Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Λορέντζος Μαβίλης


Πριν από 98 χρόνια, στις 28 Νοεμβρίου 1912, άφηνε την τελευταία του πνοή ο Επτανήσιος ποιητής και ένθερμος πατριώτης Λορέντζος Μαβίλης (1860-1912) στην μάχη του Δρίσκου, κοντά στα Ιωάννινα, κατά τον Πρώτο Βαλκανικό πόλεμο. Τιμώντας την μνήμη του, αναδημοσιεύουμε το εξαιρετικό άρθρο του Γιώργου Σκλαβούνου για τον Μαβίλη, που πρωτοδημοσιεύθηκε το 2007 στο μηνιαίο κερκυραϊκό περιοδικό "ναί".
ΔΕΕ





6 σχόλια:

ΑΡΧΑΙΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ είπε...

Παραθέτω το βιογραφικό καθώς και πέντε τον αριθμό,κατά χρονολογική σειρά,ποιήματα του Λορέντζου Μαβίλη από το βιβλιάριο ''Τα Σονέτα και άλλα ποιήματα ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ'' των εκδόσεων ''Καστανιώτης'' της σειράς ''Μικρά τσέπης'':


ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ Ιθάκη 1860-Δρίσκος Ηπείρου 1912

Απόγονος εύπορης κερκυρα'ι'κής οικογένειας (ισπανικής καταγωγής) με άρτια γνώση πιάνου,με συστηματικές φιλολογικές σπουδές 'στην Αθήνα,'στο Μόναχο,'στο Φράιμπουργκ και 'στο Ερλάνγκεν (συνολικά 'στη Γερμανία 1 4 χρόνια),τέλειος κάτοχος των αρχαίων ελληνικών,των λατινικών,των σανσκριτικών,των γαλλικών,των ιταλικών,των ισπανικών,των αγγλικών και των γερμανικών,από το 1892 μόνιμα εγκατεστημένος 'στην Κέρκυρα,φεύγει από αυτήν για να π ο λ ε μ ή σ η 'στον απελευθερωτικό αγώνα της Κρήτης,'στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και 'στους Βαλκανικούς καθώς και για να πάρη μέρος ως βουλευτής 'στην Πρώτη Αναθεωρητική Βουλή και -βέβαια- για να σκοτωθή (28 Νοεμβρίου 1912) 'στη μάχη του Δρίσκου 'στην Ήπειρο.
Αυτό -εν πολύ ολίγοις- το ''βιογραφικό'' του και από αυτό συνάγονται τα τρία στοιχεία που τον συγκροτούν ως τρόπο ανθρώπου και ως έργο και διάθεση ποιητή:αριστοκρατικός και ''άκρως αισθητής'',μποέμ 'στον καθ'ημέραν ήμερο βίο και περιπετειώδης,έως ριψοκίνδυνος,στις μείζονες επιλογές κοινωνικών,μορφωτικών και εθνικών στάσεων.Και προσθέτουμε:ασυμβίβαστα μαχόμενος δημοτικιστής και θαυμαστής του Σολωμού.
Ο Μαβίλης μεταμορφώνει το σονέτο από απλή παραδοσιακή στιχουργική φόρμα (σχεδόν ημιθανή μέσα 'στη φλυαρία της κατάχρησής της και 'στο συνωστισμό των ατάλαντων ποιητών) σε δραστικό εργαλείο της ποιητικής γλώσσας απόλυτα ικανό να δώση σχήμα όχι μόνο 'στις (πολλά σημαίνουσες πάντως) φιλοσοφικές θέσεις του,αλλά και 'στον έρωτα,'στην παράδοξη γοητεία της λήθης και της ανάμνησης και 'στη χωρίς φορτικούς γλυκασμούς ανδρική μελαγχολία.

ΑΡΧΑΙΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ είπε...

ΠΑΤΡΙΔΑ

Μάννα μου Ελλάδα,τι δεν είσαι τώρα
Σαν πρώτα ορθή,'ψηλή,στεφανωμένη
Με δάφνες,τι δεν είσαι με τα δώρα
Της αθάνατης Νίκης στολισμένη;

Aχ!πότε θάρθη,πότε θάρθη η ώρα
Να ματαστράψη η όψη σου η σβυμένη
Και την ερημωμένη σου τη χώρα
Μ'ελπίδα να φωτίσης,ω αντρειωμένη;

Πατρίδα μου,σηκώσου.Ας λάμψη πάλι
'Στον αιθέρα 'ψηλά το μέτωπό σου,
Και της Ελευτεριάς θε να προβάλη

Η 'μέρα,και το θείο πρόσωπό σου
Θα λάμπη σαν τον ήλιο της.Μεγάλη
Θα γίνης κι'αλλοιά τότε 'ς τον εχτρό σου.

Κέρκυρα,5 Σεπτεμβρίου 1878


ΠΑΤΡΙΔΑ

Πάλε ξυπνάει της άνοιξης τ'αγέρι
'Σ την πλάση μυστικής αγάπης γλύκα,
Σα νύφ'η γη,πώχει άμετρ'άνθη προίκα,
Λάμπει,εν ω σβυέται της αυγής τ'αστέρι.

Πεταλούδες πετούν ταίρι με ταίρι,
Εδώ βουίζει μέλισσα,εκεί σφήκα'
Τη φύση 'ς την καλή της ώρα ευρήκα,
Λαχταρίζει η ζωή 'ς όλα τα μέρη.

Κάθε μοσκοβολιά και κάθε χρώμα,
Κάθε πουλιού κελάηδημα ξυπνάει
Πόθο 'ς τα φυλλοκάρδια μου κ'ελπίδα

Να σου ξαναφιλήσω τ'άγιο χώμα,
Να ξανα'ι'δώ και το 'δικό σου Μάη,
Όμορφή μου,καλή,γλυκειά Πατρίδα!

Μόναχο,5 Ιουνίου 1888

ΑΡΧΑΙΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ είπε...

NΙΚΗ

Ευρέθηκ'ένα ατίμητο βλησίδι.
Τώρα που οι αρχαίοι ξανάζησαν αγώνες,
Που της Πατρίδας δίνουν ζωογόνες
Φλόγες αντρειάς πολεμικής μισείδι,

Του Γένους μας παμπάλαιο στολίδι,
Πώλαμψε 'ς του Ηρακλή τους ελαιώνες,
Έπειτ'από εικοστρείς και πάλ'αιώνες
Ξαναστράφτουν οι ωδές του Βακχυλίδη.

'Σ εμάς τον στέρνει τώρα η Ελλάδα μάννα
Θριάμβου αρραβώνα 'ς τη μεγάλη πάλη,
Και το Γένος μ'ελπίδας θρέφει μάννα,

Που 'ς άγιο Αγώνα θα νικήση πάλι.
Μάννα!Τους νέους Σου ήρωες να εγκωμιάση,
Γεννηθήτω ποιητής που να του 'μοιάση!

Δεκέμβριος 1896


ΠΛΗΡΩΜΑ ΧΡΟΝΟΥ

Οι Τούρκοι είναι θεριά,δεν είναι ανθρώποι.
Για χιλιοστή φορά πάλε σηκώσου!
Το τρισένδοξο 'θέλει ριζικό σου
Θεριά να σφάζης που τα θρέφ'η Ευρώπη.

Πολύ 'ψηλά,'κεί που δε φτάνει τόπι
Αφωρεσμένου Τούρκου,Φράγκου ή Ρώσσου,
Είναι στημένο τ'άγιο φλάμπουρό σου
'Σ του Ιδανικού το ουράνιο κατατόπι.

Κι'α σε κρατούν πιστάγκωνα 'δεμένη,
Κι'α χίλια μύρια βάσανα παθαίνης,
Μα 'ς το τέλος θε νάβγης κερδεμένη-

Είσ'αίμα Ελληνικό και δεν πεθαίνεις.
Αν είναι ένας Θεός δικαιοκρίτης,
Συ θα το δείξης,'Λευτεριά της Κρήτης.

Ιανουάριος 1897


Χάρρις

Χερουβικής χαράς χρυσός αθέρας
Σ'εφλόγισε πατώντας της Ηπείρου
Το χώμα,σα 'ς την πλατωσιά του απείρου
Νάστραφτε από το ''εν τούτω νίκα'' ο αιθέρας,

Και σα σε λάμψη Παρουσίας Δευτέρας,
Μ'αποκαλυπτικού αγαλλίαση ονείρου
Νάβλεπες 'ς το βυθό του Παμπονήρου
Να γκρεμιστή η Τουρκιά,το ανίερο τέρας.

Και σε λόγου σου τότ'έκαμες τάμα
Να φτάσης όπου αυτός μόνος ξαμόνει
Πούναι ποιητής και μάρτυρας αντάμα.

Του Απόλλωνα όχι η χάρη,η δόξα μόνη
Σού 'λειπε του θανάτου,κ'ένα βόλι
Σ'έστειλ'ήρωα 'ς το ηλύσιο περιβόλι.

Ιούνιος-Ιούλιος 1897



[Αθήνα 1996,σελίδες 10,21,38,39,40]

Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης είπε...

Να παραθέσω και εγώ δύο από τα (κατά την προσωπική μου γνώμη) ωραιότερα ποιήματα του ξεχασμένου ποιητή, ο οποίος θα ήταν πασίγνωστος σήμερα, αν δεν ήταν τόσο πατριώτης:

Λήθη
Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να 'ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση•
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,
α' στάξη γι' αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται...

A' δε μπορής παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν


Καλλιπάτειρα
«Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πώς μπήκες;
Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαία
εδώθε». – «Έχω ένα ανίψι, τον Ευκλέα,
τρία αδέρφια, γιό, πατέρα Ολυμπιονίκες•

να με αφήσετε πρέπει, Ελλανοδίκες,
και εγώ να καμαρώσω μέσ' στα ωραία
κορμιά, που για το αγρίλι του Ηρακλέα
παλεύουν, θιαμαστές ψυχές αντρίκειες.

Με τες άλλες γυναίκες δεν είμαι όμοια•
στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζη
με της αντρειάς τα αμάραντα προνόμια.

Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει
σε αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου
ύμνος χρυσός του αθάνατου Πινδάρου».

SITALKIS είπε...

Να μην λησμονούμε, ότι ο Μαβίλης αν και είχε διατελέσει βουλευτής, πήγε εθελοντής να πολεμήσει για την πατρίδα... Πόσοι πρώην βουλευτές σήμερα, θα πήγαιναν εθελονικά στον πόλεμο; Αφού μερικοί εξ αυτών δεν πήγαν να υπηρετήσουν θητεία ούτε σε καιρό ειρήνης???

Βιβλιόφιλος είπε...

Αγαπητέ Σιτάλκη έχεις απόλυτο δίκιο και η παρατήρησή σου είναι ιδιαίτερα εύστοχη. Φοβάμαι όμως ότι και εμείς οι απλοί πολίτες έχουμε μερίδιο ευθύνης όχι μόνον για το συγκεκριμένο γεγονός των φυγόστρατων βουλευτών, αλλά και για την γενικότερη κατάντια της χώρας.