Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Πώς χειρίστηκε ο Ηρόδοτος τις ξένες γλώσσες;



Πώς χειρίστηκε ο Ηρόδοτος 

τις ξένες γλώσσες που αντιμετώπισε;


Μανόλης Μανδαμαδιώτης
(απόφοιτος Κλασικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών)

Ε μ π ο ρ ι κ έ ς  Σ χ έ σε ι ς
Από τη δεύτερη χιλιετία προ Χριστού, το πλέγμα των εμπορικών σχέσεων, που παγίωσαν οι Ασσύριοι στην περιοχή της Ανατολίας, βοήθησε τη διάδοση του πολιτισμού της Μεσοποταμίας στην ευρύτερη περιοχή.
Επιπλέον, οι εμπορικές σχέσεις των Ελλήνων με τους Φοίνικες, όπως αναφέρεται στην Οδύσσεια και αποδεικνύεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα, οδήγησαν στη διάδοση μυθολογικών και λογοτεχνικών μοτίβων αμφίδρομα. Ιδιαίτερα στο Ugarit, παρατηρήθηκαν όχι μόνο εμπορικές συναλλαγές με το Αιγαίο Πέλαγος αλλά και κάποιου είδους εγκατάσταση, κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο, σε περιοχές όπως η Κρήτη, τα Δωδεκάνησα, η Εύβοια και η Αθήνα. Επιπρόσθετα, τα δείγματα της κεραμικής, που βρέθηκαν στη Σαρδηνία, υπογραμμίζουν τις εκτεταμένες εμπορικές σχέσεις, που είχαν δημιουργηθεί ανάμεσα στους Έλληνες και τους Φοίνικες.
Ωστόσο, μόνιμες και ευρύτερες πολιτισμικές επιδράσεις καταγράφηκαν από την πρώτη χιλιετία και μετά, όταν ιδρύθηκαν σταθεροί εμπορικοί σταθμοί και σημειώθηκαν μόνιμες εγκαταστάσεις τεχνιτών και εμπόρων στις εμπλεκόμενες με το εμπόριο περιοχές.
Ο ελληνορωμαϊκός κόσμος δέχτηκε μύθους και επιστημονικές γνώσεις από λαούς της Ανατολής και της Αιγύπτου, χωρίς, ωστόσο, να καταδεικνύεται ο ακριβής τρόπος ανταλλαγής των στοιχείων. Τα ταξίδια, οι εμπορικές συναλλαγές και οι πόλεμοι έφεραν κοντά λαούς διαφορετικής εθνολογικής προέλευσης από τους οποίους, οι Έλληνες, τουλάχιστον, δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον να μάθουν κάποια ξένη γλώσσα. Οι Επικούρειοι, εξάλλου, υποστήριζαν ότι μόνο η ελληνική γλώσσα μπορούσε να εκφράσει ολοκληρωμένα τα νοήματα της ανθρώπινης νόησης, πεποίθηση που ενισχυόταν και από το γεγονός ότι η Ελλάδα, την εποχή εκείνη, αποτελούσε το πνευματικό κέντρο του τότε γνωστού κόσμου. Θα χρειαστεί να περάσουν αρκετές δεκαετίες, μέχρι την έναρξη δηλαδή της ελληνιστικής εποχής, κατά την οποία οι Έλληνες ασχολήθηκαν με θέματα που αφορούσαν τη γλώσσα, δίνοντας έμφαση στη γραμματική, τη δομή και το λεξιλόγιο.

L i n g u a  f r a n c a
Οι δεσμοί, που ένωσαν την Ασία με την Ευρώπη καθώς και με τη Βόρεια Αφρική, και παγιώθηκαν είτε ως εμπορικές συναλλαγές είτε ως πολιτισμικές αλληλεπιδράσεις οδήγησαν στην καθιέρωση, ήδη από τη δεύτερη χιλιετία προ Χριστού, της «lingua franca», η οποία επέτρεψε την επικοινωνία ανάμεσα σε λαούς, των οποίων η γλώσσα ήταν διαφορετική.
Η αρχή έγινε με τα Ακκαδικά, τα οποία αποτέλεσαν την πρώτη lingua franca, πριν δώσουν τη σειρά τους στα Αραμαϊκά, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ευρέως κατά τη διάρκεια της πρώτης χιλιετίας προ Χριστού.
Τα Ακκαδικά γράφονταν από τα δεξιά προς τα αριστερά και στηρίζονταν στη λογοσυλλαβική σφηνοειδή γραφή, που επινοήθηκε για τη γραφή των Σουμερικών. Μορφές ακκαδικής γραφής εμφανίζονται σε κείμενα του 26ου αιώνα. Αρχικά, χρησιμοποιήθηκαν στη συγγραφή βασιλικών κειμένων, αλληλογραφίας, νομικών εγγράφων και λογοτεχνικών έργων. Συνοπτικά, οι ακκαδικές διάλεκτοι ονομάζονται Παλαιο-Ακκαδικά. Κατόπιν, οι διάλεκτοι της Ασσυρίας στη Νότια Μεσοποταμία διαχωρίζονται από τις βαβυλώνιες διαλέκτους στο Νότο. Τόσο στα Βαβυλωνιακά όσο και στα Ασσυριακά έγιναν διαχωρισμοί βάσει των χρονολογιών.
Παράλληλα με τα Αραμαϊκά, τα Φοινικικά αποτέλεσαν τη δεύτερη περισσότερο διαδεδομένη γλώσσα στην περιοχή της Κιλικίας και της Καππαδοκίας από τον 9ο μέχρι τον 7ο αι. π.Χ. Την ίδια περίοδο, τα Ελληνικά χρησιμοποιήθηκαν, ως «lingua franca» περιορισμένης διάδοσης, στις περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου.

Γ λ ώ σ σ ε ς
Η εκτεταμένη χρήση των Αραμαϊκών δεν μπόρεσε να εκτοπίσει τις τοπικές διαλέκτους, οι οποίες συνέχιζαν να χρησιμοποιούνται ευρέως σε ιδιωτικά καθώς επίσης και στα επίσημα έγγραφα, που στέλνονταν από την κεντρική διοίκηση. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι ο Αιγυπτιακός κώδικας της δικονομίας είχε γραφτεί τόσο στα Αραμαϊκά όσο και στη δημοτική μορφή της γλώσσας, που χρησιμοποιούσαν εκείνη την εποχή. Ακόμη και οι επιγραφές, που χαράσσονταν στα περικάρπια των δούλων, γράφονταν ταυτόχρονα στα Αραμαϊκά και τα Ακκαδικά.  Αυτές οι περιπτώσεις διγλωσσίας, που φυσικά δεν ήταν μοναδικές, δικαιολογούν την τακτική αρκετών ποιητών να συνθέτουν ποιήματα και στη μία και στην άλλη γλώσσα, γεγονός που βοήθησε στην ανταλλαγή λογοτεχνικών μοτίβων, ανάμεσα στους λαούς που αποτέλεσαν την Περσική Αυτοκρατορία.
Οι Έλληνες, από την άλλη μεριά, των οποίων η εθνολογική σύσταση ήταν ιδιαίτερα ομοιογενής, επιτρέποντας μόνο περιορισμένες διαλεκτικές διαφοροποιήσεις, δεν έμπαιναν στη διαδικασία να μάθουν ξένες γλώσσες και αναγκάζονταν να καταφύγουν είτε σε Έλληνες, που ζούσαν στα ξένα κράτη, είτε σε διερμηνείς, οι οποίοι επαγγελματικά πλέον έδιναν λύση στην ανάγκη επικοινωνίας αλλόγλωσσων ατόμων. Ιδιαίτερα την εποχή, που ταξίδεψε ο Ηρόδοτος και συνέγραψε τα κεφάλαια των Ιστοριών του, δηλαδή στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., στην Περσική Αυτοκρατορία επικρατούσαν τα Ακκαδικά και τα Αραμαϊκά, διαιρεμένα στις διαλέκτους τους, ανάλογα με τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, όπως φαίνεται στο παρακάτω διάγραμμα:


(Κάντε κλικ επάνω στην εικόνα για μεγέθυνση)


(Κάντε κλικ επάνω στην εικόνα για μεγέθυνση)

Π ο λ ι τ ι σ μ ι κ έ ς α λ λ η λ ε π ι δ ρ ά σ ε ι ς
Οι γλωσσικοί φραγμοί που υπερνικήθηκαν λόγω της «lingua franca» και η επεκτατική πολιτική των Ελλήνων στην ανατολική Μεσόγειο συνδυάστηκε με την εξάπλωση των Ασσυρίων στην περιοχή της Ασίας και, τελικά, προκάλεσε την ανταλλαγή στοιχείων πολιτισμού ανάμεσα στα δύο έθνη.
Εξάλλου, από την Εποχή του Χαλκού, πραγματοποιούνταν μακρινά, για τα δεδομένα της εποχής, ταξίδια, τα οποία έφερναν στις αυλές των βασιλιάδων φημισμένους αοιδούς, δημιουργούς ή θεραπευτές, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν την πρόσκληση του βασιλιά για να εδραιώσουν τη φήμη τους.
Εκτός, όμως, από τους εντεταλμένους των θεών (δηλ. τους αοιδούς, τους δημιουργούς και τους θεραπευτές) Έλληνες προσλαμβάνονταν ως μισθοφόροι στον ασσυριακό στρατό από την Αρχαϊκή Εποχή, συμμετέχοντας με τον τρόπο αυτό, στην πολιτισμική ανταλλαγή.
Συχνοί, επίσης, ήταν και οι γάμοι ανάμεσα σε άτομα διαφορετικής εθνότητας. Ιδιαίτερα στην Εγγύς Ανατολή, η σύναψη γάμων ανάμεσα σε άτομα διαφορετικής εθνότητας ήταν μία πάγια τακτική εδραίωσης συμφωνιών, που αφορούσαν κράτη διαφορετικής γλώσσας και γενικότερα πολιτισμικού υποβάθρου.
Στους γάμους αυτού του είδους, συνήθως, η γυναίκα ξενιτευόταν και μεγάλωνε τα παιδιά της μόνη της ή με τη βοήθεια κάποιας παιδαγωγού, η οποία καταγόταν επίσης από ξένη χώρα. Τα παιδιά, που ανατρέφονταν με τον τρόπο αυτό, κατέληγαν να χρησιμοποιούν δύο γλώσσες κατά την επικοινωνία τους με τους άλλους (διγλωσσία), γεγονός που επέτεινε και η συνήθεια των ξενόφερτων παιδαγωγών να διηγούνται στα παιδιά ιστορίες φερμένες από την πατρίδα τους και όχι κάποιον από τους γνωστούς ελληνικούς μύθους. 

Η ρ ό δ ο τ ο ς – Π ε ρ σ ι κ ή Α υ τ ο κ ρ α τ ο ρ ί α
Το παραπάνω ιστορικό – πολιτισμικό πλαίσιο επέδρασε καθοριστικά στην ανάπτυξη του Ηροδότου, ο οποίος, όντας γνήσιο τέκνο ενός τέτοιου πολιτισμικού σταυροδρομιού, όπως υπήρξε η Αλικαρνασσός, ήρθε από νωρίς σε επαφή με ξένους πολιτισμούς και, φυσικά, με ξένες γλώσσες, των οποίων τις ιδιομορφίες κλήθηκε να αντιμετωπίσει κατά τη διάρκεια της συγγραφής των «Ιστοριών» του.
Παρ’ όλο που ο τίτλος που δόθηκε στο έργο του Ηροδότου από τους Αλεξανδρινούς φιλολόγους είναι «ροδότου Μοσαι», ο Ηρόδοτος μοιάζει να προτίμησε τον τίτλο «στορίης πόδεξις» ή, περισσότερο εύστοχα, όπως θα μπορούσε να συμπληρώσει κάποιος σύγχρονος μελετητής, «Περσικά» ή «Μηδικά», βάσει του περιεχομένου των 9 βιβλίων των Ιστοριών του Ηροδότου. Ανεξάρτητα από τους τίτλους, είτε πρόκειται για παλαιότερες ή νεότερες απόπειρες ονοματοθεσίας, ο Ηρόδοτος ασχολείται με τους Μηδικούς πολέμους ή, αλλιώς, με τις συγκρούσεις των Ελλήνων και των Περσών κατά τη διάρκεια των ετών 494 μέχρι και 479 π.Χ. (δηλαδή από την έναρξη της Ιωνικής Επανάστασης μέχρι και την κατάληψη του περσικού φρουρίου της Σηστού από τους Αθηναίους).
Η ιστορική αναδρομή του Ηρόδοτου ξεκινά από το 560 π.Χ., όταν ο Κροίσος, βασιλιάς των Λυδών, υπέταξε τους Έλληνες της Μ. Ασίας και, κατόπιν, νικήθηκε από το βασιλιά των Περσών Κύρο, που κατάφερε να υποτάξει τη Βαβυλωνία, δημιουργώντας έτσι τη Μεγάλη Περσική Αυτοκρατορία. Αργότερα, ο Καμβύσης υπέταξε και την Αίγυπτο, λίγο πριν τα σκήπτρα της εξουσίας παραδοθούν στο Δαρείο, ο οποίος οργάνωσε διοικητικά την Περσία και έθεσε κάτω από την υποταγή του τους Σκύθες καθώς και τους Θράκες και Μακεδόνες, επεκτείνοντας τα όρια της αυτοκρατορίας του μέχρι τη σημερινή Θεσσαλία. Στα χρόνια του Δαρείου επιταχύνθηκε η προσπάθεια ενοποίησης της Περσικής Αυτοκρατορίας, χωρίς, ωστόσο, να χαθούν οι τοπικές παραδόσεις και διάλεκτοι.
Η σύντομη αυτή ιστορική αναφορά καταδεικνύει την πολυπολιτισμικότητα της Περσικής Αυτοκρατορίας, η οποία στους κόλπους της συγκέντρωνε τρεις θεμελιώδεις πολιτισμούς (ασσυριακό, βαβυλώνιο και αρχαίο αιγυπτιακό) και εκατομμύρια κατοίκους, οι οποίοι διασπείρονταν στην αχανή της έκταση, που οριοθετούσαν ο Καύκασος, ο Εύξεινος Πόντος, η Μακεδονία, η Μεσόγειος Θάλασσα, ο Περσικός Κόλπος, η Κασπία Θάλασσα μέχρι και η Ινδία.
Ο Ηρόδοτος δε θεωρούσε τους Πέρσες βάρβαρους και απολίτιστους, όπως θεωρούσε τους αρχαίους Αιγυπτίους, και πίστευε ότι μπορούσαν να σκεφτούν το ίδιο πολύπλοκα με τους Έλληνες, σε σημείο, μάλιστα, που να μπορούν να κατανοήσουν τη θεμελιώδη, για τον ελληνικό τρόπο σκέψης, έννοια της «ύβρεως». Απόδειξη της εκτίμησης, που έτρεφε ο Ηρόδοτος για τους Πέρσες, αποτελούν τα 207 βιβλία που τους αφιέρωσε ενώ από τα υπόλοιπα των Ιστοριών του τα 181 αφιερώθηκαν στους Αιγυπτίους και τα 960 στους Έλληνες.
Στις Ιστορίες του Ηροδότου δεν περιέχονται μόνο πορίσματα αυτοψίας αλλά κυρίως πληροφορίες για σεισμούς, για την κατασκευή μεγάλων έργων καθώς και ποικίλα κλιματολογικά, λαογραφικά, γεωγραφικά και στατιστικά στοιχεία, τα οποία συνθέτουν ένα ετερογενές υλικό, συχνά, σκανδαλιστικά ανακριβές. Καίρια θέση στην αφήγησή του κατέχουν οι δημηγορίες, οι οποίες μας δίνουν ενδείξεις για τον τρόπο που αντιλαμβανόταν ο Ηρόδοτος τις ξένες γλώσσες αφενός και αφετέρου αποτελούν το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο ιστορικό έργο του Ομήρου, του Ηροδότου και του Θουκυδίδη.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο Ηρόδοτος, αξιοποιώντας κάποιες ενδείξεις, υπέθετε τα λόγια των δημηγοριών δεδομένου ότι οι περισσότερες από αυτές ήταν διατυπωμένες σε γλώσσα διαφορετική από την ελληνική, η οποία ήταν η μοναδική γλώσσα που γνώριζε ο Ηρόδοτος.
Για τις υπόλοιπες περιπτώσεις, και όπου οι συνθήκες το επέτρεπαν, ο Ηρόδοτος δέχθηκε τη βοήθεια επαγγελματιών διερμηνέων ή και, ακόμη, μισθοφόρων, που βρίσκονταν στην περιοχή και προέρχονταν από την Ελλάδα, καθώς και απλών ανθρώπων, οι οποίοι βρίσκονταν μακριά από την πατρίδα τους και είχαν μάθει στο μεταξύ κάποια από τις γλώσσες των χωρών προορισμού του Ηρόδοτου.
Με τον τρόπο αυτό προέκυψε ο μακρύς κατάλογος των δημηγοριών, που περιέχονται στα βιβλία των Ιστοριών του Ηροδότου και κυρίως στο Α΄ και στο Ε΄ βιβλίο, και καταδεικνύουν την ικανότητα του συγγραφέα να παρακάμψει τις αρχικά πολλές δυσκολίες στην καταγραφή αλλόγλωσσων δημηγοριών και να τις παρουσιάσει, αξιοποιώντας τις ικανότητές του ως ιστορικός αλλά και ταυτόχρονα τη λογοτεχνική του δεινότητα.


                                                                                                           

Δεν υπάρχουν σχόλια: