό, και αυτοί / που κατοικούσαν γύρω στο Άρμα και στο Ειλέσιο και στις Ερυθρές.»

Ο γεωγράφος Παυσανίας (2ος αιώνας μ.Χ.) αναφέρει ότι το όνομα της πόλης «η Γραία» προέκυψε από σύντμηση της αρχικής ονομασίας «Τανα-γραία» (που αρχικά η ονομασία αυτή ήταν όνομα γυναίκας, της κόρη του Ασωπού, και μετά της πόλης). Η Γραία ήταν πολύ μεγάλη σε έκταση, περιλάμβανε την Αυλίδα, τη Μυκαλησσό, το Άρμα κ.α. 


Ο Αριστοτέλης (Στάγειρα 384-Χαλκίδα 322 π.Χ.) σημειώνει ότι ο αρχαίος Ωρωπός ονομαζόταν «Γραία» και η περιοχή του Ωρωπού «Γραϊκή». 
Ο Ρωμαίος ιστορικός Πρίσκος (410-470 μ.Χ.) διηγείται, ότι στην πρεσβεία που έστειλαν οι Ρωμαίοι προς τον Aττίλα (448 μ. Χ.) υπήρχε και κάποιος που έμοιαζε με Σκύθη, αλλά ήταν Γραικός στην καταγωγή: «Συνήντησε τινά ον εξέλαβεν ως βάρβαρον εκ του ενδύματος, προσαγορεύσαντα αυτόν «ελληνική φωνή» επειδή δ’ ηπόρηοεν ότι ελληνίζει Σκύθης ανήρ, τον ηρώτησε τις είναι· απεκρίθη δ’ εκείνος ότι είναι «Γραικός το γένος»: «Διατρίβοντι δε μοι και περιπάτους ποιουμένω προ του περιβόλου των οικημάτων προσελθών τις, ον βάρβαρον εκ της Σκυθικής ωήθην είναι στολής, Ελληνιστί ασπάζεταί με φωνή, «χαίρε» προσειπών, ώστε με θαυμάζειν ότι γε δή ελληνίζει Σκύθης ανήρ. (…) εγώ δε έφην αιτίαν πολυπραγμοσύνης είναί μοι την Ελλήνων φωνήν. τότε δε γελάσας έφη Γραικός μεν είναι το γένος, κατ’ εμπορίαν δε ες το Βιμινάκιον εληλυθέναι την προς τω Ίστρω ποταμώ Μυσών πόλιν.» (7) Δηλαδή: «Ενώ βρισκόμουν και έκανα περιπάτους στον περίβολο των οικημάτων, με πλησίασε κάποιος που τον νόμισα για βάρβαρο γιατί φορούσε σκυθικά ρούχα. Με χαιρετά στα Ελληνικά λέγοντας «χαίρε», ώστε εξεπλάγην βλέποντας Σκύθη να ελληνίζει. (…) Εγώ δε είπα ότι θεωρώ ότι όποιος μιλάει Ελληνικά πρέπει να είναι πολυπράγμων. Αυτός γελώντας μου είπε ότι είναι Γραικός στο γένος, που ήλθε για εμπόριο στον Βιμινάκιο, την πόλη των Μυσών κοντά στον Ίστρο ποταμό …» (7)

Στο σπουδαίο Λεξικό του Σούδα ή Σουίδα (μέσα 10ου αιώνα μ.Χ.) ο άγνωστος συγγραφέας σημειώνει: γραία η= η παλαιά, Γραικοί= οι Έλληνες από Κώμης τινός ή Γραικού τινός· εκ του Γραΐξ – Γραικός (σ. 256)· στο ίδιο η λέξη «Ρωμιός» δεν λημματογραφείται και ορίζεται σαφώς ότι η λέξη Ρωμαίος δεν σημαίνει τον Έλληνα. (8)

Στο λεξικό των Henry George Liddell & Robert Scott βρίσκουμε: γραῖα, Ιων. γραίη, ἡ, I. 1. ηλικιωμένη γυναίκα, θηλ. του γραῦς, γέρων, (βλ. γεραιά), σε Ομήρ. Οδ., Σοφ., Ευρ.· γραῖαι δαίμονες, λέγεται για τις Ευμενίδες, σε Αισχύλ. 2. ως επίθ. στις πλάγιες πτώσεις, φθαρμένος, μαραμένος, στον ίδ., σε Ευρ. II. Γραῖαι, αἱ, κόρες του Φόρκυος και της Κητούς, με όμορφα πρόσωπα, αλλά γκρίζα μαλλιά ήδη από τη γέννησή τους, σε Ησίοδ. Και γρᾱΐδιον, τό, υποκορ. του γραῖα, γριά σε προχωρημένη ηλικία, γριούλα, σε Αριστοφ., Ξεν.• συνηρ. γρᾴδιον, σε Αριστ., Δημ. Ίσως οι λέξεις γραία και Γραικός έχουν κοινή ετυμολογική προέλευση – Γραικός= ο παλαιός κάτοικος.

Ο Θεόδωρος Στουδίτης [759-826] εκφράζει τη λύπη του για κάποιο μοναχό ονόματι Ορέστη, που λιποτάκτησε στους εικονομάχους, και τον ενθαρρύνει να μείνει πιστός στις αρχές του «χάριν της δόξης του Χριστού υπέρ ου δονείται η ταπεινή Γραικία μάλα» (10)

Συγκριτικός πίνακας με λέξεις στα Λατινικά, 
Βλάχικα, Ιταλικά και Γραικικά (Ελληνικά) (6)

Σε παρηγορητική του επιστολή προς την ηγουμένη Ευφροσύνη της Μονής Κλουβίου, ο Θεόδωρος κάνει λόγο για στρατηγίες και δημαγωγίες «εν Αρμενία και εν Γραικία». Η δυτικά της «αφ’ ηλίου ανατολών» Αρμενίας Γραικία είναι η βυζαντινή αυτοκρατορία. Οι γηγενείς ή όλοι οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας ονομάζονται Γραικοί από τον διάσημο ηγούμενο της Μονής Στουδίου. Σε άλλη επιστολή, ο Θεόδωρος θρηνεί για την εικονομαχική πολιτική του αυτοκράτορα Λέοντα του Δ’ [775-780] και ιδιαίτερα τις διώξεις εναντίον των εικονοφίλων πού εξαπέλυσε το 780. Αποκαλεί τον αυτοκράτορα αντίχριστο προ του Αντιχρίστου και εκφωνεί: «Ακούσατε πάντα τα έθνη, ενωτίσασθε πάντες οι κατοικούντες την οικουμένην τι γέγονεν εν Γραικοίς».(9)

Κατά τον δέκατο αιώνα, περιγράφοντας την ανωμαλία και την αναταραχή που προκάλεσε η Σλαβική ομάδα που ήταν εγκατεστημένη στην περιοχή των Πατρών, ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος γράφει ότι οι Σλάβοι κατ’ αρχήν λεηλάτησαν τις κατοικίες των γειτόνων τους Γραικών και κατόπιν πήγαν εναντίον της πόλεως των Πατρών. (10)

Στην «Ιστορία της Βλαχίας», ο Μιχαήλ Καντακουζηνός σημειώνει: «Εις τον καιρόν της αυθεντείας του» Ραδέλ βόδα «πήραν οι Τούρκοι την Κωνσταντινούπολιν από τους Γραικούς.» Για τον Ράδελ βόδα Στριδά (1665) διαβάζουμε: «Υιός του Λέων βόδα, ζητημένος παρά των αρχόντων από την πόρτα, όστις αφού έλαβε την αυθεντείαν κ’ ήθεν στη Βλαχία, δεν εφύλαξε τα προνόμια του τόπου, αλλά φέρωντας Ρωμαίους πολλούς κοντά του, επροξενήθη μεγάλη επανάστασις κατά τε του αυθέντου και των Ρωμαίων.» «έθνος». (6)

Στο λεξικό του Δημητράκου (σ. 1689) βρίσκουμε ακόμη τους τύπους: γραικίζω= ομιλώ την ελληνικήν, ελληνίζω, γραικίζομαι= εξελληνίζομαι (εγραικίθησαν λέξεις), γραικικός -η -ο= ελληνικός, γραικίς η= Ελληνίς, Ελληνίδα, γραικιστής ο= ο γράφων ή ομιλών την απλήν ελληνικήν, τα γραικικά (ως αντίθετο δίνεται το αρχαϊστής), γραικιστί (επίρρ.)= ελληνιστί, στα (απλά) ελληνικά, κατά τον ελληνικόν τρόπον, γραικίτης ο= ο Γραικός, ο ελληνικός (γραικίταις πέπλοις), γραικολογιά η= το σύνολο των Ελλήνων, οι Έλληνες, ο Ελληνισμός (ο Ψυχάρης γράφει: «όλη η γραικολογιά που σήμερα σηκώνει ψηλά τη μύτη»· ως πρώτο συνθετικό, το γραικο– σχηματίζει διάφορα σύνθετα: Γραικοβάρβαρος, Γραικοβυζαντίνοι, Γραικογάλλοι, γραικογερμανικός, Γραικορρωμαίοι και άλλα. (8)

Ο λόγιος και ιερέας Ηλίας Μηνιάτης, (1669-1714) ίσως ένας από τους ικανότερους ρήτορες της ορθοδοξίας, δεν αναφέρει μάλλον καθόλου τον όρο Γραικός, αντιπαραθέτει όμως τους Έλληνες και τους βαρβάρους: «Ο Θεός θέλει αδιαφόρως όλοι οι άνθρωποι να τον φυλάττωσι· δεν είναι άνθρωπος οπού να μην είναι χρεώστης να φυλάττη τον νόμο του Θεού. Έλληνες και βάρβαροι, ασεβείς και ορθόδοξοι, Ιουδαίοι και Χριστιανοί έχουσι το αυτό χρέος.» (9)

Η λέξη «γραικός» ή διάφορα παράγωγα της, μαρτυρούνται και στη δημοτική ποίηση: «Βρε παιδιά Γραικόπουλα και Γρεβενιτόπουλα, γένεστε Τουρκόπουλα, να χαρείτε την Τουρκιά, τ’ άλογα τα γρήγορα, τα σπαθιά τα δαμασκιά; / – Βρε κυρά μου Τούρκισσα, κάλλιο γένε συ Ρωμιά, να χαρείς τη Λαμπριά, με τα κόκκινα τ’ αυγά.» (7) Και αλλού: «Κι ο Καραΐσκος φώναξε, ψιλή φωνίτσα βγάζει· / Έλληνες μην κιοτέψετε, παιδιά μη φοβηθείτε / και πάρ’ το γιούχα η Τουρκιά, κι έρθει και μας χαλάσει, / Σαν Έλληνες βαστάξετε και σαν Γραικοί σταθείτε.» (7)

Όπως φαίνεται και στα προηγούμενα παραδείγματα, η ονομασία Γραικός σημαίνει τον Έλληνα και χρησιμοποιείται πολλές φορές αντί για το Έλληνες, που σήμαινε για κάποιο διάστημα τους «εθνικούς», τους οπαδούς της παλαιάς ελληνικής θρησκείας, ανεξαρτήτως καταγωγής, τους «ειδωλολάτρες», κατά την απαξιωτική έκφραση πολλών χριστιανών συγγραφέων. Σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις, ο Γραικός ξεχώριζε από τον Έλληνα και ως προς την καταγωγή, αφού η κλασική αρχαία θρησκεία (δωδεκάθεο κλπ.) είχε πολλούς πιστούς και ιερείς που δεν ήταν «Έλληνες το γένος». Η λέξη Έλληνας περνάει έτσι σε δεύτερη η τρίτη χρήση, ειδικά κατά την βυζαντινή περίοδο, αφού η πολεμική ρητορική των πατέρων της Εκκλησίας έχει συνδέσει τους Έλληνες με τους λεγόμενους εθνικούς. Εξάλλου, και η χρήση της λέξης Ρωμιός, η οποία εμφανίζεται μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση, συμπεριλαμβάνει στο ποίμνιο το σύνολο των Ρωμαίων υπηκόων που ήταν ορθόδοξοι χριστιανοί, μαζί με αυτούς που είχαν ελληνική καταγωγή.

Το επίθετο γραικικός χρησιμοποιεί και ο Ψυχάρης στο περιβόητο «Ταξίδι» του: Γιὰ τοῦτο καὶ γὼ τρελλαίνουμαι γιὰ τὸν καλό μας τὸ γραικικὸ λαό. Ἔχω μάλιστα μιὰ ἰδέα· ἡ νέα μας φιλολογία θὰ βγῇ καμιὰ μέρα μέσα ἀπὸ τὰ σπλάχνα τοῦ λαοῦ. Ωστόσο, αλλού γράφει ότι το «ἔθνος τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἔξυπνο ἔθνος· μόνο στὸ ζήτημα τῆς γλώσσης εἶναι ποὺ τὰ μπερδέβει. Και λίγο παρακάτω: «Στὴν ἀρχή, − καθὼς τὸ κατάλαβαν ὅλοι σήμερα στὴν Ἑλλάδα, − ἡ γλῶσσα εἶταν ὁλογεμάτη ι· μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πρόφερναν τὸ ι, η, υ, ει, υι, καὶ τὸ οι. Τί ἔκαμε τότες ὁ Γραικός; Ἀπὸ τότες εἶταν ξυπνὸς καὶ πῆρε ἀπόφαση, γιὰ νἀποφύγῃ τὴ μονοτονία, νὰ βάζὴ κάπου ι, κάπου η, υ, ει υι, ἢ οι. […] …ὁ πρῶτος Γραικὸς ποὺ ἄρχισε νὰ γράφῃ, δὲ θὰ μποροῦσε νὰ ξέρῃ μὲ τί τρόπο ἔπρεπε νὰ γράψῃ ὅσα ἄκουγε, ἀφοῦ ὅλα εἶχαν τὴν ἴδια προφορά. Ὕπαρχε λοιπὸ ἀλφάβητο, πρὶν γίνῃ γλῶσσα.» (5)

Οι περιοχές (Συρία, Κύπρος, Αρμενία και Κυρηναϊκή) που δώρισε στην Κλεοπάτρα και τα παιδιά τους ο Αντώνιος (με το σκούρο πράσινο, το αρχικό βασίλειο της Κλεοπάτρας)

Οι Γραικύλοι
Όποιος λοιπόν θέλει να εξετάσει σε κάπως μεγαλύτερο βάθος την ιστορική παρουσία του ελληνισμού πρέπει να έχει υπ’ όψιν του ότι οι «Έλληνες» είναι λαός πανάρχαιος, όποιο περιεχόμενο κι αν δώσουμε στον όρο· επιπλέον, χρειάζεται να εξετάσει τις εσωτερικές, κοινωνικές ή «ταξικές» διαφοροποιήσεις του ίδιου λαού, όπως εμφανίστηκαν στο χώρο και τον χρόνο, από την εποχή του Ομήρου μέχρι τις μέρες μας. Παρά τη γενική εντύπωση που έχουμε σήμερα, οι Έλληνες υπήρξαν σχετικά πολυπληθής λαός για πολλούς αιώνες και έδρασαν στην ιστορία άλλοτε ως στοιχείο «ηγεμονικό» και άλλοτε ως στοιχείο «υποταγμένο» σε ξένους κυρίαρχους. (Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης: ως προς τα δημογραφικά στοιχεία, οι Έλληνες της κλασικής περιόδου ήταν αναλογικά όσοι περίπου είναι και οι σημερινοί Αμερικανοί ή Ρώσοι – υπήρξαν δηλαδή, εκτός των άλλων, και «μεγάλη δύναμη» της εποχής, με ισχυρή και γεωγραφικά εκτεταμένη παρουσία, όπως και οι Ρωμαίοι αργότερα.) Ακόμα και τις περιόδους που ο Ελληνισμός διαβιούσε μέσα σε πολυεθνικά πολιτικά συγκροτήματα, έπαιξε σημαντικό οικονομικό και πολιτιστικό ρόλο: Τα ελληνιστικά χρόνια, τα χρόνια του Βυζαντίου, καθώς και ολόκληρη η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας, φέρουν έντονα τα σημάδια της επιρροής των Ελλήνων· αρκεί προς το παρόν να θυμίσουμε ότι «διεθνής γλώσσα της εποχής» σε όλο το μεσογειακό χώρο και πέραν των ορίων των ελληνιστικών βασιλείων είναι η λεγόμενη κοινή ελληνική. Άλλοι τοποθετούν τη λήξη της ελληνιστικής περιόδου στο 146 π.Χ. και άλλοι στο 30 π.Χ., όταν οι Ρωμαίοι καταλαμβάνουν και το τελευταίο ελληνιστικό κράτος των Πτολεμαίων. 
Η Ναυμαχία του Ακτίου (2 Σεπτεμβρίου 31 π.Χ.) ήταν η κρίσιμη ναυτική αναμέτρηση ανάμεσα στον Οκταβιανό από τη μια πλευρά και τον Μάρκο Αντώνιο με το ναυτικό της Κλεοπάτρας από την άλλη – η σύγκρουση έληξε με νίκη του Οκταβιανού. 

Η Ναυμαχία του Ακτίου (2 Σεπτεμβρίου 31 π.Χ.)

Όπως και νάχει το πράγμα, την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας στην Ελλάδα (περ. 146 π.Χ.-330 μ.Χ.), εμφανίζεται και η λέξη Γραικύλος, ως περιφρονητική και υβριστική ονομασία για τους Έλληνες. [λόγ. & λατ. Graeculus & Graec(us) = Γραι κ(ός) -ulus = -ύλος] (12) 
Σύμφωνα με τον καθηγητή της Λατινικής Φιλολογίας Δημήτρη Νικήτα, «ο ελληνικός χαρακτηρισμός «Γραικύλος» είναι απόδοση του λατινικού χαρακτηρισμού Graeculus, ο οποίος με τη σειρά του είναι υποκοριστικό του εθνικού ονόματος Graecus που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι για τους Έλληνες. Το λατινικό υποκοριστικό μαρτυρείται σε πενήντα περίπου χωρία λατίνων συγγραφέων, από τα χρόνια του Κικέρωνα μέχρι σχεδόν τον 4ο αιώνα μ.Χ. Το ελληνικό υποκοριστικό με εξαίρεση μια μαρτυρία του Δίωνος, δεν εντοπίζεται στην αρχαία ελληνική και στη βυζαντινή γραμματεία ως τον 10ο αιώνα.» Το όνομα Graeculus, μαζί με το όνομα Poenulus (= «Καρχηδονίσκος»), είναι τα μόνα υποκοριστικά εθνικών χαρακτηρισμών που περιέχει η λατινική γλώσσα. «Πατέρας» του επιθέτου (Graeculus) ήταν πιθανότατα ο Κικέρων· η λέξη αναφέρεται στο έργο του επανειλημμένα (16 φορές). 

Ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρων (Marcus Tullius Cicero, 3 Ιανουαρίου 106 π.Χ. – 7 Δεκεμβρίου 43 π.Χ.). Ανάμεσα στα άλλα παρατσούκλια του (π.χ. Κικέρκουλος, δηλ. «Κικερούλης», Κικεράκιος και Κικερίσκος) μαρτυρείται και ο χαρακτηρισμός Γραίκουλος ή Γραίκος, 
προφανώς εξαιτίας της ελληνομάθειάς του.


Έκτοτε, η λέξη Γραικύλος παίρνει διάφορες σημασίες, κατά κανόνα υβριστικές και απαξιωτικές. Σημαίνει λ.χ. τον τυχοδιώκτη χωρίς αρχές, αυτόν που κηρύσσει την εθελοδουλία, τον δόλιο και κουτοπόνηρο τύπο, τον πρόθυμο υποτακτικό των ξένων κατακτητών ή κυρίαρχων ή τον ξερόλα υποκριτή με ιδιοτελείς σκοπούς. 
Στην Κάλτσα της Νώενας, ένα μικρό σατυρικό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ένας εξυπνάκιας νεαρός σπουδαστής χαρακτηρίζεται Γραικύλος: «Εἰς ἕνα ὅμιλον ἀντικρινὸν ἐκάθηντο τρεῖς λιμοκοντόροι. Οἱ δύο μόνον ἐφοροῦσαν στενά. Ὁ τρίτος, ἀμύστακος ἀκόμη, ἐφοροῦσε κομψὰ ρασάκια, καὶ εἶχε τὴν κοτσίδα του ὀπίσω δεμένην εἰς τὴν μέσην μὲ κορδέλαν. Ἴσως ἦτο Ριζαρείτης.» […] «Καὶ τὸ κάτω-κάτω, κύριε, ἐπέφερεν οἱονεὶ ἀποστρέφων τὸν λόγον πρὸς τὸν Ριζαρείτην, ἀφοῦ δὲν σ᾿ ἀρέσει, κύριε, ἡ Θρησκεία καὶ τὸ ἱερατικὸν στάδιον, διατί φορεῖς ράσα, καὶ διατί οἱ φιλόστοργοι γονεῖς σου σὲ στέλνουν νὰ φοιτᾷς εἰς τὴν Ριζάρειον; Ἕως πότε θὰ εἴμεθα ἀχαρακτήριστοι Γραικύλοι;»

Ο Ρωμαίος Κικέρων θεωρεί πολλούς Έλληνες της εποχής του «ανάξιους απογόνους» των αρχαίων και τους στολίζει με διάφορα επίθετα: «Με βάζετε να απαντήσω σε μια ερωτησούλα, σαν να είμαι κανένας Γραικύλος, τεμπέλης και πολυλογάς και ίσως πολύξερος και πολυδιαβασμένος»· εντούτοις, αναγνωρίζει την αξία της κλασικής ελληνικής τέχνης και της παιδείας, όταν αναφέρεται σ’ έναν άλλο Ρωμαίο, τον Βέρρη, κατηγορώντας τον ουσιαστικά ως αμόρφωτο, αφού δε γνώριζε τα ελληνικά: «(Το άγαλμα της Σαπφούς) είχε έξοχη κατασκευή και στη βάση του έφερε χαραγμένο ένα καταπληκτικό επίγραμμα. Εκείνος ο πολύξερος και Γραικύλος (ο Βέρρης) ­ που τάχα τα γροικάει αυτά σε βάθος και μόνος αυτός τα καταλαβαίνει­ δεν θα είχε αρπάξει το άγαλμα αυτό, αν γνώριζε έστω κι ένα γράμμα ελληνικό;»

Πηγές και παραπομπές

  1. Παλαμάς, Κωστής, Γράμματα, Αθήνα, Εστία,1904.
  2. 146 σ. Νικόλαος Λωρέντης, Λεξικό των αρχαίων μυθολογικών, ιστορικών και γεωγραφικών κύριων ονομάτων Ελλάς, εκ της τυπογραφίας Αντωνίου Μπένκου, Βιέννη, 1837.
  3. http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/paterikon/a8anasios_megas_logos_kata_eidwlwn.htm. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ, ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΑ ΕΙΔΩΛΩΝ. Μετάφραση (Αρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης).
  4. https://el.wikisource.org/wiki/%CE%99%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B1_(%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7_%CE%A0%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B7)/%CE%91
  5. Ψυχάρης Γιάννης, Το Ταξίδι μου http://www.greek-language.gr/greekLang/literature/anthologies/new/show.html?id=228
  6. Καντακουζηνός Μιχαήλ, Ιστορία της Βλαχίας: Πολιτική και Γεωγραφική από της αρχαιοτάτης αυτής καταστάσεως έως του 1774 έτους. / Νυν πρώτον φιλοτίμω δαπάνη εκδοθείσα των τιμιωτάτων και φιλογενών αυταδέλφων Τουνουσλή. Εν Βιέννη της Αουστρίας. Παρά Γεωργίω Βενδότη ,1806.
  7. Σπυρίδων Ζαμπέλιος, Άσματα Δημοτικά της Ελλάδας, εκδ. τυπογραφείον Ερμής, Κέρκυρα, 1852.
  8. Δ. Δημητράκου, Μέγα Λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης, εκδ. Δομή, Αθήνα, 1953. Στο λήμμα Γραικός.
  9. Δημήτριος Κωνσταντέλος. Μαρτυρίες για την Ταυτότητα των Βυζαντινών και των Ρωμιών σε Ελληνικές Πηγές. http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/constantelos_martiries_ch1.html
  10. K. N. Σάθας, Nεοελληνική φιλολογία. Bιογραφίαι των εν γράμμασι διαλαμψάντων Eλλήνων (1453-1821), Aθήνα 1868
  11. http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82&dq=
  12. http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=100301

Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

Σπουδαία ανακάλυψη: Βρέθηκε το πρώτο νεκροταφείο Φιλισταίων


Λεπτομέρειες για τους Φιλισταίους, για όσες/όσους ενδιαφέρονται, υπάρχουν εδώ: http://ethnologic.blogspot.gr/2010/05/1.html 
ΔΕΕ

Σπουδαία ανακάλυψη: 
Βρέθηκε το πρώτο νεκροταφείο Φιλισταίων

Της Χριστίνας Φλάσκου

Σημαντική ανακάλυψη ανακοινώθηκε πριν λίγο ότι βρέθηκε το πρώτο νεκροταφείο των Φιλισταίων, στο Ασκελόν. [...]


Οι Φιλισταίοι συνδέονται από πολλούς επιστήμονες με τους Έλληνες, καθώς εικάζεται ότι προέρχονται από την Αρχαία Κρήτη, την Κύπρο και τη Μικρά Ασία, την οποία την εποχή εκείνη κατοικούσαν ελληνικά φύλα. Σύντομα οι επιστήμονες θα είναι σε θέση να προβούν σε ανακοινώσεις για την ιστορική προέλευση του λαού-μυστήριου της Παλαιστίνης, καθώς έχουν ήδη ξεκινήσει εξετάσεις DNA, αλλά και άλλες εξετάσεις, οι οποίες θα αποκρυπτογραφήσουν το βαθύτατο παρελθόν.



Η αρχαιολογική ανασκαφή είχε ξεκινήσει στο σημείο το 2013. Τρία χρόνια μετά και αφού αξιολογήθηκαν όλα τα στοιχεία που βρέθηκαν, η ομάδα που ενεργεί στο χώρο ανακοίνωσε με μεγάλη της ικανοποίηση το σπουδαίο αυτό εύρημα. Η αναζήτηση του πολιτισμού των Φιλισταίων είχε ξεκινήσει πριν από 30 χρόνια, από τον Λεόν Λεβί και οι ανασκαφές στο συγκεκριμένο σημείο εντάσσονται στο πλαίσιο της ίδιας αυτής έρευνας.

Σε συνέντευξη Τύπου που δόθηκε στο μουσείο «Rockefeller» της Ιερουσαλήμ ο Daniel Master, ένας από τους επικεφαλής των ανασκαφών, μεταξύ άλλων, ανέφερε «Μετά από πολλές δεκαετίες μελέτης της ιστορίας των Φιλισταίων, ερχόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με την πραγματική τους εικόνα. Αυτό είναι συγκλονιστικό», δήλωσε ο Ντάνιελ Μάστερ, εκ των επικεφαλής της ανασκαφικής ομάδας. «Με αυτήν την ανακάλυψη, βρισκόμαστε πολύ κοντά στην αποκρυπτογράφηση των μυστικών του σπουδαίου αυτού λαού», πρόσθεσε.


Με σκοπό να αποφευχθούν λεηλασίες του χώρου αλλά και αντιδράσεις χριστιανών ορθοδόξων, που χρησιμοποιούν την περιοχή για λόγους λατρείας, διατηρήθηκε μυστική για τρία χρόνια η ανακάλυψη.

Στο νεκροταφείο βρέθηκαν πάνω από 210 σκελετοί, ενώ υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός θαλάμων που δεν έχουν ανοιχτεί ακόμη. Το νεκροταφείο ταξιδεύει τους επιστήμονες στον 11ο με 8ο αιώνα π.Χ. Οι Φιλισταίοι θεωρούνται από τους Ισραηλινούς ο αρχέγονος εχθρός του λαού τους, καθώς, βάσει των ιστορικών συγγραμμάτων, τους εκδίωξαν από τον τόπο τους. Είναι, άλλωστε, πασίγνωστος ο μύθος του γίγαντα Γολιάθ, ο οποίος ήταν Φιλισταίος και νικήθηκε από τον σαφώς πιο μικροσκοπικό και αδύναμο Δαβίδ.