Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Τα επίθετα αποκαλύπτουν…


Τα επίθετα αποκαλύπτουν…
Τι σημαίνει τσίπρα, λαφαζανιά, μπαλαφάρα κλπ;

Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Στην αρχαιότητα κάθε μέλος μιας κοινότητας αναγνωριζόταν από τους υπόλοιπους από το όνομά του (το προσωπωνύμιο) που συνήθως συνοδευόταν και από το όνομα του πατέρα. Λίγο αργότερα, με την αύξηση του αριθμού των ατόμων στις κοινωνίες που εξελίχθηκαν σε «άστεα» και του πολλαπλασιασμού των μετακινήσεων μεταξύ τους ατόμων, εμπορευμάτων, πολιτιστικών αγαθών κλπ κρίθηκε απαραίτητη και η προσθήκη του τόπου καταγωγής ή του «Δήμου» ή της «Φυλής» που ανήκε. Έτσι ο σπουδαίος ιστορικός της αρχαιότητας ήταν γνωστός ως Θουκυδίδης Ολόρου Αλιμούντιος, ενώ ο μεγάλος πολιτικός της Αθήνας του «Χρυσού Αιώνα» ως Περικλής Ξανθίππου Χολαργεύς. Σε διάσημα πρόσωπα συνήθως πρόσθεταν μετά το όνομα και το γένος τους π.χ. ο Αγαμέμνων και ο αδελφός του Μενέλαος ονομάζονταν Ατρείδες από το όνομα του πατέρα τους Ατρέα, ο οποίος υπήρξε και ο γενάρχης του καταραμένου κατά την μυθολογία γένους των Ατρειδών.
Στους βυζαντινούς χρόνους άρχισε η χρήση επωνύμων (επί+όνομα), κοινώς επίθετα (αρχικά γενικότερος όρος από το επώνυμο), δηλ. ένας προσδιορισμός που προστίθεται στο όνομα ενός προσώπου για να το εξατομικεύσει. Στους μεσοβυζαντινούς και ύστερους βυζαντινούς χρόνους χρησιμοποιήθηκαν για τα επιφανή πρόσωπα, αυτοκράτορες, στρατηγούς, ναυάρχους, αυλικούς κλπ όπως Νικηφόρος Φωκάς, Ιωάννης Τσιμισκής, Ρωμανός Λεκαπηνός, Ιωάννης Κουρκούας, Νικηφόρος Ουρανός, Μιχαήλ Λαχανοδράκων, Ιωάννης Βατάτζης, Θεόδωρος Λάσκαρης, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ενώ παράλληλα διαδόθηκε και στις λαϊκές τάξεις.
Η παραγωγή των επωνύμων προερχόταν από επίθετα που είχαν αποκτηθεί λόγω τόπου καταγωγής, επαγγελματικής ενασχόλησης, ιδιότητας (π.χ. Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος) ή από παρωνύμια (παρατσούκλια), όπως Καλαμαράς, Καλόγνωμος, Καλαφάτης, Μουρμούρης, Σγουρός κλπ.
Στους νεώτερους χρόνους λίγο-πολύ επικράτησε η ίδια μέθοδος σχηματισμού επιθέτων με την προσθήκη και αρκετών ξένων που εξελληνίσθηκαν (Πρίντεζης, Φραντζέσκος, Μπατίστας, Δονάτος, Τζανέτος κλπ) με τα υποκοριστικά τους όπως αυτά διαμορφώθηκαν κατά τόπους π.χ. –άτος στην Κεφαλονιά, -άκης στην Κρήτη, -έλλης στην Λέσβο, -όπουλος στην Πελοπόννησο κλπ.
Εκείνο που θέλουμε να επισημάνουμε μετά από την παραπάνω αναγκαία εισαγωγή είναι το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν τα επίθετα που έχουν προέλθει από παρατσούκλια, ελληνικά ή ξένα, και τα οποία αποκαλύπτουν πολλά για τον χαρακτήρα ή την ποιότητα του ατόμου που το έχει, χωρίς βεβαίως να είναι απόλυτος κανόνας.
Έτσι, ασφαλώς δεν είναι συμπτωματικό ότι ο διαβόητος κακοποιός και δραπέτης είχε το επίθετο Παλιοκώστας. 
Ας εξετάσουμε λοιπόν τα επίθετα κάποιων «αστέρων» της πολιτικής:

Τσίπρας Αλέξης

Η ετυμολογική προέλευση της λέξης “τσίπρα” έχει, κατά την ισχυρότερη εκδοχή, Τούρκικη προέλευση. Παράγεται από το ουσιαστικό της τουρκικής γλώσσας “çiplak” (πρφ: τσιπλάκ), που σημαίνει “γυμνός”, “ αυτός που δεν έχει ρούχα”, ο “φτωχός”. Στη Νέα Ελληνική χρησιμοποιείται το επίθετο τσιπλάκης -ισσα, -ικο και δηλώνει 1. αυτόν που είναι απόλυτα φτωχός, 2. (μτφ) αυτός που ζει υπό συνθήκες απόλυτης ανέχειας, ΣΥΝ. Φτωχός, κακομοίρης, ξεβράκωτος (από το Λεξικό Μπαμπινιώτη). Με την παραπάνω ερμηνεία ταυτίζεται και το ετυμολογικό λεξικό του Ανδριώτη, στο οποίο καταγράφεται, επιπρόσθετα, και το λήμμα “τσιρτσιπλάκης” (: ολόγυμνος) < çιr(il)-çiplak.
(Σύμφωνα με τον Θεόδωρο Πάγκαλο, όπως  έγραψε στον προσωπικό του λογαριασμό στο Twitter, «τσίπρα» στα ηπειρώτικα λέγονται τα κατακάθια, οι φλούδες, τα κουκούτσια και οι κοτσάνες).

Λαφαζάνης Παναγιώτης

Το επίθετο του Λαφαζάνη είναι ακόμη πιο χαρακτηριστικό: λαφαζάνης < τουρκική lafazan < περσική. Ουσιαστικό λαφαζάνης αρσενικό (ιδιωματικό) πολυλογάς, φαφλατάς, που (συνήθως) λέει ψέμματα και για την ακρίβεια κάποιος που παρουσιάζει εξωπραγματικά γεγονότα ως αληθινά. 
Συγγενικές λέξεις: λαφαζανιά=ψέμμα, κοροϊδία, απάτη.


Μπαλάφας Γιάννης

Στις εθνικές εκλογές στις 25 Γενάρη 2015 εξελέγη βουλευτής στην Β΄ Περιφέρεια Αθήνας και στην συνέχεια εκλέχθηκε, από την Ολομέλεια της Βουλής, Β΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής.
μπαλαφάρα: Προέρχεται από τον κόσμο του λαϊκού θεάτρου κι ετυμολογείται από τον Μπαλαφάρα, έναν μπουλουξή. Επίσης συναντάται και σαν «μπαλάφα», «μπαλαφαρία». Στο θέατρο και τον κινηματογράφο είναι μια κωμωδία καταστάσεων όπου κυριαρχούν η υπερβολή, το χοντροκομμένο χιούμορ (συχνές αναφορές σ’ αχαμνά, βυζιά, κώλους και όλες τις λειτουργίες τους με έμφαση στα ηχητικά εφέ), η φωνακλάδικη αθυροστομία, οι έντονες κινήσεις (οι ηθοποιοί είναι υπερδραστήριοι επί της σκηνής), η ακατάσχετη πολυλογία που εκφέρεται ταχύτατα και γενικά κάθε είδους χοντράδα (μέχρι τη χυδαιότητα) με σκοπό την εύκολη πρόκληση γέλιου (ενίοτε, σαν είδος κωμωδίας, δεν είναι τόσο αθώο όσο δείχνει και είναι μόνο επιφανειακά ελαφρύ· απαιτεί δε από τη μεριά του ηθοποιού που συνήθως αυτοσχεδιάζει, μεγάλο ταλέντο και σωματική αντοχή).
Μπαλαφάρα επομένως = μπαρούφα, μπούρδα, σαχλαμάρα, αρλούμπα και «Μπαλάφας», ο εκφέρων μπαλαφάρες αυτός που τον χαρακτηρίζει η κιτσάτη χοντροκοπιά, η μπαρούφα, η μπούρδα, η σαχλαμάρα, η αρλούμπα, η μούφα.


Βαλαβάνη Νάντια

Υπουργός της κυβέρνησης Συριζανέλ, πρωταγωνίστρια του ποινικά κολάσιμου σκανδάλου με την ανάληψη της 85χρονης μητέρας της, ποσού 200.000 ευρώ, λίγες ώρες πριν επιβληθούν με την υπογραφή του Υπουργού των Οικονομικών τα Capital Controls. Balaban είναι διαδεδομένο επίθετο και στο εξωτερικό και προέρχεται από μια τούρκικη λέξη που σημαίνει εύσωμος, χοντρός και μεταφορικά αυτός/αυτή που κάνει χοντράδες, χοντροκοπιές.


Στρατούλης Δημήτρης 
Ένας από τους 3 καλοβολεμένους συνδικαλησταράδες της περιβόητης ΟΤΟΕ.
(Οι άλλοι δύο είναι ο απίθανος βολευτής Καστοριάς Βαγγέλης Διαμαντόπουλος με τις φαιδρές αναφορές του σε …γουναράδικα και ο βολευτής Ηλείας Μάκης Μπαλαούρας, του ...Μπρεστ-Λιτόφσκ!).
Μια από τις πιο κωμικές, αλλά και υστερικές φιγούρες του Θιάσου Σύριζα. Υπουργός (!) Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Το επίθετό του σημαίνει «ο μικρός Στράτος». Τα υποκοριστικά με την κατάληξη –ούλης έχουν συνήθως υποτιμητική σημασία π.χ. αγαθούλης, ασχημούλης, εαυτούλης, καημενούλης, κακομοιρούλης, κοντούλης, χαζούλης, χοντρούλης κλπ και αναφέρονται με μια χροιά οίκτου, συμπάθειας για κάποιον προβληματικό, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον εν λόγω.


Μπαλαούρας Μάκης (Γεράσιμος)

Χαρακτηριστικό δείγμα βολεμένου συριζαίου νεοαριστερού της «γενιάς του πολυτεχνείου», που εξαργύρωσαν τις «αγωνιστικές» τους δάφνες και κατέστρεψαν την χώρα. Οικονομολόγος και συνδικαλιστής της ΟΤΟΕ. Εκλέχθηκε για πρώτη φορά στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015 στο Νομό Ηλείας. Ιδρυτικό μέλος του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ και του «Δικτύου Υποστήριξης Μεταναστών».
Όπως σχολιάστηκε στις εφημερίδες:
«…Έναν απίστευτο παραλληλισμό έκανε ο βουλευτής Ηλείας του ΣΥΡΙΖΑ, Μάκης Μπαλαούρας, στην εκπομπή «Κοινωνία Ώρα MEGA». Σχετικά με τη συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και δανειστών, ο βουλευτής τη χαρακτήρισε ως «το Μπρεστ-Λιτόφσκ του Τσίπρα», παραπέμποντας στη Ρωσία της Επαμνάστασης των Μπολσεβίκων. Η συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ αποτελεί το σφράγισμα της πρότασης ανακωχής, που έκανε η Ρωσία στη Γερμανία, μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Βλαντιμίρ Λένιν συνθηκολόγησε με τη Γερμανία, το Νοέμβριο του 1917 παραχωρώντας το μισό ευρωπαϊκό έδαφος της Ρωσίας, συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας, των χωρών της Βαλτικής και ένα τέταρτο του πληθυσμού της χώρας. Επίσης, παραχωρήθηκε στους Γερμανούς, ο έλεγχος των περισσότερων από τα ρωσικά ανθρακωρυχεία και οι μισές από τις υπόλοιπες βιομηχανίες…».

Σύμφωνα με τα λεξικά: μπαλαούρο < ιταλική ballauro
1. (ναυτικός όρος): αποθήκη υλικών καταστρώματος και εξαρτισμού πλοίου που βρίσκεται στο πρόστεγο ή την πλώρη.
2. σε πολεμικό πλοίο, από εποχής ιστιοφόρων, χώρος απομόνωσης ή κράτησης.
3. (συνεκδ.) η ποινή του περιορισμού στο αμπάρι του πλοίου

Στην αργκό μπαλαούρας ονομάζεται ένα άτομο με παραβατική συμπεριφορά που συχνά καταλήγει σε κρατητήρια ή στην φυλακή, κάποιος που δημιουργεί προβλήματα και φασαρίες, συνήθως λόγω ψυχιατρικών ή ψυχολογικών αιτίων.


Δρίτσας Θεόδωρος

Έμπορος Φαρμάκων. Ομόρρυθμος εταίρος από το 1972, στο οικογενειακό φαρμακείο στον Πειραιά, σύζυγος της διαβόητης Τασίας Χριστοδουλοπούλου, υπουργού …μετανάστευσης και ο ίδιος επίσης …υπουργός.

(Σκέφτομαι αυτές τις μέρες: Ήταν συμπτωματικό το ότι το ζεύγος Δρίτσα-κεραΤασία ανέλαβαν δυο θέσεις κλειδιά στην διαχείριση του μεταναστευτικού; Έτυχε ο πρώτος Νόμος που πέρασε να είναι για την Ιθαγένεια; Όσο και να αντιπαθώ ψεκασμένους και θεωρίες συνωμοσίας μου φαίνεται ότι εδώ κάτι συμβαίνει. Εάν μάλιστα λάβουμε υπόψη τα τρομακτικά ποσά του τζίρου του κυκλώματος Ναρκωτικά-Μαύρη εργασία-Παραεμπόριο-Πορνεία τότε βγαίνουν κάποια συμπεράσματα...)

ντρίτσα η (ουσιαστικό) [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: ιταλ. λ. drizza = τοματίκι] η δρίτσα, σχοινί ιστίου.Πιθανότατα κάποιος πρόγονός του κατασκεύαζε ή πουλούσε σχοινιά και ειδικά το συγκεκριμένο είδος φτηνού σχοινιού και του «κόλλησαν» το παρατσούκλι «ο ντρίτσας» που εξευγενίστηκε σε «Δρίτσας». 
Μια άλλη εκδοχή είναι να προέρχεται από την έκφραση στην αργκό: «Κάνω ντρίτσα – κάτσα» = δεν ακολουθώ τις οδηγίες, δεν κάθομαι ήσυχα, δεν συμφωνώ ή δεν έχω τη διάθεση να συμφωνήσω σε κάτι, ο μόνιμος αντιρρησίας, αυτός που παλιά ονομάζαμε «πνεύμα αντιλογίας», για να αυτοπροβληθεί και να ξεφύγει από την προσωπική ασημαντότητα.

ΔΕΕ


Δεν υπάρχουν σχόλια: