Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

Η ψευδεπίγραφη "ρωμαϊκότητα" των Βυζαντινών (2)

Νικηφόρος Φωκάς

Η διαχρονικότητα της Ελληνικής συνείδησης
και η ψευδεπίγραφη "ρωμαϊκότητα" των Βυζαντινών
(Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)

3. Παραδείγματα και μαρτυρίες

Πρέπει να σημειωθεί πως οι φράσεις «ψευδεπίγραφη ρωμαϊκότητα», «ένα πουκάμισο αδειανό» ή «ένας άλλος τρόπος για να πεις ή να μην πεις Έλληνας/Ελληνισμός», τις οποίες χρησιμοποιώ εδώ, δεν είναι σχήματα λόγου, αλλά ανταποκρίνονται κατά τη γνώμη μου στην ιστορική πραγματικότητα. Ιδού ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα:

Τον 9ο αιώνα ο χαλίφης Αλ-Μαμούν πρόσφερε στον αυτοκράτορα Θεόφιλο μεγάλες ποσότητες χρυσού και αιώνια ειρήνη με ένα και μόνο αντάλλαγμα: να επιτρέψει ο τελευταίος στο Λέοντα το Μαθηματικό να μεταβεί για λίγο στην αυλή του Άραβα ηγεμόνα, ώστε να μεταδώσει εκεί κάποια στοιχεία από τις γνώσεις του στα μαθηματικά, στην αστρονομία και στις άλλες επιστήμες. Μιλάμε για πολιτιστικά επιτεύγματα όχι, βέβαια, ρωμαϊκά αλλά ακραιφνώς ελληνικά. Άλλωστε ο Λέων ο Μαθηματικός, χάρη στη μεγάλη αναστροφή και τη βαθιά εξοικείωσή του με την ελληνική επιστήμη και τα ελληνικά γράμματα, είχε αξιωθεί το παρωνύμιο «Έλλην». Ο Θεόφιλος απέρριψε την προσφορά με την ακόλουθη αιτιολογία: θα ήταν παράλογο, είπε, να δώσει κανείς το δικό του αγαθό σε άλλους και να παραδώσει σε ξένους τη γνώση των όντων, χάρη στην οποία οι πάντες τιμούν και θαυμάζουν το Γένος των Ρωμαίων! («αλλ’ ο Θεόφιλος ανταποκρίνας και άλογον το οικείον δούναι ετέροις καλόν και την των όντων γνώσιν έκδοτον ποιήσαι τοις έθνεσι δι’ ης το των Ρωμαίων γένος θαυμάζεταί τε και τιμάται παρά πάσιν»)[37] .

Ναι, διαβάσατε σωστά. Τα μαθηματικά και η αστρονομία είναι το καύχημα του «Γένους των Ρωμαίων»! Και να σκεφτεί κανείς ότι στην κλασική περίοδο της λατινικής γραμματείας, τότε που διαμορφωνόταν πρωθύστερα η ιδεολογία του ιστορικού προορισμού της Ρώμης ως κοσμοκράτειρας, η αποστολή του ρωμαϊκού λαού προδιαγράφεται με σαφήνεια. Εκείνο στο οποίο οφείλει να επικεντρώσει το ενδιαφέρον του δεν είναι τα γράμματα, οι τέχνες και οι επιστήμες, είναι το imperium! O Αγχίσης, συγκεκριμένα, τονίζει στο γιο του Αινεία, όταν ο τελευταίος τον συναντά στον κάτω κόσμο, πως η μετάδοση ζωής στο χαλκό, η σμίλευση ζωντανών μορφών στο μάρμαρο, οι εύστοχες δικανικές ομιλίες αλλά και η μέτρηση με το διαβήτη της κίνησης του ουρανού και της τροχιάς των αστέρων, αυτά όλα είναι επιδόσεις, στις οποίες κάποιοι άλλοι (εννοεί τους Έλληνες) θα αποδειχτούν περισσότερο ικανοί. Και του δηλώνει εμφατικά ότι ο ίδιος, ως Ρωμαίος, πρέπει να θυμάται πως οι δικές του οι «τέχνες» είναι κάτι το διαφορετικό: να επιβάλλει στους άλλους λαούς την κυριαρχία του, να θεσπίζει τους νόμους της ειρήνης μεταξύ των εθνών, να δείχνει επιείκεια προς τους ηττημένους και να κατανικά τους αλαζόνες («excudent alii spirantia mollius aera/(credo equidem), vivos ducent de marmore voltus,/orabunt causas melius, caelique meatus /describent radio et surgentia sidera dicent: /tu regere imperio populos, Romane, memento/(hae tibi erunt artes), pacisque imponere morem,/parcere subiectis et debellare superbos»)[38] .

Ο Θεόφιλος δεν αμφισβητεί προφανώς την ελληνική πατρότητα των επιστημών ούτε, βέβαια, τη διεκδικεί για λογαριασμό των «Ρωμαίων». Απλούστατα, αντί να αναφερθεί ονομαστικά στους Έλληνες, θεωρεί αυτονόητο ότι μπορεί να τους αποκαλέσει «Ρωμαίους» ακολουθώντας την αυτονόητη χρήση της εποχής. Και είναι χαρακτηριστικό το ότι αμέσως μετά την λέξη «Ρωμαίων», στη φράση «η των Ρωμαίων γνώση» του παραπάνω χωρίου, ο Διον. Ζακυθηνός επεξηγεί μέσα σε παρένθεση: «(των Βυζαντινών, των Ελλήνων)»[39] . Ενώ ο Paul Lemerle, αποδίδοντας ελεύθερα το ίδιο χωρίο, τονίζει ευθέως πως η γνώση των όντων «αποτελούσε παντού τη δόξα των Ελλήνων»[40] . Προφανώς, τον ισχυρισμό ότι η χρήση του όρου «Ρωμαίος» ήταν ένας άλλος τρόπος για να πεις (ή για να μην πεις) «Έλληνας» τον υιοθετούν και οι δύο διαπρεπείς αυτοί βυζαντινολόγοι, αλλά τον εκφράζουν με το δικό τους έμμεσο και περισσότερο κομψό τρόπο.

Στο σημείο αυτό οι μεγάλοι (και όχι οι «αγνώστων λοιπών στοιχείων») Βυζαντινολόγοι, στη συντριπτική πλειονότητά τους, είναι κατηγορηματικοί: «Το Βυζάντιο, αν και παραμένει πάντα σταθερά προσκολλημένο στις ρωμαϊκές πολιτικές ιδέες και παραδόσεις, μεταβάλλεται σε ένα μεσαιωνικό ελληνικό κράτος», γράφει ο Ostrogorsky. «Βυζαντινό είναι το εκχριστανισθέν ρωμαϊκό κράτος του ελληνικού έθνους» θα πει ο Aug. Heisenberg. «Ελληνική Αυτοκρατορία της χριστιανικής Ανατολής», θα χαρακτηρίσει το Βυζάντιο η Γλύκατζη-Αρβελέρ. «Ρωμαίος εσήμαινε, εν τέλει τον Έλληνα» και «Την ηγεμονία διετήρησαν τα ελληνικήν έχοντα την γλώσσαν εθνικά στοιχεία, αδιάφορον αν εις τας φλέβας των έρρεε μία σταγών περισσότερο ή ολιγώτερον αίματος αρχαίου ελληνικού», θα τονίσει ο Krumbacher. «Υπάρχει συνέχεια (στην ελληνική ιστορία) τόσο στο θέμα της φυλετικής καταγωγής, όσο και σε ό,τι αφορά τη γλώσσα και τον πολιτισμό. (...) Παρά το γεγονός ότι οι κάτοικοι έφτασαν στο σημείο να αυτοαποκαλούνται Ρωμαίοι, παρέμειναν αναμφισβήτητα Έλληνες», θα προσθέσει ο Dοuglas Dakin. Και ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό!... Δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαίο το ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου, από τους Λατίνους, τους Σλάβους και τους Βουλγάρους –συχνά ή κατά κανόνα- η Ελλάδα ονομαζόταν «Γραικία» (Graecia=Ελλάδα) και οι Έλληνες «Γραικοί» (Graeci=΄Ελληνες).

Με την ευκαιρία, παραθέτουμε τα εμπνευσμένα λόγια ενός ιεράρχη, που αποτελούν ύμνο για την αδιάσπαστη ιστορική συνέχεια του ελληνισμού, ο οποίος κατά τους βυζαντινούς χρόνους ενσωμάτωσε το χριστιανισμό και συνυφάνθηκε αζί του. Πρόκειται για τον Πενταπόλεως Νεκτάριο Κεφαλά - τον Άγιο Νεκτάριο: «Η δράσις του Ελληνισμού εν τω Βυζαντίω εστίν η δράσις της Ελλάδος εν τη Ανατολή, ο κρίκος της αλύσεως , ο συνδέων την αρχαίαν μετά της νεωτέρας Ελλάδος, η συνέχεια της ελληνικής Ιστορίας» (…) «Το ελληνικόν έθνος (…) ου μόνον δεν εξηφανίσθη, αλλά και τους επιδρομείς (…) αφομοίωσε και υπό το όνομα του Έλληνος Ρωμαίου Χριστιανού σωτηρίως και επωφελώς έδρασε»». (…) «[Το] ελληνικόν βυζαντινόν κράτος (…) και την παιδείαν και τας επιστήμας και τας τέχνας εκαλλιέργει και (…) ουδέν απέβαλε της κληροδοτηθείσης αυτώ πνευματικής κληρονομίας»[41] .

Επομένως, το να αρνείται κανείς να θεωρήσει το Βυζάντιο ως το συνεκτικό δεσμό που ενώνει την Αρχαία με τη Νέα Ελλάδα και το να επιβάλλει τη «Ρωμιοσύνη»[42] ως απαρχή της εθνικής μας ιστορίας με ταυτόχρονο αποκλεισμό της Αρχαίας Ελλάδας από το ενιαίο και αδιάσπαστο ελληνικό τρίπτυχο: Αρχαιότητα, Μεσαίωνας, Νέοι Χρόνοι αποτελεί επιεικώς ιστορικό ατόπημα. Πρόκειται για χαρακτηριστική περίπτωση προκρούστειας προσαρμογής των ιστορικών δεδομένων σε ιδεολογικές επιλογές και σκοπιμότητες.

4. Η ελληνικότητα ως αγώνισμα

Αναφέρθηκα παραπάνω στο ρεύμα της ελληνικότητας, που δεν είχε πάψει ποτέ να κυλά υπόγεια στη συνείδησή του απλού Έλληνα. Στους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας και κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο αλλά και στις παροικίες του εξωτερικού η ελληνική συνείδηση, με όχημα τη γλώσσα, ήταν πανταχού παρούσα. Μπορεί επί αιώνες η Εκκλησία στη θέση του Έθνους να τοποθετούσε συστηματικά το Γένος, στη θέση της πατρίδας αποκλειστικά και μόνο την πίστη και στη θέση του Ελληνισμού τη Ρωμιοσύνη και μόνο. Παρ’ όλα αυτά, η διαχρονική Ελλάδα δεν έσβησε. Παρέμεινε ακμαία στη σκέψη, στα λόγια και στα κείμενα των πνευματικών ηγετών του Έθνους, που φώτιζαν το μυαλό και πυρπολούσαν την ψυχή του απλού λαού (προς μεγάλο σκανδαλισμό, εννοείται, των καθ’ ημάς νεοφαναριωτών και «λοιπών ρωμαιόπληκτων δυνάμεων», που θα επιθυμούσαν διακαώς η επίδραση στον απλό λαό να ήταν μονόπλευρα εκκλησιαστική…). Προ πάντων, όμως, η Ελλάδα παρέμενε ολοζώντανη στις ίδιες τις ψυχές των Ελλήνων. Και όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, με αφετηρία το ’21, ξεχύθηκε σαν ορμητική λάβα ηφαιστείου που παρασύρει στο διάβα της τα πάντα.

«Και ξαφνικά, γράφει ο Ιω. Κακριδής, από την πρώτη κιόλας μέρα, ακούει (ο λαός) πως και αυτός είναι Έλληνας. Τον βεβαιώνουν οι αρχηγοί του, το βροντοφωνάζει κάθε στιγμή ο Κολοκοτρώνης, οι ξένοι από τα πέρατα του κόσμου μιλούν για τη νεκρανάσταση των Ελλήνων. Ο ταπεινωμένος αιώνες τώρα ραγιάς είναι λοιπόν, ίδια φυλή και φύτρα με τους αντρειωμένους Έλληνες; Αυτός ο μυθικός κόσμος των αθάνατων Ελλήνων ήταν λοιπόν τόσο δικός του και δεν το ήξερε; Η ψυχή του απλού, ταπεινού αγωνιστή βρίσκει ξαφνικά ένα στήριγμα από τα πιο μεγάλα – έναν μύθο»[43]. Ούτε, όμως, ο Κολοκοτρώνης, θα πρόσθετε η ταπεινότητά μου, ούτε «οι ξένοι από τα πέρατα του κόσμου» ούτε ο ουρανοκατέβατος «μύθος» θα μπορούσαν ποτέ να μετατρέψουν «εν ριπή οφθαλμού» τους αγράμματους φουστανελάδες σε «Έλληνες», αν η ίδια η διαχρονική ελληνικότητα δεν ήταν πανταχού παρούσα και παντοδύναμη στη συνείδησή τους. Εύγλωττη στο σημείο αυτό είναι η μαρτυρία του πατέρα της ελληνικής λαογραφίας Νικολάου Πολίτη: «Αμιγές αντί του αίματος διετηρήθη εν τη γλώσση, τω βίω και τω χαρακτήρι του λαού το ελληνικόν πνεύμα δι’ αδιασπάστου αλύσεως παραδόσεων, ης ένα προς ένα τους κρίκους ανευρίσκομεν εν τοις διαφόροις σταδίοις και ταις περιπετείαις της ελληνικής εθνότητος»[44].

Το ότι, πάντως, όπως ισχυρίζεται ο Ιω. Κακριδής, «διαβάζοντας τα κείμενα του Αγώνα βλέπουμε ότι την εποχή εκείνη το όνομα Έλληνες χαρακτηρίζει μόνο τον επαναστατημένο λαό», το ότι δηλαδή μόνο οι αγωνιζόμενοι κατά των Τούρκων ανακτούν το όνομα των μυθικών ηρώων που φάνταζαν στη λαϊκή αντίληψη σαν όντα υπερφυσικά –-και ανεξαρτήτως του αν και κατά πόσο αυτό αληθεύει-- μοιάζει να περικλείει έναν βαθύτερο συμβολισμό. Ότι δηλαδή η ελληνικότητα δεν είναι κάτι το δεδομένο, το εύκολο και το ανέξοδο, αλλά συνυφαίνεται με τον αγώνα, ξεπροβάλλει από τον αγώνα και κατακτάται χάρη στον αγώνα. «Το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον», φέρεται από το Θουκυδίδη να διακηρύσσει ο Περικλής στον «Επιτάφιό» του[45] . Αυτό επιβεβαιώθηκε με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Οι ήρωες του ’21 κέρδισαν με το σπαθί τους όχι μόνο την ανεξαρτησία τους από τον Τούρκο αλλά και την ίδια την ελληνικότητά τους, που την επέβαλαν σε εχθρούς και φίλους, μολονότι επί αιώνες η κρατική εξουσία και η Εκκλησία την είχαν συγκαλύψει κάτω από μια ψευδεπίγραφη «ρωμαϊκότητα».

Θα ήταν, ωστόσο, ανιστόρητο και άδικο να αποσιωπήσει κανείς το ότι η Ορθοδοξία, σε χαλεπούς καιρούς, περιέθαλψε, στήριξε και κράτησε ζωντανό τον ελληνισμό προστατεύοντας τον υπό την σκέπην των πτερύγων της έστω και αν τον αντιμετώπιζε ως Ρωμιοσύνη, καθώς και το ότι από τους κόλπους της αναδείχτηκαν ιεράρχες με ακμαίο ελληνικό φρόνημα, οι οποίοι φώτισαν το χειμαζόμενο Γένος καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής δοκιμασίας του[46] . Δεν πρέπει άλλωστε να μας διαφεύγει ότι στην ορθόδοξη χριστιανική μας ταυτότητα η Ελλάδα είχε εναποθέσει ανεξίτηλα τη σφραγίδα της. Βαρυσήμαντη επί του προκειμένου είναι η μαρτυρία του Ευσεβίου, του επισκόπου Καισαρείας επί Μεγάλου Κωνσταντίνου: «Μόνη γαρ η Ελλάς αψευδώς ανθρωπογονεί 'φυτόν ουράνιον' και βλάστημα θείον ηκριβωμένον, λογισμόν αποτίκτουσα οικειούμενον επιστήμηι»[47].


Το γεγονός είναι ότι μέσα από την πάλη κατά του εχθρού το Γένος γίνεται πανηγυρικά Έθνος και οι ραγιάδες Ρωμιοί, που αγωνίζονται ταυτόχρονα και για «του Χριστού την πίστη», αναδεικνύονται ελεύθεροι Έλληνες με δική τους πλέον ανεξάρτητη πατρίδα. Και ο αγράμματος Μακρυγιάννης, που ούτε σε σχολείο είχε ποτέ του πατήσει ούτε είχε ακούσει ποτέ τι θα πει Διαφωτισμός, θα αντιταχτεί σθεναρά στο ενδεχόμενο να πουληθούν σε ξένους δύο αρχαία αγάλματα: «Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι’ αυτά πολεμήσαμε», θα πει. Οπότε κατάπληκτος ο Σεφέρης θα παρατηρήσει: «Δε μιλά ο Λόρδος Βύρων, μήτε ο λογιότατος, μήτε ο αρχαιολόγος˙ μιλά ένας γιος τσοπάνηδων της Ρούμελης με το σώμα γεμάτο πληγές. ‘Γι’ αυτά πολεμήσαμε’. Δεκαπέντε χρυσοποίκιλτες ακαδημίες δεν αξίζουν την κουβέντα αυτού του ανθρώπου (…)». Και συμπληρώνει: «‘Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη’ τραγουδούσε ο Σολωμός. Η ιδέα του ήταν αληθινή. Η ελληνική επανάσταση ήταν βγαλμένη από το μεδούλι των κοκάλων των ζωντανών Ελλήνων. Και γι’ αυτό πέτυχε, και γι’ αυτό δε σταμάτησε και πραγματοποιείται σ’ όλο τo ΙΘ' αιώνα, και γι’ αυτό δεν τέλειωσε ακόμη η πραγματοποίησή της»[48] .
Αυτό το τελευταίο («…και γι’ αυτό δεν τέλειωσε ακόμη η πραγματοποίησή της») ας το κρατήσουμε βαθιά μέσα μας στους δύσκολους καιρούς που περνάμε.

Κυριάκος Κατσιμάνης Docteur d' Etat του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, Επίκ. Καθηγητής Φιλοσοφιας του Πανεπιστημίου Αθηνών
___________________________________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Για παράδειγμα, Clifton R. Fox, Τι είναι, αν είναι κάτι, ένας Βυζαντινός; http://www.romanity.org/htm/fox.e.01.ti_einai_an_einai_kati_enas_buzantinos.01.htm  
[2] Και αυτό συνήθως το κάνουν σε λαθρόβιες ιστοσελίδες, στις οποίες αρθρογραφούν κατά κανόνα οι ίδιοι και οι οποίες έχουν δημιουργηθεί με μοναδικό σκοπό να υπηρετήσουν τη «μεγάλη ιδέα» του ελληνομηδενισμού. Tη διάδοση της ιδέας αυτής την έχουν αναλάβει περίπου εργολαβικά με τις θεματικά μονότονες καταχωρίσεις τους αλλά και με τη συστηματική διαδικτυακή μετακίνησή τους «από αναρτήσεως εις ανάρτησιν», όπου, λειτουργώντας κάθε φορά ως «ουρά», επαναλαμβάνουν και διαχέουν στερεότυπα τις γνωστές θέσεις τους. Και αυτά όλα, βέβαια, με τη γενναιότητα και τη λεβεντιά των ανθρώπων που κρύβονται πίσω από ψευδώνυμα!...
[3] Το Ελληνικό Έθνος, γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 2004.
[4] Διον. Ζακυθηνού, Το Βυζάντιον, Κράτος και Κοινωνία. Ιστορική ανασκόπησις, Αθήναι, 1951, σελ. 39.
[5] Όπ. παρ., σελ. 25.
[6] Η επισήμανση με έντονα γράμματα σε αυτό το άρθρο κάποιων φράσεων σε εντός εισαγωγικών παραθέματα είναι δική μου και δεν υπάρχει στα κείμενα των συγγραφέων.
[7] Παγκόσμιος Ιστορία, Βίβλος, Αθήναι 1952, τόμος Α΄, σσ. 636-637.
[8] «Και ου τη πατρίω φωνή τον νόμον συνεγράψαμεν, αλλά ταύτη δη τη κοινή τε και Ελλάδι, ώστε άπασιν αυτόν είναι γνώριμον δια το πρόχειρον της ερμηνείας», Ιουστινιανού, Νεαραί, 52, 32-35. Πόση απέχθεια σε εκείνο το «ταύτη δη τη κοινή τε και Ελλάδι», ιδιαίτερα όταν η αναφορά στην ελληνική γίνεται κατ’ αντιπαράθεση προς την πατροπαράδοτη γλώσσα του αυτοκράτορα («ου τη πατρίω φωνή») !...Να σημειωθεί ότι από το 397 είχε ήδη επιτραπεί να εκδίδουν τα δικαστήρια αποφάσεις στα ελληνικά και από το 439 να συντάσσονται στα ελληνικά οι διαθήκες, Κωνσταντίνου Αμάντου, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμος Α΄, ΟΕΔΒ, 19633 σελ. 52.
[9] Α. Rambaud, L’ Empire grec au Xe siècle, Παρίσι, 1870, σελ. 539.
[10] Tractatus Logico-Philosophicus, 5,6.
[11] Πανηγυρικός, 50, 1-8.
[12] Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα, 1999, σελ.137.
[13] Διον. Ζακυθηνού, όπ. παρ., σελ.73. Πρβλ. και σσ. 64-65.
[14] Byzantium, An Introduction to East Roman Civilization, (ελλ. μτφρ.Δ. Σακκά, Βυζάντιο, Εισαγωγή στο Βυζαντινό Πολιτισμό), εκδ. Δ. Παπαδήμας, Αθήνα, 1988, σελ. 23.
[15] Γ. Καραμπελιά, 1204, η διαμόρφωση του νεώτερου Ελληνισμού, Εισαγωγή.
[16] Απόστ. Ε. Βακαλόπουλου, Νέος ελληνισμός. Οι ρίζες, η καταγωγή των Ελλήνων και η διαμόρφωση του Έθνους, [1204 - μέσα 15ου αιώνα], Εκδ. Οίκος Αντωνίου Σταμούλη, 2008, σσ.98-99.
[17] . Κ. Ν. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμ. 5, σελ. 444
[18] Όπ. παρ., σελ. 447.
[19] Σπυρίδωνος Λάμπρου, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τόμ. Γ΄, σελ. 247.
[20] Πολύ περισσότερο: η επίκληση και η παράθεση εντελώς ανεπεξέργαστων «σεντονιών» με κείμενα αυλικών αγορητών ή καθεστωτικών «υμνωδών», τα οποία ανασύρονται από τον TLG με κατάχρηση της διαδικασίας «αντιγραφή - επικόλληση» δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για να υποστηρίξει κανείς τη ρωμαϊκότητα των Βυζαντινών…
[21] Η αμφισβήτηση της ρωμαϊκότητας των Βυζαντινών δεν έχει καμιά σχέση με αξιολογικές αποτιμήσεις, αλλά σχετίζεται με την επεξεργασία των ιστορικών δεδομένων. Κατά τα άλλα, ο υπογραφόμενος, ο οποίος έχει γνωρίσει τους Ρωμαίους μέσα από την Ιστορία και τη Γραμματεία τους, τρέφει απεριόριστο θαυμασμό για αυτούς τους σοβαρούς, πειθαρχημένους, πρακτικούς, ουσιαστικούς και αποτελεσματικούς ανθρώπους, οι οποίοι, επιπλέον, υπήρξαν λαμπροί μαθητές των Ελλήνων. Για τους ανθρώπους που αναδείχτηκαν κοσμοκράτορες, επειδή διέπρεψαν στον τομέα της κρατικής συγκρότησης, της διοικητικής οργάνωσης και της νομοθεσίας και τοποθέτησαν στο κέντρο του πολιτισμού τους ιδέες/αξίες όπως η gravitas, η auctoritas και η constantia, στις οποίες ο ελληνικός πολιτισμός δεν έχει να επιδείξει, δυστυχώς. ιδιαίτερη προσήλωση… (Εννοείται ότι μιλάμε για τους αληθινούς Ρωμαίους, όχι για τα μεταλλαγμένα ιδεοληπτικά υποκατάστατα στη σκέψη των ρωμαιόπληκτων εκπροσώπων του καθ’ ημάς νεοφαναριωτισμού!).
[22] Κατά τον Sture Linnér, μολονότι οι Βυζαντινοί ένιωθαν υπερήφανοι ως κληρονόμοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, «είχαν πάντοτε συνείδηση του ελληνικού τους παρελθόντος». Επίσης: «Την ώρα που η πολιτική εξουσία κατέρρεε, οι Βυζαντινοί κρατιούνταν γερά από τη μεγάλη τους πολιτιστική περιουσία. Σε έναν κόσμο που θαύμαζε όλο και περισσότερο την αρχαία ελληνική παιδεία, εκείνοι διεκδικούσαν το δικαίωμα να είναι Έλληνες, άμεσοι κληρονόμοι των ποιητών και των φιλοσόφων, των ιστορικών και των επιστημόνων της Ελλάδας των περασμένων αιώνων», Bysantinsk Kulturhistoria (ελλ. μτφρ. Ζαννή Ψάλτη, Ιστορία του Βυζαντινού Πολιτισμού), Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 1999, σσ. 219-220.
[23] Φ. Κ. Βώρου, Δοκίμιο ανίχνευσης της διαμορφούμενης κατά το 18ο αιώνα εθνικής συνείδησης των Ελλήνων στο έργο του Ρήγα Φεραίου – Βελεστινλή (αναβίωση των όρων αυτοπροσδιορισμού των Ελλήνων – Γραικών), Εισήγηση σε συνέδριο για το έργο του Ρήγα Βελεστινλή με πρωτοβουλία του Δημητρίου Καραμπερόπουλου ως Προέδρου της Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών – Βελεστίνου – Ρήγα.
[24] Με αφετηρία μάλιστα τον 5ο με 6ο μ.Χ. αιώνα, οι Έλληνες θα χρησιμοποιήσουν επιπροσθέτως την ονομασία «Γραικοί», σε μια προσπάθεια να υπογραμμίσουν την ιστορική τους ιδιαιτερότητα και να αντιδιασταλούν από τους υπόλοιπους «Ρωμαίους» της αυτοκρατορίας. Ο ιστορικός Πρίσκος αφηγείται ότι ως μέλος μιας διπλωματικής αποστολής εκ μέρους του Θεοδοσίου του Β΄ είχε βρεθεί στην αυλή του Αττίλα, λίγο πριν από το 450. Εκεί συνάντησε κάποιον, ο οποίος έμοιαζε με Σκύθη ευγενή και ο οποίος τον χαιρέτησε στα ελληνικά. Ο Πρίσκος, από περιέργεια για τα ελληνικά του συνομιλητή του, ζήτησε από αυτόν λεπτομέρειες σχετικά με το ποιος είναι, οπότε γελώντας ο τελευταίος του δήλωσε «Γραικός μεν είναι το γένος, κατ’ εμπορίαν δε ες το Βιμινάκιον εληλυθέναι την προς τω Ίστρω Μυσών πόλιν» (Απόσπασμα 8, 458-479). Ωστόσο, το όνομα Γραικοί ήταν πανάρχαιο, όπως φαίνεται και από τη σχετική αναφορά του Αριστοτέλη: «αύτη δ’ εστίν (η Ελλάς η Αρχαία) η περί Δωδώνην και τον Αχελώον˙ ούτος γαρ πολλαχού το ρεύμα μεταβέβληκεν˙ ώκουν γαρ οι Σελλοί ενταύθα και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί νυν δ’ ΄Ελληνες» (Μετεωρολογικά, 352 α 35 – b 3).
[25] «Η μεγαλυτέρα διαβολή την οποίαν ενήργησε (ο Χριστιανισμός) κατά του κλασσικού κόσμου ήτο η εμφάνισις αυτού ως ειδωλολατρικού. Λατρείαν των ειδώλων, δι’ ην κατηγορούν τα συναξάρια τους μη χριστιανούς συχνότατα, δεν εγνώρισαν οι Έλληνες», Νκολάου Τωμαδάκη, Εισαγωγή εις την Βυζαντινήν Φιλολογίαν , τόμος Α 2, Αθήναι, 1956, σελ. 24.
[26] Διον. Ζακυθηνού, όπ. παρ., σσ. 30-31
[27] Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρά τη «ρωμαιοπληξία» του Κράτους και της Εκκλησίας, ο αποδιοπομπαίος όρος «Έλλην» εμφανίζεται προς το τέλος ως ισότιμος προς τον όρο «Ρωμαίος» και μάλιστα σε επίπεδο επίσημου Βυζαντίου, το οποίο, «την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενον», στέργει σε ένα συγκερασμό του Ρωμαϊκού και του Ελληνικού στοιχείου στη λέξη «Ρωμέλληνες»: ο ανώνυμος συντάκτης του Πανηγυρικού εις Μανουήλ και Ιωάννην Παλαιολόγους αναφέρεται σε «γένος έν το επισημότατόν τε και κάλλιστον, ους και ει τις Ρωμέλληνας είποι, καλώς αν είποι» (Σπ. Λάμπρου, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, , τόμ. Γ’, 1926, σελ. 152). Βέβαια, το στοιχείο στην πραγματικότητα ήταν πριν από αιώνες ήδη μόνο ένα, δηλαδή το ελληνικό. Το να ακουστεί, όμως, και να προβληθεί επισήμως ο όρος «Ρωμέλληνες» εκεί όπου, παλιότερα, είχαν προηγηθεί τα γνωστά κωμικοτραγικά επεισόδια με την πρεσβεία του Λιουτπράνδου σημαίνει ότι η πίεση τον πραγμάτων για την αποκατάσταση και τυπικά του Ελληνισμού ήταν τη φορά ετούτη πολύ ισχυρότερη από τις σκοπιμότητες και τις ιδεοληπτικές προσκολλήσεις στην καθεστωτική «ρωμαϊκότητα».
[28] Ιωάννη Ρωμανίδη, Φράγκοι, Ρωμαίοι, Φεουδαλισμός και Δόγμα, http://www.romanity.org/htm/rom.e.04.fragkoi_romaioi_feoudalismos_kai_dogma.01.htm  
[29] Δ. Ζακυθηνός, όπ. παρ., σελ. 31
[30] Πάρι Γουναρίδη, Γένος Ρωμαίων: Βυζαντινές και Νεοελληνικές Ερμηνείες, Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα, 1996, σελ. 14.
[31] Βλ. Λιβανίου, Προς Θεοδόσιον τον Βασιλέα υπέρ των Ιερών (κυρίως 6 κ. εξ. όπου, μεταξύ άλλων, διεκτραγωδούνται οι επιδόσεις των «μελανειμονούντων»!), in Διον. Ζακυθηνού, Βυζαντινά Κείμενα, εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλου, Αθήναι, 1957, σσ. 1-14.
[32] Κατά τoν Jorga ο χριστιανισμός υπήρξε ο κυριότερος παράγοντας του εξελληνισμού της Αυτοκρατορίας, (in Κωνσταντίνου Αμάντου, όπ. παρ., σελ. 58, υποσημ.2)
[33] Κ. Κούμας, Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων, τόμος 12ος, Βιέννη, σελ. 535 (in Φ. Κ. Βώρου, όπ. παρ.).
[34] Δ. Καταρτζής, Τα Ευρισκόμενα, Επιμέλεια Κ. Θ. Δημαράς, Αθήναι, Ερμής 1970, σελ. 49.
[35] Κυριάκου Κατσιμάνη, Η ελληνική συνείδηση κατά τους βυζαντινούς χρόνους, «Αντίβαρο», 30/4/2011 και «Φιλολογική», τεύχος 115, Απρίλιος-Ιούνιος 2011, σσ. 3-5.
[36] Αλέξιος Γ. Κ. Σαββίδης & Βenjamin Ηendrickx, Εισαγωγή στη Βυζαντινή Ιστορία.
[37] Τα μετά τον Θεοφάνη, 190, 18-21.
[38] Αινειάδα, VI, 847-853.
[39] Όπ. παρ., σελ. 72.
[40] Le premier humanisme byzantin (ελλ. μτφρ. Μαρίας Νυσταζοπούλου–Πελεκίδου, Ο πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός), ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2007, σελ. 132.
[41] Ιn Πάρις Γουναρίδης, όπ. παρ., σελ. 33.
[42] Όπως έκανε ο Εφταλιώτης με την Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Αθήνα, 1901. Το όλο θέμα θα αποτελέσει αντικείμενο ειδικού άρθρου μου.
[43] Ιωάννης Κακριδής, Αρχαίοι Έλληνες και Έλληνες του Εικοσιένα, στον τόμο Φως Ελληνικό, Εστία, 1963.
[44] In Απόστ. Ε. Βακαλόπουλου, όπ. παρ., σελ. 45.
[45] Θουκ., II, 43,4.
[46] Πρβλ. Dοuglas Dakin, «αντί να δώσουμε ιδιαίτερο βάρος στη διαμάχη ανάμεσα στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη, πρέπει να δούμε το θέμα ξεκινώντας από τη βάση ότι υπήρχαν δύο μορφές "Ελληνισμού", ο εθνικός "Ελληνισμός" και ο εκκλησιαστικός "Ελληνισμός", και οι δύο με κοινές σε μεγάλο βαθμό, αν και κάπως ακαθόριστες επιδιώξεις», The Unification of Greece, 1770-1923 (ελλ. μτφρ. Α. Ξανθόπουλου, Η ενοποίηση της Ελλάδας, 1779-1923, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2009, σελ. 26).
[47] Ευαγγελική Προπαρασκευή, βιβλ. 8, κεφ. 14, παράγρ. 66, στ. 6-8).
[48] Γιώργου Σεφέρη, Ένας Έλληνας – Ο Μακρυγιάννης, από τις «Δοκιμές».


http://www.istorikathemata.com/2012/01/blog-post_07.html



Δεν υπάρχουν σχόλια: