Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Αρχικές εγκαταστάσεις Σλάβων στον ελλαδικό χώρο

Εγκαταστάσεις σλαβικών φύλων στην Χερσόνησο του Αίμου
στα μέσα του 7ου αιώνα μ.Χ. (σύμφωνα με βουλγαρικές απόψεις)

Ένα εξαιρετικό κείμενο μεγάλης σπουδαιότητας για ένα καίριο ζήτημα που επανέρχεται συχνά στην επικαιρότητα, από το βιβλίο «Σλαβικές εγκαταστάσεις στη μεσαιωνική Ελλάδα» της σειράς "Όψεις της Βυζαντινής Κοινωνίας - 8", του Ιδρύματος Γουλανδρή-Χόρν (1993, επανέκδ. 2000), της Καθηγήτριας της Ιστορίας των Λαών της Χερσονήσου του Αίμου στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (1975-1996), Μαρίας Νυσταζοπούλου - Πελεκίδου.
ΔΕΕ

Εγκατάσταση των Σλάβων στον ελληνικό χώρο

Σύμφωνα με τα «Θαύματα», γύρω στο 604 (η το 610) 5.000 επίλεκτοι Σλάβοι ενήργησαν αιφνιδιαστική νυκτερινή επίθεση εναντίον της Θεσσαλονίκης. Οι βάρβαροι, λέει το κείμενο, κατά την επίθεση τους έβγαζαν κραυγές, πού οι Θεσσαλονικείς αναγνώριζαν, γιατί τις είχαν πια συνηθίσει («και τινα της βαρβαρικής κραυγής σημεία δια της εθάδος ακοής επεγίγνωσκον»). Επομένως η κατάσταση είχε στο μεταξύ μεταβληθεί: το 586 (η 597) οι Θεσσαλονικείς για πρώτη φορά έβλεπαν μπροστά στα τείχη της πόλης τους Σλάβους το 604 (η 610) είχαν πια συνηθίσει τις πολεμικές κραυγές τους. Αν ή μαρτυρία αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τούτο σημαίνει ότι στο μεταξύ διάστημα οι Σλάβοι είχαν εγκατασταθεί σε μια περιοχή όχι πολύ μακριά από τη Θεσσαλονίκη, από όπου ενεργούσαν επιθέσεις εναντίον της μεγάλης αυτής πόλης και της ενδοχώρας της. Η ίδια πηγή αναφέρει άλλες τρεις ακόμη επιθέσεις των Σλάβων εναντίον τής Θεσσαλονίκης: συμφώνα με τη χρονολόγηση του P. Lemerle, τό 614-615 επιτέθηκαν από την θάλασσα, το 618 πολιόρκησαν την πόλη - αυτή τη φορά σε συνεργασία με τους Αβάρους-, και πολύ αργότερα το 676-678 Ο ρήγας των Ρηγχίνων Περβούνδος επιχείρησε εκτεταμένη επίθεση με τον φιλόδοξο σκοπό να συνενώσει όλες τις Σκλαβηνίες κατά του Βυζαντίου, επιχείρηση πού τελικά απέτυχε.
Έχουν διατυπωθεί ουσιαστικές επιφυλάξεις για τη χρονολόγηση των σλαβικών επιθέσεων κατά της Θεσσαλονίκης στις αρχές του 7ου αι., αλλά και γενικότερα για την αξιοπιστία της αντίστοιχης αφήγησης του αγιολογικού αυτού κειμένου, το όποιο επεκτείνει τη δράση των Σλάβων στο Αιγαίο και στη Θεσσαλία Πάντως, παρά τις προφανείς υπερβολές στην αφήγηση, που οφείλονται στον αγιολογικό χαρακτήρα του κειμένου, και παρά τις πιθανές αποκλίσεις στη χρονολόγηση, τα «Θαύματα» περιέχουν σημαντικά ιστορικά στοιχεία ορισμένα από αυτά μπορούν να ελεγχθούν και από άλλες πηγές. Ο Ίω. Καραγιαννόπουλος, ύστερα από ανάλυση των δεδομένων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι καμιά αξιόπιστη πηγή δεν επιτρέπει να χρονολογήσουμε την εγκατάσταση των Σλάβων στη Βόρειο Ελλάδα πριν από τις αρχές του 7ου αι., στην Κεντρική Ελλάδα πριν από τη δεκαετία του 640 και στην Πελοπόννησο πριν από τις τελευταίες δεκαετίες του 7ου αι.. Αναμφίβολα, η συγκριτική μελέτη των ποικίλων τεκμηρίων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η μόνιμη εγκατάσταση των Σλάβων στη Βόρειο Ελλάδα δεν μπορεί να χρονολογηθεί πριν από τις αρχές του 7ου αι. Όσο για το χρόνο της καθόδου των σλαβικών φύλων νοτιότερα, σημαντικό στοιχείο του προβληματισμού του Ίω. Καραγιαννόπουλου αποτελεί η μαρτυρημένη καταστροφή των Φθιωτίδων Θηβών το 641. Ωστόσο, οι χριστιανικές Θήβες ήταν αστικό κέντρο, που οι Σλάβοι δεν ήταν βέβαια σε θέση εύκολα να καταλάβουν και να καταστρέψουν. Τίποτα όμως δεν αποκλείει ορισμένες ομάδες να είχαν ήδη διεισδύσει νοτιότερα και να είχαν εγκατασταθεί στην ύπαιθρο χώρα.
Κατά τη γνώμη μου, από τα ως τώρα γνωστά δεδομένα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι στις αρχές του 7ου αι. οι Σλάβοι βρίσκονται εγκαταστημένοι στη Δ. Μακεδονία, πιθανότατα ήδη τότε στη Θεσσαλία και ίσως στην Ήπειρο. Από εκεί ενεργούν επιδρομές εναντίον της Κεντρικής Ελλάδας, της Πελοποννήσου και ακτών και νησιών του Αιγαίου. Οι επιδρομές αυτές, αν κρίνουμε από τα αρχαιολογικά δεδομένα και τα νομισματικά και άλλα ευρήματα, φαίνεται ότι διήρκεσαν περίπου δύο δεκαετίες. Τότε υποθέτουμε ότι εγκαταστάθηκαν και στην Πελοπόννησο - χωρίς να αποκλείονται παλαιότερες σποραδικές διεισδύσεις -, περνώντας πιθανότατα από την Αιτωλοακαρνανία και όχι από την Αττική και την Κόρινθο. Την υπόθεση αυτή επιτρέπουν να διατυπώσουμε τα αρχαιολογικά ευρήματα πού υποδηλώνουν στις πρώτες δεκαετίες τού 7ου αι. κάποια τομή στήν παράδοση ορισμένων περιοχών ή οικισμών, κυρίως τής Κεντρικής και ΒΔ Πελοποννήσου, ενώ διαπιστώνεται συνέχεια ιστορικού βίου και βυζαντινής παρουσίας στο ανατολικό τμήμα τής Πελοποννήσου. Η υπόθεση αυτή ενισχύεται και από το τοπωνυμικό υλικό. Έτσι η γενικότερη εικόνα και ή χρονολογία που παρέχει το λεγόμενο «Περί κτίσεως τής Μονεμβασίας Χρονικό» - πηγή τού 9ου (η 10ου αι.), προβληματική και αμφιλεγόμενη παρά τον ιστορικό της πυρήνα -, πού τοποθετεί την εγκατάσταση των Σλάβων στην Πελοπόννησο το 587/8, δεν θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ούτε η εγκατάσταση των Σλάβων ήταν τόσο εκτεταμένη όσο την παρουσιάζει το Χρονικό, το όποιο αναφέρει ότι «εκαθάρευε» από το σλαβικό στοιχείο μόνο το ανατολικό μέρος της Πελοποννήσου από την Κόρινθο ως το ακρωτήριο Μαλέα. Αντίθετα, φαίνεται ότι, εκτός από το ανατολικό τμήμα, τουλάχιστον τμήμα της Λακωνίας, η Μάνη και ή ΝΔ ακτή με τα φρούρια της Μεθώνης και της Κορώνης και ή πεδιάδα τής Μεσσήνης