Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Ιταλικοί λαοί (11)


(Από το "Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου" του Δ. Ε. Ευαγγελίδη)

Αὒσονες: Λαός της κεντρικής Ιταλίας, το όνομα του οποίου αποτελεί την εξελληνισμένη απόδοση του φύλου των Αυρούγκων (Aurunci). Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν τους Αύσονες από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. όπως αποδεικνύει η μνεία τους σε διασωθέντα αποσπάσματα του Εκαταίου του Μιλήσιου και του Ελλάνικου. Πληροφορίες υπάρχουν επίσης στον Αριστοτέλη (Πολιτικά VII. 10), στον Πλίνιο, στον Τίτο Λίβιο, στον Αιλιανό, αλλά κυρίως στον Στράβωνα.
Ο Στράβων αναφέρει (Ε΄ ΙΙΙ. 6) ότι οι Αύσονες κατοικούσαν σε ένα τμήμα της Καμπανίας και μετά από αυτούς ήσαν Όσκοι (μία από τις σημαντικότερες ομάδες λαών και γλωσσών στην προ-ρωμαϊκή Ιταλία). Μνημονεύει επίσης (Ε΄ IV. 3) τις απόψεις τόσο του Αντιόχου του Συρακουσίου (ιστορικός του δεύτερου μισού του 5ου αιώνα π.Χ.), ότι οι Αύσονες ταυτίζονται με τους Οπικούς, καθώς και την αντίθετη του Πολυβίου (ο ιστορικός του 2ου αιώνα π.Χ.), ότι πρόκειται για δύο διαφορετικούς λαούς. Ο Στράβων θεωρεί τους Αύσονες (ΣΤ΄ Ι. 5) ως ιδρυτές της Τέμεσης (Temesa), μιας πόλης των Βρεττίων (αρχαίος λαός της σημερινής Καλαβρίας, βλ. και Οινωτροί), την οποία κατοίκησαν στην συνέχεια Αιτωλοί άποικοι με επικεφαλής τον Θόαντα (τον επικεφαλής τμήματος Αιτωλών στον Τρωϊκό πόλεμο, Ιλιάς Β 638). Ο Στέφανος Βυζάντιος στο σχετικό λήμμα, αναφέρει την μυθολογική εκδοχή της καταγωγής του γενάρχη, επώνυμου ήρωα και πρώτου βασιλιά των Αυσόνων, του Αύσονος, τον οποίον μνημονεύει ως γιο του Άτλαντος και της Καλυψούς.
Κατά το «Λεξικόν Ηλίου» οι Αύσονες «…κατώκουν την δυτικήν παράκτιον χώραν κατά μήκος του Τυρρηνικού πελάγους, μεταξύ των ποταμών Βολτούρνου και Λείριος. Η χώρα αυτών ωνομάζετο Αυσονία, συχνά δε η ονομασία αύτη απεδόθη και εις ολόκληρον την Ιταλικήν χερσόνησον…» (βλ. Χάρτη).
Η νεώτερη έρευνα έχει ταυτίσει τους Αύσονες με το φύλο των Αυρούγκων, όπως προαναφέραμε, που ανήκε στους λαούς της λεγομένης Οσκικής ομάδας και την ονομασία Οπικοί (Opici), ως μια άλλη ονομασία των Αυσόνων που προήλθε από την ονομασία Όπσκοι (Obsci) στην Οσκική γλώσσα, το οποίο μεταβλήθηκε σε Όσκοι (Osci) στην Λατινική, όπως και από τον ρωτακισμό του ονόματος Αύσονες (Ausonii) από τους Ρωμαίους, προήλθε η ονομασία Αυρούγκοι (Aurunci). (Bλ. σχετικά C.A.H. Vol. IV, σελ. 677).
Αρχικώς οι Αύσονες κατοικούσαν στην περιοχή που εκτεινόταν από τα βουνά των Ουόλσκων (Volsci) μέχρι τις ακτές της πεδιάδας της Καμπανίας. Αργότερα, στην διάρκεια του 4ου αιώνα π.Χ. οι γείτονές τους Σαμνίτες και Καμπανοί, τους περιόρισαν σε μια μικρή περιοχή. Από τα πρώτα χρόνια της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας είχαν έλθει σε προστριβές με του Ρωμαίους, οι οποίοι κατάφεραν να τους υποτάξουν οριστικά μόλις το 314 π.Χ. στην διάρκεια του Β΄ Σαμνιτικού Πολέμου (327-304 π.Χ.), μετά από μια εξέγερσή τους. Οι Αύσονες, που είχαν την φήμη αρίστων πολεμιστών, θα εξοντωθούν ανελέητα από τους Ρωμαίους (Τίτος Λίβιος, ΙΧ. 25.9) και τα υπολείμματά τους σύντομα θα αφομοιωθούν και θα παύσουν να εμφανίζονται ως ξεχωριστός λαός.
Θα πρέπει τέλος να αναφερθεί, ότι στις αρχαιοελληνικές πηγές και ιδίως στους Αλεξανδρινούς, με το όνομα Αυσονία, χαρακτηριζόταν το εκτός της Μεγάλης Ελλάδος υπόλοιπο τμήμα της ιταλικής χερσονήσου. Αργότερα, στους μετέπειτα αιώνες, πολλοί συγγραφείς ονόμαζαν Αυσονία ολόκληρη την Ιταλία.

Μόργητες: Αρχαιότατος λαός του νοτιότατου άκρου της Ιταλικής χερσονήσου, αναφερόμενους σε ορισμένους αρχαίους συγγραφείς, χωρίς να έχουν εντοπισθεί μέχρι σήμερα κάποια υλικά στοιχεία που να συνδέονται μαζί τους με αποτέλεσμα η ύπαρξή τους να θεωρείται αρκετά νεφελώδης (βλ. σχετικές αναφορές στο R. Leighton: Sicily before History, 1999 σελ. 217 και 221). Έχει υποστηριχθεί μάλιστα ότι οι Χώνες και οι Μόργητες ήσαν φύλα των Οινωτρών (βλ. C.A.H. Vol. IV σελ. 677) και αν αυτό επιβεβαιωθεί, τότε θα πρέπει οι Μόργητες και οι Οινωτροί να συμπεριληφθούν στους λαούς-φορείς της μεσσαπικής γλώσσας (βλ. σχετικά στα λήμματα Μεσσάπιοι και Ιάπυγες). Αυτή η άποψη όμως συγκρούεται με τα αναφερόμενα από τον Στράβωνα (ΣΤ΄ Ι. 6), ο οποίος παραθέτοντας τον Αντίοχο (πρόκειται για τον αξιόλογο ιστορικό, Αντίοχο τον Συρακούσιο που άκμασε το β΄ μισό του 5ου αιώνα π.Χ. και από το έργο του οποίου διασώθηκαν μόνον αποσπάσματα), τονίζει ότι «…στα αρχαία χρόνια, όλος αυτός ο τόπος (δηλ. η αρχαία Βρεττία/σημερινή Καλαβρία σ.σ.) ήταν κατοικημένος από Σικελούς και Μόργητες. Αργότερα πέρασαν στην Σικελία διωγμένοι από τους Οινωτρούς…». Επομένως Μόργητες και Οινωτροί ήσαν δυο διαφορετικοί και αντιμαχόμενοι λαοί ή φύλα. Το ζήτημα όμως διευκρινίζεται από τον ίδιο τον Στράβωνα, ο οποίος λίγο παραπάνω (ΣΤ΄ Ι. 4) αναφέρει: «…οι τόποι κατοικήθηκαν από τους Χώνες, γένος Οινωτρικόν…». Άρα θα πρέπει να απορριφθεί η συσχέτιση Οινωτρών και Χώνων με τους Μόργητες, που πιθανότατα ανήκαν στα Πρωτο-Ιταλικά φύλα μαζί με τους Σικελούς (βλ. Ιταλικοί λαοί). Την περίοδο των μεταναστεύσεών τους νοτιότερα, Μόργητες και Σικελοί έφθασαν στην Βρεττία (Bruttium), όπου εγκαταστάθηκαν για ένα διάστημα, αλλά τελικώς εκδιώχθηκαν από τους Οινωτρούς και ειδικότερα από το εγκατεστημένο εκεί φύλο τους, τους Χώνες, οπότε αναγκάσθηκαν να διαπεραιωθούν στην απέναντι Σικελία.
Κατά τον Στράβωνα (ο οποίος παραθέτει απόψεις άλλων και κυρίως του περίφημου Ιστορικού του 4ου αιώνα π.Χ. Έφορου, πιθανότατα), η πόλη Μοργάντιον της Σικελίας πήρε το όνομά της από τους Μόργητες. Ο Στέφανος Βυζάντιος, ο οποίος μνημονεύει την ίδια πόλη ως Μοργέντιον, στο σχετικό λήμμα αναφέρει: «…πόλις Ιταλίας, από Μοργήτων. λέγεται και Μοργεντία. το εθνικόν Μοργεντίνος και Μοργήτης λέγεται…».

Πίκεντες ή Πικεντίνοι: Αρχαίος λαός της Ιταλικής χερσονήσου (Picenes), εγκατεστημένος στην ανατολική παράλια χώρα, στο κεντρικό τμήμα των παραλίων της Αδριατικής, νοτίως της Αγκώνος (βλ. Χάρτη). Ο Στράβων την τοποθετεί λανθασμένα (Ε΄ IV. 2) βορειότερα, μεταξύ Αριμινίου (Ρίμινι) και Αγκώνος, που στην πραγματικότητα ήταν μέρος της Ομβρικής, της χώρας των Όμβρων. Αναφέρεται επίσης και στο γεγονός ότι οι Πικεντίνοι, όπως τους αποκαλεί, ξεκίνησαν από την χώρα των Σαβίνων, που ήταν στο εσωτερικό της χερσονήσου. Μνημονεύει επίσης και την χαριτωμένη παράδοση για την ονομασία της χώρας:
«…Οι Πικεντίνοι ξεκίνησαν από την Σαβίνη χώρα. Ένας δρυοκολάπτης έδειξε τον δρόμο στους επικεφαλής τους και από εκεί πήραν το όνομα, διότι αυτό το πτηνό το λένε εδώ πίκο και το θεωρούν ιερό πτηνό του θεού Άρη…».
Στην συνέχεια περιγράφει την χώρα και τα προϊόντα που παράγει και καταλήγει με την αναφορά των πόλεων που υπάρχουν στην περιοχή, αρχίζοντας από την Αγκώνα, την μοναδική ελληνική αποικία της μέσης Ιταλίας, που ιδρύθηκε το 380 π.Χ. από Συρακουσίους φυγάδες. Οι Πίκεντες ή Πικηνοί αναφέρονται ως Πικίαντες από τον Στέφανο Βυζάντιο, ο οποίος στο αμέσως προηγούμενο λήμμα, μνημονεύει κάποια Πικεντία ή Πικεντόν ως πόλη της Τυρρηνίας, που οι κάτοικοί της ονομάζονται Πικεντίνοι. Προφανώς εννοεί την περιοχή του Τυρρηνικού πελάγους γενικώς και όχι ειδικώς την Τυρρηνία (Ετρουρία). Πράγματι, οι Ρωμαίοι μετά την οριστική υποταγή της Πικεντίας το 268 π.Χ. μετέφεραν ένα τμήμα των κατοίκων της, στα σύνορα Καμπανίας-Λευκανίας. Το γεγονός αναφέρεται από τον Στράβωνα (Ε΄ IV. 13) και επιβεβαιώνεται από τον Γεωγράφο Κλαύδιο Πτολεμαίο (Γ΄ 1. 7. 69), ο οποίος μνημονεύει τους Πικέντιους, ως έναν παράλιο λαό στο Τυρρηνικό πέλαγος, μεταξύ Καμπανών και Λευκανών, με πρωτεύουσα την Πικεντία και σπουδαιότερες πόλεις τους το παραλιακό Σαλέρνο και τις Νόλα και Νουκερία στο εσωτερικό.
Ιδιαίτερο πρόβλημα παρουσιάζουν οι λεγόμενες Πικεντικές γλώσσες, που κατατάσονται από ορισμένους ερευνητές σε μια τρίτη ομάδα Ιταλικών γλωσσών, την ονομαζόμενη Ανατολική Ιταλική ομάδα (East Italic), ενώ άλλοι τις κατατάσσουν στις Οσκο-Ουμβρικές. Οι Πικεντινικές επιγραφές ανήκουν στα αρχαιότερα γραπτά κείμενα που διαθέτουμε για τις Ιταλικές γλώσσες, φθάνοντας στον 7ο αιώνα π.Χ., αλλά ενώ διαβάζονται με ευκολία, παρουσιάζουν τεράστιες δυσκολίες στην μετάφραση.
Από την Νότια Πικεντική (South Picene), διαθέτουμε επιγραφές, από τις οποίες οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ανήκει με βεβαιότητα στις Αριοευρωπαϊκές (Ινδοευρωπαϊκές) γλώσσες, όπως προκύπτει από την σύγκριση με την Λατινική, όπως π.χ. η πρόταση matereif patereif : Λατιν. matribus patribus (=στις μητέρες και στους πατέρες).
Τα προβλήματα εντοπίζονται στην λεγόμενη Βόρεια Πικεντική (North Picene/Novilara), οι επιγραφές της οποίας έχουν διχάσει τους ερευνητές. Ορισμένοι την κατατάσσουν στις Αριοευρωπαϊκές γλώσσες και προσδιορίζουν την προέλευσή της από την περιοχή των ανατολικών ακτών της Αδριατικής, γεγονός που σημαίνει ότι δεν ανήκει στις Ιταλικές γλώσσες και συγγενεύει είτε με τις Ενετικές γλώσσες (βλ. Ενετοί), είτε με την Μεσσαπική ομάδα διαλέκτων (βλ. Μεσσάπιοι). Αντίθετα, αρκετοί ερευνητές δεν κάνουν αποδεκτό τον Αριοευρωπαϊκό της χαρακτήρα σε καμιά περίπτωση και υποστηρίζουν ότι ανήκει στις γλώσσες των αυτοχθόνων προ-Ιταλικών λαών του λεγόμενου «Μεσογειακού» υποστρώματος (βλ. J. P. Mallory: In Search of the INDO-EUROPEANS – London 1991, σελ. 90-91). Η σημαντικότερη επιγραφή της Β. Πικεντικής είναι η περίφημη στήλη της Νοβιλάρα (Novilara, περίπου 4 χλμ. από την πόλη Πέζαρο – Pesaro), η οποία χρονολογείται μεταξύ 6ου και 4ου αιώνα π.Χ. (βλ. λεπτομέρειες στο λήμμα Ιταλικοί λαοί). Με την οριστική κατάκτηση της περιοχής από τους Ρωμαίους τον 3ο αιώνα π.Χ. που πραγματοποιήθηκε μετά από μια εξέγερση το 269 π.Χ. και την προσάρτησή της το 268 π.Χ. στην ρωμαϊκή επικράτεια, οι Πικεντίνοι θα πάρουν τον τίτλο των πολιτών χωρίς δικαίωμα ψήφου (βλ. C.A.H. Vol. VΙΙ part 2, σελ. 380-381) και βαθμιαία θα αφομοιωθούν, ενώ οι γλώσσες τους θα εξαφανισθούν, όπως υποδεικνύει και το γεγονός ότι και οι επιγραφές τους σταματούν αυτήν ακριβώς την περίοδο.

Η στήλη της Νοβιλάρα
***
mimnis edut gaarestades
rotnem uvlin partenus
polem isairon tet
sut tratnesi kruvs
tenag trut ipiem rotnem
lutuis thalu isperion vul
tes rotem teu aiten tasur
soter merion kalatne
nis vilatos paten arn
uis balestenag ands et
ut iakut treten teletau.
nem polem tisu sotris eus
Μια πιθανή μεταγραφή της
στο λατινικό αλφάβητο

Ποίδικλοι: (Poediculi) Μια άλλη ονομασία των Πευκετίων, ενός λαού της λεγομένης «Μεσσαπικής ομάδας», εγκατεστημένου στο ΝΔ άκρο της ιταλικής χερσονήσου, στα παράλια της Αδριατικής, οι νότιοι γείτονες των Δαυνίων (βλ. λεπτομέρειες στα λήμματα Πευκέτιοι, Μεσσάπιοι).


Φρεντανοί: Αρχαίος λαός στην ανατολική πλευρά της ιταλικής χερσονήσου, που κατείχε την χώρα στο μέσον περίπου των Αδριατικών ακτών, οι βόρειοι γείτονες της χώρας που ήσαν εγκατεστημένοι αρχικά οι Δαύνιοι και αργότερα οι Άπουλοι.
Αναφέρονται από τον Στράβωνα (E΄ IV. 2) ως ηπειρωτικός λαός, που κατοικούν στην ορεινή χώρα και έχουν μικρό μέρος προς την θάλασσα. Περιγράφονται ως θηριώδης λαός, που κατασκευάζει σπίτια από τα ναυάγια και ένας παραθαλάσσιος οικισμός τους, ο Όρτων ή το Ορτώνιον, ως «βράχια πειρατών». Ιδιαίτερης σημασίας είναι η παρατήρηση του Στράβωνος (ό. π.) ότι «…οι Φρεντανοί είναι ένα φύλο των Σαυνιτών…» (=Σαμνιτών, ο σπουδαιότερος και ο πλέον πολεμοχαρής λαός της Οσκικής ομάδας λαών), κάτι που έχει επιβεβαιωθεί από την νεώτερη έρευνα (C.A.H. Vol. IV, σελ. 703).

Δεν υπάρχουν σχόλια: