Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Η έννοια της κάστας στις Ινδίες (1)


(Από το - εξαντλημένο - βιβλίο του Δημ. Ε. Ευαγγελίδη: Η καταγωγή των Αριοευρωπαίων – Τόμος Α΄ - Μέρος 1 - Παράρτημα Ι, Αθήνα 1988) 

Η έννοια της κάστας στις Ινδίες
Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Το πλέον εντυπωσιακό και αξιοπερίεργο γεγονός, που επισημαίνεται αμέσως από τον οποιονδήποτε επισκέπτη, αλλά και κάθε μελετητή των Ινδιών, είναι αναμφίβολα το μοναδικό και πανάρχαιο σύστημα διαχωρισμού και αυστηρών διαβαθμίσεων των διαφόρων ομάδων του πληθυσμού, που εφαρμόζεται μέχρι σήμερα στην κοινωνική ζωή αυτής της χώρας. Επειδή η κατάσταση αυτή των κοινωνικών και φυλετικών διακρίσεων, που ισχύει εδώ και χιλιάδες χρόνια στην ινδική κοινωνία, αποτελεί μια μόνιμη πηγή συγχύσεως για πολλούς, αλλά ταυτόχρονα και ένα σημείο εξάψεως του ενδιαφέροντος και της περιέργειας των ερευνητών, κρίνουμε αναγκαία την παρεμβολή αυτού του Παραρτήματος ώστε να δοθούν κάποιες σαφείς απαντήσεις και να γίνουν ορισμένες αναγκαίες διευκρινήσεις.
Για το συγκεκριμένο σύστημα των διακρίσεων και διαβαθμίσεων της Ινδικής κοινωνίας, χρησιμοποιείται κατά κανόνα ο όρος κάστα (casta) που όχι μόνον έχει επικρατήσει διεθνώς, αλλά εφαρμόζεται επίσης και σε άλλα κοινωνικά φαινόμενα ανεξαρτήτως χώρας (Βλ. Δ. Ευαγγελίδη : Πολιτική Ορολογία – Συνοπτικό Λεξικό των κυριωτέρων Πολιτικών, Κοινωνικών και Φιλοσοφικών όρων – 1996 - 3η έκδοση). Ο όρος προήλθε από την πορτογαλική λέξη casta, που σημαίνει γενιά, πατριά αλλά και οικογένεια με την ευρύτερη έννοια. Πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τους Πορτογάλους αποίκους του εμπορικού σταθμού (αρχικώς και μετέπειτα αποικίας) της Γκόα (Goa), στην δυτική ακτή των Ινδιών, ήδη από τον 16ο αιώνα. Με τον όρο αυτόν, περιγράφανε τις κοινωνικές ομάδες στις οποίες ήταν διαχωρισμένος ο ιθαγενής πληθυσμός των Ινδιών και τον χρησιμοποιούσαν με την έννοια της «καθαρής φυλής ή καταγωγής», μια και η πορτογαλική λέξη από την αντίστοιχη λατινική λέξη castus = καθαρός. Οι Ινδοί αντιθέτως είναι πολύ πιο ακριβείς στην ορολογία τους και χρησιμοποιούν τους όρους βάρνα (varna = χρώμα) και τζάτι (jāti = γέννηση), για να περιγράψουν κάποιες συγκεκριμένες καταστάσεις, οι οποίες αναφέρονται σε τελείως διαφορετικά κοινωνικά φαινόμενα, όπως θα δούμε παρακάτω.
Πριν όμως από οτιδήποτε άλλο, απαιτείται η διερεύνηση της προέλευσης αυτών των θεσμών. Αλλά η επιστημονική έρευνα, έχει ήδη αποδείξει ότι η έννοια της κάστας συνδέεται με τις βαθύτερες δομές και την ιδεολογία της αρχέγονης Αριοευρωπαϊκής κοινωνίας (Βλ. Δημ. Ε. Ευαγγελίδη: Η καταγωγή των Αριοευρωπαίων – Τόμος Α΄ - Μέρος 1) και επομένως πρέπει να αναζητήσουμε σε πολύ πρώιμες περιόδους, τις ρίζες αυτών των φαινομένων και ειδικά στην περίπτωση των Ινδιών, στην εποχή της εισόδου των Αριοευρωπαϊκών φύλων στην κοιλάδα του Ινδού ποταμού (1.600/1500 π.Χ.).
Όπως φαίνεται, ο θεσμός του Συστήματος Βάρνα (στο οποίο θα αναφερθούμε λεπτομερέστερα στην συνέχεια), ήδη εντυπωμένος, σε μια προδρομική μάλλον μορφή, στις κοινωνικές δομές των Ινδοαρίων κατακτητών, θα γνωρίσει το αποκορύφωμά του στην Ινδική υποήπειρο, όταν οι Άριοι εισβολείς θα προσπαθήσουν απεγνωσμένα (και εξ ίσου μάταια) να διατηρήσουν την φυλετική και πολιτισμική τους ιδιαιτερότητα απέναντι στην θάλασσα των πολυποίκιλων λαών που συνάντησαν και υπέταξαν.
Παρ’ όλα αυτά, οι Αριοευρωπαίοι κατακτητές των Ινδιών, αλλά και ο βεδικός πολιτισμός του οποίου ήσαν φορείς, δεν μπόρεσαν τελικώς να αποφύγουν την επίδραση του ιθαγενούς περιβάλλοντος. Ειδικότερα ο βεδικός πολιτισμός θα μετασχηματιστεί και θα αλλάξει ως προς το πνεύμα του, αλλά και ως προς το ηθικό θρησκευτικό και κοινωνικό περιεχόμενό του, παρ’ όλο που θα διατηρήσει την μυθολογία του, τις τελετουργικές του και σκελετό της κοινωνικής του διάρθρωσης, τα βασικά δηλ. στοιχεία της ύπαρξής του. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά:
«...H ιστορία της Αρίας κοινωνίας χαρακτηρίζεται από την βαθμιαία προσαρμογή της προς το περιβάλλον και από την βαθιά διείσδυση σ’ αυτήν της ψυχολογίας και του τρόπου ζωής του ιθαγενούς υποστρώματος...»
(UNESCO : Ιστορία της Ανθρωπότητας – Τομ. Β΄ - 1966)
Έτσι αναπόφευκτα, η Βεδική Θρησκεία θα μετασχηματισθεί σε Βραχμανισμό, για να εκφυλισθεί αργότερα σε Ινδουισμό.
Εν πάση περίπτωσει, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, αυτό που οι Δυτικοί περιγράφουν αόριστα με τον όρο κάστα, δεν ανταποκρίνεται ουσιαστικά στην υπάρχουσα δόμηση της Ινδικής κοινωνίας, δεδομένου ότι στην πράξη υπάρχουν δύο διαφορετικά συστήματα :
Ένα σύστημα που στηρίζεται στην ιδεατή θεώρηση της ανθρώπινης διαβίωσης και συμπεριφοράς και ένα άλλο που στηρίζεται στην πραγματικότητα της καθημερινής ζωής.
Το πρώτο σύστημα διακρίσεων είναι αυτό που διαχωρίζει τον πληθυσμό σε τέσσερεις ευρύτατες κατηγορίες, τις ονομαζόμενες Βάρνα, σύμφωνα με την αρχαία βεδική παράδοση. Οι κατηγορίες αυτές είναι οι εξής:
α) Οι Βραχμάνοι (Brahmanas), που αποτελούν την τάξη των ιερέων. Ο όρος προέρχεται από την σανσκριτική λέξη Μπράχμα (Brahma) που σημαίνει μαγική ή θεία γνώση. Βραχμάνος λοιπόν ήταν αυτός που κατείχε αυτού του είδους την γνώση.
Στην πρωτοβεδική κοινωνία, θα πρέπει να τονίσουμε στο σημείο αυτό, οι ιεροτελεστίες ήσαν σχετικά απλές και μπορούσαν να εκτελεσθούν είτε από τον αρχηγό μιας οικογένειας ή μιας πατριάς, είτε από τον τοπικό ηγεμόνα. Αργότερα όμως, καθώς συνεχιζόταν η διάβρωση της αρχικής απλής Ινδοάριας κοινωνίας των ηρωικών χρόνων, οι ιεροτελεστίες έγιναν και αυτές, μεταξύ των άλλων, εξεζητημένες και τόσο πολύπλοκες ώστε να είναι αναγκαία η ύπαρξη ενός επαγγελματία πλέον ιερέα. Τελικώς όλες οι τελετουργίες και οι θρησκευτικές πράξεις (και ενώ οι Ινδοάριοι κατακτητές εβυθίζοντο ολοένα και βαθύτερα στην θρησκοληψία και στον κυκεώνα των αμέτρητων λεπτομερειών και ειδικών κανόνων της λατρείας), έγιναν αποκλειστικό προνόμιο των Βραχμάνων. Έτσι η τάξη αυτή από την δεύτερη θέση, που σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις κατείχε αρχικά, πέρασε στην κορυφή της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Οι Βραχμάνοι έγιναν οι απαραίτητοι διαμεσολαβητές στις σχέσεις με τους θεούς, οι μόνοι που μπορούσαν να εκτελέσουν σωστά μια ιεροτελεστία χωρίς να προκαλέσουν την οργή των θεών και η αποκλειστική αποδέκτες των πλούσιων δωρεών που απαιτούσαν οι θρησκευτικές τελετουργίες. Αργότερα θα αποκτήσουν και άλλα σπουδαία προνόμια όπως η μη καταβολή φόρων και η προσωπική ασυλία που έφτανε μέχρι του σημείου ώστε και το απλό άγγιγμα ενός Βραχμάνου να θεωρείται βεβήλωση.
β) Οι Ξατρίγιας (Kshatriyas), η τάξη των ηγεμόνων και των πολεμιστών, παλαιότερα η ανώτερη ιεραρχικά τάξη. Ο όρος προήλθε από την σανσκριτική λέξη ξάτρα (kshatra), που σήμαινε αυτόν που ήταν προικισμένος με δύναμη και εξουσία.
Στην πράξη πάντως, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, οι δύο αυτές ανώτερες τάξεις, των Βραχμάνων και των Ξατρίγιας ήσαν ουσιαστικά ισότιμες. Απλώς οι Βραχμάνοι είχαν το προβάδισμα στα θρησκευτικά ζητήματα, ενώ οι Ξατρίγιας στα πολιτικοστρατιωτικά. Εν πάση περιπτώσει όμως, οι Βραχμάνοι με την πάροδο των αιώνων, θα αναδειχθούν στο πλέον απαραίτητο στοιχείο της Ινδοάριας κοινωνίας. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα και μια από τις άμεσες συνέπειες του μετασχηματισμού της αρχέγονης φυσιολατρικής και πλούσιας Βεδικής Θρησκείας, στον αποξηραμένο και στείρο Βραχμανισμό. Εξάλλου οι Βραχμάνοι, θα επιτύχουν να εξουδετερώσουν και τα μεγάλα μεταρρυθμιστικά κινήματα – του Βουδισμού και Ζαϊνισμού – που γεννήθηκαν στις Ινδίες ως προσπάθειες αντίστασης και αντίδρασης προς τον συνεχιζόμενο εκβραχμανισμό της Ινδικής κοινωνίας.
γ) Οι Βαϊσύας (Vaishyas), οι οποίοι αποτελούσαν την τάξη τον μικροκτηματιών και εμπόρων. Ο όρος και εδώ προήλθε από μια σανσκριτική λέξη (βις, vish) που σήμαινε εγκατάσταση, οικισμό.
Η σύγχρονη ερεύνα έδειξε ότι αυτές οι τρεις τάξεις είχαν τις ρίζες τους στο απώτερο παρελθόν των Αρίων κατακτητών της Ινδίας, κάτι που προκύπτει εξ άλλου όχι μόνον από την ύπαρξη παρομοίων δομών και σε άλλους Αριοευρωπαϊκούς λαούς (Πέρσες, Κέλτες, Σκανδιναβούς κ.λπ. ), αλλά και από το αποκαλυπτικό γεγονός ότι μόνον οι παραπάνω τάξεις είχαν το δικαίωμα της μελέτης των ιερών βεδικών κειμένων.
Εκτός όμως από τις τάξεις που περιγράψαμε, υπήρχε και μια ακόμη, τέταρτη τάξη, οι Σούντρα (Sudra), που ήταν η τάξη των υπηρετών, η κατώτερη στο Σύστημα Βάρνα.
Όπως συμφωνούν σήμερα σχεδόν όλοι οι ερευνητές, η τάξη των Σούντρα σχηματίσθηκε μετά από την κατάκτηση της χώρας από τους Ινδοαρίους και δημιουργήθηκε από την ένταξη σε αυτήν των υποταγμένων πληθυσμών των ιθαγενών κατοίκων. Στο συμπέρασμα αυτό συνηγορεί και η διαπίστωση ότι η ετυμολογία της λέξεως Sundra, είναι άγνωστη και κατά πάσα πιθανότητα μη-Ινδοαρίας προελεύσεως.


Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι σύμφωνα με την νεώτερη Βεδική φιλολογία, οι Βραχμάνοι ήσαν λευκοί, οι Ξατρίγιας κόκκινοι, οι Βαϊσύας κίτρινοι και οι Σούντρας μαύροι. Θα πρέπει παράλληλα να αναφέρουμε, ότι γύρω στον 5ο αιώνα π.Χ., στις αρχές της Ινδουικής περιόδου της ινδικής ιστορίας (Hindu Age), όταν άρχισαν πλέον να αποκρυσταλλώνονται οριστικά οι τέσσερεις προαναφερθείσες τάξεις, εμφανίζονται οι πρώτες ενδείξεις για την εισαγωγή των αντιλήψεων για τους εκτός Συστήματος, τους παρίες ή άθικτους, όπως είναι γνωστή στους Δυτικούς.
Έτσι βαθμιαία θα σχηματισθεί εκείνη η ομάδα του πληθυσμού, που για διαφόρους λόγους και αιτία, θα αποκλεισθεί από το Σύστημα Βάρνα και που θα συγκεντρώσει τελικώς ένα σημαντικό τμήμα της ινδικής κοινωνίας (περίπου το 15%).
Η απόκληροι αυτοί παρίες, οι νιραβασίτα (niravasita = αποκλεισμένοι), όπως ονομάζονται στις Ινδίες, αποτελούν ακόμη και σήμερα, παρά τα μέτρα που έχουν ληφθεί από το σύγχρονο ινδικό κράτος*, το πλέον εξαθλιωμένο τμήμα του πληθυσμού.
______________________
* Ο Γκάντι θέσπισε ειδικούς νόμους για την προστασία τους και τους αποκαλούσε Χαριτζάν (Harijan – παιδιά του Θεού).

Λεπτομέρειες για το Σύστημα Βάρνα μπορούμε να βρούμε στην περίφημη συλλογή κειμένων, που είναι γνωστή ως Νόμοι του Μανού (laws of Manu) και στην οποία, γύρω στις αρχές της χριστιανικής εποχής (πιθανόν στα μέσα του 2ο αιώνα μ.Χ.), είχαν συγκεντρωθεί και καταγραφεί όλες οι καθιερωμένες και επίσημες απόψεις τον κοινωνικό-θρησκευτικών δογμάτων του Ινδουισμού. Στο έργο αυτό αναφέρεται ότι στην τέλεια κοινωνία, οι τέσσερις τάξεις είναι σαφέστατα διαβαθμισμένες και αυστηρά διαχωρισμένες. Στην κορυφή είναι τοποθετημένη η θεία τάξη των Βραχμάνων. Αμέσως μετά έρχεται η τάξη των Ξατρίγιας, των βασιλιάδων και πολεμιστών. Κάτω από αυτούς είναι η τάξη των Βαισύας, των κτηματιών και εμπόρων. Τελευταία είναι η τάξη των Σούντρας, των υπηρετών και των ασχολουμένων με τις βαρείες χειρωνακτικές εργασίες. Σε αυτήν την κοινωνική διαστρωμάτωση, κάθε τάξη έχει τον δικό της ιδιαίτερο ρόλο και την δικιά της αποστολή. Οι «Νόμοι του Μανού» αναφέρουν συγκεκριμένα ότι οι Βραχμάνοι έχουν επιφορτισθεί με την μελέτη και διδασκαλία των ιερών Βεδικών κειμένων, καθώς και με την διεξαγωγή των ιεροτελεστιών. Οι Ξατρίγιας έχουν ως καθήκον να προστατεύουν τον λαό και να μελετούν τις ιερές Βέδες. Οι Βαϊσύας υπάρχουν για να εκτρέφουν τα κοπάδια, να καλλιεργούν το έδαφος, να ασχολούνται με τον εμπόριο, να διαχειρίζονται τα χρήματα και να μελετούν τις ιερές Βέδες. Οι Σούντρας τέλος, υπάρχουν για να υπηρετούν τις τρεις άλλες τάξεις και να μη μελετούν τις ιερές Βέδες.


Στην πραγματικότητα, στους Σούντρας, ήταν απαγορευμένα ακόμα και να ακούν την Βεδική διδασκαλία. Και για να μην μένει καμμία αμφιβολία, οι «Νόμοι του Μανού» αναφέρουν ρητώς, ότι εάν κάποιος από την τάξη των Σούντρας συλλαμβανόταν να ακούει, έστω και τυχαία, Βεδικά αποσπάσματα, θα έπρεπε να τιμωρηθεί αμέσως, με λειωμένο μολύβι που το έχυναν στα αυτιά του!
Όλες αυτές οι ρυθμίσεις και απαγορεύσεις δεν ήσαν τίποτε άλλο από την καταγραφή και προβολή σε κάποιο θεωρητικό επίπεδο της βαθύτερης διαφοράς, πολιτιστικής και φυλετικής που αισθάνονταν οι κατακτητές Ινδοάριοι απέναντι στους Ιθαγενείς λαούς που υπέταξαν και οι οποίοι, όπως σημειώσαμε, απετέλεσαν την τάξη των Σούντρας. Την διαφορά αυτή την επένδυσαν υποσυνείδητα και με θρησκευτικό περίβλημα, ώστε να καθαγιασθεί και ταυτόχρονα να εξελιχθεί σε καταστημένη διάκριση μεταξύ νικητών και ηττημένων.
Έτσι προέκυψε και η επίσημη θεωρητική ερμηνεία των διακρίσεων μεταξύ των τριών ανωτέρων τάξεων και των Σούντρας, σύμφωνα με την οποία, αυτές υπήρχαν επειδή οι τρεις πρώτες τάξεις ήσαν "διπλογεννημένες", ενώ οι Σούντρας είχαν γεννηθεί μόνο μια φορά. Αυτό με απλά λόγια σήμαινε ότι τα μέλη των τριών ανωτέρων τάξεων, εκτός από την φυσική διαδικασία της γέννησης τους, «γεννιόντουσαν» για δεύτερη φορά με την τελετουργική διαδικασία της εισόδου τους στην τάξη που ανήκαν. Μόνον μετά από αυτήν την δεύτερη «γέννηση» (δηλ. την διαδικασία της μύησης, που πραγματοποιείτε μεταξύ 8 και 12 ετών), κάποιος Ινδουιστής εισέρχεται στην κοινωνία των ανθρώπων και θεωρείται πλέον πλήρες μέλος της. Έτσι οι Σούντρας, έχοντας γεννηθεί μόνον μια φορά παρέμεναν άτομα δεύτερης κατηγορίας στο περιθώριο της Ινδουιστικής κοινωνίας.
Αυτά σχετικά με το ιδεώδες και θεωρητικό Σύστημα διακρίσεων, αλλά εξίσου υπαρκτό κοινωνικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο είναι υποχρεωμένος να κινείται ο κάθε Ινδουιστής (επομένως και η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της Ινδίας).
Ανεξαρτήτως όμως από την ένταξη τους σε κάποια τάξη του συστήματος Βάρνα, οι Ινδοί εξακολουθούσαν να ζουν την καθημερινή τους ζωή, σύμφωνα με κάποια άλλα πραγματικά και εξίσου αυστηρά κοινωνικά πρότυπα, τα οποία εξελίχθηκαν βαθμιαία πολύ πριν επικρατήσουν οι Βραχμανικές απόψεις κοινωνικής συμπεριφοράς. Τα πρότυπα αυτά διευθετούν τον πληθυσμό της Ινδίας σε αναρίθμητες ξεχωριστές και κοινωνικά περιχαρακωμένες ομάδες, οι οποίες είναι τόσο περίπλοκες όσο και πανάρχαιες, με αποτέλεσμα σήμερα να είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσδιορίσουμε την αρχική προέλευση και τον σχηματισμό τους, αλλά και να ερμηνεύσουμε πλήρως την μετέπειτα ανάπτυξη και εξέλιξή τους.

(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: