Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Περί βλαχοφώνων (2)

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΑΡΜΑΝΩΝ
(ΒΛΑΧΩΝ Ή ΑΡΩΜΑΝΩΝ)

Τουρκοκρατία-Νεώτεροι χρόνοι

Κατά την Τουρκοκρατία οι Βλάχοι εμφανίζονται ως ένας άρτια συγκροτημένος πληθυσμός με ευρεία κατανομή στα Βαλκάνια. Είναι υπό την προστασία της Βαλιντέ-σουλτάνας (δηλαδή της μητέρας του Σουλτάνου), γεγονός που τους εξασφαλίζει σχετική ανεξαρτησία με καταβολή ασήμαντου σχετικά φόρου. Φτιάχνουν τα περίφημα τσελιγκάτα, τα αρματολίκια, τους βρίσκουμε κτηνοτρόφους, αγωγιάτες, βιοτέχνες, τεχνίτες κι εμπόρους.
Κατά τον 16ο - 17ο αι. μ.Χ. οργανώνονται αρκετές βλάχικες κοινότητες οι οποίες και ακμάζουν πάρα πολύ (Μέτσοβο, Καλλαρύτες, Ζαγόρι). Από όλες αυτές ιδιαίτερη σημασία έχει η πόλη της Μοσχόπολης (ή Βοσκόπολης), κοντά στη σημερινή Κορυτσά, όπου ιδρύεται και το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο γύρω στα 1730, ιδρύεται η Νέα Ακαδημία του Πλάτωνα, και λειτουργεί τυπογραφείο όπου τυπώνονται τα πρώτα ελληνικά βιβλία. Αρχίζει και σχηματίζεται μια αστική τάξη Αρμάνων (Βλάχων) στα βαλκάνια που έδωσε φοβερή ώθηση στα γράμματα το εμπόριο και τον πολιτισμό (Ν. Μέρτζος, Α. Κουκούδης).
Κατά τον 18ο αι. μ.Χ. με την ανάπτυξη του εμπορίου πολλοί Βλάχοι μεταναστεύουν στις Ρωσία, Ουγγαρία, Αυστρία, Σερβία και φυσικά στις παραδουνάβιες ηγεμονίες (Βλαχία, Μολδαβία, οι οποίες το 1859 ενώνονται για να φτιάξουν τη σύγχρονη Ρουμανία), οι οποίες την εποχή εκείνη είναι ημιαυτόνομες περιοχές. Εκεί οι Βλάχοι αποτελούν την αστική τάξη μαζί με τους Φαναριώτες (επιφανείς Έλληνες από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης που αποτελούν την άρχουσα τάξη). Η άνθηση αυτή των Βλάχικων κοινοτήτων διακόπτεται με τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και τη δημιουργία των εθνικών κρατών που βρίσκει τους Βλάχους διασκορπισμένους σε όλη την βαλκανική. Μέχρι το 1850 κανείς δεν αμφισβητεί την ελληνικότητα των Αρμάνων βλάχων. Χαρακτηριστικά το Οθωμανικό κράτος στις στατιστικές του συμπεριλαμβάνουν τους Αρμάνους μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες ενώ οι ίδιοι ποτέ δεν θέλησαν από μόνη τους να διαφοροποιηθούν ως ξεχωριστό έθνος μη νιώθοντας ότι έχουν διαφορετική εθνική συνείδηση από τους Έλληνες..
Από το 1850 έως και το 1877 είχε αναπτυχθεί μια ρουμανική δραστηριότητα προσάρτησης των Αρωμανικών πληθυσμών στη Ρουμανία με τη μορφή ενός ανεξάρτητου κρατιδίου με πρωτεργάτη το ρουμανόφρoνα Απόστολο Μαργαρίτη (Apostol Margarit). Εν τω μεταξύ το Οθωμανικό κράτος το 1905 αρκετά συρρικνωμένο, υπό την πίεση της Αυστρίας και της Ουγγαρίας αναγνωρίζει το Αρμάνικο έθνοs, "Aromanian millet" στην Κωνσταντινούπολη υπό τον Σουλτάνο Abdul Hamid τον δεύτερο.
Τότε ο Ε. Βενιζέλος αναγνωρίζει Ρουμανοβλαχική μειονότητα στην Ελλάδα (;) Συγκεκριμένα τον Ιούλιο 1913 υπογράφεται στην Ρουμανία η Συνθήκη του Βουκουρεστίου μεταξύ Βενιζέλου και Titu Maiorescu, η οποία μεταξύ άλλων παρέχει πλήρη αυτονομία εις τα Κουτσοβλαχικά σχολεία και Εκκλησίες της Ελλάδος. Η σχετική διπλωματική διακοίνωση προς την Ρουμανική κυβέρνηση που υπογράφεται από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο αναφέρει τα εξής:
"Εν Βουκουρεστίω τη 23η Ιουλίου 1913 Προς τον πληρεξούσιον της βασιλικής Ρουμανικής Κυβερνήσεως εν τη εν Βουκουρεστίω Συνδιασκέψει: Η Ελλάς συγκατατίθεται να παράσχει αυτονομίαν εις τας των Κουτσοβλάχων Σχολάς και εκκλησίας τας ευρισκομένας εν ταις μελλούσαις ελληνικαίς κτήσεσι και να επιτρέψει την σύστασιν επισκοπής διά τους Κουτσοβλάχους τούτους, της Ρουμανικής κυβερνήσεως δυναμένης να επιχορηγή υπό την επίβλεψιν της ελληνικής κυβερνήσεως, τα ειρημένα ενεστώτα και μέλλοντα θρησκευτικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα".
Όπως επισημαίνει και ο δημοσιογράφος Ν. Μέρτζος, η Ελλάδα τότε είχε σχεδόν διπλασιαστεί και έπρεπε ο Βενιζέλος οπωσδήποτε να κατοχυρώσει τα νέα σύνορα κυρίως σε ότι αφορούσε τη Βουλγαρία έχοντας με το μέρος του το διαμεσολαβητή δηλ τη Ρουμανία. Η Ελλάδα έπρεπε να απολέσει κάτι και επιλέγει ως Ιφιγένεια να θυσιάσει τους Αρωμανικούς πληθυσμούς. Κάτι που έγινε και 10 χρόνια αργότερα, στις 29 Σεπτεμβρίου 1923, όπου ο Βενιζέλος υπογράφει για την Ελλάδα στις Σέβρες της Γαλλίας, ακόμα μία ιστορική συνθήκη, γνωστή ως Συνθήκη περί προστασίας των εθνικών μειονοτήτων (Συμπλήρωμα της Συνθήκης των Σεβρών του 1920), που παρέχει επιπρόσθετη προστασία στις Βλαχικές κοινότητες της Ηπείρου. Στο σχετικό άρθρο 12 αναφέρονται τα εξής: "Η Ελλάς συμφωνεί να παραχωρήσει, υπό τον έλεγχο του ελληνικού κράτους, εις τας Βλαχικάς κοινότητας της Πίνδου, τοπική αυτονομία ως προς τα θρησκευτικά ή σχολικά ζητήματα"
Τελικά το μόνο που συνέβη ήταν "λίγα σχολεία με πολλούς ρουμανίζοντες δασκάλους, αλλά δίχως μαθητές" όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Αθανάσιος Χρυσοχόου.
Στον πόλεμο του ’40 μετά την πλήρη κατάληψη της Ελλάδας εκδηλώνεται έντονη δραστηριότητα των Ρουμανιζόντων στα βλαχοχώρια με επίκεντρο την Λάρισα που δημιουργείται κίνηση για την δημιουργία ανεξάρτητου Βλάχικου κράτους ("Πριγκιπάτο της Ηπείρου¨) που θα περιλαμβάνει την Δυτ. Μακεδονία, την Ήπειρο και την Θεσσαλία μέχρι τον Δομοκό. Για το σκοπό αυτό ιδρύθηκε στην Λάρισα με επικεφαλής τους Αλκ. Διαμάντη, Νικ. Ματούση και Βασ. Ραπουτίκα η 5η Ρωμαϊκή Λεγεώνα. Στις 6 Ιανουαρίου 1942 με πρωτοβουλία του Ευάγγελου Αβέρωφ γίνεται μία δήλωση στην οποία τονίζεται η ελληνικότητα των Βλάχων και η οποία σηματοδοτεί την έναρξη της αντίστασης.
Οι Ρουμανικές εκκλησίες και τα σχολεία λειτούργησαν στην Ελλάδα μέχρι και το 1944 επειδή στη Ρουμανία κλείσανε τα ελληνικά σχολεία. Καταργήθηκαν το 1945 μετά την κομμουνιστικοποίηση της Ρουμανίας και την άρση της υποστήριξης προς την Ρουμανοβλαχική μειονότητα στην Ελλάδα. Ο κυριότερος λόγος που "ξεφούσκωσε" όμως τα μεγαλεπήβολα σχέδια των ρουμανοφρόνων ήταν οι ίδιοι οι Αρμάνοι. Τελικά είτε εξαιτίας της άγνοιας του Βενιζέλου για την συνεχή ιστορική παρουσία των Αρμάνων στην Ελλάδα, που όπως αναφέρθηκε προϋπήρξαν του Ρουμανικού κράτους, είτε επειδή ηθελημένα θυσίασε ένα μέρος των Ελλήνων στο βωμό των διαπραγματεύσεων, τελικά εκ των πραγμάτων αποδείχθηκε ότι η συμφωνία δεν μπορούσε να επικυρώσει κάτι που δεν υφίστατο. Η συμμετοχή των ίδιων των Αρμάνων σε αυτή την προσπάθεια εκρουμανισμού υπήρξε ασθενής προς μεγάλη απογοήτευση των ρουμάνων ιθυνόντων και παρόλα τα οικονομικά οφέλη που πρόσφεραν. Οι κάτοικοι που "εξαγοράστηκαν" και μετανάστευσαν στη γη της Επαγγελίας εξαπατήθηκαν, αλλά λίγοι μπόρεσαν να γυρίσουν πίσω. Οι Αρμάνοι της Ελλάδας είχαν σε αυτόν τον αγώνα πολύτιμη βοήθεια από τους επιφανείς Έλληνες Βλάχους λόγιους και ευεργέτες.
Τελικά οι Αρμάνοι της Ελλάδας κατάφεραν να διατηρήσουν την ελληνική τους ταυτότητα με φανατισμό παλεύοντας με όλους τους εχθρούς της Ελλάδας και σήμερα η γνώση της ιστορίας δεν αφήνει πολλά περιθώρια για "χειραγώγησή μας" από κανένα προπαγανδιστικό κίνημα όπως δυστυχώς μπορεί να συμβεί στις γείτονες χώρες της Αλβανίας και των Σκοπίων. Το μόνο θέμα πια είναι το "ιερό χρέος" των απογόνων των Αρμάνων της Ελλάδας με σύμμαχο την ιστορία και τις σύγχρονες επιστήμες (γλωσσολογία, γενετική), να αποκαταστήσουν την αλήθεια για μια παρεξηγημένη και πολύ ταλαιπωρημένη ομάδα ανθρώπων, που επέμενε ελληνικά ακόμα και όταν το επίσημο κράτος τους χρησιμοποίησε ως εξιλαστήρια θύματα.

Γενετική διερεύνηση πληθυσμών Αρμάνων
Την τελευταία πενταετία έχουν δημοσιευθεί μια σειρά από άρθρα τα οποία έχουν ως αντικείμενο τη διερεύνηση των σχέσεων των πληθυσμών της βαλκανικής χερσονήσου, με βάση το γενετική τους σύσταση, δηλαδή το DNA που φέρουν. Αυτές οι μελέτες περιλαμβάνουν ομάδες από πληθυσμούς κυρίως της Αλβανίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας Βορειοανατολικής Ελλάδας και FYROM και ομάδες λατινόφωνων βαλκανικών πληθυσμών. Σε όλες αυτές τις επιστημονικές μελέτες οι λατινόφωνοι βαλκανικοί πληθυσμοί αναφέρονται ως "Aromuns" που μπορούν να μεταφραστούν ως Αρωμούνοι ή Αρμάνοι. Από τις μελέτες αυτές ξεχωρίζει η πιο πρόσφατη μελέτη των Bosch και συν με τίτλο "Paternal and maternal lineages in the Balkans show a homogeneous landscape over linguistic barriers, except for the isolated Aromuns", που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Annals of Human Genetics (2006, Jul; 70(Pt4):4579-87) για τρεις βασικούς λόγους:

1) δημοσιεύτηκε σε έγκυρο επιστημονικό περιοδικό (IF ~3.2)
2) χρησιμοποιεί πολυμορφικούς δείκτες από μιτοχονδριακό DNA (mtDNA, μεταφέραι μόνο από τη μητέρα) και από το Υ χρωμόσωμα (μεταφέρεται μόνο από τον πατέρα)
3) φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα συνεργασίας εργαστηρίων από πολλές χώρες καθώς επίσης και από τις εμπλεκόμενες (University Pompeu Fabra, Barcelona, Spain/University of Ulm, Germany/ Heinrich-Heine-University Dusseldorf, Germany/Medical Faculty Skopje, FYROM/University Tirana, Albania/ Δημοκρίτειο Πανεπιστήμειο Θράκης, Κομοτηνή, Ελλάδα/ University Ovidius, Constanta, Romania). Είναι σημαντικό, για ευνόητους λόγους, που σε μια τέτοια μελέτη υπάρχει και ελληνική συμμετοχή από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, με υπεύθυνο καθηγητή τον κ Ν. Ξηροτύρη (Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας).

Σημείωση: Όταν αναφερόμαστε σε πολυμορφικούς δείκτες στη γενετική εννοούμε μεταλλάξεις(αλλαγές) στο γενετικό υλικό (DNA) οι οποίες δεν σχετίζονται συνήθως με κάποιο εξωτερικό γνώρισμα ή κάποια ασθένεια. Οι αλλαγές αυτές κληρονομούνται από γενιά σε γενιά και είναι δυνατόν να διαφέρουν από άτομο σε άτομο. Υπάρχουν κάποιοι πολυμορφικοί δείκτες (πολυμορφισμοί) που θεωρούνται πιο ασταθείς δηλαδή προσφέρουν περισσότερη ποικιλομορφία και άλλοι δείκτες που είναι πιο σταθεροί σε πολλές γενιές δηλαδή εμφανίζουν τον ίδιο τύπο σε πολλά άτομα. Είναι προφανές ότι ένα πολυμορφισμός ακόμα και σπάνιος ανάμεσα σε μια οικογένεια ή ένα χωριό ή σε μια κλειστή κοινωνία (π.χ ο εβραϊκός πληθυσμός Εσκενάζι) θα συναντάται σε περισσότερα άτομα, δηλώνοντας κάποιο κοινό πρόγονο που τους το μετέφερε. Από όλους τους πολυμορφικούς δείκτες αυτοί που χρησιμοποιήθηκαν στην μελέτη των Bosch και συν θεωρούνται καταλληλότεροι επειδή μπορούμε να πάρουμε πληροφορίες πιο γρήγορα για πολλές γενιές πίσω, επειδή το μιτοχονδριακό DNA κληρονομείται μόνο από τη μητέρα (ωάριο) ενώ το Υ χρωμόσωμα μόνο από τον πατέρα. Π.χ. εάν γνωρίζουμε ότι ένα άρρεν άτομο έχει στο Υ χρωμόσωμα τον πολυμορφισμό Α αυτός υπήρξε και στον πατέρα του τον παππού του, προπάππο του και ούτω καθεξής. Επίσης και οι πολυμορφισμοί στο μιτοχονδριακό DNA και στο χρωμόσωμα Y έχουν μελετηθεί εκτεταμένως και επομένως έχουν χαρακτηρισθεί για διάφορες πληθυσμιακές ομάδες και στις πέντε ηπείρους (γεωγραφική κατανομή). Επομένως η μελέτη τους δίνει τη δυνατότητα συγκρισής τους με δεδομένα από άλλες εργασίες παγκοσμίως.
Το υλικό που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη ήταν DNA από Αλβανούς από τα Τίρανα, Ελλήνων από τη Θράκη, Σκοπιανούς (αναφέρονται ως Μακεδόνες!), Ρουμάνους από την Κωνστάντζα και το Πλοέστι, Αρμάνους από το Andon Poci και το Dukasi της Αλβανίας, Αρμάνους από το Kogalniceanu της Ρουμανίας και Αρμάνοι από το Stip και το Krusevo της FYROM. (Παρατήρηση: οι αριθμοί των ατόμων είναι από 19 έως 65 που θεωρούνται σχετικά μικροί και επιπλέον η εργασία δεν συμπεριέλαβε καμία Αρωμανική ομάδα της Ελλάδας).
 Τα αποτελέσματα της μελέτης συνοπτικά είναι:

1) όλοι οι βαλκανικοί πληθυσμοί που μελετήθηκαν συμπεριλαμβανομένου και των Αρμάνων παρουσιάζουν μεταξύ τους ομοιότητες (ομοιογένεια χωρίς σημαντικές αποκλίσεις) και ξεκάθαρη διαφοροποίησή τους από τον πληθυσμό των Τούρκων και των σλαβικών ομάδων (Κροάτες, Σέρβοι, Πολωνοί, Ουκρανοί, Σλοβένοι, Τσέχοι) (μετά από σύγκριση με δεδομένα άλλων εργασιών). Αυτό παρατηρήθηκε στο 90% περίπου των πολυμορφισμών που μελετήθηκαν.

2) Δεν φαίνεται να υπάρχουν ιδιαίτερες ομοιότητες με τους πληθυσμούς των χωρών στις οποίες βρίσκονται π.χ όπως οι Αρωμούνοι της Ρουμανίας με τους Ρουμάνους. Επιπλέον φαίνεται ότι οι Αρμάνοι βρίσκονται ενδιάμεσα από τους Έλληνες και τους Ιταλούς και πιο κοντά στους Έλληνες. Επομένως η εργασία απορρίπτει το σενάριο οι Αρμάνοι να προέρχονται από μη ελληνικό πληθυσμό (αρχαίο Δακικό πληθυσμό ή αρχαίους Θράκες), καθώς δεν υπάρχουν ιδιαίτερες ομοιότητες με τους αντίστοιχους πληθυσμούς της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας. Αντίθετα οι συγγραφείς δεν αποκλείουν την πιθανότητα οι Αρμάνοι να αποτελούν εκλατινισμένο ελληνικό πληθυσμό (με επιγαμίες σε ένα μικρό βαθμό με Ιταλούς).

3) Οι Αρωμανικοί πληθυσμοί σε κάποιες περιπτώσεις φαίνεται να διαφοροποιούνται μεταξύ τους και ιδιαίτερα η ομάδα των Αρμάνων της Αλβανίας του Dukasi.

5) Από τους δύο προσεγγίσεις που χρησιμοποιήθηκαν φαίνεται ότι πιο πληροφοριακή είναι η μελέτη του χρωμοσώματος Υ και αυτό εξηγείται από τους συγγραφείς με την υπόθεση ότι οι γυναίκες παντρεύονταν πιο συχνά εκτός του τόπου καταγωγής τους από ότι οι άντρες. Έτσι το μιτοχονδριακό DNA έχει μια πιο ομοιόμορφη διασπορά από ότι το γενετικό υλικό των αρρένων.

Τα παραπάνω θα πρέπει για να αποκτήσουν περισσότερη βαρύτητα να εμπλουτισθούν και με άλλες πολυμορφικές θέσεις του Υ χρωμοσώματος ίσως περισσότερο πληροφοριακές, έτσι ώστε να έχουμε πιο πλήρη εικόνα. Επιπλέον πρέπει να αυξηθούν οι αριθμοί των ατόμων στις διάφορες ομάδες μελέτης και φυσικά να συμπεριληφθούν Αρωμανικές ομάδες της κεντρικής και της βορειοδυτικής Ελλάδας.

Πηγή: http://paleomanina.blogspot.com/

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Περί βλαχοφώνων (1)


Επειδή κατά καιρούς ανασύρεται από διάφορα "κέντρα", κυρίως του εξωτερικού (βλ. http://ethnologic.blogspot.com/2011/04/blog-post_18.html), το θέμα των Βλάχων (σωστότερα βλαχοφώνων) με περίεργες "προτροπές" για την αναγνώρισή τους ως μειονότητας (!), θα παραθέσουμε κάποιο υλικό από κείμενα που έχουμε στην διάθεσή μας και στο τέλος θα παρουσιάσουμε την δική μας άποψη.
ΔΕΕ
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΑΡΜΑΝΩΝ
(ΒΛΑΧΩΝ Ή ΑΡΩΜΑΝΩΝ)

Προέλευση και σημερινή εντόπιση
Οι λατινόφωνοι κάτοικοι της νοτίως του Δουνάβεως Χερσονήσου του Αίμου, γνωστοί στην διεθνή βιβλιογραφία ως Aromuns, αποτέλεσαν αντικείμενο ιστορικής ερεύνης, αλλά παρόλα αυτά ερωτήματα όπως η προέλευση και η πρώιμη ιστορία των Αρμάνων παραμένουν χωρίς ικανοποιητική απάντηση (Κ. Χρήστου, 1999). Αυτόχθονες Αρμάνοι προκύπτει ότι υπήρξαν στην Ελλάδα, Αλβανία και FΥΡΟΜ. Οι μεγάλες Αρωμανικές ομάδες στη Σερβία, Μαυροβούνιο, Βουλγαρία και Ρουμανία εμφανίζονται κατά το 18o αιώνα ως αποτέλεσμα μετακινήσεων των Αρωμανικών πληθυσμών. Στο παρελθόν κράτη όπως η Ρουμανία και η Ιταλία επιχείρησαν να αποσπάσουν από τους πληθυσμούς αυτούς την ελληνική εθνική ιδέα γεγονός που δεν κατάφεραν και κρίνονται ως ιστορικά αβάσιμοι ισχυρισμοί (βλέπε ιστορικά δεδομένα). Στο σύνολό τους οι Αρμάνοι των Βαλκανίων παρουσιάζουν ομοιότητες (συγγενικές διάλεκτοι) αλλά και διαφορές (ενδυμασία, έθιμα) αποτέλεσμα ίσως της γεωγραφικής τους εντόπισης και της αλληλοεπίδρασης με γειτονικούς πληθυσμούς.
Η επικρατέστερη άποψη, που υποστηρίζεται από πλήθος ερευνητών, φέρει τους λατινόφωνους βλάχους ως αποτέλεσμα εκλατινισμού ελληνικού πληθυσμού, το οποίο όμως διατήρησε έτσι λέξεις με αρχαιοελληνική προέλευση (Δ. Στεργίου, 2007). Το λατινόφωνο ιδίωμα των Αρμάνων χρονολογείται από τον 3ο αι. π.Χ. Αντίθετα στην Δακία (παλιά ονομασία της Ρουμανίας), η Λατινική διαδόθηκε 5 αιώνες μετά, δηλαδή στις αρχές του 2ου αι. μ.Χ. και για το λόγο αυτό σύμφωνα με το Γ. Μπαμπινιώτη δεν διατηρούν αρχαϊκά λατινικά στοιχεία. Μάλιστα οι Ρουμάνοι έχασαν τελείως την μητρική τους γλώσσα την Δακική, σε αντίθεση με τους Έλληνες που διατήρησαν την Ελληνική γλώσσα ως κύρια, και τα βλάχικα ήταν μία δευτερεύουσα γλώσσα σε ενδοοικογενειακό και μόνο επίπεδο. Φαίνεται ότι οι ομοιότητες στις δύο γλώσσες οφείλονται σε άνοδο λατινόφωνων από το νότο προς τον Βορρά (τη σημερινή Ρουμανία), κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και όχι το αντίθετο.

Στο βιβλίο του Δημήτρη Γ. Τσούτσα: "Βλάχοι... ιστορία - πολιτισμός - έθιμα - προσωπικότητες" (Αλμυρός 2006) αναφέρονται μεταξύ άλλων:
"...Οι πρώτοι στο χώρο των Βαλκανίων που εκλατινίζονται συναντώνται στην σημερινή Βόρεια Ήπειρο. Είναι η πρώτη φορά που ο Ελληνισμός της Αδριατικής δέχεται την πίεση των Ιλλυριών (ο λαός που ζούσε πάνω από τον Γενούσο ποταμό – περίπου στην σημερινή Βόρεια Αλβανία-), και πρώτοι οι Κερκυραίοι (γύρω στο 229 π.Χ.), ζητούν την βοήθεια των Ρωμαίων. Οι Ρωμαίοι έρχονται για βοήθεια αλλά έχουν προβλήματα με τους Καρχηδόνιους και δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τους Ιλλυριούς, οπότε ζητούν την βοήθεια των Ελλήνων της σημερινής Βόρειας Ηπείρου καθώς και των Ελληνικών πόλεων που βρίσκονται κατά μήκος των Αδριατικών ακτών, αλλά για να γίνει η στρατιωτική συνεννόηση, επιβάλλεται να χρησιμοποιούν την Λατινική γλώσσα, η οποία έκτοτε έγινε απαραίτητο εργαλείο διοικητικών επικοινωνιών και δημοσίων σχέσεων. [...] Σε εποχές και μέρη όμως με υψηλό φρόνημα αντίστασης, οι Ρωμαίοι συγκροτούσαν και ένοπλα τμήματα με σκοπό αφ’ ενός την διατήρηση της τάξης στην περιοχή, αφ ‘ετέρου δε την διατήρηση της ελεύθερης επικοινωνίας στους δρόμους και προπαντός στις διαβάσεις των βουνών όπου και τα πιο ανυπότακτα στοιχεία. Αυτές οι στρατιωτικές ομάδες συγκροτούνταν από ντόπιους άντρες -οι οποίοι σαν αντάλλαγμα έπαιρναν κάποια χωράφια- και οι οποίοι αποκαλούνταν ¨armati¨ (αρμάτι), όρο που οι Βλαχόφωνοι στο πέρασμα των αιώνων έκαναν ¨αρμάτουλου¨ και ¨αρματόλι¨, τα οποία αργότερα ελληνοποιήθηκαν στα ¨αρματολός¨ και ¨αρματολοί¨. Είναι εξακριβωμένο ότι οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν ντόπιους Έλληνες ως φρουρούς, γιατί ούτε περίσσευμα δυνάμεων είχαν, ούτε την πρόκληση ή ενόχληση του ντόπιου πληθυσμού ήθελαν. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παραθέσω την άποψη του Μιχαήλ Χρυσοχόου ο οποίος ήταν αξιωματικός και χαρτογράφος του στρατού, και ο οποίος με την ιδιότητα του χαρτογράφου μελέτησε την μορφολογία της οροσειράς της Πίνδου, και τα παλιά τοπωνύμια και τις παραδόσεις των χωριών. Επίσης του είχε κάνει εντύπωση πως όλες οι εγκαταστάσεις των Βλάχων ήταν στην Πίνδο και στον Βαρνούντα. Το συμπέρασμα και αυτού ήταν ότι η πρώτη διαμόρφωση του λαού των Βλάχων προήλθε από τις οροφυλακές τις οποίες εγκατέστησαν οι Ρωμαίοι. Παρατηρεί ότι η οροσειρά της Πίνδου χωρίζει την Μακεδονία και την Θεσσαλία προς τα ανατολικά, και την Ιλλυρία και την Ήπειρο προς τα δυτικά. [...]
Η οροσειρά αυτή είναι παράλληλη προς την ανατολική ακτή του Αδριατικού πελάγους και αποτελεί μία «αμυντική γραμμή πρώτης τάξεως», την σημασία της οποίας είχαν αντιληφθεί οι Ρωμαίοι γι αυτό και θέλησαν να γίνουν οι κυρίαρχοί της. Με τον τρόπο που περιέγραψα η γλώσσα των Ρωμαίων (η γλώσσα των λεγεωνάριων) εξαπλώθηκε από την Ουαλία και την Ιβηρική χερσόνησο μέχρι και τα Βαλκάνια και την Αίγυπτο. Όσοι εκλατινίστηκαν την εποχή αυτή δέχτηκαν τους επόμενους αιώνες επιδρομές από νέους κατακτητές (Σλάβους, Γερμανούς, Άραβες), στις γλώσσες τους εισήχθησαν νέες λέξεις και έτσι τελικά φτάσαμε στη διαμόρφωση των σύγχρονων γλωσσών όπως η ιταλική, γαλλική, ισπανική, πορτογαλική, ελβετική, ρουμανική, αρωμανική. Η εκλατίνιση των πληθυσμών της Βαλκανικής κράτησε από το 167 π.Χ. μέχρι και το 397 μ.Χ. δηλ. μέχρι την εποχή του διαχωρισμού του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους από το Δυτικό, τα δε λατινικά παρέμειναν η πρώτη επίσημη γλώσσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μέχρι και την εποχή του Ηρακλείου".


Γραπτές Αναφορές και Ιστορικά Δεδομένα
Το 171 π.Χ ο ρωμαίος στρατηγός Αιμίλιος Παύλος κυριεύει την Ήπειρο και στη συνέχεια τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία (168 π.Χ) που μαζί με τη νότιο Ιλλυρία αποτέλεσαν μια ρωμαϊκή επαρχία με το γενικό όνομα Μακεδονία.
Το 146-120 π.Χ. έγινε η κατασκευή της Via Egnatia των Ρωμαίων, που έδιναν προτεραιότητα στη διάνοιξη στρατηγικών δρόμων και η οποία ξεκινούσε από την Επίδαμνο (Δυρράχιο) συνέχιζε στο Λυχνιδό (Αχρίδα), την Ηράκλεια (Λυγκυστών), την Πέλλα και στη πρώτη φάση κατέληγε στη Θεσσαλονίκη, ενώ στη δεύτερη μέχρι την Κωνσταντινούπολη.


Οι Ρωμαίοι εγκατέστησαν ένοπλες φρουρές, τις οροφυλακές για τη φύλαξη των συνόρων και των επικίνδυνων οδικών κόμβων από επιθέσεις ιδίως στη ραχοκοκαλιά της Πίνδου και της Εγνατίας οδού.
Το 31 πΧ ιδρύθηκε η Νικόπολη από τον αυτοκράτορα Οκταβιανό μετά τη ναυμαχία του Ακτίου (31 Σεπτεμβρίου 31 π.Χ.) σε ανάμνηση της νίκης του κατά του Μάρκου Αντωνίου και της Κλεοπάτρας. Από τους χρόνους του Οκταβιανού Αυγούστου το 31 π.Χ οι στρατιώτες για τις λεγεώνες του ανατολικού κράτους στρατολογούνται από τις χώρες της ελληνικής επιρροής και μειώνεται αισθητά η παρουσία του ρωμαϊκού στοιχείου στις επαρχίες της ανατολικής αυτοκρατορίας.
Την εποχή του Αδριανού 117μ.Χ, στις οροφυλακές των Ανατολικών επαρχιών, στρατολογούνταν ντόπιοι στρατιώτες, οι κλεισουροφύλακες και μόνο οι αξιωματικοί είναι Ρωμαίοι, που κι αυτοί σιγά-σιγά τείνουν ν’ αφομοιωθούν από τους αυτόχθονες κατοίκους. Είχε δημιουργηθεί μια νέα πλέον πίστη στους στρατιώτες, που κάθε άλλο παρά «ρωμαϊκό συμφέρον» υποστήριζαν. Γι` αυτό ο αυτοκράτορας Καρακάλλας (211-217μ.Χ) ανακήρυξε σε Ρωμαίους πολίτες όλους τους μη ρωμαίους στρατιώτες. "Romanus cives" (Edictum Antoninianum 212 μ.Χ.)
Έχουμε την πρώτη αναφορά στους Αρωμανικούς πληθυσμούς στα μέσα του 6ου αιώνα μ.Χ. από τον Ιωάννη Λυδό (Περί αρχών της Ρωμαίων πολιτείας), ο οποίος αναφέρει εκλατινισμένους πληθυσμούς Ελλήνων στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία και ιδίως στα όρη της Πίνδου και στις γύρω πεδιάδες : "...Νόμος αρχαίος ήν, πάντα μεν τα οπωσούν πραττόμενα παρά τοις επάρχοις, τάχα δε και παρά ταις άλλαις των αρχών, τοις Ιταλών εκφωνείσθαι ρήμασιν. ου παραβαθέντος, ως είρηται, τα της ελαττώσεως προύβαινε. τα δε περί την Ευρώπην πρατόμενα, πάντα την αρχαιότητα διεφύλαξεν εξ ανάγκης δια το τους αυτής οικήτορας, και περ Έλληνας εκ του πλείστου όντας, τη των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή, και μάλιστα τους δημοσιεύοντας...".
Το 579-582 ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης περιγράφοντας μια εκστρατεία των Βυζαντινών κατά των Αβάρων στη Θράκη υπό τον στρατηγό Κομενίολο, σε κάποια στιγμή που το φορτίο ενός υποζυγίου έγειρε, κάποιος δικος του φώναξε "τη επιχωρίω γλώσση, τόρνα, τόρνα, φράτρε".
Η χρονική περίοδος που ακολουθεί θεωρείται κομβική καθώς φαίνεται ότι άρχισε η σταδιακή απομόνωση λατινόφωνων ελληνικών ομάδων προς τις ορεινές περιοχές όπως στη ραχοκοκαλιά της Πίνδου σε μια προσπάθεια ίσως επιβίωσής τους από τις βαρβαρικές επιδρομές. Η κινητοποίηση των βαρβαρικών φυλών στην Ευρώπη και την Ασία από τα τέλη του 5ου μ.Χ. αιώνα οφείλεται στη διάλυση του βασιλείου των Ούννων και τη μεγάλη μετανάστευση των λαών, των Γερμανικών φύλων (Γότθων, Ερούλων, Λομβαρδών κ.ά.) γεγονός το οποίο έδωσε στην Ευρώπη την εθνική φυσιογνωμία που έχει ως σήμερα. Οι Σλάβοι ήδη από το 500 μ.Χ. είχαν μετακινηθεί από την αρχική τους πατρίδα και κατείχαν τη βόρεια όχθη του Δούναβη, από το Βελιγράδι ως τις εκβολές.

Οι πρώτες εισβολές των Σλάβων, οι οποίες δεν έλαβαν μεγάλες διαστάσεις, έγιναν από τη βασιλεία του Ιουστίνου Α΄ (518-527), έως την έναρξη της βασιλείας του Ιουστινιανού Α΄ (527-565). Μέχρι εκείνη την εποχή το Βυζάντιο ακόμη μπορούσε με όπλα να υπερασπίσει τα σύνορά του. Για τη φύση των επιδρομών ο Βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος μας πληροφορεί, ότι οι περιοχές από το Ιόνιο Πέλαγος ως τα προάστια της Κωνσταντινούπολης μαζί με την Ελλάδα κατακλυζόταν από Ούννους, Σκλαβίνους και Άντες (ομάδες Σλάβων) σχεδόν κάθε χρόνο από την εποχή που ο Ιουστινιανός ανέλαβε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι οποίοι προξενούσαν ανείπωτα δεινά στους κατοίκους. Η περιοχή, που περιγράφει ο Προκόπιος, καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της Βαλκανικής χερσονήσου, ωστόσο αυτές οι ετήσιες καταστροφικές επιδρομές που γίνονταν με στόχο τη λεία, μετά τις οποίες οι βάρβαροι αποσύρονταν πέρα από το Δούναβη, περιορίζονταν αρχικά κυρίως στην ύπαιθρο και δεν κατέληγαν ακόμη σε μόνιμες εγκαταστάσεις Σλάβων στα Βαλκάνια.
Από το 550 μ.Χ. η διάρκεια των επιδρομών άρχισε να μεγαλώνει, οι Σλάβοι ξεχειμώνιαζαν πλέον στις κατακτημένες περιοχές, μερικές φορές καταλάμβαναν βυζαντινά φρούρια και πετύχαιναν να τα διατηρούν για ορισμένα χρόνια. Το βάθος στο οποίο έφταναν οι εισβολές των Σλάβων μαρτυρείται από το γεγονός ότι η τρίτη οχυρωμένη ζώνη έφτανε βαθιά στο εσωτερικό της χερσονήσου και εκτεινόταν νότια μέσω της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας μέχρι τις Θερμοπύλες και τον Ισθμό της Κορίνθου. Ο Ιωάννης ο Εφέσιος περιγράφει το έτος 584 μΧ: «Αυτό το ίδιο έτος…ήταν ξακουστό επίσης για την επιδρομή ενός απαίσιου λαού, με τ’ όνομα Σλάβοι, που κατέκλυσε ολόκληρη την Ελλάδα, και τη χώρα των Θεσσαλονικέων, κι όλη τη Θράκη, και κυρίεψε πόλεις, και κατέλαβε πολυάριθμα φρούρια, και κατέστρεψε κι έκαψε, και σκλάβωσε το λαό, κι έγινε κύριος όλης της υπαίθρου, κι εγκαταστάθηκε σ’ αυτή διά της βίας, και κατοίκησε σ’ αυτή σα να ήταν δική του χωρίς φόβο. Κι ως τώρα έχουν παρέλθει τέσσερα χρόνια, κι ακόμη, επειδή ο βασιλιάς είναι μπλεγμένος στον πόλεμο με τους Πέρσες κι έχει στείλει όλες τις δυνάμεις του στην Ανατολή, ζουν με την άνεσή τους στην χώρα …». Οι Σλάβοι παρουσιάζονται ως ικανοί στρατιώτες, και δεν εμφανίζονται πια ως περαστικοί παρείσακτοι, οι οποίοι αφού ολοκληρώσουν τις επιδρομές τους επιστρέφουν στις πατρίδες τους.
Η κατάκτηση της Βαλκανικής χερσονήσου από τους Σλάβους φαίνεται να πραγματοποιήθηκε κυρίως κατά τη βασιλεία του Φωκά (602-610) και στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ηρακλείου (610-641). Ο τελευταίος εκείνη την εποχή έθεσε τέλος στη διγλωσσία που υπήρχε ανάμεσα στην κρατική διοίκηση και τον στρατό που χρησιμοποιούσαν τη λατινική και τις ευρείες λαϊκές μάζες της Ρωμαϊκής Ανατολής, και καθιέρωσε την ελληνική επίσημη γλώσσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Για τους Αρωμανικούς πληθυσμούς όμως ήταν αργά, καθώς η επιδρομή των εισβολέων τους ώθησε στην απομόνωσή τους στα δυσπρόσιτα βουνά, στον ασφαλή νομαδοκτηνοτροφικό τρόπο διαβίωσης μακριά από τα κέντρα εξουσίας. Οι επιδρομές των Σλάβων φαίνεται ότι διήρκεσαν περίπου δύο δεκαετίες. Τότε ήταν προφανώς η περίοδος που εγκαταστάθηκαν και στην Πελοπόννησο. Μερικές δεκαετίες αργότερα στις όχθες του Δούναβη εμφανίζονται οι Βούλγαροι. Μετά τη σύσταση του Βουλγαρικού κράτους οι Βούλγαροι ηγήθηκαν των επιδρομών των Σλαβικών φύλων στην Ελλάδα. Μόνο σε ορισμένες παραθαλάσσιες περιοχές και σε απροσπέλαστα βουνά μπόρεσαν να διατηρηθούν οι προϋπάρχοντες πληθυσμοί. Ο Ισίδωρος της Σεβίλλης έγραψε χωρίς σχεδόν να υπερβάλλει ότι στην αρχή της βασιλείας του Ηρακλείου «οι Σλάβοι πήραν την Ελλάδα απ’ τους Ρωμαίους». Επιπλέον, η εγκατάσταση των Σλάβων στη γραμμή Ιλλυρικού – Δούναβη συνέβαλε στην αποξένωση μεταξύ του Ελληνικού και του Λατινικού μισού της Χριστιανοσύνης. Για όσο διάστημα κατοικούσε στο Ιλλυρικό ένας αρκετά μεγάλος λατινόφωνος πληθυσμός συμβιώνοντας ειρηνικά με τους Έλληνες, κι οι διαβαλκανικοί δρόμοι μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Ρώμης παρέμειναν ανοιχτοί, η Βαλκανική Χερσόνησος αποτελούσε μια γέφυρα μεταξύ του Βυζαντίου και του Λατινικού κόσμου. Η Λατινική, που μέχρι αυτή την εποχή ήταν η επίσημη γλώσσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αντικαταστάθηκε στο πρώτο μισό του 7ου αι. από την Ελληνική και γρήγορα σχεδόν ξεχάστηκε. Οι Σλάβοι δεν ήταν λαός νομαδικός, αλλά είχαν μόνιμη κατοικία και ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Έφτασαν στην Ελλάδα ως συγκροτημένοι γεωργοί και το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού ασχολήθηκε με αγροτικές εργασίες.
Φοβερή επιδημία πανούκλας το διάστημα 746-747 επιτείνει την απομόνωση των φυλετικών ομάδων. Το 976 έχουμε την πρώτη γραπτή αναφορά στο όνομα βλάχος, από τον Ι. Σκυλίτση όπου αναφέρεται στη δολοφονία του αδελφού του τσάρου των Βουλγάρων Σαμουήλ "τούτων δε των τεσσάρων αδελφών Δαβίδ μεν ευθύς απεβίω, αναιρεθείς μέσον Καστορίας και Πρέσπας κατά τα λεγόμενας Καλάς Δρυς παρά τινών Βλάχων οδιτών" (Ι. Σκυλίτσης, Synopsis Historiarum, 1973).
Το 980 ο αυτοκράτορας Βασιλείος Β΄ τοποθετεί το Λαρισαίο πρόκριτο Νικολιτσά αρχηγό των Βλάχων της Ελλάδας "γινώσκουσα δε η βασιλεία μου ότι από του μακαρίτου μου πατρός έχεις τούτο δια χρυσοβούλου, αντί των εξκουβιτών, δωρείται σε την αρχήν των Βλάχων Ελλάδος" (Ανωνύμου, Λόγος νουθετητικός προς Βασιλέα, Πετρούπολις 1896). Το γεγονός αυτό δηλώνει ότι οι Βλάχοι της Θεσσαλίας βρισκόταν υπό τη βυζαντινή εξουσία, αν και είναι άγνωστο αυτοί οι λατινόφωνοι κάτοικοι από που ακριβώς προέρχονται και πια ακριβως διάλεκτο μιλούν.
Η Άννα Κομνηνή όταν αναφέρεται στις επιχειρήσεις του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ εναντίον των Κουμάνων (1094-1095) αναφέρεται για πρώτη φορά στους Βλάχους ως σημαντικό στοιχείο στην οροσειρά τπου Αίμου. Η ίδια, όπως αναφέρει στο έργο της “Αλεξιάς”, μας επιβεβαιώνει γράφοντας ότι “οπόσοι τον νομάδα βίον είλοντο, βλάχους τούτους καλεί η κοινή διάλεκτος”.
Ο Κεκαυμένος στο "Στρατηγικόν" του περιέγραψε πολεμοχαρείς Βλάχους γύρω από τα Τρίκαλα και τη Λάρισσα "Ουδέποτε εφύλαξε πίστιν [το γένος των Βλάχων] πρός τινα ουδέ προς τους αρχαιοτέρους βασιλείς των Ρωμαίων. Πολεμηθέντες παρά τoυ βασιλέως Tραΐανoύ και παντελώς εκτριβέντες, εάλωσαν ... ούτοι γαρ εισίν οι λεγόμενοι Δάκαι και Βέσοι ώκουν δε πρότερον πλησίον του Δανουβίου ποταμού και του Σάου, ... ένθα νυν Σέρβοι αρτίως οικουσιν, εν οχυροίς και δυσβάτoις τόποις. Τούτοις θαρρούντες υπεκρίνοντο αγάπην και δούλωσιν προς τους αρχαιοτέρους των Ρωμαίων βασιλείς και εξερχόμενοι των οχυρωμάτων ελεΐζοντο τας χώρας των Ρωμαίων όθεν αγανακτήσαντες κατ' αυτών, ως είρηται, διέφθεφαν αυτούς οι και εξελθόντες των εκείσε διεσπάρησαν εν πάση τη Ηπείρω και Μακεδονία, οι δε πλείονες αυτών ώκησαν την Ελλάδα ... " (ο Κεκαυμένος, έζησε τον ΙΑ' αιώνα).
Στην αναφορά αυτή μπορεί κάποιος να διατυπώσει δύο προβληματισμούς. 1) Πολεμοχαρείς ομάδες Βλάχων, που όμως ασκούσαν και νομαδοκτηνοτροφικό τρόπο διαβίωσης μετακινούμενοι ανάλογα με τις πιέσεις των εισβολέων δεν συμβαδίζει 2) Πόσο παλιό είναι αυτό το γένος που ώφειλε, αλλά δεν απέδιδε "πίστιν" στους αρχαιοτέρους βασιλείς των Ρωμαίων, αλλά παρόλα αυτά ωμιλεί (εάν ωμιλεί) την λατινική διάλεκτο και ποια λατινική διάλεκτο; Επιπλέον ο Βενιαμίν εκ Τουδέλλης, ισπανός ραββίνος του 12ου αιώνα, υποψιάζεται πως τουλάχιστον οι ληστές Βλάχοι της Θεσσαλίας είχαν εβραϊκή καταγωγή γιατί ενώ λήστευαν τους Εβραίους, τους αποκαλούσαν αδέλφια και δεν τους σκότωναν όπως τους Ελληνες.
(Συνεχίζεται)

Πηγή: http://paleomanina.blogspot.com/

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

Προκλητική και πάλι η Έκθεση του Σταίητ Ντηπάρτμεντ


Προκλητική και πάλι
η Έκθεση του Σταίητ Ντηπάρτμεντ για την Ελλάδα

Χωρίς σημαντικές αλλαγές στο περιεχόμενο της είναι η ετήσια έκθεση για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανά τον κόσμο για το έτος 2010 που υποβάλλεται κάθε χρόνο στο Κογκρέσο κυκλοφόρησε χθες από το Στέητ Ντιπάρτμεντ.
Ωστόσο, κομάτια της έκθεσης είναι τουλάχιστον προκλητικά, καθώς "ανακαλύπτονται" μειονότητες Βλάχων, Ρομά και Αρβανιτών που... θεωρούν ότι πρέπει να αναγνωριστούν ως "μειονότητες" !
Στην έκθεση για την Ελλάδα επαναλαμβάνεται και εφέτος ότι υπήρξαν προβλήματα σε αρκετούς τομείς, όπως κακοποίηση παράνομων μεταναστών και αθίγγανων από τις δυνάμεις ασφαλείας, συνωστισμός και άσχημες συνθήκες διαβίωσης σε μερικές φυλακές, κακές συνθήκες κράτησης λαθρομεταναστών, κάποιοι νομικοί περιορισμοί στην ελευθερία έκφρασης, περιορισμοί και διοικητικά εμπόδια εις βάρος μη-ορθοδόξων, κράτηση και απέλαση ασυνόδευτων ή αποκομμένων από τις οικογένειές τους ανηλίκων (συμπεριλαμβανομένων των αιτούντων ασύλου), αδυναμία παροχής επαρκούς προστασίας σε θύματα οικιακής βίας, διακρίσεις και εκμετάλλευση εις βάρος ανηλίκων Ρομά, παράνομη διακίνηση προσώπων, περιορισμοί στη δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού εθνοτικών μειονοτικών ομάδων, διακρίσεις και κοινωνικός αποκλεισμός εθνοτικών μειονοτήτων καθώς και φαινόμενα αντί-σημιτισμού.
Στο κεφάλαιο περί σεβασμού της ακεραιότητας του ατόμου επαναλαμβάνονται μεταξύ άλλων καταγγελίες οργανώσεων και επιτροπών ανθρωπίνων δικαιωμάτων για συνεχιζόμενες καταχρήσεις αστυνομικών αρχών εναντίον κρατουμένων, άσχημες συνθήκες σε φυλακές και κρατητήρια της χώρας που δεν πληρούν τα διεθνή πρότυπα, ιδίως σε ότι αφορά την απαράδεκτη κατάσταση παρατεταμένου συνωστισμού και άθλιων συνθηκών σε υποστελεχωμένα κέντρα κράτησης μεταναστών.

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Ειδήσεις στα αρχαία ελληνικά (49)

(κλικ επάνω στην εικόνα του κειμένου για μεγέθυνση)

Νεώτερες διεθνείς ειδήσεις στα αρχαία ελληνικά από την ιστοσελίδα του Καταλανού καθηγητή κλασσικής φιλολογίας Joan Coderch-i-Sancho “Akropolis World Νews” (http://www.akwn.net/).

Σάββατο 16 Απριλίου 2011

Κρητική ανεξαρτησία...


ΚΡΗΤΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ:
ΠΩΣ ΝΑ ΠΕΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ;
του Μανώλη Εγγλέζου-Δεληγιαννάκη

«Αείμνηστε αρχηγέ Πετρονικόλα, απερχόμενος του κόσμου τούτου σήμερον με το μύχιον και πικρόν παράπονον ότι δεν επέζησες να ιδείς πλήρες τετελεσμένον το έργον το οποίον ήτο το μόνον σου όνειρον και υπέρ του οποίου τοσούτον ηγωνίσθης καθ όλην σου την ζωήν, ήτοι την Ενωσιν της πατρίδος σου μετά της μητρός Ελλάδος, απερχόμενος γενναίε πρόμαχε των δικαίων και της ελευθερίας της Πατρίδος σου, ανήγγειλον εις τας ιεράς σκιάς των συναγωνιστών σου ότι το ευγενές και ποθητόν όνειρόν των δεν συνετελέσθη εισέτι, και ότι πιστοί και αφοσιωμένοι ημείς οι απόγονοί των εις το υπέρ της Ενώσεως πρόγραμμά των, θεωρούμεν ιερόν και απαράβατον καθήκον και έχομεν στερεάν και αμετάτρεπτον απόφασιν να υποστηρίξομεν και επιδιώξομεν παντί σθένει την πραγματοποίησιν του ονείρου των, ήτοι την Ενωσιν της Κρήτης μετά της μητρός Ελλάδος».
Αυτά τα λόγια περιέχονται στον επικήδειο που αποχαιρέτησε τη σωρό του Ασηγωνιώτη καπετάνιου Νικολάου Πετράκη το 1905. Ο ομιλητής Μάρκος Δεληγιαννάκης, νεότερός του αγωνιστής και αργότερα Ηπειρομάχος, απέδωσε έτσι με τον πιο γλαφυρό τρόπο τα συναισθήματα των Κρητών κατά το διάστημα της «ημιελευθερίας», όπως σε άλλη αποστροφή του ίδιου αποχαιρετισμού αποκαλούσε την περίοδο της αυτονομίας.
Σήμερα, οι σημαίες της επικυριαρχίας του Σουλτάνου υψώνονται στους ιστούς αυτών που λησμονούν, αυτών που δεν ξέρουν, που δε θυμούνται, που προτάσσουν το ατομικό βραχυπρόθεσμο μικροσυμφέρον απέναντι στο κοινό μεσοπρόθεσμο συλλογικό. Προς αυτές αλληθωρίζουν κι άλλοι, ακάτεχοι και συνάμα απελπισμένοι σε μια πατρίδα που έχει χάσει από καιρό το όραμα και την προωθητική ενοποιητική της δύναμη. Και τις εξελίξεις παρακολουθούν κι όσο μπορούν διαμορφώνουν ξένα συμφέροντα και δυνάμεις, κοντινές και μακρινές, με παρελθούσα ή/και επιθυμητή νέα παρουσία στο νησί.

Η Κρήτη είναι ελληνική
Από μόνη της η κατάφαση αυτή συνιστά ήττα. Αυτό που δεν έχει ξεκαθαρίσει είναι αν πρόκειται για ήττα σε μάχη ή σε πόλεμο. Όπως ήττα συνιστά η συγγραφή αυτού του κειμένου. Γιατί τα αυτονόητα δεν τα δηλώνεις. Ξεκινάς από αυτά και πας παραπέρα. Έτσι πήγαμε στη Μακεδονία, έτσι προσφέραμε έναν ηγέτη στην πατρίδα, καθιστάμενοι η αιχμή του ελληνικού δόρατος στην τελευταία φυγή προς τα μπρος που θάφτηκε τελικά στις στάχτες της Σμύρνης.
Σήμερα τα αυτονόητα είναι ζητούμενα σ΄ αυτό τον τόπο σε όλους τους τομείς. Έτσι, είναι και στο θέμα της Κρήτης. Θα αναγκαστούμε λοιπόν να κάνομε μια σύντομη αναφορά στο πώς εκδηλώθηκε η ελληνική ψυχή της Κρήτης ανά τους αιώνες, από τη στιγμή που αποκόπηκε από τον εθνικό κορμό του Βυζαντίου το 1204 μέχρι την επανένωσή της με την κρατική υπόσταση του νέου ελληνισμού το 1913.
Με την παράδοση της Κρήτης στους Ενετούς το 1204, οι κάτοικοι του νησιού ξεκίνησαν αντίσταση ενάντια στους Ενετούς. Κι επειδή η Πόλη ήταν φραγκεμένη στράφηκαν στη διάδοχη κρατική υπόσταση του Ελληνισμού, την αυτοκρατορία της Νίκαιας. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Βατάτζης έστειλε πλοία και πολεμοφόδια που δε στάθηκαν αρκετά να αντιμετωπίσουν τη θαλασσοκράτειρα Βενετία, κατεγράφη όμως ποιοι ήταν με ποιους και ποιο σημείο αναφοράς είχαν οι Κρητικοί, ποιους θεωρούσαν αδέρφια τους. Η αυτοκρατορία της Νίκαιας αποτελούσε σημείο αναφοράς για όλο τον υπόδουλο ελληνισμό αφού και οι υπόδουλοι της Μικράς Ασίας σ’ αυτήν προσέβλεπαν, όπως μαρτυρούν χρονολογήσεις εικονογραφιών στην Καππαδοκία με βάση τον βασιλεύοντα στη Νίκαια και όχι το Σελτζούκο σουλτάνο που κατείχε την περιοχή.
Με την απελευθέρωση της Πόλης, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος υποκίνησε επανάσταση στην Κρήτη και έκτοτε όλες οι επαναστάσεις κατά των Ενετών ήταν υποστηριζόμενες και σε συνεννόηση με την ανασυσταθείσα Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Όλες καταπνίγονται, ενώ οι Τούρκοι πλησιάζουν και οι Κρητικοί αποτυπώνουν στα τραγούδια τους τη μυθική διάσταση που έχει γιαυτούς το Βυζάντιο:
Όντεν εθεμελιώνασιν οι άγγελοι την Πόλη, απ' τ' Άγιον Όρος το νερό κι από τη Χιό το χώμα
κι απού την Avτριανoύπολη φέρνουν τα κεραμίδια…
Παρακολουθούν με αγωνία την τουρκική προέλαση και πρώτοι αυτοί απ’ όλους τους Έλληνες θρηνούν το κούρσος της Αντριανούπολης:
Τα χελιδόνια τση Βλαχιάς και τα πουλιά τση Δύσης
Κλαίσιν αργά κλαίσιν ταχιά κλαίσιν το μεσημέρι
Κλαίσιν την Αντριανούπολη τη βαροκουρσεμένη.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στο χρόνο κατά τον οποίο γράφονται αυτά, η Κρήτη ανήκει σε άλλο κράτος, όμως θεωρεί εαυτήν μέρος του ελληνικού λαού, όπου και αν αυτός βρίσκεται και μαζί του θρηνεί την πτώση της Ρόδου, αγωνιά για την έκβαση της συνόδου Φερράρας Φλωρεντίας («όντεν εδικονίζεντο ο Κωνσταντής στα ξένα»), αφηγείται τον γάμο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου («κάλεσμα κάνει ο Κωνσταντής το γάμο του να κάμει»). Είναι επίσης άξιο αναφοράς ότι κατά την Ενετοκρατία, οι Κρητικοί διεκδικούν προνόμια από τους Ενετούς στη βάση της βυζαντινής προέλευσής τους, ως Αρχοντορωμαίοι, με χαρακτηριστική την αναγωγή της καταγωγής τους στα 12 αρχοντόπουλα του Βυζαντίου που κατά την παράδοση έστειλε ο Αλέξιος Κομνηνός στο νησί.
Ακολούθως, με την πτώση της Κωνσταντινούπολης, πολλοί οραματίστηκαν την αναβίωση του Βυζαντίου με κέντρο την Κρήτη αλλά οι απόπειρες εξέγερσης κατανικήθηκαν από τους Ενετούς, μέχρι τελικά η Κρήτη να ενωθεί με το υπόλοιπο γένος κάτω από την Οθωμανική κυριαρχία.
Η ενότητα του υπόδουλου ελληνισμού φάνηκε στα Ορλωφικά, όταν η συντονισμένη εξέγερση εγκαταλείφθηκε από τους Ρώσους αλλά πιστοποίησε την αίσθηση του ανήκειν στην ίδια συλλογικότητα, από τις Παραδουνάβιες ηγεμονίες μέχρι τα Σφακιά. «Ο Μπέης από τη Βλαχιά κι ο Μπέης απ’ τη Μάνη κρυφοκουβέντες είχασι με το Δασκαλογιάννη». Η ίδια αίσθηση οδήγησε τους Κρητικούς στη Φιλική Εταιρεία και στην προετοιμασία και συμμετοχή στην Επανάσταση του 21, η οποία δεν αφορά μόνο το Μωριά και τη Ρούμελη αλλά και τη Θράκη, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, την Κρήτη, τα νησιά. Συμμετέχουν στις εθνοσυνελεύσεις που έδωσαν τα Συντάγματα της επανάστασης και εθελοντές πηγαινοέρχονται στις επαναστατημένες περιοχές, τόσο κρητικοί στην ηπειρωτική Ελλάδα όσο και μη κρητικοί στην Κρήτη.
Όταν το ελλαδικό κρατίδιο δημιουργείται, ζητούν με πείσμα να συμπεριληφθεί σ’ αυτό η Κρήτη και αποτυγχάνουν. Από τότε, ο 19ος αιώνας είναι αιώνας επαναστάσεων με μόνιμο αίτημα το «Ένωση ή θάνατος», κοινό αίτημα του υπόδουλου ελληνισμού από τη Βόρειο Ήπειρο μέχρι την Κύπρο. Κι όταν το 1897 αποτινάσσεται ουσιαστικά ο τουρκικός ζυγός, αυτοί επιμένουν για την Ένωση και μόνο όταν την επιτυγχάνουν το 1913 θεωρούν ότι ολοκλήρωσαν τον αγώνα.
Στη διάρκεια της ζωής της Κρητικής Πολιτείας συμβαίνουν πολλά: Οι κρητικοί πηγαίνουν να πολεμήσουν εκεί που η πατρίδα τους χρειάζεται και ενώνουν τη Μακεδονία με την Ελλάδα πριν την Κρήτη. Η εξέγερση του Θερίσου επισφραγίζει τον πόθο της Ένωσης και αναδεικνύει ένα εθνάρχη. Οι βουλευτές της Κρητικής πολιτείας εισβάλλουν στο ελλαδικό κοινοβούλιο για να συνεδριάσουν με τους Παλαιοελλαδίτες βουλευτές σε μια συμβολική επίδειξη της ενότητας των πληθυσμών. Οι κρητικοί κληρωτοί σε κάθε περίσταση δίδουν τον όρκο του Έλληνα στρατιώτη. Όλα τα δημοτικά συμβούλια των τότε δήμων με ψηφίσματά τους κήρυτταν την Ένωση και καλούσαν τον Αρμοστή να ασκεί τα καθήκοντά του εν ονόματι του βασιλέως της Ελλάδος. Ο πόθος για την Ένωση είναι πανταχού παρών.
Αντίστροφα, στο Ελλαδικό κρατίδιο, οι προβληματισμένοι για την παρακμή και σήψη του, στην Κρήτη προσβλέπουν για να ανανεώσει το ελληνικό όραμα και να εμφυσήσει νέα ορμή και πίστη στα δίκαια του έθνους. Καλούν το Βενιζέλο και η Κρήτη βρίσκεται στην πρωτοπορία στην περιπέτεια που αρχίζει με τους Βαλκανικούς και τελειώνει το 22, σε μια περίοδο όπου κάποια χρόνια δεν ανήκε καν στην Ελλάδα! Η Κρήτη, εκτός από εθνάρχη, χαρίζει στην Ελλάδα και μπαρουτοκαπνισμένους πολεμιστές με κορυφαίο το στρατάρχη Μανουσογιαννάκη.
Μετά την Ένωση, η κατοχή έδωσε την ευκαιρία στην Κρήτη να διεξαγάγει τον αντιστασιακό αγώνα εξ ονόματος όλου του ελληνισμού και να αντισταθεί στις αγγλικές προτροπές περί αυτονομίας, τις οποίες οι σύμμαχοί μας έκαναν τη στιγμή του κοινού αγώνα και που είχαν την κατάληξη να συλληφθεί ο Γουντχάουζ, βιογράφος του Καραμανλή αργότερα, από τους αντάρτες.
Στα χρόνια που ακολούθησαν υπήρξε έμπρακτη στήριξη από τους κρητικούς του ενωτικού αγώνα του λαού μας στην Κύπρο, ενώ γράφτηκαν και σχετικά ριζίτικα τραγούδια. Ο Παύλος Γύπαρης, μεγάλος πια, επέστρεψε στην Αγγλία τα παράσημα που του είχαν απονεμηθεί για τη δράση του στο β’ παγκόσμιο πόλεμο και κάλεσε το Χάρντινγκ σε μονομαχία…
Τα παραπάνω έχουν μιαν αντίφαση: λέγονται για να αποδείξομε ότι δε χρειαζόταν να λεχθούν. Ότι το αυτονόητο δε χρειάζεται να διατυπώνεται. Όμως από τότε πέρασε πολύς καιρός και πολλές καταστάσεις. Το πρώτο που ήρθε, ήταν η διάθεση να καταστρέψομε το χώρο μας, τα χωριά μας, για να χτίσομε δωμάτια και να σερβίρομε τους τουρίστες, αυτούς που μέχρι χτες πολεμούσαμε. Κι ακολούθησε η ηθική εξαχρείωση ενός ολόκληρου λαού, που στην Κρήτη ήρθε με την παροχή της δυνατότητας σε πληθυσμούς με περιορισμένα μέσα να προσποριστούν εύκολα έσοδα όχι με την εργατικότητα, βασική αξία του λαού μας, αλλά με τις επιδοτήσεις βάσει ψευδών στοιχείων που δεν κατευθύνθηκαν στο σκοπό για τον οποίο προορίζονταν. Προς τούτο συνηγόρησε ένα ολόκληρο κύκλωμα με πρώτο το κράτος, έτσι που όποιος έμενε πιστός στις αξίες τις παλιές στερούνταν και θεωρούνταν και αφελής.
Η καλοπέραση αυτή οδήγησε στην τάση για πάση θυσία διατήρησή της, κι εκεί η παλιά ανδρεία μετεξελίχθηκε σε τραμπουκισμό, προστασία, χρήση κάθε μέσου και καταφυγή στις παραβατικές δραστηριότητες. Η λεβεντογέννα Κρήτη που όλοι θαύμαζαν, γινόταν πια ένα μαύρο πουκάμισο αδειανό. Οι προτεραιότητες είχαν αλλάξει, με την κατανάλωση να αποτελεί πια τη νέα μεγάλη ιδέα. Παράλληλα, τα θερμοκήπια, τα ξενοδοχεία, η οικονομική δραστηριότητα και ανάπτυξη δημιούργησαν τοπικές οικονομικές ελίτ, ενώ η χασισοκαλλιέργεια και το λαθρεμπόριο όπλων ανέδειξαν πληθυσμούς που ζούσαν και βολεύονταν από την παραβατικότητα.
Παράλληλα με την υποχώρηση των αξιών και του φρονήματος του λαού μας πανελλαδικά, ερχόταν και η υποχώρηση σε όλα τα μέτωπα, ένα εκ των οποίων είναι και της εξωτερικής πολιτικής. Η Τουρκία επελαύνει στο Αιγαίο, στο οποίο έχομε αναγνωρίσει ζωτικά συμφέροντά της. Κι η Κρήτη είναι ένας πολύ δυνατός κρίκος στην ελληνική άμυνα, με πληθυσμό ντόπιο εξισλαμισμένο που έχει εγκατασταθεί στην άλλη όχθη του Αιγαίου.
Το επόμενο στοιχείο που μας ενδιαφέρει είναι η άνοδος της παγκοσμιοποίησης και το ιδεολογικό στίγμα που τη νομιμοποιεί: Στα πλαίσια της κυριαρχίας της αγοράς, οι συλλογικές ταυτότητες πρέπει να υποσταλούν και να αντικατασταθούν από την εξατομίκευση και το πρότυπο του ατόμου-καταναλωτή, απρόσωπου και ακαθορίστων λοιπών στοιχείων. Η σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στα μέλη ενός λαού πρέπει να καταργηθεί. Δε νοείται ούτε η σύνδεση των λαών μεταξύ τους ως συλλογικοτήτων, οι Έλληνες και οι Σέρβοι, οι Ισπανοί με τους Πορτογάλους δε νοούνται να συνδιαλέγονται. Μόνο άτομα συνδιαλέγονται, καμιά άλλη ταυτότητα δεν αναγνωρίζεται (αυτό το βλέπει κανείς ακριβώς έτσι αποτυπωμένο στις διακηρύξεις φιλελεύθερων παρατάξεων). Δεν υπάρχει σύνδεση με την πατρίδα, με κάθε πατρίδα: Είμαστε όλοι παιδιά της γης που πατούμε αυτή τη στιγμή και έχομε τα ίδια δικαιώματα σ’ αυτήν (αυτό το ιδεολόγημα, που κατά κόρον χρησιμοποιείται από προοδευτικούς έως πάρα πολύ προοδευτικούς, εμπεριέχει μέσα του και τη νομιμοποίηση της προσφυγοποίησης εκατομμυρίων ανθρώπων από τη Νέα Τάξη: αφού δεν υπάρχουν πατρίδες, δε δημιουργούνται και πρόσφυγες, ενώ οι κολασμένοι της παγκοσμιοποίησης που καταφθάνουν εδώ ως λαθρομετανάστες, δεν προσδοκούν φιλοξενία σε έναν ξένο τόπο, θεμελιώνουν δικαίωμα εγκατάστασης αφού πατρίδα είναι όπου πατάμε).
Η παγκοσμιοποίηση όμως δεν είναι μονόδρομος ούτε είναι δεδομένη η επικράτησή της. Πρέπει να εμπεδωθεί και γιαυτό πρέπει να διαλυθούν οι εθνικές ταυτότητες. Κάποιες όμως είναι πολύ ισχυρές, όπως η Ελληνική, διαμορφωμένη δια πυρός και σιδήρου μέσα από μια παράδοση αντίστασης ενάντια και στην Ανατολή και προς τη Δύση, της οποίας μάλιστα αρχέτυπο και συμπύκνωση αποτελεί η Κρήτη. Πρέπει λοιπόν να πολεμηθεί το συνεκτικό στοιχείο της αίσθησης ότι ανήκομε στην ίδια συλλογικότητα, στο ίδιο έθνος. Πρέπει να σπάσει, να κατακερματιστούμε σε μικρά κομμάτια, αδύναμα και σε ανταγωνισμό πιθανόν μεταξύ τους. Πρέπει ακόμα να υποτιμηθεί η αντιστασιακή μας παράδοση κι η ιστορία μας, έτσι ώστε να εκλείψει κάθε έννοια αντίστασης, κι αν υπάρχει, να στερείται αυτή δύναμης. Αυτό το δύσκολο έργο το έχουν αναλάβει ειδικά για τα Βαλκάνια, τα οποία έχουν μακρά παράδοση αντίστασης και περηφάνιας, αφενός οι επιδρομές του ΝΑΤΟ και οι πολιτικές των Δυτικών δυνάμεων, αφετέρου οι «προοδευτικοί» ιστορικοί και διανοούμενοι που ξαναγράφουν τα βιβλία ιστορίας. Βιβλία σαν αυτό της 6ης Δημοτικού, που ωραιοποιούν την Οθωμανική κατοχή των βαλκανικών χωρών, διδάσκονται ήδη στη Βουλγαρία και τη Σερβία. Κι επειδή εδώ υπήρξε αντίδραση μεγαλύτερη από αυτήν που περίμεναν, έχομε τώρα και το ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΙ, που αποδομεί την κορυφαία στιγμή της νεώτερης ιστορίας μας, το 1821.
Ο κατακερματισμός της Σερβίας είναι το μοντέλο που πρέπει να επιβληθεί και στην Ελλάδα. Η Θράκη μπορεί να τραβηχτεί προς την Τουρκία, οι νομοί Πέλλας και Φλωρίνης προς τα Σκόπια, κι η Κρήτη αυτόνομη. Πρέπει όμως να σπάσει η αίσθηση της συλλογικής ταυτότητας των Ελλήνων. Κι εδώ βοηθός στέκει το ίδιο το Ελλαδικό κράτος.
Βοηθός στέκει το πριγκιπάτο των Αθηνών, που κυριαρχεί και καταδυναστεύει την υπόλοιπη Ελλάδα από πλευράς πόρων, ανθρώπινου δυναμικού, συγκέντρωσης υπηρεσιών, διοικητικών μηχανισμών. Που με μια συγκεντρωτική πολιτική αφαίρεσε από την ύπαιθρο τους ανθρώπους της, που με τη δομή του δεν επιτρέπει στις ελληνικές περιοχές να επικοινωνούν μεταξύ τους παρά μόνο μέσω της Αθήνας, που σε τελευταία ανάλυση καταστρέφει την ταυτότητα των παιδιών μας που γεννήθηκαν σ’ αυτήν και που δεν έχουν τα βιώματα και τις ζώσες αξίες του χωριού, διαμορφώνοντας καταναλωτές διασκέδασης δυτικού τύπου. Αυτό το κράτος έχει δημιουργήσει σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα συναισθήματα αδικίας και παραμέλησης. Μόνο που αυτή η αίσθηση δε βγαίνει ως αντιπαλότητα στην Αθήνα. Σε μιαν Ελλάδα που την οικειοποιείται η Αθήνα, βγαίνει ως αντιπαλότητα στην Ελλάδα. Και στην Κρήτη αυτό βγαίνει με τον ίδιο τρόπο: «Εμείς πολεμήσαμε για όλους και για μας δεν πολέμησε κανείς», ακούς στα χωριά μας, κι ακόμα, «Η Ελλάδα μας παραμελεί, μας εκμεταλλεύεται». Καταλαβαίνει κανείς πόσο πρόβλημα μπορεί να δημιουργήσει μια τέτοια νοοτροπία, αφού εντοπίζει λάθος πρόβλημα, και άρα προτείνει και λάθος λύσεις. Κι είναι ακόμα πιο επικίνδυνο το ότι κι άλλες παραμελημένες περιφέρειες, τον ίδιο υπαίτιο αναγνωρίζουν: την Ελλάδα. Κι ενώ θα μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους, να πυκνώσουν τις συνεννοήσεις και τις ανταλλαγές τους παρακάμπτοντας την παρασιτική Αθήνα και διαμορφώνοντας εκείνες μια κοινή ελληνική πολιτική, αναπτύσσουν φυγόκεντρες τάσεις σε μια περίοδο που αυτό είναι της Νέας Τάξης επιδίωξη και ζητούμενο προσφέροντάς της το στο πιάτο.
Ακόμα χειρότερα, ο "Καλλικράτης" ήρθε και καθιέρωσε αυτό τον κατακερματισμό σε περιφέρειες, προσθέτοντας την αυτονόμησή τους από τον εθνικό κεντρικό σχεδιασμό. Σημείο αναφοράς είναι πια οι Βρυξέλλες και στόχος η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, που γίνεται πια σε επίπεδο περιφέρειας. Έτσι, όχι μόνο καταργείται η κοινή στρατηγική, αλλά και αναπτύσσεται ανταγωνισμός μεταξύ των ελληνικών περιφερειών που διαγκωνίζονται για τα ευρωπαϊκά προγράμματα, συντελώντας στην αποξένωση και την απομάκρυνσή τους. Μια ακόμα παράμετρος του Καλλικράτη είναι ο ναρκισσισμός που καλλιεργεί στους τοπικούς άρχοντες, οι οποίοι βλέπουν στους εαυτούς τους όχι πια το Δήμαρχο ή τον περιφερειάρχη, αλλά το μικρό Πρωθυπουργό. Από κει και πέρα, η φιλοδοξία να γίνουνε κι αυτοί κάτι σαν το Μακάριο δεν είναι μακριά.
Τέλος, οι εξελίξεις στην πατρίδα μας με το Μνημόνιο και την κατάρρευση της αξιοπιστίας του πολιτικού κόσμου, δημιούργησαν νέα απογοήτευση και απελπισία στο λαό μας. Η διέξοδος σε αυτό και οι τρόποι αντιμετώπισής της είναι θέμα του λαού μας συνολικά, όμως κάποιοι, μέσα στον πανικό τους και προκειμένου να απαλλαχθούν από αυτούς που τους έφεραν σ’ αυτή την κατάσταση, αποδίδουν τη διαφθορά του πολιτικού κόσμου στην ίδια την Ελλάδα και ζητούν αυτονομία για να γλυτώσουν!
Σ’ αυτές τις συνθήκες, έχει από καιρό αναπτυχθεί μια φιλολογία περί απόσχισης της Κρήτης από τον εθνικό κορμό με μια σειρά επιχειρημάτων. Παράλληλα, παρακολουθούμε μια κλιμάκωση επιχειρημάτων και θεωριών που συνοδεύονται κι από έξωθεν προβοκάτσιες που παρουσιάζονται σα λάθη και καθόλου αθώες δεν είναι.
Η κεντρική και εμβληματική έκφραση της τάσης αυτής είναι η χρήση της σημαίας της κρητικής πολιτείας ως συμβόλου της Κρήτης και της αυτόνομης πορείας της. Εδώ πρέπει να πούμε ότι η διείσδυση της ιδέας της αυτονομίας έχει επενδύσει πολύ στην παθολογική αγάπη των Κρητικών για την ιδιαίτερη πατρίδα τους και την περηφάνια που νοιώθουν γιαυτή. Η ιδέα αυτή όμως ήταν πάντα συνυφασμένη με την ιδέα της Κρήτης ως γης ελληνικής και την ξεχωριστή θέση που αυτή κατά τους Κρητικούς και άλλους Έλληνες έχει στην ιστορία και στη συλλογική μας παράδοση. Σιγά σιγά καλλιεργήθηκε η ιδέα για μια Κρήτη τόσο ιδιαίτερη, που αποτελεί χωριστή ταυτότητα πολιτιστική κι όχι συνιστώσα στις ελληνικές παραδόσεις. Κι η σημαία της αυτονομίας ήταν η μόνη που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως σύμβολο, αφού όλες οι κρητικές σημαίες ήταν οι ελληνικές των χαίνηδων με το «Ένωσις ή Θάνατος», η σημαία του Καγιαλέ η Ελληνική, που αυτήν αναρτούσαν σε κάθε ευκαιρία επί Κρητικής Πολιτείας αποκαθηλώνοντας την άλλη με το τουρκάστερο. Η τελευταία λοιπόν, κατάντησε να θεωρείται σύμβολο της Κρήτης από τους σύγχρονούς μας Κρητικούς, ακόμα κι αν αυτοί δεν τάσσονται υπέρ της ιδέας της αυτονομίας. Από την άλλη, η μετάπτωση και μέσω της σημαίας σε θέσεις στήριξης της αυτονομίας, αρχικά μέσα από το χαβαλέ και στην πορεία συνειδητά, συντέλεσε στην αύξηση του κύματος αυτού σε πρώτη φάση.
Προς ενίσχυση και ουσιαστική επιβολή του θέματος, επινοήθηκε η απάτη με το δημοψήφισμα που δήθεν θα λάβει χώρα το 2012 με βάση τη διεθνή συνθήκη που αναγνώρισε αυτό που de facto είχαν επιβάλει οι Κρητικοί: την Ένωση με την Ελλάδα. Το δημοψήφισμα ήταν μια πολύ έξυπνη τακτική που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία συζήτησης επί του ανύπαρκτου θέματος. Μας ανάγκασε λοιπόν να συζητούμε επ’ αυτού, να παίρνομε θέση, να το αναγνωρίζομε ως υπαρκτό. Το επέβαλε πιέζοντάς μας να τοποθετηθούμε εν όψει του 2012.
Παράλληλα, οι προβοκάτσιες στους αγώνες των μεσογειακών νησιών με την ανάρτηση της σημαίας της κρητικής πολιτείας για την Κρήτη αντί για την ελληνική, η αναφορά της Κρήτης ως ξεχωριστού κράτους σε ιστοσελίδες δυτικών οργανισμών, η ανάρτηση πανώ σε ποδοσφαιρικό αγώνα στο Ηράκλειο για την αυτονομία, οι αναφορές στο ανύπαρκτο δημοψήφισμα του 2012, η ανάρτηση της σημαίας σε ιστούς δήμων, δημιούργησαν μια δυναμική αλληλοτροφοδοτούμενη με το θέμα να συζητιέται κανονικά ανάμεσά μας.
Τους δυο αυτούς άξονες προπαγάνδας, το δημοψήφισμα και τη σημαία, θα πρέπει να μην τους υποτιμούμε ως γελοίους, γιατί ο στόχος δεν ήταν να πείσουν, αλλά να ανοίξουν το θέμα. Κι αυτό το κατάφεραν, μ’ εμάς να είμαστε σε θέση άμυνας, μη ξέροντας τι να κάνομε, αφού θέλαμε να μη δίδουμε διαστάσεις σ’ ένα θέμα που δεν υπάρχει. Η απουσία μας όμως συντέλεσε στην απρόσκοπτη ανάπτυξη του προβλήματος.
Σε δεύτερη φάση, ήρθε η αντίδραση και η ενημέρωση του κόσμου. Το έμβλημα που είχαν επιλέξει ήταν εύκολος στόχος, αφού μας έδινε τη δυνατότητα να αναφερθούμε στην ιστορία και τους συμβολισμούς της επικυριαρχίας του Σουλτάνου, το δημοψήφισμα μπορούσαμε να το αναιρέσομε με μιαν απλή ανάγνωση της Συνθήκης. Όμως η άλλη πλευρά σιγά σιγά έχει ήδη εγκαταλείψει το εργαλείο του δημοψηφίσματος, αφού δεν της είναι πια χρήσιμο, και είναι εύκολο να βρει εναλλακτικό σύμβολο τώρα που υπάρχει η κρίσιμη μάζα εκείνη που θα το υιοθετήσει εκ του μηδενός.
Η εξέλιξη των επιχειρημάτων των αυτονομιστών παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς μετατοπίζεται πλέον σε πιο συναινετική και τεχνοκρατική φρασεολογία. Έτσι, προβάλλεται αφενός η αυτάρκεια της Κρήτης σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους και ως οικονομία, η οποία μπορεί να συντηρήσει το νησί δίχως τη βοήθεια της Ελλάδας. Από την άλλη, τα ιδεολογήματα περί χωριστής ταυτότητας των Κρητών έχουν σιωπήσει. Στη θέση τους προβάλλεται από τη μια το κοινό ελληνοτουρκικό παρελθόν και ο πληθυσμός των κάποτε αδελφών μας Τουρκοκρητικών κι από την άλλη, η τραγική κατάσταση της Ελλάδας που τρώει τα παιδιά της και το αίτημα της αυτοδιοίκησης ως διέξοδος στην κακοδιοίκηση της κεντρικής εξουσίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι πια το αίτημα για ανεξαρτησία υποστέλλεται, έμφαση δίδεται στο ότι η Κρήτη είναι τελικά κομμάτι της Ελλάδας, απλά είναι καλό για όλους μας να έχομε ένα νοικοκύρεμα βρε αδερφέ, μια διοικητική ή οικονομική αυτονομία, τίποτα άλλο.
Το αίτημα αυτό, όπως εμφανίζεται στη σημερινή του μορφή, είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, αφού παρουσιάζεται αθώο και μάλιστα έχει αναφορές στην αυτοδιοικητική μας παράδοση. Αυτό που αποκρύπτεται όμως είναι το ότι οι σημερινές αυτοδιοικητικές δομές του Καλλικράτη δεν έχουν καμιά σχέση με την κοινοτική μας αμεσοδημοκρατική παράδοση. Δημιουργούν απλά τις προυποθέσεις αναπαραγωγής της κομματικής κυριαρχίας σε όλα τα επίπεδα, γιγαντώνοντας τη μικρότερη βαθμίδα αυτοδιοίκησης από την κοινότητα γνωστών μεταξύ τους προσώπων στον απρόσωπο Καλλικρατικό δήμο, στραγγαλίζοντας την προοπτική κάθε ανεξάρτητης συλλογικής προσπάθειας παρέμβασης. Επιπλέον, άλλο η αυτοδιοίκηση εντός ενός «κοινού Ελλήνων», κι άλλο η αυτοδιοίκηση στη βάση της ετερότητας των Κρητών σε σχέση με τους (άλλους) Έλληνες.
Έτσι, ο μύθος της αυτάρκειας καταρρέει από την ίδια τη διατύπωσή του: Αστείρευτους υδάτινους πόρους ανακαλύπτει σε μια Κρήτη που με την αλλαγή του κλίματος απειλείται με ερήμωση, ενώ η δυνατότητα παραγωγής αγροτικών προϊόντων δε συνεπάγεται και αυτάρκεια στην ενέργεια και στις κατασκευές, ούτε πολύ περισσότερο στην άμυνα.
Όμως, δεν είναι ενωμένες οι ελληνικές περιοχές επειδή στερούνται αυτάρκειας καθεμιά ξεχωριστά. Ούτε σημαίνει αυτό ότι αν είναι αυτάρκεις φεύγουν, δεν είναι η ανάγκη που τις κρατάει ενωμένες αλλά η κοινή συνείδηση, η αίσθηση του ανήκειν στην ίδια συλλογικότητα, στον ίδιο λαό. Γιαυτό άλλωστε στο παρελθόν αγωνίστηκαν για την Ένωση, όχι μόνο οι Κρητικοί, αλλά όλοι οι Έλληνες που βρέθηκαν εκτός ελλαδικού κράτους στα 1830: Σαμιώτες, Δωδεκανήσιοι, Κύπριοι, Επτανήσιοι, Μικρασιάτες, Μακεδόνες, Θρακιώτες, Βορειοηπειρώτες.
Είναι ακόμα χαρακτηριστικό ότι το ζήτημα της άμυνας υποβαθμίζεται συστηματικά από τους υποστηρικτές της αυτονομίας. Η γεωπολιτική απουσιάζει από την ανάλυσή τους, κι αυτό όχι απαραίτητα από άγνοια. Κάποιοι όντως παραγνωρίζουν την απειλή της Τουρκίας, και αφελώς παρουσιάζουν ως παράδειγμα προς μίμηση την Κύπρο, το μεγαλύτερο ελληνικό νησί που κατέληξε ανεξάρτητο μετά από έναν αγώνα για την Ένωση που γελοιοποίησε τη μεγαλύτερη αποικιοκρατική δύναμη του κόσμου, τη Βρετανία, και που σήμερα βιώνει ακριβώς τις συνέπειες της μη ολοκλήρωσης του στόχου της Ένωσης. Επικαλούνται το οικονομικό θαύμα της Κύπρου, αλλά αυτό μόνο ως παράδειγμα του τι θα μπορούσε να κάμει ο Ελληνισμός ενωμένος μπορεί να χρησιμεύσει, δηλαδή με τα θετικά μιας παραγωγικής ανάπτυξης, συνδυασμένης όμως με αποτρεπτική ισχύ και όραμα, όχι ως κίνητρο για απόσχιση.
Κάποιοι άλλοι όμως αποσιωπούν το θέμα της άμυνας συνειδητά. Είναι αυτοί που αναφέρονται με νοσταλγία στην τουρκική παρουσία στο νησί, που στις εφημερίδες και τις επιχειρήσεις τους βάζουν το μπλέ και το κόκκινο σε αναλογία τρία προς ένα, παραπέμποντας ευθέως και ρητά στην παρουσία της τουρκοκρητικής μειονότητας στο νησί. Δεν έχει θέση εδώ η ανάλυση της προέλευσης των τουρκοκρητικών από εξισλαμισμένους δικούς μας πληθυσμούς, ούτε η επισήμανση ότι όσοι φτάσαμε να αποκαλούμαστε Έλληνες σήμερα είμαστε οι απόγονοι αυτών που δεν εξισλαμίστηκαν τότε. Αλλά πρέπει να μας θορυβήσει το γεγονός ότι οι αυτονομιστές εμμέσως πλην σαφώς έχουν και μια προοπτική τουρκικής εμπλοκής στην Κρήτη, την οποία διεκδικούν με την προβολή μιας κοινής ταυτότητας που ενώνει χριστιανούς και μουσουλμάνους του νησιού και η οποία βεβαίως δεν είναι ελληνική: είναι μόνο κρητική και αυτήν προβάλλουν, αντίθετα με το παρελθόν μας και την ιστορία μας, αποσιωπώντας ότι οι αγώνες μας ήταν ενάντια σ’ αυτούς με τους οποίους γίνεται σήμερα επίκληση κοινής ταυτότητας.
Το θέμα βέβαια ενδιαφέρει την Τουρκία πάρα πολύ. Η διεκδίκησή της εμφανίζεται από πλευράς της μέσα από διάφορες ατραπούς, από τις αεροφωτογραφίσεις των περιοχών μας μέχρι την έρευνα στα υποθηκοφυλακεία για τις περιουσίες των Τουρκοκρητικών και την ανάρτηση νοσταλγικών βίντεο στο γιουτιούμπ με καρτ-ποστάλ του καιρού της τουρκικής κατοχής με υπόκρουση κρητικής μουσικής και λεζάντες στα τουρκικά και στα αγγλικά για την κοινή πατρίδα όλων μας, χριστιανών και μουσουλμάνων.
Επιπλέον, η αποδοχή της τουρκικής υπηκοότητας των ιεραρχών της Κρητικής Εκκλησίας, αποτελεί ήττα στο συμβολικό επίπεδο και τεράστια απειλή την οποία έχομε υποβαθμίσει: Ο όρκος πίστης στο τουρκικό σύνταγμα δεν έρχεται μόνο σε ευθεία αντίθεση με την αντιστασιακή παράδοση της εκκλησίας μας, αυτής που χρηματοδότησε τον αγώνα του λαού μας στην Κρήτη και πρόσφερε σειρά μαρτύρων και ηγετών. Δημιουργεί μιαν ομάδα πίεσης υπέρ των τουρκικών θέσεων στο έδαφός μας, κρατώντας σε ομηρία τους ιεράρχες μας και αναγκάζοντάς τους να ταυτίσουν τις φιλοδοξίες τους με την τουρκική εξωτερική πολιτική. Αποδέχεται την παραβίαση της συνθήκης της Λωζάννης που διαπράττουν οι Τούρκοι χαρακτηρίζοντας το οικουμενικό Πατριαρχείο τουρκικό ίδρυμα στο οποίο προσβλέπουν να ηγηθούν, κι όλο αυτό παρουσιάζεται ως κίνηση μεγαλοψυχίας της Άγκυρας και εποικοδομητική στάση που απαιτεί ως αντάλλαγμα την αναγνώριση των ψευδομουφτήδων (προφανώς γιατί μέχρι κι οι Τούρκοι καταλαβαίνουν ότι η Ελλάδα είναι ενιαία από την Θράκη ως τη Γαύδο).
Τις αυτονομιστικές θέσεις εκφράζουν σε γενικές γραμμές τα εξής συμφέροντα: των οικονομικά ισχυρών του νησιού μας, οι οποίοι δε θέλουν να μοιράζονται τον πλούτο που παράγουν με τους υπόλοιπους Έλληνες μέσω της φορολογίας και θεωρούν ότι πρέπει να διαχειρίζονται οι ίδιοι την παραγόμενη υπεραξία. Των παραβατικών, που επιζητούν μια τοπική κυβέρνηση που δε θα μπορεί να αντιπαρατεθεί μαζί τους, και που μπορεί να ελέγχουν κιόλας. Επιπλέον, σε μια μικρής κλίμακας κρατική οργάνωση, θα ελέγχουν και την οικονομική ζωή μέσω της «προστασίας» σε βάρος των οικονομικά ισχυρών, οι οποίοι δε θα είναι τόσο ισχυροί ώστε να τους ελέγξουν αλλά αρκετά εύποροι ώστε να τους συντηρούν μ’ αυτό τον τρόπο. Των εκκολαπτόμενων πολιτικών του Καλλικράτη, που προσδοκούν αξιώματα και τιμές αρχηγού κράτους και κυβερνητικών αξιωματούχων. Και νεφελωδώς των απόκληρων του σημερινού συστήματος που απλά ταυτίζουν την κρίση με την Ελλάδα και αφελώς θεωρούν ότι θα τους σώσει από το Μνημόνιο η αυτονομία.
Το ετερόκλητο μέτωπο των αυτονομιστών έχει αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, τα οποία η κάθε διακριτή ομάδα εντός του δεν αντιλαμβάνεται ότι ακυρώνουν τις δικές της επιδιώξεις. Έτσι, οι οικονομικοί παράγοντες δεν αντιλαμβάνονται ότι τυχόν αυτονομία θα σημάνει τον έλεγχο του νησιού από τις δυνάμεις της παραβατικότητας, των ναρκωτικών και της προστασίας. Καμιά τοπική κυβέρνηση δε θα είναι σε θέση να αντιπαρατεθεί μαζί τους, εκτός του ότι μάλλον θα ελέγχεται από αυτές εκούσα άκουσα. Αντίστοιχα, οι δυνάμεις της παρανομίας, παραγνωρίζουν ότι αργά ή γρήγορα η Κρήτη θα περάσει υπό Τουρκικό έλεγχο, ο οποίος δε θα ανεχτεί τέτοιες δραστηριότητες που θα εμπνέουν ανασφάλεια στα συμφέροντά του που θα αναπτυχθούν στο νησί. Θα στραφεί εναντίον τους, είτε για να τις υποκαταστήσει με δικές του δυνάμεις είτε για να εξαλείψει τις δραστηριότητες αυτές. Και στις δυο ομάδες αυτές βέβαια, υπάρχει και η προοπτική της τουρκοποίησής τους για να διατηρήσουν τη θέση τους στην τοπική κοινωνία, δηλαδή θα δούμε να επαναλαμβάνεται το φαινόμενο του γενιτσαρισμού με νέο τρόπο.
Μπορεί να αντιλέξει κάποιος ότι αυτά δε γίνονται εντός της Ευρωπαικής Ένωσης. Όμως, αυτά μπορούν να γίνουν δίχως στρατιωτική επέμβαση, με κατάλληλους χειρισμούς και θέση της τοπικής κυβέρνησης σε ομηρία. Τα παραδείγματα της Κύπρου, της Ελλάδας πια, που δεν τολμάει να ανακηρύξει ΑΟΖ, είναι εδώ για να μας αφαιρέσουν κάθε αμφιβολία. Και αν η Ελλάδα δεν κηρύσσει ΑΟΖ, η Κρήτη μόνη της πώς θα τολμήσει να εκμεταλλευτεί τα περιβόητα κοιτάσματα που θα την καταστήσουν ενεργειακά αυτάρκη;
Την αυτόνομη Κρήτη θέλει διακαώς και το δυτικό μπλόκ, ώστε να την εντάξει στη σειρά των αβύθιστων αεροπλανοφόρων της Μεσογείου, που ξεκινούν από το Γιβραλτάρ και κορυφώνονται στην Κύπρο, στις βρετανικές βάσεις, που αποτελούν επικράτεια της Βρετανίας, όχι παραχωρημένο χώρο από την Κυπριακή Δημοκρατία, όπως η Σούδα. Θυμίζω ότι ο Ελληνισμός δεν θεωρείται από τους θεωρητικούς της Νέας Τάξης ως μέρος του Δυτικού κόσμου. Θα προσθέσω ότι συμφωνώ με αυτή την ανάλυση, πλην όμως η δυτική προσέγγιση γίνεται στη βάση της σύγκρουσης των πολιτισμών κατατάσσοντάς μας σε αντίπαλο στρατόπεδο, ενώ μια προσέγγιση οικουμενικότητας θα έβλεπε σ΄ αυτή τη διαφορετικότητα την ευκαιρία για διάλογο μεταξύ των διακριτών ταυτοτήτων σε βάση αμοιβαίου σεβασμού. Ακόμα περισσότερο, το ελληνικό πολιτισμικό πρότυπο θα μπορούσε να αποτελέσει διέξοδο στην κρίση του Δυτικού πολιτισμού, αλλά αυτό δεν το έχομε ούτε εμείς οι ίδιοι ακόμα καταλάβει, μιμούμενοι αυτούς με το κόμπλεξ του επαρχιώτη, υποτιμώντας τη δική μας παράδοση.
Έτσι λοιπόν, ντόπια και ξένα συμφέροντα, το καθένα για τους δικούς του λόγους, πολλές φορές αντίθετους μεταξύ τους, επιζητούν την απόσχιση της Κρήτης από την Ελλάδα. Το θέμα είναι να προλάβομε αυτές τις εξελίξεις, κι όχι να περιμένομε να δικαιωθούμε από το τι θα συμβεί αφού γίνουν αυτά.
Απαραίτητο στοιχείο γιαυτό είναι να δουλέψομε σε δύο επίπεδα, τοπικά και πανελλαδικά. Τοπικά, η ενημέρωση του κόσμου πρέπει να είναι συνεχής και αποφασιστική. Δε μιλούμε όμως για ενημέρωση ιστορικών στοιχείων μόνο. Γιατί αυτά είναι κοινός τόπος σε τελευταία ανάλυση. Κι επιπλέον δεν είναι και δεσμευτικά για το σήμερα και το αύριο. Αυτό που μας λείπει σήμερα, και γιαυτό καταντήσαμε εδώ που είμαστε τώρα, είναι η κρίση αξιών της πατρίδας μας συνολικά, η απουσία οράματος, η βούληση να συνεχίσομε όλοι μαζί. Πρέπει λοιπόν η απάντησή μας να απαντά και στις προκλήσεις του σήμερα μαζί με τα ιστορικά μας στοιχεία. Γιατί αλλιώς θα γίνει αυτό που είδαμε στα Ίμια, όπου ο πρωθυπουργός μας μιλούσε για αήττητα νομικά όπλα της Ελλάδας και η Τουρκία επέβαλε την καθιέρωσή τους ως γκρίζας ζώνης.
Πανελλαδικά, πρέπει να έρθουν σε επαφή όλες οι ελληνικές περιφέρειες μεταξύ τους, παρακάμπτοντας την Αθήνα, να γνωρίσουν η μια τα προβλήματα και ιδιαιτερότητες της άλλης και να συνειδητοποιήσουν ότι είναι η μια πιο παραμελημένη από την άλλη, ότι τα θέματα είναι κοινά, ότι μόνο με κοινή δράση μπορούνε πράγματι να λυθούνε. Οι περιφέρειες μαζί, οφείλουν να ξαναδούν την κρίση από τη σκοπιά της έλλειψης οράματος και να δουλέψουν για να δημιουργήσουν μια νέα προοπτική, μια νέα ιδεολογία του ελληνισμού, με εργαλεία που μας έρχονται από την αντιστασιακή μας παράδοση.
Αυτό σημαίνει κι ότι οι σύλλογοί μας θα πρέπει να γίνουν πιο ιδεολογικοί. Να σκύψουν όχι μόνο πάνω από τα έθιμα, αλλά και από τα ήθη. Και πρέπει ο καθένας μας να απαντά αποφασιστικά μόλις εγείρεται το θέμα. Με επιχειρήματα και δίχως να αφήνει περιθώριο για αμφιβολίες.
Ο αγώνας δεν είναι εύκολος γιατί το όραμα δεν υπάρχει. Το όραμα εμείς μόνο θα το ξαναφτιάξομε, ο καθα-γεις από μας, και όλοι μαζί. Κι αν δεν τα καταφέρομε θα δούμε πράματα πολύ χειρότερα από όσα έχουν ήδη εμφανιστεί.
Μ. Ε.-Δ.

http://www.metotoufekikaitilyra.wordpress.com/

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Ιταλικοί λαοί (12)

Αρχαίες γλώσσες της ιταλικής χερσονήσου

Ιταλικοί λαοί
(Από το "Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου" του Δ. Ε. Ευαγγελίδη)

Ἰταλικοί λαοί: Συλλογική ονομασία των Αριοευρωπαϊκών (Ινδοευρωπαϊκών) λαών της Ιταλικής χερσονήσου, των οποίων οι αρχικές εγκαταστάσεις τοποθετούνται στο μεταβατικό διάστημα από την Μέση στην Ύστερη Εποχή του Ορειχάλκου (γύρω στο 1200 π.Χ.) και ταυτίζονται με τους λεγόμενους Πρωτο-Βιλλανόβιους (από το όνομα του πολιτισμού που είχαν αναπτύξει – Proto-Villanovan culture 1100-900/800 π.Χ.).
Για το πρόβλημα πάντως του προσδιορισμού του χρόνου εισόδου στην Ιταλική χερσόνησο των λαών-φορέων Αριοευρωπαϊκών γλωσσών, υπάρχουν αντιτιθέμενες απόψεις μεταξύ των ερευνητών.
Μια παλαιότερη άποψη του καθηγητή L. Piggorini, υποστήριζε την είσοδο (από τον Βορρά) των πρώτων Αριοευρωπαϊκών φύλων στην Ιταλική χερσόνησο, από τις αρχές της Μέσης Εποχής του Ορειχάλκου και τους θεωρούσε δημιουργούς του πολιτισμού Τερρεμάρε (Terremare culture, 1500-1100 π.X.). Άλλες θεωρίες υποστηρίζουν την διείσδυση των Αριοευρωπαϊκών φύλων στην διάρκεια της Νεολιθικής, από τα ανατολικά, (Μ. Ασία → Ελλάδα → Ιταλία), αλλά η άποψη αυτή προσκρούει σε μια σειρά αντιθέτων αρχαιολογικών και γλωσσολογικών ευρημάτων.
Τέλος, μια άλλη θεωρία υποστηρίζει την έναρξη των εισβολών των φορέων των Ιταλικών γλωσσών στην διάρκεια της Χαλκολιθικής, δηλ. της μεταβατικής περιόδου (3500-2500 π.Χ.) από την Νεολιθική προς την Πρώϊμη Εποχή του Ορειχάλκου, με προέλευση την Κεντρική Ευρώπη. Η άποψη αυτή αποδίδει στους εισβολείς την διάδοση της χρήσης των Μετάλλων, του ίππου και τους θεωρεί ως δημιουργούς των πολιτισμών (βλ. Εικόνα) Ρεμεντέλλο (Remedello) στην κοιλάδα του Πάδου, Ριναλντόνε (Rinaldone) στην Τοσκάνη και Γκάουντο (Gaudo) στην Καμπανία (βλ. λεπτομέρειες για τα παραπάνω, J.P. Mallory & D.Q. Adams (ed.): Encyclopedia of Indo-European Culture, σελ. 314-319).


Η πλέον αποδεκτή πάντως άποψη, είναι αυτή η οποία δέχεται την είσοδο των Πρωτο-Ιταλικών φύλων, όπως χαρακτηρίζονται, γύρω στο 1200 π.Χ. προερχόμενα από την Κεντρική Ευρώπη, όπου είχαν συμβιώσει για ένα διάστημα με τα πρωτο-Κελτικά φύλα, γεγονός που αποτυπώθηκε και στην στενή γλωσσολογική συγγένεια μεταξύ των γλωσσών της Ιταλικής και Κελτικής ομάδας (βλ. λήμματα Γαλάτες και Κέλτες).
Θα πρέπει εδώ να τονισθεί ότι προς διάκριση από τους Έλληνες αποίκους της Μεγάλης Ελλάδος και Σικελίας, χρησιμοποιούνται οι όροι Ιταλιώτες (για τους Έλληνες) και Ιταλικοί λαοί (για τους φορείς των Ιταλικών γλωσσών).
Το πρώτο κύμα των φορέων των ιταλικών γλωσσών, που διείσδυσε στην Ιταλική χερσόνησο, αποκαλούνται Πρωτο-Ιταλικοί λαοί και ομιλούσαν γλώσσες της λεγομένης Λατινο-Φαλισκικής ομάδας. Στην ομάδα αυτήν ανήκει η Λατινική, η σπουδαιότερη γλώσσα από κάθε άποψη, ολόκληρου του κλάδου των Ιταλικών γλωσσών (βλ. Λατίνοι), καθώς και η στενά συγγενής με την Λατινική, η Φαλισκική, η γλώσσα των Φαλίσκων, των οποίων η σπουδαιότερη πόλη ήταν οι Φαλέριοι - Falerii Veteris (σημερ. Cività Castellana), γύρω στα 40 χλμ. βορείως της Ρώμης, από την οποία πήρε και το όνομά της η γλώσσα.
Ορισμένοι ερευνητές κατατάσσουν στην ομάδα αυτήν και την γλώσσα των Σικελών της ανατολικής Σικελίας και (σημερινής) Καλαβρίας, την Σικελική (Siculan), από την οποία διαθέτουμε μόνο τρεις επιγραφές και μερικές λέξεις σε κείμενα αρχαίων συγγραφέων. Πιθανολογείται ότι συγγενής με την Σικελική ήταν και η γλώσσα των Σικανών της ΝΔ Σικελίας, η Σικανική (Sican), αλλά υπάρχουν σοβαρές αντενδείξεις και εικάζεται ότι η Σικανική μάλλον δεν ανήκε στην Αριοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών (βλ. λεπτομέρειες στο λήμμα Σικανοί). Για την γλώσσα τέλος των Ελύμων (Elymian) του δυτικότατου άκρου της Σικελίας (βλ. Έλυμοι), υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις μεταξύ των ερευνητών και ενώ ορισμένοι την κατατάσσουν στις Πρωτο-Ιταλικές γλώσσες, οι περισσότεροι αρνούνται ότι ανήκει στην Αριοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών και την περιλαμβάνουν στις «προ-Ιταλικές» γλώσσες του λεγομένου «Μεσογειακού» υποστρώματος (βλ. σχετικά στα λήμματα Ετρούσκοι, Λέλεγες).
Οι Δευτερο-Ιταλικοί λαοί, διείσδυσαν σχεδόν ταυτόχρονα (παρά τις παλαιότερες αντίθετες απόψεις για πολύ μεταγενέστερη είσοδο) ή λίγο αργότερα από τους προηγηθέντες Πρωτο-Ιταλικούς λαούς και εγκαταστάθηκαν στις κεντρικές ορεινές περιοχές της χερσονήσου (Απέννινα). Άρχισαν τις μεταναστεύσεις τους νοτιότερα πολύ πιο αργά. Οι γλώσσες τους κατατάσσονται στον Οσκο-Ουμβρικό κλάδο των Ιταλικών γλωσσών. Η Οσκική, η γλώσσα των Σαμνιτών, των ισχυρότατων και πλέον επικίνδυνων αντιπάλων της Ρώμης (βλ. επίσης και στα λήμματα Όσκοι, Οπικοί), διαθέτει επιγραφές από τον 5ο π.Χ. αιώνα, γραμμένες στο Ετρουσκικό αλφάβητο.
Γύρω στο 400 π.Χ. δημιουργήθηκε ένα νέο αλφάβητο (βλ. Εικόνα στο λήμμα Όσκοι) βασισμένο στο Ετρουσκικό της βόρειας Καμπανίας, αλλά βαθύτατα επηρεασμένο από το Ελληνικό, όπως υποδεικνύουν τα σχετικά ευρήματα (βλ. για λεπτομέρειες C. A. H. Vol. IV σελ. 732). Το σημαντικότερο κείμενο της Οσκικής γλώσσας, είναι μια επιγραφή χαραγμένη σε λίθινη πλάκα, μιας συμφωνίας μεταξύ των πόλεων της Καμπανίας, Νόλα (Nola) και Αμπέλλα (Abella), για την από κοινού διαχείριση του Ιερού του Ηρακλέους, που βρισκόταν στα κοινά τους σύνορα, η περίφημη «Στήλη της Αμπέλλα» (Cippus Abellanus), χρονολογούμενη γύρω στο 150 π.Χ. (βλ. Εικόνα στο λήμμα Όσκοι). Το εκτενέστερο πάντως κείμενο της Οσκικής είναι ο ορειχάλκινος «Πίναξ της Μπαντίνα» (Tabula Bantina), από την περιοχή της Λευκανίας (=Λουκανία- Lucania, βλ. λήμμα Λευκανοί ή Λουκανοί), μια συλλογή Νόμων, χρονολογούμενος στο α΄ μισό του 1ου π.Χ. αιώνα.
Η Ουμβρική, η γλώσσα των βορειότερα εγκατεστημένων Όμβρων ή Ουμβρίων (Umbrians), αποτελεί την καλύτερα μελετημένη γλώσσα της ομάδας, χάρη στο γεγονός ότι διαθέτουμε τους επτά (από τους αρχικούς εννέα) περίφημους ορειχάλκινους «Ιγγουβιανούς Πίνακες» (Iguvine Tables, Λατιν. Tabulae Iguvinae), οι οποίοι περιέχουν πάνω από 4.000 λέξεις. Τα κείμενα αυτά, θρησκευτικού περιεχομένου με οδηγίες για τον τρόπο τέλεσης διαφόρων τελετουργιών προς τα μέλη μιας θρησκευτικής αδελφότητας, ανακαλύφθηκαν στην ορεινή περιοχή των κεντρικών Απεννίνων, στην αρχαία πόλη Ιγγούβιον (Ιγούϊον κατά τον Στράβωνα, Λατιν. Iguvium, σημερ. Gubbio) και χρονολογούνται από τα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. (ο παλαιότερος), μέχρι τα τέλη του 2ου αιώνα π.Χ. αλλά διασώζουν μια παλαιότατη ασφαλώς προφορική παράδοση. Οι αρχαιότεροι Πίνακες είναι χαραγμένοι σε διάφορες μορφές του Ετρουσκικού αλφάβητου, που χαρακτηρίζονται ως Ουμβρική γραφή (βλ. Εικόνα στο λήμμα Όμβροι), ενώ οι νεώτεροι στο Λατινικό αλφάβητο. Παλαιότερα δείγματα Ουμβρικής γραφής διαθέτουμε από επιγραφές του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ. από διάφορες τοποθεσίες της Ουμβρίας (λεπτομέρειες για τα παραπάνω βλ. C. A. H. Vol. IV σελ. 735-736).
Η συγχώνευση Οσκικών και Ουμβρικών στοιχείων, μας έδωσε μια νόθα ομάδα διαλέκτων, από τις οποίες γνωστότερη είναι η διάλεκτος των Ουόλσκων (Volsci), η ουολσκική ή βολσκική (Volscian), χρονολογούμενη στον 6ο αιώνα π.Χ. (βλ. Ιστορία της Ανθρωπότητος UNESCO, τομ. Β΄ σελ. 67).
Οι Σαβίνοι, οι θρυλικοί πρόγονοι των Σαμνιτών, ομιλούσαν μια οσκο-ουμβρική (δηλ. πριν από την διάσπαση της προγονικής γλώσσας σε Οσκική και Ουμβρική) διάλεκτο, στην οποία αποδίδεται και μια αρχαιότατη επιγραφή του 7ου αιώνα π.Χ. χαραγμένη σε ένα κύπελλο (βλ. C. A. H. Vol. IV σελ. 731).
Ιδιαίτερο πρόβλημα παρουσιάζουν οι λεγόμενες Πικεντικές γλώσσες (βλ. Πίκεντες ή Πικηνοί), που κατατάσσονται από ορισμένους ερευνητές σε μια τρίτη ομάδα Ιταλικών γλωσσών, την ονομαζόμενη Ανατολική Ιταλική ομάδα (East Italic), ενώ άλλοι τις κατατάσσουν στις Οσκο-Ουμβρικές. Οι Πικεντινικές επιγραφές ανήκουν στα αρχαιότερα γραπτά κείμενα που διαθέτουμε για τις Ιταλικές γλώσσες, φθάνοντας στον 7ο αιώνα π.Χ., αλλά ενώ διαβάζονται με ευκολία, παρουσιάζουν τεράστιες δυσκολίες στην μετάφραση.
Από την Νότια Πικεντική (South Picene), διαθέτουμε επιγραφές, από τις οποίες οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ανήκει με βεβαιότητα στις Αριοευρωπαϊκές γλώσσες, όπως προκύπτει από την σύγκριση με την λατινική, όπως π.χ. η πρόταση matereif patereif: Λατιν. matribus patribus (=στις μητέρες και στους πατέρες).

Νότιο Πικεντικό αλφάβητο

Τα προβλήματα εντοπίζονται στην λεγόμενη Βόρεια Πικεντική (North Picene / Novilara), οι επιγραφές της οποίας έχουν διχάσει τους ερευνητές. Ορισμένοι την κατατάσσουν στις Αριοευρωπαϊκές γλώσσες και προσδιορίζουν την προέλευσή της από την περιοχή των ανατολικών ακτών της Αδριατικής, γεγονός που σημαίνει ότι δεν ανήκει στις Ιταλικές γλώσσες και συγγενεύει είτε με τις Βενετικές γλώσσες (βλ. λήμμα Ενετοί), είτε με την Μεσσαπική ομάδα διαλέκτων (βλ. Μεσσάπιοι). Αντίθετα, αρκετοί ερευνητές σε ουδεμία περίπτωση αποδέχονται τον Αριοευρωπαϊκό της χαρακτήρα και υποστηρίζουν ότι ανήκει στις γλώσσες των αυτοχθόνων προ-Ιταλικών λαών του λεγόμενου «Μεσογειακού» υποστρώματος (βλ. Mallory, J. P.: In Search of the INDO-EUROPEANS – London 1991, σελ. 90-91).

Η στήλη της Νοβιλάρα

Η σημαντικότερη επιγραφή της Βόρειας Πικεντικής είναι η περίφημη στήλη της Νοβιλάρα (Novilara, περίπου 4 χλμ. νότια από την πόλη Πέζαρο – Pesaro), μια πλάκα από ψαμμίτη ύψους 65 εκατοστών περίπου, η οποία χρονολογείται μεταξύ 6ου και 5ου αιώνα π.Χ. Είναι γραμμένη σε μια ετρουσκική παραλλαγή του Ελληνικού αλφαβήτου (βλ. Εικόνα παραπάνω) σε 12 γραμμές με φορά από δεξιά προς τα αριστερά και διακοσμείται με σκηνές κυνηγιού πιθανόν, καθώς και άλλα διακοσμητικά στοιχεία (βλ. Εικόνα στο λήμμα Πίκεντες ή Πικηνοί).

Βόρεια Πικεντική γραφή

Με την οριστική κατάκτηση της περιοχής από τους Ρωμαίους τον 3ο αιώνα π.Χ. οι Πικεντίνοι θα αφομοιωθούν και οι γλώσσες τους θα εξαφανισθούν, όπως υποδεικνύει και το γεγονός ότι και οι επιγραφές τους σταματούν αυτήν την περίοδο.
Με την σταδιακή υποταγή των λαών της Ιταλικής χερσονήσου στην Ρώμη και την βαθμιαία αφομοίωσή τους, οι γλώσσες τους θα εξαφανισθούν προς όφελος της Λατινικής, από την εξέλιξη της οποίας στους νεώτερους χρόνους, θα προκύψουν οι λεγόμενες Ρωμανικές γλώσσες, Ιταλική, Γαλλική, Ισπανική, Καταλανική, Πορτογαλική, Ρουμανική κ.λ.π.
Τέλος, θα πρέπει να αναφερθούμε στην ετυμολογία της ονομασίας Ιταλία, με την οποία σήμερα είναι γνωστή ολόκληρη η χερσόνησος. Το όνομα προήλθε (βλ. M. Grant: History of Rome – London 1979, σελ. 360) από την εξελληνισμένη μορφή της οσκικής λέξεως Viteliu (=χώρα των μοσχαριών) και αρχικώς κάλυπτε μόνον το νοτιότερο τμήμα της χερσονήσου (βλ. Στρβ. Ε΄ Ι. 1), την Οινωτρία (βλ. Οινώτριοι) δηλ. την περιοχή «…από του Σικελικού πορθμού μέχρι του Ταραντίνου κόλπου και του Ποσειδωνιάτου…», η οποία ειδικότερα περιελάμβανε τις ελληνικές αποικίες της Νότιας Ιταλίας (Magna Grecia).
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Τι συζητούμε με τα Σκόπια;


ΤΙ ΣΥΖΗΤΟΥΜΕ ΜΕ ΤΑ ΣΚΟΠΙΑ;
Κωνσταντίνος Χολέβας- Πολιτικός Επιστήμων

Οι αποκαλύψεις της εφημερίδας ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (τις διάβασα στο Διαδίκτυο στις 9.4.2011) για τις μυστικές συνομιλίες Αθηνών - Σκοπίων προκαλούν πολλά και σοβαρά ερωτήματα. Συγκεκριμένα το δημοσίευμα αναφέρει ότι οι διαπραγματεύσεις δεν γίνονται με την παρουσία διπλωματικών υπαλλήλων, αλλά με τη μεσολάβηση προσώπων που δεν έχουν καμία επίσημη ιδιότητα. Μάλιστα από την πλευρά των Σκοπίων τις συζητήσεις διεξάγει ένας τελωνειακός υπάλληλος. Δεδομένης δε της υποκρισίας που δείχνουν προς την κοινή γνώμη οι δύο κυβερνήσεις θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αυτή τη συζήτηση ως τη «διαπραγμάτευση του Τελώνη και του Φαρισαίου». Πάντως τα πράγματα δεν είναι αστεία και είμαι βέβαιος ότι το σωματείο των διπλωματικών υπαλλήλων θα νιώθει θιγμένο και μειωμένο γι’ αυτή την ταπεινωτική μεταχείριση.
Η ουσία της μυστικής διαπραγμάτευσης έγκειται στα τρία ονόματα που συζητούνται και προφανώς έχουν προταθεί από τον μεσολαβητή του ΟΗΕ Μάθιου Νίμιτς. Ο Νίμιτς κάθε άλλο παρά ουδέτερος θεωρείται σε αυτή τη διαμάχη, διότι προήδρευσε επί έτη ενός ιδρύματος, το οποίο εξέδωσε την τετράτομη Ιστορία των Βαλκανίων με χρηματοδότηση του πρόσφατου επισκέπτη μας Τζορτζ Σόρος. Στο έργο αυτό, όπως ευστόχως κατήγγειλαν οι Παμμακεδονικές Οργανώσεις Αμερικής, Καναδά, Αυστραλίας και Ευρώπης, εξωραϊζεται η Οθωμανική κατάκτηση, προβάλλονται οι θέσεις των Σκοπίων, συκοφαντείται ο Κυπριακός Αγώνας του 1955- 59 και διαστρεβλώνεται η ελληνική ιστορία.
Τα τρία ονόματα που έχουν πέσει στο τραπέζι είναι : α) Δημοκρατία της Άνω Μακεδονίας, β) Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας και γ) Δημοκρατία της Μακεδονίας του Βαρδάρη. Δεν υπάρχει, όπως φαίνεται, η παραμικρή εγγύηση ότι τα Σκόπια δέχονται να ενσωματώσουν στο Σύνταγμά τους την οποιαδήποτε νέα ονομασία, αν αυτή γίνει δεκτή από την Ελλάδα. Φοβούμαι ότι κάναμε ακόμη μία υποχώρηση και αντί της ονομασίας έναντι όλων – erga omnes- δεχόμαστε μία ονομασία που θα χρησιμοποιείται μόνο από την Ελλάδα και στην πινακίδα των Σκοπίων στον ΟΗΕ.
Και οι τρεις ονομασίες είναι βλαπτικές για τα εθνικά μας συμφέροντα και πρέπει αν απορριφθούν.
Η «Δημοκρατία της Άνω Μακεδονίας» υπονοεί ότι υπάρχει και Κάτω Μακεδονία, άρα οι κάτοικοι της Βορείου Ελλάδος - όπου γεννήθηκε και ο υπογράφων- θα υποχρεωθούν να ονομάζονται Κατωμακεδόνες. Η Άνω Μακεδονία προϋποθέτει και την Κάτω Μακεδονία, με την οποία κάποια στιγμή αναμένεται να ενωθεί. Να, λοιπόν, η Μεγάλη Μακεδονία που προβάλλουν οι σύγχρονοι χάρτες των Σκοπίων στα σχολεία τους. Εξ άλλου ο όρος Άνω Μακεδονία ιστορικά ανήκε στη Δυτική Μακεδονία κατά την αρχαιότητα. Οι σημερινοί Νομοί Κοζάνης, Καστορίας, Φλωρίνης και Γρεβενών ήσαν η Άνω Μακεδονία, όπως αναφέρουν οι Αρχαίοι συγγραφείς. Επομένως η παραχώρηση αυτού του ονόματος σημαίνει ότι δίνουμε το δικαίωμα στη ΦΥΡΟΜ να διεκδικεί και αυτές τις ελληνικότατες περιοχές.
Η ονομασία «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» δίνει την εντύπωση σε κάθε ξένο παρατηρητή ότι έχει σκοπό υπάρξεως την ένωσή της με τη Νότιο Μακεδονία. Όπως το Βόρειο Βιετνάμ τελικά ενώθηκε με το Νότιο, και όπως προσπάθησε η Βόρειος Κορέα το 1950 να ενωθεί δια των όπλων με τη Νότιο. Δηλαδή η ελληνική Μακεδονία θα εμφανίζεται διεθνώς ως μία αμφισβητούμενη περιοχή που αργά ή γρήγορα θα αποτελέσει ένα κράτος με τα Σκόπια.
Η ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας του Βαρδάρη» ή «Μακεδονία του Βαρδάρη - Σκόπια» είναι εξίσου απορριπτέα επειδή αποκρυσταλλώνει και νομιμοποιεί την επί 65 χρόνια ανιστόρητη προπαγάνδα του Τίτο και των επιγόνων του. Ο κομμουνιστής δικτάτορας της Γιουγκοσλαβίας Τίτο κατασκεύασε το 1944 την ανύπαρκτη «μακεδονική εθνότητα» και διακήρυξε ότι η περιοχή Σκοπίων θα είναι η Μακεδονία του Βαρδάρη (= του Αξιού). Στόχος της θα είναι να ενοποιηθεί με τη Μακεδονία του Αιγαίου (Βόρειο Ελλάδα) και τη Μακεδονία του Πιρίν (Νοτιοδυτική Βουλγαρία). Αν εμείς με δική μας υπογραφή δεχθούμε – ό μη γένοιτο- κάτι τέτοιο τότε θα νομιμοποιήσουμε την προπαγάνδα και τα αλυτρωτικά οράματα του Τίτο, τα οποία μέχρι τώρα καταγγέλλαμε διεθνώς. Θα φθάσουμε άραγε σε τέτοιο σημείο εθνικών υποχωρήσεων;
Άλλωστε και τα τρία ονόματα που προτείνονται πάσχουν από μία εγγενή αδυναμία. Αποτελούνται από έναν όρο εθνολογικά και ιστορικά φορτισμένο, δηλ τη Μακεδονία, και από έναν άλλο όρο αδύναμο χωρίς συμβολισμό (Άνω ή Βόρεια ή του Βαρδάρη). Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο και μαθηματικά βέβαιο ότι σύντομα ο αδύναμος όρος θα εξαλειφθεί και θα παραμείνει σε διεθνή χρήση ο ισχυρός. Μετά από λίγα χρόνια η Βουλή των Σκοπίων θα απορρίψει το πρώτο συνθετικό (Άνω, Βόρεια κ.λπ) όπως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Βουλή της τότε Υπεριορδανίας απέρριψε γρήγορα το Υπέρ και η χώρα ονομάσθηκε απλώς Ιορδανία.
Είναι, λοιπόν, απαραίτητο, σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, να επανέλθουμε στη μία και μοναδική εθνικώς συμφέρουσα θέση μας, αυτή του αειμνήστου Κων. Καραμανλή και των πολιτικών αρχηγών του Απριλίου 1992. Ότι δεν δεχόμαστε καμία ονομασία που θα περιέχει το όνομα Μακεδονία είτε ολόκληρο είτε σύνθετο είτε ως παράγωγο. Τα τελευταία χρόνια είχαμε φέρει πιο πίσω την κόκκινη γραμμή μας νομίζοντας ότι θα καμφθεί η αδιαλλαξία των Σκοπίων. Οι ελπίδες όσων πίστεψαν κάτι τέτοιο διαψεύστηκαν οικτρά. Σήμερα η ΦΥΡΟΜ μάς εγκαλεί ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Το πάθημα ας γίνει μάθημα!

Κ.Χ. 9.4.2011