παρέμεναν στα χέρια των Βυζαντινών: αυτό βεβαιώνεται από τις αρχαιολογικές ανασκαφές, την μελέτη των οικισμών, τη μαρτυρημένη εκκλησιαστική και διοικητική οργάνωση, καθώς και το τοπωνυμικό υλικό (τα σλαβικά τοπωνύμια σ' αυτές τις περιοχές είναι σπανιότερα η απουσιάζουν τελείως). Βέβαια ή παρουσία σλαβικού στοιχείου και στο χώρο αυτό δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί, τούτο όμως δεν σημαίνει κατάκτηση και επικράτηση, αλλά συμβίωση με τον γηγενή πληθυσμό.
Διαφωτιστική για το θέμα είναι η περίπτωση της χειροποίητης κεραμικής που βρέθηκε στην Πελοπόννησο, θεωρήθηκε σλαβική και συνδέθηκε με την μαρτυρία του «Περί κτίσεως τής Μονεμβασίας Χρονικού», που χρονολογεί, όπως είπαμε, την εισβολή και κατάκτηση τμήματος της Πελοποννήσου από τους Σλάβους το 587/8. Η άποψη αυτή οδήγησε σε παρερμηνείες και λανθασμένες εκτιμήσεις και συμπαρέσυρε και άλλα ευρήματα στη χρονολόγηση τους στα τέλη του 6ου αι. Πρόσφατα, ο Ηλίας Αναγνωστάκης και η Ναταλία Πούλου επιχείρησαν εξονυχιστική και κριτική ανάλυση τής χειροποίητης κεραμικής σε συσχετισμό με τα αρχαιολογικά, νομισματικά και άλλα συνευρήματα και με τη στρωματογραφία και κατέληξαν σε ορισμένα συμπεράσματα, πού πολύ σύντομα παραθέτω: Η χειροποίητη κεραμική εκτείνεται σε ευρύτερα χρονικά πλαίσια και δεν περιορίζεται στα τέλη τού 6ου αι. Αυτού του τύπου κεραμική βρέθηκε και σε περιοχές, όπου χωρίς καμιά αμφιβολία δεν εγκαταστάθηκαν Σλάβοι, όπως π. χ. στην Κύπρο. Γι’ αυτό πρέπει να αποσυνδεθεί από τυχόν βαρβαρικές επιδρομές και καταστροφές και από την εισβολή των Σλάβων και να απεγκλωβιστεί από τη μαρτυρία του «Χρονικού» και από ιστοριογραφικές ερμηνείες, επομένως και από τη χρονολόγηση της στα τέλη τού 6ου αι., όταν βέβαια τα λοιπά τεκμήρια δεν συνηγορούν σ' αυτό. Οι δύο μελετητές εξετάζουν τα χειροποίητα αγγεία που βρέθηκαν κυρίως στο Αργός, στην Τίρυνθα, στην Ισθμία και στο Εξαμίλιον Κορίνθου και στη Σπάρτη και τα οποία χρησίμευαν ως οικιακά σκεύη. Επίσης εξετάζουν τα αγγεία-κτερίσματα που βρέθηκαν σε ταφές στην Κόρινθο και στη Μεσσήνη, και πού προφανώς ανήκαν σε Σλάβους υψηλής σχετικά κοινωνικής θέσης. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις τα κεραμικά ευρήματα χρονολογούνται τα περισσότερα τον 7ο αι., άλλα ορισμένα φθάνουν ως τον 9ο και 10ο αι. Ξεχωριστή είναι η περίπτωση σαράντα περίπου αγγείων, πού βρέθηκαν στην Ολυμπία, ορισμένα με καύση νεκρών: είναι τα μόνα πού μπορούν να αποδοθούν αναμφισβήτητα στους Σλάβους και χρονολογούνται μέσα στον 7ο αι. κέ., άλλα δεν ανήκουν όλα στην ίδια χρονική στιγμή.
Συμπερασματικά διαπιστώνεται ότι μπορεί ορισμένα χειροποίητα αγγεία από την Πελοπόννησο να ανήκουν σε Σλάβους, τούτο όμως δεν στοιχειοθετεί την επικράτηση τους σε βάρος του γηγενούς στοιχείου όπως επίσης μπορεί αυτήν την ιδιαίτερα δύσκολη και ταραγμένη εποχή εντόπιοι πληθυσμοί να κατασκεύασαν με την παλαιά χειροποίητη τεχνική σκεύη πρώτης ανάγκης. Έξ άλλου, από τα ως τώρα ανασκαφικά ευρήματα σημαντική για τη γενικότερη ερμηνευτική προσέγγιση και την αποσύνδεση της από τούς Σλάβους είναι η έλλειψη χειροποίητης κεραμικής στην παραδοσιακά θεωρούμενη ως «σλαβοκρατούμενη» Δυτική Πελοπόννησο, ενώ αφθονεί στό ανατολικό, «καθαρεύον» τμήμα τής Πελοποννήσου, γεγονός που ανατρέπει τα ως τώρα παραδεδεγμένα σχήματα. Επομένως, «η ύπαρξη χειροποίητης κεραμικής σε πόλεις, όπως η Κόρινθος, το Άργος και το Εξαμίλιον, όπου η βυζαντινή παρουσία ήταν αναμφισβήτητα σημαντική, δεν την καθιστά τεκμήριο για την κυριαρχία των Σλάβων και την εξαφάνιση των εντοπίων, άλλα μαρτυρία για την συνύπαρξη, την αλληλεπίδραση, την αφομοίωση και τον σταδιακό εξελληνισμό των επήλυδων από τους εντοπίους». Τα στοιχεία που παρέχουν οι πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές και οι αντίστοιχες έρευνες επιβάλλουν την επανεξέταση και συγκριτική μελέτη των ποικίλων δεδομένων, φιλολογικών, αρχαιολογικών και τοπωνυμικών, σχετικά με την έκταση, τον χρόνο και τη μορφή των σλαβικών εγκαταστάσεων στην Πελοπόννησο. Το ίδιο ισχύει και για άλλες περιοχές τού ελληνικού χώρου.
Η έκταση των σλαβικών εγκαταστάσεων στην Κεντρική Ελλάδα δεν μπορεί ακόμη να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Σημειώνω ωστόσο τη συνέχεια βίου και παράδοσης σε αυτή την περιοχή, την απουσία επώνυμων σλαβικών ομάδων, καθώς και τον μικρό αριθμό σλαβικών τοπωνυμίων, πού όμως τα περισσότερα δεν προέρχονται από Σλάβους φορείς.
Ιδιαίτερα χρήσιμα για το θέμα είναι τα δεδομένα των σλαβικών τοπωνυμίων, για τα όποια έχουν γίνει σημαντικές μελέτες, αλλά και λανθασμένες εκτιμήσεις και παρερμηνείες. Σύμφωνα με τον κατάλογο του Max Vasmer - τη μόνη ως τώρα παρά τις αδυναμίες της συνολική καταγραφή, τα σλαβικά μακροτοπωνύμια του ελληνικού χώρου είναι 2123 και κατανέμονται κατά περιοχές ως εξής: Μακεδονία 730, Θράκη 45, "Ήπειρος 412, Θεσσαλία 165, Αιτωλοακαρνανία 98, Ευρυτανία 48, Φθιώτιδα 55, Φωκίδα 45, Βοιωτία 22, Αττική 18, Πελοπόννησος 429, Νησιά του Ιονίου 16, Εύβοια 19, Νησιά του Αιγαίου 4, Κρήτη 17.
Ακόμη και αν δεν έχουν καταγραφεί όλα τα σλαβικά μακροτοπωνύμια του ελληνικού χώρου, ο αριθμός είναι πολύ μικρός σε σύγκριση με το σύνολο των δεκάδων χιλιάδων ελληνικών τοπωνυμίων. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο αριθμός αυτός δεν αντιπροσωπεύει απόλυτα την πραγματικότητα, γιατί α) περιέχει τοπωνύμια τα όποια εσφαλμένα θεωρούνται σλαβικά, ενώ μπορούν να εξηγηθούν από την ελληνική ή και την ιταλική γλώσσα, β) περιέχει σλαβικά τοπωνύμια πού μαρτυρούνται από μεσαιωνικές πηγές, αλλά δεν διασώθηκαν ως τη σύγχρονη εποχή και ταυτόχρονα τοπωνύμια σλαβικά πού εμφανίστηκαν σχετικά μεταγενέστερα και επέζησαν ως τις ημέρες μας. Υπάρχει δηλ. μια επικάλυψη ως προς την κατανομή του υλικού μέσα στο χρόνο και τούτο μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Δεν θα αναλύσω εδώ το μηχανισμό της ονοματοθεσίας των τοπωνυμίων και τη σημασία τους παραπέμπω γι' αυτό στην εμπεριστατωμένη ανάλυση του Δ. Ζακυθηνού. Περιορίζομαι μόνο να επαναλάβω ότι ορισμένα σλαβικά τοπωνύμια δεν αποτελούν πρωτογενείς σλαβικές ονοματοθεσίες, άλλα οφείλονται σε δευτερογενείς σχηματισμούς, γιατί, παρόλο πού προέρχονται από λέξεις σλαβικές, δόθηκαν στο χώρο από τρίτους φορείς, Έλληνες, Βλάχους η Αλβανούς, και όχι από τούς ίδιους τους Σλάβους. Έτσι, λέξεις σλαβικές πού πέρασαν στο καθημερινό ελληνικό λεξιλόγιο, πού μεταπλάστηκαν σύμφωνα με τους κανόνες της ελληνικής γλώσσας, όπως π.χ. οι λέξεις λόγγος, λαγκάδα, βάλτος κ.ά., και δόθηκαν από Έλληνες κατοίκους σε διάφορους τόπους, δεν μπορούν να θεωρηθούν τοπωνύμια σλαβικά είναι απλώς λεξιλογικά δάνεια.
Σχετικά με την κατανομή των σλαβικών τοπωνυμίων στο χώρο, παρατηρείται ότι συγκεντρώνονται σε ορεινές περιοχές, είναι λιγότερα στις πεδιάδες και ελάχιστα στα παράλια. Τούτο συμφωνεί και με τη γενική εικόνα των Σλάβων, που ήταν κυρίως γεωργοί ή και κτηνοτρόφοι και κατοικούσαν συνήθως στις πλαγιές και τις υπώρειες των βουνών. Άλλωστε η άμυνα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας απέναντι στη σλαβική διείσδυση ήταν πολύ πιο αποτελεσματική στα αστικά κέντρα και οι επίμαχες στρατιωτικά και οικονομικά θέσεις βρίσκονταν συνήθως στην πεδιάδα και στις ακτές. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι τα σλαβικά τοπωνύμια δείχνουν ένα λαό γεωργικό, πού αγνοούσε τον αστικό βίο και δεν είχε αναπτυχθεί πολιτικά και πολιτιστικά: τα περισσότερα τοπωνύμια έχουν σχέση με την καθημερινή ζωή και τη φύση, με τον αγροτικό και ποιμενικό βίο- δεν μαρτυρούνται τοπωνύμια με αφηρημένες έννοιες η δηλωτικά τού δημόσιου βίου και τής θρησκευτικής ζωής, που θα υποδήλωναν κάποια εξελιγμένη πολιτικά και πολιτιστικά κοινωνία. Η ίδια παρατήρηση ισχύει και για τις δάνειες στην ελληνική γλώσσα σλαβικές λέξεις. Γεγονός πού συμφωνεί και μέ τις μαρτυρίες των πηγών για την πολιτική και κοινωνική τους συγκρότηση.
Το μέγεθος των εγκαταστάσεων των Σλάβων στον ελληνικό χώρο δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί αριθμητικά. Ωστόσο, ο P. Charanis παρατηρεί ότι «δεν θα πρέπει να ήταν υπερβολικά πολυάριθμοι σε σύγκριση με τον γηγενή πληθυσμό [...] γιατί διαφορετικά δεν θα είχαν χάσει οι περισσότεροι από αυτούς την ταυτότητα τους».

(Σημ. ΔΕΕ: Πηγές και παραπομπές στο βιβλίο-Οι επισημάνσεις δικές μου)


1 σχόλιο:

ΑΡΧΑΙΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ είπε...

Κρίνοντας από το βίο της εποχής του Οσίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου (γεννήθηκε περίπου το 795-800 στην Ειρηνόπολη της ισαυρικής Δεκαπόλεως και κοιμήθηκε,αναπαύθηκε στους Ουρανούς το Νοέμβριο του 842 μ.Χ.),το βυζαντινό κράτος δεν έλεγχε απόλυτα την κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή (της Μακεδονίας), ενώ το θέμα Στρυμόνος δεν είχε ακόμη ιδρυθεί.

Μαζικές εγκαταστάσεις Σλάβων στη χερσόνησο του Αίμου δεν έχουμε παρά μόνο μετά τη βασιλεία του Φωκά, επί Ηρακλείου (π. 575 - 11 Φεβρουαρίου 641).

Παρά την εθνολογική τους συγγένεια δεν συγκροτούν ενιαία πολιτική οργάνωση, αλλά κινούνται σε χωριστά και μισάλληλα φύλα υπό ίδιον αρχηγό, τον «άρχοντα», «εξάρχοντα», «έξαρχον», «ρήγα», όπως ονομάζεται στις ελληνικές πηγές.

Οι περιοχές στις οποίες εγκαταστάθηκαν ονομάζοντο Σκλαβηνίαι. «Κατ’ αρχάς ανεγνώρισαν την τυπικήν επικυριαρχίαν του Βυζαντινού Κράτους και εξηκολούθουν τον αυτοδιοικούμενον φυλετικόν των βίον. Αργότερον ή εισήλθον εις την υπηρεσίαν του Κράτους ως φοιδεράτοι [σύμμαχοι], όπως οι Σμολεάνοι, ή ενικήθησαν εις στρατιωτικάς επιχειρήσεις, διελύθη η αυτοδιοίκησίς των και εγένοντο φόρου υποτελείς, όπως οι Δρουγουβίται και οι Σαγουδάτοι. Από του 836 ή 837 χάνονται τα ίχνη των και δεν αναφέρονται πλέον εις τας πηγάς ως Σκλαβηνίαι» (Γ. Θεοχαρίδου, ένθ. αν., σ. 185. Για τα σλαβικά φύλα της Μακεδονίας γενικά, βλ. αυτόθι, σελ. 179-189). Μετά τις επιδρομές των Βουλγάρων και ιδίως μετά τη μεγάλη επιδρομή του Κρούμου (812) η περιοχή του Στρυμόνος δεν εξασφάλιζε ούτε τις επικοινωνίες ούτε τη βυζαντινή άμυνα και είναι πιθανόν, όπως παρατηρεί ο Θεοχαρίδης (ένθ. αν., σ. 228), ή ίδρυση του θέματος Στρυμόνος να συνδέεται με την παρουσία του καίσαρος Αλεξίου Μωσηλέ στη Χριστόπολη (831-838). Πάντως «θέμα Στρυμόνος αναφέρεται το πρώτον εις το Κλητορολόγιον του Φιλοθέου του έτους 899» (ένθ. αν., σ. 224).

(Η σλαβική αναφορά για τις εγκαταστάσεις και την παρουσία των παραπάνω προέρχεται από τη βιβλιοθήκη του www.myriobiblos.gr και το θέμα ''Ιστορικά στοιχεία στον Βίο του οσίου Γρηγορίου Δεκαπολίτου'' του Γιώργου Βαλσάμη στην 19η επεξηγηματική σημείωση)