Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Το Συνέδριο του Βερολίνου (1878)


Το Συνέδριο του Βερολίνου (1)

H αναθεώρηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου(*) ανατέθηκε στο διεθνές Συνέδριο του Βερολίνου, το οποίο κατέληξε να μηδενίσει σχεδόν τα κέρδη της Ρωσίας επί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
___________________________________
(*) Ο Άγιος Στέφανος (Ayastefanos μέχρι το 1926, σήμερα Yeşilköy = πράσινο χωριό στα τουρκ.) είναι τοποθεσία στα ΝΔ της Κωνσταντινούπολης. Παλαιότερα ήταν παραθαλάσσιος οικισμός και θέρετρο, ιδίως για τους Έλληνες της Πόλης. Σήμερα, με τη ραγδαία αύξηση του πληθυσμού έχει ενωθεί με το ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα της Πόλης και αποτελεί προάστιό της. Εκεί βρίσκεται και το Διεθνές Αεροδρόμιο Ατατούρκ της Κωνσταντινούπολης.

Ρωσοτουρκικές Συνθήκες ως το Συνέδριο του Βερολίνου
Ζωηρή ανησυχία είχε προξενήσει στις δυτικές δυνάμεις, ιδιαίτερα στην Αγγλία και στην Αυστρία, η έκβαση του τελευταίου από τους πολλούς ως τότε ρωσοτουρκικούς πολέμους, το 1877-78. H Τουρκία είχε υποστεί δεινή ήττα και τα ρωσικά στρατεύματα είχαν απειλήσει την Κωνσταντινούπολη. Από την πλεονεκτική της θέση η Ρωσία, με τη συνθήκη που υπογράφτηκε τον Μάρτιο του 1878 στον Άγιο Στέφανο, είχε επιβάλει στην Τουρκία βαρύτατους όρους για εδαφικές παραχωρήσεις υψίστης πολιτικής σημασίας.
H εφαρμογή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου θα είχε πολύ ευρύτερες συνέπειες από την ταπείνωση και τον ακρωτηριασμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Θα ανέτρεπε άρδην τις γεωπολιτικές ισορροπίες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη πραγματοποιώντας παλαιά επεκτατικά όνειρα της Ρωσίας και εξασφαλίζοντάς της ισχυρά πλεονεκτήματα απέναντι στις δυτικές δυνάμεις. Με άλλα λόγια, θα έδινε εξαιρετικά δυσμενή για αυτές τροπή στο περιβόητο Ανατολικό Ζήτημα, το οποίο εξέφραζε τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς των Μεγάλων Δυνάμεων για την τύχη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αν η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρεε, πράγμα που το καθιστούσε ολοένα πιθανότερο η προϊούσα παρακμή της, στις περιοχές που την αποτελούσαν θα προέκυπτε κενό εξουσίας. Ζωτική ανάγκη για την καθεμία από τις Μεγάλες Δυνάμεις αποτελούσε να μην επιτρέψει σε μία ή περισσότερες από τις υπόλοιπες να επωφεληθούν δυσανάλογα από αυτό το κενό. H ανάγκη αυτή καθόριζε και την πολιτική τους απέναντι στα γεγονότα που θα μπορούσαν να βλάψουν υπέρμετρα την ισχύ και την ακεραιότητα του κράτους των σουλτάνων. Αν έκριναν ότι τα γεγονότα θα εξελίσσονταν προς όφελός τους, τα υποβοηθούσαν. Αν διαπίστωναν ότι οι εξελίξεις θα ευνοούσαν κάποια άλλη δύναμη, μεταβάλλονταν σε προμάχους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εξάλλου δεν έλειψαν οι περιπτώσεις όπου κάποιες από τις Μεγάλες Δυνάμεις είχαν σκεφθεί και συμφωνήσει μεταξύ τους, μυστικά συνήθως, να διαμελίσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία και να μοιραστούν τα κομμάτια της. Αλλά στη μακρά ιστορία του Ανατολικού Ζητήματος η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, αν εφαρμοζόταν, θα ήταν η καταφανέστερη ίσως περίπτωση μονομερούς απολαβής των καρπών της τουρκικής αδυναμίας.
Οι δυτικές δυνάμεις αισθάνθηκαν ότι δεν μπορούσαν και δεν έπρεπε να το επιτρέψουν αυτό. Ασκώντας πίεση που έφθανε ως την απειλή του πολέμου κατά της Ρωσίας, η οποία αδυνατούσε να αντιταχθεί δυναμικά λόγω της εξάντλησης των δυνάμεών της από τον πόλεμο που είχε μόλις λήξει, απαίτησαν και πέτυχαν την αναθεώρηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου.
Το έργο αυτό, η αναθεώρηση, ανατέθηκε στο διεθνές Συνέδριο του Βερολίνου, το οποίο κατέληξε να μηδενίσει σχεδόν τα κέρδη της Ρωσίας από τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου.

Επικίνδυνες σχέσεις
Οι δύο αυτοκρατορίες, η ρωσική και η οθωμανική, είχαν και άλλες φορές στο παρελθόν αναμετρηθεί στα πεδία των μαχών, αν και οι σχέσεις τους είχαν επίσης γνωρίσει περιόδους σύμπνοιας. H Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ανέκαθεν ο κυριότερος στόχος των προσπαθειών της Ρωσίας για εδαφική επέκταση. Ως έναν βαθμό η πολιτική της αυτή ενισχυόταν από θρησκευτικά κίνητρα, από τη ρομαντική επιθυμία να απελευθερωθεί η Κωνσταντινούπολη, η ιερή πόλη της Ορθοδοξίας. Πολύ επιτακτικότερη όμως ήταν η ανάγκη της Ρωσίας να αποκτήσει στον Εύξεινο Πόντο έξοδο για τις εξαγωγές των σιτηρών της. Σε μερικές περιόδους η Ρωσία επεδίωκε να δεσπόζει της Τουρκίας ως ισχυρός σύμμαχος. Οταν αυτή η πολιτική της απέδιδε, υποστήριζε την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και δεν προέβαλλε εδαφικές απαιτήσεις. Οταν η πολιτική της δεν απέδιδε, η Ρωσία υπονόμευε την Τουρκία, είτε έμμεσα, υποστηρίζοντας τις εξεγέρσεις των υπόδουλων βαλκανικών λαών, είτε άμεσα, πολεμώντας εναντίον της. Οι πόλεμοι της Ρωσίας εναντίον της Τουρκίας αναπτέρωναν τις ελπίδες των υπόδουλων χριστιανών, οι οποίοι προσδοκούσαν ότι η νίκη της μεγάλης ομόδοξης δύναμης θα επέφερε και την πραγματοποίηση των δικών τους εθνικών πόθων. Σπεύδοντας να σταθούν στο πλευρό της εξεγείρονταν κατά του οθωμανού δυνάστη. Οταν τα συμφέροντά της επέβαλλαν στη Ρωσία ελιγμούς και αλλαγή πολιτικής, οι εξεγερμένοι αφήνονταν στο έλεος του δυνάστη, συχνά με φρικαλέα για αυτούς αποτελέσματα. Οι υπόδουλοι Ελληνες είχαν βρεθεί σε αυτή την κατάσταση περισσότερες από μία φορές.
Χαρακτηριστικό σύμπτωμα ειρηνικής συμβίωσης ανάμεσα στη Ρωσία και στην Τουρκία υπήρξε η Συνθήκη του Ουνκιάρ Σκελεσί, η οποία υπογράφτηκε από τις δύο χώρες τον Ιούλιο του 1833 και προέβλεπε την παροχή βοήθειας μεταξύ τους αν το ένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη δεχόταν επίθεση από τρίτη δύναμη. Με μυστικό όρο της συνθήκης η Τουρκία απαλλασσόταν από αυτή την υποχρέωση εφόσον θα έκλεινε τα στενά των Δαρδανελίων για τα ξένα πολεμικά πλοία.
Πολύ περισσότερα ωστόσο είναι τα αξιομνημόνευτα παραδείγματα εχθρικής προσέγγισης ανάμεσα στις δύο χώρες.

Ιστορικό πολέμων
H μεγάλη επέκταση της Ρωσίας προς ανατολάς κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα είχε μολοντούτο αφήσει τις ακτές του Ευξείνου Πόντου στα χέρια των οθωμανών σουλτάνων και των υποτελών τους χάνων της Κριμαίας.
Οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι είχαν κυριότερη αιτία τις απόπειρες της Ρωσίας να εκμεταλλευθεί την αυξανόμενη αδυναμία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να αποκτήσει διέξοδο στα θερμά νερά του Ευξείνου Πόντου και, σε μεταγενέστερα στάδια, να κατακτήσει τον Καύκασο, να κυριαρχήσει στη Βαλκανική Χερσόνησο, να θέσει υπό τον έλεγχό της τα στενά των Δαρδανελίων και του Βοσπόρου και να εξασφαλίσει πρόσβαση στις παγκόσμιες εμπορικές οδούς.
Οι πόλεμοι είχαν αποτέλεσμα την επέκταση των συνόρων της Ρωσίας νότια ως τον Εύξεινο Πόντο και τον Καύκασο και νοτιοδυτικά ως τον ποταμό Προύθο, που τη χώριζε από τις τουρκοκρατούμενες Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, τη Μολδοβλαχία, την κατοπινή Ρουμανία. Οι πόλεμοι είχαν επίσης συνέπεια την αύξηση της ρωσικής επιρροής στις οθωμανικές περιοχές.
Θέατρο των επιχειρήσεων του πρώτου πολέμου, 1676-81, ο οποίος δεν είχε θετικό αποτέλεσμα για τη Ρωσία, ήταν η Ουκρανία δυτικά του ποταμού Δνείπερου. H Ρωσία επανήλθε το 1687 και το 1689 με ανεπιτυχείς επιδρομές στην Κριμαία. Κατά τον πόλεμο του 1695-96 οι δυνάμεις του τσάρου της Ρωσίας Πέτρου A' του Μεγάλου κατέλαβαν το Αζόφ.
Το 1710 η Τουρκία πήρε μέρος στον Βόρειο Πόλεμο μεταξύ Ρωσίας, Δανίας και Σαξονίας-Πολωνίας από τη μια, και Σουηδίας από την άλλη, και όταν η απόπειρα του Μεγάλου Πέτρου να απελευθερώσει τα Βαλκάνια από την τουρκική κυριαρχία κατέληξε σε ήττα στον ποταμό Προύθο το 1711, ο τσάρος υποχρεώθηκε να επιστρέψει το Αζόφ στην Τουρκία.
Νέος πόλεμος ξέσπασε το 1735, με τη Ρωσία και την Αυστρία σύμμαχες κατά της Τουρκίας. Οι Ρώσοι εισέβαλαν με επιτυχία στη Μολδαβία, αλλά οι Αυστριακοί ηττήθηκαν, με αποτέλεσμα η Ρωσία να μην κερδίσει σχεδόν τίποτε από τη Συνθήκη του Βελιγραδίου (18 Σεπτεμβρίου 1739).
Ο πρώτος μεγάλος ρωσοτουρκικός πόλεμος, του 1768-74, ξέσπασε όταν η Τουρκία απαίτησε να πάψει η αυτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη B' η Μεγάλη να επεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις της Πολωνίας. Οι Ρώσοι κατήγαγαν εντυπωσιακές νίκες επί των Τούρκων. Κατέλαβαν το Αζόφ, την Κριμαία και τη Βεσσαραβία, και υπό τον στρατάρχη Π.A. Ρουμιάντσεφ επέδραμαν στη Μολδαβία και νίκησαν τους Τούρκους στη Βουλγαρία. Οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να ζητήσουν ειρήνη και στις 21 Ιουλίου 1774 υπογράφτηκε η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή. Με τη συνθήκη αυτή το χανάτο της Κριμαίας αποκτούσε την ανεξαρτησία του από τον σουλτάνο, τα νότια σύνορα της Ρωσίας προχωρούσαν ακόμη νοτιότερα, η Ρωσία εξασφάλιζε το δικαίωμα να διατηρεί στόλο στον Εύξεινο Πόντο και της αναγνωρίζονταν ασαφή δικαιώματα προστασίας των χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου σε όλη τη Βαλκανική Χερσόνησο.

Περαιτέρω επέκταση
H Ρωσία ήταν τώρα σε ισχυρή θέση ώστε να επιχειρήσει περαιτέρω επέκταση και το 1783 η Μεγάλη Αικατερίνη προσήρτησε χωρίς προσχήματα τη Χερσόνησο της Κριμαίας. Ακολούθησε νέος πόλεμος το 1787, με την Αυστρία πάλι στο πλευρό της Ρωσίας (ως το 1791). Υπό τον στρατηγό A.B. Σουβόροφ οι Ρώσοι νίκησαν σε πολλές μάχες, με αποτέλεσμα σημαντικά εδαφικά κέρδη στις περιοχές των ποταμών Δνείστερου και Δούναβη. H Τουρκία αναγκάστηκε να υπογράψει τη Συνθήκη του Ιασίου, στις 9 Ιανουαρίου 1792, με την οποία παραχωρούσε στη Ρωσία τα επί της Δυτικής Ουκρανίας παράλια του Ευξείνου Πόντου.
Ο επόμενος ρωσοτουρκικός πόλεμος άρχισε ουσιαστικά το 1806, αλλά στην αρχική του φάση οι εχθροπραξίες ήταν ακατάστατες, δεδομένου ότι η Ρωσία, λόγω των αβέβαιων σχέσεών της με τη ναπολεόντεια Γαλλία, δεν ήταν πρόθυμη να συγκεντρώσει μεγάλες δυνάμεις κατά της Τουρκίας. Οταν όμως το 1811 το ενδεχόμενο ρωσογαλλικού πολέμου εμφανίστηκε περισσότερο συγκεκριμένο, η Ρωσία επεδίωξε γρήγορη λύση στα νότια σύνορά της. H επιτυχής εκστρατεία του στρατάρχη M.I. Κουτούζοφ το 1811-12 υποχρέωσε την Τουρκία, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Μαΐου 1812), να παραχωρήσει στη Ρωσία τη Βεσσαραβία.
H Ρωσία είχε πλέον εξασφαλίσει ολόκληρη τη βόρεια ακτή του Ευξείνου Πόντου. Με τους επόμενους πολέμους της κατά της Τουρκίας επεδίωξε να αποκτήσει επιρροή στην τουρκοκρατούμενη Βαλκανική Χερσόνησο, να εξασφαλίσει τον έλεγχο των στενών των Δαρδανελίων και του Βοσπόρου και να επεκταθεί στον Καύκασο.
Κατά τον πόλεμο του 1828-29 οι ρωσικές δυνάμεις προήλασαν στη Βουλγαρία, στον Καύκασο και στη Βορειοανατολική Μικρά Ασία. H Τουρκία ζήτησε ειρήνη και η Συνθήκη της Αδριανουπόλεως, που υπογράφτηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1829, έδωσε στη Ρωσία το μεγαλύτερο μέρος των ανατολικών παραλίων του Ευξείνου Πόντου, ενώ η Τουρκία αναγνώρισε τη ρωσική κυριαρχία επί της Γεωργίας και μεγάλου μέρους της σημερινής Αρμενίας.

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος
H επόμενη ρωσοτουρκική σύρραξη ήταν ο Κριμαϊκός Πόλεμος του 1853-56, στον οποίο αναμείχθηκαν και άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, η Αγγλία, η Γαλλία και το Βασίλειο Σαρδηνίας-Πεδεμοντίου, οι οποίες πολέμησαν στο πλευρό της Τουρκίας. Αμεση αιτία του πολέμου ήταν οι απαιτήσεις της Ρωσίας ως προς την προστασία των ορθοδόξων χριστιανών που ζούσαν στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αλλος σημαντικός παράγοντας ήταν η διαφορά Ρωσίας και Γαλλίας ως προς τα προνόμια ορθοδόξων και καθολικών στους Αγίους Τόπους, που κατέχονταν από τους Τούρκους (αν και αυτή η διαφορά είχε διευθετηθεί πριν από την έναρξη του πολέμου).
Με την υποστήριξη της Αγγλίας η Τουρκία τήρησε άτεγκτη στάση απέναντι στις ρωσικές απαιτήσεις. Τον Ιούλιο του 1853 η Ρωσία κατέλαβε τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Στις 23 Σεπτεμβρίου ο βρετανικός στόλος έπλευσε στην Κωνσταντινούπολη. Στις 4 Οκτωβρίου η Τουρκία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ρωσίας και τον ίδιο μήνα εξαπέλυσε επίθεση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Οταν ο ρωσικός στόλος κατέστρεψε τον τουρκικό στη Σινώπη, ο βρετανικός και ο γαλλικός, στις 3 Ιανουαρίου 1854, εισέπλευσαν στον Εύξεινο Πόντο για να προστατεύσουν τις τουρκικές μεταφορές.
Στις 28 Μαρτίου 1854 η Αγγλία και η Γαλλία κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Ρωσίας.
Ανταποκρινόμενη σε σχετική απαίτηση της Αυστρίας, και για να αποτρέψει και τη δική της είσοδο στον πόλεμο, η Ρωσία εξεκένωσε τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Τον Αύγουστο του 1854 τις κατέλαβε η Αυστρία.
Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους οι σύμμαχοι αποβίβασαν δυνάμεις στην Κριμαία και πολιόρκησαν τη Σεβαστούπολη. Οι Ρώσοι αντιστάθηκαν σθεναρά και η πολιορκία κράτησε έναν χρόνο. Την περίοδο αυτή δόθηκαν σκληρές μάχες, στην Αλμα στις 20 Σεπτεμβρίου, στην Μπαλακλάβα στις 25 Οκτωβρίου και στο Ινκερμαν στις 5 Νοεμβρίου.
H μάχη της Μπαλακλάβας κατέχει ιδιαίτερη θέση στην αγγλική στρατιωτική ιστορία ως τυπικό δείγμα περιττής ανδρείας και αυτοθυσίας συνδυασμένης με διοικητική ασυναρτησία και ανευθυνότητα. H μάχη άρχισε όταν οι Ρώσοι επιχείρησαν να καταλάβουν τη βάση των Αγγλων στην Μπαλακλάβα. Τους απώθησαν σκωτσέζικο σύνταγμα και αγγλική ταξιαρχία ιππικού. Κατόπιν η σύγχυση ανάμεσα στους άγγλους διοικητές οδήγησε στην ηρωική αλλά διόλου απαραίτητη επέλαση της Ελαφράς Ταξιαρχίας υπό τον Λόρδο Κάρντιγκαν. Ο διοικητής της βρετανικής δύναμης Λόρδος Ράγκλαν διέταξε τον διοικητή του ιππικού Λόρδο Λάκαν να στείλει τους άνδρες του να ανακτήσουν μερικά κανόνια αγγλικής κατασκευής που οι Ρώσοι είχαν πάρει από τους Τούρκους. Ο Λάκαν παρανόησε τις διαταγές που του έδωσε ο Ράγκλαν μέσω του αγγελιοφόρου του και με τη σειρά του διέταξε την Ελαφρά Ταξιαρχία του Κάρντιγκαν να καταλάβει τις κύριες θέσεις των Ρώσων και όχι απλώς να ανακτήσει τα κανόνια. Οι ρωσικές θέσεις καταλήφθηκαν, αλλά η Ελαφρά Ταξιαρχία έχασε πάνω από το ένα τρίτο των ανδρών της σε νεκρούς και τραυματίες. Τον μάταιο αυτόν ηρωισμό ύμνησε ο Αλφρεντ Τέννυσον στο ποίημά του «H επέλαση της Ελαφράς Ταξιαρχίας», το οποίο δάνεισε τον τίτλο του σε θρυλική χολιγουντιανή ταινία με το ίδιο θέμα, κατάλληλα επεξεργασμένο φυσικά.
Στις 26 Ιανουαρίου 1855 ο πρωθυπουργός του Βασιλείου Σαρδηνίας-Πεδεμοντίου Καμίλο Καβούρ, για λόγους εξωτερικής αλλά και εσωτερικής πολιτικής, πειθαναγκάστηκε να συμμετάσχει στον πόλεμο, στο πλευρό της Τουρκίας, και έστειλε στο μέτωπο δύναμη 10.000 ανδρών.
H απειλή της Αυστρίας να βγει και αυτή στον πόλεμο ανάγκασε τους Ρώσους να δεχθούν την έναρξη διαδικασίας ειρήνευσης, η οποία οδήγησε στο Συνέδριο του Παρισιού τον Φεβρουάριο-Μάρτιο 1856.
Κατά τους ιστορικούς, ο τρόπος διεξαγωγής του Κριμαϊκού Πολέμου αποκάλυψε απύθμενο διοικητικό χάος και από τις δύο πλευρές. Την κατάσταση επιδείνωσε η επιδημία χολέρας που έπληξε τον στρατό. Θύμα της υπήρξε δυσανάλογα μεγάλο μέρος των 250.000 ανδρών που έχασε η κάθε πλευρά. H χολέρα κόστισε τη ζωή ακόμη και διοικητών των συμμαχικών στρατευμάτων.
H Συνθήκη του Παρισιού, που υπογράφτηκε στις 30 Μαρτίου 1856, εγγυόταν την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και υποχρέωνε τη Ρωσία να παραδώσει την περιοχή γύρω στις εκβολές του Δούναβη και μέρος της Βεσσαραβίας. H Ρωσία παραιτήθηκε των απαιτήσεών της για τη θρησκευτική προστασία των ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Απαγορεύθηκαν τα πολεμικά πλοία και οι οχυρώσεις στον Εύξεινο Πόντο, ο οποίος ανακηρύχθηκε ουδέτερος και ελεύθερος για τα εμπορικά πλοία όλων των εθνών. Οι Παραδουνάβιες Ηγεμονίες τέθηκαν υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Διεθνής επιτροπή ανέλαβε να ρυθμίζει την κίνηση στον ποταμό Δούναβη. Ταυτόχρονα το Συνέδριο αποσαφήνισε διαφιλονικούμενα σημεία του διεθνούς δικαίου σχετικά με τα δικαιώματα των ουδετέρων εν καιρώ πολέμου. Ο σημαντικότερος όρος της Συνθήκης του Παρισιού ήταν αυτός που προέβλεπε την αποστρατιωτικοποίηση του Ευξείνου Πόντου. Παρέμεινε σε ισχύ μόνο ως το 1870, όταν η Ρωσία δήλωσε πως δεν θεωρούσε πλέον ότι δεσμεύεται από αυτόν.

(Συνέχεια και τέλος στην επόμενη ανάρτηση)
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: