Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

Λευκανοί ή Λουκανοί (Ιταλικοί λαοί 1)

Λευκανία ή Λουκανία

Στην προηγούμενη ανάρτησή μας για την αρχαιοελληνική πόλη της Ποσειδωνίας στην Μεγάλη Ελλάδα (Magna Grecia) στο ενδιαφέρον άρθρο του αμερικανικού περιοδικού "Αρχαιολογία" αναφερόταν ότι γύρω στο 400 π.Χ. η πόλη κατακτήθηκε από τους Λευκανούς ή Λουκανούς (Lucani). Ποιός ήταν αυτός ο λαός; Το κείμενο που ακολουθεί είναι το σχετικό λήμμα από το "Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου" του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη.

Λευκανοί ή Λουκανοί: Οι κάτοικοι της αρχαίας Λευκανίας ή Λουκανίας (Lucania), της περιοχής στα νότια της Καμπανίας (βλ. Χάρτη). Από τον Στράβωνα έχουμε παραλάβει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή της χώρας και των κατοίκων της (ΣΤ΄ Ι. 1-3). Σύμφωνα με αυτήν, η Λευκανία, όπως την αποκαλεί, αρχίζει μετά τον ποταμό Σίλαρη (Silarus), ο οποίος αποτελούσε το σύνορο με την βορειότερα εκτεινόμενη Καμπανία (βλ. λήμμα Καμπανοί). Αμέσως μετά, σε απόσταση 10 χλμ. περίπου, ήταν η ελληνική αποικία της Ποσειδωνίας, που ιδρύθηκε από τους Συβαρίτες το α΄ μισό του 6ου αιώνα π.Χ. και κατέλαβαν οι Λευκανοί γύρω στο 420 π.Χ.
Στην συνέχεια, συναντάμε μια άλλη ελληνική αποικία, την Υέλη (Velia), την οποία ίδρυσαν άποικοι από την Φώκαια της Μ. Ασίας, η μετέπειτα Ελέα, η πατρίδα των περίφημων Ελεατών φιλοσόφων Παρμενίδη και Ζήνωνα (ο εφευρέτης της Διαλεκτικής, κατά τον Αριστοτέλη – βλ. Διογένη Λαέρτιου: Βίοι Φιλοσόφων). Οι περιπέτειες των Φωκαέων, που αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη τους μπροστά στον Περσικό κίνδυνο, οι περιπλανήσεις τους στην Κύρνο (σημερ. Κορσική), στο Ρήγιο και η ίδρυση τελικώς της Υέλης (Ελέας), εξιστορούνται με γλαφυρότητα από τον Ηρόδοτο (Α΄ 164-167).
Μετά την Ελέα ήταν ο Πυξούς, μια άλλη ελληνική αποικία και στην συνέχεια «…πόλη και ποταμός Λάος, σε κόλπο, αποικία των Συβαριτών…». Ο ποταμός Λάος αποτελούσε το νοτιοδυτικό σύνορο της Λευκανίας, ενώ το νοτιοανατολικό, όριζε η περίφημη Σύβαρις, αποικία Αχαιών, στον κόλπο του Τάραντος. Η Σύβαρις θα αναδειχθεί στην μεγαλύτερη και πλουσιότερη από τις πόλεις-κράτη της νότιας Ιταλίας και Σικελίας, με πληθυσμό στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. που έφθανε τους 400.000 ελεύθερους πολίτες. Στην επικυριαρχία τους θα περιέλθουν τέσσερα έθνη ιθαγενών που κατοικούσαν σε 25 οικισμούς (βλ. Ιστ. Ελλ. ΄Εθνους, τομ. Β΄ σελ. 272-273). Οι Συβαρίτες, λόγω του μεγάλου πλούτου που συγκέντρωσαν, θα υποκύψουν εύκολα στην ευζωΐα και την τρυφηλότητα (ο παροιμιώδης Συβαριτισμός) και θα παραμελήσουν τα στρατιωτικά ζητήματα, με αποτέλεσμα η πόλη τους να καταστραφεί το 511/510 π.Χ. από τους Κροτωνιάτες. Όσοι απέμειναν, διασκορπίσθηκαν στις γειτονικές αποικίες τους, Λάο (Laus) και Σκίδρο (Scidrus) και το 453 π.Χ. ξαναέκτισαν την πόλη, με την βοήθεια της Ποσειδωνίας και της Λάου, αλλά οι Κροτωνιάτες θα τους εκδιώξουν και πάλι το 448 π.Χ. Οι Συβαρίτες θα απευθυνθούν τότε στους Λακεδαιμόνιους και στους Αθηναίους, ζητώντας να στείλουν αποίκους και να τους βοηθήσουν να επανιδρύσουν την πόλη τους.
Τελικώς, μόνον οι Αθηναίοι ανταποκρίθηκαν και μαζί με μια ομάδα από κατοίκους της Αχαΐας, εγκαταστάθηκαν το 445 π.Χ. σε γειτονική περιοχή, αλλά λόγω εσωτερικών προβλημάτων οι νέοι άποικοι θα ζητήσουν και πάλι βοήθεια από την Αθήνα. Τότε, με προσωπική παρέμβαση του περίφημου Αθηναίου ηγέτη, του Περικλή, θα οργανωθεί ο αποικισμός με πανελλήνια σχεδόν συμμετοχή και οι άποικοι το 443 π.Χ. ίδρυσαν σε γειτονική θέση από την παλιά Σύβαρη, την πόλη των Θουρίων, το σύνταγμα των οποίων θα καταστρωθεί από τον φιλόσοφο Πρωταγόρα τον Αβδηρίτη, ενώ ο οικιστικός σχεδιασμός της νέας πόλης, θα γίνει από τον περίφημο πολεοδόμο της αρχαιότητας, Ιππόδαμο τον Μιλήσιο.
Μετά την νοητή γραμμή Λάος-Σύβαρις, νοτιότερα άρχιζε η χώρα των Βρεττίων, η Βρεττία (Bruttium), η σημερινή Καλαβρία, που δεν πρέπει να συγχέεται με την αρχαία Καλαβρία ή Ιαπυγία (βλ. Ιάπυγες). Βορειοανατολικά από την Σύβαρη, στα 80 χλμ. περίπου, ήταν το Μεταπόντιον, στις εκβολές του ποταμού Μπραντάνο (Bradanus), ο οποίος αποτελούσε και το βορειοανατολικό σύνορο της Λευκανίας με την Απουλία.

Σύμφωνα με τον Στράβωνα (ΣΤ΄ Ι. 2), την Λευκανία κατοικούσαν αρχικά Χώνες και Οινωτροί, τους οποίους έδιωξαν οι Σαυνίτες (Σαμνίτες) και εγκατέστησαν τους Λευκανούς, αλλά τα εδάφη τους δεν έφθαναν στον κόλπο του Τάραντος όπου επικρατούσαν οι Έλληνες, που: «…εγκαταστάθηκαν στην περιοχή από την εποχή των Τρωϊκών και τόσο πολύ αυξήθηκαν, ώστε αποκαλούσαν την περιοχή Μεγάλη Ελλάδα μαζί με την Σικελία…».
Χαρακτηριστική πάντως ήταν η Αγγειοπλαστική τους, με τα κατασκευασμένα με την βοήθεια αγγειοπλαστικού τροχού αγγεία τους (βλ. Εικόνα) και την ιδιόρρυθμη διακόσμησή τους “a tenda” (=παρόμοια με τέντες, σκηνές).


Αγγείο των Λευκανών
με την χαρακτηριστική διακόσμηση “a tenda”

Η επίδραση των ελληνικών αποικιών στην περιοχή ήταν πάντως αποφασιστική και ο εξελληνισμός των αυτοχθόνων είχε προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό. Η καταστροφή όμως της Σύβαρης το 511/510 π.Χ. από τους Κροτωνιάτες, όπως προαναφέραμε, θα φέρει και το τέλος της ελληνικής υπεροχής στην Λευκανία. Αυτήν ακριβώς την περίοδο σημειώνονται οι μεταναστεύσεις των Οσκικών φύλων που είναι γνωστά ως Σαβέλλοι και τους οποίους οι αρχαιοελληνικές πηγές αναφέρουν συνήθως ως Σαυνίτες (Σαμνίτες). Οι εισβολείς θα επωφεληθούν τόσο από την κατάρρευση της Ετρουσκικής κυριαρχίας στην Καμπανία, όσο και από την εξασθένιση της ισχύος των ελληνικών αποικιών λόγω των εμφυλίων πολέμων στην Λευκανία. Η αναφορά του Στράβωνος (ΣΤ΄ Ι. 2) ότι «…όταν οι Σαυνίτες έγιναν πολύ ισχυροί, έδιωξαν Χώνες και Οινωτρούς και εγκατέστησαν αποικία Λευκανών…», που εξυπονοεί μαζικές εισβολές Σαβέλλων, μάλλον δεν ανταποκρίνεται στα αρχαιολογικά δεδομένα και η πλέον αποδεκτή άποψη σήμερα είναι της βαθμιαίας διείσδυσης Οσκικών φύλων στην περιοχή, τα οποία στην συνέχεια επωφελήθηκαν από τις πολιτικοστρατιωτικές εξελίξεις που προαναφέραμε (βλ. σχετικά C.A.H. Vol. IV σελ. 709-710).
Η πρώτη ελληνική πόλη που θα δεχθεί τις επιθέσεις των Λευκανών ήταν οι Θούριοι, μεταξύ 443-433 π.Χ. που θα τους αντιμετωπίσουν με επιτυχία χάρη στα στρατηγήματα του Λάκωνα στρατηγού τους, Κλεανδρίδα (Πολύαινος, Β΄ 10. 2-4). Στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. θα υποκύψει στους Λευκανούς η Ποσειδωνία και θα ακολουθήσουν η Λάος, ο Πυξούς και η Σκίδρος. Γύρω στο 400 π.Χ. ολόκληρη η χώρα θα έχει πέσει στα χέρια των Λευκανών. Η μοναδική ελληνική πόλη που παρέμεινε ελεύθερη ήταν η Ελέα.
Το 357/356 π.Χ. οι Βρέττιοι, υποτελείς των Λευκανών, θα αποστατήσουν και θα δημιουργήσουν έναν ισχυρό συνασπισμό με έδρα την Κωσεντία (σημερ. Cosenza), στον οποίο θα προσχωρήσουν και οι Λευκανοί. Θα επιδοθούν σε ληστρικές επιδρομές εναντίον των ελληνικών πόλεων της περιοχής, ορισμένες από τις οποίες μάλιστα (Τέρινα, Ιππώνιον κ.ά.) θα καταλάβουν και θα δηώσουν.
Το 343 π.Χ. οι κάτοικοι του Τάραντος θα αναγκασθούν να ζητήσουν την βοήθεια της μητροπόλεώς τους, της Σπάρτης, για να αντιμετωπίσουν την αυξημένη επιθετικότητα των Μεσσαπίων και Λευκανών. Οι Σπαρτιάτες θα στείλουν ναυτικές δυνάμεις και οπλίτες με επικεφαλής τον βασιλέα Αρχίδαμο, που επί πέντε περίπου χρόνια θα αγωνισθεί με γενναιότητα εναντίον των υπέρτερων δυνάμεων των αντιπάλων. Σε μια φονική μάχη όμως κοντά στο Μανδύριο, ο ίδιος και οι περισσότεροι άνδρες του θα πέσουν νεκροί στο πεδίο της μάχης, το 338 π.Χ. (βλ. Ι.Ε.Ε. τομ. Γ2΄ σελ. 135-136). Μετά από άλλα πέντε χρόνια περίπου, οι Ταραντίνοι θα καλέσουν τον Αλέξανδρο Α΄ τον Μολοσσό (342-331 π.Χ.) της Ηπείρου, ο οποίος θα είναι και ο πρώτος βασιλεύς των Μολοσσών που θα εισβάλει στην Ιταλία (334 π.Χ.) και θα πολεμήσει τους Ιταλικούς λαούς που απειλούσαν την ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων της νότιας Ιταλίας (Μεγάλη Ελλάς). Δυστυχώς όμως, παρά τις αρχικές του επιτυχίες, το 331 / 330 π.Χ. θα υποστεί συντριπτική ήττα και ο ίδιος θα βρει τον θάνατο στην διάβαση του Αχέροντα, παραπόταμου του Κράθη (1*), κοντά στην Πανδοσία.
Σύμφωνα με την παράδοση που αναφέρει ο Στράβων (ΣΤ΄ Ι. 5), ο βασιλεύς των Μολοσσών παραπλανήθηκε από τον χρησμό του Μαντείου της Δωδώνης (2*), που τον είχε συμβουλεύσει να φυλάγεται από τον ποταμό Αχέροντα και την πόλη Πανδοσία, όπου του ήταν γραφτό να βρει τον θάνατο. Ο Αιακίδης (οι βασιλείς των Μολοσσών αποκαλούνταν και Αιακίδες, απόγονοι του γενάρχη τους Αιακού) Αλέξανδρος Α΄ λέγεται ότι αποφάσισε την εκστρατεία της Ιταλίας για να αποφύγει ακριβώς τον ομώνυμο ποταμό και την πόλη της Θεσπρωτίας στην Ήπειρο!
_________________________________________
(1*) Κατά τον Ηρόδοτο (Α΄ 145), ο ποταμός Κρᾶθις της Ιταλίας, πήρε την ονομασία του από τον ομώνυμο ποταμό της βόρειας Πελοποννήσου, στον οποίο χύνονταν τα νερά της Στυγός. Με το ίδιο όνομα υπήρχε επίσης ποταμός της Ηπείρου – βλ. λήμμα Μύλακες.
(2*) Ο χρησμός ήταν ο εξής: «Αιακίδη, προφύλαξο μολείν Αχερούσιον ύδωρ Πανδοσίην δ’ όθι τοι θάνατος πεπρωμένος εστί» δηλ. «Απόγονε του Αιακού, πρόσεξε τον πηγαιμό σου στο νερό του Αχέροντα και στην Πανδοσία, όπου σου είναι γραφτό να πεθάνεις».


Οι Ρωμαίοι θα επέμβουν στην Λευκανία το 282 π.Χ. όταν θα αποδεχθούν την έκκληση για βοήθεια από την πόλη των Θουρίων, που δεχόταν επιθέσεις από τους Λευκανούς, οι οποίοι αποτελούσαν πλέον ένα ξεχωριστό Ιταλικό έθνος με δικά του ήθη και έθιμα (Lucani).
Οι Αρχές της Ρώμης θα στείλουν έναν στολίσκο στον κόλπο του Τάραντα, με αποστολή να μεταφέρει και να εγκαταστήσει μια ρωμαϊκή φρουρά για την άμυνα της πόλης των Θουρίων. Οι Ταραντίνοι όμως θα θεωρήσουν αυτό το γεγονός ως παραβίαση μιας παλαιότερης συνθήκης που είχε υπογράψει η Ρώμη (βάσει της οποίας απαγορευόταν η παρουσία ρωμαϊκών πολεμικών πλοίων στον κόλπο του Τάραντα) και προκλητική ενέργεια εναντίον τους. Θα επιτεθούν εναντίον των ρωμαϊκών πλοίων, τα οποία θα καταβυθίσουν, θα φονεύσουν τον Ρωμαίο ναύαρχο και θα εκδιώξουν την ρωμαϊκή φρουρά των Θουρίων. Οι κάτοικοι του Τάραντα, μετά την ενέργειά τους αυτήν και φοβούμενοι την ρωμαϊκή υπεροπλία, θα προσκαλέσουν (280 π.Χ.) τον ηγεμόνα των Μολοσσών και βασιλέα της Ηπείρου, τον περίφημο Πύρρο Α΄ (307-302 και 297-272 π.Χ.), να τους βοηθήσει να αντισταθούν στις επεκτατικές βλέψεις της Ρώμης.
Η εκστρατεία του Πύρρου θα κρατήσει περίπου πέντε χρόνια (280-275 π.Χ.) και παρά τις νίκες του εναντίον των ρωμαϊκών στρατευμάτων, θα αναγκασθεί στο τέλος να αποχωρήσει. Ο Τάρας, μετά την αποτυχία του εγχειρήματος και την αποχώρηση του Βασιλέως της Ηπείρου, θα αναγκασθεί να παραδοθεί τελικώς στους Ρωμαίους το 272 π.Χ. και οι εξεγερμένοι Σαμνίτες, Λουκανοί (Λευκανοί) και Βρούττιοι (Βρέττιοι) θα ηττηθούν οριστικά τον ίδιο χρόνο. Η Ρώμη ολοκλήρωσε έτσι την κατάκτηση του νοτίου τμήματος της Ιταλικής χερσονήσου και το 264 π.Χ. ολόκληρη η Ιταλική χερσόνησος εκτός της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας θα περιέλθει στην εξουσία των Ρωμαίων.
Οι Ρωμαίοι ήδη το 273 π.Χ. είχαν εγκαταστήσει μια μεγάλη αποικία στην Ποσειδωνία (που οι Λευκανοί μετά την κατάκτησή της γύρω στο 420 π.Χ. είχαν μετονομάσει σε Paistom και οι Ρωμαίοι στην συνέχεια σε Paestum), για να ελέγχει το νοτιότερο τμήμα της Ιταλικής χερσονήσου.

Αργυρό δίδραχμο Υέλης (Ελέας)
ΥΕΛΗΤΩΝ - 4ος /3ος αιώνας π.Χ.

Στην διάρκεια των αιματηρών συγκρούσεων της Ρώμης με την Καρχηδόνα (οι περίφημοι Καρχηδονιακοί πόλεμοι, που θα λήξουν με την καταστροφή της Καρχηδόνος και τον εξανδραποδισμό των κατοίκων της το 146 π.Χ., την ίδια χρονιά με την τελική κατάκτηση της Ελλάδος και την καταστροφή της Κορίνθου) και ιδίως στα χρόνια του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου (218-201 π.Χ.), οι Λευκανοί θα επιχειρήσουν να ανακτήσουν την ανεξαρτησία τους.
Η περιοχή τους, όπως και οι γειτονικές περιοχές της νότιας Ιταλίας, έγιναν εκείνη την περίοδο θέατρο των πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ Ρωμαίων και Καρχηδονίων και μετά την ταπεινωτική ήττα των Ρωμαίων στις Κάννες της Απουλίας (216 π.Χ.) αρκετοί Ιταλικοί λαοί, που είχε παλαιότερα υποτάξει η Ρώμη, βρήκαν την ευκαιρία να αποτινάξουν τον ρωμαϊκό ζυγό.
Οι Λευκανοί θα τιμωρηθούν σκληρά για την στάση τους αυτήν και βαθμιαία θα αρχίσουν να εξαφανίζονται κάτω από τον τίτλο του Ρωμαίου πολίτη ήδη από τον 1ο αιώνα π.Χ. όπως περιγράφει με γλαφυρότητα ο Στράβων (ΣΤ΄ Ι. 2) : «…είναι τόσο κατεστραμμένοι αυτοί (εννοεί οι Λευκανοί σ.σ.), οι Βρέττιοι και οι κάποτε ηγεμόνες τους Σαυνίτες, ώστε δύσκολα μπορούν να εντοπιστούν ακόμα και οι οικισμοί τους…» και παρακάτω: «…Όσο για τις συνήθειες, έχει εξαφανισθεί κάθε διαφορά στην γλώσσα, στα όπλα, στα ρούχα και στα σχετικά. Οι οικισμοί τους εξ άλλου, συνολικά και επί μέρους, είναι τελείως άσημοι…».
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια: