Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2015

Το παραδοσιακό θέατρο "καμπούκι" της Ιαπωνίας

Το αρχαιότερο θέατρο Καμπούκι στην Ιαπωνία, 
το Μινάμι-ζα στο Κυότο

Το παραδοσιακό θέατρο "καμπούκι" 
της Ιαπωνίας
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης


Το Θέατρο Καμπούκι (歌舞伎) είναι ένα από τα τρία είδη του παραδοσιακού Γιαπωνέζικου θεάτρου [Καμπούκι (Kabuki), Νο (Noh), Κυογκέν (Kyōgen)].
Το Καμπούκι είναι γνωστό για την τυποποίηση (στυλιζάρισμα) του δράματος και για τις πολυτελείς ενδυμασίες των ηθοποιών. Το ιδεόγραμμα του Καμπούκι από τα αριστερά προς τα δεξιά μεταφράζεται σε τραγούδι (歌), χορός (舞), και ικανότητα (伎). Το Καμπούκι μπορεί λοιπόν να μεταφραστεί σαν την τέχνη του τραγουδιού και του χορού. Το Καμπούκι μπορεί επίσης να μεταφραστεί σαν το θέατρο της πρωτοπορίας ή το περίεργο θέατρο. Η έκφραση Καμπούκιμονο (歌舞伎者) αναφέρεται σε άγριες συμμορίες εκκεντρικών νέων των πόλεων που ντυνόταν περίεργα με εκκεντρικές κομμώσεις.
Στην διάρκεια των αιώνων, από την δημιουργία του στις αρχές του 17ου αιώνα μέχρι σήμερα, έχει υποστεί βαθιές αλλαγές και μετατροπές.

1603–1629: Γυναικείο Καμπούκι
Η ιστορία του Καμπούκι ξεκινά το 1603 όταν η Ιζούμο νο Οκούνι, μία μίκο (νέα γυναίκα στην υπηρεσία ενός ναού Σίντο) του Ιζούμο Τάισα ξεκίνησε να χορεύει ένα νέο στυλ δράματος στην κοίτη του ποταμού στο Κυότο. 


 

Η Ιζούμο νο Οκούνι ντυμένη με στολή σαμουράι

Ουσιαστικά το Καμπούκι υπήρξε μια δημοφιλής μορφή λαϊκού θεάτρου και γεννήθηκε με την μορφή παραστάσεων χορού και δράματος από ομάδες ηθοποιών, αποκλειστικά γυναικών αρχικά, οι οποίες ήσαν πρόθυμες να εξασκήσουν το "αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου". Για αυτό το λόγο το Καμπούκι γράφεται και "女歌舞妓" (πόρνη που χορεύει και τραγουδάει), όπως είχε επικρατήσει να αναφέρεται κατά τη διάρκεια της περιόδου Έντο ή περιόδου Τοκουγκάβα (1603 - 1868).
Αυτή η μορφή του γυναικείου καμπούκι, γνωστή ως onna-kabuki, απαγορεύτηκε το 1629 λόγω του έντονου ερωτισμού που απέπνεε και πρόβαλε. Έτσι, στις παραστάσεις kabuki, που είχε πλέον αποκτήσει μεγάλη φήμη, νεαροί άντρες ηθοποιοί αντικατέστησαν τις γυναίκες όταν αυτές απαγορεύτηκε να συμμετέχουν στο θέατρο και υποδύονταν τόσο αντρικούς, όσο και γυναικείους ρόλους (wakashū-kabuki).  Μαζί με αυτήν την αλλαγή επήλθε μία αλλαγή και στη δραματολογία που επιδίωκε να δώσει έμφαση στο φύλο, στην δραματοποίηση των ρόλων, ενώ ο χορός έπεσε σε δεύτερη μοίρα. Οι εκτελέσεις των έργων ήταν εξίσου άσεμνες. Οι ηθοποιοί ήταν αναμεμιγμένοι στην πορνεία. Συχνά καβγάδες ξεσπούσαν για κάποιον νέο ηθοποιό. Οι Σογκούν κατήργησαν τη συμμετοχή νέων ηθοποιών το 1652. Οι ρόλοι παίζονταν στο εξής από ώριμους άντρες ηθοποιούς (野郎歌舞伎 yaro-kabuki=αντρικό Καμπούκι).

1653-1673: Αντρικό Καμπούκι
Από το 1653, όπως προαναφέρθηκε, μόνον ώριμοι άνδρες επιτρεπόταν να εκτελούν παραστάσεις kabuki, το οποίο στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ένα ιδιαίτερα εκλεπτυσμένο και στυλιζαρισμένο είδος θεάτρου. Η μεταμόρφωση αυτή του ύφους οφείλεται εν μέρει και από το κωμικό θέατρο Κυογκέν όπως επιβλήθηκε από τους Σογκούν της εποχής.
Το όνομα γιαρό τελικά εγκαταλείφθηκε, αλλά όλοι οι ρόλοι παιζόταν από άντρες. Οι άντρες ηθοποιοί που ειδικευόταν στους γυναικείους ρόλους ονομαζόταν οναγκάτα ή ογιάμα (女形). Τα επόμενα χρόνια οι οναγκάτα προερχόταν από 3 κυρίως οικογένειες. Δύο βασικοί τύποι ρόλων δημιουργήθηκαν: αραγκότο (σκληρός τύπος) που ξεκίνησε από τον Ιτσικαουα Νταντζουρό (1660–1704) στο Έντο, και γουαγκότο (ελαφρύς τύπος) από τον Σακάτα Τοτζουρό (1647–1709) στις περιοχές του Κυότο και της Οζάκας. Το αραγκότο ήταν πιο ζωηρός τρόπος απόδοσης στην οποία ο ηθοποιός υπερέβαλλε στις κινήσεις του, στα κοστούμια και στη φωνή. Το γουαγκότο ήταν πιο κατάλληλο για τραγικές ρομαντικές ιστορίες και ήταν πιο ρεαλιστικός τρόπος παράστασης. 

Το θέατρο Ιτσιμούρα-ζα του Έντο 
στις αρχές της δεκαετίας του 1740


1673–1841: Ο "χρυσούς αιών" του Καμπούκι
Κατά τη διάρκεια της περιόδου Γκενρόκου της ιαπωνικής ιστορίας (1688-1704), το Καμπούκι άνθισε. Η δομή των έργων στυλιζαρίστηκε ακόμα περισσότερο. Συμβατικοί ρόλοι επίσης δημιουργήθηκαν. Το Καμπούκι παράλληλα συνδέθηκε με το ningyō jōruri (εξελιγμένη μορφή κουκλοθεάτρου, το οποίο αργότερα έγινε γνωστό ως μπουνράκου - bunraku) και αλληλοεπηρεάστηκαν σε μεγάλο βαθμό. Στα μέσα του 18ου αιώνα το Καμπούκι έχασε τη λάμψη του για ένα διάστημα με το μπουνράκου να παίρνει τη θέση του σαν κύριος τρόπος διασκέδασης στην Ιαπωνία στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις. Ο διάσημος θεατρικός συγγραφέας Chikamatsu Monzaemon (πραγματικό όνομα Sugimori Nobumori (1653 –,1725), ένας από τους πρώτους επαγγελματίες συγγραφείς θεατρικών έργων Καμπούκι, δημιούργησε αρκετά σπουδαία έργα, αν και το πλέον σημαντικό έργο του "Sonezaki Shinju" (Οι ερωτικές αυτοκτονίες στο Σονεζάκι), γράφτηκε αρχικά για το μπουνράκου.  


1842–1868: Το Saruwaka-chō καμπούκι
Στην δεκαετία του 1840, συχνές πυρκαγιές άρχισαν να τρομοκρατούν τους κατοίκους του Έντο (Edo =το σημερινό Τόκυο), λόγω των αλλεπάλληλων περιόδων ξηρασίας.
Τα θέατρα Καμπούκι, κατασκευασμένα παραδοσιακά από ξύλο, καίγονταν ολοένα και συχνότερα, με αποτέλεσμα να εξαναγκαστούν οι ιδιοκτήτες τους να τα μεταφέρουν εκτός της πόλης. Όταν η περιοχή που βρισκόταν το θέατρο Νακαμούρα-ζα (Nakamura-za)καταστράφηκε ολοσχερώς το 1841, ο Σογκούν αρνήθηκε να επιτρέψει την ανοικοδόμησή του με την αιτιολογία ότι ερχόταν σε αντίθεση με τον Κώδικα πρόληψης πυργαγιών. Το Σογκουνάτο με αφορμή την πύρινη κρίση του 1842 εξανάγκασε τα θέατρα Nakamura-za, Ichimura-za, και Kawarazaki-za να επανεγκατασταθούν εκτός των ορίων της πόλης, στο βόρειο προάστειο του Έντο, το Asakusa, όπως και οι ηθοποιοί, υπηρέτες, τεχνικοί, και γενικά όσοι είχαν σχέση με τις παραστάσεις. Όλα αυτά τα μέτρα και οι απαγορεύσεις είχαν ως αποτέλεσμα οι περισσότεροι θίασοι Καμπούκι να πραγματοποιούν παράνομες παραστάσεις στο Έντο, οι οποίες άλλαζαν χώρους ώστε να αποφύγουν τις Αρχές.

Παράσταση Καμπούκι
τον Ιούλιο του 1858

Αυτοί οι διαφορετικοί κάθε φορά χώροι ονομάζονταν Saruwaka-chō ή Saruwaka-machi, με αποτέλεσμα τα τελευταία 30 χρόνια διακυβέρνησης της Ιαπωνίας από το Σογκουνάτο Τοκουγκάβα να μείνει στην ιστορία ως η περίοδος Saruwaka-machi. Πάντως η περίοδος αυτή παρήγαγε τις πλέον λαμπρές και φανταχτερές παραστάσεις Καμπούκι στην Ιστορία της Ιαπωνίας. Το 1868 η εξουσία του Σογκουνάτου Τοκουγκάβα κατέρρευσε και ο αυτοκράτορας Μεϊτζί (1867-1912, ο 122ος αυτοκράτορας στην σειρά σύμφωνα με την παραδοσιακή καταμέτρηση) ανέκτησε πλήρως την εξουσία αυτοπροσώπως, μεταφέροντας ταυτόχρονα την έδρα της κυβέρνησής του από το Κυότο στην νέα πρωτεύουσα Έντο (Τόκυο), σηματοδοτώντας την Περίοδο Μεϊτζί. Τα θέατρα Καμπούκι επανήλθαν μέσα στην πόλη του Έντο. Την περίοδο αυτήν το Καμπούκι χαρακτηρίζεται από ριζοσπαστικότητα, την δημιουργία νέων θεατρικών έργων που κατέληξαν στην ανάδυση νέων τρόπων παρουσίασης των παραστάσεων, καθώς και παραλλαγών των παραδοσιακών αφηγήσεων.    


Η ανασύσταση του Καμπούκι στην περίοδο Μεϊτζί

Οι τεράστιες κοινωνικές αλλαγές που ξεκίνησαν το 1868 με την πτώση των Σογκούν Τοκουγκάβα, η εξαφάνιση της τάξης των σαμουράι και το άνοιγμα της Ιαπωνίας στη Δύση βοήθησαν στην ανασύσταση του Καμπούκι. Προέκυψε η ανάγκη να προσαρμοσθεί στις συνθήκες της πολιτιστικής σύγκρουσης που ξέσπασε από την εισροή των ξένων ιδεών και επιδράσεων με τους ηθοποιούς να πρωτοστατούν στην μάχη για την αύξηση της φήμης και του κύρους του παραδοσιακού γιαπωνέζικου θεάτρου με αποτέλεσμα να γίνει και πάλι δημοφιλές στις ανώτερες κοινωνικά τάξεις. Το 1887 δόθηκε μάλιστα παράσταση προς τιμήν του αυτοκράτορα Μεϊτζί, ο οποίος υπήρξε και χορηγός της.

Πολλά θέατρα Καμπούκι καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου και οι κατοχικές δυνάμεις κατήργησαν την λειτουργία των εναπομείναντων μετά τον πόλεμο, διότι από το 1931 η συντριπτική πλειονότητα των συντελεστών του καμπούκι είχε υποστηρίξει ενεργά την φιλοπόλεμη μερίδα της γιαπωνέζικης άρχουσας τάξης. Παρόλα αυτά η κατάργηση αποσύρθηκε το 1947 και οι παραστάσεις ξεκίνησαν ξανά.


Το θέατρο Καμπούκι σήμερα
Η περίοδος αμέσως μετά την λήξη του Β΄ Π.Π. υπήρξε εποχή στην διάρκεια της οποίας πολλοί Ιάπωνες ακολούθησαν την τάση (που καλλιεργήθηκε), της απόρριψης των συνηθειών, ιδεών και δημιουργιών του παρελθόντος και μεταξύ αυτών, του θεάτρου Καμπούκι.
Ακολούθησε μια περίοδος αναζήτησης και προβληματισμών, στην διάρκεια της οποίας σημειώθηκε σταδιακά μια υγιής αντίδραση εκ μέρους της κοινωνίας. Στην προσπάθεια αυτήν πρωταγωνιστικό ρόλο διεδραμάτισε ο θεατρικός Διευθυντής Tetsuji Takechi με τις δημοφιλείς και ανανεωμένες παραγωγές των κλασσικών έργων Καμπούκι, με αποτέλεσμα να αναγεννηθεί το ενδιαφέρον για το παραδοσιακό θέατρο, αρχικά στην επαρχία Kansai, καθώς και ο νεαρός τότε ηθοποιός Nakamura Ganjiro III (γενν. 1931), ο οποίος συνεργάστηκε με τον Takechi. 
Σήμερα το θέατρο Καμπούκι Today, αποτελεί τον πλέον δημοφιλή τύπο παραδοσιακού δραματικού θεάτρου της Ιαπωνίας και οι σημαντικοί ηθοποιοί του εμφανίζονται τακτικά στην τηλεόραση ή σε ταινίες. 
Πέρα από τα λίγα σχετικά μεγάλα θέατρα στο Τόκυο και στο Κυότο υπάρχουν πολλά μικρότερα θέατρα στην Οσάκα και άλλες επαρχιακές πόλεις. 
Τον Νοέμβριο του 2002 τοποθετήθηκε ένα άγαλμα προς τιμήν της ιδρυτού του Καμπούκι, Ιζούμο νο Οκούνι, με την ευκαιρία των εορτασμών των 400 χρόνων Θεάτρου Καμπούκι. 
Το Καμπούκι έχει καταχωρηθεί το 2005 στον Κατάλογο μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ.

Βιβλιογραφία

Ronald Cavaye (1993): "Kabuki: A Pocket Guide" USA and Japan, Charles E. Tuttle
Ernst, E. (1956): "The Kabuki Theatre" New York, Oxford University Press 
Scott, A. C. (1955). The Kabuki Theatre of Japan. London, George Allen & Unwin Ltd. 
Leupp, Gary P. (1997): "Male Colors: The Construction of Homosexuality in Tokugawa Japan" University of California Press
Kominz, Laurence (1997): "The Stars Who Created Kabuki - Their Lives, Loves and LegacyTokyo, New York, London: Kodansha International
Kabuki: From Wikipedia, the free encyclopedia


Δεν υπάρχουν σχόλια: