Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

ΤΑ ΛΕΞΙΚΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ (4)


«TO ΠPΩTON BIBΛION EKAΣTOY EΘNOYΣ»
Γ. Μπαμπινιώτης

(συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)

H XPYΣH EΠOXH ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΑΣ
Η δεκαετία τού ’30 είναι η χρυσή εποχή τής νεοελληνικής λεξικογραφίας. Tέσσερα σημαντικά λεξικά τής Ν. Ελληνικής, ιστορικώς τα πιο σημαντικά, δημοσιεύονται ή αρχίζουν να δημοσιεύονται μέσα σε αυτή τη δεκαετία:
1931 Πέτρου Bλαστοῦ, Συνώνυμα καὶ Συγγενικά. Tέχνες καὶ Σύνεργα.
1933 Ἀκαδημία Ἀθηνῶν: Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Nέας ἑλληνικῆς τῆς τε κοινῆς ὁμιλουμένης καὶ τῶν ἰδιωμάτων, Α΄ τόμ.
1933 «Πρωίας»: Λεξικὸν τῆς Nέας Ἑλληνικῆς γλώσσης, 2 τόμ.
1936-50 Δ. Δημητράκου, Mέγα Λεξικὸν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, 9 τόμ.

TO ΛEΞIKO TOY ΒΛΑΣΤΟΥ
Tο Λεξικό τού Πέτρου Βλαστού είναι, στην πραγματικότητα, το πρώτο σημαντικό «λεξικό συνωνύμων»92 τής Ν. Ελληνικής –και μάλιστα τής λαϊκής, διαλεκτικής και λογοτεχνικής δημοτικής, με σαφή αποκλεισμό των λόγιας προέλευσης νεοελληνικών λέξεων. Και εδώ η ιδεολογία οδηγεί τη λεξικογραφία· το γλωσσικό «πιστεύω» τού Βλαστού καθορίζει τη στάση του στο Λεξικό που συνέταξε. Ο Πέτρος Βλαστός (1879-1941), ποιητής, λόγιος, που έζησε το μεγαλύτερο μέρος τής ζωής του στο εξωτερικό (Ινδία, Αγγλία), υπήρξε από τους υπέρμαχους ενός φορμαλιστικού δημοτικισμού κατά τα διδάγματα τού Ψυχάρη, χωρίς όμως να διαθέτει τις επιστημονικές γνώσεις και το κύρος τού πατριάρχη τού δημοτικισμού. Γαμπρός τού Αλέξ. Πάλλη, μεγάλου δημοτικιστή λογίου, δεν υστέρησε σε μαχητικότητα για την επικράτηση τής δημοτικής γλώσσας, μιας δημοτικής αληθινά λαϊκής με πρότυπο τη γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών. ΄Ανθρωπος τού εμπορίου, δηλ. τής πράξης, ο Βλαστός δεν στάθηκε μόνο σε θεωρητικές τοποθετήσεις. Θέλησε να δώσει ένα πρακτικό βοήθημα για μια μελλοντική –είχε συνείδηση τής προσπάθειάς του– αλλά δημιουργική χρήση τής δημοτικής, εσωτερικά εμπλουτισμένης με γνήσιες λαϊκές λέξεις: «Σε μας [κατ’ αντίθεση προς την Ιταλική] είχε τόσο παραπεταχτεί η δημοτική που κατάντησε να ζουριάσει και ν’ αποξεραθεί. Ο ξεπεσμός αφτός της γλώσσας μας αναγκάζει τώρα να ξαναφέρουμε πίσω ένα σωρό λέξες, πολύ όμορφες κι απαραίτητες, που κοντέβουν να ξεχαστούν ολότελα ή που κιόλας φαίνουνται ξένες. Πόσες από αφτές θα ξαναζωντανέψουν είναι πρόβλημα που θα το λύσει η φιλολογία, μα προτίμησα να βαστάξω όσες μπορούσα περισσότερες με την ελπίδα να σωθεί ο πλούτος της δημοτικής που σήμερα κιντυνέβει να χαθεί αγύριστα»93.
Ο μελετητής –όσο και ο χρήστης– τού Λεξικού τού Βλαστού καταλαβαίνει αμέσως από τις λέξεις, που δίδονται ως συνώνυμα ή συγγενικά σε κάθε λήμμα, ότι πρόκειται για ένα κράμα από ζωντανές, εύχρηστες και εκφραστικές δημοτικές λέξεις αλλά και άλλες ξεθαμμένες από παλιότερα (και όχι πάντα αξιόπιστα) λεξικά94, μαζί με γλωσσικό υλικό, που αποτελείται από πολλές διαλεκτικές95 λέξεις, ακόμη και από νεόπλαστες φτειαχτές λέξεις96, που πλάστηκαν για να αντικαταστήσουν άλλες λογιότερης προέλευσης, καθώς και από λέξεις τής συνθηματικής λεγόμενης γλώσσας (αργκό). Για να γίνουν κατανοητές η προσφορά αλλά και οι αδυναμίες τής λεξικογραφικής εργασίας τού Βλαστού, ας πάρουμε τα συνώνυμα τής λ. καταλαβαίνω.
α) Λεξικό 1931. «καταλαβαίνω· εννοώ, νοιώθω, νογώ· ανανοιώνουμαι, ανανοούμαι· διανοιώνουμαι· δοκιούμαι, δικούμαι· απεικάζω, συνεικάζω· αγρικώ· διακρίνω, ξεδιακρίνω, ξεδιαλύνω. Αιστάνουμαι, νοιώθουμαι. Ακούω. Μαντέβω· ψυχανεμίζουμαι· ανθίζουμαι· μυρίζουμαι. Μπαίνω· βλέπω, τσακώνω. Παίρνω νόγα, παίρνω κάβο· παίρνω χαμπάρι, χαμπερίζω· παίρνω είδηση, μυρωδιά· το βάζει ο νούς-μου· μου συνεμπήκε· του μπήκαν ψύλλοι στ’ αφτιά. Δεν το χωράει ο νούς-μου. Δε σκαμπάζει τίποτε».
β) Συμπλήρωμα 1989. «καταλαβαίνω· ανεμίζουμαι, απομαντέβω, ανανιώνουμαι, ανανογιέμαι, -ούμαι, αιστάνουμαι, (α)γρικώ, γνώθω, καλογρικώ, μισομαντέβω, μισοκαταλαβαίνω, νιώνω, (γ)νοιάζουμαι, σακουλέβουμαι, ψυλλιάζουμαι –ακούεται το αλέβρι μέσα στην κρέμα– άνοιξε τα μάτια-του· μου άνοιξε τα μάτια· άρχισαν να του χτυπούν τα λόγια· δε γρικάς πούθε παν τα τέσσερα· είσαι μακριά· καταλαβαίνεις ρωμαίικα; τό-κοψε το ξερό-του· δεν καταλαβαίνει γρι, σκραπ· το μυρίστηκε· μπαίνω στο νόημα· τον έμπασα στο νόημα· μακριά που είσαι νυχτωμένος· το πήρε πρέφα· παίρνω κάβο· παίρνω αβίζο· παίρνω πρέζα [sic], μυρουδιά· ως εκεί φτάνει το μυαλό-του –μπήκα στην ανθυβουλή του = ξέρω, του πήρα το σφιγμό, ξέρω τις αδυναμίες-του· μακριά που νύχτωσες, που είσαι νυχτωμένος = δεν καταλαβαίνεις· τον μπάζω στο νόημα = τον κάνω να καταλάβει».
Είναι φανερό ότι η παράθεση συνωνύμων που συγκεντρώνει ο Βλαστός, δείχνει ανάγλυφα τον πλούτο των λέξεων και των φράσεων που διαθέτει η Νεοελληνική, για να δηλώσει τη σημασία «καταλαβαίνω». Ωστόσο, επειδή το Λεξικό τού Βλαστού δεν είναι και ερμηνευτικό, δεν μπορεί να βρει κανείς τις διαφορές που υπάρχουν στην ειδικότερη σημασία των συνωνύμων μεταξύ τους, γιατί άλλο το εννοώ, άλλο το νιώθω, άλλο το ψυχανεμίζομαι, άλλο το παίρνω χαμπάρι, άλλο το μυρίζομαι, άλλο το ψυλλιάζομαι και, φυσικά, άλλα –τελείως άλλα– τα σακουλεύομαι (αργκό), μπαίνω (μπήκες;), παίρνω πρέφα και παίρνω κάβο. Όπως διαλεκτικά και παλαιότερης χρήσης είναι τα (άγνωστα σήμερα) ανανιώνουμαι, παίρνω αβίζο, μπήκα στην ανθυβουλή του, άρχισαν να του χτυπούν τα λόγια, παίρνω νόγα, δοκιούμαι κ.ά.
Γενικά, το Λεξικό τού Βλαστού δεν είναι λεξικό τής κοινής Ελληνικής, εξού και το πλήθος των ιδιωματικών χρήσεων που περιλαμβάνει. Ο Βλαστός, στην πραγματικότητα, ικανοποίησε, όσο ήταν δυνατό σε έναν άνθρωπο, την προτροπή τού Κοραή να συγκεντρωθεί το υλικό που λέγεται, ό,τι λέγεται, από τον λαό σε όλη την Ελλάδα. Με τη διαφορά ότι αυτό έγινε μόνο έμμεσα –μέσω μερικών λεξικών, γλωσσαρίων, αρχείων και ιδιωματικών / διαλεκτικών λεξικών και περιγραφών– και από μακριά, μια και ο Βλαστός έζησε το μεγαλύτερο μέρος τής ζωής του εκτός Ελλάδος. Σε αυτό οφείλεται και το ότι ένα μέρος των λέξεων τού Λεξικού του είναι, όπως είπαμε, άγνωστο στην κοινή χρήση. Αυτό δεν εμποδίζει, πάντως, έναν από τους καλύτερους γνώστες τής δημώδους Ελληνικής, τον ΄Ανθιμο Παπαδόπουλο, να παραδεχθεί ότι: «τοῦτο [δηλ. το Λεξικό τού Βλαστού στην έκδοση τού 1931] εἶναι τὸ πλουσιώτερον καὶ ἀκριβέστερον λεξικὸν τῆς νέας Ἑλληνικῆς εἰς τὴν ἀκριβῆ δημώδη αὐτῆς μορφήν. Mέγας πλοῦτος λέξεων. Ἀπὸ φωνητικῆς ἀπόψεως ἔχει τὴν ἀρετὴν τῆς ἀκριβείας, ἀλλ’ ἀπὸ σημασιολογικῆς τὸ ἐλάττωμα τῆς ἐλλείψεως σημασιῶν»97.
Βεβαίως, ο Βλαστός είχε προβλέψει την κριτική που θα ασκείτο στο Λεξικό του από τους μεταγενεστέρους, παρατηρώντας στον Πρόλογό του: «[...] Για να χτιστεί και να συνοργανιστεί ένα συστηματικό λεξικό της δημοτικής χρειάζεται να γίνει πρώτα πολλή δουλιά στα θεμέλια. Σε αφτά δούλεψα και γώ [...] Οι τυχεροί που θα σηκώσουν τα προπύλαια και τ’ αετώματα θα μας έχουν πια ξεχάσει εμάς που δρώσαμε στα κατακόμπια (ίσως μάλιστα και μας περιφρονήσουν) μα τέτοια πάντα είναι η άδοξη μοίρα των θεμελίων. Μένουν άφαντα μέσα στο χώμα κι ας βασίζεται απάνω-τους ολάκερο το οικοδόμημα»98.

TO IΣTOPIKO ΛEΞIKO ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ
Στα φιλόδοξα σχέδια τής ελληνικής φιλολογικής και γλωσσικής επιστήμης συγκαταλέχθηκε, σε στιγμές ευφορίας αλλά και εθνικής έξαρσης, η σύνταξη λεξικού ολόκληρης τής ελληνικής γλώσσας. Συγκεκριμένα, το 1908, με πρωτοβουλία και εισήγηση τού Γεωργίου Χατζιδάκι, η κυβέρνηση τού Ελευθερίου Βενιζέλου συνέστησε «Ἐπιτροπεία», που θα συνέτασσε λεξικό όλης τής ελληνικής γλώσσας –αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας. Η έκδοση τού λεξικού προβλεπόταν να πραγματοποιηθεί 13 χρόνια αργότερα, το 1921, ώστε να αρχίσει με αυτήν πανηγυρικά ο εορτασμός τής εκατονταετηρίδας τής εθνικής παλιγγενεσίας, δηλ. των 100 χρόνων από την Επανάσταση τού 1821.
Την ίδια περίοδο, μετά την επιτυχία που σημείωσαν η ριζικά ανανεωμένη 7η (1882) και η 8η (1897) έκδοση τού Λεξικού τής αρχαίας Ελληνικής τής Οξφόρδης από τους Liddell και Scott, σχεδίαζαν στην Αγγλία τη σύνταξη ενός νέου Θησαυρού τής ελληνικής γλώσσας, που θα έφθανε ώς τις αρχές τού 7ου μ.Χ. αιώνα. Βάση τού Θησαυρού τής Ελληνικής θα ήταν το λεξικό των Liddell και Scott και πρότυπό του ο αντίστοιχος Θησαυρός τής Λατινικής Γλώσσας. Επρόκειτο για ένα άλλο φιλόδοξο σχέδιο τής ξένης, αυτή τη φορά, φιλολογικής επιστήμης, που, όπως παρατήρησε χαρακτηριστικά τότε ο H. Diels, θα έπρεπε να καταλάβει έκταση 120 τόμων99, μια και η παραδεδομένη ελληνική φιλολογία υπολογίζεται πως είναι δέκα φορές μεγαλύτερη από τη λατινική.
Στην πράξη, και τα δύο αυτά φιλόδοξα σχέδια σύντομα εγκαταλείφθηκαν, για να παραχωρήσουν τη θέση τους σε πιο ρεαλιστικά εγχειρήματα. Ο Γ. Χατζιδάκις, ως πρόεδρος τής Επιτροπής, εισηγήθηκε να περιοριστεί κατ’ αρχάς το έργο στη σύνταξη λεξικού τής μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, αρχίζοντας μάλιστα από τη σύνταξη «Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ τῆς Nέας Ἑλληνικῆς, τῆς τε Kοινῶς Ὁμιλουμένης καὶ τῶν Ἰδιωμάτων». Ομοίως εγκαταλείφθηκε στην Οξφόρδη η ιδέα τού Θησαυρού τής Ελληνικής. Αντ’ αυτού, ανατέθηκε (το 1911) στον Jones μια νέα, πλήρως αναθεωρημένη έκδοση τού Λεξικού των Liddell και Scott, που θα τελείωνε σε 5 χρόνια. Ωστόσο, η πλήρης αναδιάρθρωση και επανασύνταξη τού λεξικού στην 9η αυτή έκδοση έκαμαν ώστε η μεν τμηματική, κατά τεύχη, εκτύπωση ν’ αρχίσει μόλις το 1925, η δε ολοκλήρωση τού έργου να πραγματοποιηθεί 29 χρόνια μετά το ξεκίνημά του, το 1940! Στην τελευταία «επική» αυτή έκδοση τού λεξικού, ο Jones αναφέρει με ανακούφιση στον Πρόλογό του (σ. 9), γραμμένον το 1925, πως: «για το βυζαντινό λεξιλόγιο θα πρέπει να περιμένουμε το Λεξικό τής Νέας Ελληνικής», που η σύνταξή του –όπως αναφέρει αλλού στον ίδιο Πρόλογο– έχει αναληφθεί από ΄Ελληνες φιλολόγους. Η σιωπηρή συμφωνία για την εκπόνηση ενός λεξικού ολόκληρης τής Ελληνικής –τής αρχαίας από το επιτελείο τής Οξφόρδης, τής μεσαιωνικής και τής νέας από τους ΄Ελληνες– είχε πραγματοποιηθεί: η εκτέλεση όμως αυτής τής «λεξικογραφικής συμφωνίας» ήταν καταδικασμένη, από ελληνικής πλευράς, να παραμείνει ημιτελής!
Μετά παρέλευση 25 ετών, το 1933, εκδίδεται ο πρώτος τόμος τού Ιστορικού Λεξικού τής Ακαδημίας Αθηνών (όπου υπήχθη το Λεξικό από το 1927). Ζώντος ακόμη τού Χατζιδάκι εκδίδεται ο δεύτερος τόμος (1939), ενώ έναν χρόνο μετά τον θάνατό του εκδίδεται (το 1942) και ο τρίτος τόμος. ΄Εκτοτε έχουν εκδοθεί τμηματικώς ο τέταρτος (1953-1980) και ο 5ος τόμος100. Η πενιχρή αυτή –σε χρόνο– συγκομιδή ήταν η αναγκαία απόρροια ενός κολοσσιαίου εγχειρήματος που ήταν εξαρχής καταδικασμένο ν’ αποτύχει για δύο κυρίως λόγους: Πρώτον, από έλλειψη τής απαραίτητης υποδομής· δεν υπήρχε πουθενά συγκεντρωμένο το υλικό, στο οποίο θα στηριζόταν η σύνταξη τού λεξικού ούτε διατέθηκαν ποτέ τα απαραίτητα οικονομικά μέσα και το απαιτούμενο επιστημονικό προσωπικό. Δεύτερον, η σύζευξη τού λεξικού τής κοινής νέας Ελληνικής με το λεξικό των ιδιωμάτων τής Ν. Ελληνικής κατέστησε εξαρχής το έργο θνησιγενές. Γιατί ένα λεξικό των ιδιωμάτων τής Ν. Ελληνικής, για τού οποίου τη σύνταξη θα συνηγορούσαν πολλοί λόγοι, είναι ευνόητο πως απαιτούσε ακόμη μεγαλύτερη υποδομή, που φυσικά ήταν ακόμη δυσκολότερο να εξασφαλιστεί. Αν το εγχείρημα είχε από την αρχή περιοριστεί ρεαλιστικά στη σύνταξη ενός –ιστορικού έστω– λεξικού τής κοινής νέας Ελληνικής, σήμερα –με κατάλληλο γλωσσικό και επιστημονικό εκσυγχρονισμό και εμπλουτισμό– θα είχαμε ένα έγκυρο επιστημονικό λεξικό, ανυπολόγιστη προσφορά στη σπουδή και τη χρήση τής σύγχρονης γλώσσας μας.
Ωστόσο «οὐδὲν κακὸν ἀμιγὲς καλοῦ». Η απόπειρα συντάξεως ενός λεξικού, που θα περιλάμβανε και τα ιδιώματα τής νέας Ελληνικής, οδήγησε κατ’ ανάγκην στη συγκρότηση του «Αρχείου τού Ιστορικού Λεξικού τής Ακαδημίας Αθηνών», όπου αποθησαυρίστηκε –έστω και αν δεν αξιοποιήθηκε ακόμη– το γλωσσικό υλικό των νεοελληνικών διαλέκτων και ιδιωμάτων. Σε εκατομμύρια δελτίων με γλωσσικό υλικό από όλες σχεδόν τις περιοχές τής Ελλάδος, έχει καταγραφεί και ταξινομηθεί από έμπειρους επιστήμονες το μεγαλύτερο μέρος τού λεξιλογικού θησαυρού –έμμεσα και τής γραμματικής και συντακτικής δομής– των νεοελληνικών ιδιωμάτων, πράγμα που αποκτά μεγαλύτερη σημασία, αν σκεφτούμε πως η ραγδαία επέκταση τής κοινής γλώσσας και στα πιο απομακρυσμένα σημεία τής χώρας τείνει να περιορίσει μέχρις εξαφανισμού τα ιδιώματα. Η γλωσσική διαφοροποίηση που διέκρινε γεωγραφικώς την ελληνική γλώσσα πάντοτε, με εξαίρεση την περίοδο τής αλεξανδρινής Κοινής, τείνει –ως γενικότερο, διεθνές γλωσσικό φαινόμενο– να περιοριστεί σημαντικά, ενίοτε δε και να εκλείψει. Η δημιουργία μιας και από γεωγραφικής απόψεως κοινής, δηλαδή διαλεκτικά αδιαφοροποίητης, εθνικής γλώσσας, κερδίζει συνεχώς έδαφος. ΄Ετσι το αρχείο τού «Κέντρου Συντάξεως τού Ιστορικού Λεξικού τής Ακαδημίας Αθηνών» αποτελεί εκ των πραγμάτων τη μόνη «τράπεζα πληροφοριών» για μια διαχρονική προσπέλαση τής νεοελληνικής γλώσσας, «τῆς τε κοινῆς καὶ τῶν ἰδιωμάτων».
Θα πρέπει εδώ να τονιστούν ορισμένα πολύ θετικά αποτελέσματα που προήλθαν από την ίδρυση και τη δράση τού Αρχείου (από το 1966 «Κέντρου») τού Ιστορικού Λεξικού τής Ακαδημίας Αθηνών, αλλά και από τη δημοσίευση τού α΄ τόμου τού Λεξικού. Με τη λειτουργία τού Αρχείου τού Ιστορικού Λεξικού και με την επιστημονική δράση για την προετοιμασία τού Λεξικού, δημιουργήθηκε για πρώτη φορά ένας σημαντικός πυρήνας επιστημονικής λεξικογραφίας στον τόπο μας, που για αρκετά χρόνια απετέλεσε φυτώριο λεξικογράφων, γλωσσολόγων και γλωσσικά ευαισθητοποιημένων φιλολόγων, οι οποίοι μελέτησαν επιστημονικά την ελληνική γλώσσα. ΄Ολοι οι παλαιότεροι καθηγητές τής γλωσσολογίας στα πανεπιστήμιά μας θήτευσαν, για περισσότερο ή λιγότερο χρόνο, στο Ιστορικό Λεξικό: Γεώργιος Αναγνωστόπουλος, Βασίλειος Φάβης και Γεώργιος Κουρμούλης (στην Αθήνα), Μανόλης Tριανταφυλλίδης και Νικόλαος Ανδριώτης (στη Θεσσαλονίκη), Δημήτριος Γεωργακάς. Επιστήμονες τού φιλολογικού χώρου που εξέδωσαν λεξικά, όπως ο Ιωάννης Σταματάκος, καθηγητής τής αρχαίας ελληνικής φιλολογίας, μαθήτευσε στο Ιστορικό Λεξικό. Επιστήμονες γνωστοί από σημαντικές μελέτες τους για θέματα τής ελληνικής γλώσσας προήλθαν από το Ιστορικό Λεξικό: Π. Παπαγεωργίου, ΄Ανθ. Παπαδόπουλος, Αθ. Μπούτουρας, Σταμ. Ψάλτης, Ι. Βογιατζίδης, Π. Φουρίκης, Στυλ. Δεινάκις, Χρ. Παντελίδης, Ι. Πούλος, Δημοσθ. Οικονομίδης, Ι. Καλλέρης, Στ. Μάνεσης, Δικ. Βαγιακάκος, Ν. Κοντοσόπουλος, Χρ. Χαραλαμπάκης, Θ. Νάκας κ.ά. Στο Ιστορικό Λεξικό θήτευσαν και φιλόλογοι με ιδιαίτερη ευαισθησία στη γλώσσα και σημαντικές γλωσσικές μελέτες: Ιωάννης Κακριδής, Παναγής Λορεντζάτος, Εμμανουήλ Πεζόπουλος, Αντώνιος Χατζής, ο βυζαντινολόγος Φαίδων Κουκουλές, ο ιστορικός Κωνσταντίνος ΄Αμαντος, ο λαογράφος Στίλπων Κυριακίδης, ο φυσιογνώστης Μιχαήλ Στεφανίδης, ο ιστορικός τής γραφής Αντώνιος Σιγάλας κ.ά.101
Με το Ιστορικό Λεξικό τέθηκαν οι βάσεις τής επιστημονικής λεξικογραφίας102, αφού με την έκδοση τού α΄ τόμου για πρώτη φορά συντάχθηκε λεξικό με αυστηρώς επιστημονικές προδιαγραφές των λημμάτων. Κλάδοι τής γλωσσικής επιστήμης, όπως η φωνητική, η μορφολογία (γραμματική), η σημασιολογία και η ετυμολογία και, βεβαίως, η διαλεκτολογία, εφαρμόστηκαν στη σύνταξη λημμάτων λεξικού για πρώτη φορά κατά την προετοιμασία τού Ιστορικού Λεξικού. Για πρώτη φορά οργανώθηκαν συστηματικά και εξαντλητικά τα ερμηνεύματα (σημασίες) κάθε λήμματος με παράλληλη χρήση παραδειγμάτων. Για πρώτη φορά σε ελληνικό λεξικό έγινε συστηματική προσπάθεια για επιστημονική ετυμολόγηση των νεοελληνικών λέξεων. Για πρώτη φορά αντιμετωπίστηκαν ακανθώδη ζητήματα τής ιστορικής ορθογραφίας. Για πρώτη επίσης φορά αντιμετωπίστηκε συστηματικά η λεξικογραφική αξιοποίηση συνωνύμων και αντωνύμων (αντιθέτων). Γενικότερα, με την έκδοση τού Ιστορικού Λεξικού γίνεται ευρύτερα αντιληπτό ότι η σύνταξη λεξικού είναι ζήτημα καθαρώς επιστημονικό και απαιτεί ειδική μέθοδο και ειδικές γνώσεις.
Η επιστημονική φυσιογνωμία, η οποία κατηύθυνε το Ιστορικό Λεξικό στη σύνταξη των τριών πρώτων τόμων του, ήταν ο Γεώργιος Χατζιδάκις, ο άνθρωπος που είχε –όπως είπαμε– και την ιδέα τής συντάξεως Ιστορικού Λεξικού τής ελληνικής γλώσσας. Η επιστημονική συγκρότηση τού Γ. Χατζιδάκι σε όλους τους τομείς τής ιστορικής γλωσσολογίας υπαγόρευσε και το υψηλό επίπεδο σύνταξης τού λεξικού. Έτσι, το Ιστορικό Λεξικό απετέλεσε για πολλά χρόνια σημείο αναφοράς των λεξικογραφικών και γλωσσικών γενικότερα ερευνών με την ποικιλία των γλωσσολογικών θεμάτων που αντιμετωπίστηκαν και κωδικοποιήθηκαν σε αυτό κατά τον πιο έγκυρο τρόπο.
___________________________


92. Ο συντάκτης τού πρώτου (πραγματικά και αποκλειστικά) λεξικού συνωνύμων (Λεξικὸ τῶν Συνωνύμων τῆς Nεοελληνικῆς, Αθήνα 1970) Κ. Δαγκίτσης θεωρεί το Λεξικό τού Βλαστού «Αναλογικό», δηλ. εννοιολογικό περισσότερο παρά καθαρά συνωνυμικό: «Γύρω ἀπὸ μία λέξη συγκεντρώνονται ὅλες οἱ λέξεις ποὺ συγγενεύουν σημασιολογικά» (Κ. Δαγκίτσης, σ. κη΄, σημ.1).

93. Π. Βλαστού, Συνώνυμα και Συγγενικά (έκδ. 1931, ανατ. 1976), σ. 5. Tα κατάλοιπα τού Βλαστού, ο οποίος συνέχισε να συγκεντρώνει γλωσσικό υλικό τα υπόλοιπα 10 χρόνια μέχρι τον θάνατό του (1941), εκδόθηκαν αυτοτελώς (ανεξάρτητα δηλ. από την έκδοση τού 1931) το 1989: Π. Βλαστού, Συνώνυμα και Συγγενικά. Νέα έκδοση συμπληρωμένη από τα κατάλοιπα τού συγγραφέα, Αθήνα, Εκδ. Εταιρείας Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου από την ΄Αλκηστη Σουλογιάννη (με εισαγωγή τής Ρένας Σταυρίδη-Πατρικίου). Θα έπρεπε στο μέλλον να γίνει μια ενιαία έκδοση τού παλιού (α΄ έκδοσης) και τού νέου υλικού (β΄ έκδοσης), για να αναδειχθεί ο πλούτος τού υλικού και να επιτευχθεί καλύτερα ο σκοπός τού συγγραφέα, μια που τα κατάλοιπα τού Βλαστού, όπως φαίνεται, αποτελούν συμπλήρωμα τού παλαιότερου Λεξικού του με μερικές αναπόφευκτες επαναλήψεις και αλλαγές, αλλά και με διορθώσεις και νέο πλούσιο υλικό (17.000 περίπου λήμματα).

94. Χρησιμοποιεί, μεταξύ άλλων, ως πηγές άντλησης υλικού τα Λεξικά των Somavera, Γερ. Βλάχου, Γ. Βεντότη, Σ. Βλαντή, Du Cange κ.ά., όπου τα λήμματα απαιτούν προσεκτικό έλεγχο.

95.  Μολονότι ο ίδιος ο Βλαστός δεν δέχεται ότι χρησιμοποιεί πολλές διαλεκτικές λέξεις («Διαλεχτικούς τύπους παραδέχτηκα όσο γίνουνταν πιο λίγους», Π. Βλαστός, αυτ., σ. 5).

96. Κατά τον Κ. Δαγκίτση (Λεξικὸ τῶν Συνωνύμων τῆς Ἑλληνικῆς, σ. κθ΄) το Λεξικό τού Βλαστού περιέχει «[...] πλῆθος αὐθαιρέτων ψυχαρικῶν νεοπλασμῶν».

97. Άνθ. Παπαδόπουλος, Προλεγόμενα στον α΄ τόμο (1933) τού Ιστορ. Λεξικού τής Ακαδημίας, σ. στ΄.

98. Π. Βλαστού, Συνώνυμα και Συγγενικά, α΄ έκδ. (1931), σ. 6.

99. «΄Οποιος γνωρίζει τον όγκο τής ελληνικής γραμματείας, που είναι τουλάχιστον δέκα φορές μεγαλύτερος τής λατινικής, τις διαλεκτικές ποικιλίες της, τον απίστευτο πλούτο των τύπων της, την ανυποχώρητη διατήρηση τού κλασικού λόγου επί χιλιάδες έτη, μέχρι την πτώση τής Κωνσταντινουπόλεως, ή, αν θέλετε, μέχρι των ημερών μας [1904], όποιος γνωρίζει επιπλέον ότι οι εκδόσεις όλων σχεδόν των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων είναι εντελώς ακατάλληλες για αποδελτίωση και ότι για πολλούς σπουδαίους συγγραφείς δεν υπάρχει καν κριτική έκδοση, και όποιος λάβει υπ’ όψιν του την κατάσταση των συλλογών μας σε αποσπάσματα και ειδικά λεξικά, θα αντιληφθεί ότι προς το παρόν δεν υπάρχει η βάση στην οποία θα μπορούσε να οικοδομηθεί ένας Θησαυρός τής Ελληνικής, αλλά (και αυτό ίσως είναι το ενδιαφέρον) και αν υποθέταμε πως διαθέτουμε τέτοιες εκδόσεις και συλλογές, από τον ΄Ομηρο έως τον Νόννο, ή (όπως πρότεινε ο Krumbacher στο Λονδίνο) ώς τον Αποστόλιο, και ακόμη πως όλο το υλικό το είχε επεξεργαστεί, αποδελτιώσει, καταγράψει ένα γιγάντιο επιτελείο από επιστήμονες και ότι είχε βρεθεί ένα μεγάλο οίκημα μέσα στο οποίο θα φυλάσσονταν και θα αποθηκεύονταν οι χιλιάδες των κιβωτίων με το υλικό, πού θα βρίσκονταν ο χρόνος, τα χρήματα και η δυνατότητα να ξεδιαλύνεις αυτά τα εκατομμύρια των δελτίων και να βάλεις μια τάξη σε αυτό το χάος; Δοθέντος πάντα ότι η αναλογία Ελληνικής και Λατινικής είναι 1 προς 10, η εργασία στον «Ελληνικό Θησαυρό» θα απαιτούσε τουλάχιστον 100 φιλόλογους. Επί κεφαλής δε, θα έπρεπε να είναι ένας διευθυντής συντάξεως, που θα ήταν μάλλον κάτι σαν στρατηγός παρά εκδότης! Και αν η εκδοτική στρατιά επρόκειτο να επιτελέσει το έργο της στο ακέραιο, και αν η ΄Ενωση Ακαδημιών, η οποία ως γνωστόν δεν έχει δεκάρα δική της, κατάφερνε να συγκεντρώσει τα 10.000.000 μάρκα [εκεί υπολόγιζε το κόστος ο Diels το 1905], τα απαιτούμενα για τη συμπλήρωση των 120 τόμων που θα χρειάζονταν για το έργο, και αν οι φιλόλογοι γίνονταν τόσο πλούσιοι, ώστε να μπορούν να διαθέσουν 6.000 μάρκα να αγοράσουν τον «Θησαυρό τής Ελληνικής», πώς θα μπορούσε κανείς να διαβάσει και να χρησιμοποιήσει ένα τέτοιο τερατώδες έργο;», H. Diels, Neue Jahrbucher 1905, σ. 692.

100. Ακαδημία Αθηνών: Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Nέας Ἑλληνικῆς τῆς τε κοινῶς ὁμιλουμένης καὶ τῶν ἰδιωμάτων. Ἐκδόθηκαν μέχρι τούδε 5 τόμοι: A΄ τόμ. (A-Aμ-) 1933, B΄ τόμ. (Aν-Aπ-) 1939, Γ΄ τόμ. (Aρ-βλέπω) 1942, Δ΄ τόμ. α΄ τεύχ. (βλεφαρίδα-γάργαρος) 1953, β΄ τεύχ. (γαρδαλώνω-γεροδάσκαλος) 1980, E΄ τόμ. α΄ τεύχ. (γεροδέματος-γλωσσωτός) 1984, β΄ τεύχ. (γναθάδα-δακτυλωτός) 1989.

101. Εκτενή πίνακα με τα ονόματα των επιστημόνων που εργάσθηκαν στο Ιστορικό Λεξικό ως διευθυντές, αρχισυντάκτες και συντάκτες, βρίσκουμε στον α΄ τόμο τού Ιστορικού Λεξικού (1933), Πρόλογος, σ. ιε΄.

102. Ως ειδικό περιοδικό, στο οποίο δημοσιεύονταν ποικίλα λεξικογραφικά θέματα, χρησίμευσε το Λεξικογραφικὸ Ἀρχεῖο, το οποίο μετεξελίχθηκε στο Λεξικογραφικὸ Δελτίο. Πολλές λεξικολογικές μελέτες φιλοξενήθηκαν παλιότερα και στο φιλολογικό περιοδικό Ἀθηνᾶ.

(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: