Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνομηδενισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνομηδενισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟ 1821

Μια εξαιρετική τοποθέτηση του διεθνούς κύρους εκλεκτού 
Έλληνα μουσικοσυνθέτη Ηλία Ανδριόπουλου...


ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟ 1821

Όταν επιλέγεις και τοποθετείς στην κορυφή των Γιορτών για το 1821 μία κοσμική κυρία χωρίς ίχνος πνευματικότητας, η οποία δεν αντιλαμβάνεται ελλείψει γνώσεων και όχι μόνο… το μεγάλο ιστορικό γεγονός της Ελληνικής Επανάστασης, τότε ή μέγας βλαξ είσαι, ή ακόμα χειρότερα επιδιώκεις να αναποδογυρίσεις και να ευτελίσεις το νόημα και την σημασία, ενός τέτοιου πανεθνικού λαϊκού ξεσηκωμού.
Η Επανάσταση του 1821 αποτελεί για τους Έλληνες και ολόκληρο τον Ελληνισμό την πιο ιερή του στιγμή. Μην την εξευτελίζετε. Δεν πρόκειται για Μυκονιάτικο σόου, ούτε για φτηνούς τηλεοπτικούς εξυπνακισμούς, βλέπε Σκάι, όπου πριν από λίγα χρόνια προσπάθησε να μας γνωρίσει… ανάποδα την ελληνική επανάσταση.
Δεν μου διαφεύγει, πως σε αυτή την αμφιλεγόμενη επιτροπή της εν λόγω κυρίας, έχει μαζευτεί ένα τσούρμο περίεργων – επιεικώς- τύπων (Νεο-πατριώτες, εθνομηδενιστές κ.λπ.) όπου όχι μόνο θέλουν να αποδομήσουν το 1821 και τους πρωταγωνιστές του, αλλά περισσότερο να χτυπήσουν την ψυχή και το συναίσθημα του ελληνικού λαού που γέννησε αυτά τα σπουδαία για την ελευθερία μας ιστορικά γεγονότα, και στην συνέχεια την σημερινή Ελλάδα.
Δεν γνωρίζω πού το πάνε. Φοβούμαι όμως, πως όσο πλησιάζουμε στην επέτειο των 200 ετών θα ακολουθήσουν και άλλα παράδοξα που θα μας εξοργίσουν.
Ο Καποδίστριας, ο Καραϊσκάκης, ο Παπαρρηγόπουλος φαίνεται είναι μόνο η αρχή. Τώρα γιατί συστήθηκε μία τέτοια επιτροπή, που αντί να γιορτάζει με μεγαλοσύνη το 1821, δυσφημεί, χλευάζει και αποδομεί, δεν ξέρω να σας απαντήσω.
Το ερώτημα είναι, θα βρεθούν αναστήματα, θα βρεθούν άλλες φωνές να αντισταθμίσουν την ζημιά; Ποιος θα μιλήσει στις καρδιές των νέων, ότι οι πρόγονοί τους πάμπτωχοι, ξυπόλητοι, απελπισμένοι, πήραν τα όπλα και τους χάρισαν την σημερινή ελευθερία τους; Μονάχοι και αβοήθητοι, έχοντας απέναντί τους μία πανίσχυρη Οθωμανική αυτοκρατορία και το Διεθνές πολιτικό περιβάλλον της Ευρώπης εντελώς αρνητικό.
Πόσες προηγούμενες εξεγέρσεις είχαν πνιγεί στο αίμα και τι σήμαινε για τον ελληνικό λαό η οθωμανική σκλαβιά και η τυραννία των 400 ετών; Ποιο ρόλο έπαιξε η γλώσσα, η λαϊκή παράδοση, το δημοτικό τραγούδι, οι μύθοι, η ιστορία, τα ήθη, τα έθιμα η θρησκεία ο ελληνικός πνευματικός διαφωτισμός, ώστε να αντέξουμε μια κτηνώδη σκλαβιά, που ευτυχώς δεν μας έσβησε από τον χάρτη.

Βέβαια υπήρξαν μεταξύ μας τραγικές παρεξηγήσεις, σφάλματα, αστοχίες, που δυστυχώς οδήγησαν σε εμφύλιους σπαραγμούς. Να μιλήσουμε και για αυτά, αλλά να μην τα υπερτονίζουμε για να μικρύνουμε τα μεγάλα.
Αν μας διδάσκει κάτι, πέραν των άλλων μοναδικό η Εθνεγερσία του 1821, είναι ότι ο λαός μας αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος ή να πεθάνει. Και επειδή, όπως μας λέει ο Σεφέρης, «…τα ιστορικά γεγονότα δεν σταματούν στα χρονολογικά ορόσημα που βλέπουμε στις φυλλάδες της ιστορίας…» ας σκύψουμε και ας εντοπίσουμε εκείνα τα βαθιά αισθήματα και συναισθήματα αυτής της συγκλονιστικής για τον ελληνισμό περιόδου, μέσα από την πιο υψηλή τους έκφραση, που χάραξε η ποίηση του Σολωμού, του Κάλβου, ο λόγος του Μακρυγιάννη, του Κολοκοτρώνη και πλήθος μαρτυρίες Ελλήνων αγωνιστών.
Ίσως αυτό μας οδηγήσει στην γνώση και στην κατανόηση του 1821.

ΗΛΙΑΣ ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΣ
Ιούνιος 2020


Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019

Μετά τις Πρέσπες: Διδάγματα και νέα καθήκοντα…


Μετά τις Πρέσπες: Διδάγματα και νέα καθήκοντα…

Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Η εθνική μειοδοσία ολοκληρώθηκε τελικά, όπως είχε διαφανεί πια με σαφήνεια το τελευταίο διάστημα, από μια κυβέρνηση Κουίσλιγκ και εξωνημένων πολιτικών γυρολόγων-συνεργατών. Δεν μας έσωσε το ΒΜΡΟ, ούτε οι Αλβανοί, ούτε οι Βούλγαροι, ούτε και το «ξανθό γένος». Εμείς οι ίδιοι αποδειχτήκαμε πολύ λίγοι για να μπορέσουμε να ανατρέψουμε τις «δημοκρατικές διαδικασίες» και την ψηφοφορία στην Βουλή με την οποία αναγνωρίσαμε με την υπογραφή μας ότι το όνομα της Μακεδονίας δεν μας ανήκει, ότι η κατασκευασμένη το 1944-45 σκοπιανή γλώσσα είναι η μακεδονική, ότι πάνω από τα βόρεια σύνορά μας υπάρχει ένας μακεδονικός λαός, που προσβλέπει να απελευθερώσει κάποια μέρα και τα υπόλοιπα τμήματα που κατέχουν προς το παρόν η Ελλάδα και η Βουλγαρία.

Πάρα πολλοί ρωτούν: Και τώρα τι γίνεται; Τι πρέπει να κάνουμε; Μπορούν να ανατραπούν τα όσα υπογράφηκαν;
Θεωρούμε ότι πριν απαντηθούν τα παραπάνω φλέγοντα ερωτήματα, οφείλουμε να κάνουμε κάποιες διαπιστώσεις και να εξαγάγουμε ορισμένα συμπεράσματα από όσα διαδραματίσθηκαν όλα αυτά τα χρόνια και την στάση των πολιτικών όλων των κομμάτων στο εθνικό αυτό ζήτημα, που θα βοηθήσουν πιστεύω να γίνει κατανοητό το πώς καταλήξαμε να υποστούμε μια οδυνηρή εθνική ήττα και ταπείνωση.
  1. Ο ηθικός εκμαυλισμός και οι νοοτροπίες του «βολέματος», της «αρπαχτής» και του «ωχαδερφισμού» που καλλιεργήθηκαν εδώ και δεκαετίες, μετέτρεψαν ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού σε έναν οχλοπολτό χωρίς αντιστάσεις και ηθικές αξίες, όπου οι πάντες και τα πάντα εξαγοράζονται.
  2. Δεν υπάρχουν πλέον πατριωτικές ηγεσίες στον πνευματικό, πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό χώρο που να ενδιαφέρονται πραγματικά για το μέλλον αυτής χώρας
  3. ΟΛΑ τα πολιτικά κόμματα που κυβέρνησαν την χώρα από το 1950 μέχρι σήμερα έχουν τρομακτικές ευθύνες για τις πράξεις ή τις παραλήψεις τους που μας οδήγησαν στα σημερινά αποτελέσματα, με αποκορύφωμα βεβαίως την τωρινή κυβέρνηση των σκοπιανολάγνων «γιες μεν».
  4. Η ΝΔ των φιλελέφτ ευρωλάγνων Μπακογιάννη, Δένδια, Κουμουτσάκου και δήθεν πατριωτών τύπου Βορίδη και Γεωργιάδη ΔΕΝ πρόκειται σε καμιά περίπτωση να ασχοληθεί σοβαρά με την ακύρωση της συμφωνίας, εάν και όταν γίνει κυβέρνηση, έχοντας εδώ και χρόνια επίσημη θέση υπέρ της σύνθετης ονομασίας. Εξ άλλου, όπως έγραψε πρόσφατα σε άρθρο του έγκυρος δημοσιογράφος (από τους ελάχιστους που έχουν απομείνει): “Η αντιπολίτευση, που δεν έχει λόγο να κάνει το παγόνι μαζί με την κυβέρνηση κι ούτε έχει πενηντάρικα να μοιράσει, τι θα κάνει; Ομολογώ ότι δεν έχω καταλάβει. Μόνο ο πρεσβευτής Πάιατ είχε την καλοσύνη να μας ενημερώσει ότι αισθάνεται ήσυχος διότι η αντιπολίτευση «θα προχωρήσει παρακάτω». Κάτι σαν «παιδιά, η παράσταση έληξε. Διαλυθείτε ήσυχα!»”.

Το καθήκον των πατριωτών στις νέες συνθήκες
Θεωρούμε αποφασιστικής σημασίας γεγονός την ανάγκη συνειδητοποίησης ότι έχουμε πλέον να αντιμετωπίσουμε μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Ελλοχεύει ο κίνδυνος η οργή και η απογοήτευση να μετατραπούν ταχύτατα σε αδιαφορία και απόσυρση από την ενασχόληση με μια «χαμένη υπόθεση», όπως θα σπεύσουν πολλοί καλοθελητές να την χαρακτηρίσουν, καλλιεργώντας έτσι ανάλογες συμπεριφορές.
Τίποτε δεν χάθηκε και υπάρχουν πολλά κενά νομικά και πρακτικά που μπορούν να την ανατρέψουν ή στην χειρότερη περίπτωση να την μετατρέψουν σε νεκρό γράμμα. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να απαντήσουμε στα ερωτήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω και να προτείνουμε τι βήματα πρέπει να γίνουν, κατά την αντίληψή μας, από εδώ και πέρα.

Είναι πλέον πασίδηλο το γεγονός ότι οι ανέξοδες κραυγές και οι εύκολοι αγώνες μέσα από τα πληκτρολόγια και από τους καναπέδες, που όπως αποδείχτηκε ήσαν εντελώς αναποτελεσματικοί, ανήκουν στο παρελθόν και σε εκείνους που τους αξιοποίησαν για αυτοπροβολή και δημοσιότητα. Απαιτείται πια τρέξιμο, συμμετοχή, αγωνιστική παρουσία, οργάνωση και συντεταγμένες δράσεις και όχι καπετανάτα και πρωτοβουλίες από κάποιους θερμοκέφαλους που νομίζουν, καλοπροαίρετα ή όχι, ότι με αποφάσεις της στιγμής και «γιουρούσια» θα προκύψει κάτι ουσιαστικό. Προτάσεις για ψηφοφορίες στο fb, για συλλογές υπογραφών για δημοψήφισμα, για διαλέξεις και αναλύσεις, για πρόχειρα οργανωμένες μαζώξεις και τα παρόμοια, θα θεωρούνται φτηνές δικαιολογίες λιποταξίας  από τον αγώνα, που από εδώ και πέρα θα πρέπει να είναι οργανωμένος και θα πρέπει να έχει μια και μοναδική κατεύθυνση: ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ  και συστράτευση.
Και τούτο διότι μόνον μέσω της πολιτικής στις συγκεκριμένες συνθήκες μπορούν να παραχθούν ουσιαστικά αποτελέσματα. Ένας λόγος παραπάνω όταν έχεις να αντιμετωπίσεις μια Κυβέρνηση ατόμων με σταλινικές καταβολές και νοοτροπίες, που δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή για την λαϊκή βούληση. Το διαπιστώσαμε ξεκάθαρα το προηγούμενο διάστημα πόσο επηρεάστηκαν από τις εκατοντάδες χιλιάδες του λαού που συμμετείχε στα συλλαλητήρια, από τις συνεχείς δημοσκοπήσεις που έδειχναν ότι το 70-80% των Ελλήνων ήσαν εναντίον της παράδοσης του ονόματος στα Σκόπια. Όχι μόνον δεν «ίδρωσε το αυτί τους», αλλά προχώρησαν στην κατάπτυστη συμφωνία των Πρεσπών.
Στο σημείο αυτό οφείλουμε να επιμείνουμε λίγο παραπάνω στο θέμα αυτό και να περιγράψουμε μια γενικότερη νοοτροπία που πιστεύω ότι καλλιεργήθηκε σκόπιμα, την αποφυγή συμμετοχής στην πολιτική. Όλοι έχουμε ακούσει τα τελευταία χρόνια από γνωστούς και φίλους εκφράσεις του τύπου «σιγά μη μπλέξω με τους απατεώνες και τα λαμόγια». Τα αποτελέσματα τα ζήσαμε στο πετσί μας. Από την στιγμή που σοβαροί, αξιόλογοι και σωστοί πολίτες απέφευγαν να ασχοληθούν με τα κοινά, καταλήξαμε στους Τσίπρες, τους Φίληδες, τους Κοτζιάδες, τους Λαφαζάνηδες, τους Βούτσηδες, τους Καρανίκες και την κυρα-Τασία, άτομα με ιδεοληψίες, απύθμενα συμπλέγματα, περιθωριακούς, που μισούν την Ελλάδα, που βολεύτηκαν σε υπουργικές και βουλευτικές καρέκλες και οι οποίοι θα κάνουν τα πάντα για να μη τις χάσουν. Όλος αυτός ο συρφετός μια γλώσσα καταλαβαίνει: Την γλώσσα των αριθμών στις ψηφοφορίες της Βουλής. Τίποτε άλλο.
Να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα: Πολιτικοποίηση δεν σημαίνει ότι πρέπει οπωσδήποτε να βάλουμε άμεσα υποψηφιότητα με ένα κόμμα. Σημαίνει ότι οφείλουμε να ενταχθούμε σε κάποιον πολιτικό φορέα, αφού πρώτα συγκεντρώσουμε πληροφορίες γι’ αυτόν και κυρίως αφού εξετάσουμε τα πρόσωπα που συμμετέχουν, διότι στην «πιάτσα» κυκλοφορούν πολλά «χρώματα και αρώματα» και πολιτικούς απατεώνες και διάφορους «βαρεμένους» θα συναντήσουμε πολλούς. Χρειάζεται προσοχή, αλλά αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία. Προσωπικά θεωρώ ότι εκείνο που πρέπει πρωταρχικά να αποφύγουμε είναι τους επαγγελματίες πολιτικούς. Αυτοί οδήγησαν την χώρα εδώ που φτάσαμε. Θα την ήταν εντελώς παράλογο να πιστέψουμε ότι αυτοί θα μπορέσουν να μας «σώσουν».
Κλείνω με μια επισήμανση. Οι παλιές βολικές εποχές που κατηγορούσαμε τα κόμματα και τους πολιτικούς, αλλά τρέχαμε με την πρώτη ευκαιρία σ’ αυτούς για ρουσφέτια, έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Για τους συνειδητούς πατριώτες αυτά έχουν λήξει.
Η συρρικνωμένη παραγωγική βάση, η παραπαίουσα οικονομία, ο εφιάλτης του δημογραφικού, ο κατακλυσμός της λαθρομετανάστευσης, η διαλυμένη κοινωνική συνοχή και η νοοτροπία «ο καθένας για τον εαυτό του και ο Θεός για όλους» είναι καταστάσεις που γιγαντώνονται διαρκώς και απειλούν να μας εξαφανίσουν ως έθνος. Η Ιστορία είναι γεμάτη από εξαφανισμένους λαούς και έθνη. Δεν θα είμαστε οι πρώτοι, ούτε οι τελευταίοι, εάν δεν αλλάξουν ριζικά, σχεδόν τα πάντα, στην χώρα μας. Και αυτό δεν πρόκειται να γίνει με τα παλιά κόμματα. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη στην Βουλή που θα προκύψει από τις επερχόμενες εκλογές να υπάρξουν γνήσιες πατριωτικές δυνάμεις, που σύντομα πρέπει να αναδειχθούν σε πλειοψηφικό ρεύμα στην κοινωνία.
Ο χρόνος που διαθέτουμε λιγοστεύει απελπιστικά. Ας κάνουμε το καθήκον μας απέναντι στις γενιές που έρχονται, ώστε να ζήσουν σε μια Ελλάδα αναγεννημένη.
«Οι καιροί ου μενετοί» είχε γράψει πριν από αιώνες ο σπουδαίος Θουκυδίδης. Ας τον ακούσουμε…

1 Φεβρουαρίου 2019

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2018

Η μνησίκακη εξουσία του ΣΥΡΙΖΑ



«Ήδη τώρα καταστρέφουμε τις συνήθειες της σκέψης που έχουν επιζήσει από την προεπαναστατική εποχή. Σπάσαμε τους δεσμούς που ένωναν τους γονείς με τα παιδιά, τους άντρες με τους άντρες, τον άντρα με τη γυναίκα. Κανένας δεν τολμά πια να εμπιστευτεί τη γυναίκα του, το παιδί του ή τον φίλο του. Στο μέλλον όμως δεν θα υπάρχουν ούτε γυναίκες, ούτε φίλοι. Τα παιδιά, θα τα παίρνουμε από τη μητέρα τους μόλις γεννιούνται, όπως παίρνει κανείς τα αβγά από την κότα. Η αναπαραγωγή θα είναι μια ετήσια τυπική διαδικασία όπως η ανανέωση του δελτίου τροφίμων (…) Δεν θα υπάρχει γέλιο, παρά μόνο το γέλιο του θριάμβου για κάποιο νικημένο εχθρό». 
Τζωρτζ Όργουελ, "1984"
Η μνησίκακη εξουσία του ΣΥΡΙΖΑ
Πρόσφατα οι Τσόμσκι, Μπαντιού, Ταρίκ Αλί, Μελανσόν, βουλευτές των κομμάτων Ποδέμος και Ντι Λίνκε συνυπέγραψαν μια καταγγελία-διαμαρτυρία που δημοσίευσαν στη Λιμπερασιόν, προτρέποντας τον κόσμο να συνειδητοποιήσει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανήκει στην Αριστερά και εφαρμόζει πολιτικές που προσομοιάζουν στην Άκρα Δεξιά. 
Οι μάσκες για το κυβερνητικό μόρφωμα έχουν πέσει από καιρό, όμως οι παραπάνω προσωπικότητες, ως άλλοι… Αλαβάνοι, βάζουν την ταφόπλακα στις όποιες αριστερές ψευδαισθήσεις κάποιων. Η δήλωση αυτή είναι σημαντική, επειδή δεν κάνει αριστερή κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά τον μεταφέρει, όσον αφορά στην πολιτική του, στο ακροδεξιό φάσμα, σαφώς σε μια μεταμοντέρνα εκδοχή.

Η καταγγελία είναι εκκωφαντική και εύστοχη. Ακτινογραφεί τον πυρήνα της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ψίχας του ΣΥΡΙΖΑ, αναδεικνύοντας και τις ψυχολογικές διαστάσεις του, από τη στιγμή που το 3% του μηδενιστικού Συνασπισμού της Αριστεράς έγινε κυβέρνηση.
Η συμπεριφορά των εξουσιαστών του ΣΥΡΙΖΑ στηρίζεται κατά βάση σε ένα συναίσθημα μνησικακίας, που φύτρωσε σε ανανεωτικές, ψευδοεπαναστατικές ομάδες αριστερής «πρωτοπορίας», τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Η «ταξική μεροληψία» των φαφλατάδων του ΣΥΡΙΖΑ απέχει πάρα πολύ από την αντίληψη των λαϊκών τάξεων για τις ανισότητες που υφίστανται. Απέχει, το ίδιο πολύ, από την αυθόρμητη αντίδραση του λαού για τον εξευτελισμό και την αδικία που νιώθει και η οποία πήρε ποικίλες μορφές τα μνημονιακά χρόνια, αλλά κορυφώθηκε με την αγωνία του για την εθνική του υπόσταση και ανεξαρτησία.

Η ταξική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ πηγάζει από τη δίψα για εξουσία των κοινωνικών τάξεων που θέλουν να ελέγξουν πνευματικά και κοινωνικά τον λαό. Πολλές φορές είναι εμποτισμένη από φθόνο και ρεβανσισμό. Μοιάζει, θαρρείς, η κυβερνητική παρωδία, μια σκηνοθετημένη δικαίωση «αριστερών» πόθων, χειραγωγημένη από το ίδιο το καθεστώς κυριαρχίας, που για χρόνια καθηλώνει την πατρίδα μας σε καθεστώς παρασιτικής εξάρτησης και εθνικής υποδούλωσης. Η προϊούσα αλλοτρίωση της αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ και η εκδικητική της μυρωδιά συμβαδίζει απόλυτα με τη λογική των συστημάτων εξουσίας που υποτίθεται πολεμάει και καταλήγει να τα δυναμώνει ακόμα περισσότερο. Ενώ, παράλληλα, χειρίζεται και συντηρεί κατάλληλα τη μισάνθρωπη Χ.Α. για να έχει έτοιμο τον μπαμπούλα ως μπαλαντέρ στο μανίκι.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ότι συντάσσεται με τους φτωχούς, αλλά επιτίθεται στον λαό και στην κοινωνία, καθώς η εξουσία του πηγάζει από υπεροψία και ένα συνεχές μεταπολιτευτικό ανάθεμα. Οι αυθεντικές εξεγέρσεις και η επιθυμία να ελευθερώσεις τον λαό δεν πηγάζουν από δηλητηριασμένες πηγές, αλλά από αυτό που ο Όργουελ ονόμαζε «γενναιόδωρο θυμό», στις αναφορές του στον Ντίκενς. Αντίθετα, οι ΣΥΡΙΖΑΙΟΙ, παρέα με τα δήθεν αντιεξουσιαστικά μπάχαλά τους, διακατέχονται από «μίσος ταξικό», έτσι ώστε να μπορούν να μισούν τον λαό. Θεωρούν ότι με τον τρόπο αυτό αρνούνται τον δεσποτισμό της συντηρητικής κοινωνίας, αλλά στην ουσία αποτελούν απλώς το φωτογραφικό αρνητικό του.

Τα κοινωνικά στρώματα που μεγάλωσαν μέσα στην εκσυγχρονιστική αριστερά, βουτηγμένα στην κραιπάλη μιας στρεβλής μεταπολιτευτικής ελαφρότητας και στην αντίδραση για την αντίδραση, μπορεί να είχαν ρίζες στη μισθωτή εργασία, αλλά, μαζί με τα παιδιά τους, δημιούργησαν μια νέα «αντιεξουσιαστική» αριστοκρατία της εξουσίας. Μπορεί τα πρώιμα χρόνια τους να ήταν λιγότερο ευάλωτοι στις καταναλωτικές αξίες και στην επιρροή του κέρδους, αλλά φάνηκε εντέλει να είναι περισσότερο διψασμένοι για καρέκλα και δύναμη και περισσότερο μεθοδικά σπουδαγμένοι, ώστε να φιμώνουν κάθε αντίσταση με την κοινωνική μηχανική τους. Τα μίζερα χρόνια της δικής τους «μεταπολίτευσης» φαίνεται να παίρνουν εκδίκηση τα τελευταία τέσσερα χρόνια, για κάθε πραγματικό ή φανταστικό εξευτελισμό που νόμιζαν ότι έχουν υποστεί στα στέκια των Εξαρχείων και του Κολωνακίου.

Η δίψα και το ναρκωτικό της εξουσίας είναι βασικό εμπόδιο για μια πατρίδα και μια κοινωνία ελεύθερη, δίκαιη και αξιοπρεπή. Η κυβέρνηση αυτή είναι εμπόδιο σε κάθε προοπτική να απελευθερωθεί ο ηθικός και γενναιόδωρος θυμός του ελληνικού λαού μας, δημιουργώντας την ελπίδα (επ)Ανάστασής του.

του Δημήτρη Ναπ. Γιαννάτου από την Ρήξη φ. 149





Δευτέρα 28 Μαΐου 2018

Εντυπωσιακές θέσεις του ΚΚΕ για το Σκοπιανό!


ΚΚΕ: Δεν υπάρχει «μακεδονική» 
γλώσσα και εθνότητα!
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης
  
Στο πρόσφατο φύλλο του «Ριζοσπάστη» που κυκλοφόρησε το Σαββατοκύριακο 26-27 Μαΐου 2018 (https://www.rizospastis.gr/story.do?id=9857817
δημοσιεύεται εντυπωσιακό άρθρο που αποκαλύπτει ένα κείμενο του Πολιτικού Γραφείου το οποίο είχε συζητηθεί εσωκομματικά στην Οργάνωση Περιοχής της Δυτικής Μακεδονίας, το 1995.

Σύμφωνα με το κείμενο αυτό, που βλέπει το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά, αναφέρονται τα εξής εκπληκτικά:

1. Είναι αντι-ιστορικοί και αvτι-επιστημονικοί οι ισχυρισμοί περί ύπαρξης χωριστής και μάλιστα ενιαίας «μακεδονικής» γλώσσας. 

2. Η εθνολογική σύνθεση της επίμαχης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας δεν τεκμηριώνει επιστημονικά τους ισχυρισμούς περί ύπαρξης χωριστής «μακεδονικής» εθνότητας. Τέτοια εθνότητα δεν υπήρξε ποτέ. 

3. Η θέση του ΚΚΕ για «ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη» (στο πλαίσιο της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας) ήταν λαθεμένη, αφού δεν ανταποκρινόταν πια στην πραγματικότητα (όπως λαθεμένη ήταν και η θέση της 5ης Ολομέλειας του 1949). 

4. Οι Γιουγκοσλάβοι του Τίτο προωθούσαν την ιδέα να χαρακτηρίσουν τους κατοίκους του γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας χωριστή «μακεδονική» εθνότητα (οι οποίοι ζούσαν όχι μόνο στο γιουγκοσλαβικό κομμάτι της Μακεδονίας, αλλά και στο ελληνικό και στο βουλγαρικό), που θα είχε το δικαίωμα να διεκδικήσει στο μέλλον ανεξάρτητη εθνική υπόσταση. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε μια προσπάθεια αναδρομικής ερμηνείας όλης της ιστορίας του Μακεδονικού χώρου, για να θεμελιωθεί η θεωρία της χωριστής «μακεδονικής» εθνότητας, με χωριστή γλώσσα, καταγωγή και ιστορία. Ουσιαστικά πρόκειται για συστηματική πλαστογράφηση της Ιστορίας, που μεταφέρθηκε και σε χώρες υποδοχής μεταναστών (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία). 

5. Για το «Ουράνιο Τόξο»: Το επικίνδυνο είναι ότι η κίνηση αυτή εξυπηρετεί αντικειμενικά τα αποσταθεροποιητικά σχέδια των ιμπεριαλιστών στην περιοχή, οι οποίοι την κατευθύνουν και την ενισχύουν πολύμορφα (οικονομικά και πολιτικά). Οι περισσότεροι από αυτούς που ακολουθούν την κίνηση αυτή είναι άτομα καταπιεσμένα και παρασυρμένα. Όμως, τα ηγετικά της στελέχη, πολλά με ύποπτο πολιτικό παρελθόν, παίζουν ρόλο ύποπτο, δεν κρύβουν τις διασυνδέσεις τους με τους Αμερικανούς. 

6. Η αλήθεια είναι ότι γίνεται μια συνειδητή προσπάθεια να διαμορφωθεί σ' ένα τμήμα των Σλαβόφωνων «μακεδονική» εθνική συνείδηση. Είναι μια προσπάθεια που συνειδητά επιδιώκει να δημιουργήσει προβλήματα, στο πλαίσιο της πολιτικής του «διαίρει και βασίλευε». Τελευταία, μάλιστα, λανσάρεται, από κύκλους των ΗΠΑ, της Ευρωπαϊκής Ενωσης και με τα ψηφίσματα της ΔΑΣΕ η ιδέα του «αυτοπροσδιορισμού». Όμως, υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια που προσδιορίζουν σε ποιο έθνος ή σε ποια πληθυσμιακή ομάδα ανήκει κάποιος. 

7. Τυχόν αναγνώριση «μακεδονικής» εθνικής μειονότητας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, θα αποτελέσει, το πρώτο βήμα για την αμφισβήτηση των συνόρων και του εδαφικού status στην περιοχή (κάτι, άλλωστε, που ορισμένοι το λένε ανοιχτά).

Έχουμε ειλικρινά εντυπωσιασθεί με τις τοποθετήσεις αυτές του ΚΚΕ, για τις οποίες, αυτοί που τις υποστηρίζαν εδώ και χρόνια, είχαν στοχοποιηθεί ως ακραίοι, εθνικιστές και όλα τα σχετικά. 

Είμαστε πάντως περίεργοι τι θα πουν για τις θέσεις αυτές οι τοπικοί σκοπιανολάγνοι και κυρίως οι επικεφαλής τους, οι οποίοι υποστηρίζουν τα ακριβώς αντίθετα, όντας κυρίως ακροαριστεροί εθνομηδενιστές, το δε ενδιαφέρον τους για τους «ντόπιους» ήταν το φύλλο συκής για να προπαγανδίζουν τις αρρωστημένες ιδέες τους. 
Όπως αποδείχθηκε σε αρκετές περιπτώσεις δεν έδιναν δεκάρα τσακιστή για τους ντόπιους, αλλά ενδιαφέρονταν μόνον για τις απολαβές τους και τα ταξιδάκια στο εξωτερικό (το ότι αγνοούν το τοπικό ιδίωμα και μιλούν σκοπιανά, κάτι σημαίνει) και είναι βέβαιο ότι η έκφραση του γνωστού προβληματικού Δημάρχου Θεσσαλονίκης: “I don’t give a shit” τους εκφράζει απόλυτα.

ΔΕΕ


Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

Ευτελισμός...


Ευτελισμός…
Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα
Κωστής Παλαμάς, «Ο δωδεκάλογος του γύφτου»


Πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση του βιβλίου του Ν. Μέρτζου για το «μακεδονικό», όπως επιμένει να αποκαλεί το «Σκοπιανό» ο άλλοτε ανένδοτος «υπερασπιστής» της Μακεδονίας, στο αμφιθέατρο του Υπ. Εξωτερικών την Τρίτη 27 Μαρτίου 2018.


            Παρουσιαστές του βιβλίου ήσαν:
1.      Ο ΥΠ.ΕΞ. Ν. Κοτζιάς, ο οποίος έχει κατ’ επανάληψη δηλώσει ότι πρέπει να κλείσει το θέμα με σύνθετη ονομασία εκχωρώντας το όνομα Μακεδονία στα Σκόπια και δηλώνει θρασύτατα ότι «δεν είναι πατριωτισμός να αρνείσαι το δικαίωμα στην άλλη πλευρά να είναι και αυτή περήφανη για τη δικιά της ιστορία την πραγματική και να ταυτίζεται με τον δικό της πολιτισμό», αποδεχόμενος τις σκοπιανές επιδιώξεις και την προπαγάνδα τους, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι μπορούν να είναι περήφανοι για την Ιστορία των αρχαίων Ελλήνων Μακεδόνων και ότι τους ανήκει η πολιτιστική τους παρακαταθήκη!
2.    Ο Ε. Βενιζέλος, ο οποίος είχε δηλώσει πρόσφατα (1 Φεβρουαρίου 2018) σε Ρ/Φ εκπομπή ότι πρέπει «Να προχωρήσει η κυβέρνηση στην επίλυση του Σκοπιανού με βάση τη διαμορφωμένη εδώ και 25 χρόνια εθνική γραμμή της σύνθετης ονομασίας erga omnes για όλες τις χρήσεις» ψευδόμενος ασύστολα δεδομένου ότι η εθνική γραμμή πριν από 25 χρόνια ήταν «ΟΧΙ στην παραχώρηση της ονομασίας Μακεδονίας και των παραγώγων της» και
3.    Ο απίθανος Στ. Θεοδωράκης, ο οποίος μιλώντας στον Real Fm 97,8 στις 25-1-2018 υπογράμμισε ότι «το Ποτάμι έχει ξεκάθαρη θέση επί του θέματος και από την πρώτη στιγμή έχει μιλήσει για μια σύνθετη ονομασία, η οποία θα περιλαμβάνει τον όρο Μακεδονία» και ότι «Είναι τουλάχιστον εκτός πραγματικότητας να λες σήμερα ότι μπορεί να υπάρξει μια ονομασία σε αυτό το κράτος χωρίς καμία αναφορά στη λέξη "Μακεδονία"».  


Στην διάρκεια της βιβλιοπαρουσίασης ακούστηκαν εκ μέρους του Ν. Κοτζιά απίστευτα επιχειρήματα και τοποθετήσεις που βάζουν σε σκέψεις για το τι είναι έτοιμοι να παραχωρήσουν όλοι αυτοί της παρέας των "προθύμων" και "λογικών":
«Δεν μπορεί η ισχυρή Ελλάδα με την μακραίωνη ιστορία της, να φοβάται να κάνει ένα συμβιβασμό με ένα μικρό κράτος που δεν έχει βρει ακόμα την ταυτότητά του και να φοβάται να επιδείξει ευθύνη στην περιοχή» είπε ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς αναφερόμενος στην «λύση» που συνεχίζει να προωθείται με το έτσι θέλω παρά την αδιαλλαξία των Σκοπίων τα οποία αρνούνται τις συνταγματικές αλλαγές. Συνταγματικές αλλαγές που χωρίς αυτές είναι αδύνατη ακόμα και η όποια συζήτηση. Πρέπει να αλλάξει, ταυτότητα, γλώσσα, ιθαγένεια και να απαλοιφτούν τα αλυτρωτικά άρθρα με βάση τα οποία στο μέλλον τα Σκόπια θα έχουν ακόμα και εδαφικές βλέψεις προς ελληνικές περιοχές.
Πρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα τι θέλουμε από τη βόρειο γείτονά μας, μία χώρα σταθερή ή μία χώρα που να αποτελεί κομμάτι της δαγκάνας της Τουρκίας στην περιοχή με τρόπο που να αυξάνει την εχθρότητα απέναντι μας»
«Θέλουμε να τελειώνουμε με τα πυροδοτήματα της Ιστορίας που μας κρατούν φυλακισμένους. Εμάς μας συμφέρει μία περιοχή που θα αναπτύσσεται οικονομικά και θα αναπτύσσεται μαζί μας βγαίνοντας από την κρίση».
«Πιστεύω ότι ο καλός έντιμος συμβιβασμός θα συμβάλει στον πολλαπλασιασμό των σχέσεών μας με αυτό το κράτος, στη σταθερότητα και ασφάλεια στην περιοχή, στη διεθνή αναβάθμιση της Ελλάδας και θα μας φέρει πιο κοντά με τους άλλους λαούς της περιοχής. Θέλουμε μία θετική ατζέντα που να δίνει προοπτική στους λαούς μας»
Τέλος ολοκληρώνοντας ο υπουργός Εξωτερικών, υπογράμμισε ότι: «πατριωτισμός σημαίνει μία σύνθετη ονομασία που να ισχύει για όλους και για όλες τις σχέσεις, δηλαδή και για το εσωτερικό, να ισχύει και να εκφράζεται αυτό και από τη διεθνή συμφωνία που θα κάνουμε στον ΟΗΕ και από την διακρατική συμφωνία και από τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στο σύνταγμά τους.
Αποσαφήνισε δε ότι «δεν πρέπει να αφήσουμε στο μέλλον να γεννηθούν καινούρια προβλήματα. Διότι χωρίς erga omnes θα έχουμε επενδύσει σε μελλοντικές τριβές καθημερινότητας που θα συσσωρεύσουν πολύ περισσότερα προβλήματα από αυτά που έχουμε σήμερα» τονίζοντας επίσης ότι «η αλλαγή του συντάγματος είναι αναγκαία όχι μόνο για τη δική μας εξασφάλιση αλλά και για τη δική τους».



Ειδικώς για τον συγγραφέα επαληθεύονται μέχρι κεραίας τα όσα είχαν αναφερθεί σε άρθρο τον Ιούνιο του 2017 με τίτλο "Ο άνθρωπος των Μητσοτάκηδων και πολλών άλλων..." εδώ: 



Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

Το κατάπτυστο κείμενο ενός ελληνόφωνου...


Ο Σωτήρης Βαλντέν γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Σπούδασε οικονομικά στη Σουηδία και το Παρίσι και έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 1996 ως το 2014 υπήρξε στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ασχολήθηκε κυρίως με την πολιτική διεύρυνσης. Έχει διατελέσει επισκέπτης καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, γενικός γραμματέας διεθνών οικονομικών σχέσεων στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και σύμβουλος στο ίδιο Υπουργείο και στο Υπουργείο Εξωτερικών. Διδάσκει στο Ινστιτούτο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Ελευθέρου Πανεπιστημίου των Βρυξελλών. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων και άρθρων, τα περισσότερα γύρω από θέματα Βαλκανίων, διεύρυνσης της ΕΕ και ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι "Ευρώπη, ελληνική κρίση και δημοκρατική αριστερά" (Πόλις 2014). Συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα και υπήρξε στέλεχος του «Ρήγα Φεραίου», του ΚΚΕ Εσωτερικού, της ΕΑΡ και του ΣΥΝ ως τη δεκαετία του ’90. Κατά την περίοδο Σημίτη προσχώρησε στο ΠΑΣΟΚ. Το 2012-15 στήριξε τη ΔΗΜΑΡ, της οποίας υπήρξε και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής. Σήμερα είναι ανένταχτος και στηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ο εν λόγω ελληνόφωνος και βολεμένος νεο-αριστερός πολιτικός γυρολόγος είχε το θράσος να δημοσιοποιήσει το παρακάτω εμετικό κείμενο, το οποίο ούτε ο Γκρούεφσκι δεν θα τολμούσε να γράψει! Αυτοί οι κοσμοπολίτες βολεψάκηδες, παντελώς άσχετοι με το θέμα, όπως αποδεικνύουν οι ουρανομήκεις ανοησίες του κειμένου, έχουν άποψη για την Μακεδονία και τι άποψη! Φταίει η Ελλάδα και ο εθνικισμός...
ΔΕΕ


Λύση τώρα στο Μακεδονικό!
Σωτήρης Βαλντέν

Ομολογώ πως γράφω σήμερα αυτές τις γραμμές με κάποιο αίσθημα απελπισίας. Τα επιχειρήματα γύρω από το σύγχρονο Μακεδονικό έχουν όλα εκτεθεί επανειλημμένα, ήδη από τη δεκαετία του 1990. Τίποτε το νέο επί της ουσίας δεν υπάρχει να προστεθεί. Όμως, όπως πολλοί άλλοι, αισθάνομαι την υποχρέωση να επανέλθω στα χιλιοειπωμένα, γιατί απλούστατα η σιωπή θα ήταν ανοχή και συνενοχή στην εθνικιστική υστερία που ξέσπασε για πολλοστή φορά στον τόπο μας. Θα επαναλάβω λοιπόν ορισμένα βασικά σημεία για την ουσία ενός ιστορικά μεν πολύπλοκου ζητήματος, που σήμερα όμως είναι κατά τη γνώμη μου απλό:

Απειλή κατά της Ελλάδας από το σημερινό γειτονικό κράτος, άμεση ή έμμεση, δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει, όποιο όνομα και να φέρουν, σε πείσμα της επίσημης ελληνικής θέσης. Τα Σκόπια δεν έχουν εδαφικές διεκδικήσεις εναντίον μας. Εθνικισμός υπάρχει, όπως παντού στα Βαλκάνια, αλλά τα περί κληρονομιάς του Μέγα Αλέξανδρου δεν απειλούν τη χώρα μας ούτε την ταυτότητά μας. Εξάλλου, η σημερινή σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της γείτονος απορρίπτουν τις σαχλαμάρες αυτές. Και οι όποιες αλυτρωτικές διατυπώσεις υπήρχαν στο Σύνταγμά τους έχουν προ πολλού τροποποιηθεί, προς πλήρη ικανοποίηση της Ελλάδας.

Αλλά και αν ακόμα επικρατούσε ο εθνικισμός στη γείτονα, οι συσχετισμοί, στρατιωτικοί, οικονομικοί και δημογραφικοί ανάμεσα στις δύο χώρες, όπως και τα αντίστοιχα διεθνή τους στηρίγματα, καθιστούν αδύνατη μια απειλή εναντίον μας. Το ίδιο και η εθνοτική σύνθεση της ελληνικής Μακεδονίας, όπου κυριαρχεί εδώ και δεκαετίες συντριπτικά το ελληνικό στοιχείο. Συνεπώς, όλη η φιλολογία για το όνομα και τον αλυτρωτισμό (υπαρκτό ή φαντασιακό) θα έπρεπε ίσως να απασχολεί τους ιστορικούς και τους εκπαιδευτικούς των δύο χωρών, όχι όμως να δηλητηριάζει τις διακρατικές μας σχέσεις.

Αν η γειτονική Μακεδονία δεν αποτελεί και δεν μπορεί να αποτελέσει απειλή για την Ελλάδα, το ίδιο δεν ισχύει για το αντίστροφο. Η άκρως επιθετική και αδιάλλακτη πολιτική της Αθήνας τα τελευταία 30 σχεδόν χρόνια απέναντι στο νέο αυτό κράτος το έχει βλάψει και εξακολουθεί να το βλάπτει σοβαρά, συμβάλλει δε στην υπονόμευση της σταθερότητας και της συνοχής του.

Να θυμίσουμε ότι η Ελλάδα εφάρμοσε δυο φορές παράνομα και επώδυνα για τη γείτονα οικονομικά εμπάργκο. Μάλιστα, με το εμπάργκο πετρελαίου τον χειμώνα του 1992 ο γειτονικός λαός κόντεψε κυριολεκτικά να παγώσει. Η Αθήνα είναι το μόνιμο εμπόδιο στο δρόμο των Σκοπίων προς την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, με αποκορύφωμα το περίφημο βέτο του Βουκουρεστίου που αποτέλεσε κατάφωρη παραβίαση της ενδιάμεσης συμφωνίας που είχαμε οι ίδιοι υπογράψει. Για το βέτο αυτό καταδικασθήκαμε από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης που απέρριψε και όλες της αιτιάσεις μας κατά των Σκοπίων. Και βέβαια η χώρα μας συνεχίζει να αγνοεί την απόφαση του Δικαστηρίου, την ώρα που επικαλούμαστε το διεθνές δίκαιο στις διαφορές μας με την Τουρκία.
Η γειτονική Μακεδονία είναι ένα αδύναμο, αλλά και εύθραυστο κράτος. Η ισορροπία ανάμεσα στις κύριες εθνοτικές του ομάδες είναι επισφαλής και οι αποσχιστικοί πειρασμοί των Αλβανών ισχυροί, με δεδομένη και τη γειτνίαση Κοσόβου και Αλβανίας. Φράζοντας τον δρόμο των Σκοπίων προς την ευρωπαϊκή και ατλαντική ολοκλήρωση ενισχύουμε αυτούς τους πειρασμούς. Και επιδιώκοντας την αποδόμηση της μακεδονικής εθνότητας, ενισχύουμε τον εθνικισμό και υπονομεύουμε τη σταθερότητα της χώρας. Όμως, τυχόν αποσταθεροποίηση και παραπέρα αλλαγές συνόρων στη γειτονιά μας είναι αντίθετα και προς το δικό μας εθνικό συμφέρον. Γι’ αυτό και η Ελλάδα επισήμως τα απεύχεται, στην πράξη όμως συχνά τα υποδαυλίζει.

Η Ελλάδα δεν έχει κάποιο copyright για τη λέξη Μακεδονία. Αυτό είναι προφανές στη γεωγραφία, αλλά όχι μόνο. Η ιδιοκτησία αρχαίων κρατών και πολιτισμών από σύγχρονα έθνη, αποτελεί μεν ιδεολόγημα των εθνογενέσεων, όχι όμως σύγχρονη αντίληψη. Εξάλλου, το «Μακεδονία» είναι συστατικό στοιχείο και ενός νέου έθνους που διαμορφώθηκε τον 19ο και τον 20ό αιώνα, διαφοροποιούμενο έτσι από το βουλγαρικό.

Η μονοπώληση της λέξης Μακεδονία από τα Σκόπια ή και από την Αθήνα, προκαλεί φυσικά προβλήματα και συγχύσεις στις σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες και ιδιαίτερα βέβαια στους γείτονες, για τους οποίους η λέξη αυτή είναι θεμελιώδης για την εθνοτική τους ταυτότητα, κάτι που δεν ισχύει για μας. Γι’ αυτό και πρέπει να αποφεύγεται, πολλώ μάλλον που οι σχέσεις μας είναι ιστορικά βεβαρημένες. Συνεπώς σ’ αυτή τη βάση, της αμοιβαίας μη μονοπώλησης, πρέπει να αναζητηθούν λύσεις στα σημερινά προβλήματα.
Η απαίτηση για αλλαγή του συνταγματικού ονόματος της γείτονος μπορεί να αιτιολογηθεί in extremis στο παραπάνω πλαίσιο, αν και η απαγόρευση σε έναν λαό να αυτοπροσδιορίζεται αποτελεί διεθνή πρωτοτυπία. Σε κάθε περίπτωση μια τέτοια αλλαγή, εννοείται με μια σύνθετη ονομασία που θα περιλαμβάνει την επίμαχη λέξη, αποτελεί σήμερα τον ρεαλιστικό συμβιβασμό. Αντίθετα, η μετονομασία της μακεδονικής γλώσσας και του μακεδονικού έθνους, δεν εντάσσεται στο πλαίσιο αυτό: η Ελλάδα δεν διεκδικεί κάποια μακεδονική γλώσσα ούτε και κάποιο μακεδονικό έθνος (αντίθετα, εμείς πάντα επαιρόμαστε για το ενιαίο του ελληνικού έθνους).

Ο ελληνικός εθνικισμός χρησιμοποιεί σήμερα δύο συμπληρωματικές τακτικές στο μακεδονικό:


Στην πιο ακραία του εκδοχή, διεκδικεί ρητά το μονοπώλιο της Μακεδονίας και απορρίπτει τη σύνθετη ονομασία, υπαναχωρώντας έτσι από την επίσημη ελληνική θέση που υιοθετήθηκε ήδη το 1993. Αυτή είναι η γραμμή των συλλαλητηρίων του εθνικού μίσους, αυτή είναι η θέση του Πάνου Καμμένου, σ’ αυτή τη γραμμή διολίσθησε πλέον και η Νέα Δημοκρατία. Πρόκειται φυσικά για μια στάση που καθιστά αδύνατη κάθε συμφωνία με τη γείτονα, εν αναμονή προφανώς της διάλυσής της, στην οποία και προσπαθεί να συμβάλλει.

Μια πιο «έξυπνη» τακτική, που οδηγεί όμως στις ίδιες συνέπειες, είναι ο υπερτονισμός του ζητήματος του αλυτρωτισμού. Απαιτώντας παράλογα πράγματα που είναι αδύνατα στην πραγματικότητα της γειτονικής χώρας, ή, και αν ήταν δυνατά, θα τραυμάτιζαν βαθειά την εθνική τους ταυτότητα, θα οδηγούσαμε τις διαπραγματεύσεις σε ναυάγιο, ισχυριζόμενοι πως η ευθύνη για το ναυάγιο βαρύνει την άλλη πλευρά. Αυτή η δεύτερη τακτική φαίνεται πως κρατείται σε εφεδρεία και από όσους σήμερα μεν δηλώνουν πως θέλουν λύση, είναι όμως έτοιμοι να υπαναχωρήσουν, στην πρώτη δυσκολία. Εξάλλου και όσοι επιδιώκουν πραγματικά λύση, αλλά ανεβάζουν τον πήχη του αλυτρωτισμού για διαπραγματευτικούς λόγους, κινδυνεύουν να καταστούν τελικά όμηροι αυτής της αδιέξοδης τακτικής.

Αποτελεί κοινό τόπο η διαπίστωση ότι οι επαναλαμβανόμενες εθνικιστικές εξάρσεις στο Μακεδονικό, όπως και σε άλλα λεγόμενα «εθνικά θέματα», υποδαυλίζονται και συντηρούνται από ένα άρρωστο πολιτικό σύστημα. Κόμματα επιδιώκουν εκλογικά οφέλη ψαρεύοντας στα θολά νερά του εθνικισμού, ενώ άλλα δειλιούν μπροστά στο φόβο του «πολιτικού κόστους», πάντα σε βάρος του συμφέροντος της χώρας.

Στη σημερινή συγκυρία, ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να ξεφεύγει από αυτές τις συμπεριφορές, αφού ανέλαβε μια θαρραλέα πρωτοβουλία για λύση. Οι κατηγορίες πως ο Τσίπρας δήθεν «ξέθαψε ξαφνικά» το Μακεδονικό για να δυσκολέψει τους αντιπάλους του δεν στέκουν. Ο καθένας καταλαβαίνει πως οι πολιτικές αλλαγές στα Σκόπια δημιούργησαν ένα μοναδικό «παράθυρο ευκαιρίας» για επίλυση του χρονίζοντος προβλήματος και πως η επίλυση επείγει με δεδομένη την κατάσταση στη γειτονιά μας. Είναι ολοφάνερο πως η κυβερνητική πρωτοβουλία αντιστοιχεί στο εθνικό μας συμφέρον και πως ο Ζάεφ δεν ήρθε στην εξουσία για να διευκολύνει κομματικά τον Τσίπρα. Έπειτα, η πρωτοβουλία που αναλήφθηκε, προκαλεί εσωτερικά προβλήματα όχι μόνο στους αντίπαλους της κυβέρνησης, αλλά και στην ίδια, με δεδομένη την γνωστή διαφωνία των ΑΝΕΛ.
Δυστυχώς, η εικόνα των υπολοίπων κομμάτων είναι από απογοητευτική μέχρι τραγική:
Αναμενόμενη είναι φυσικά η στάση των ΑΝΕΛ που βρήκαν ευκαιρία να ψαρέψουν στη δεξαμενή των δεξιών εθνικιστών, σάρκα εκ της σαρκός τους, ελπίζοντας έτσι να περισωθούν εκλογικά. Και βέβαια η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει το πόσο όλο και πιο αφύσικη γίνεται μια συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μετά το τέλος του αντιμνημονιακού αγώνα.
Έκπληξη αποτελεί αντίθετα η στάση του Κυριάκου Μητσοτάκη που, αφού αρχικά –με απίστευτες δικολαβίες– θέλησε να καταστήσει τον Πάνο Καμμένο ρυθμιστή της εξωτερικής μας πολιτικής, στη συνέχεια έσπευσε να θέσει ολόκληρο το κόμμα κάτω από την ακροδεξιά του πτέρυγα. Τόση ρηχότητα στο φιλελεύθερο εκσυγχρονιστικό εγχείρημα που είχε αναγγείλει, δεν το φανταζόμασταν ούτε οι αντίπαλοί του. Ούτε βέβαια και την άνεση με την οποία εγκατέλειψε εν μια νυκτί τη γραμμή για την οποία το κόμμα του επί χρόνια υπερηφανεύονταν.
Απογοητευτική είναι και η αμφιταλάντευση του υπό δημιουργία κεντροαριστερού φορέα και της προέδρου του, η οποία μάλιστα φαίνεται να κλίνει τελευταία προς τον εθνικισμό. Και εδώ, και πριν καλά καλά συγκροτηθεί το νέο κόμμα, οι θετικές στάσεις των μικρότερων εταίρων φαίνονται να αγνοούνται, ενώ και στο ΠΑΣΟΚ φαίνεται να επικρατεί η λεγόμενη "πατριωτική" του πτέρυγα, αλλά ίσως και η έγνοια να μην χαλάσει μια μελλοντική συμμαχία με τη ΝΔ.

Οι λεπτομέρειες των διαπραγματεύσεων με τα Σκόπια δεν είναι δημόσια γνωστές, οπότε είναι δύσκολο να διατυπώσει κανείς γνώμη για το τι θα ήταν ένας εύλογος και εφικτός συμβιβασμός. Εξάλλου είναι φυσικό η κυβέρνηση να έχει και την ευχέρεια χειρισμών, τόσο στη διαπραγμάτευση όσο και στην επιδίωξη να «περάσει» μια λύση στην Ελλάδα. Θα περιορισθώ λοιπόν σε δύο γενικές παρατηρήσεις:

Πρώτον, θέλω να ελπίζω πως η κυβέρνηση θα εμμείνει στην πρωτοβουλία της και δεν θα καμφθεί, όπως τόσοι προκάτοχοί της, από το θόρυβο των εθνικιστών. Να θυμίσω πως ανάλογος θόρυβος είχε προκληθεί για τις ταυτότητες, αλλά ο τότε πρωθυπουργός Σημίτης επέμεινε και σήμερα κανείς δεν θυμάται τις υπογραφές του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και τόσων άλλων, τα συλλαλητήρια των παπάδων, ή τις αντιρρήσεις του Βενιζέλου. Όλοι γνωρίζουμε ότι μια εθνικά συμφέρουσα λύση είναι σήμερα απολύτως δυνατή και μάλιστα άμεσα, καθώς οι λεπτομέρειές της έχουν συζητηθεί επί δεκαετίες και λύσεις έχουν βρεθεί. Τα εμπόδια δεν προέρχονται από την άλλη πλευρά, αλλά από το εσωτερικό μας μέτωπο.
Το ότι το κλείσιμο του «μετώπου» με τα Σκόπια επείγει, υπογραμμίζουν και τα πρόσφατα επεισόδια με τον ανατολικό μας γείτονα. Εδώ δεν πρόκειται για φαντασιακές απειλές και πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε με σοβαρότητα, αλλά και ψυχραιμία, χωρίς κάποιους παληκαρισμούς που δυστυχώς δεν έχουν λείψει ούτε εδώ.
Δεύτερον, ο οπορτουνισμός των κομμάτων της αντιπολίτευσης δεν πρέπει να κρύβει το γεγονός πως μεγάλο μέρος των οπαδών, αλλά και των στελεχών τους, είναι υπέρ της λύσης. Γνήσιοι φιλελεύθεροι, μεταρρυθμιστές σοσιαλδημοκράτες, διεθνιστές κομμουνιστές δεν αισθάνονται άνετα με τα φλερτ ή την προσχώρηση των κομμάτων τους στον εθνικισμό. Όλοι αυτοί θα πρέπει να διευκολυνθούν να εκφραστούν και να επηρεάσουν θετικά τα κόμματά τους. Θα πρέπει να επιδιωχθεί ένα ευρύ αντιεθνικιστικό μέτωπο («μέτωπο της λογικής» το είχε ονομάσει κάποτε ο Λεωνίδας Κύρκος) και να αποφεύγονται κινήσεις που συσπειρώνουν γύρω από την εθνικιστική γραμμή.
Από την άποψη αυτή, θα έλεγα πως και η σημερινή εκδήλωση θα μπορούσε να είναι ευρύτερη. Πιο σημαντικά, το timing, η χρονική στιγμή, της δημοσιοποίησης του σκανδάλου Novartis με προβληματίζει. Θα έλεγε κανείς πως η ανεξάρτητη δικαιοσύνη συμμάχησε με τους εθνικιστές για να εμποδιστεί η λύση στο Μακεδονικό!
Όσοι επιθυμούμε ειλικρινά τη λύση πρέπει να αποφεύγουμε την κομματική εκμετάλλευση του θέματος. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι δυνατό να μην επισημάνουμε πως οι εξελίξεις στο ζήτημα αυτό αναδεικνύουν το έωλο της αντιπολιτευτικής στρατηγικής που θέλει τον ΣΥΡΙΖΑ εχθρό, για τη «στρατηγική ήττα» του οποίου πρέπει να συνασπισθούν όλες οι δήθεν «ευρωπαϊκές δυνάμεις» υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Με το Μακεδονικό φαίνεται ξεκάθαρα ποιες είναι οι προοδευτικές και ευρωπαϊκές δυνάμεις και πού πρέπει να αναζητηθούν συγκλίσεις στον προοδευτικό χώρο.

Τελειώνω με μια γενικότερη παρατήρηση, όχι πρωτότυπη, αλλά, πιστεύω, επίκαιρη όσο ποτέ. Αυτό που επιτρέπει στον κομματικό οπορτουνισμό και τα ΜΜΕ να παίζουν συχνά με επιτυχία στο πεδίο του εθνικισμού, είναι ένα βαθύτερο πρόβλημα του έθνους μας: αναφέρομαι σε μια προβληματική εθνική ταυτότητα που φαίνεται να έχει κολλήσει στον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα, καλλιεργείται συστηματικά από την παιδεία, το στρατό και την ορθόδοξη Εκκλησία και διαπερνά σχεδόν οριζόντια την κοινωνία μας.
Το πρόβλημα αυτό έχει ασφαλώς τις ρίζες του στην ιστορία, στην ανασφάλεια που προκάλεσαν οι μετακινήσεις πληθυσμών του πρώτου μισού του 20ού αιώνα και ειδικότερα στο πρόσφατο της πλειοψηφικής παρουσίας του ελληνικού στοιχείου στην ελληνική Μακεδονία, αλλά και στις παλαιότερες, μέχρι το 1950, πραγματικές απειλές κατά της εδαφικής μας ακεραιότητας. Όμως, η επιβίωση και αναπαραγωγή ενός πρωτόγονου εθνικού αφηγήματος δεκαετίες μετά την άρση των αιτίων που το προκάλεσαν έχει καταστεί μείζων παράγων καθυστέρησης και εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της κοινωνίας μας. 
Ενόσω η πολιτεία δεν προχωράει σε βαθιές μεταρρυθμίσεις για εκσυγχρονισμό αυτού του εθνικού αφηγήματος, πρώτα και κύρια στην παιδεία, ενόσω δεν προχωράει στον πλήρη διαχωρισμό από την βαθιά αντιδραστική Εκκλησία της Ελλάδος, φοβάμαι πως η κοινωνία μας θα παραμένει όμηρος των εθνικιστών και όσων τους εκμεταλλεύονται.

(πρώτη δημοσίευση: περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ,
22 Φεβρουαρίου 2018)





Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017

Να ζηλέψουμε τα Αραβικά Εμιράτα;


ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΤΙΓΡΑΨΟΥΜΕ 
ΑΠΟ ΤΑ ΗΝΩΜΕΝΑ ΑΡΑΒΙΚΑ ΕΜΙΡΑΤΑ;
Παναγιώτης Δ. Κωστόπουλος


Πριν λίγες μέρες τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα γιόρτασαν την ένωσή τους. Κοντινά μου πρόσωπα που διαμένουν στο Ντουμπάι, μου μετέφεραν το κλίμα που επικρατούσε και μου έστειλαν φωτογραφικό υλικό. Παντού υπήρχαν σημαίες των Η.Α.Ε. Ακόμα και στον καφέ τον οποίο σέρβιραν οι καφετέριες είχαν σχηματίσει με κανέλα την φράση «I love U.A.E.»! Τα δε παιδάκια στα σχολεία και τους παιδικούς σταθμούς, ακόμα και τους αγγλικούς, υποχρεώθηκαν να φορέσουν μπλουζάκια με τη σημαία των Η.Α.Ε., ενώ τους μοίρασαν κούπες, σημαιάκια κ.α. Εννοείται πως κάθε μέρα, ντόπιοι και ξένοι μαθητές ψάλλουν τον εθνικό ύμνο! 

Οφείλω να παραδεχτώ ότι ζήλεψα. Σκέφτηκα ότι αν γινόταν κάτι αντίστοιχο στην πατρίδα μας θα είχαν ξεσηκωθεί οι κάθε λογής εθνομηδενιστές και «προοδευτικοί» και θα κατηγορούσαν τους πάντες για εθνικισμό, ρατσισμό, ξενοφοβία, συντηρητισμό κ.λ.π. Να θυμίσω τον πρόσφατο ξυλοδαρμό νεαρού στη Θεσσαλονίκη, επειδή τόλμησε να φορέσει μπλούζα με το σύνθημα της πιο ηρωικής πράξης αντίστασης ίσως στην ιστορία της ανθρωπότητας (Μολών Λαβέ) και τα καθημερινά περιστατικά από τα οποία τα περισσότερα δεν παίρνουν δημοσιότητα, με ξυλοδαρμό νεαρών που φέρουν την ελληνική σημαία σε μπλούζες, τσάντες ή αλλού. 

Μια χώρα που σέβεται τον εαυτό της και την ιστορία της, έχει ξεπεράσει τέτοια φοβικά σύνδρομα και για να έχει ενωμένο τον λαό της αναδεικνύει τα κοινά στοιχεία της ταυτότητάς του και καλλιεργεί τη συλλογική μνήμη. Η συλλογική μνήμη μπορεί να εκφραστεί μόνο από πολίτες που συνειδητοποιούν το βάρος της ιστορίας και του πολιτισμού που κουβαλούν στην πλάτη τους, δηλαδή από πολίτες που αποκτούν ιστορική συνείδηση κατακτώντας την ιστορική γνώση και από πολίτες που αισθάνονται την έννοια του «συνανήκειν». Ο ελληνισμός βρίθει σημαντικών γεγονότων που τον στιγμάτισαν. Γεγονότα που έμειναν ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη του λαού, ο οποίος ζει ακόμα με την ανάμνησή τους. Αυτό μεταδίδεται και στις επόμενες γενιές, διατηρώντας άσβεστη την μνήμη και έτσι, μειώνοντας τον χρόνο της απόστασης από τα γεγονότα, διαμορφώνεται η συλλογική μνήμη και καλλιεργείται η κοινή ταυτότητα. Σε αυτήν την διαδικασία βαρύνοντα ρόλο παίζουν τα σύμβολα, οι αφηγήσεις αλλά και οι αναμνηστήριες τελετές (γιορτές, παρελάσεις κ.α.). 

Κοντολογίς, η μνήμη σε εποχές ολικής κρίσης σαν αυτή την οποία βιώνουμε, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και πρέπει να την διατηρήσουμε, αν θέλουμε να επιβιώσουμε ως έθνος και να μην εξαφανιστούμε απ’ τον χάρτη.

Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2017

Κατασκευαστές τεχνητών εθνοτήτων


Κατασκευαστές τεχνητών εθνοτήτων
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης


Η κατασκευή τεχνητών εθνοτήτων στους νεώτερους χρόνους υπήρξε βασικό εργαλείο γεωπολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων για την αποδυνάμωση των αντιπάλων τους. Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί η πολιτική της μεγάλης Πολωνίας (Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία) του 15ου - 17ου αιώνα, που κατείχε στα ανατολικά (σημερινή Ουκρανία και Λευκορωσία)* τεράστιες εκτάσεις με ρωσσικούς πληθυσμούς, τους οποίους επιχείρησε μεθοδικά να αφομοιώσει. Το σοβαρό πρόβλημα που υπήρχε ήταν ότι αυτοί οι Ορθόδοξοι πληθυσμοί αντιμετώπιζαν με καχυποψία τους Καθολικούς Πολωνούς κατακτητές. Η λύση στο πρόβλημα αυτό αναζητήθηκε με τον προσηλυτισμό στην Ουνία** και την αντιμετώπιση του πληθυσμού π.χ. ως Ουκρανών και όχι ως Ρώσσων. Επί πλέον ανάλογες προσπάθειες έγιναν και στο γλωσσικό: Οι υπαρκτές διαλεκτικές διαφορές μεταξύ της ρωσσικής γλώσσας και της ουκρανικής διαλέκτου μεγεθύνθηκαν, δημιουργήθηκε ξεχωριστό ουκρανικό κυριλλικό αλφάβητο, ενώ καλλιεργήθηκε βαθμιαία ουκρανική εθνική συνείδηση. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: Προέκυψε το ουκρανικό "έθνος".          
Κάτι ανάλογο συνέβη και με την περίπτωση της Αυστρίας. Σύμφωνα με την Συνθήκη του Αγίου Γερμανού ή Συνθήκη του Σαιν-Ζερμάν-αν-Λαι (γαλλ. Saint-Germain-en-Laye) που υπογράφτηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1919 μεταξύ των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της νεοδημιουργηθείσης «Αυστριακής Δημοκρατίας», του αυστριακού τμήματος της διαλυθείσας Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας, απαγορεύθηκε στην Αυστρία να ενωθεί με τη Γερμανία πολιτικά ή οικονομικά χωρίς την έγκριση της «Κοινωνίας των Εθνών». Σύμφωνα με αυτό τον όρο, η αρχική ονομασία του νέου κράτους «Γερμανική Αυστρία» (Deutschösterreich) μετατράπηκε σε «Αυστρία». Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι πολιτικές για την δημιουργία αυστριακής εθνικής ταυτότητας, διαφορετικής από την γερμανική, συνεχίσθηκαν με κάθε μέσο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια εργασία (1999) του Πανεπιστημίου της Βιέννης, στην οποία οι ερευνητές μεταφέρουν τις εμπειρίες τους από την μελέτη τους («Αναλυτική διερεύνηση της κατασκευής εθνικών ταυτοτήτων»)*** για το αυστριακό Έθνος (Austrian nationsic!) και δίνουν οδηγίες και συμβουλές για το πώς μπορεί να κατασκευαστεί κατά το δυνατόν πιο ανώδυνα και αποτελεσματικά μια εθνική ταυτότητα με την χρήση κατάλληλων (πολιτικών) στρατηγικών και γλωσσικών εργαλείων!
____________________________

(*) Η λέξη Ουκρανία (ουκραν.  Україна – Ουκραΐνα, ρωσ. Украина) είναι απλό τοπωνύμιο και σημαίνει κυριολεκτικά «στην άκρη» δηλ. παραμεθόρια περιοχή και αργότερα υπήρξε ονομασία ολόκληρης της χώρας.
(**) Υπενθυμίζουμε ότι ο όρος Ουνία (Unia) χρησιμοποιήθηκε γιά πρώτη φορά στην Πολωνία (1596), όπου οι Ιησουΐτες συνέλαβαν και εφήρμοσαν σχέδιο γιά την υπαγωγή των Ορθοδόξων στην Καθολική Εκκλησία. Οι Ουνίτες ακολουθούν το τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας με όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, αλλά αναγνωρίζουν ως κεφαλή της Εκκλησίας τους τον Πάπα της Ρώμης.
(***) Βλ. Rudolf de Cillia, Martin Reisigland and Ruth Wodak, «The discursive construction of national identities» εδώ: http://das.sagepub.com/content/10/2/149



Ακόμη πιο πρόσφατα, είναι γνωστές οι μεθοδεύσεις για την κατασκευή ξεχωριστής εθνότητας από την σερβική στο Μαυροβούνιο, αλλά για την κατασκευή «μακεδονικής» εθνότητας στα Σκόπια.

Μια ακόμη χαρακτηριστική περίπτωση επιχείρησης κατασκευής τεχνητής εθνότητας είναι και η περίπτωση της Λευκορωσίας (Belarus). 

Με το θέμα έχει ασχοληθεί η Ναταλία Λεστσένκο (Natalia Leshchenko), η οποία εργάζεται στο «Ινστιτούτο για τις Ιδεολογίες του Κράτους» [Institute for State Ideologies (INSTID)]. Είναι συγγραφέας του ενδιαφέροντος άρθρου (λόγω της επιχειρηματολογίας που αναπτύσσει) με τίτλο: «Λευκορώσοι: σε ανάγκη για ένα έθνος» (Belarusians: in need of a nation, 8 December 2010), που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα «openDemocracy» 
η οποία χρηματοδοτείται από τον Τζ. Σόρος. Όπως γίνεται αντιληπτό, το άρθρο αποκαλύπτει τις λογικές και τα επιχειρήματα των «κατασκευαστών εθνοτήτων».


Αποσπάσματα από το άρθρο ακολουθούν:
«Ο ανταγωνισμός μεταξύ των αντιτιθέμενων «σοβιετικών» και «ευρωπαϊκών» προσεγγίσεων τροφοδοτεί την αδιέξοδη αντιπαλότητα για την ρευστή εθνική ταυτότητα της Λευκορωσίας. Είναι καιρός να αντιστρέψουμε το ερώτημα και να επισημάνουμε τι κοινό διαθέτουν οι Λευκορώσοι.
Μεγάλο μέρος από τις συζητήσεις για την Λευκορωσία επικεντρώνονται στον ανατγωνισμό ανάμεσα στην «σοβιετική» αντίληψη περί έθνους που αναπτύχθηκε από την αυταρχική διακυβέρνηση και την «ευρωπαϊκή» αντίληψη της δημοκρατικής αντιπολίτευσης.
[…]
Το μόνιμο ερώτημα για αυτούς που επιθυμούν να κυβερνήσουν αυτήν την χώρα, είναι εάν έχουν την ικανότητα να καθορίσουν μια κοινωνικώς αποδεκτή ιδέα για την εθνική ταυτότητα που θα μπορέσει να ενώσει τους Λευκορώσους, δίνοντάς τους αίσθηση σκοπού και κατεύθυνσης και να προωθήσει την ανάπτυξη της χώρας. Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό κάθε τέτοια προοπτική να στηρίζεται στην τωρινή εμπειρία, παρά σε Ιστορικές ενοράσεις ή ερμηνείες.
[…]
Ούτε Ευρωπαίοι, ούτε Σοβιετικοί
Η ευρύτατα διαδεδομένη εικόνα της Λευκορωσίας ως κοινωνίας στην οποία οι οξείες πολιτικές αντιπαραθέσεις έχουν τις ρίζες τους στις αντιτιθέμενες απόψεις για την εθνική ταυτότητα (φιλελεύθερη ευρωπαϊκή σε αντίθεση με την κολλεκτιβιστική σοβιετική) δεν είναι εντελώς αποδεκτή. Οι αφοσιωμένοι υποστηρικτές τόσο της κυβέρνησης όσο και της αντιπολίτευσης στην Λευκορωσία είναι ελάχιστοι σε σχέση με εκείνους που προτιμούν να προσαρμόσουν τις ζωές τους στις υπάρχουσες πολιτικές συγκυρίες παρά να προσπαθήσουν να τις επηρεάσουν. (Ένα δημοφιλές ανέκδοτο στο Μινσκ λέγει ότι οι προεκλογικές δαπάνες θα έπιαναν τόπο εάν αυτά τα χρήματα τα δαπανούσαν για την επιδότηση της θέρμανσης στην χειμερινή περίοδο).
[…]
Παρά την ύπαρξη στην χώρα όχι μιας, αλλά δύο θεωρήσεων για το έθνος, η Λευκορωσική εθνική ταυτότητα παραμένει ασαφώς προσδιορισμένη. Η επίσημη ιδεολογική θεώρηση επικεντρώνεται κυρίως στο κράτος παρά στο έθνος, ενώ η θεώρηση της αντιπολίτευσης είναι τόσο επηρεασμένη από την Ιστορία με αποτέλεσμα να είναι άσχετη με την σημερινή πραγματικότητα. Ανάμεσα και πέρα από αυτές τις παρατάξεις, η φύση του πραγματικού, υπαρκτού έθνους παραμένει αγνοημένη και η ευκρίνεια για τον πραγματικό του χαρακτήρα ασαφής.  
Η επίσημη ιδεολογία που προωθήθηκε από την κυβέρνηση από το 2003 είναι ένα εργαλείο, μάλλον για την συγκρότηση κράτους παρά έθνους.****
(Η κυβέρνηση) καθορίζει και προωθεί κρατικά σύμβολα και ενδιαφέροντα, ενώ διατηρεί δημόσιες τελετουργίες, οι οποίες είναι πολιτικές και όχι εθνικές σε χαρακτήρα. Αυτές είναι βεβαίως αποτελεσματικές για να προσελκύσουν τον πληθυσμό να συμπαραταχθεί πίσω από το λευκορωσικό κράτος, όπως επιβεβαιώνεται από τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων, σύμφωνα με τα οποία οι Λευκορώσοι είναι ενθουσιώδεις ως προς την διατήρηση της ανεξαρτησίας τους.
Η κυβέρνηση και οι επίσημοι ιδεολόγοι της εντούτοις, αγωνίζονται σε σχέση με την εθνική ταυτότητα και ελάχιστα αναφέρονται στα διακριτά χαρακτηριστικά των Λευκορώσων ως Έθνος. Οι στίχοι του εθνικού ύμνου αρχίζουν με την δήλωση ότι αυτοί είναι «ένας φιλειρηνικός λαός», ενώ τα ιδεολογικώς καθοδηγούμενα σχολικά βιβλία και οι επίσημες ομιλίες περιορίζονται να σταχυολογούν και να προβάλλουν διάφορες ιδιότητες όπως το συλλογικό πνεύμα, η προκοπή και η φιλοξενία. Αυτά όμως δεν επαρκούν για μια συνεκτική ή συναρπαστική εθνική εικόνα που θα μπορούσε να πείσει τους Λευκορώσους (πολύ λιγότερο να ενθουσιάσει τους ξένους εταίρους).
Το (άλλο) στρατόπεδο που διεκδικεί την ιδιοκτησία της λευκορωσικής ιστορικής κληρονομιάς και του εθνικού πυρήνα, δεν υπήρξε περισσότερο αποτελεσματικό στο να εμφυσήσει στους Λευκορώσους ένα αίσθημα ταυτότητας. Οι πολιτικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης υποστηρίζουν την Λευκορωσία ως ευρωπαϊκό έθνος, τονίζοντας τους στενούς δεσμούς με την Ευρώπη κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Πραγματικά, αυτοί οι δεσμοί υπήρξαν ποικίλοι και πλούσιοι, αλλά διαμορφώθηκαν σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό και κοινωνιο-οικονομικό περιβάλλον και δεν γίνονται αντιληπτοί από τις καθημερινές εμπειρίες των Λεκορώσων σήμερα.
Η Λευκορωσία δεν μπορεί ως εκ τούτου να καυχιέται για επιτεύγματα παρόμοια με το προκάτοχο κράτος του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας των όψιμων μεσαιωνικών χρόνων, το οποίο υπήρξε πρωτοπόρο στην νομοθετική ανάπτυξη της Ευρώπης ή επέδειξε μεγάλη ανταπόκριση στις πολιτισμικές ευρωπαϊκές τάσεις.

_________________________________

(****) Η επισήμανση είναι δική μας. Με αυτήν την εξόχως αποκαλυπτική πρόταση η συγγραφέας αποδέχεται ότι δεν υπάρχει κάποιο λευκορωσικό Έθνος και ουσιαστικά διαμαρτύρεται διότι οι κυβερνώντες ασχολήθηκαν με την οργάνωση του κράτους και όχι με την κατασκευή μιας λευκορωσικής εθνότητας!


Αυτές οι διεκδικήσεις της αντιπολίτευσης για την ευρωπαϊκότητα της Λευκορωσίας αποτελούν μάλλον μια πολιτική φιλοδοξία και μια δήλωση προσκόλλησης στις δημοκρατικές αξίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αλλά να αναμένει ότι οι σύγχρονοι Λευκορώσοι θα εναγκαλιστούν τα ευρωπαϊκά δεδομένα αποκλειστικά και μόνον διότι ο λαός που ζούσε κατά προσέγγιση στην ίδια περιοχή πριν από πέντε αιώνες έκανε κάτι τέτοιο είναι ελάχιστα πιθανό.
Υπάρχει και ένα επί πλέον πρόβλημα: Το ότι οι φιλελεύθερες αξίες για την ακρίβεια, υπερβαίνουν (και ως εκ τούτου αψηφούν) τα εθνικά σύνορα. Η λευκορωσική αντιπολίτευση επιχειρεί να το επιλύσει παρουσιάζοντας αυτές ως εθνικές αξίες και διεκδικώντας αυτές με την προβολή της λευκορωσικής γλώσσας, την οποία οι περισσότεροι κάτοικοι αγωνίζονται να μιλήσουν. Το εθνικό αφήγημα της αντιπολίτευσης προτείνει στον λαό να είναι υπερήφανος και να ανήκει σε κάτι που προφανώς δεν αποτελεί τμήμα της καθημερινότητάς του. Υπό το πρίσμα αυτής της σύγκρουσης δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η αντιπολίτευση βρίσκει ελάχιστους υποστηρικτές και επί πλέον ό,τι υποστηρίζει κινείται σε πολιτικό έδαφος. Το αποτέλεσμα είναι ότι, όπως ανλύει σε σχετικό άρθρο του ο Βρετανός δημοσιογράφος Σαμ Νάιτ στην εφημερίδα THE TIMES, οι Λευκορώσοι είναι λαός κουρασμένος από το παρελθόν του και οι οποίοι έχουν υπερβολική γνώση για την Ιστορία τους, αλλά ελάχιστη κατανόηση για το παρόν. Χωρίς κοινή εθνική ταυτότητα, οι Λευκορώσοι ανήκουν μάλλον σε ένα κράτος παρά σε ένα έθνος – και νοιώθουν άβολα με αυτήν την κατάσταση.  
Μια πρόσφατη μελέτη ποιοτικών χαρακτηριστικών που διεξήχθη από το «Ινστιτούτο για τις Ιδεολογίες του Κράτους» (INSTID) επιβεβαιώνει αυτήν την πραγματικότητα. Όταν ο λαός ερωτάται για την εθνική του ταυτότητα, οι αντιδράσεις είναι διδακτικές: «-Είμαι Λευκορώσος, και λοιπόν; Έχεις πρόβλημα με αυτό;», είναι μια χαρακτηριστικά αμυντική απάντηση, που την ακούμε συχνά.
«-Η Λευκορωσία είναι το σπίτι μου, αλλά δεν είμαι σαν τους άλλους Λευκορώσους. Διαφέρω πραγματικά σε πολλά με αυτούς». Αυτός ο αυτοπροσδιορισμός με τον οποίον κάποιος παίρνει αποστάσεις από τους ομοεθνείς του (είναι αποκαλυπτική η περιγραφή τους ως «αυτοί»), ακούγεται επίσης συχνά. Υπάρχει ακόμα και η σχεδόν αυτόματη απάντηση, η οποία αναφέρεται στην «ανεκτικότητα», αν και συχνά αναμιγνύεται με κυνισμό και ειρωνεία – με κάτι ελάχιστο να ακολουθεί.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ερωτώμενοι εύκολα παινεύουν την χώρα και τις φυσικές ομορφιές της, χαρακτηρίζοντας αυτή ως το σπίτι τους, αλλά σε σχέση με το έθνος υπάρχει μια αίσθηση ενόχλησης και αμφιβολίας, που χειροτερεύει από την απουσία ευρείας διεθνούς αναγνώρισης της χώρας. Το «εθνικό κενό» στην Λευκορωσία είναι σχεδόν χειροπιαστή και προφανώς οδυνηρή.

Εμείς, οι Λευκορώσοι…
Μετά από δύο δεκαετίες ανεξαρτησίας (Σημ. ΔΕΕ: Κοντεύουν ήδη να συμπληρωθούν τρεις δεκαετίες) και με ένα σταθερό και λειτουργικό κράτος, οι Λευκορώσοι έχουν φτάσει στο σημείο όπου χρειάζονται μια κοινή, διεθνώς αποδεκτή, γνήσια και ικανοποιητική κατανόηση του εαυτού τους ως έθνος και ένα κοινό όραμα των στόχων και των προτεραιοτήτων ανάπτυξης.
Η αναζήτηση εθνικής ψυχής ήδη εξαπλώνεται πέρα από τους διαχωρισμούς των πολιτικών παρατάξεων, αλλά τα αποτελέσματα δεν έχουν ακόμη αναγνωριστεί. Η αναζήτηση της λευκορωσικής ταυτότητας προέρχεται από διαφορετικά μέρη, αλλά είναι αμετάβλητα ριζωμένη σε μια προσέγγιση που στηρίζεται σε γεγονότα. Τα πρακτορεία ειδήσεων και οι πηγές ενημέρωσης διεξάγουν διαγωνισμούς για την καλύτερη παρουσίαση ή αφήγηση για την Λευκορωσία και ένα διαδικτυακό μέσο πρόσφατα καθιέρωσε μια στήλη με συνεντεύξεις επιφανών ατόμων για το τι σημαίνει γι’ αυτούς να είναι Λευκορώσοι. Μια δωδεκάδα εμπορικών επιχειρήσεων από των χώρο κυρίως των δημοσίων σχέσεων και του μάρκετιγκ, άρχισαν να διεξάγουν δημοσκοπήσεις πάνω σε εθνικά χαρακτηριστικά με στόχο να δημιουργήσουν ένα εθνικό λευκορωσικό «σήμα», ενώ το Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων ίδρυσε μια ομάδα εργασίας για την βελτίωση της εικόνας της Λευκορωσίας στο εξωτερικό.
Αυτές οι προσπάθειες δημιουργούν ένα σώμα επιφανειακών περιγραφών για την Λευκορωσία, οι οποίες είναι προβληματικές για δυό λόγους: Ο πρώτος είναι η ποιότητα των καταγραφών. Ποσοτικές δημοσκοπήσεις γνώμης τύπου μάρκετιγκ σε μια χώρα όπου η εθνικότητα αποτελεί ένα πολιτικά επιβαρυμένο θέμα είναι πιθανό να δημιουργεί «ετοιματζίδικες» απαντήσεις παρά αυθεντικά προϊόντα βαθιάς ενατένισης. Ο δεύτερος λόγος είναι η εφαρμοσιμότητα αυτών των ευρημάτων στο έθνος ως σύνολο: Δεν χρειαζόμαστε ένα ακόμη περιθωριακό ή αιρετικό εθνικό αφήγημα.
Οι προτάσεις για «υλικό εθνικής ταυτότητας» στην Λευκορωσία, ως εκ τούτου, οφείλουν να είναι σχετικές με την σημερινή κοινωνία και εμπειρίες, δηλ. να είναι γνήσιες και γενικώς αποδεκτές. Σε συνθήκες συνειδητού περιορισμού (ή αυτό-περιορισμού) πολλών Λευκορώσων να εκφράσουν τις απόψεις τους, η ιδέα του Καρλ Γκούσταβ Γιούγκ περί «συλλογικού υποσυνειδήτου», παρέχει ένα χρήσιμο και ανανεωτικό εργαλείο διορατικότητας. 
Ο Γιουγκ εισήγαγε την έννοια του αρχετύπου για να επιχειρηματολογήσει ότι η ατομική συμπεριφορά μπορεί να καθοδηγηθεί από υποσυνείδητες δυνάμεις που καθορίζουν τις αντιδράσεις, τις στάσεις και τις κοσμοθεωρήσεις ενός ατόμου. Το αρχέτυπο δεν εκλαμβάνεται ως μια ημι-μυστικιστική καταληψία ούτε το υποσυνείδητο ανήκει στο βασίλειο των βαθέων, σκοτεινών υδάτων. Μάλλον, η ιδέα του αρχετύπου αναζητά να ερμηνεύσει το γεγονός ότι οι άνθρωποι συχνά ενεργούν «αυτόματα» (ανακλαστικά), χωρίς δεύτερη σκέψη ή ενατένιση των πράξεών τους, παρόμοια με ένα αεροπλάνο στον αυτόματο πιλότο. Μια τέτοια κατάσταση είναι γνωστή σε όλους (εκτός ίσως από εκείνες τις λίγες φωτισμένες ψυχές, οι οποίες καταβάλλουν συνειδητές και σκληρές προσπάθειες να παραμείνουν «στο παρόν» διαρκώς).
[…]
Η ομάδα του INSTID έχοντας ως άποψη να είναι δημιουργική, αλλά κριτική στο ζήτημα της λευκορωσικής εθνικής ταυτότητας, διεξήγαγε μια μελέτη του λευκορωσικού εθνικού αρχετύπου. Αυτή ήταν μια μελέτη ποιοτικών χαρακτηριστικών, η οποία περιλάμβανε παρατήρηση, όπως και ακροάσεις και ερωτηματολόγια. Αναλύσαμε μη-προφορικές επικοινωνίες, πρότυπα συμπεριφοράς και αντιδράσεις, απόψεις και στάσεις στις κύριες προκλήσεις της καθημερινής ζωής σε άτομα διαφορετικής ηλικίας, επαγγελμάτων, αντιλήψεων για την ζωή – διερευνώντας ένα υποκείμενο θέμα, μια θεμελιώδη αρχή, η οποία θα μπορούσε να προσδιορίσει έναν κοινό παρονομαστή μεταξύ των κατά τα άλλα διαιρεμένων Λευκορώσων.
Το αποτέλεσμα αυτής της διερεύνησης έδειξε ότι το αρχέτυπο των Λευκορώσων ήταν στον πυρήνα του μητρογονικό. Στηρίζεται σε αρχές μητρογονικά-συνδεδεμένες:, ισότητα, σταθερότητα, διατήρηση, συντηρητισμός, ειρήνη και αρμονία, ενώ απορρίπτει πατρογονικά-συνδεδεμένες αρχές, όπως επιθετικότητα, ριψοκίνδυνες αποφάσεις, συγκρουσιακές στάσεις και συγκινησιακές υπερβολές.
Επί πλέον, το αρχέτυπο είναι δυνατόν να καθοριστεί επακριβέστερα με αυτούς τους όρους ως ούτε καθαρά μητρογονικό, ούτε να αντιστοιχεί σε μια Σειρήνα, μάλλον οι διακριτές συμβολικές ιδιότητες είναι ενσωματωμένες περισσότερο με την έννοια μιας αρχοντικής κυρίας, ακόμα και μιας αυτοκράτειρας ή μιας υπερήφανης νοικοκυράς: Μια ώριμη, σταθερή γυναίκα η οποία διαχειρίζεται ένα νοικοκυριό. Οι κύριες ιδιότητες αυτού του τύπου είναι Επιμέλεια, Αποτελεσματικότητα, Πρακτικότητα, Λιτότητα, αίσθημα φιλοξενίας και υγιής ρεαλισμός.
Τέτοιου είδους ευρήματα δεν υποδηλώνουν ότι οι Λευκορώσοι διακρίνονται από τα άψογα νοικοκυριά (αν και πολλά από αυτά είναι), αλλά μάλλον ότι ως εθνότητα συνδέουν τους εαυτούς τους με τις αρχές, τις αξίες, τις στάσεις  και τις διαθέσεις τους με τρόπους που οι ίδιοι αντιλαμβάνονται ως κοινούς και χαρακτηριστικούς για αυτούς.

Ένας Πρόεδρος για τον αρχετυπικό Λευκορώσο
[…]
Το συμπέρασμα είναι ότι οι φιλόδοξοι πολιτικοί ηγέτες στην Λευκορωσία χρειάζονται να λάβουν υπ΄όψη μια κοινή εθνική ταυτότητα, όχι μόνον απευθυνόμενοι στους ψηφοφόρους, αλλά και για τις μεταγενέστερες εκλογές, καθώς και να αποκτήσουν ένα όραμα για αναπτυξιακές προτεραιότητες της Λευκορωσίας. Η κατανόηση των αρχετυπικών εθνικών τάσεων μπορεί να αποτελέσει την βάση για την χάραξη της οικονομικής-αναπτυξιακής στρατηγικής και τις προτεραιότητες για τις επενδύσεις.
Συνεπώς, προτείνουμε ότι οι βιομηχανίες «συντήρησης» - φροντίδα υγείας, αναψυχής, χρονομέτρησης, ασφαλούς επένδυσης, φυσικών και οργανικών τροφών και υλικών – θα μπορούσαν να είναι πολύ επιτυχείς και συμβουλεύουμε εναντίον δραστηριοτήτων που σχετίζονται με ριψοκίνδυνες επενδύσεις, κατασκευή βαρέων μηχανημάτων ή με πρωτοποριακές (μοντέρνες) τέχνες. Το αρμονικό, φιλειρηνικό και αντι-συγκρουσιακό αρχέτυπο υποδεικνύει επίσης μια εξωτερική πολιτική βασισμένη στην ουδετερότητα και στις ισορροπημένες σχέσεις με όλους τους γείτονες της Λευκορωσίας χωρίς σαφή προτίμηση προς οποιαδήποτε πλευρά.  
Επίγνωση και αναγνώριση της εθνικής ταυτότητας της χώρας είναι επίσης ουσιαστικές για την δημιουργία αυτοσεβασμού και εκτίμησης της εθνικότητάς τους μεταξύ των ιδίων των Λευκορώσων. Αυτό επίσης θα μπορέσει να δώσει τέλος στις επώδυνες συγκρίσεις με τους γείτονες, κοντινούς και μακρινούς και να δημιουργήσει το θεμέλιο για την αξιόπιστη και αρμονική ανάπτυξη του έθνους στο μέλλον.
Μια κοινή εθνική ταυτότητα βρίσκεται στην κορυφή της ημερήσιας διάταξης των Λευκορώσων και όσο νωρίτερα υλοποιηθεί τόσο το καλύτερο για το έθνος.

Στην εστία
Η απάντηση στο ζήτημα του ανταγωνισμού μεταξύ ευρωπαϊκής και σοβιετικής εθνικής ταυτότητας που είχε τεθεί στην αρχή αυτού του άρθρου είναι ότι από τις δύο ουδεμία εξυπηρετεί πραγματικά την ανάγκη των Λευκορώσων για (απόκτηση) εθνικής ταυτότητας με πειστικό τρόπο. [...] 
Πραγματικά, αυτό μετράει ουσιαστικά περισσότερο από την ταυτότητα του νικητή των εκλογών της 19ης Δεκεμβρίου 2010. Και τούτο διότι τελικά πολιτική νομιμοποίηση θα μπορεί να προσδώσει μόνον εκείνος ο ηγέτης που θα παράγει μια συνεκτική, σχετική, αξιόπιστη και συνοπτική ιδέα για το τι είναι οι Λευκορώσοι ως έθνος. Θα βοηθήσει πάντως να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε ως μια γυναίκα υπερήφανη για το σπιτικό της.

Κριτική του άρθρου
Όπως προαναφέρθηκε, το παραπάνω άρθρο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις εξαιρετικά αποκαλυπτικές τοποθετήσεις της «ερευνήτριας» για τις μεθοδεύσεις που εφαρμόζουν οι «κατασκευαστές εθνοτήτων», με τις οποίες επιδιώκονται αφ’ ενός η επίτευξη συγκεκριμένων πολιτικών στόχων βραχυπρόθεσμα και αφ’ ετέρου η σταδιακή οικοδόμηση μακροπρόθεσμων γεωπολιτικών επιδιώξεων.
Υπενθυμίζουμε ότι η Λευκορωσία αποτελούσε μια περιοχή, κατοικούμενη από ορθόδοξους στην πλειονότητα πληθυσμούς στενά συγγενείς με τους Ρώσσους, τα εδάφη της οποίας διεκδικούσαν τόσο η Καθολική Πολωνία, όσο και η ορθόδοξη τσαρική Ρωσσία. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα εδάφη της Λευκορωσίας διαμοιράσθηκαν μεταξύ της ανασυσταθείσης ως ανεξάρτητο κράτος Πολωνίας και της Σοβιετικής πλέον Ρωσσίας, η οποία δημιούργησε την «Λευκορωσική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία» (Byelorussian Soviet Socialist Republic), ως συστατικό τμήμα της «Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών» (ΕΣΣΔ). Μετά την λήξη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, η ΕΣΣΔ απέσπασε από την Πολωνία τα λευκορωσικά εδάφη, τα οποία προσάρτησε στην Σοβιετική Λευκορωσία.
Με την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας στις 27 Ιουλίου 1990 η Λευκορωσία κηρύχθηκε ανεξάρτητη και στις 8 Δεκεμβρίου 1991 η ανεξαρτησία της (όπως και της Ουκρανίας) αναγνωρίσθηκε επισήμως από την Ρωσσία, στην Συνθήκη που υπέγραψαν οι τρεις ηγέτες.
Στις προεδρικές εκλογές του 1994, ο παντελώς άγνωστος μέχρι τότε Αλέξανδρος Λουκασένκο ψηφίσθηκε (με 80% στον β΄γύρο) ως πρώτος Πρόεδρος της ανεξάρτητης πλέον Λευκορωσίας, κερδίζοντας και τις εκλογές του 2001, του 2006, του 2010 και του 2015 κυβερνώντας την χώρα με σιδηρά πυγμή.
Έχοντας υπ’ όψη τα παραπάνω γίνεται εύκολα αντιληπτό το γεγονός γιατί στην Λευκορωσία δεν αποτολμήθηκε κάποια «πορτοκαλί επανάσταση» τύπου Ουκρανίας και η απόσπασή της από την ρωσική επιρροή επιχειρείται σε πρώτη φάση στην ουδετεροποίησή της, όπως προτείνει και το παραπάνω άρθρο.
Όπως διαπιστώνεται από τα σημεία που επισημάναμε με έντονα γράμματα, ακόμη και η ίδια η συγγραφέας του άρθρου παραδέχεται ότι δεν υπάρχει «λευκορωσική εθνική συνείδηση» στον ανομοιογενή ούτως ή άλλως πληθυσμό, ο οποίος είναι ικανοποιημένος ως πολίτης μιας ανεξάρτητης από την Ρωσσία χώρας. Οι προσπάθειες επομένως των «κατασκευαστών εθνοτήτων» είναι:
α. Να δημιουργηθεί έστω μια ρευστή και ασαφής «εθνική ταυτότητα», η οποία θα καλλιεργήσει την διαφορετικότητα και βαθμιαία την αντιπαλότητα με την Ρωσσία.
β. Ως κίνητρο προβάλλεται η οικονομική ανάπτυξη της χώρας, για την οποία απαραίτητη προϋπόθεση θεωρείται η ύπαρξη εθνικής ταυτότητας, μια πρωτόγνωρη και περίεργη θεωρία που συνδέει δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα
γ. Ανασύρεται από τα αζήτητα η αμφιλεγόμενη θεωρία περί αρχετύπων του σημαντικού Ελβετού Ψυχολόγου Καρλ-Γκούσταβ Γιούγκ, η οποία μάλιστα είχε κατηγορηθεί ότι υποκινεί φυλετικές απόψεις και συμβαδίζει με ορισμένες ναζιστικές θεωρήσεις.
δ. Γίνονται «έρευνες» και δημοσκοπήσεις με βάση τις «κακόφημες» αρχετυπικές προσεγγίσεις (προφανώς στην λογική «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα») και οι οποίες έδειξαν «ότι το αρχέτυπο των Λευκορώσων ήταν στον πυρήνα του «μητρογονικό»!
ε. Στηριζόμενοι στα «ευρήματα» αυτά, οι ερευνητές του χρηματοδοτούμενου από τον Σόρος Ινστιτούτου, προτείνουν ένα μοντέλο ανάπτυξης με επενδύσεις στις «βιομηχανίες “συντήρησης” δηλ. φροντίδας υγείας, αναψυχής, χρονομέτρησης, ασφαλούς επένδυσης, φυσικές και οργανικές τροφές και υλικά», που όπως ισχυρίζονται «θα μπορούσαν να είναι πολύ επιτυχείς», ενώ αντίθετα συμβουλεύουν εναντίον «ριψοκίνδυνων επενδύσεων, κατασκευής βαρέων μηχανημάτων ή πρωτοποριακές (μοντέρνες) τέχνες». Με άλλα λόγια επιχειρείται να μετατραπεί η Λευκορωσία σε μια χώρα Λωτοφάγων και «φρόνιμων» πολιτών, με βάση το …μητρογονικό αρχέτυπο, που απαιτεί «ισότητα, σταθερότητα, διατήρηση, συντηρητισμό, ειρήνη και αρμονία»!
στ. Τέλος, φθάνουμε στην «ταμπακιέρα», δηλ. τι ακριβώς επιδιώκουν οι κατασκευαστές εθνοτήτων: «Το αρμονικό, φιλειρηνικό και αντι-συγκρουσιακό αρχέτυπο υποδεικνύει επίσης μια εξωτερική πολιτική βασισμένη στην ουδετερότητα και στις ισορροπημένες σχέσεις με όλους τους γείτονες της Λευκορωσίας χωρίς σαφή προτίμηση προς οποιαδήποτε πλευρά».
   Κλείνοντας, θα πρέπει να αναφερθεί ότι εκείνη την κρίσιμη περίοδο πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2010 στην Λευκορωσία, υπήρχε ένας καταιγισμός από άρθρα ξένων, αλλά και εγχώριων «αναλυτών», με κεντρικό θέμα την «εθνική ταυτότητα».
Δυστυχώς για τους «κατασκευαστές», η προσπάθειά τους απέτυχε παταγωδώς, όπως και η «αραβική άνοιξη». Ίσως κάποιοι λαοί αρχίζουν να ξυπνούν...

ΔΕΕ