Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού (2)



β. το λυκόφως του νεοέλληνα ανθρώπου;

Αν λοιπόν σε αυτή την «εποχή του τέλους» δοκιμάζονται άνθρωποι, πολιτισμοί και ιδέες, αν ο κόσμος μεταβάλλεται σε αντικατοπτρισμό, αν παλιοί πολιτισμοί, κοινωνικά και ιστορικά υποκείμενα, συστήματα ιδεών και μπλοκ βουλιάζουν, ο Έλληνας, ο κόσμος του, αντιμετωπίζει μια αβυσσαλέα κρίση. Όσο αρχαιότερος είναι ένας πολιτισμός, τόσο εντονότερη η αντιπαράθεση με το παρόν, τόσο μεγαλύτερη η δυσκολία «προσαρμογής», τόσο βαθύτερη η τομή και ο αποπροσανατολισμός.
Τα τελευταία ογδόντα χρόνια υπήρξαν καταλυτικά. Οι Έλληνες ξεριζώθηκαν από χώρους στους οποίους είχαν ζήσει για χιλιάδες χρόνια. Μικρά Ασία, Κωνσταντινούπολη, Βαλκάνια, Πόντος, Μαύρη Θάλασσα. Είτε στριμώχτηκαν στην ασφυκτική φυλακή της μετριοκρατικής ψωροκώσταινας, είτε ταξίδεψαν σε μακρινούς και υπερπόντιους τόπους ως μετανάστες και ως ναυτικοί, μακριά από τον ιστορικό χώρο της Μεσογείου. Η δύναμή τους, το εμπόριο, μεταβλήθηκε σε αχίλλειο πτέρνα τους, σε παρασιτισμό, την εποχή της βιομηχανικής ηγεμονίας και σε αιτία του ξεριζώματός τους την περίοδο των συμπαγών και ομοιογενών εθνικών κρατών. Οι κοινότητες τους, είτε στον ορεινό αγροτικό χώρο, είτε στο πολυεθνικό μωσαϊκό της Μεσογείου, αποσυντέθηκαν και αντικαταστάθηκαν από την πυρηνική οικογένεια και την ηδονοβλεπτική σχέση με τον βασιλιά-τηλεόραση. Oι μνήμες της τελευταίας ανολοκλήρωτης επανάστασης, της Αντίστασης, χάνονται μαζί με τους τελευταίους αγωνιστές, ενώ η και πιο πρόσφατη αντίσταση στη χούντα εξαργυρώθηκε συχνά ακόμα και με υπουργικούς θώκους.
Οι πόλεις και τα χωριά μας που, κάποτε, σε ευτυχέστερες στιγμές, γέννησαν το μέτρο και την αρμονία, έχουν μεταβληθεί σε άθλια εξαμβλώματα, αγχωτικά, γελοιογραφικά χρησιμοθηρικά, αντανακλώντας όλη την ερήμωση και την ασχήμια μας. Εκεί πλέον κυριαρχεί ο βιασμός του μέτρου και η περιφρόνηση μιας φύσης που κατακρεουργείται βάναυσα σε όλη την ελληνική επικράτεια. Ακόμα και η ριζωμένη στη γη, και κατά τεκμήριο στην παράδοση, αγροτιά έχασε την αγάπη για το δημιούργημά της, τους ίδιους τους καρπούς της γης, και «ενισχύει» τα προϊόντα με λιπάσματα, φυτοφάρμακα και ορμόνες, μολύνοντας θάλασσες και ποτάμια. Μέσα σε τριάντα χρόνια, ο πλέον λιτοδίαιτος λαός της Ευρώπης έγινε ο μεγαλύτερος καταναλωτής θερμίδων και από τους πρώτους καταναλωτές οινοπνεύματος και ναρκωτικών ουσιών.
Η κατανάλωση πολλαπλασιάστηκε και οι υπεραγορές εξαλείφουν τα μικρομπακάλικα. Αλλά παράγουμε όλο και λιγότερο αυτά που καταναλώνουμε.
Αν σε όλη του τη διαδρομή το ελληνικό κράτος υπήρξε αδιάλειπτα ελλειμματικό, σήμερα οδηγείται στον παροξυσμό. Η βιομηχανία και η αγροτική παραγωγή παραμένουν για δεκαπέντε χρόνια στάσιμες ή ακόμα χειρότερα μειώνονται σε απόλυτα μεγέθη, ενώ για την πληρωμή των δανείων καταβάλλουμε ποσά που ξεπερνούν το 20 % του εθνικού εισοδήματος. Και αυτοί που καλούνται να πληρώσουν δεν είναι η παρασιτική άρχουσα τάξη, δεν είναι οι διεφθαρμένες ελίτ της πολιτικής, των ΜΜΕ και της «διανόησης», αλλά οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι, οι «μικρομεσαίοι».
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί καν να γίνει λόγος για οποιαδήποτε εθνική πολιτική ή έστω για στοιχειώδη αυτονομία. Παράλληλα, η κατάσταση περιπλέκεται περισσότερο με τη νέα «μεγάλη μετανάστευση των λαών» που σημειώθηκε στη χώρα, με την είσοδο εκατοντάδων χιλιάδων ξένων εργατών και μεταναστών σε μία δεκαετία.
Οι κοινωνικές μεταλλάξεις που προκύπτουν από την εγκατάσταση των ξένων εργατών και των μεταναστών στην Ελλάδα ενισχύουν τις κοινωνικές αλλά και τις πολιτισμικές διαφοροποιήσεις. Η εγχώρια εργατική τάξη, ιδιαίτερα στους τομείς της ανειδίκευτης εργασίας, εξαφανίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά, με όλες τις συνέπειες που μπορεί να έχει κάτι τέτοιο. Αυτή η χωρίς προηγούμενο «ελαστικοποίηση της εργασίας» οδήγησε σε μείω¬ση του πληθωρισμού, σε πτώση του εργασιακού κόστους και σε πρόσκαιρη απογείωση του Χρη¬ματιστηρίου, πριν να κατακρημνιστεί μεγαλοπρεπώς. Η ένταξη στην ΟΝΕ και οι αδηφάγοι και καταστρεπτικοί Ολυμπιακοί του 2004,έγιναν το νέο μεγάλο όραμα των ελίτ. Μέσα σε δέκα χρόνια, η Ελλάδα άλλαξε περισσότερο από ό,τι σε όλη την πρόσφατη μεταπολεμική ιστορία. Περάσαμε ταυτοχρόνως στον «λαϊκό καπιταλισμό» και στη μεταβολή μας σε χώρα υποδοχής μεταναστών. Η συνέπεια είναι η γενικευμένη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας, και ιδιαίτερα των μεσαίων στρωμάτων, χωρίς να διαφαίνεται, στο άμεσο μέλλον τουλάχιστον, μια προοπτική ιδεολογικής ανάταξης.
Ακόμα και στη μικρή «δεύτερη Ελλάδα», την Κύπρο, ακολουθείται το ίδιο μοντέλο σε διαστάσεις ακόμα παροξυστικές: Ακραία τουριστικοποίηση της οικονομίας –2,5 εκατομ τουρίστες, για 700.000 πληθυσμό– εισαγωγή μεταναστών, προσκόλληση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εγκαταλειψη κάθε αντιστασιακού ήθους.

γ. το «τέλος» της πολιτικής

Σε έναν «υπερπολιτικοποιημένο» λαό, η πολιτική προκαλεί πλέον «τα πιο βαθειά χασμουρητά» και τα «τωκ-σόου» πρέπει να διανθίζονται με μερικούς καυγάδες για να διεγείρουν τις κουρασμένες αισθήσεις των απηυδισμένων θεατών. Οι Έλληνες δεν πιστεύουν πλέον ότι το παρόν πολιτικό σύστημα μπορεί να προσφέρει μια οποιαδήποτε διέξοδο.
Το 1989 σηματοδότησε την οριστική εξάντληση της μεταπολιτευτικής περιόδου, ως διακεκριμένης περιόδου στην ελληνική ιστορία. Μιας περιόδου κατά την οποία οι εσωτερικές κοινωνικές δυνάμεις και το πολιτικό σύστημα διέθεταν μια πρωτοφανή αυτονομία (σχετική πάντα) απέναντι στο διεθνές σύστημα, ενώ τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα βρέθηκαν σε συνθήκες θετικής γι’ αυτά αναδιανομής του πλούτου και της εξουσίας.
Η πολιτική αποτελούσε τη βασιλική οδό προς την εξουσία και η αυτονομία της ίσως δεν είχε προηγούμενο, τουλάχιστον το τελευταίο ήμισυ του 20ού αιώνα. Ο δρόμος της κοινωνικής ανόδου δεν περνούσε πλέον από την επιχειρηματική δραστηριότητα αλλά από την πολιτική. Οι γόνοι τόσο της άρχουσας τάξης, όσο και των λαϊκών στρωμάτων συνωστίζονταν στις πολιτικές νεολαίες, ουσιαστικό προθάλαμο μιας ανέλιξης στους μαιάνδρους της εξουσίας. Σε μια εποχή διόγκωσης του δημόσιου τομέα, κρατικοποιήσεων και συρρίκνωσης του ιδιωτικού, ακόμα και οι «μάνατζερ» έπρεπε να σιτιστούν στους πολιτικούς προθαλάμους. Για να εισέλθει κανείς στο διδακτικό προσωπικό του Πανε¬πιστημίου, δεν αρκούσε να είναι «διανοούμενος», έπρεπε (κυρίως) να είναι και μέλος ή πελάτης κάποιου κόμματος. Οι συγκρούσεις των πολιτικών αρχηγών στη Βουλή ήταν το θέαμα με την υψηλότερη ακροαματικότητα στην τηλεόραση, ενώ τραγουδιστές και λοιποί «λαϊκοί καλλιτέχνες» συνωθούνταν στα κομματικά φεστιβάλ για να κατασκευάσουν το «κοινό» τους. Οι δημοσιογράφοι, συνήθως άθλιου μορφωτικού επιπέδου, και μόλις «απελευθερωμένοι» από την ΕΡΤ και τις πολυποίκιλες κρατικές υπηρεσίες, «στρατοπεδεύουν» στα κομματικά γραφεία.
Αυτός ο ηγεμονικός ρόλος της πολιτικής αντικατόπτριζε δύο θεμελιώδη γεγονότα: Πρώτον, τον πραγματικό ανταγωνισμό των πολιτικών κομμάτων ως προς τα κοινωνικά συμφέροντα τα οποία εκπροσωπούσαν, και δεύτερο –ίσως ουσιαστικότερο– τις μεγάλες ευκαιρίες απασχόλησης που προσέφεραν τα πολιτικά κόμματα ως διαχειριστές ενός διευρυνόμενου κράτους. Αρκεί να αναλογιστούμε πως, στη διάρκεια της μεταπολίτευσης, η απασχόληση στον ευρύτερο δημόσιο τομέα υπερδιπλασιάζεται. Ιδιαίτερα, όταν αρχίζει η οικονομική στασιμότητα και η συρρίκνωση της ιδιωτικής παραγωγής, στη δεκαετία του 1980, ο μόνος εύρωστος εργοδότης παραμένει το κράτος. Τα πολιτικά κόμματα διαδραματίζουν ηγεμονικό ρόλο στην Ελλάδα. Γι’ αυτό και όλα τα κοινωνικά κινήματα –εργατικό, νεολαιίστικο, γυναικείο, οικολογικό, πολιτιστικό– που προσπαθούν να αποκτήσουν μια κάποια αυτονομία από την πολιτική και τα κόμματα αποτυγχάνουν.
Όμως στα τέλη της δεκαετίας του ’80 τα πράγματα αλλάζουν. Η σχετική αυτονομία του ελληνικού πολιτικού και κοινωνικού σχηματισμού εξανεμίζεται. Ο δανεισμός, η αποβιομηχάνιση, η μεταφορά του οικονομικού κέντρου βάρους από την Αθήνα στις Βρυξέλλες, η παράλληλη κατάρρευση του κράτους πρόνοιας σε παγκόσμιο επίπεδο με την άνοδο του φιλελευθερισμού, τέλος η θανάσιμη αγωνία του ανατολικού σοσιαλισμού, μεταβάλλουν ριζικά τη συγκυρία. Η εξάρτηση αντικαθιστά την αυτονομία.
Εκ παραλλήλου, τα δεκαπέντε πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης έχουν ομογενοποιήσει το πολιτικό προσωπικό και τις ελίτ. Μερικές χιλιάδες άνθρωποι, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, διαχειριστές, διανοούμενοι, νέμονται εξίσου, ή σχεδόν εξίσου, την εξουσία, άσχετα με το κόμμα ή την «παράταξη» στην οποία ανήκουν. Οι διαφοροποιήσεις των πολιτικών κομμάτων στις αρχές της μεταπολίτευσης, οι οποίες αντανακλώνταν έως ένα βαθμό και στην ίδια την ταξική στελέχωση και συγκρότησή τους, έχουν εκπέσει στο εξής σε απλές φραστικές κατασκευές, ενώ έχει πυκνώσει το πέπλο της αδιαφάνειας ανάμεσα στις ελίτ και τις λοιπές κοινωνικές τάξεις. Άρα το πολιτικό σύστημα τείνει να γίνεται όλο και πιο αδιαπέραστο στις πιέσεις της «βάσης» και να αναπαράγει μια ενιαία πολιτική με ελάχιστες διαφοροποιήσεις.
Οι κατασκευαστές, προμηθευτές του Δημοσίου και ταυτοχρόνως ιδιοκτήτες των ΜΜΕ, νέμονται ένα μέρος από την πίττα και μόνον οι ελάχιστοι «ριγμένοι» διαμαρτύρονται και φωνασκούν, ενώ ο Αμερικανός πρεσβευτής καταλαμβάνει σχεδόν de jure τη θέση του πραίτορα. Η ίδια η καλλιτεχνική δραστηριότητα και ο πολιτισμός, έσχατο καταφύγιο αυτονομίας, παραχωρούνται εν σώματι στα μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα που εγκαθιστούν απ’ ευθείας τους υπουργούς τους στην κυβέρνηση.
Έτσι φτάσαμε στην εξάντληση της μεταπολίτευσης που παραμένει ένα άταφο, τυμπανιαίο, πτώμα.

δ. η «αποστασία» των διανοουμένων

Ίσως σημαντικότερη από την έκπτωση της πολιτικής είναι η γενικευμένη «αποστασία» και απαξίωση των διανοουμένων. Πρόκειται για ένα φαινόμενο παγκοσμίων διαστάσεων, ή τουλάχιστον καθολικό στον Δυτικό Κόσμο. Οι διανοούμενοι, άλλοτε «συνείδηση», τουλάχιστον εν μέρει, των λαών τους (Ζολά ή Ντοστογιέφσκι, Τόμας Μαν ή Ζαν Πωλ Σαρτρ, Γκράμσι ή Καμύ), πρωτοπόροι στα νέα πολιτιστικά και πολιτικά ρεύματα, αντίπαλοι, ή τουλάχιστον επικριτικοί, προς την εξουσία, σήμερα έχουν σιγήσει. Αντίθετα, έχουν μεταβληθεί σε θεράποντες της εξουσίας, σε αστέρες των τηλεοπτικών μέσων και σε φορείς της κυβερνητικής πολιτικής των χωρών τους. Ο Γιούργκεν Χάμπερμας ολοκληρώνει τη στροφή του κριτικού πνεύματος της Σχολής της Φραγκφούρτης προς τον «ρεαλισμό», ο Μπερνάρ Ανρί Λεβύ και οι πρώην μαοϊκοί στη Γαλλία λανσάρουν μια από τις πιο αντιδραστικές εκδοχές του «αντι-ολοκληρωτισμού», με τους «νέους φιλοσόφους», μεταβαλλόμενοι στην ουσία σε πρωτοπόρους του νεοφιλελευθερισμού, κηρύσσουν τον ρεαλισμό και πρωτοστατούν στη δαιμονοποίηση και την επίθεση ενάντια στη Γιουγκοσλαβία, τους Άραβες, τη Ρωσία, όπως έγινε και με τον συγγραφέα του «Τρίτου Κύματος», τον Άλβιν Τόφλερ, στις ΗΠΑ.
Αυτή η εξέλιξη εντάσσεται προφανώς στην ολοκλήρωση της εμπορευματικής αλλοτρίωσης στις χώρες της Δύσης. Το χρήμα γίνεται ο αποκλειστικός ορίζοντας ενός πολιτισμού σε παρακμή που έχει χάσει τη δυνατότητα αυτοκριτικής και ανανέωσης. Ελάχιστοι διανοούμενοι έχουν μείνει για να θυμίζουν τον παλιό τους ρόλο, όπως ο Νόαμ Τσόμσκυ.

***

Για τον ελληνισμό τα πράγματα ήταν σχεδόν πάντοτε προβληματικά. Οι επαναστάτες διανοούμενοι της Φιλικής Εταιρείας θα παραγκωνιστούν από τους Φαναριώτες, ενώ οι φυσικοί φορείς της επανάστασης, ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, θα έχουν ανάγκη από «γραμματικούς» για να μπορούν να επικοινωνήσουν. Αγωνιστές και «διανοούμενοι» θα αποτελέσουν δύο διαφορετικά, και ορισμένες φορές διαχωρισμένα, υποκείμενα. Οι συνέπειες υπήρξαν ανυπολόγιστες: Η επανάσταση του ’21 θα σωθεί στο τέλος ως εκ θαύματος. Το ίδιο θα συμβεί στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αγωνιστές σαν τον Άρη Βελουχιώτη θα εκφράσουν το λαϊκό επαναστατικό αίσθημα, ενώ οι «πολιτικοί καθοδηγητές» του ΚΚΕ θα κρατήσουν την πολιτική ηγεμονία και θα οδηγήσουν με τραγικό τρόπο το αντιστασιακό κίνημα στον αυτοχειριασμό, και τα «μακεδονικά» παραληρήματα. Στην περίπτωση του αγώνα για την αυτοδιάθεση της Κύπρου, το 1954-59, αυτή η «αποστασία» θα πάρει τραγικές διαστάσεις και το μεγαλύτερο κόμμα της νήσου, το ΑΚΕΛ, θα εγκαταλείψει τον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα.
Αυτή η διχοτόμηση ανάμεσα στον λαό και τη διανόηση μπορεί να αναχθεί στην… ελληνιστική εποχή, με την εμφάνιση του γλωσσικού διμορφισμού ανάμεσα στην αττικίζουσα των λογίων και την κοινή ελληνική. Θα γίνει δε εντονότερη μετά την Άλωση της Κωσταντινούπολης. Οι κοσμικοί ή οι «εκσυγχρονιστές» διανοούμενοι θα φύγουν προς τη Δύση, ενώ οι κληρικοί «διανοούμενοι» θα μείνουν στην Ανατολή, διατηρώντας μια αμφίσημη –σωστική της παράδοσης και ταυτόχρονα «σκοταδιστική»– ηγεμονία πάνω στον ελληνικό λαό. Και το ίδιο σενάριο θα επαναλαμβάνεται για πολλά χρόνια πριν και μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους: οι «φωταδιστές», μαζί με την επανάσταση, τον διαφωτισμό και την εισαγωγή των νέων επιστημών, θα εισαγάγουν και τη λατρεία προς τη Δύση –αυτό το διαρκές και άπιαστο όνειρο που ενοφθάλμισαν στους νεοέλληνες, «να γίνουμε Δύση»– και από την άλλη οι «σκοταδιστές» της Ανατολικής παράδοσης, κυρίως κληρικοί, κηρύττουν την επιμονή στην ανατολική παράδοση, – μερικές φορές ακόμα και την αποδοχή της υποταγής στην τουρκική ηγεμονία, όπως θα κάνει ο Αθανάσιος Πάριος, στην αντιπαράθεσή του με τον δυτικόφερτο διαφωτισμό. Οι προσπάθειες του Καταρτζή, του Ρήγα Φεραίου, της Φιλικής Εταιρείας, του Σκουφά, που θα επιχειρήσουν να συνθέσουν τις δύο παραδόσεις και θα οραματιστούν μια ομοσπονδιακή Βαλκανική, θα αποτελέσουν την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Χαρακτηριστική του ιστορικού αδιεξόδου ήταν η πνευματική εξέλιξη του πρώτου «νεοέλληνα» διανοουμένου, του Πλήθωνα-Γεμιστού ο οποίος, για να ξεφύγει από το ασφυκτικό δίλημμα παπισμού και τουρκολατρείας, θα οραματιστεί μια καινούργια θρησκεία, με στοιχεία... αρχαιοελληνικά και ζωροαστρικά, για να επιβεβαιώσει τη νεοελληνική ταυτότητα. Την ίδια στιγμή, δηλαδή, που στη Δύση η ανάδυση των εθνικών ταυτοτήτων, έναντι της τυραννίας της καθολικής εκκλησίας, θα ενδύεται το όχημα της μεταρρύθμισης, ένας Έλληνας διανοούμενος θα «ταξιδεύει» σε μια τραγική ουτοπία.
Η «ανατολική» παράδοση θα δώσει τον Κοσμά τον Αιτωλό, τον Παπαδιαμάντη και τον Θεόφιλο, τον Κολοκοτρώνη, το δημοτικό τραγούδι και τον Μακρυγιάννη ή τον Βελουχιώτη. Η παράδοση του διαφωτισμού θα δώσει τον Κοραή, τον Κάλβο και τον Σολωμό, τον Σκληρό και τον Κορδάτο, τον Βενιζέλο και τον Ψυχάρη, για να εκφυλιστεί σήμερα στους αναπαραγωγικούς ακαδημαϊκούς διανοούμενους. Η «γενιά του ’30» θα επιχειρήσει, στο πεδίο της δημιουργίας, να υπερβεί τη διχοτόμηση «φωταδισμού-σκοταδισμού». Τέλος μορφές διανοουμένων, όπως εκείνες του Ρήγα Φεραίου, του Νικόλαου Σκουφά, ή του Σταύρου Καλλέργη, του Ανδρέα Ρηγόπουλου, του Γρηγόρη Πανά, του Νίκου Γιαννιού και του Καραβίδα που θα προσπαθήσουν, τουλάχιστον με την πρακτική τους δραστηριότητα, να άρουν αυτή την αντίφαση, θα παραμείνουν περιθωριακές και θα πνιγούν μέσα σε αυτή τη γενικευμένη αντίθεση ανάμεσα σε δυτικόφρονες «φωταδιστές» και ανατολικούς «σκοταδιστές».
Αυτή η έλλειψη ολοκλήρωσης, αυτός ο διχασμός λαού-διανόησης, σήμερα θα φτάσει σε παροξυσμό:
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο οι αριστεροί διανοούμενοι, καταδιωκόμενοι, ριγμένοι στις εξορίες και τις φυλακές, θα τροφοδοτούν μέχρι τη μεταπολίτευση ένα ορισμένο κριτικό πνεύμα απέναντι στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, ή τουλάχιστον θα παραμένουν εκτός εξουσίας. Μετά τη μεταπολίτευση όμως, μέσα σε λίγα χρόνια, θα μεταλλαγούν, κατά μεγάλο μέρος, σε ομοτράπεζους της κατεστημένης ελίτ, και θα καταλάβουν ηγεμονικές θέσεις στους θεσμούς. Εξάλλου, ακόμα και όσοι θα ήθελαν να ακολουθήσουν μια διαφορετική λογική υποχρεώνονται είτε να περιθωριοποιηθούν είτε να κάνουν μια σειρά από συμβιβασμούς. Διότι πλέον η οποιαδήποτε χρηματοδότηση της έρευνας έχει εκχωρηθεί από το ελληνικό κράτος στην Ε.Ε. και τους ιδιώτες σπόνσορες, μεταβάλλοντας τους πάντες σε επαίτες προγραμμάτων.
Ιδιαίτερα, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, ο νέος πολικός αστέρας της συντριπτικής πλειοψηφίας της ελληνικής διανόησης θα γίνει η «Ευρώπη». Θα μεταβληθούν κατά μεγάλο μέρος τους σε θιασώτες του εμπορευματικού-παρασιτικού εκσυγχρονισμού, του «αντιεθνικισμού», σε κόλακες της εξουσίας και των ποικίλων συγκροτημάτων. Από εκφραστές του δυτικού διαφωτισμού, έστω, σε προπαγανδιστές του πλέον ξέφρενου μιμητισμού.
Υπάρχουν και διαφορετικές φωνές, αρκετές, σημαντικές αλλά διάσπαρτες. Τις περισσότερες θα τις συναντήσει κανείς σε τομείς της τέχνης της λογοτεχνίας ή της μουσικής και πιο πρόσφατα της ιστορικής έρευνας, όπου εκφράζεται περισσότερο η «ψυχή» ενός λαού. Εδώ μπορούμε να διακρίνουμε ίσως τις πλέον ελπιδοφόρες εξελίξεις.

***

Αυτή είναι η πραγματική μας κατάσταση. Οι Έλληνες βρίσκονται στο σημαντικότερο σταυροδρόμι της ιστορίας τους. Ποτέ άλλοτε στη σύγχρονη ιστορία τους δεν ήταν τόσο κοντά στην πολιτισμική εξαφάνιση. Ακόμα και στις εποχές που δεν είχαν κρατική υπόσταση, διέθεταν τη δύναμη της γλώσσας, του πολιτισμού, της θρησκείας, του πληθυσμού, που τους καθιστούσε σημαντικό παράγοντα σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο. Σήμερα, ο κίνδυνος της σύνθλιψής μας ανάμεσα στην παρασιτοποίηση έναντι της Δύσης και την υποταγή στην Ανατολή, την Τουρκία, είναι πολύ πιο άμεσος.
Παρασιτοποίηση και υποταγή σημαίνουν ταυτοχρόνως και έλλειψη ή υπανάπτυξη των κοινωνικών κινημάτων, συρρίκνωση της πολιτιστικής παραγωγής, φτώχεμα της ζωής και των αισθημάτων μας, βύθισμα στην υλική και πνευματική μιζέρια. Εδώ εντοπίζεται το βαθύτατο λογικό και θεωρητικό σφάλμα των λεγόμενων «εκσυγχρονιστών». Λαός χωρίς διακριτή υπόσταση και αυτονομία, λαός ισοπεδωμένος στην κοσμοπολίτικη σούπα που εκπέμπει το Χόλυγουντ, δεν μπορεί να αναπτύξει τίποτε, ούτε κοινωνικά κινήματα, ούτε οικολογικό κίνημα, ούτε πολιτισμό. Όλα τα κοινωνικά κινήματα αναδεικνύονται πάντα συναρθρωμένα με την ιδιαιτερότητα και τη λαϊκή κουλτούρα μιας χώρας, μιας περιοχής, μιας ηπείρου.
Και προφανώς δεν αρκεί να επαναπαυόμαστε στη σκέψη πως «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως άλλοθι για την απραξία μας. Ούτε σε εκείνη, παραπλήσια, που θεωρεί τους Έλληνες «περιούσιο λαό», προορισμένο από την «ιστορία» να επιβιώσει˙ μια εξωπραγματική παραμυθία που μόνο να μας αποκοιμίσει μπορεί, ή να εκθρέψει κάποιες ρατσιστικές ονειροφαντασίες. Η Ελλάδα, ως πολιτισμός, ως υπόσταση, ως κινήματα, πράγματι απειλείται με παραπέρα συρρίκνωση. Τίποτε στην ιστορία δεν είναι αιώνιο ή αναλλοίωτο. Οι Έλληνες δεν έχουν κερδίσει την ιστορική αθανασία. Η αντίσταση, η αληθινή επανάσταση που χρειάζεται η χώρα μας, δεν μπορεί να στηριχτεί σε ψεύτικες υπεραισιοδοξίες και παραμυθίες. Τα πράγματα είναι άσχημα, γι’ αυτό και πρέπει να αλλάξουν ριζικά.


(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: