Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Εκδήλωση για το Σκοπιανό


Ομιλία Δ. Ευαγγελίδη στην εκδήλωση


ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ ΣΚΟΠΙΑΝΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Παρακολουθώ και προσπαθώ να ενημερώνομαι για τις εξελίξεις στο Σκοπιανό πρόβλημα εδώ και δεκαετίες, όχι μόνον μέσα από δημοσιεύσεις και άρθρα των γειτονικών χωρών, αλλά κυρίως από τις δράσεις φιλοσκοπιανών κινήσεων, οργανώσεων, συλλόγων, την προπαγάνδα που περνούν στους κατοίκους της υπαίθρου μέσα από χορούς, μουσικές και τραγούδια, την ανάμιξη εξωβαλκανικών παραγόντων κλπ, καταστάσεις άγνωστες δυστυχώς στο ευρύ κοινό και πολύ περισσότερο στους πολιτικούς.
Για αυτήν την ευρύτατα διαδεδομένη άγνοια των πραγματικών δεδομένων και παραμέτρων, αλλά και της απουσίας συστηματικής ενημέρωσης και αντιμετώπισης της δράσης και των ενεργειών του κράτους των Σκοπίων (και όχι μόνον) εναντίον της χώρας μας, αποκλειστικά υπεύθυνες είναι οι εκάστοτε ελλαδικές κυβερνήσεις, οι οποίες όφειλαν να ενημερώνουν τους πολίτες για όσα συνέβαιναν και συμβαίνουν. Αντίθετα, αντί ενημέρωσης υπήρχε ένας συνεχής εφησυχασμός και η παγία θέση περί «ανυπάρκτου» προβλήματος.
Θα επιχειρήσω λοιπόν, μέσα στα στενά χρονικά πλαίσια που διαθέτω, να τοποθετηθώ σε όσες περισσότερες πτυχές του Σκοπιανού προλάβω.
Εκείνο που ισχυρίζομαι εδώ και πολλά χρόνια είναι ότι το Σκοπιανό πρωτίστως είναι ΠΟΛΙΤΙΚΟ ζήτημα και δευτερευόντως ιστορικό, νομικό, οικονομικό ή οτιδήποτε άλλο και επομένως μόνον με πολιτικά μέσα θα επιλυθεί.


Βασικό χαρακτηριστικό της υπάρχουσας άγνοιας και σύγχυσης είναι η ορολογία που χρησιμοποιείται είτε στον προφορικό είτε στον γραπτό λόγο, τόσο σε επίσημες δηλώσεις και θέσεις, όσο και στα ΜΜΕ και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης.
Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό αυτό το θέμα και επομένως την ανάγκη να υπάρξει ένας κοινός και κατανοητός κώδικας επικοινωνίας ώστε να αποφεύγονται παρερμηνείες, παρεξηγήσεις, σύγχυση, αλλά και δημιουργία εσφαλμένων εντυπώσεων, αφ’ ενός και, αφ’ ετέρου, να υπάρχει σαφήνεια σε όσα γράφονται και λέγονται. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την δημιουργία του, είναι η διευκρίνιση και το ξεκαθάρισμα όρων και εννοιών.
Η πρώτη έκφραση, άκρως εσφαλμένη, που ακούγεται όλο και συχνότερα, είναι αυτή περί «Μακεδονικού» ζητήματος ή προβλήματος και εν συντομία «το Μακεδονικό». Υποστηρίζω ότι η ανιστόρητη και αδαής αυτή διατύπωση πρέπει το ταχύτερο δυνατόν να παύσει να χρησιμοποιείται, για προφανείς λόγους: Το «Μακεδονικό ζήτημα» έχει κλείσει οριστικά de facto και de jure με τις συμφωνίες του Λονδίνου στις 17/30 Μαΐου του 1913 και Βουκουρεστίου στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1913, με τις οποίες τερματίστηκαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι.
Στα κείμενα αυτών των συμφωνιών περιέχεται και ο καθορισμός των λεπτομερειών, που αφορούσαν ειδικότερα στην περιοχή της Μακεδονίας. Οι συνοριακές ρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν τότε ισχύουν μέχρι σήμερα, με την χρονική εξαίρεση μόνον, του οδυνηρού διαλείμματος που σημειώθηκε κατά την περίοδο της Γερμανο-Βουλγαρικής κατοχής της Μακεδονίας.
Πρέπει να σημειωθεί ότι την τελική συνθήκη του Βουκουρεστίου υπέγραψαν οι κυβερνήσεις της Ελλάδος, της Σερβίας, του Μαυροβουνίου, της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας. Επομένως, νομιμοποιούμαστε να αναφερόμαστε  στο «Μακεδονικό» ζήτημα ή πρόβλημα, εάν εννοούμε τα γεγονότα και τις καταστάσεις της χρονικής περιόδου από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, μέχρι την λήξη των Βαλκανικών πολέμων. Καταχρηστικά ίσως, θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στην μονόπλευρη αναζωπύρωση του «Μακεδονικού», που σημειώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1940, με την έμμεση προσπάθεια της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο να δημιουργήσει μια νέα «Δημοκρατία της Μακεδονίας», η οποία θα περιελάμβανε την ελληνική, την περιοχή των Σκοπίων και την περιοχή του Πιρίν της Βουλγαρίας. Η επιδίωξη αυτή απέτυχε μετά την ήττα του λεγόμενου «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας» το 1949. Σήμερα όμως, «Μακεδονικό» θα προέκυπτε μόνον και εφ’ όσον έθεταν επισήμως ζήτημα αναδιάταξης των υπαρχόντων συνόρων, οι κυβερνήσεις της Σερβίας, του Μαυροβουνίου, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας και επομένως μόνον εάν υπήρχε θέμα κατάργησης ή αναθεώρησης της Συνθήκης του Βουκουρεστίου. Είναι προφανές πως τέτοιο ζήτημα δεν έχει τεθεί μέχρι τώρα, ούτε και διαφαίνεται κάτι τέτοιο, τουλάχιστον στο άμεσα προβλεπτό μέλλον.
Για ποιο λοιπόν «Μακεδονικό Ζήτημα» αφελώς συζητάμε; Εξ άλλου η ανθρωπογεωγραφία αυτών που χρησιμοποιούν σκοπίμως αυτόν τον όρο, αποκαλύπτει και τις στοχεύσεις της χρήσης του όρου.   
Από την άλλη μεριά, υπάρχει ασφαλώς το σοβαρό θέμα με τους (για πόσο άραγε) βόρειους γείτονές μας και τους προστάτες τους. Με αυτούς υπάρχει μια Ελληνοσκοπιανή διένεξη, που για λόγους συντομίας μπορούμε να την αποκαλούμε το «Σκοπιανό». Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να ακριβολογούμε και να αφήσουμε το «Μακεδονικό» εκεί που ανήκει: Στην Ιστορία.
Η δεύτερη έκφραση που ακούγεται επίσης συχνά από πολιτικούς και δημοσιογράφους στα «παράθυρα» διαφόρων καναλιών και σε κείμενα εφημερίδων είναι η απίστευτης επιπολαιότητας διατύπωση περί «αλυτρωτισμού» των Σκοπιανών, αντί του σωστού «ψευδο-αλυτρωτισμός».
Επειδή κοντεύουμε να ξεχάσουμε την γλώσσα μας, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι «αλυτρωτισμός» (irredentism = ιρρεντεντισμός) είναι το εθνικο-πολιτικό εκείνο κίνημα σε μια χώρα, που αποσκοπεί να απελευθερώσει τους υπόδουλους ομοεθνείς του σε κάποιο άλλο γειτονικό κράτος, αλλά και τα εδάφη που κατοικούν αυτοί.         
Ποιους αλύτρωτους προσπαθούν να απελευθερώσουν οι Σκοπιανοί; Τους Έλληνες της Μακεδονίας; Τους «εθνικά μακεδόνες» ψηφοφόρους κάποιου  περίεργου φορέα, δηλ. 1000-1500 άτομα; Και σε ποια «αλύτρωτα» εδάφη αναφέρονται; Στην Θεσσαλονίκη, στην Κοζάνη, στην Καβάλα, στην Φλώρινα, στην Χαλκιδική ή κάπου αλλού;
Μια άλλη έκφραση που κατά κόρον χρησιμοποιείται είναι η αναφορά στον  εθνικισμό των Σκοπίων, σε σκοπιανούς εθνικιστές κλπ Αποδεχόμενοι όμως αυτόν τον όρο αποδεχόμαστε αυτομάτως και την ύπαρξη κάποιου σκοπιανού έθνους, διότι εθνικισμός χωρίς έθνος είναι προφανώς ανύπαρκτος. Η χρήση αυτού του όρου δεν γίνεται μόνον από άγνοια, αλλά και από σκοπιμότητα, αντί του σωστού όρου σωβινισμός. Είναι μια άλλη συζήτηση και δεν υπάρχει χρόνος να επεκταθούμε σε περαιτέρω ανάλυση.
Τέλος, θεωρούμε πλέον δόκιμη την διατύπωση «Μακεδόνες  Έλληνες» (κατ’  αντιστοιχία με τις διατυπώσεις «Θεσσαλοί  Έλληνες,», «Κρητικοί  Έλληνες» κ.λπ.) διότι έτσι αποφεύγονται  σκόπιμες  συγχύσεις.
Αναφερόμενοι αντιθέτως  σε  «Έλληνες  Μακεδόνες»   εξυπονοείται  και η ύπαρξη  «Σέρβων  Μακεδόνων», «Βουλγάρων  Μακεδόνων», «Τούρκων  Μακεδόνων» κ.λπ. οι οποίες  είναι  μεν αποδεκτές  ως  γεωγραφικοί προσδιορισμοί και διευκρίνιση προέλευσης κάποιου από τον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας, αλλά όχι βεβαίως ως εθνοτικοί προσδιορισμοί. Εξ άλλου και γραμματικά αν εξετάσουμε την έκφραση, το «Έλληνες» είναι το ουσιαστικό (ο εθνοτικός προσδιορισμός) και το «Μακεδόνες», «Νησιώτες», «Πελοποννήσιοι» κλπ είναι επιθετικοί προσδιορισμοί, οι οποίοι προσδιορίζουν απλώς την γεωγραφική προέλευση.
Έρχομαι τώρα σε ένα σημαντικό ζήτημα, μια βασική παράμετρο και πτυχή του προβλήματος, στην ύπαρξη ενός σλαβογενούς ιδιώματος σε περιοχές της κεντρ. και δυτ. Μακεδονίας το οποίο χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν, αλλά χρησιμοποιείται και στο παρόν ως δικαιολογία και όχημα διεκδικήσεων επί της Μακεδονίας, σερβικών και βουλγαρικών παλαιότερα, σκοπιανών σήμερα. Η εμφάνιση αυτού του ιδιώματος (που δεν χρειάστηκε ποτέ γραφή) ανιχνεύεται γύρω στα τέλη του 18ο αιώνα  και η δημιουργία του είχε καθαρά χρηστικούς και πρακτικούς λόγους. Τα χρόνια εκείνα η Μακεδονία ήταν ένα πολύχρωμο φυλετικό, γλωσσικό και θρησκευτικό μωσαϊκό. Έπρεπε επομένως να υπάρξει ένας τρόπος συνεννόησης μεταξύ τους για τις ανάγκες της καθημερινής συμβίωσης. Βαθμιαία λοιπόν εμφανίσθηκε αυτό το ιδίωμα, που φαίνεται ότι εξυπηρετούσε άριστα τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε ή σωστότερα, προέκυψε. Είχε ως βάση μια δυτική βουλγαρική διάλεκτο, όπως αποδείχθηκε από τις γλωσσολογικές έρευνες και στον κορμό αυτόν προστέθηκαν ένα πλήθος από ελληνικές, τούρκικες, βλάχικες, αλβανικές κλπ λέξεις. Γενικώς, η πλειοψηφία των γλωσσολόγων συμφωνεί ότι παρουσιάζει περισσότερες, μορφολογικές κυρίως, οµοιότητες µε την βουλγαρική και λιγότερες, φωνολογικές κυρίως, µε την σερβική.
Θα πρέπει όμως να ξεκαθαρίσουμε και να τονίζουμε διαρκώς ότι το ιδίωμα των Ελλήνων γηγενών της Μακεδονίας δεν έχει καμία σχέση με την επίσημη, δήθεν «μακεδονική» γλώσσα του Σκοπιανού κράτους (που κατασκευάστηκε το 1944-45).

Εθνολογική σύσταση των Σκοπίων
Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές ("Census of Population, Households and Dwellings in the Republic of Macedonia, 2002 – Book XIII, Skopje, 2005" - State Statistical Office of the Republic of Macedonia), ο πληθυσμός της χώρας με βάση την απογραφή του 2002 (η προγραμματισμένη απογραφή του 2011 ματαιώθηκε) ήταν περίπου 2.000.000 και η εθνοτική του σύσταση: «Μακεδόνες» 64%, Αλβανοί 25%, Τούρκοι 4%, Ρομά 3%, Σέρβοι 2% Βλάχοι 0.5% Άλλοι 1.5%.
Οι αριθμοί αυτοί είναι προφανές ότι δεν απεικονίζουν την πραγματικότητα, διότι οι Σέρβοι είναι τουλάχιστον 10%, οι Έλληνες επίσης 10%, Τούρκοι, Τσιγγάνοι και «Άλλοι» γύρω στο 10% και οι Αλβανοί γύρω στο 30%. Από το υπόλοιπο 40% ένα ποσοστό 20-25% είναι βουλγαρικής συνείδησης (περίπου 200.000 άτομα έχουν ζητήσει μέχρι στιγμής αλλαγή της υπηκοότητας, με αίτημα προς την βουλγαρική πρεσβεία στα Σκόπια για χορήγηση βουλγαρικού διαβατηρίου, μεταξύ των οποίων και ο τέως πρωθυπουργός Λιούπτσο Γκεοργκίεφσκι!) και απομένει ένα 15-20% που πιστεύουν πως είναι «μακεδόνες» (οπαδοί και στελέχη του αμερικανοπροωθούμενου καθεστώτος Γκρούεφσκι και νέοι που τα τελευταία 20-25 χρόνια υφίστανται πλύση εγκεφάλου από το νηπιαγωγείο μέχρι το πανεπιστήμιο), οι οποίοι το ίδιο εύκολα μπορούν αργότερα να δηλώσουν Σέρβοι, Βούλγαροι ή ακόμα και Έλληνες.

Ο αλβανικός παράγων
Η ανακήρυξη της «Δημοκρατίας της Ιλλυρίδας» στις 18 Σεπτεμβρίου 2014 στην  πλατεία Σκερντέμπεη των Σκοπίων από τον τοπικό δήμαρχο Νεβζάτ Χαλίλι υπήρξε η αρχή της επισημοποίησης των αλβανικών διεκδικήσεων.
Όπως προκύπτει από την ανάλυση των δεδομένων και της σημερινής πραγματικότητας, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί πρόσφατα, το σκοπιανό κατασκεύασμα αντιμετωπίζει δύο ενδεχόμενα:
1.       Να εξαναγκαστούν οι Σλάβοι των Σκοπίων να ικανοποιήσουν σταδιακά τα βασικά αιτήματα των αλβανικής καταγωγής κατοίκων της χώρας οι οποίοι απαιτούν να αναγνωρισθούν ως ισότιμη εθνότητα της χώρας, δηλ. αναγνώριση της αλβανικής ως επίσημης γλώσσας του κράτους παράλληλα με την σκοπιανή, διδασκαλία της στα σχολεία, ίδρυση αλβανόφωνου Πανεπιστημίου, ισοτιμία στην επιλογή των ανωτάτων στελεχών στρατού, αστυνομίας, δημόσιας διοίκησης, κρατικών Οργανισμών κλπ και κυρίως εναλλαγή στις θέσεις του Προέδρου Δημοκρατίας και Πρωθυπουργού (Αλβανός-Σλάβος και Σλάβος-Αλβανός αντίστοιχα). Αυτό συνεπάγεται ουσιαστικά στην κατάργηση της σημερινής κρατικής υπόστασης της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» και την επανίδρυσή της με την μορφή Ομοσπονδίας, με άγνωστη ονομασία. Και τούτο διότι το νέο κράτος ως συνισταμένη μεταξύ της αλβανικής «Δημοκρατίας της Ιλλυρίδος» και της «Σλαβικής Δημοκρατίας» του υπόλοιπου τμήματος των Σκοπίων εκ των πραγμάτων δεν θα μπορεί να εξακολουθεί να ονομάζεται «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Μια πιθανή ονομασία είναι «Κεντροβαλκανική Ομοσπονδία».
2.      Στην περίπτωση που οι Σλάβοι των Σκοπίων απορρίψουν τα παραπάνω θα υπάρξουν βίαιες αντιδράσεις εκ μέρους των Αλβανών, οι οποίες πιθανότατα θα οδηγήσουν στον διαμελισμό των Σκοπίων. Ποιοι θα διεκδικήσουν μερίδιο; Πρωτίστως οι Αλβανοί, οι οποίοι έχουν την αμέριστη υποστήριξη του Προέδρου Τραμπ. Το τμήμα που θα αποσπάσουν (γύρω στο 25%) είτε θα ενωθεί με το Κόσσοβο, είτε θα παραμείνει ως αυτόνομη περιοχή υπό την υψηλή επικυριαρχία της Αλβανίας. Υπάρχει και η σκέψη το βόρειο κομμάτι να προσαρτηθεί στο Κόσσοβο και το νότιο στο αλβανικό κράτος. Το ανατολικό τμήμα των Σκοπίων θα προσαρτηθεί στην Βουλγαρία (γύρω στο 35%) και οι κάτοικοι θα ανακτήσουν έτσι την παλιά εθνοτική τους υπόσταση. Είναι περισσότερο από βέβαιον ότι οι Σέρβοι δεν θα παραμείνουν αμέτοχοι στην διανομή των εδαφών (για πολλούς λόγους) και θα διεκδικήσουν ειδικότερα το βόρειο τμήμα των Σκοπίων (περίπου 20-25%) όπου κατοικούν σερβικοί πληθυσμοί. Η Ελλάδα έχει όλα τα νόμιμα δικαιώματα να διεκδικήσει την πεδιάδα της Πελαγονίας (περιοχή Μοναστηρίου-Βιτώλια) και την περιοχή Γευγελής-Δοϊράνης, δηλ. τα εδάφη (20-15%) νοτίως της νοητής γραμμής Αχρίδα-Περλεπές-Στρώμνιτσα μέχρι τα σημερινά ελληνο-βουλγαρικά σύνορα, λόγω της ύπαρξης ακόμα και σήμερα ελληνικών πληθυσμών. Υπενθυμίζουμε την ομολογία του πρώην Προέδρου των Σκοπίων Κίρο Γκλιγκόρωφ στην τσεχική εφημερίδα Cesky Denik (10 Ιουνίου του 1993) για μειονότητα τουλάχιστον 100.000 Ελλήνων στην περιοχή των Σκοπίων, για την αναγνώριση της οποίας ουδεμία ελληνική κυβέρνηση ενδιαφέρθηκε να διεκδικήσει.


Υπάρχει επίσημη θέση της εξωτερικής μας πολιτικής στο Σκοπιανό σε μεσοπρόθεσμη έστω προοπτική;
Πλην της κατάπτυστης θέσης που καλλιέργησε η τότε ΥΠ. Εξ. Μπακογιάννη και υιοθετήθηκε τελικώς από την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου «…σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό πριν από τη λέξη «Μακεδονία» που θα ισχύει έναντι όλων (erga omnes), για κάθε χρήση, εσωτερική και διεθνή…» με την οποία παραμερίσθηκε η ομόφωνη απόφαση (πλην ΚΚΕ) της σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών της 13ης Απριλίου 1992 που ανέφερε ρητά και κατηγορηματικά ότι: «…στο όνομα του κράτους αυτού δεν θα υπάρχει η λέξη “Μακεδονία”» και χωρίς ποτέ να ενημερωθεί ο ελληνικός λαός πότε και από ποιο κυβερνητικό σχήμα εκχωρήθηκε η ονομασία, η εξωτερική πολιτική κινείται στους ρυθμούς του «Βλέποντας και κάνοντας».
Γενικότερα, χρησιμοποιείται η ανόητη, αφελής και επικίνδυνη αερολογία «Δεν διεκδικούμε τίποτε, αλλά και δεν παραχωρούμε τίποτε»!
Εκείνο που δεν γίνεται αντιληπτό από τους «φωστήρες» της εξωτερικής πολιτικής είναι ότι πάντοτε το βασικό Δόγμα Διεθνών Σχέσεων και τηςreal politik ήταν το «Διεκδικείς για να μη σου διεκδικούν» και του οποίου πιστός εφαρμογέας υπήρξε η Τουρκία. Εάν είχαμε θέσει ζητήματα, όπως το προαναφερθέν της αναγνώρισης ελληνικής μειονότητας στα Σκόπια, της ψευδο-αλυτρωτικής προπαγάνδας περί μεγάλης «Μακεδονίας» κλπ είναι βέβαιο ότι δεν θα είχαμε εγκλωβιστεί στην συζήτηση για την ονομασία. Το ίδιο ισχύει για τις διεκδικήσεις μας σε σχέση με τα προβλήματα της ελληνικής μειονότητας στην Β. Ήπειρο, την απαίτηση να εκδοθούν στην Ελλάδα οι εγκληματίες πολέμου και δωσίλογοι Τσάμηδες στην δεκαετία του 1950 κλπ, κλπ.
Κλείνω με τα λόγια του κορυφαίου εκείνου Μακεδόνα πατριώτη, του αδικοχαμένου Ίωνα Δραγούμη, που δολοφονήθηκε τόσο άνανδρα από τους πολιτικούς του αντιπάλους:
«Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε...»

Έδεσσα, 8-3-2018



Δεν υπάρχουν σχόλια: