Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Οι Μακεδόνες αγωνιστές μετά την καταστροφή της Νάουσας (1822)

Στα δεξιά η κα Βίκυ Χατζάρα

Παραλειπόμενα από την επιτυχημένη εκδήλωση παρουσίασης του νέου βιβλίου του εκλεκτού Ναουσαίου λόγιου Μανώλη Βαλσαμίδη "ΨΗΦΙΔΕΣ, 6ος τόμος, ΙΣΤΟΡΙΚΑ" που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017 στην αίθουσα "Βέτλανς" στην Νάουσα. Εκπληκτική για πολλούς λόγους η σπουδαία εισήγηση της κας Β. Χατζάρα, που την ζητήσαμε και είχε την καλοσύνη να μας την στείλει.  
ΔΕΕ

Οι Μακεδόνες αγωνιστές 
μετά την καταστροφή της Νάουσας (1822)

Βικτωρία Χατζάρα, δικηγόρος Αθηνών

Καλησπέρα και από εμένα

Θα ήθελα να ευχαριστήσω από καρδιάς τη μη κερδοσκοπική εταιρία «Αναστάσιος Μιχαήλ ο Λόγιος», για την ευκαιρία που μου δίνεται να συμμετέχω στη σημερινή εκδήλωση.

Θέλω όμως πρώτα και πάνω απ’ όλα να ευχαριστήσω τον κύριο Μανώλη, τον «παππού» μας, για την τεράστια τιμή που μου κάνει να συμπαρουσιάσω τον έκτο τόμο από τις «Ψηφίδες» του, τιμή που δεν περίμενα να μου γίνει. Μπορεί να μην συνυπήρξαμε με τον κύριο Μανώλη στον Πυρσό τον καιρό που είχα την ευκαιρία να συμμετέχω στις διοργανώσεις του, είχε όμως αφήσει παντού το στίγμα του. Μας έμαθε πολλά, πρώτα στη μητέρα μου και μέσα από αυτήν και σε μένα, πράγματα που με βοηθάνε μέχρι και σήμερα στη δουλειά μου, αν και τόσο διαφορετική και αν και τόσα χρόνια μετά. Μας (και μου) έδωσε όμως πάνω απ’ όλα την τόσο σπάνια ευκαιρία να δούμε και έξω από τα όρια της μικρής μας πόλης, να αλληλεπιδράσουμε με ξένους πολιτισμούς και να συνειδητοποιήσουμε πόσο ξεχωριστός και μοναδικός είναι ο δικός μας.



Και αυτή είναι μια κληρονομιά που δύσκολα ξεπερνιέται. Γιατί δεν φτάνει μόνο να αγαπάς αυτό που είναι στο DNA σου. Πρέπει και να βλέπεις και πέρα από αυτό, να μην φοβάσαι να το «μετρήσεις» με άλλα, ακόμα κι αν σου λένε ότι είναι ίσως ανώτερα, για να συνειδητοποιήσεις ότι πρέπει να είσαι περήφανος για αυτά που έχεις ριζωμένα μέσα σου.

Αυτό έρχονται να κάνουν και οι «Ψηφίδες», από μία άλλη ίσως οπτική πλευρά. Γιατί δεν του έφτανε του «παππού» μας να έχει αφήσει μια πολιτιστική παρακαταθήκη, ήθελε να μεγαλώσει την κληρονομιά που αφήνει σε όλους μας, ήθελε να μας δώσει και άλλους ακόμα λόγους να αγαπήσουμε την πατρίδα μας και να νιώσουμε περήφανοι για αυτήν.


Αυτή τη φορά όμως όχι πολιτιστικούς, όχι τετριμμένα κλισέ περί μοναδικότητας της Μπούλας, αλλά απτά, ιστορικά δεδομένα, που έρχονται να πλαισιώσουν, να συμπληρώσουν την εικόνα που έχουμε για τη μοναδικότητα του τόπου μας, και να μας δώσουν επιπλέον λόγους να είμαστε περήφανοι όταν λέμε από πού κρατάει η σκούφια μας – πόσο μάλλον για εμάς που ζούμε μακριά από την πατρίδα. Έρχονται να ενώσουν τις «Ψηφίδες» της πόλης μας και της παρακαταθήκης που κληρονομήσαμε από τη στιγμή που γεννηθήκαμε σε αυτήν.

Δεν θέλω να σας κουράσω με λεπτομέρειες για το βιβλίο, σκοπός άλλωστε δεν είναι να σας πω εγώ τι λέει, αλλά να πω γιατί πρέπει και γιατί αξίζει πραγματικά τον κόπο να το διαβάσετε μόνοι σας.

Γνωρίζοντας και τον κύριο Μανώλη και διαβάζοντας τις ιστορικές του «Ψηφίδες» καταλαβαίνει κανείς ότι είναι αποτέλεσμα κοπιαστικής έρευνας, ότι τα γεγονότα που αναφέρει είναι βγαλμένα από καλά κρυμμένες σελίδες της ιστορίας μας. Σελίδες που ποτέ κανείς δεν μας έμαθε. Σελίδες όμως που, τουλάχιστον στα δικά μας σχολεία έπρεπε να μας μάθουν. Γιατί όλοι μάθαμε κάποτε για τα κατορθώματα των μεγάλων ηρώων, του Κολοκοτρώνη, του Μακρυγιάννη, του Ανδρούτσου. Ποτέ όμως δεν μάθαμε, και αυτό είναι παράλειψη, ότι πίσω από αυτά τα κατορθώματα υπήρχε και ένας Καρατάσος.


Αυτό έρχεται να κάνει με τις ιστορικές του «Ψηφίδες» ο κύριος Μανώλης. Έρχεται να μας μάθει, για άλλη μια φορά, ότι η ιστορική συνεισφορά μας δεν περιορίζεται στο δρώμενο ή στην κλωστοϋφαντουργία, αλλά είναι αναπόσπαστα δεμένη με την ελευθερία της χώρας μας. Ότι ο αγώνας και η θυσία της πόλης δεν περιορίστηκε στο Ολοκαύτωμα που όλοι ξέρουμε και γιορτάζουμε, αλλά συνεχίστηκε και πολύ μετά. Όλοι ξέρουμε, όπως και ακούσαμε μόλις, τις δραματικές συνέπειες και το βαρύ τίμημα που πλήρωσε η πόλη για την επανάστασή της. Τα βιώματα της εποχής αντανακλώνται άλλωστε χαρακτηριστικά και στα τραγούδια που έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα, τραγούδια που μεταφέρονται στις «Ψηφίδες». Μας μεταφέρονται αυτούσια δύο τραγούδια για τον χαλασμό, δύο τραγούδια που έχουν όμως κοινό τόπο. Χαρακτηριστικά και μόνο και στα δύο αυτά υπάρχουν κοινοί στίχοι: 

«Πήραν μανούλες με παιδιά και πεθερές με νύφες
πήραν και μιαν αρχόντισσα και μια κυρά μεγάλη
απ’ το φλουρί δε φαίνονταν κι απ’ το μαργαριτάρι
-    Περπάτα μήλο κόκκινο και ρόιδο μου βαμμένο
Μήνα τα ρούχα σε βαρούν μήνα τα κοντογούνια;
- Μήτε τα ρούχα με βαρούν μήτε τα κοντογούνια
Μον’ με βαρεί το ντέρτι μου που έχω στην καρδιά μου
Μου πήραν τον αντρούλη μου μέσα απ’ την αγκαλιά μου»

Το ότι οι στίχοι αυτοί βρίσκονται και στα δύο τραγούδια που έχουν φτάσει μέχρι εμάς για την καταστροφή της Νάουσας, είναι από μόνο του απόδειξη των δεινών που πέρασε ο ντόπιος πληθυσμός. Γιατί ποια άλλη εξήγηση υπάρχει εκτός από το ότι τα γεγονότα αυτά, οι αρπαγές των γυναικών και ο χωρισμός των οικογενειών, έγιναν στην πραγματικότητα;

Σε κανέναν μας όμως δεν διδάχτηκε, και αυτό έρχονται να κάνουν οι «Ψηφίδες», ότι η επανάσταση της Νάουσας δεν ήταν ένα πυροτέχνημα. Δεν ήταν απλά μία κίνηση αντιπερισπασμού για το καλό της επανάστασης στα νότια. Αλλά πήγαζε από τη γνήσια πίστη των κατοίκων της στην ιδέα της πατρίδας και τη θέλησή τους να ζήσουν ελεύθεροι.

Όπως αναφέρει και ο κύριος Μανώλης, η Νάουσα είχε άλλωστε προνόμια, δεν θεωρήθηκε ποτέ κατακτημένη, δεν είχε τζαμί, δεν είχε τουρκική φρουρά, δεν είχε κάποιο λόγο να επαναστατήσει, εκτός από την εθνική της συνείδηση. Ο πλούτος άλλωστε και τα προνόμια της πόλης μέχρι την επανάστασή της έχουν περάσει στα ίδια τα δημοτικά τραγούδια του χαλασμού που είπαμε: «απ’ το φλουρί δεν φαίνονταν κι απ’ το μαργαριτάρι». Πώς αλλιώς, χωρίς προνόμια θα μπορούσαν να είναι εμφανή τέτοια πλούτη; Προνόμια όμως που χάθηκαν μονομιάς μετά την επανάσταση και το Ολοκαύτωμα, όπως επίσης αναφέρεται στις «Ψηφίδες». Γι’ αυτό ίσως και έπεσε ανάθεμα στους «υπαίτιους», στους υποκινητές της επανάστασης.

Νικόλαος Κασομούλης (1795 – 1872)

Περιγράφεται στις «Ψηφίδες» αναλυτικά η κάθοδος του Νικόλα Κασομούλη στο Νότο μετά την καταστροφή, ενός εμπόρου με καταγωγή από το Πισοδέρι, που από το 1820 είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, και που είχε αναλάβει την οργάνωση της επανάστασης στις περιοχές του Ολύμπου και της Νάουσας. Στην περιγραφή αυτή χαρακτηριστικά περιγράφεται πώς, μετά την άφιξή του στην Κοζάνη, άκουγε τους ντόπιους να λένε ότι «κατέστρεψε τον τόπο», ενώ αργότερα ακόμα και τοπικοί άρχοντες τον κατηγορούσαν ότι πήρε τον κόσμο στο λαιμό του. Το λαϊκό αυτό ανάθεμα άλλωστε, φαίνεται να πέρασε στο λαϊκό υποσυνείδητο, αφού σε ένα από τα τραγούδια για τον χαλασμό οι στίχοι αναφέρουν χαρακτηριστικά:

«Ανάθεμα στους αίτιους και στους Μωραϊτάδες,
που σήκωσαν επανάσταση που σήκωσαν κεφάλι
που χάλασαν το Αϊβαλί, που χάλασαν τη Χίο,
που χάλασαν τη Νιάουστα που ‘ταν κεφαλοχώρι»

Και μετά όμως την καταστροφή η πόλη συνέχισε να προσφέρει στον κοινό αγώνα, κάτι που δεν αναφέρεται σε κανένα σχολικό βιβλίο, και ομολογώ ότι χωρίς τις «Ψηφίδες» το πιο πιθανό είναι να μην μάθαινα ποτέ.

Αγγελής Γάτσος ( 1771 - 1839 ), ο υπερήφανος 
σλαβόφωνος Μακεδόνας Έλληνας αγωνιστής

Ποιος από εμάς ήξερε ότι οι Μακεδόνες με αρχηγό τον Τάσο Καρατάσο και τον Αγγελή Γάτσο, κατέβηκαν στο Μεσολόγγι και συμμετείχαν στη μάχη των Δερβενακίων; Ποιος από εμάς ήξερε ότι το 1823 ο Καρατάσος αναγορεύθηκε στρατηγός Καρύστου;

Οι «Ψηφίδες» έρχονται να συμπληρώσουν, χάρη στην έρευνα του κυρίου Μανώλη, το μωσαϊκό της ελληνικής επανάστασης. Ρίχνουν φως σε πλευρές της που ποτέ δεν προβλήθηκαν ισάξια με άλλες – ίσως γιατί δεν έχουν να δείξουν περίτρανα επιτεύγματα; Ίσως γιατί δεν δημιουργούν ένα μύθο ηρώων γύρω από τους πρωταγωνιστές τους; Κανείς δεν ξέρει.

Αν όμως τα γεγονότα που περιγράφονται στις «Ψηφίδες» τα δει κανείς στο γενικότερο πλαίσιο, τότε είναι εμφανής η συνεισφορά των Ναουσαίων, των Μακεδόνων αγωνιστών, στον εθνικό αγώνα για απελευθέρωση. Ήδη από την έναρξη της επανάστασης, πριν ακόμη επαναστατήσει η Νάουσα, φαίνεται η δεινή στρατηγική ικανότητα των αρχηγών της. 

Δεν έφτανε στους αρχηγούς της να εφοδιαστούν με τα απαραίτητα πολεμοφόδια, αλλά έπρεπε και η κήρυξη της επανάστασης να γίνει και συμβολικά και με τρόπο που να συνεισφέρει στο αποτέλεσμα που επεδίωκαν. Για το λόγο αυτό, όπως περιγράφεται στις «Ψηφίδες», ζήτησαν από τον Κασομούλη και τα Ψαριανά πλοία που μετέφεραν τα εφόδια μέχρι τις ακτές της Πιερίας να βομβαρδίσουν για αντιπερισπασμό το λιμάνι της ίδιας της Θεσσαλονίκης, όπως και γίνεται.

Περιγράφονται ακόμη αναλυτικά στο βιβλίο οι ενέργειες που έκανε ο Καρατάσος με τους αγωνιστές του με προπύργιο τη Σκιάθο όπου είχαν καταφύγει, αλλά και η στρατηγική του ματιά να κρατήσει ελληνικά μέρη κρίσιμα για τον συνολικό αγώνα, ακόμα και μετά την απώλεια της πόλης μας.


Περιγράφει για το 1823 ο κύριος Μανώλης ότι ο Καρατάσος, βλέποντας τις κινήσεις των Τούρκων στη Μαγνησία, επιχειρεί και, μαζί με τον Γάτσο, κρατάει το Τρίκερι, περιοχή στη μύτη ακριβώς του Πηλίου, αποκλείοντας έτσι θαλάσσιες οδούς κρίσιμες για το σχεδιασμό των αντιπάλων.

Η αποτελεσματικότητα άλλωστε του Καρατάσου και των παλικαριών του, δεν αναγνωρίστηκε μόνο από τους αρχηγούς της επανάστασης, αλλά και από τους εχθρούς, παρά την αριθμητική τους υπεροχή.



Για το λόγο αυτό άλλωστε και του πρότεινε ο Κιουταχής συνθηκολόγηση, με όρους μάλιστα ιδιαιτέρως ευνοϊκούς, μεταξύ των οποίων, όπως χαρακτηριστικά περιγράφεται στο σχετικό κεφάλαιο των «Ψηφίδων», να αποσυρθούν τα τουρκικά στρατεύματα από τη Μαγνησία, να διαπεραιωθούν ανεμπόδιστοι οι Μακεδόνες αγωνιστές πίσω στη Σκιάθο, να ορισθεί αρματολός της Εύβοιας ο ίδιος ο Καρατάσος, να αποδοθούν όμηροι οικογένειες Μακεδόνων που φυλάσσονταν στη Θεσσαλονίκη. Συκοφαντήθηκε για αυτή τη συνθηκολόγηση ο Καρατάσος, με το πρόσχημα ότι δήθεν πήρε ως αντάλλαγμα την οικογένειά του. από πουθενά όμως δεν προκύπτει καμία ιδιοτέλεια, ούτε του ίδιου, ούτε και των υπόλοιπων αγωνιστών του. Σε άλλο σημείο των «Ψηφίδων» γίνεται αναφορά στην τύχη της οικογένειας του γενναίου αρχηγού, 11μελούς οικογένειας, που από τον χαλασμό της Νάουσας γλύτωσαν μόλις 3 μέλη της, ο Καρατάσος και δυο γιοί του. Άλλοι δύο γιοι έπεσαν στη μάχη της Νάουσας, η γυναίκα με τα δύο μικρότερα αγόρια αιχμαλωτίστηκαν, το ένα από αυτά σφάχτηκε μπροστά στα μάτια της, το άλλο χάθηκε. Για άλλα τρία παιδιά του Καρατάσου καμία πληροφορία δεν έχει σωθεί. Η δε γυναίκα του βασανίστηκε και τελικά σκοτώθηκε, με τρόπο που έμεινε στη λαϊκή μας παράδοση: «Τουρκεύεις Καρατάσενα, τουρκεύεις Ζαφειρούλα; Δεν θέλω σκλάβα να γενώ και φερετζέ να βάλω, Ρωμηά εγώ γεννήθηκα, Ρωμηά θε να πεθάνω».

Αντίθετα, από τα γεγονότα που περιγράφονται στα κεφάλαια των «Ψηφίδων», το αίσθημα που επικρατεί είναι αυτό του θαυμασμού. Θαυμασμού για τους ανθρώπους που, παρόλο που είδαν τον κόσμο τους να διαλύεται, παρόλο που έμειναν χωρίς σπίτι, χωρίς οικογένεια, χωρίς πατρίδα, συνέχισαν να πολεμούν για τα ιδανικά τους, χωρίς να ζητούνε κανένα αντάλλαγμα. Και, εκείνο τον καιρό χωρίς καμία βοήθεια.

Είναι χαρακτηριστική η επιστολή του Καρατάσου προς την κεντρική επαναστατική Κυβέρνηση, που υπάρχει αυτούσια στις «Ψηφίδες», του Ιουλίου 1823, στην οποία, αφού γίνεται αναφορά στις επιτυχίες στο Τρίκερι, περιγράφονται οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι αγωνιστές με την έλλειψη νερού και πολεμοφοδίων. Θα μου επιτρέψετε να σας διαβάσω ένα μέρος μόνο αυτής. Γράφει λοιπόν ο Καρατάσος: «Με μεγάλον μου κακοφανισμόν, και αγανάκτησιν σας γράφω δια την μεγάλην αδιαφορίαν όπου η Πελοπόννησος καμνει, και δεν εβγάνει έξω στρατεύματα εις τας άθλιας επαρχίας της Θετταλίας, αίτινες έγιναν θύμα δι’ αυτήν και μόνην, και αυτή αδιαφορεί τώρα μήνας τέσσαρας. Ακούονται στρατεύματα εξερχόμενα εις τα έξω, και έως τώρα τίποτες δεν φαίνεται. Αγνοώ όμως αν έχη σκοπόν να αφανισθώμεν όλοι οι έξω, και να σωθή αυτή μόνη. Και τούτο είναι απίθανον. Επειδή σιμά όπου δεν ημπορεί να τ’ απολαύση, είναι και πολλά εναντίον εις την πίστην μας, και εις την ανθρωπότητα. Πλην οι αίτιοι ας δώσουν απολογίαν εις τον Θεόν, και εν τω νυν αιώνι, και εν τω μέλλοντι».

Επιστολή δε με ημερομηνία μεταγενέστερη εγγράφου της κεντρικής Κυβέρνησης, στο οποίο είχαν δοθεί διαβεβαιώσεις για την αποστολή βοήθειας προς τους αγωνιστές της Μαγνησίας.

Η επιστολή που είπαμε του Καρατάσου, εκτός από το πνεύμα προσφοράς στον κοινό αγώνα, φανερώνει και την ανιδιοτέλεια των Μακεδόνων αγωνιστών. Οι Μακεδόνες πολεμούν το 1823 στη Μαγνησία, θέλοντας να ανακοψουν την ορμή των τουρκικών στρατευμάτων, περιμένουν δε συνδρομή από την επαναστατική κυβέρνηση, προφανώς, όπως φαίνεται από τα γραφόμενα του στρατηγού, χωρίς να ξέρουν ότι την ίδια στιγμή στην Πελοπόννησο προετοιμαζόταν εμφύλιος πόλεμος για την εξουσία. Το φθινόπωρο του 1823 ξεσπάει εμφύλιος μεταξύ των Φιλικών και των Κοτζαμπάσηδων, με μοναδικό αντικείμενο την ηγεσία της επανάστασης.

Επανάσταση όμως που, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στις «Ψηφίδες», θα είχε καταπνιγεί ήδη από το 1823, αν δεν υπήρχαν οι δυνάμεις των Μακεδόνων αγωνιστών στις Σποράδες και στη Μαγνησία. Γίνεται χαρακτηριστικά αναφορά στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου σε «απορία» των ιστορικών γιατί οι στρατηγοί του Κιουταχή δεν προχώρησαν, μετά την Ανατολική Θεσσαλία και την Στερεά, και στην Πελοπόννησο. Αν σκεφτεί κανείς τους αριθμούς, αλλά και το κλίμα διχασμού που προφανώς ήδη υπήρχε το καλοκαίρι του 1823 στις ελληνικές τάξεις, είναι σοβαρή η πιθανότητα μια τέτοια κίνηση να έληγε μια και καλή την ελληνική επανάσταση και ο κόσμος να ήταν πολύ διαφορετικός σήμερα. Σταμάτησαν όμως οι τουρκικές δυνάμεις του Κιουταχή γιατί δεν ήθελαν να έχουν στα νώτα τους τις δυνάμεις του Καρατάσου. Και όχι μόνον αυτό.

Καταστροφή Ψαρών (1824)

Οι Μακεδόνες, όπως περιγράφεται αναλυτικά στις «Ψηφίδες», υπερασπίστηκαν οποιοδήποτε μέρος τους ζητήθηκε, από τη Σκιάθο όπου είχαν καταλύσει μετά το Ολοκαύτωμα, όταν τον Οκτώβριο του 1823 ο Χοσρέφ πασάς επιχείρησε – χωρίς επιτυχία – να την καταλάβει με το στόλο του, μέχρι και τα ίδια τα Ψαρά. Αυτή και μόνο η διαπίστωση αρκεί για να αναδειχθεί η συνεισφορά των Ναουσαίων αγωνιστών, οι οποίοι όχι μόνο δεν κέρδισαν κάτι, αλλά και ουδέποτε αναγνωρίστηκαν. 

Αντιθέτως μάλιστα. Η παρουσία των Μακεδόνων αγωνιστών στις Σποράδες έχει περάσει στην ελληνική λογοτεχνία και, έτσι, στο λαϊκό υποσυνείδητο, ως παρουσία φτωχών κοινών κλεφτών και πειρατών. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού, που παραθέτει ο κύριος Μανώλης στις «Ψηφίδες» είναι από την πασίγνωστη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη που διαδραματίζεται στη Σκιάθο της εποχής εκείνης. Εκεί οι αγωνιστές του Καρατάσου και του Γάτσου που είχαν καταλύσει στο νησί περιγράφονται ως κοινοί κλέφτες, χωρίς κανένα άλλο έσοδο, με μοναδική ενασχόληση το πλιάτσικο σε βάρος τουρκικών αλλά και χριστιανικών πλοίων. Κλέφτες που κυνηγούσαν μάλιστα γυναίκες από τον ντόπιο πληθυσμό.


Πένητες όμως αγωνιστές, με μοναδική τους πυξίδα την ελευθερία. Αναφέρει ο κύριος Μανώλης ότι τα τελευταία λόγια του Γέρου Καρατάσου στο γιο του ήταν εντολή, να μην ησυχάσει μέχρι να ελευθερωθεί η Μακεδονία.


Δημήτριος ή Τσάμης Καρατάσος 
(1798 - 1861)

Και αναφέρει, ακόμα πιο θαυμαστά, ότι η φλόγα αυτή όχι μόνο δεν έσβησε με το Γέρο, αλλά πέρασε και στον γιο του, τον Τσάμη Καρατάσο, που όργωσε τα Βαλκάνια με σκοπό να πετύχει την εντολή του πατέρα του. Το 1861, μόλις πριν πεθάνει, βρίσκεται μάλιστα στη Σερβία, προτείνοντας στον τότε ηγεμόνα, Μιχαήλ Ομπρένοβιτς, τη δημιουργία κοινού μετώπου των βαλκανικών χωρών εναντίον της Τουρκίας. Πού να ήξερε ότι το όραμα που είχε θα γινόταν τελικά πραγματικότητα μετά από μισό αιώνα! Και θα ήταν αυτό που θα οδηγούσε τελικά στην απελευθέρωση της πατρίδας του.

Δεν θέλω να σας κουράσω άλλο με περισσότερες λεπτομέρειες. Από τα γεγονότα που με τόση επιμέλεια και κόπο συνέλεξε και μας μεταφέρει ο κύριος Μανώλης στις ιστορικές «Ψηφίδες» του βγαίνουν δύο συναισθήματα: θαυμασμός και αδικία. Θαυμασμός για τους ανθρώπους εκείνους, τους προγόνους μας, που δεν σκέφτηκαν τη βολή τους, δεν σκέφτηκαν ότι ο αγώνας δεν τους αφορά, και με μόνο κριτήριο την πίστη στην εθνική ιδέα πάλεψαν ακόμα και όταν χάθηκαν όλα και συνέχισαν να παλεύουν μέχρι το τέλος. Και αδικία γιατί η μεγάλη συνδρομή τους στον κοινό σκοπό μέχρι και σήμερα δεν έχει αναγνωρισθεί. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν αναφέρομαι σε επιστημονικές, λεπτομερείς μελέτες για τους αγώνες του 1821.

Αναφέρομαι στην κοινή γνώση που μπορεί να ξέρει για τον γενναίο Κολοκοτρώνη, για τον Μακρυγιάννη, τον Ανδρούτσο, για το Μεσολόγγι, το Σούλι, τη Γραβιά, αλλά δεν έχει μάθει ποτέ για τον Καρατάσο, τον Γάτσο, τον Ζαφειράκη, τη Νάουσα. Δεν έχει μάθει ποτέ ότι σε ένα σημείο και αυτοί έκαναν δυνατό αυτό που έχουμε σήμερα. Και αντάλλαγμα της θυσίας είναι ένας τάφος κάπου στη Ναύπακτο, με ένα σιδερένιο σταυρό και χωρίς όνομα, την ίδια στιγμή που στήνονται μνημεία με πολύ μικρότερες αφορμές. Είναι σχεδόν λυπηρό που η μόνη αναγνώριση μπορεί να βρεθεί μόνο στο εξωτερικό, στον τάφο του Τσάμη Καρατάσου, όπου αναγράφεται στα σερβικά: «Ταξιδιώτη όταν περάσεις απ’ αυτόν τον τόπο τον τάφο αυτό προσκύνησε γιατί εδώ βρίσκεται ήρωας, ήρωας μεγάλης μάχης και ιερής, στην οποία κάθε ευτυχία της Ελλάδας έχει θεμελιωθεί»...

Με συνάρπαζε πάντα η ιστορία. Και όχι μόνο τα στεγνά γεγονότα, αλλά και οι άνθρωποι πίσω από αυτά, γιατί τελικά οι άνθρωποι τη γράφουν.


Πώς, για παράδειγμα η μαθητεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στις παρυφές της πόλης μας οδήγησε τελικά στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού μέχρι την άκρη του κόσμου. Η ιστορία όμως του αγώνα για την απελευθέρωση είχε πάντα για μένα ένα κενό. Ένα κενό για τα πρόσωπα, για τα πραγματικά γεγονότα, για τη συνέχειά τους. Και αυτό το κενό έρχεται, για μεγάλη μας τύχη, να καλύψει με την έρευνά του ο κύριος Μανώλης και οι «Ψηφίδες» του. Γιατί από αυτές μαθαίνουμε ότι όχι μόνο επαναστατήσαμε πιστεύοντας στην ιδέα της ελευθερίας, αλλά ότι συνεχίσαμε να πιστεύουμε και να αγωνιζόμαστε για αυτήν. Ότι ναι, και σε εμάς οφείλεται η επιτυχία του εγχειρήματος.

Δεν είναι η θέση μου και σε καμία περίπτωση δεν θέλω να κάνω υποδείξεις. Αλλά πιστεύω ακράδαντα ότι οι ιστορικές «Ψηφίδες» μπορούν και πρέπει να γίνουν το έναυσμα μιας συνολικής προσπάθειας για επίσημη και συστηματική καταγραφή των τότε γεγονότων. Ήδη είμαστε πολύ μακριά από αυτά, ποτέ όμως δεν είναι αργά. Δεν αρκεί μία προτομή, ούτε μία Κυριακή το χρόνο για να τιμηθούν αρκετά οι ήρωες της πόλης. Τα γεγονότα που περιγράφονται στις ιστορικές «Ψηφίδες», το πνεύμα και η προσωπικότητα των ηρώων μας μπορούν και πρέπει να γίνουν κοινή γνώση της πόλης. Μπορούν και πρέπει να περάσουν στις επόμενες γενιές. Προσωπικά, κύριε Μανώλη, ευχαριστώ πολύ που μου δώσατε το κίνητρο και την αφετηρία για να τα μάθω καλύτερα.

Σας ευχαριστώ.   




Δεν υπάρχουν σχόλια: