Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού (3)


ε. η εξάντληση της δύσης


Όμως –και αυτή είναι ίσως σήμερα μια βασική αιτία της νάρκωσης που έχει καταλάβει τους Έλληνες– αν μια μάχη θεωρείται προκαταβολικά χαμένη, τότε δεν δίνεται. Δεν μπορεί να υπάρξει αντίσταση αν το τοπίο είναι τόσο ζοφερό ώστε να παραλύει κάθε αντίδραση.
Παρά τον σκοτεινό πίνακα που σκιαγραφήσαμε, δεν θεωρούμε πως δεν υπάρχει καμία δυνατότητα αντίστασης˙ και αυτή την πίστη δεν την αντλούμε μόνο από τη δύναμη της απελπισίας αλλά από αυθεντικά δεδομένα της σύγχρονης πραγματικότητας.
Ήδη, παρά την κατάρρευση του Ανατολικού στρατοπέδου, παρά τη νίκη των Αμερικανών και των δυτικών συμμάχων τους στον πόλεμο του πετρελαίου και της Γιουγκοσλαβίας, παρά την ανάδυση των πολυεθνικών εταιρειών, στη θέση που κάποτε κατείχαν τα κράτη και οι ιδεολογίες, οι εξελίξεις δεν είναι μονοδιάστατες:

1. Στον τομέα της οικονομίας
Τα τελευταία χρόνια, το κέντρο της παγκόσμιας συσσώρευσης μετατοπίζεται προς την Ανατολή και κατ’ εξοχήν προς την Κίνα. Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ ξεπερνάει τα 800 δις δολάρια τον χρόνο. Οι ΗΠΑ συντηρούν την ηγεμονική τους θέση μόνο μέσω της παγκόσμιας στρατιωτικής και πολιτικής-πολιτισμικής ηγεμονίας.
Ήδη η πρώτη μεγάλη κρίση της παγκοσμιοποίησης είναι ήδη πραγματικότητα και εγκαινιάστηκε με τη χρηματιστηριακή κρίση στην Ν.Α. Ασία, το 1997-98 και να φθάσει στο απόγειό της το 2008. Η καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ παγκοσμιοποίηση έχει φθάσει σε οριακό σημείο και θα αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες αυξάνουν και πάλι την τιμή του πετρελαίου, οι ασιατικές χώρες ενισχύουν την περιφερειακή ενσωμάτωση των οικονομιών (πάνω από το 60% των ανταλλαγών τους γίνεται ενδο-ασιατικό έναντι 30 ή 35% πριν είκοσι χρόνια), και τα δυτικά χρηματιστήρια καταρρέουν.

2. Η ανάδυση ενός νέου κινήματος
Το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης, μετά το Σιάτλ και τη Γένοβα, μεταβάλλεται σε αποφασιστικό πολιτικό παράγοντα σε παγκόσμια κλίμακα. Το κίνημα υποστηρίζει το δικαίωμα των λαών, εθνών και εθνοτήτων στην αυτοδιάθεση και στρέφεται εναντίον πολιτικών και οικονομικών «ολοκληρώσεων» που τους συνθλίβουν. Σύμβολο του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης είναι η Παλαιστινιακή Αντίσταση, το κίνημα των Ζαπατίστας, των Ινδιάνων Τσιάπας του Μεξικού, ενώ πλέον με τους Τσάβες και Μοράλες έχει φθάσει και στις κυβερνήσεις ενός αυξανόμενου ποσοστού των χωρών της Λατινικής Αμερικής. Το κίνημα αυτό στρέφεται κατά της πολιτικής της παγκοσμιοποίησης που, με το πρόσχημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οδηγεί στην κατάργηση των δικαιωμάτων των εθνών, όπως έγινε με τους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας και τις εισβολές στο Αφγανιστάν και το Ιράκ.
Προτείνει μια ανάπτυξη στηριγμένη σε τοπικούς πόρους, που αναπτύσσει την παγκόσμια συνεργασία στο επίπεδο των επικοινωνιών και μειώνει τον όγκο του εμπορίου, των μεταφορών, της σπατάλης των φυσικών πόρων, είναι πιο αποδοτικό οικονομικά από το παγκοσμιοποιημένο μοντέλο, το οποίο επιφέρει τεράστιο κόστος, λόγω της καταστροφής του περιβάλλοντος, των οικοσυστημάτων και των λαών. Τα φαινόμενα της υπερθέρμανσης, των τρελών αγελάδων κλπ., με το τεράστιο οικονομικό κόστος τους, επιβεβαιώνουν το αδιέξοδο του σημερινού βιομηχανικού και αγροτικού μοντέλου.

3. Κρίση της ιδεολογικής ηγεμονίας του παγκοσμιοποιητικού προτύπου
Η ώρα του «θριάμβου» του νεοφιλελεύθερου μοντέλου υπήρξε και η στιγμή που αποκαλύφθηκε το απόλυτο κενό του, η αδυναμία του να νοηματοδοτήσει την ανθρώπινη ζωή. Σήμερα, όλο και ευρύτερα στρώματα, αναγνωρίζουν τη σημασία της κριτικής της ανάπτυξης και του εργαλειακού ορθολογισμού. Γίνεται συνείδηση πως η αλλαγή του κυρίαρχου υποδείγματος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στο πεδίο της αδιάκοπης ανάπτυξης των αναγκών, την οποία καλύπτει η διαρκής επέκταση των εμπορευμάτων, αλλά με τη μετάβαση σε ένα διαφορετικό σύστημα αναγκών. Δεν πρέπει λοιπόν να χάνουμε από τα μάτια μας το κυριότερο φαινόμενο του τέλους του 20ού αιώνα και των αρχών του 21ου, την παρακμή των ιδεολογικών προϋποθέσεων της ηγεμονίας της Δύσης, την οποία προανήγγελλε ο Σπέγκλερ ήδη έναν αιώνα πριν. Παρακμή πίσω από την αυταπάτη της παντοδυναμίας.
Ακόμα και συντηρητικοί στοχαστές (όπως π.χ. οι Αμερικανοί κοινοτιστές, ο Αμιτάϊ Ετζιόνι, κ.ά.) προβληματίζονται γύρω από τον «κοινοτισμό» και γενικότερα γύρω από την ανάγκη εξασφάλισης κάποιας μορφής κοινωνικής συνοχής που να υπερβαίνει τη μονάδα-άτομο της εμπορευματικής παραγωγής, ενώ το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης επανεισάγει την αναζήτηση νέων κοινωνικών και πολιτικών προτύπων.
Απέναντι στη γενικευμένη απαξίωση της εδαφικότητας, και τον θριάμβο του ανθρώπου «χωρίς ρίζωμα», του ανθρώπου του χρηματιστηρίου και της καθολικής αφηρημενοποίησης και συμβολοποίησης του κεφαλαίου, η αντίσταση ανθρώπων και λαών τείνει να «επιστρέψει» στην ταυτότητα, το έθνος, την περιφέρεια… Μέσα σε συνθήκες οραματικού κενού και αδιεξόδου, οι άνθρωποι καταφεύγουν όλο και περισσότερο στη σταθερότητα ή τη συντηρητική ασφάλεια των παλιών ταυτοτήτων τους, ισλαμισμός, εθνικισμός, ή προβάλλουν το έθνος, τη φύση, το φύλο τους, ως τελευταία ασπίδα απέναντι στον εμπορευματικό ισοπεδωτισμό.
Αυτή η καταφυγή στην παράδοση μπορεί να αποβεί απελευθερωτική στο βαθμό που θα ενοφθαλμιστεί στο σώμα ενός νέου, σύγχρονου, ενεργού προτάγματος. Διότι αυτή η επιστροφή, όπως κάθε «επιστροφή» εξ άλλου, απελευθερώνει τις δυνάμεις της ιστορικής μνήμης, ανθρωποποιεί και συγκεκριμενοποιεί τον άνθρωπο, αλλά παράλληλα, εμπεριέχει και μεγάλους κινδύνους. Στο παρελθόν, μπόρεσε να τεθεί ακόμα και στην υπηρεσία του επιθετικού εθνικισμού.

4. Ο πόλεμος των πολιτισμών
Η παγκοσμιοποίηση προκαλώντας βαθύτατες ανατροπές σε πολιτισμούς και κοινότητες, ανασκάβοντας παραδοσιακές και μη ταυτότητες, επιβάλλοντας από τα πάνω ένα ενιαίο κοινωνικό και πολιτισμικό μοντέλο, οδηγεί –ιδιαίτερα σε πολιτισμικά πρότυπα ιδιαίτερα παραδοσιοκεντρικά, όπως το Ισλάμ– σε αντιδράσεις που πλήττουν καίρια την ίδια την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. Η Σοβιετική Ένωση που προσπάθησε πρώτη να επιβάλει ένα παγκοσμιοποιητικό μοντέλο, εκείνο του υπαρκτού σοσιαλισμού, άρχισε να καταρρέει μετά την εισβολή στο Αφγανιστάν και την αναζωπύρωση του Ισλαμισμού στις νότιες και κεντρικές ισλαμικές δημοκρατίες της. Οι ΗΠΑ και η Δύση στο σύνολό της δέχτηκαν ένα κοσμοϊστορικό χτύπημα στην απόπειρά τους να επιβάλουν το νεοφιλελεύθερο παγκοσμιοποιητικό μοντέλο, με την επίθεση της 11 Σεπτεμβρίου του 2001, ενάντια στα κέντρα της Αμερικανικής ισχύος.
Ο πόλεμος των πολιτισμών, του Χάντιγκτον, τον όποιο επικαλέστηκε και χρησιμοποίησε η Δύση για να συντρίψει τον ορθόδοξο κόσμο και ιδιαίτερα τη Γιουγκοσλαβία, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, στρέφεται πλέον ενάντια στους ίδιους τους εμπνευστές του.

ε. Ο «ενδιάμεσος χώρος»
Απέναντι στην παγκόσμια ακτίνα δράσης των πολυεθνικών εταιρειών απαιτείται μια οργάνωση του πλανήτη σε παγκόσμιο, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο και όχι βέβαια η απάλειψη της δικαιοδοσίας του έθνους-κράτους. Τη στιγμή που η Δύση κινδυνεύει να χάσει την ψυχή και την πρωτοκαθεδρία της, θα τείνουν να ενεργοποιούνται και πάλι οι ενδιάμεσοι χώροι ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Αυτή η ενεργοποίηση μπορεί να είναι είτε μια μεγάλη ευκαιρία είτε ένας μεγάλος κίνδυνος. Τι άλλο αν όχι ενεργοποίηση, με την έννοια της αφύπνισης ενός ηφαιστείου, είναι η κρίση που διαπερνά όλο τον «ενδιάμεσο» ανατολικοευρωπαϊκό και μεσανατολικό χώρο; Από τη Σοβιετική Ένωση μέχρι την Παλαιστίνη και το Ιράκ, περνώντας από τα Βαλκάνια και το Κουρδιστάν, ο ενδιάμεσος χώρος εκρήγνυται. Αυτή η έκρηξη, που για την ώρα καταστρέφει μια τεράστια περιοχή, μπορεί να μεταβληθεί σε προανάκρουσμα νέων γεωπολιτικών, οικονομικών και πολιτιστικών συγκροτήσεων.
Ήδη αναφερθήκαμε στην Ανατολική Ασία όπου οι τάσεις για αυξανόμενη οικονομική συνοχή τείνουν να διαμορφώσουν μια οικονομική περιφερειακή οντότητα. Σε ένα βαθμό κάτι αντίστοιχο παρατηρείται και στη Λατινική Αμερική, όπου αυξάνεται η περιφερειακή οικονομική αλληλοδιείσδυση, ιδιαίτερα στον «Νότιο Κώνο» της Ηπείρου.
Η σταδιακή μετατόπιση του κέντρου της συσσώρευσης έξω από τη Δύση, θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε μια σχετική αυτονομία της περιφέρειας, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει, και στην ανάδειξη νέων μοντέλων ανάπτυξης και συμπεριφοράς, νέων τύπων συνάρθρωσης των ανθρωπίνων κοινοτήτων και ομάδων. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες διαγράφονται οι όροι και οι δυνατότητες να μπορέσουν οι Έλληνες να κοιτάξουν τον κόσμο που τους περιβάλλει για τη διαμόρφωση προτύπων και συμπεριφορών και να ξεφύγουν από τη μυθολογική και μυθοποιητική ταύτισή τους με τη Δύση. Και παρά το ότι πολλοί διανοούμενοι επαναλαμβάνουν εν χορώ το ιδεολόγημα του «ανήκουμε στη Δύση», στην πραγματικότητα ανακαλύπτουμε και πάλι τα Βαλκάνια, αρχίζουμε ένα νέο «ταξίδι του Οδυσσέα», στον Πόντο, τη Μαύρη Θάλασσα, αύριο και πάλι στη Μέση Ανατολή. Ίσως ανοίγονται εκ νέου οι δυνατότητες να ξανασυναντήσουμε ξεχασμένες μορφές της ταυτότητάς μας, την κοινότητα των Ελλήνων, τη ζάντρουγκα των Σλάβων χωρικών, μια άλλη σχέση ανάμεσα στον τεχνόκοσμο και τη φύση. Μια καινούργια σχέση ανάμεσα στον ορθολογισμό και την ανθρώπινη υπόσταση την οποία κατέστρεψε η ίδια η ύστερη Δύση, μεταβάλλοντας τον διαφωτισμό σε εργαλειακό ορθολογισμό. Μια άλλη σχέση ανάμεσα στην εργασία και τη σχόλη, ανάμεσα στην ετερονομία και την αυτονομία.
Πάντως το βέβαιο είναι πως αν η Δύση, για 500 χρόνια τουλάχιστον, υπήρξε η ανανεωτική δύναμη του πλανήτη, σε επίπεδο προϊόντων, ιδεών και μοντέλων, σήμερα ζούμε μια ιστορική μετατόπιση του κέντρου βάρους τεραστίων διαστάσεων. Η Δύση δεν θα γράψει το έτος «501»,[1] τουλάχιστον από την άποψη της δυναμικής, γιατί από εκείνη της παρούσας ισχύος εξακολουθεί να παραμένει μια «σιδερένια τίγρη».
Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο πως σε αυτόν τον κόσμο που αλλάζει, εμείς οι Έλληνες, ένας λαός 15 εκατομμυρίων, εκ των οποίων τα 5 εκατομμύρια στη διασπορά, θα κατορθώσουμε να επιβιώσουμε. Πάντως έχουμε μια μεγάλη ευκαιρία, να συλλάβουμε την κίνηση του εκκρεμούς της πλανητικής ιστορίας και να συμβάλουμε ενεργά τόσο στη διαμόρφωση μιας νέας περιφερειακής ταυτότητας στον χώρο μας όσο και στην ανάπτυξη νέων κοινωνικών και πολιτικών προτύπων.
Για μια φορά όχι ετερόφωτοι αλλά γηγενείς και ταυτόχρονα παγκόσμιοι, γιατί ζούμε σε ένα παγκόσμιο –αλλά όχι παγκοσμιοποιημένο και ισοπεδωτικό– πολιτισμό. Είμαι πεπεισμένος για την αλλαγή της ιστορικής κίνησης, το ερώτημα-στοίχημα είναι: εμείς θα παρευρεθούμε σε αυτή τη συνάντηση, θα είμαστε… εδώ; Μήπως άραγε το ελληνικό έθνος-κράτος ως έσχατη μορφή του ελληνισμού έχει εξαντληθεί αμετάκλητα και οριστικά;

στ. εξάντληση του έθνους-κράτους;

Βρισκόμαστε άραγε μπροστά στο τέλος του έθνους-κράτους; Και όλοι οι κλαυθμοί, ειλικρινείς ή κροκοδείλιοι, είναι ανώφελοι; Ο κόσμος βαδίζει στην παγκοσμιοποίηση κάτω από τις συνδυασμένες επιθέσεις των νεωτέρων ιπποτών της αποκάλυψης, του Μπιλ Γκέητς, του Τζωρτζ Σόρος και… του Μπερνάρ Κουσνέρ;
Αυτή η παγκοσμιοποίηση, παρόλο που δεν αναδύθηκε ως συνέπεια της παγκόσμιας εξέγερσης των εργατών, αλλά μάλλον του συνασπισμού των πολυεθνικών, ωστόσο δεν παύει να είναι αληθινή. Τα χρηματιστήρια διασυνδέονται σε μηδενικό χρόνο σε όλη την έκταση του πλανήτη, ενώ το διαδίκτυο μεταβάλλεται στον νευρικό ιστό του παγκοσμιοποιημένου κόσμου μας. Αυτή η εκδοχή σήμερα μοιάζει εξαιρετικά ισχυρή. Η παγκοσμιοποίηση έχει γίνει ο μπαμπούλας των λαών και ταυτόχρονα το κρυφό αντικείμενο του πόθου ενός μεγάλου μέρους των διανοουμένων, ιδιαίτερα σε μικρές χώρες: να πάψουμε «επιτέλους» να είμαστε επαρχία και να εξαφανιστούμε μέσα σε ένα ευρύτερο σύνολο, δυτικό, ευρωπαϊκό ή, γιατί όχι, και δυτικο-οθωμανικό.
Από την εμφάνιση του «πολιτισμού» και στο εξής, οι βασικές μορφές της συλλογικής ταυτότητας των ανθρώπων υπήρξαν η φυλή και το έθνος. Ως συνέπεια της βιομηχανικής και μεταβιομηχανικής εποχής, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια τρίτη φάση στη συγκρότηση των ανθρώπινων συλλογικοτήτων. Για τους ακραίους υποστηρικτές της παγκοσμιοποίησης, όπως ο Άλβιν Τόφλερ, ή ορισμένους εκπροσώπους παγκόσμιων οργανώσεων, βαδίζουμε προς μια κοινωνία χωρίς καμία μορφή συλλογικής ταυτότητας εκτός από την ταύτιση με την παγκόσμια κοινότητα. Όλες οι ενδιάμεσες, και κατ’ εξοχήν οι εθνικές, μορφές εδαφικοποίησης θα μαραθούν και θα σβήσουν. Μια μεταβατική στιγμή προς την παγκοσμιότητα είναι εκείνη της ευρωπαϊκής συλλογικής ταυτότητας, που θα αντικαταστήσει τις επί μέρους εθνικές ταυτότητες των ευρωπαϊκών λαών, προς την κατεύθυνση της συγκρότησης ηπειρωτικών, μάλλον, παρά εθνικών ταυτοτήτων. Ή, τέλος, της «ατλαντικής ταυτότητας», από το Σαν Φραντσίσκο έως την Άγκυρα. Ο αγώνας μας ενάντια στην παγκοσμιοποίηση είναι λοιπόν μια καθυστερημένη μάχη οπισθοφυλακών; Ή, στην καλύτερη περίπτωση αφορά τη διασφάλιση καλύτερων όρων για την πορεία της παγκοσμιοποίησης;

***

Η συγκρότηση των εθνών πραγματοποιείται σε όλη τη μεγάλη διάρκεια της μετάβασης από τις αγροτικές στις βιομηχανικές κοινωνίες. Πρόκειται για συσσωματώσεις που ορίζονται συνήθως από την κοινή γλώσσα, την κοινή φυλετική καταγωγή και προπάντων από την κοινή θρησκεία και παράδοση. Οι πρώτοι λαοί που θα περάσουν σε διαδικασίες εθνογένεσης, άλλοτε επιτυχείς και άλλοτε ανεπιτυχείς, κάποτε ακόμα και ψευδείς, θα είναι οι Αιγύπτιοι, οι Κινέζοι, οι Έλληνες και οι Εβραίοι, ενώ οι έσχατοι θα είναι οι... Βόσνιοι, οι Αλβανοί Κοσοβάροι, οι Χούτου και οι Τούτσι στην Αφρική, κ.ο.κ. Αυτό το όχημα συλλογικής ταυτότητας, το έθνος, θα πάρει τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα, του έθνους-κράτους, είτε πριν χιλιάδες χρόνια, στην Κίνα ή την Ιαπωνία, π.χ., ή σχετικά πρόσφατα, στην περίοδο που ακολουθεί τη συνθήκη της Βεστφαλίας, το 1648. Έκτοτε γενικευμένη μορφή της εδαφικοποίησης των ανθρώπινων κοινοτήτων γίνεται το έθνος-κράτος. Όμως πριν ακόμα προλάβει να ολοκληρωθεί η συγκρότηση του κόσμου σε έθνη-κράτη, μέσα από μια τηλεσκοπική επιτάχυνση, με τη μετάβαση στη «μεταβιομηχανική» ή «πληροφορική» κοινωνία, μια νέα μορφή τείνει να αναδειχτεί, εκείνη των υπερεθνικών ενοτήτων, ή, στο πέρας της διαδικασίας, και του παγκόσμιου χωριού. Ο πλανήτης φαίνεται να βαδίζει προς την «ενοποίηση». Σ’ αυτές τις συνθήκες, μεγάλοι λαοί, όπως ο κινεζικός, ο αμερικανικός, ή ο ινδικός, μπορούν ίσως να αποτελέσουν αφ’ εαυτών περιφερειακά υποσυστήματα, ενώ μεγάλα έθνη-κράτη, όπως το γερμανικό, το ρωσικό, το τουρκικό, ίσως να αποτελέσουν τα «κράτη πυρήνα», σύμφωνα με την έκφραση του Χάντιγκτον, ενός ευρύτερου πολιτισμικού-κρατικού χώρου. Όσο για τους μικρούς λαούς, προόρισται, μήπως, να συνθλιβούν ή να συγχωνευτούν μέσα σε αυτά τα ευρύτερα μεγασύνολα και να λειτουργούν πιθανώς στο μέλλον όπως οι μειονότητες στα σημερινά εθνικά κράτη;
Οι Έλληνες, πριν συγκροτηθούν σε έθνος, πέρασαν, όπως και οι άλλοι λαοί, από τη μικρή ομάδα, τη φυλή, τις φατρίες, μορφές συσσωμάτωσης που διήρκεσαν χιλιάδες ή και δεκάδες χιλιάδες χρόνια. Αυτό που συμβατικά απoκαλούμε «πολιτισμό» αρχίζει στον τόπο μας πριν από 8 ή 9 χιλιάδες χρόνια με την εξημέρωση ζώων και φυτών και την εγκατάσταση σταθερών ανθρώπινων οικισμών. Και στη συνέχεια θα ακολουθήσουν όλα όσα γνωρίζουμε, κυκλαδικός, μινωικός, μυκηναϊκός, προελλαδικός, κλασικός, ελληνιστικός, βυζαντινός και εν τέλει νεώτερος ελληνικός πολιτισμός.
Το έθνος όμως δεν ταυτίζεται με το έθνος-κράτος. Στην Ελλάδα, η ύπαρξη χωριστών κρατών, όπως συνέβαινε στην αρχαιότητα, δεν αναιρούσε την αίσθηση της κοινής εθνικής ταυτότητας. Το έθνος, στις περισσότερες περιπτώσεις, υπερβαίνει κατά πολύ, σε διάρκεια, το σύγχρονο έθνος-κράτος, με ακραία έκφραση το εβραϊκό έθνος το οποίο έζησε χωρίς κράτος, εν διασπορά, για χιλιάδες χρόνια μετά τη συγκρότησή του ως έθνος. και μάλιστα σε πείσμα της σύγχρονης θεωρίας, εκ της Εσπερίας εκπορευόμενης, συχνά διατυπωμένης από… Εβραίους διανοούμενους, που βλέπει το έθνος ως δημιούργημα του κράτους.
Προφανώς θα προσφέρουμε κακή υπηρεσία στην υπόθεση της εθνικής ταυτότητας αν υποστηρίξουμε ότι αυτή παραμένει αναλλοίωτη και μοναδική, μη επιδεχόμενη μετατροπές, αλλαγές ή ακόμα και φθορά. Είναι απολύτως πιθανό να σχηματιστούν πολυεθνικές κρατικές ενότητες, όπως έγινε και στο παρελθόν (π.χ. η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το Βυζάντιο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η τσαρική Ρωσία και πλέον πρόσφατα η Σοβιετική Ένωση και η Γιουγκοσλαβία). Είναι γεγονός δε ότι σήμερα έχουμε φθάσει σε ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο διαπλοκής των οικονομιών, των επικοινωνιών, των διεθνών οργανισμών, και χωρίς αμφιβολία, παρά τη σημερινή έκπτωση του ΟΗΕ και την αντικατάστασή του από οργανισμούς της Δύσης (ΝΑΤΟ, G8), οι υπερεθνικοί οργανισμοί και θεσμοί θα ενισχύονται.
Το ερώτημα όμως παραμένει: πού θα ζουν οι άνθρωποι, σε απλές επαρχίες μιας παγκόσμιας κοινότητας; Μήπως στην παγκόσμια ομοσπονδία των κοινοτήτων, σύμφωνα με το σχήμα του Μάρραιη Μπούκτσιν; Και ποιες θα είναι οι ενδιάμεσες μορφές εδαφικοποίησης ανάμεσα στην κοινότητα και την πλανητική διακυβέρνηση; Ακόμα και αν δεχθούμε την υπέρβαση της μορφής έθνος-κράτος σε ορισμένες περιπτώσεις, άραγε τα έθνη θα πάψουν να υπάρχουν ή, αντιθέτως, θα ενισχυθούν και εκεί τα κινήματα ταύτισης με το έθνος ως κουλτούρα, παράδοση, συλλογική μνήμη, φορέα συλλογικών αναπαραστάσεων, πλαίσιο οικονομικών πειραματισμών, όπως ακριβώς συνέβη με έθνη που δεν διέθεταν δική τους κρατική υπόσταση, τους Καταλανούς, τους Βάσκους, τους Βορειο-ιρλανδούς;
Μήπως, αντίθετα, οι οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις οδηγήσουν εκ νέου στην ενίσχυση του εθνικού, του υπο-εθνικού –αναμοχλεύοντας παλαιότερες ταυτότητες, εθνότητα, γλωσσική ή θρησκευτική ομάδα–, ή ακόμα και του υπερεθνικού επιπέδου – συγκροτώντας καινούργιες ταυτότητες, όπως μια ομάδα περισσότερων εθνών.
Η εναλλακτική οικονομική θεωρία θεωρεί ότι έχουμε εισέλθει ήδη σε μια «μεταβιομηχανική εποχή», όπου το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, μέσω του αυτοματισμού, και της μινιατουροποίησης, θα μπορεί να παράγεται επί τόπου, από εναλλακτικές εγχώριες πηγές ενέργειας, χωρίς το τεράστιο οικολογικό βάρος της παραγωγής «βαριάς» ενέργειας, των μεταφορών, κλπ. κλπ. Μια οικονομία η οποία χρησιμοποιεί σύγχρονες παραγωγικές μεθόδους και στηρίζεται στην εγχώρια παραγωγή είναι πολύ πιο αποδοτική, την εποχή της πληροφορικής, από μια οικονομία που στηρίζεται σε διαρκώς διογκούμενες μεταφορές προϊόντων από το ένα άκρο της γης στο άλλο. Μικρότερα σύγχρονα εργοστάσια μπορούν να κατασκευάζουν όλο και περισσότερα προϊόντα επί τόπου, όπως έχει δείξει και ο Σουμάχερ στο αξιοσημείωτο βιβλίο του, Small is beautifull. Η εποχή του γιγαντισμού των παραγωγικών μονάδων ανήκει στο παρελθόν. Το οικολογικό και οικονομικό κόστος μιας οικονομίας με μικρότερες μεταφορές και μεγαλύτερη επαφή παραγωγών και καταναλωτων, είναι κατά πολύ μικρότερο από το σημερινό μοντέλο της παγκοσμιοποιημένης παραγωγής, που ευνοεί μόνον τους ολιγάρχες και τους κάθε είδους «πλανητάρχες».
Αν λοιπόν η παραγωγή, μετά από αιώνες διόγκωσης των παραγωγικών μηχανισμών και διαρκούς διεύρυνσης της απόστασης μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, περάσει σε φάση επαναφοράς της οικονομικής εξουσίας στην κοινότητα, τότε μπορεί να διαπιστώσουμε μια νέα ανάδειξη του έθνους, της υπο-εθνικής περιφέρειας, της ομάδας εθνών, σε επίκεντρο των οικονομικών και κοινωνικών διεργασιών. Δεν υπάρχει κανένας «εσώτερος ντετερμινισμός» στην πορεία της παγκοσμιοποίησης, παρά μόνον τα… συμφέροντα εκείνων που κερδίζουν από αυτή! Είναι δυνατή η αντιστροφή των σημερινών τάσεων στην “παγκοσμιοποίηση”, ώστε επί τέλους να δημιουργηθεί και ένα οικονομικό υπόβαθρο για την οικονομική και κοινωνική δημοκρατία, που προϋποθέτει την εγγύτητα παραγωγού και πολίτη.
Δηλαδή, η πρότασή μας ενάντια στην παγκοσμιοποίηση είναι τουλάχιστον εξ ίσου σύγχρονη με εκείνη των παγκοσμιοποιητών. Είναι μάλιστα η μοναδική που μπορεί να έχει ως αντικείμενο τη δημοκρατία και τις ικανές συνθήκες για τη λειτουργία της. Η αρχαία ελληνική δημοκρατία υπήρξε ως άμεση δημοκρατία διότι τα μεγέθη της πόλης-κράτους την έκαναν εφικτή. Δεν μπορούμε να φανταστούμε μια δημοκρατία η οποία να αφορά εφτά ή εννέα δισεκατομμύρια ανθρώπους! Σε τέτοια μεγέθη, οι γραφειοκρατίες, οι ολιγαρχίες, οι αυτοκρατορίες γίνονται αναπόφευκτες. Είναι γνωστό, και ο Ραούλ Βανεγκέμ το έχει επισημάνει με μια ακραία διατύπωση, πως από τις απαρχές της νεολιθικής περιόδου, δηλαδή ουσιαστικά από την αγροτική επανάσταση και εφεξής, οι ανθρώπινες κοινωνίες γίνονται αντιδημοκρατικές, διότι η «ανάπτυξη» και η αδιάκοπη μεγέθυνση οδηγούν σε κοινωνίες όλο και πιο περίπλοκες, που απαιτούν σύνθετους μηχανισμούς για να κυβερνηθούν. Η διαρκής «φυγή προς τα μπρος», στο επίπεδο των μεγεθών, αποτελεί μηχανισμό αυτοδιαιώνισης των κυρίαρχων ελίτ. Το πέρασμα από τα κράτη-πόλεις της αρχαίας Ελλάδας σε μεγαλύτερες κρατικές οντότητες θα σημάνει και το τέλος της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας. Η ρωμαϊκή δημοκρατία θα μεταβληθεί σε αυτοκρατορία μέσα από τη μεγέθυνση του ρωμαϊκού κράτους και οι σύγχρονες «μαζικές δημοκρατίες» θα είναι δημοκρατίες μόνο κατ’ όνομα, όπως έχει δείξει και ο Παναγιώτης Κονδύλης. Η «παγκοσμιοποίηση» της οικονομίας και της πολιτικής σήμερα είναι ένα νέο στάδιο στην επιβεβαίωση και την αναπαραγωγή των ολιγαρχιών και δεν είναι τυχαίο ότι διευρύνονται οι κοινωνικές ανισότητες. Αδιαφανείς πολυεθνικές εταιρείες και πολυεθνικές γραφειοκρατίες, της Διεθνούς Τράπεζας, των G8, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ή των… Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, κυριαρχούν στον πλανήτη μας.
Άρα το ερώτημα θα πρέπει να επαναδιατυπωθεί: είναι άραγε αναπόφευκτος ο παραπέρα μαρασμός της δημοκρατίας και η μεταβολή μας σε υπηκόους-αριθμούς μιας πλανητικής παραγωγικής μηχανής και μιας παγκοσμιοποιημένης διακυβέρνησης;
Το μικρότερο μέγεθος, το εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, μπορεί να είναι εξ ίσου ή και περισσότερο αποδοτικό από τον παγκοσμιοποιημένο χυλό, το μόνο που μπορεί να δια¬σφαλίσει μια πραγματική έννοια δημοκρατίας και ισότητας. Και αν το παλιό έθνος, με το εθνοτικό ή φυλετικό του υπόστρωμα, περάσει σε περίοδο παρακμής, η εθνική οντότητα, ως συγκεκριμενοποίηση της δημοκρατίας, στην οποία μπορεί να συνυπάρχουν ακόμα και διαφορετικοί λαοί, θα παραμένει η μόνη δυνατή απάντηση στην παγκόσμια ολιγαρχία της παγκοσμιοποίησης.

ζ. η ανάγκη ενός άλματος

Για να συμμετάσχουμε όμως σε ένα τέτοιο εγχείρημα, θα πρέπει να δρομολογήσουμε πολιτιστικές, οικονομικές κοινωνικές και εν τέλει πολιτικές κινήσεις που να κατατείνουν στη διαμόρφωση μιας αληθινά νέας τάξης πραγμάτων, στην οποία το κέντρο βάρους της ανάπτυξης θα μεταφερθεί από το κέντρο στην περιφέρεια και θα αντιστρατεύεται το κυρίαρχο χρησιμοθηρικό, παρασιτικό και αντιοικολογικό μοντέλο. Μια πολιτική που θα αναδεικνύει μια διαφορετική αντίληψη για τη δημοκρατία στο επίπεδο της παραγωγής και των θεσμών, ενισχύοντας τις μορφές άμεσης δημοκρατίας. Μια πολιτική που θα ενθαρρύνει την κοινωνική και λαϊκή συμμετοχή στον τομέα της παραγωγής, και δεν θα εξοντώνει τα μικροϊδιοκτητικά στρώματα μέσα από τη διαδικασία της καπιταλιστικής συγκέντρωσης, αλλά θα προσπαθεί να τα ενσωματώνει σε μια κατεύθυνση κοινοτιστικής αλληλεγγύης. Μια αντίληψη η οποία θα επιχειρεί να δώσει μια νέα απάντηση στη σχέση ισότητας και ελευθερίας, πάνω στην οποία σκόνταψαν μέχρι σήμερα όλες οι εναλλακτικές κοινωνικές απόπειρες. Ένα κοινωνικά συνεκτικό και οικολογικά βιώσιμο μοντέλο κοινωνίας και «ανάπτυξης», αποτελεί ανάγκη συλλογικής επιβίωσης και όχι μόνο πρόταση ζωής για άτομα, ομάδες, τάξεις και περιφέρειες.
Μια αντίληψη που θα αναδεικνύει, την εποχή της επικοινωνιακής επανάστασης, μια νέα οπτική για την παιδεία, θα απορρίπτει τον ισοπεδωτικό και εκθεμελιωτικό της ελληνικής παράδοσης «εκσυγχρονισμό», θα υπερβαίνει τον ελιτισμό του «τρίτου κύματος» και της αυξανόμενης κοινωνικο-εκπαιδευτικής διαφοροποίησης, χωρίς να αρνείται μια δημοκρατική αλλά οριοθετημένη οικολογικά και κοινωνικά χρήση της τεχνολογίας, της επικοινωνίας και της βιοτεχνολογίας.
Όμως για να γίνει κάτι τέτοιο ή έστω να αποπειραθούμε αλλαγές προς αυτή την κατεύθυνση, πρέπει να ενισχυθούν οι κάθε είδους πρωτοβουλίες:
Πρωτοβουλίες πολιτιστικές για ανάπτυξη μιας εντόπιας κουλτούρας η οποία δεν θα είναι επαρχιώτικη, αλλά θα διαθέτει στοιχεία οικουμενικότητας, όπως έκανε η ποίηση ενός Καβάφη, ή ενός Σεφέρη, η μουσική ενός Χατζηδάκι και ενός... Μπρέγκοβιτς, ο κινηματογράφος ενός Αγγελόπουλου ή ενός ...Κουστουρίτσα. Στην κατεύθυνση της «Αγέλαστης Πέτρας»… Και σήμερα μόλις αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε και πάλι την κουλτούρα των βαλκανικών λαών, ή προσπαθούμε να δημιουργήσουμε πολιτιστικές μορφές που να στηρίζονται τόσο στην παγκόσμια κουλτούρα όσο και την εγχώρια παράδοση.
Στην οικονομία, το διαφορετικό πρότυπο στο εσωτερικό της χώρας μπορεί να είναι πραγματοποιήσιμο μόνο με την ενίσχυση της αυτονομίας μας και τη συνεργασία με τις γειτονικές βαλκανικές χώρες. Η ενίσχυση της οικονομικής αυτάρκειας και της αυτοπαραγωγής, σε πλήρη αντίθεση με τη θεωρία της αυξανόμενης διασποράς της παραγωγής σε πλανητικό επίπεδο, θα οδηγήσει σε ένα οικονομικό μοντέλο εξαιρετικά πιο αποδοτικό, στο οικολογικό, στο ανθρώπινο αλλά και το οικονομικό πεδίο. Η παγκόσμια διασύνδεση των οικονομιών πρέπει να μετατοπίζεται διαρκώς στους τομείς των επικοινωνιών, της πληροφορίας, των επιστημονικών και διανθρώπινων ανταλλαγών, ενώ ταυτόχρονα θα περιορίζεται η ανεξέλεγκτη και καταστροφική επέκταση του εμπορίου και η εκθετική μεγέθυνση πληθυσμιακών και παραγωγικών μονάδων. Το κόστος διαχείρισης μιας πόλης σαν την Αθήνα π.χ. υπερβαίνει κατά πολύ τα «πλεονεκτήματα» που μπορούν να προσφέρουν οι «οικονομίες κλίμακας». Αυξάνονται οι μεταφορές, το κόστος της γης, το κόστος υγείας –σωματικής και ψυχικής–, η εξάρτηση από τις εισαγωγές. Μια αποκεντρωμένη Ελλάδα όχι μόνο θα ήταν εθνικά ισχυρότερη και ισορροπημένη, αλλά θα διέθετε και πολύ υψηλότερο επίπεδο πραγματικής ευημερίας. Μόνο σε μια τέτοια κατεύθυνση θα συναντήσουμε και το επεκτεινόμενο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης που συνεγείρει σήμερα ολόκληρο τον πλανήτη.
Είναι αλήθεια πως σε όλους τους τομείς παρατηρούνται πρωτοποριακές κινήσεις, έστω και αν δεν είναι αρκετές για να αναστρέψουν τη γενική εικόνα της παρακμής. Όμως κάθε πρωτοβουλία και κίνηση στον τομέα των ιδεών, της οικονομίας, της τέχνης, παραμένει περιθωριακή καθώς δεν ενισχύεται στο πολιτικό και το εκπαιδευτικό-παιδευτικό πεδίο, όπου αντίθετα κυριαρχεί ένα γερασμένο, ραγιάδικο και αναποτελεσματικό σύστημα και μια ρουτινιάρικη διανόηση.
Εκεί πρέπει να δοθεί μια αποφασιστική μάχη, διότι στην Ελλάδα ο κύριος στόχος της στρατηγικής της υποταγής είναι η ιστορία ο πολιτισμός, η παράδοση. Αυτή η επιλογή είναι εύλογη. Η Ελλάδα δεν διαθέτει ούτε μεγάλη έκταση, ούτε μεγάλο πληθυσμό, ούτε στρατηγικούς οικονομικούς πόρους. Κατά συνέπεια, ο ισοπέδωσή της διέρχεται, υποχρεωτικά, από τη ριζοτόμηση της ιστορίας, του πολιτισμού και της παράδοσής της.
Γι’ αυτό και οι διαμάχες των τελευταίων χρόνων για την ιστορία και τον πολιτισμό, την γλώσσα και την παράδοση, είναι ίσως οι σημαντικότερες πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Το ζήτημα της γλώσσας –του απορφανισμού, της εκπτώχευσής της, της αντικατάστασής της από τα γκρήγκλις– έχει καταστεί εδώ και πολλά χρόνια αντικείμενο μιας ευρείας διαμάχης ανάμεσα σε όσους επιθυμούν την κατεδάφισή της, και όσους, όπως ο Σολωμός, δεν έχουν άλλο τι στον νου τους «πάρεξ ελευθερία και γλώσσα».
Έχει φτάσει σήμερα να θεωρείται «απομονωτισμός» η καταγγελία της παγκοσμιοποίησης, «εθνικισμός» και «ρατσισμός» η υπεράσπιση της πατρίδας ή ακόμα και της κοινής λογικής. Χαρακτηρίζεται «νεκρόφιλος» ο Ρίτσος, «φασίστας» ο Εγγονόπουλος, «βυζαντινιστής» ο Θεοδωράκης, «παρακρατικός» ο Παπαρρηγόπουλος, κ.λπ. Έτσι αρχίζουν να παράγονται γενιές φοιτητών και κυρίως φιλολόγων ή δασκάλων που αγνοούν την ελληνική γλώσσα και κατά συνέπεια τη μισούν· ιστορικών που δεν γνωρίζουν την ελληνική ιστορία, και κηρύττουν στα σχολεία την απόρριψη της «εθνικιστικής» ιστορίας, την οποία αγνοούν, αφήνοντας παράλληλα τις νέες γενιές έκθετες στον πολιτισμό της τηλεόρασης, των ρηάλιτι, των SMS και του χουλιγκανισμού.
Αν λοιπόν. οι Έλληνες –ένας μικρός λαός με μεγάλη ιστορική παράδοση και πολιτισμό– χάσουν τη μάχη της γλώσσας, της ιστορίας και του πολιτισμού, τότε θα έχουν χάσει τα πάντα. Τότε, θα μπορεί απρόσκοπτα να επιβληθεί η λογική του ισοπεδωτισμού των πολυεθνικών, που απέναντί τους δεν θέλουν διακριτούς λαούς και διακριτές κοινωνικές τάξεις, αλλά μια μάζα αδιαφοροποίητων ατόμων-καταναλωτών. Γι’ αυτό είναι καιρός να οργανωθεί πιο συστηματικά η Αντίστασή απέναντι στον καθολικό πολιτιστικό εξανδραποδισμό μας. Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού συμφωνεί μαζί μας, καθώς και ένας σημαντικός αριθμός ακαδημαϊκών δασκάλων, εκπαιδευτικών της μέσης και στοιχειώδους εκπαίδευσης, καλλιτεχνών, δημιουργών, συγγραφέων, δημοσιογράφων.
Και διαθέτουμε προτάσεις που θα πρέπει να προσαρμόσουμε στη σύγχρονη πραγματικότητα: Σε μια εποχή όπου η κρίση της παγκοσμιοποίησης και της χρησιμοθηρικής και εργαλειακής λογικής, οδηγεί σε τεράστια σύγχυση ολόκληρο τον πλανήτη, ακόμα και κοινωνίες που μέχρι χθες εθεωρούντο αποικιοκρατούμενες ή υποδεέστερες, αποκτούν τη δυνατότητα να διατυπώσουν τη δική τους αντίληψη για μια νέα, μη εξουσιαστική, οικουμενικότητα.
Έχουμε ανάγκη από ένα ευρύτερο πολιτιστικό και ιδεολογικό κίνημα που θα μεριμνά για τη γλώσσα, την ιστορία, τον πολιτισμό και το περιβάλλον, που αποτελεί συνάμα και την οικουμενική πρόταση μας, παίρνοντας βεβαίως στοιχεία και προτάσεις από άλλους πολιτισμούς, εντάσσοντάς τες όμως με δημιουργικό τρόπο στη δική μας παράδοση.
Σε ένα τέτοιο κίνημα θα πρέπει να ενταχθούν όλοι όσοι αγωνιούν, μεριμνούν και ενδιαφέρονται για την επιβίωσή μας ως διακριτού υποκειμένου και ως πρότασης πολιτισμού που μπορεί να προσφέρει σε μια νέα δημιουργική οικουμενικότητα.
Ένα βήμα, ανάμεσα στα άλλα, είναι και η συγκρότηση της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού, που θα αναλάβει ένα συστηματικό έργο σε τομείς όπως η ιστορία, η γλώσσα, ο λαϊκός και λόγιος πολιτισμός, η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, η σχέση με άλλους πολιτισμούς, με στόχο να οργανώνει ημερίδες, συνέδρια και συναντήσεις, να παρεμβαίνει στο Διαδίκτυο και τον Τύπο. Η Εταιρεία θα πρέπει να αναλάβει και την έκδοση ενός επιστημονικού περιοδικού στον τομέα της Ιστορίας, των ανθρωπιστικών επιστημών, της Τέχνης, της οικολογίας, καθώς και να δημιουργήσει έναν χώρο συναντήσεων, εκδηλώσεων κ.λπ.

***

Μια μορφή πολιτισμού έχει τελειώσει, χωρίς ακόμα να έχει αναδυθεί το καινούργιο. Και η χώρα μας, πιέζεσαι ασφυκτικά. Και τονίσαμε ήδη πως δεν αρκεί η αηδία, η απόρριψη, η προσφυγή στις ρίζες και τις παραδόσεις για τη διαμόρφωση μιας συνεκτικής εναλλακτικής πρότασης. Αποτελούν όμως αναγκαία προϋπόθεση γι’ αυτήν. Ρίχνοντας το βλέμμα πίσω, επιστρατεύοντας το κουράγιο και τη δύναμη που μας δίνει η ιστορία και η παράδοσή μας, επε¬ξεργαζόμενοι τα δεδομένα του σήμερα και οραματιζόμενοι το μέλλον, θα πρέπει να πασχίσουμε, επιτέλους, γι’ αυτή τη μεγάλη σύνθεση που ενέπνεε τον μεγάλο Σικελιανό:

«Από τη νέα πληγή που μ’ άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν’ ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου,
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα. σε καράβι π’ ολοένα
βουλιάζει.
…………….η καρδιά μου
με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι
το δρόμον οπού τέλειωνε στα ρείπια
του Ιερού της Ψυχής, στην Ελευσίνα.
Κ’ η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογγούσε:
"Θάρτει τάχα ποτέ, θα νάρτει η ώρα,
που η ψυχή της αρκούδας και του Γύφτου
κ’ η ψυχή μου που Μυημένη τηνέ κράζω
θα γιορτάσουν μαζί;"»

(Άγγελος Σικελιανός, Ιερά Οδός)


[1] Τίτλος βιβλίου του Νόαμ Τσόμσκυ, που αναφέρεται στα πεντακόσια χρόνια από την ανακάλυψη της Αμερικής .

Δεν υπάρχουν σχόλια: