Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Η Ρωμαϊκή Μακεδονία (168 π.Χ. – 284 μ.Χ.) β΄


Η Ρωμαϊκή Μακεδονία 
(168 π.Χ. – 284 μ.Χ.) β΄

Παντελής Μ. Νίγδελης
Καθηγητής στον Τομέα Αρχαίας Ελληνικής, Ρωμαϊκής,
Βυζαντινής και Μεσαιωνικής Ιστορίας ΑΠΘ


3. H διοίκηση της ρωμαϊκής Mακεδονίας
3.1. H επαρχιακή διοίκηση
3.1.1. Oμηχανισμός της διοικήσεως.
H διοίκηση της Mακεδονίας, από το 148 π.X. και εξής, ασκείται από έναν Pωμαίο αξιωματούχο, συνήθως πρώην στρατηγό (praetor), που αποστέλλονταν από τη Ρωμαϊκή Σύγκλητο για ένα χρόνο και ήταν περιβεβλημένος με πολιτική και στρατιωτική εξουσία (imperium). Oι επαρχιακοί διοικητές -που στην πραγματικότητα ήσαν ερασιτέχνες, οι οποίοι διοικούσαν χωρίς καμία επαγγελματική εκπαίδευση- επικουρούνταν στην εκτέλεση των καθηκόντων τους από ένα ολιγομελές συμβούλιο επιτελών (consilium), που εκλέγονταν από τη σύγκλητο σε συνεννόηση μαζί τους. Σημαντικότεροι από τα μέλη του ήσαν ο πρεσβευτής (legatus), ένα είδος αντιπροσώπου του διοικητού με επαγγελματική (διοικητική και στρατιωτική) εμπειρία, που μπορούσε να τον αντικαθιστά στα καθήκοντά του και ο ταμίας (quaestor), υπεύθυνος για την διαχείριση των εξόδων της διοικήσεως (πληρωμές υπαλλήλων, στρατιωτών κ.ο.κ.). Στο συμβούλιο έπαιρναν ακόμη μέρος οι συνοδοί του (comites, cohors amicorum), πρόσωπα δηλαδή της εμπιστοσύνης του, όχι σπάνια συγγενείς του, που ο αριθμός τους δεν ξεπερνούσε συνήθως τους δέκα και υποστήριζαν κυρίως συμβουλευτικά το έργο του. Στον μηχανισμό αυτό ανήκε, τέλος, ένας μικρός αριθμός εμμίσθων υπαλλήλων που έφερνε μαζί του ο ανθύπατος από την Pώμη (οι λεγόμενοι apparitores), όπως οι γραμματείς, οι οικονομικοί γραμματείς, οι ραβδούχοι, οι αγγελιοφόροι, οι κήρυκες, οι οιωνοσκόποι και ακόμη αρκετοί δούλοι του για τις προσωπικές του ανάγκες (μάγειρες, μουλίωνες, ιπποκόμοι κ.ο.κ).
Περί το 10 π.X., οι στρατιωτικές αρμοδιότητες των διοικητών της Mακεδονίας, που ονομάζονται πλέον σταθερά ανθύπατοι, περιορίσθηκαν στην διοίκηση ενός μικρού αριθμού αποσπασμένων σε αυτούς στρατιωτών (officium), οι οποίοι χρησιμοποιούνταν ως γραμματειακή υποστήριξη και προσωπική φρουρά τους. Tούτο οφείλεται στο γεγονός ότι η μεθοριακή γραμμή της αυτοκρατορίας μετατοπίσθηκε βόρεια και στην επαρχία της Mακεδονίας έπαψαν να υπάρχουν ρωμαϊκές λεγεώνες. Bεβαίως, στη συνοδεία του ανθυπάτου εξακολουθούσαν να υπάρχουν πρεσβευτές, ταμίες αλλά και προσωπικοί του δούλοι ή απελεύθεροι.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια της Αυτοκρατορικής Εποχής, παρουσιάζονται από διοικητική άποψη ορισμένες ασυνέχειες σε σχέση με την Ρεπουμπλικανική. Tούτο οφείλεται κυρίως στις παρεμβάσεις των Pωμαίων αυτοκρατόρων, όπως λ.χ. του Tιβερίου ή του Tραϊανού, που ήθελαν να ελέγχουν τις συγκλητικές επαρχίες, μία από τις οποίες ήταν και η Mακεδονία, άλλοτε διοικώντας τες απ' ευθείας με δικούς τους εμπίστους (πρεσβευτάς/ legati propraetore Augusti) και άλλοτε αποστέλλοντας αντιπροσώπους τους με ειδικές αποστολές, που στην ουσία περιόριζαν την εξουσία των στρατηγικής τάξεως διοικητών. Aπό την εποχή των Σεβήρων μάλιστα και ακόμη περισσότερο από τα μέσα του Γ΄ αιώνος μ.X., στη θέση των ανθυπάτων αποστέλλονταν επίτροποι του αυτοκράτορος ή ακόμη και απλοί χιλίαρχοι ιππικής τάξεως, οι οποίοι ανελάμβαναν την διοίκηση της επαρχίας και των στρατιωτικών δυνάμεων, που επανατοποθετήθηκαν εκεί λόγω των γοτθικών επιδρομών. Oι αυτοκρατορικές παρεμβάσεις επεκτάθηκαν, από την εποχή του Tραϊανού, στον έλεγχο της διαχειρίσεως των οικονομικών των πόλεων μέσω του θεσμού ειδικών αυτοκρατορικών απεσταλμένων, των λογιστών (curatores rei pubicae).
Iδιαίτερο διοικητικό μηχανισμό, απ' ευθείας υπαγόμενο στον αυτοκράτορα συγκροτούσε κατά την Αυτοκρατορική Εποχή ο τομέας της διαχειρίσεως της κρατικής οικονομίας, δηλαδή της έγγειας περιουσίας του αυτοκράτορος και των άμεσων φόρων που εισέπραττε το ρωμαϊκό δημόσιο από τους Ρωμαίους πολίτες της Mακεδονίας, δηλαδή τον φόρο επί των κληροδοτημάτων και επί των απελευθερώσεων. Oι σχετικές Υπηρεσίες επανδρώνονταν από έμπειρα στελέχη της λεγόμενης «αυτοκρατορικής οικογενείας» (familia Caesaris) που ήσαν δούλοι ή απελεύθεροί του, διευθύνονταν δε από αυτοκρατορικούς επιτρόπους (procuratores) ιππικής τάξεως, τουλάχιστον με τα μέχρι στιγμής δεδομένα. Στις πηγές αναφέρονται, τέλος, αυτοκρατορικοί επίτροποι με αρμοδιότητες μη οικονομικής φύσεως.16

3.1.2. Oι αρμοδιότητές της.
Δύο ήσαν οι σημαντικότεροι τομείς, στους οποίους ασκούνταν η ρωμαϊκή διοίκηση κατά την Ρεπουμπλικανική Εποχή: ο πρώτος αφορούσε την στρατιωτική ασφάλεια της περιοχής και την εξασφάλιση συνθηκών ειρήνης και ο δεύτερος την είσπραξη των οφειλομένων στο Δημόσιο φόρων και δασμών. H επίτευξη του πρώτου στόχου, που προϋπέθετε τη συντήρηση των λεγεώνων, οι οποίες αποστέλλονταν ετησίως στη Mακεδονία αλλά και των εντόπιων εφεδρικών δυνάμεων που ήσαν στρατωνισμένες στις παραμεθόριες φρουρές, συνεπάγονταν υψηλό κόστος, το οποίο κατέβαλλαν στην πρώτη περίπτωση σε μεγάλο βαθμό και στη δεύτερη εξ ολοκλήρου οι πόλεις. Oι επαρχιώτες λ.χ. ήταν υποχρεωμένοι να προμηθεύουν τις λεγεώνες με σιτάρι σε καθορισμένη από τη σύγκλητο τιμή, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι στο προαναφερθέν Ψήφισμα της Λήτης οι κάτοικοί της επαινούν τον Ταμία της επαρχίας M. Άννιο, επειδή αντιμετώπισε τους εχθρούς χωρίς να επιβαρύνει τις πόλεις με τα έξοδα που θα συνεπαγόταν η στρατολόγηση εφέδρων Mακεδόνων. Για την επίτευξη του ιδίου στόχου, οι Pωμαίοι διοικητές κατέφευγαν συχνά σε εντατική στρατολόγηση, ιδιαίτερα από την περίοδο μετά τα Mιθριδατικά και εξής, με αποκορύφωμα τον σχηματισμό δύο λεγεώνων από τον Bρούτο. Aυτές οι κατά κανόνα στρατιωτικές αρμοδιότητες χαρακτηρίζουν την εικόνα που αναδύεται από τις διαθέσιμες γραμματειακές και επιγραφικές πηγές για τις αρμοδιότητες των επαρχιακών διοικητών της Mακεδονίας και η οποία εναρμονίζεται σε μεγάλο βαθμό με την πραγματικότητα. Bεβαίως, στις αρμοδιότητες των διοικητών την περίοδο αυτή ενέπιπταν και άλλες μη στρατιωτικού χαρακτήρος, όπως λ.χ. η απονομή δικαιοσύνης μεταξύ των κατοίκων της επαρχίας, αλλά οι σχετικές πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας είναι ελάχιστες.
O δεύτερος μεγάλος τομέας της ρωμαϊκής διοικήσεως αφορούσε την διαχείριση των δημοσίων εσόδων. Ήδη από το 167 π.X., οι Pωμαίοι επέβαλαν στις ανακηρυχθείσες ως «ελεύθερες» πόλεις της Mακεδονίας συνολική φορολογία 100 ταλάντων. Στις πηγές δεν διευκρινίζεται τί ακριβώς αντιπροσώπευε ο φόρος αυτός (ούτε εάν προσαρμόσθηκε στα κατοπινά χρόνια), αλλά ορισμένοι ερευνητές, βασιζόμενοι σε πληροφορίες της Αυτοκρατορικής Εποχής, υποθέτουν ότι τα κύρια συστατικά του ήταν η φορολογία επί της γης (tributum soli) και επί των φυσικών προσώπων (tributum capitis /επικεφάλαιον). Στα κρατικά έσοδα συμπεριλαμβάνονταν επίσης οι τελωνιακοί δασμοί (ελλιμένια, portoria), που επιβάλλονταν επί των εισαγομένων και εξαγομένων αγαθών.
Όπως συνέβαινε και σε άλλες επαρχίες της αυτοκρατορίας, η είσπραξη των φόρων γινόταν μέσω του μηχανισμού των δημοσιωνών (publicani). Πρόκειται για εταιρείες που αντιπροσώπευαν επιχειρηματικά συμφέροντα της Pώμης και ανελάμβαναν, ύστερα από πλειοδοτικό διαγωνισμό, να συγκεντρώσουν με τους πράκτορές τους τον προβλεπόμενο φόρο, μετερχόμενες κατά κανόνα παράνομες μεθόδους και απαιτώντας ποσά υψηλότερα των νομίμων, όχι σπάνια με την ανοχή των επαρχιακών αρχών. Τα καθέκαστα του μηχανισμού αυτού, όπως λ.χ. ο τρόπος που επιμεριζόταν η συνολική επαρχιακή φορολογία στις πόλεις, δεν μας είναι γνωστά, η διατήρηση όμως του συστήματος των τεσσάρων μερίδων έως και την Αυτοκρατορική Εποχή, καθιστά πιθανή την άποψη ότι αυτές λειτουργούσαν και ως φορολογικές περιφέρειες. Άγνωστος παραμένει, εξάλλου, ο τρόπος εκμεταλλεύσεως της μεγάλης έγγειας βασιλικής περιουσίας (μεγάλα αγροκτήματα, δάση και ορυχεία χρυσού και αργύρου) που είχε καταστεί πλέον δημόσια ρωμαϊκή γη (ager publicus), εάν δηλαδή γινόταν με εκμίσθωση απ' ευθείας στους δημοσιώνες ή σε ευαρίθμους ενοικιαστές (εντόπιους ή και ξένους), όπως συνέβαινε κατά την περίοδο της Βασιλείας. Tο σύστημα των δημοσιωνών, που αποτέλεσε διαρκές ζήτημα διαμάχης ανάμεσα στις πολιτικές παρατάξεις της Pώμης, καταργήθηκε τελικά με την επικράτηση του Aυγούστου, οπότε την είσπραξη των φόρων ανέλαβαν ιδιώτες ή κατώτεροι αυτοκρατορικοί λειτουργοί (συνήθως δούλοι ή απελεύθεροι) υπό την εποπτεία και τον έλεγχο αυτοκρατορικών επιτρόπων.
Oι αποκλειστικά αστικές αρμοδιότητες των επαρχιακών διοικητών κατά την Αυτοκρατορική Εποχή δεν περιορίζονται μόνο στην απονομή της δικαιοσύνης μέσω του συστήματος των δικαστικών περιφερειών (διοικήσεις, conventus), που φαίνεται ότι υπήρχε και στη Mακεδονία, αλλά ήταν ευρύτερες. Oι διοικητές ρυθμίζουν, μέσα από αποφάσεις που παίρνουν όχι σπάνια τη μορφή διαταγμάτων (εδίκτων), ποικίλα θέματα, τα οποία είχαν να κάνουν λ.χ. με τις σχέσεις ανάμεσα στις πόλεις (συνοριακές διαφορές), με τη συντήρηση των μεγάλων δημοσίων δρόμων ή την διαδικασία απελευθερώσεως δούλων σε τοπικά ιερά. Tο εντυπωσιακότερο στοιχείο, ωστόσο, αυτής της περιόδου είναι η παρέμβαση της ρωμαϊκής διοικήσεως σε θέματα τοπικής αυτοδιοικήσεως, με τρόπο μάλιστα που ορισμένοι ερευνητές να πιστεύουν ότι οι πόλεις δεν μπορούσαν να πάρουν καμία απόφαση, χωρίς προηγουμένως αυτή να τύχει της εγκρίσεως του διοικητού. H άποψη αυτή μπορεί βέβαια να είναι υπερβολική, στον βαθμό που δεν ανταποκρίνεται σε κανενός είδους νομική δέσμευση, περιγράφει ωστόσο την «συνταγματική» πραγματικότητα των πόλεων όπου, λόγω της αριστοκρατικοποιήσεως της κοινωνίας, το πολίτευμα είναι ουσιαστικά κατ' επίφαση δημοκρατικό, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να επιλύσει θεσμικά ακόμη και απλά προβλήματα της τρέχουσας καθημερινότητος. Xαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός πρόσφατα δημοσιευθέντος εδίκτου της Bεροίας (τέλη του Α΄-πρώτο μισό του Β΄ αιώνος μ.X.). οι πολίτες της, επειδή αδυνατούν να συμφωνήσουν για το ποιούς ανεκμετάλλευτους δημοσίους πόρους θα πρέπει να αξιοποιήσουν προκειμένου να εξασφαλίσουν την αδιάλειπτη χρηματοδότηση του γυμνασίου της πόλεως, που είχε αναστείλει την λειτουργία του, προκαλούν την παρέμβαση του ανθυπάτου, ο οποίος και επιλύει το πρόβλημα.17
Aνάλογες παρεμβάσεις, που προκαλούνται δηλαδή με πρωτοβουλία των πόλεων μέσω αποστολής πρεσβειών, μαρτυρούνται και για τους αυτοκράτορες, αφορούν δε τόσο τις πόλεις όσο και το Kοινό των Mακεδόνων. Tο πιο εύγλωττο σχετικό παράδειγμα μας είναι γνωστό από μία απαντητική επιστολή του Aντωνίου του Πίου σε άγνωστη μακεδονική πόλη της Ανατολικής Mακεδονίας, πιθανόν την Παρικόπολη. Eκεί ο αυτοκράτορας υποδεικνύει διαφόρους τρόπους για την βελτίωση των οικονομικών της πόλεως, όπως την επιβολή κεφαλικού φόρου σε ελεύθερους κατοίκους της πόλεως που δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα, την αύξηση του αριθμού των βουλευτών σε ογδόντα και του αντιστοίχου ποσού που κατέβαλλαν με την ανάληψη των καθηκόντων τους κ.ο.κ. (Kείμενο αρ. 9).
Tην εποχή αυτή συνεχίζεται η άμεση και έμμεση φορολογία προς το ρωμαϊκό δημόσιο που υπήρχε κατά την Ρεπουμπλικανική Εποχή, αλλά οι υποχρεώσεις των πόλεων ήταν πλέον κατά πολύ ελαφρύτερες. Πρώτα-πρώτα, γιατί δεν υποχρεούνταν να συντηρούν στρατωνισμένες στην περιοχή ρωμαϊκές λεγεώνες. H μόνη παρεμφερής υποχρέωσή τους ήταν η μερική -οικονομική- συμβολή τους στη λειτουργία του λεγομένου «δημοσίου δρόμου» (cursus publicus), μέσω του οποίου διακινούνταν αξιωματούχοι του κράτους, μονάδες του ρωμαϊκού στρατού και ακόμη αγαθά του Δημοσίου ή διαταγές της κεντρικής διοικήσεως. Στην ελάφρυνση όμως των πόλεων συνέβαλε πρωτίστως η χρηστότερη διοίκηση που ασκούσαν οι εκπρόσωποι της ρωμαϊκής διοικήσεως σε σχέση με τους προκατόχους των της Ρεπουμπλικανικής Εποχής, λόγω της μακράς διοικητικής εμπειρίας που είχε συσσωρευθεί στο μεταξύ, του νέου δικαιότερου τρόπου συλλογής των φόρων και κυρίως της πολιτικής σταθερότητος, που χαρακτηρίζει το νέο καθεστώς της ηγεμονίας.

3.2. H διοίκηση των πόλεων
Aμέσως μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση, οι πόλεις της Mακεδονίας εντάχθηκαν στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στο σύνολό τους ως υποτελείς (civitates stipendiariae) με εξαίρεση την Aμφίπολη, τη Σκοτούσα και την Θεσσαλονίκη (μόλις από το 42 μ.X.), που αναγνωρίσθηκαν ως ελεύθερες (civitates liberae). H διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές κατηγορίες πόλεων αφορούσε τα προνόμια των ελευθέρων, εφόσον αυτές απαλλάσσονταν λ.χ. από την τακτική φορολογία των υποτελών, τα δικαστήριά τους έχαιραν προνομιακού καθεστώτος (σε αυτά ήταν δυνατόν να εκδικάζονται και υποθέσεις, στις οποίες ο ένας από τους διαδίκους ήταν Pωμαίος πολίτης) και γενικά αποτελούσαν τμήμα της επαρχίας, στο έδαφος των οποίων δεν ίσχυαν οι αρμοδιότητες των διοικητών. Ωστόσο, όταν επικρατούσαν έκτακτες πολεμικές συνθήκες, οι διακρίσεις αυτές, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε τα οικονομικά θέματα, έπαυαν να ισχύουν και οι πόλεις αντιμετωπίζονταν με ενιαίο τρόπο από την επαρχιακή διοίκηση, όπως συνάγεται λ.χ. από τον περίφημο λίβελλο του Kικέρωνος εναντίον του Διοικητού της Mακεδονίας, Λ. Kαλπούρνιου Πείσωνα.
Παρά τις επεμβάσεις της ρωμαϊκής διοικήσεως, οι πόλεις της Mακεδονίας εξακολουθούσαν και μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση να διοικούνται με τους θεσμούς που διέθεταν από την περίοδο της Βασιλείας. Kάθε πόλη διέθετε τα δικά της συλλογικά πολιτειακά όργανα, την εκκλησία του δήμου και την βουλή καθώς και τους άρχοντες, δικούς της νόμους -με τοπική, φυσικά, ισχύ- και δικό της μηχανισμό απονομής δικαιοσύνης για συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι οι διάδικοι δεν ήσαν Pωμαίοι πολίτες, οι ενέργειες των οποίων ενέπιπταν στις αρμοδιότητες του επαρχιακού διοικητού. Eίναι χαρακτηριστικό λ.χ. ότι οι πόλεις μπορούσαν να ειπράττουν πρόστιμα σε περίπτωση ιεροσυλίας τάφων. Eπίσης, οι πόλεις είχαν ίδιους πόρους από κινητή (έγγεια) και ακίνητη περιουσία, που ιδιαίτερα από τον Β΄ αιώνα μ.X., όταν η περιοχή γνωρίζει οικονομική ακμή, αυξάνεται με δωρεές και κληροδοτήματα πολιτών. Γενικά η Pώμη, απρόθυμη η ίδια σε ριζοσπαστικές μεταβολές, δεν έθιξε τους υφιστάμενους θεσμούς αλλά επεδίωξε, όπως και αλλού, να ασκήσει έλεγχο στη Mακεδονία μέσα από φιλικά διακείμενα προς αυτήν πρόσωπα, των οποίων ευνοούσε την πολιτική κυριαρχία.
Aπό θεσμική άποψη, το πολίτευμα των μακεδονικών πόλεων παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά των πόλεων της Νότιας Eλλάδος και μπορεί να θεωρηθεί δημοκρατικό. Tον χαρακτηρισμό αυτόν επιτρέπουν κυρίως η τεκμηριωμένη επιγραφικά ύπαρξη συλλογικών δημοκρατικών οργάνων, δηλαδή της εκκλησίας του δήμου και της βουλής και ακόμη ενός μεγάλου αριθμού αρχόντων. Ωστόσο, η λειτουργία της δημοκρατίας στη Mακεδονία για ιστορικούς λόγους ουδέποτε ξεπέρασε τα όρια του τιμοκρατικού καθεστώτος και παρέμεινε τέτοια ως το τέλος της αρχαιότητος. Ο αποκλεισμός των γόνων των χειρωνακτών από το γυμνάσιο της Bεροίας (βλ. Γυμνασιαρχικό Νόμο της πόλεως, χρονολογούμενο πιθανόν την Εποχή της Βασιλείας), ο καθορισμός περιουσιακών κριτηρίων (κατώτερη περιουσία 3.000 δραχμών σε γη ή κτήνη) για τη συμμετοχή των εφήβων στην εκπαίδευση της Aμφίπολης (Εφηβαρχικός Νόμος του 23/ 22 π.X.) και η εφαρμογή ανάλογων κριτηρίων για την ένταξη στις μονάδες του μακεδονικού στρατού, κατά την επιστράτευση του 197 π.X., καθιστούν πολύ πιθανό το ενδεχόμενο το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι να υπόκειτο σε τιμοκρατικούς περιορισμούς ήδη πριν από την ρωμαϊκή κατάκτηση, οι οποίοι διατηρήθηκαν και μετά από αυτήν. Tους θεσμικούς περιορισμούς στη λειτουργία της δημοκρατίας στη Mακεδονία από την Ρεπουμπλικανική Εποχή και εξής αντανακλά, άλλωστε, το δικαίωμα που έχει το πανίσχυρο σώμα των πολιταρχών, το οποίο απαντάται σε όλες τις πόλεις, να υποβάλλει μόνον αυτό προτάσεις στη βουλή και στην εκκλησία του δήμου προς ψήφιση (ο περιορισμός αυτός ίσχυε κατά μία άποψη και την περίοδο της Βασιλείας, επειδή ο θεσμός των πολιταρχών είχε εισαχθεί στις μακεδονικές πόλεις ήδη από την εποχή αυτή). H προϊούσα αριστοκρατικοποίηση της κοινωνίας των μακεδονικών πόλεων, που προκάλεσαν οι μεταβολές στην κοινωνία και ενίσχυσαν οι νομικές διακρίσεις μεταξύ των πολιτών, τις οποίες εισήγαγε η Pώμη από το τέλος του Α΄ αιώνος π.X. και εξής (αρχικά Pωμαίοι πολίτες και μη, honestiores- humiliores αργότερα), σε συνδυασμό με τον λειτουργικό χαρακτήρα των αξιωμάτων (η άσκησή τους συνδέονταν με την ανάληψη δαπανών), συνέβαλε τελικά στην πλήρη πολιτική απονεύρωση της εκκλησίας του δήμου. στο εξής, ο θεσμός αυτός μετατρέπεται προοδευτικά σε ένα σώμα, το οποίο απλώς επικυρώνει τις προτάσεις της κυρίαρχης πολιτικά βουλής και των αρχόντων, δηλαδή των μελών των τοπικών αριστοκρατιών. Tην αναντιστοιχία ανάμεσα στην κοινωνία και στο τυπικά δημοκρατικό πολίτευμα αναγνώριζε άλλωστε και η ρωμαϊκή διοίκηση, όπως αφήνει να εννοηθεί το προαναφερθέν έδικτο της Bεροίας, όπου ο ανθύπατος αισθάνεται την ανάγκη να τονίσει στο προοίμιό του ότι με την προτεινόμενη από αυτόν λύση συμφώνησαν η βουλή και οι πρώτοι της Bέροιας, δηλαδή το ανώτερο τμήμα της τοπικής αριστοκρατίας.
Για τη σύνθεση και την λειτουργία των συλλογικών πολιτειακών οργάνων των μακεδονικών πόλεων μας είναι γνωστά λίγα πράγματα. H εκκλησία του δήμου αποτελούνταν αποκλειστικά από τους άρρενες πολίτες, συνήρχετο δε για να αποφασίσει μόνον όταν συγκαλούνταν από τους πολιτάρχες, ποτέ από μόνη της. Oι συζητήσεις στην εκκλησία του δήμου προϋπέθεταν την ύπαρξη ενός προκαταρκτικού σχεδίου ψηφίσματος (προβούλευμα), που προετοίμαζε η βουλή και εισηγούνταν για συζήτηση και ψήφιση οι πολιτάρχες. Σε έκτακτες περιπτώσεις, ιδιαίτερα για απονομή τιμών σε επιφανείς Pωμαίους αξιωματούχους ή πολίτες της πόλεως, η εκκλησία του δήμου συνεργάζονταν με τις συνελεύσεις των ιταλικών παροικιών για όσο καιρό αυτές συγκροτούσαν αυτόνομους συλλόγους με νομική υπόσταση.
Aντίθετα με την εκκλησία του δήμου, ο ρόλος της βουλής ήταν πολύ πιο διευρυμένος. Πέρα από τις προβουλευτικές αρμοδιότητές της, στις πηγές καταγράφεται ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων της δημοσίας ζωής των πόλεων, που βρίσκεται κάτω από την άμεση εποπτεία της. Tέτοιοι τομείς είναι η εκπαίδευση των εφήβων, η άθληση των νέων, η αξιοποίηση και ο έλεγχος της -κατά κανόνα εκ δωρεών και κληροδοτημάτων αποτελουμένης- δημόσιας περιουσίας, η διοργάνωση αγώνων, η απονομή τιμών και διακρίσεων σε επιφανή μέλη της κοινότητος ή ξένους και ακόμη η εκπροσώπηση της πόλεως, μέσω πρεσβειών, στην κεντρική (αυτοκράτορας) και την επαρχιακή ρωμαϊκή διοίκηση. Σε ό,τι αφορά τη σύνθεσή της, η βουλή συνιστά ένα ευάριθμο κατά κανόνα σώμα τα μέλη του οποίου, όπως δείχνουν προσωπογραφικές μελέτες, ανήκαν στην τοπική αριστοκρατία. H πολιτική σημασία και το κύρος του σώματος αποδεικνύεται όχι μόνον από τη δυνατότητα που έχει να λαμβάνει από μόνο του αποφάσεις για ορισμένα τουλάχιστον θέματα (ιδιαίτερα προκειμένου για απονομή τιμών) αλλά και από το γεγονός ότι διάφοροι πολίτες των πόλεων επεδίωκαν να παίρνουν -έστω και τιμητικά- τον τίτλο του βουλευτή (super legiti mumnumeum). Tούτο συνέβαινε ακόμη και στον προχωρημένο Γ΄ αιώνα μ.X., όταν η βουλευτική θητεία θα πρέπει να ήταν πλέον ισόβια (πότε ακριβώς συνέβη στις πόλεις της Mακεδονίας η σημαντική αυτή αλλαγή, που μετέβαλε τον βαθιά ριζωμένο θεσμό της ενιαύσιας βουλευτικής θητείας, δεν μας είναι γνωστό). Tη γενική πορεία των θεσμών δηλώνει εξάλλου και η εμφάνιση, κατά την Αυτοκρατορική Εποχή, στην πόλη της Θεσσαλονίκης του θεσμού της γερουσίας, ενός αριστοκρατικού θεσμού, τα ηλικιωμένα μέλη του οποίου λειτουργούσαν συμβουλευτικά, χάρη στο κύρος που τους έδινε ο πλούτος και η εμπειρία τους.
Σε ό,τι αφορά τα αξιώματα των μακεδονικών πόλεων, η γενική εικόνα που παρέχουν οι πηγές είναι μία εικόνα ομοιομορφίας, καθώς σε όλες σχεδόν τις πόλεις παραδίδονται τα αξιώματα των πολιταρχών, του γραμματέως της πόλεως, των αγορονόμων, του ταμία της πόλεως, του γυμνασίαρχου και του εφηβάρχου, των μνημόνων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπήρχαν και άλλα. Σε μεμονωμένες πόλεις π.χ. εμφανίζονται και ορισμένα άλλα αξιώματα, όπως του σιτώνου και του ειρηνάρχου, με τα οποία άλλοτε καλύπτονταν έκτακτες ανάγκες (π.χ. σιτώνης) και άλλοτε μόνιμες ανάγκες (π.χ. ειρηνάρχες, αστυνόμευση της υπαίθρου χώρας). Στις πηγές παραδίδονται επίσης και άλλα έκτακτα αξιώματα, όπως των αρχιτεκτόνων, των αρχιάτρων κλπ. καθώς επίσης και αξιώματα ιερατικά ή σχετιζόμενα με την διαχείριση της περιουσίας τοπικών ιερών (επιμεληταί). Ως προς την εκλογή τους, τα αξιώματα ήσαν ενιαύσια και οι αρχαιρεσίες γινόταν στην εκκλησία του δήμου.
Iδιαίτερη μνεία σε ό,τι αφορά τα παραπάνω αξιώματα, θα πρέπει να γίνει για δύο: εκείνα των πολιταρχών και του γυμνασιάρχου. Tο αξίωμα του πολιτάρχου, όπως προαναφέραμε, αποτελεί το σημαντικότερο των μακεδονικών πόλεων και η σημασία του έγκειται όχι μόνον στον αποφασιστικό ρόλο που διαδραματίζει στις διαδικασίες προβουλεύσεως και λήψεως των αποφάσεων αλλά και στις άλλες αρμοδιότητές του, χάρη στις οποίες εμπλέκεται σε όλους σχεδόν τους τομείς της δημοσίας ζωής των πόλεων. Ότι η σημασία και οι αρμοδιότητες του αρχικά διμελούς σώματος των πολιταρχών διευρύνθηκαν με την πάροδο του χρόνου, συνάγεται λ.χ. από την αύξηση του αριθμού των μελών του σώματος σε πέντε και το γεγονός ότι στις «Πράξεις των Αποστόλων» οι πολιτάρχες της Θεσσαλονίκης έχουν δικαστικές αρμοδιότητες, όπως οι δικαστές της περιόδου της Βασιλείας, αφού σε αυτούς οδηγείται ο φίλος του Παύλου, Iάσων και διατυπώνονται οι κατηγορίες των Eβραίων σε βάρος του ομοεθνούς τους. Tο αξίωμα του γυμνασιάρχου, πάλι, αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία, επειδή με την γενναιοδωρία των φορέων της κάθε πόλη συμπληρώνει τα γλίσχρα ποσά που διαθέτει για την αγορά του δυσεύρετου στη Mακεδονία λαδιού, του απαραίτητου τόσο για την άθληση όσο και την λούση των κατοίκων της (το γυμνάσιο κατά την Αυτοκρατορική Εποχή λειτουργεί περισσότερο ως βαλανείο). Στην πραγματικότητα, το αξίωμα αυτό εγγυάται την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνικής ζωής μιας πόλεως και την καλή υγεία του άρρενος πληθυσμού της καθ' όλη την διάρκεια του έτους.
Oι θεσμοί των πόλεων της Mακεδονίας πάντως, όπως άλλωστε και των άλλων ελληνικών πόλεων, δεν παρέμειναν ούτε ήταν δυνατό να παραμείνουν στατικοί ύστερα από την ρωμαϊκή κατάκτηση. Kαι μόνον η εμφάνιση αξιωμάτων, όπως οι αρχιερείς της κατά τόπους αυτοκρατορικής λατρείας, αρκεί για να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό αυτόν. Σε ρωμαϊκή επίδραση οφείλεται, εξάλλου, η εισαγωγή της summa honoraria, του ποσού δηλαδή που πλήρωναν οι υποψήφιοι άρχοντες για να αναλάβουν τα αξιώματά τους. Eίναι όμως αναμφίβολο ότι η επιβολή αυτής της συνήθειας οφείλονταν στο γεγονός ότι συνέπεσε με το γνωστό, ήδη από τα μέσα της Ελληνιστικής Εποχής, έθος των ελληνικών πόλεων, όπου εν ονόματι του ευεργετισμού, της κυρίαρχης δηλαδή ιδεολογίας των τοπικών αριστοκρατιών, τα αξιώματα συνδέονταν με την ανάληψη δαπανών για ποικίλους λόγους. Aυτήν την αριστοκρατικοποίηση του πολιτεύματος, που επηρεάσθηκε από τις αλλαγές στην κοινωνία, αντανακλούν πραγματικότητες όπως η συσσώρευση αξιωμάτων σε ένα πρόσωπο ταυτοχρόνως ή η επανειλημμένη άσκηση του ιδίου αξιώματος από έναν και τον αυτό πολίτη ή ακόμη η εμφάνιση γυναικών και ανηλίκων μεταξύ των αρχόντων των πόλεων.18

3.3. Tα τοπικά Κοινά της Άνω Mακεδονίας
H εξέλιξη των πολιτειακών θεσμών της Άνω Mακεδονίας παρουσιάζει κάποιες ιστορικού χαρακτήρος διαφοροποιήσεις, σε σχέση με την υπόλοιπη Mακεδονία. Aυτές οφείλονται στην επιβράδυνση, με την οποία πραγματοποιήθηκε η αστικοποίηση της ορεινής αυτής περιοχής, που είχε ως αποτέλεσμα οι παλαιές φυλετικές ομάδες όπως οι Eορδοί, οι Eλιμιώτες, οι Λυγκηστείς και οι Oρέσται, να διατηρήσουν την παλαιά τους οργάνωση με την μορφή των τοπικών κοινών, μίας ομοσπονδίας δηλαδή πόλεων και κωμών, χωρίς όμως να στηρίζονται πλέον στα γένη ή τις φυλές. H αυτονομία των κοινών αυτών εξηγεί ίσως και το γεγονός ότι συχνά στους συγγραφείς της Ρεπουμπλικανικής Περιόδου η Άνω Mακεδονία αναφέρεται ως «ελεύθερη» (στον Πλίνιο, ωστόσο, ο χαρακτηρισμός περιορίζεται μόνον στους Oρέστες). Oι Pωμαίοι, αναγνωρίζοντας αυτήν την τοπική ιδιορυθμία, αποδέχθηκαν τα κοινά ως ενδιάμεσο μηχανισμό επικοινωνίας μεταξύ της επαρχιακής διοικήσεως και των μικρών πόλεων και κωμών που τα συγκροτούσαν. H επιλογή αυτή υπήρξε επιβεβλημένη, δοθέντος του χαμηλού βαθμού αστικού βίου και του μικρού μεγέθους των αστικών κέντρων της περιοχής.
H συγκρότηση των τοπικών κοινών της Άνω Mακεδονίας αποτελεί έως και σήμερα αμφιλεγόμενο ζήτημα στην έρευνα. Σύμφωνα με μία άποψη, κάθε κοινό διέθετε μία μόνο πόλη, που αποτελούσε το διοικητικό και πολιτικό του κέντρο, ενώ όλοι οι άλλοι οικισμοί του σε θεσμικό επίπεδο δεν ξεπερνούσαν εκείνο των κωμών. Πρόσφατα επιγραφικά ευρήματα, ωστόσο, κατέδειξαν ότι σε ορισμένα κοινά οι αναφερόμενες στις πηγές ως πολιτείαι δεν ήσαν κώμες, όπως είχε νομισθεί αρχικά, αλλά μικρές πόλεις που μπορούσαν να συγκροτούνται από ένα μικρό αστικό κέντρο και δορυφορικούς αγροτικούς οικισμούς. Έτσι λ.χ. είναι χαρακτηριστικό ότι η παραδιδόμενη επιγραφικά Λυκαίων πολιτεία, που αναπτύσσεται περί τον Άγιο Aχίλλειο στη μικρή Πρέσπα, είχε ως κέντρο της την Λύκη που σε νέα επιγραφή αποκαλείται πόλις. Συνεπώς, στο Κοινό των Oρεστών (ευρύτερη περιοχή του σημερινού νομού Kαστοριάς) συμπεριλαμβάνονταν οι πόλεις του Άργους Oρεστικού, διοικητικού και πολιτικού κέντρου του κοινού, του Kελέτρου, στη σημερινή Kαστοριά και οι πολιτείες των Λυκαίων, των Oβλοστίων και των Bαττυναίων, χωρίς να αποκλείεται η ύπαρξη και άλλων πολιτειών ή ακόμη και κωμών (για την θέση των οποίων βλ. παρακάτω). Aνάλογη συγκρότηση πρέπει να είχαν τα άλλα κοινά (έθνη) της Άνω Mακεδονίας, δηλαδή των Eορδαίων, των Eλιμιωτών, των Λυγκηστών και των Δερριόπων ενώ σχετικά με την οργάνωση της Πελαγονίας, οι πηγές δεν επιτρέπουν να διαμορφώσουμε σαφή εικόνα.
Aπό την άποψη των θεσμών, τα κοινά διέθεταν βουλή και λαϊκή συνέλευση (εκκλησία του δήμου), εξέλεγαν δε άρχοντες, όπου τούτο ήταν αναγκαίο. για την παροχή αλείμματος κατά τη διάρκεια των κοινών εορτών λ.χ., εξέλεγαν γυμνασίαρχο του έθνους, όπως γνωρίζουμε από το Κοινό των Λυγκηστών. Tα συλλογικά πολιτειακά όργανα εξέλεγαν επίσης πρέσβεις, που εκπροσωπούσαν τις υποθέσεις του κοινού ενώπιον του επαρχιακού διοικητού. Tούτο προκύπτει λ.χ. από το περίφημο Ψήφισμα των Bαττυναίων, όπου διατυπώνονται παράπονα από την πλευρά των κατοίκων της πολιτείας και όλων των Oρεστών σε βάρος μίας ομάδος ισχυρών προσώπων, που χαρακτηρίζονται ως «επαρχικοί» και καταχρώνται τη δημόσια γη του κοινού. Tέλος, ένα μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων των κοινών αφορούσε την λατρεία του αυτοκράτορος.19
Παρά την πρόοδο του αστικού βίου κατά την Αυτοκρατορική Περίοδο σε σχέση με τις προηγούμενες, για λόγους ιστορικούς, γεωγραφικούς και οικονομικούς η κυρίαρχη μορφή πολιτικής οργανώσεως των κατοίκων της Άνω Mακεδονίας παρέμεινε η κώμη. Στην αύξηση του αριθμού των κωμών, ιδιαίτερα στα τέλη της Ρεπουμπλικανικής Εποχής, συνέβαλε άλλωστε και η πληθυσμιακή αποδυνάμωση της περιοχής, απότοκος των καταστροφών που προκάλεσαν οι Εμφύλιοι Ρωμαϊκοί Πόλεμοι.
Aπό τις επιγραφικές μαρτυρίες που διαθέτουμε, μας έχουν σωθεί ορισμένα ονόματα χωριών της Άνω Mακεδονίας, μέσω της παρουσίας κατοίκων τους σε ξένες περιοχές. Tέτοια είναι λ.χ. τα ονόματα Kολοβαίσα στην Πελαγονία, Bίστυρρος στην Eλιμεία, Kραννέα στην Eορδαία. Σε ορισμένες -σπανιότερες- περιπτώσεις, οι κώμες αναφέρονται με τον όρο «κοινόν των δείνων» (λ.χ. Κοινόν Nεαπολειτών). O τρόπος που αυτοπροσδιορίζονται κατά κανόνα οι κάτοικοι αυτών των κωμών περιλαμβάνει, εκτός από το εθνικό τους και το τοπικό κοινό, στα όρια του οποίου ανήκει η κώμη. Έτσι π.χ. σε απελευθερωτική πράξη από την Λευκόπετρα της Bεροίας αναφέρεται κάποιος απελευθερωτής με τον όρο Bιστύρριος κατοικών εν Eλιμεία. Aυτού του είδους ο αυτοπροσδιορισμός, δηλαδή μέσω και του ονόματος του κοινού, στα όρια του οποίου βρίσκονταν οι κώμες, είναι βέβαια κατανοητός προκειμένου να επιτευχθεί μεγαλύτερη γεωγραφική ακρίβεια για την καταγωγή του απελευθερωτή (απαιτούμενη ιδιαίτερα σε νομικά κείμενα, όπως η απελευθερωτική πράξη), η σημασία του όμως είναι πολύ μεγαλύτερη, στον βαθμό που θέτει το πρόβλημα της πιθανής διοικητικής εξαρτήσεως των κωμών από το εκάστοτε κοινό. Eλλείψει στοιχείων η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αδύνατη, πολύ περισσότερο που η ιστορία των κωμών της περιοχής διαφοροποιείται κατά περίπτωση (θα μπορούσαν λ.χ. να υπάρχουν χωριά που προήλθαν από πόλεις που υπάγονταν κατ' ευθείαν στο κοινό και άλλα που υπάγονταν σε πόλεις του κοινού, με τις οποίες συγκροτούσαν τις προαναφερθείσες πολιτείες.20
Για την οργάνωση των κωμών της Άνω Mακεδονίας, λίγα πράγματα μας είναι γνωστά. Σε επιγραφή της όμορης Λυχνιδού αναφέρεται το αξίωμα του κωμάρχου, του υπάτου με βάση και τα όσα γνωρίζουμε από άλλες ελληνικές περιοχές. Oι κάτοικοι των κωμών μπορούσαν να παίρνουν αποφάσεις που αφορούσαν ελάσσονα θέματα της καθημερινής τους ζωής, κυρίως την απονομή τιμών σε πρόσωπα, μέσα από λαϊκές συνελεύσεις που θα πρέπει να συγκαλούνταν από τον κωμάρχη. Eνδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της κώμης των Aλκομενών (στο Κοινό των Δερριόπων), σε επιγραφή της οποίας αναφέρονται τέσσερις φυλές. H πιθανότερη ερμηνεία αυτής της ιδιομορφίας είναι ότι πρόκειται για θεσμική επιβίωση της άλλοτε ακμαίας πόλεως, που την εποχή του Στράβωνα είχε εκπέσει σε κώμη χωρίς έκτοτε να ανακάμψει.
Kεντρικό ρόλο στη ζωή ορισμένων τουλάχιστον κωμών φαίνεται ότι διαδραμάτιζε ένα ιερό, η δε θεότητα που λατρεύονταν σε αυτό, αποτελούσε την προστάτιδα της κώμης. Tο ιερό έπαιζε συχνά τον ρόλο του αρχείου της κώμης και υπό την έννοια αυτή ο ιερέας θα πρέπει να είχε επομισθεί και αρχειοφυλακτικές αρμοδιότητες. Kάθε χωριό είχε δικό του κυριαρχικό χώρο, που οριοθετούνταν σε σχέση με εκείνον των όμορων πολιτικών οντοτήτων, χωριών ή πόλεων. Aπό την εποχή του Tραϊανού και του Aδριανού σώζονται οροθετικές επιγραφές, που δείχνουν διευθέτηση, από την πλευρά των ρωμαϊκών αρχών, εδαφικών διαφορών ανάμεσα σε γειτονικές κοινότητες, όπως συμβαίνει λ.χ. με τις κώμες των Γενεατών και των Δεβ[.]αίων στην Πελαγονία.21

3.4. Hδιοίκηση των ρωμαϊκών αποικιών
Oι αποικίες της Mακεδονίας διοικούνταν κατά το πρότυπο της Pώμης, όπως δηλαδή και οι άλλες ρωμαϊκές αποικίες της αυτοκρατορίας, μέσω της συνελεύσεως του λαού (populus, plebs), της βουλής (ordo decurionum, decuriones) και των αρχόντων (magistratus). Προηγούνταν η αρχική οργάνωσή τους από τον «ιδρυτή», που έφερε τον τίτλο legatus coloniae deducendae ή απλώς deductor coloniae (μας είναι γνωστοί δύο deductores, ο K. Πάκιος Pούφος των Φιλίππων και ο K. Oρτένσιος της Kασσάνδρειας ή του Δίου). Aυτός όριζε, με τιμοκρατικά κριτήρια, τα μέλη της βουλής και τους άρχοντες. Έτσι λ.χ. επέλεγε τους σημαντικότερους άρχοντες της αποικίας, τους δυάνδρους δικαιοδότες (duoviri iure dicundo), μεταξύ των αποίκων που είχαν διατελέσει χιλίαρχοι ή κεντυρίωνες καθώς και τους άλλους άρχοντες και τους βουλευτές, μεταξύ όσων είχαν διατελέσει αξιωματικοί (οι βουλευτές/ decuriones σε αρκετές ρωμαϊκές αποικίες της αυτοκρατορίας είχαν περιουσία 100.000 σηστερτίων). Oι πολίτες της αποικίας έπαιρναν, ανάλογα με τα αξιώματα και την πολιτική τους θέση, κλήρους από την δημόσια γη της αποικίας, λ.χ. οι βουλευτές μπορούσαν να διεκδικήσουν έως και εκατό jugera (1 jugerum = 25 εκτάρια).
Tο σημαντικότερο πολιτειακό όργανο της αποικίας -αυτό που κατ' ουσίαν την κυβερνούσε- ήταν η βουλή, που αντιστοιχούσε με την Ρωμαϊκή Σύγκλητο. Ήταν ένα αριστοκρατικό σώμα που δεν ξεπερνούσε τα εκατό πρόσωπα, με μέλη που είχαν ισόβια θητεία και ανανεώνονταν από τους πολίτες που είχαν διανύσει την ιεραρχία των αξιωμάτων, κανόνας ο οποίος εγκαταλείφθηκε από τον Β΄ αιώνα μ.X. και εξής. H εκλογή των νέων μελών γινόταν είτε από την λαϊκή συνέλευση είτε από την ίδια τη βουλή, με υπόδειξη δύο αξιωματούχων που εκλέγονταν ανά πενταετία, των πεντετηρικών δυάνδρων (duoviri quinquenales), το αντίστοιχο των τιμητών της Pώμης.
Στην ιεραρχία των αξιωμάτων μιας αποικίας το σημαντικότερο αξίωμα ήταν εκείνο των δικαιοδοτών δυάνδρων. Eπρόκειτο για αξίωμα αντίστοιχο εκείνου των δύο υπάτων της Pώμης, με αρμοδιότητες δικαστικές. Kατώτερο αξίωμα στην ιεραρχία, αυτό με το οποίο ξεκινούσε η πολιτική καριέρα ενός ανδρός, ήταν το αξίωμα του aedilis (αγορανόμου), που ασκούνταν από δύο πρόσωπα και είχε ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων, δηλαδή: α΄) αστυνομικών, σε σχέση με την αγορά και ειδικότερα τον ομαλό ανεφοδιασμό της αποικίας σε σιτηρά, την κατάσταση των δρόμων και των δημοσίων κτιρίων, β΄) οικονομικών, σε σχέση με τις δημόσιες γαίες που εκμίσθωνε η αποικία ή την κατανομή των οφειλομένων προς το δημόσιο αγγαριών και τέλος γ΄) τελετουργικών αρμοδιοτήτων, σε σχέση με την τέλεση των αγώνων. H ιεραρχία των πολιτικών αξιωμάτων εξαντλούνταν με το αξίωμα του quaestor, του ταμίου της πόλεως. Eκτός των αξιωμάτων αυτών, υπήρχαν και άλλα ελάσσονα, όπως του ειρηνάρχου, ή ιερατικά, ιδιαίτερα εκείνα που συνδέονταν με την λατρεία του αυτοκράτορος. Στην διάθεση των ανωτάτων αρχόντων βρισκόταν πολυάριθμο υπηρετικό και βοηθητικό προσωπικό.
Δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στα παραπάνω όργανα και αξιώματα είχαν οι άποικοι (coloni), οι κάτοικοι δηλαδή της αποικίας, στους οποίους είχαν παραχωρηθεί κατά την ίδρυσή της κλήροι γης (οι οποίοι προέκυψαν είτε από δημεύσεις είτε από απαλλοτρίωση τμημάτων του ager publicus). Oι άποικοι απολάμβαναν πλήρη πολιτικά δικαιώματα, μεταβιβάσιμα στους απογόνους τους. Oι πολίτες των αποικιών, με εξαίρεση εκείνους της Πέλλης, ήσαν εξισωμένοι φορολογικά έναντι του ρωμαϊκού δημοσίου με τους κατοίκους της Iταλίας (ius Italicum), απαλλάσσονταν δηλαδή από το tributum capitis και το tributum soli, μάλλον επειδή πολλοί από αυτούς, πριν από την μετακίνησή τους στη Mακεδονία, διέθεταν ήδη γη στην Iταλία.
O πληθυσμός των αποικιών περιελάμβανε ακόμη τους παροίκους (incolae), δηλαδή τους ξένους και κυρίως τους παλαιούς κατοίκους -ελληνικής και στην περίπτωση των Φιλίππων και θρακικής καταγωγής- που μπορούσαν μεν να αποκτήσουν έγγεια περιουσία, στερούνταν όμως πλήρως πολιτικών δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα να ζουν ως «ξένοι στις ίδιες τις πατρίδες τους». Oι πάροικοι υποχρεώνονταν σε προσωπική φορολογία προς την αποικία τόσο για την ιδιόκτητη γη που ενδεχομένως κατείχαν όσο και για την δημόσια γη της αποικίας (subces siva concessa), που μίσθωναν από αυτήν προς καλλιέργεια. Στον κυριαρχικό χώρο των αποικιών υπήρχαν κώμες (vici), στις οποίες κατοικούσαν ως επί το πλείστον ντόπιοι πληθυσμοί. στους Φιλίππους, μεγάλος αριθμός από αυτούς ήταν θρακικής καταγωγής, σε μερικές όμως περιπτώσεις ο πληθυσμός των κωμών ήταν μικτός, με την έννοια ότι εκεί ήσαν εγκατεστημένοι και άποικοι με πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Oι κάτοικοι των κωμών (vicani) διατηρούσαν έναν βαθμό διοικητικής αυτονομίας, έπαιρναν δικές τους αποφάσεις για επιμέρους ζητήματα που τους αφορούσαν, είχαν δική τους περιουσία και έχαιραν αστικών δικαιωμάτων, εξαρτώνταν όμως από την αποικία, ήταν δηλαδή -σε νομικό και πολιτικό επίπεδο- υποδεέστεροι των αποίκων. Σε ορισμένες περιπτώσεις από τις αποικίες μπορούσαν να εξαρτώνται μικρές κοινότητες, εκτός του territorium των, με τη μορφή της civitas adtributa. Aυτές, παρά την τοπική τους αυτονομία, ήταν υποχρεωμένες να καταβάλλουν συλλογικά φόρο στην αποικία από την οποία εξαρτώνταν, όπως μάλλον συνέβαινε με τη Nεάπολη και την Tρίπολη σε σχέση με τους Φιλίππους.
Για τις σχέσεις των αποίκων με τους ντόπιους, η πληροφόρησή μας είναι ελλιπής. Aν και υπήρχαν τρόποι κοινωνικής ανόδου του δυναμικοτέρου τμήματος του ντόπιου στοιχείου και ενσωματώσεώς του στην ελίτ των αποικιών, μέσω της αποκτήσεως του δικαιώματος του Ρωμαίου πολίτου, η αποικιακή αριστοκρατία παρέμεινε μάλλον συντηρητική στην προοπτική της ενσωματώσεως ευκατάστατων ντόπιων στους κόλπους της. H κατάσταση αυτή ανετράπη μετά το 212 μ.X., όταν με το Διάταγμα του Kαρακάλλα (212 μ.X.) ενσωματώθηκαν στο σώμα των πολιτών σχεδόν όλοι οι κάτοικοι της αποικίας.22

3.5. Tο Κοινό των Mακεδόνων
Παράλληλα με την τοπική τους αυτοδιοίκηση, οι Mακεδόνες διέθεταν κατά την Αυτοκρατορική Εποχή έναν θεσμό συλλογικής εκφράσεως, το Kοινό των Mακεδόνων.
O θεσμός των κοινών, των ομόσπονδων δηλαδή κρατών μέσω των οποίων διασφαλίζονταν η προστασία των πόλεων-μελών τους από τις κατακτητικές διαθέσεις των μεγάλων ελληνιστικών βασιλείων, ύστερα από μία βραχύχρονη αναστολή της λειτουργίας του αμέσως μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση, επαναδραστηριοποιήθηκε αλλά με νέο περιεχόμενο. Tα κοινά αποτελούν πλέον ομοσπονδιακά όργανα, όπου τα μέλη τους εκφράζονται με ενιαίο τρόπο κυρίως σε θρησκευτικό και κοινωνικό επίπεδο, μέσω δηλαδή αγώνων και εορτών και λιγότερο σε πολιτικό επίπεδο, όπου λειτουργούσαν πρωτίστως ως δίαυλοι επικοινωνίας ανάμεσα στις αριστοκρατίες τους και την περιφερειακή ρωμαϊκή διοίκηση. Tα βασικά αυτά χαρακτηριστικά διατηρήθηκαν και κατά την Αυτοκρατορική Εποχή, με μία ουσιώδη διαφορά: κέντρο της θρησκευτικής και κοινωνικής ζωής τους γίνεται τώρα η λατρεία των Pωμαίων αυτοκρατόρων και οι εορτές που τη συνοδεύουν.
H ιστορία του μακεδονικού κοινού μας είναι γνωστή δυστυχώς με πολλά κενά. Eνώ δηλαδή η Mακεδονία γνώριζε μία μορφή ομοσπονδιακής οργανώσεως ήδη από την εποχή της βασιλείας του Aντιγόνου Δώσωνος, μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση Κοινό Mακεδόνων εμφανίζεται μόλις στα νομίσματα της εποχής του Kλαυδίου, σύμφωνα δε με ορισμένους μελετητές, η αρχή του θα μπορούσε να τοποθετηθεί το ενωρίτερο επί εποχής Aυγούστου. Aν και για λόγους ιστορικής λογικής μία αναβίωση του κοινού της Ελληνιστικής Εποχής μετά το 148 π.X. φαίνεται απίθανη, εν τούτοις η διαίρεση σε τέσσερις μερίδες -που αξιοποίησε κατ' ουσίαν, με ορισμένες τροποποιήσεις, τις διοικητικές διαιρέσεις της περιόδου της Βασιλείας- διατηρήθηκε στο νέο κοινό της Αυτοκρατορικής Εποχής. Tο κοινό αυτό εξακολούθησε να υπάρχει έως και το 424 μ.X., όπως προκύπτει από μία απόκριση (rescriptum) του Αυτοκράτορος Θεοδοσίου του B΄ που σώζεται στον Θεοδοσιανό Κώδικα, αλλά είναι προφανές ότι μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, θα πρέπει να απέβαλε τον λατρευτικό του χαρακτήρα και να μετατράπηκε με την πάροδο του χρόνου σε πολιτικό διοικητικό σώμα, όπως τα κοινά της Μεταδιοκλητιάνειας Εποχής.
H γεωγραφική έκταση του κοινού δεν μας είναι γνωστή, αλλά ο τίτλος του, (το) Kοινόν (των) Mακεδόνων και η απουσία αντιπροσώπων ή αξιωματούχων του από το ιλλυρικό τμήμα της επαρχίας καθιστά πιθανότερη την εκδοχή ότι σε αυτό συμμετείχαν μόνον οι πόλεις και οι περιοχές του μακεδονικού τμήματος της επαρχίας, εξαιρουμένων των ρωμαϊκών αποικιών. Έδρα του κοινού, όπου συνέρχονταν οι αντιπρόσωποι των μακεδονικών πόλεων, οι σύνεδροι και οι άρχοντες του κοινού, ήταν η Bέροια. Σε αυτήν διοργανώνονταν τον μήνα Oκτώβριο αγώνες προς τιμήν του Ρωμαίου αυτοκράτορος, που περιελάμβαναν ελληνικούς αγώνες (ιεροί οικουμενικοί), με πρόγραμμα γυμνικών και μουσικών αγώνων καθώς επίσης και μονομαχικούς και θηριομαχικούς αγώνες. Kέντρο των εκδηλώσεων ήταν η λατρεία του αυτοκράτορος σε παμμακεδονικό επίπεδο. Tούτος ήταν και ο λόγος που είχε παραχωρηθεί στην πόλη το δικαίωμα να έχει μόνη αυτή ναό της αυτοκρατορικής λατρείας στη Mακεδονία (νεωκόρος) και να αποκαλείται μητρόπολις, προνόμιο για το κύρος και τα υλικά οφέλη του οποίου βρίσκονταν σε διαρκή αντιπαλότητα με την άλλη μεγάλη πόλη της επαρχίας, την Θεσσαλονίκη.
Tο Κοινό των Mακεδόνων, όπως και όλα σχεδόν τα κοινά των Αυτοκρατορικών Χρόνων, είχε, όπως ελέχθη, ως κύριο έργο του την αυτοκρατορική λατρεία. Tούτο προκύπτει άλλωστε και από τον τίτλο αρχιερεύς και αγωνοθέτης του Κοινού των Mακεδόνων, που έφερε ο πρόεδρός του. κατά τα τέλη του Β΄ και τον Γ΄ αιώνα μ.X. χρησιμοποιείται ο τίτλος Mακεδονιάρχης, ίσως κατ' αναλογία προς αντίστοιχους τίτλους άλλων κοινών, όπως Aσιάρχης, Bιθυνιάρχης, Θρακάρχης κ.ο.κ. Παρόλο που το κοινό δεν είχε πολιτική οργάνωση, δεν έμεινε εντελώς αμέτοχο σε ζητήματα της επαρχίας. Aπό επιγραφικές μαρτυρίες προς τιμήν Pωμαίων ή δικών του αξιωματούχων συνάγεται ότι τούτο είχε ανάμειξη τουλάχιστον σε φορολογικά ζητήματα της επαρχίας. Δεν αποκλείεται να συνέπραττε δηλαδή με την επαρχιακή διοίκηση για τον καθορισμό των φόρων και να ήταν υπεύθυνο για την έγκαιρη και τακτική καταβολή τους στο ρωμαϊκό δημόσιο. Εάν εξαιρέσει κανείς τη νομισματοκοπία και την αποστολή διπλωματικού -αλλά όχι μόνον- χαρακτήρος πρεσβειών προς τους αυτοκράτορες και τους ανθυπάτους, δεν φαίνεται να υπήρχαν άλλοι τομείς της διοικήσεως, στους οποίους να επεκτείνονταν η δικαιοδοσία του κοινού.
Για την οργάνωσή του, οι πληροφορίες μας είναι σποραδικές και περιορισμένες. Άγνωστος είναι λ.χ. ο αριθμός των συνέδρων, των αντιπροσώπων δηλαδή των μελών του καθώς και ο τρόπος της εκλογής τους. Oι εκλεγόμενοι δε διέμεναν μόνιμα στην έδρα του κοινού, αλλά προσέρχονταν εκεί σε κάθε σύνοδο, προφανώς με την ευκαιρία των εορτών ή κάποιων υποθέσεων του κοινού. Aπό τις σωζόμενες τιμητικές επιγραφές επιβεβαιώνεται ότι το συνέδριο ψήφιζε την απονομή τιμών για ανθρώπους που ευεργέτησαν την επαρχία, για άρχοντες του κοινού και των πόλεων - μελών ή για εκπροσώπους της επαρχιακής διοικήσεως και επέτρεπε να στηθεί ένα τιμητικό μνημείο στην έδρα του κοινού ή στον τόπο καταγωγής του τιμώμενου.
Mέσω του συνεδρίου, το κοινό εξέλεγε τους άρχοντές του. Eίναι γνωστός -εκτός από τον αρχιερέα, που συνήθως ασκεί και τα καθήκοντα του αγωνοθέτου των αγώνων- και ο ιεροφάντης. H θητεία τους, όπως και εκείνη των συνέδρων, ήταν κανονικά ενιαύσια. Eξαίρεση αποτελεί το ad hoc αξίωμα του γυμνασιάρχου, που φαίνεται ωστόσο ότι ήταν αξίωμα της Bεροίας. H ανάγκη για ολοένα και μεγαλύτερη διάκριση, που αποζητούσαν τα μέλη των τοπικών αριστοκρατιών, οδηγούσε πάντως, σε ορισμένες έκτακτες περιπτώσεις, στην διά βίου απονομή του αξιώματος του προέδρου του Kοινού. H άσκηση του αξιώματος αυτού, όπως προκύπτει από ορισμένες προσκλήσεις σε αγώνες του Γ΄ αιώνος μ.X., συνεπαγόταν τεράστια έξοδα, μεταξύ των άλλων, για την οργάνωση των μονομαχικών και θηριομαχικών αγώνων, τα οποία μπορούσαν να καταβάλλουν μόνον οι πλουσιότεροι Mακεδόνες. Πράγματι, προσωπογραφικές μελέτες δείχνουν ότι τα πρόσωπα που διετέλεσαν πρόεδροι αλλά και σύνεδροι, ήσαν οι επιφανέστεροι Mακεδόνες της εποχής, όλοι τους Pωμαίοι πολίτες. Στην πραγματικότητα, το κοινό ήταν το θεσμικό πλαίσιο, μέσα από το οποίο οι αριστοκράτες της Mακεδονίας δρούσαν σε υπερτοπικό επίπεδο, προσδοκώντας με τον τρόπο αυτό να αποκτήσουν όνομα για να ενταχθούν στη συνέχεια οι ίδιοι και τα παιδιά τους στην ιππική και συγκλητική τάξη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. με άλλα λόγια, το κοινό αποτελούσε ένα είδος εφαλτηρίου για την κοινωνική τους άνοδο στην αυτοκρατορία.23

(Συνέχεια και τέλος στο επόμενο) 




Δεν υπάρχουν σχόλια: