Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Γλωσσικά: Εθνομηδενιστές-Σκοπιανολάγνοι 1-0


Ο γνωστός "αντιεθνικιστής" και εθνομηδενιστής Νίκος Σαραντάκος ρεζιλεύει τον πασίγνωστο σκοπιανολάγνο Λιθοξόου και τις "γλωσσολογικές" του  βαρύγδουπες "αναλύσεις" επιπέδου Δημοτικού, στο κείμενο που ακολουθεί. Βεβαίως, για να μή κατηγορηθεί ως "εθνίκι" ο κ. Σαραντάκος σπεύδει να τον καλοπιάσει, αποκαλώντας τον "αντρειωμένο" (!), για να εισπράξει αφ' ενός μεν τις ύβρεις του Λιθοξ. ότι είναι ...εθνικοσοσιαλιστής (!), όπως και όλοι όσοι διαβάζουν την ιστοσελίδα του Σαραντακ. (!), αφ' ετὲρου δε τα ειρωνικά σχόλια των αναγνωστών του Σαραντακ. "...“Αντρειωμένο” θα αποκαλούσα κάποιον αν έκανε τέτοιες δουλειές σε άλλες εποχές, όχι σήμερα, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης των πολυεθνικών και των διεθνών χρηματοπιστωτικών αρπαχτών".
Αξίζει να διαβαστεί.
ΔΕΕ

 Αυτοί που πίνουνε νερόν ύδωρ
Του Νίκου Σαραντάκου

Ο Δημήτρης Λιθοξόου είναι συγγραφέας του αντιεθνικιστικού, ας πούμε, χώρου, με αξιόλογο έργο σε θέματα μειονοτήτων. Τον έχουμε αναφέρει στο ιστολόγιο, με αφορμή τις μετονομασίες οικισμών, ένα θέμα στο οποίο έχει κάνει πολλή δουλειά. Για τα υπόλοιπα ενδιαφέροντά του, σας παραπέμπω στην προσωπική του σελίδα, όπου παρουσιάζει απλόχερα τις πολλές και ποικίλες μελέτες του. Τυχαία έπεσα πάνω σε μια μελέτη του, σχετικά πρόσφατη (περσινή), στην οποία, με όλο το σεβασμό, πιστεύω ότι ο κ. Λιθοξόου, από την πολλή αντιεθνικιστική φούρια, έκανε γκάφα. Η μελέτη έχει τίτλο «Αυτοί που πίνουνε νερό» και μπορείτε να την διαβάσετε ολόκληρην εδώ.
Επειδή είναι μεγάλη, δεν την παραθέτω εδώ ολόκληρη, θα την δώσω περιληπτικά και ελπίζω αντικειμενικά. Ο Λιθοξόου ξεκινάει με την παρατήρηση ότι «Υπάρχει ένας μικρός αριθμός λέξεων σε όλες τις γλώσσες (ζωντανές και νεκρές), που ανήκουν σε αυτό που ονομάζεται βασικό λεξιλόγιο. Το βασικό λεξιλόγιο δείχνει μεγαλύτερη αντοχή στις αλλαγές και διατηρείται περισσότερο στο πέρασμα του χρόνου».
Μια από αυτές τις λέξεις, λέει ο Λ., ίσως η πιο σημαντική, είναι η λέξη «νερό», αφού δεν υπάρχει ζωή χωρίς νερό. Και επειδή οι σημερινοί Έλληνες πίνουν νερό, ενώ οι αρχαίοι Έλληνες έπιναν ύδωρ, αυτό «καθιστά ενμέρει τρωτό» (λέει ο Λ.) τον εθνικό μύθο ότι «τα μέλη του συγκεκριμένου Έθνους συνδέονται με τον κόσμο των αρχαίων κατοίκων της περιοχής». Μια πρώτη ένσταση έχω εδώ, αλλά ας προχωρήσουμε.
Οι Ρομιοί (δηλ. οι νεοέλληνες και απορώ γιατί το γράφει με όμικρον), λέει ο Λιθοξόου, δεν χρησιμοποίησαν τη λέξη ύδωρ, ενώ όλες οι λέξεις που αρχίζουν από υδρ- (υδραυλικός, υδρογόνο, υδράργυρος κτλ.) είναι νεότερες «πλασμένες από κρατικούς διανοούμενους με εθνικά κριτήρια». Εδώ έχω μια δεύτερη ένσταση, αλλά συνεχίζω την παρουσίαση των θέσεων του Λ.
«Η λέξη νερό(ν), νερού, νερά, νερών / nerò(n), nerù, nerà, neròn απουσιάζει κραυγαλέα, από τον Όμηρο μέχρι το μεσαίωνα, στα γραμμένα στην ελληνική κείμενα. Πρέπει να πάμε στα πρώτα λεξικά της γλώσσας των Ρομιών (Ρωμιών), που τυπώθηκαν στην Ευρώπη το 17ο αιώνα, για να συναντήσουμε το νερό.»
Φυσικά έχω κι εδώ ένσταση (ενστασάρα) αλλά συνεχίζω.
Γιατί έγινε νερό το ύδωρ; Λέει ο Λιθοξόου: Αυτός που προσπάθησε να εξηγήσει γιατί οι Ρομιοί, παρότι «απόγονοι» των αρχαίων Ελλήνων, δεν πίνουν ὕδωρ αλλά νερό, έχοντας έτσι «χάσει» μια από τις σημαντικότερες λέξεις τους (από εκείνες που δεν χάνονται), ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής.
Ο Λιθοξόου παραθέτει μάλλον παραμορφωτικά τη θέση του Κοραή, αφού τον παρουσιάζει να μην έχει αποφασίσει την ετυμολογία του νερού αλλά να θέλει, ντε και καλά, να βρει μιαν ελληνική ετυμολογία. Ο Κοραής, όπως ξέρουμε, στηρίζεται στη γνωστή «λαθολογική» εντολή του γνωστού μας αττικιστή Φρύνιχου
“Νηρόν ύδωρ, μη είπης, αλλά πρόσφατον, ακραιφνές”
Αυτό, για τα μάτια τα δικά μου, δείχνει ολοφάνερα ότι το φρέσκο νερό, το τρεχούμενο από την πηγή (σε αντιδιαστολή με το βαρελίσιο, ας πούμε) το έλεγαν, ήδη τον 2ο αιώνα πΧ «νεαρόν ύδωρ» ή «νηρόν ύδωρ» και σιγά-σιγά το ουσιαστικό ξέπεσε και το επίθετο ουσιαστικοποιήθηκε, κάτι που έχει γίνει εκατοντάδες και χιλιάδες φορές στην ελληνική γλώσσα (ποντικός μυς > ποντικός, συκωτόν ήπαρ > συκωτόν, συκώτιον, συκώτι κτλ.) και έμεινε σκέτο το νηρό ή νερό. Ο Λιθοξόου δεν πείθεται. Είτε δεν έχει συνειδητοποιήσει πόσο συχνό φαινόμενο είναι στα ελληνικά αυτή η απόπτωση του ουσιαστικού [ακόμα και σήμερα: κινητό (τηλέφωνο), χωριάτικη (σαλάτα)], είτε, απλώς, δεν θέλει να πειστεί. Καταρχάς, θεωρεί ότι ο Φρύνιχος καταγράφει περίπου τυχαίες ιδιότητες του νερού όταν χλευάζει τη φράση “νηρόν ύδωρ”, ενώ κατ’ εμέ ο Φρύνιχος αναφέρεται σε μια φράση που λεγόταν συχνά στην εποχή του, αλλιώς δεν θα έκανε τον κόπο να τη συμπεριλάβει στο λαθολόγιό του• κι έπειτα, επειδή ο Λ. νομίζει ότι η λέξη «νηρόν/νερόν» δεν καταγράφεται πουθενά μετά τον Φρύνιχο και έως το 1600, υποστηρίζει ότι οι νεότεροι, εθνικά στρατευμένοι, ετυμολόγοι, κάνουν λογικά άλματα:
«Ψάχνοντας δηλαδή το σωστό γι’ αυτόν επίθετο, για να ορίσει το καθαρό ὕδωρ, ο Φρύνιχος αναφέρει σε μια πρόταση τρία. Κι αν έγραφε όλα τα επίθετα για τις ιδιότητες ή τα χαρακτηριστικά του ὕδατος, θα μπορούσε βέβαια να γράψει δεκάδες. Τώρα, ότι εδώ στο Φρύνιχο, βρίσκουμε τη μετονομασία του ὕδατος σε νερό / nerò, μόνο με ένα λογικό άλμα, από εθνικούς λόγους επιβαλλόμενο, μπορεί να προκύψει. Η «ερμηνεία» πάντως καθιερώθηκε. Ο Ανδριώτης ετυμολογεί στο λεξικό του το νερό, παραπέμποντας στον Κοραή και το νηρόν του Φρύνιχου (Ν. Π. Ανδριώτη Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 228). Ο Κριαράς «βρίσκει» πως το επίθετο «νηρός» έδωσε το ουσιαστικό «νηρόν» τον 6ο αιώνα, χωρίς να αναφέρει βέβαια τις (μη υπάρχουσες) πηγές (Εμμ. Κριαράς, Νέο Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα 1995, σελ. 937).»
Εδώ ο Λ. κάνει το πολύ ενοχλητικό κατ’ εμέ λάθος, να κατηγορεί άλλους ότι δεν αναφέρουν πηγές ενώ, αν έκανε λίγο κόπο, διότι έχει πρόσβαση στο TLG, θα τις έβρισκε ο ίδιος! Στο τέλος του (καλογραμμένου πάντως) άρθρου του, ο Λιθοξόου βρίσκει ότι υπάρχουν και άλλοι που πίνουν nero, δηλαδή ότι στις δραβιδικές (ινδικές) γλώσσες το νερό λέγεται nir ή niru, άρα θα έπρεπε να εξεταστεί η σχέση του niru με το νερό. Τι συμπέρασμα βγαίνει ή θα μπορούσε να βγει από την υποτιθέμενη συγγένεια του νερού με το nir των δραβιδικών γλωσσών, δεν μας το λέει. Φοβάμαι ότι όπως ο Λιθοξόου κατηγορεί τον Κοραή και τους άλλους ότι ξεκίνησαν έχοντας εκ των προτέρων τον σκοπό να βγάλουν ένα «εθνικώς χρήσιμο» συμπέρασμα, έτσι κι ο ίδιος ξεκινάει έχοντας εκ των προτέρων τον σκοπό να καταφέρει καίρια πλήγματα στον «εθνικό μύθο». (Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η εθνική συνέχεια ούτε καταρρίπτεται ακόμα κι αν αποδειχτεί… ινδικό το νερό, ούτε επιβεβαιώνεται αν αποδειχτεί ελληνικότατο).
Πρώτη μου αντίρρηση: το βασικό λεξιλόγιο, μας λέει ο Λ., αντέχει περισσότερο στον χρόνο. Αυτή η θέση ακούγεται πολύ λογική επιφανειακά, όμως δεν ξέρω αν αντέχει στον έλεγχο. Έχουμε τάχα ορίσει και ελέγξει το «βασικό λεξιλόγιο» σε άλλες γλώσσες για να δούμε αν ισχύει αυτό; Εγώ όχι. Αλλά εγώ ξέρω ότι και το ψωμί που λένε οι «ρωμιοί» δεν είναι ίδιο με τον άρτο των αρχαίων, παρόλο που το ψωμί, σαν λέξη, είναι αρχαία. Ξέρω ότι οι αρχαίοι έλεγαν όρος ενώ εμείς βουνό, ότι οι αρχαίοι έλεγαν κύων κι εμείς σκύλος (και πάλι, οι λέξεις σκύλος και βουνό είναι αρχαίες). Ή, για να πάμε στα λατινικά, η κλασική λατινική λέξη για το άλογο είναι equus (νομίζω ότι οι λέξεις που διαλέγω επίσης είναι στο βασικό λεξιλόγιο) ενώ στα λατινικά της ύστερης αρχαιότητας έγινε caballus, το οποίο στην αρχή σήμαινε παλιάλογο, και τελικά υποκατέστησε το κλασικό! Ή, το ομιλώ ήταν loqui στην κλασική εποχή αλλά υποκαταστάθηκε από το ξενόφερτο parabolare. Επομένως, δεν είναι σπάνιο ακόμα και λέξεις του βασικού λεξιλογίου να υποκατασταθούν.
Αντίρρηση δεύτερη: Το υδρ- λέει ο Λιθοξόου περιορίζεται σε λέξεις νεότερες, φτιαγμένες από στρατευμένους λογίους. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Υπάρχουν μεσαιωνικές λέξεις με πρώτο συνθετικό το ύδωρ, που είναι λέξεις λαϊκές: υδρόγαρον, υδροπέπερι, υδρόμηλον (όλα είναι λέξεις της κουζίνας). Ακόμα, υπάρχουν επιβιώσεις σε σημερινές λέξεις όπως το δρολάπι, που ολοφάνερα προέρχεται από ένα αμάρτυρο *υδρολαίλαψ.
Αντίρρηση τρίτη και φαρμακερή. Η λέξη «νερό» λέει ο Λ. απουσιάζει «κραυγαλέα» από τον Όμηρο έως το Μεσαίωνα στα ελληνικά κείμενα, και πρέπει να πάμε σε λεξικά του 17ου αιώνα για να βρούμε το νερό. Με το συμπάθιο, αλλά εδώ κάνει μια τρύπα στο νερό. Δεν ξέρω αν πρόκειται για αβλεψία ή για συνειδητή διαστρέβλωση, αλλά υπάρχουν δεκάδες έως εκατοντάδες αναφορές σε βυζαντινά κείμενα, πολύ πριν από τον 17ο αιώνα, που χρησιμοποιούν τη λέξη νερό ή παράγωγά της.
Ο Λιθοξόου θεωρεί ανύπαρκτες τις πηγές του Κριαρά, ο οποίος βρήκε ουσιαστικό νηρόν τον 6ο αιώνα. Το αστείο είναι ότι στο TLG, στο οποίο έχει πρόσβαση ο Λ. (αφού στο άρθρο του καταμετρά τις ανευρέσεις της λ. ύδωρ) υπάρχει ουσιαστικό νηρόν, με τη σημασία «νερό», ακόμα νωρίτερα! Στα πρακτικά της Οικουμενικής Συνόδου του 451 μΧ, ένας επίσκοπος που διάλεξε λάθος αίρεση και τον έβαλαν στο φρέσκο, παραπονιέται ότι δεν του έδιναν νερό: καὶ ταῦτα ἔπαθα. μὰ τὰς δυνάμεις τοῦ θεοῦ, νηρὸν ἐζήτησα καὶ οὐκ ἔδωκάν μοι. ἐπὶ τρίμηνον εἶχόν με ἐγκατάκλειστον… (Παρεμπιπτόντως, όποιος έχει όρεξη θα διασκεδάσει με τα πρακτικά της Οικουμενικής Συνόδου του 451: το τι ιερό μπινελίκι πέφτει ανάμεσα στους δεσποτάδες των διάφορων αιρέσεων, δεν περιγράφεται!)
Yπάρχουν όμως και ακόμα παλιότερα κείμενα, που κάνουν τη γέφυρα ανάμεσα στον Φρύνιχο (όπου η χρήση νηρόν ύδωρ καταδικάζεται, που σημαίνει ότι χρησιμοποιείται πλατιά αλλά δεν έχει ακόμα επιβληθεί εντελώς) και στον παπά του 451 (όπου το νηρόν έχει γίνει ουσιαστικό και σημαίνει, απλώς και μόνο, νερό –όχι «δροσερό» νερό αλλά σκέτο νερό). Πρόκειται για τα λεγόμενα Hermeneumata, Ερμηνεύματα, τα οποία ήταν ελληνολατινικοί διάλογοι, σαν κι αυτούς που πουλάνε στα περίπτερα κοντά στην Ομόνοια, τα οποία συντάσσονταν στην αυτοκρατορική εποχή για να εξυπηρετήσουν τους υπαλλήλους που είχαν να ταξιδέψουν σε ελληνόφωνα μέρη. Όσο κι αν είναι δύσκολη η χρονολόγησή τους, δεν νομίζω να είναι μεταγενέστερα από τον 4ο αιώνα. Σε ένα λοιπόν από αυτά, που έχει χρονολογηθεί το 280, έχουμε διαλόγους εστιατορίου, που τους παραθέτω αυτούσιους γιατί έχουν γούστο: πλῦνον ποτήριον, κέρασόν μοι θερμόν, μὴ ζεστὸν μήτε χλιαρόν, ἀλλὰ συγκεραστὸν καὶ ἔκχεε ἐκεῖθεν ὀλίγον. βάλε νερόν. πρόσθες ἄκρατον.
Άλλο γλωσσάρι, άλλοι διάλογοι:

Πλῦνον ποτῆριν… Lava calicem…
Βάλε νερόν. Πρόσθες ἄκρατον. Mitte recentem. Adice merum.
Τι στήκετε; Καθέζεσθε… Quid statis? Sedete

Σε άλλο τέτοιο κείμενο, που υπάρχει μόνο σε pdf, διαβάζουμε: πίωμεν νηρόν εκ του βαυκαλίου / bibamus recentem de gillone. (Δείτε εδώ για το βαυκάλιον)
Εδώ, στα Ερμηνεύματα του 3ου-4ου αιώνα μ.Χ., το νηρόν/νερόν έχει γίνει ουσιαστικό πια και εκφέρεται χωρίς το ύδωρ, αλλά δεν το αποδίδουν aqua αλλά recentem (πρόσφατο, φρέσκο, δροσερό), που σημαίνει ότι στο μυαλό του Ρωμαίου που έκανε τη μετάφραση ίσως υπήρχε ακόμα το ύδωρ, ότι δεν είχε εκτοπιστεί εντελώς. Βλέπουμε ακόμα ότι το νερόν και το νηρόν συνυπήρχαν, αν και από μια εποχή και μετά μόνο «νερόν» βρίσκουμε.
Και στα επόμενα χρόνια, οι εμφανίσεις του νηρόν/νερόν δεν λείπουν. Βέβαια, με τη διγλωσσία που μας δέρνει, από τα βυζαντινά χρόνια έχουμε ελάχιστα δείγματα προφορικής γλώσσας, αλλά και πάλι ο ισχυρισμός του Λιθοξόου ότι «πρέπει να πάμε στον 17ο αιώνα για να συναντήσουμε το νερό» είναι βάναυση παραποίηση της πραγματικότητας.
Για παράδειγμα, στον Φυσιολόγο, που δεν μπορούμε να τον χρονολογήσουμε με ακρίβεια, αλλά στο TLG τον δίνουν 2ο-4ο αιώνα μ.Χ., διαβάζουμε πως το τρυγόνι «οὐδὲ πίνει νερὸν καθαρόν, ἵνα μὴ αὐξήσῃ ἔρωτα καρδίας αὑτοῦ, ἀλλὰ θολοῖ τὸ νερὸν ταῖς πτέρυξιν αὑτοῦ, καὶ πίνει αὐτὸ ἵνα τὴν ζωὴν ἐν σωφροσύνῃ διάγῃ»
Όχι μόνο το νερό υπάρχει, αλλά και τα σύνθετά του. Στον Γερόντιο, του 5ου αιώνα, που έγραφε βίους αγίων, διαβάζουμε: «τοὺς λουομένους ἐκ τῆς νεροφόρου».
Ίδια εποχή, γράφει ένας Θεόδωρος Αναγνώστης για κάποιον αιρετικό, ο οποίος «ἐλεεινῷ θανάτῳ ἐν τῇ νεροφόρῳ ἀπώλετο». Και ο Λεόντιος (7ος αιώνας) έχει νερόν, και ο Δαμασκηνός έχει «νεροφόρο» (παρένθεση: οι βυζαντινοί μπορούσαν να λένε «νεροφόρος»• σήμερα αν το πεις, θα σε πούνε ψυχαρικό!)
Και ο Πορφυρογέννητος, κοτζάμ αυτοκράτορας, γράφει «εἰς οἰνάνθην καὶ εἰς ῥοδόσταγμα καὶ εἰς νερὸν» σε μια περιγραφή των τελετών της εποχής του.
Μ’ άλλα λόγια, αν σκεφτούμε τον αττικισμό που έδερνε τους βυζαντινούς, το «νηρόν/νερόν» είναι αρκετά καλά μαρτυρημένο και οπωσδήποτε η θέση του Λιθοξόου καταρρίπτεται. Αυτό δεν ακυρώνει τις άλλες εργασίες του (ο αντρειωμένος δικαιούται να ξαστοχήσει μια και δυο), αλλά σε εμένα προσωπικά γεννάει κάποιες αμφιβολίες, αφού τον βρίσκω πρόθυμο να προσπεράσει ή να μην αναζητήσει τα στοιχεία που έρχονται σε σύγκρουση με τη θέση του.
Και αυτό είναι το κακό• ότι, όπως οι εθνικιστές επιδίδονται σε ετυμολογικούς ακροβατισμούς που κόβουν την ανάσα, για να μην παραδεχτούν ότι, έστω, η Αράχοβα ή η Βιτάστα είναι σλάβικο τοπωνύμιο, όπως ολοφάνερα είναι, έτσι και ο Δ. Λιθοξόου παρουσιάζει στρεβλά την πραγματικότητα θέλοντας να αποδείξει ότι άλλοι έπιναν το ύδωρ και άλλοι το νηρόν ή το νερό.

http://sarantakos.wordpress.com/2011/05/27/neronydor/

1 σχόλιο:

ΑΡΧΑΙΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ είπε...

Άλλως πως ''ΣαραντάκοςvsΛιθοξόου'' και...'στο μέσον η Ελλάς,χάριν των...γλυκύτατων ομματίων της(κατά βάθος,μήκος,πλάτος και...ύψος!)!

Πώς αναφέρει κάπου ο τίτλος ενός γνωστού παλαιού λα'ι'κού ασματίου (βλ.Κουρκούλης)''Ζήλεια μου...παράπονό μου'';

Τέτοιο ένα πρά(γ)μα...με το συμπάθ(ε)ιο!