Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεξικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεξικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Ιουνίου 2012

Μικρό εννοιολογικό λεξικό


Ένα μικρό λεξικό όρων που ακούμε συχνά στις προεκλογικές περιόδους. Ίσως φανεί χρήσιμο σε αρκετούς που δεν θέλουν να παραμένουν στην επιφανειακή γνώση. Για την αξιοπιστία του έχω κάποιους ενδοιασμούς (λόγω παραπομπών στην Βικιπαίδεια), αλλά σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι μπορεί να εξυπηρετήσει.
ΔΕΕ

Επίκαιρο μικρό εννοιολογικό λεξικό


Έχω την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι διαφωνούν επειδή δεν μπορούν να επικοινωνήσουν και να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον, και ότι αυτό συμβαίνει επειδή οι λέξεις που χρησιμοποιούμε δεν σημαίνουν το ίδιο πράγμα για όλους μας.
Πλην του λογικού νοήματος που μπορεί να είναι διαφορετικό από άνθρωπο σε άνθρωπο, (με το πρόβλημα αυτό καταπιάνεται η σημασιολογία στην επιστήμη της γλωσσολογίας.) η αδυναμία κατανόησης εντείνεται ακόμα πιο πολύ από το γεγονός ότι οι λέξεις, είναι φορτισμένες και με συναισθηματικό φορτίο. Η λέξη Ιταλία δεν φέρνει τα ίδια συναισθήματα σε κάποιον που έχει περάσει καλά εκεί και σε κάποιον που δεν έχει πάει. Η λέξη Πόντος, δεν έχει το ίδιο συναισθηματικό φορτίο για έναν πόντιο και για έναν μη πόντιο. Η λέξη Μαρία, εμένα μπορεί να μου θυμίζει κάποιο άτομο που αγάπησα και εσένα ένα γύναιο που σε πρόδωσε με τον καλύτερο σου φίλο. Η λέξη κομμουνισμός δε δημιουργεί τα ίδια συναισθήματα σε κάποιον που ο παππούς του ήταν κομμουνιστής, και σε κάποιον που τον παππού του τον σκότωσαν οι κομμουνιστές.
Είναι στη φύση των ανθρώπων να ερμηνεύουν τα λόγια κάποιου σύμφωνα με το συναίσθημα που τους προκαλούν και όχι με τη λογική. Όμως όταν ακούμε τις ίδιες λέξεις και αισθανόμαστε διαφορετικά, αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά την πραγματικότητα και δεν επικοινωνούμε. Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι νόμοι έχουν πρώτο το κεφάλαιο με τους ορισμούς ώστε να διασφαλίζεται ότι αυτός που καλείται να εφαρμόσει το νόμο αντιλαμβάνεται το ίδιο ακριβώς πράγμα με τον νομοθέτη.
Σήμερα είναι τραγικό που αφ' ενός μεν η κάθε μετριότητα έχει τη δυνατότητα να εμφανίζεται στο τηλεοπτικό γυαλί και το θράσος να παίζει με τις λέξεις και τις έννοιες και τις ερμηνεύει κατά πως τον συμφέρει, και αφ' εταίρου στο διαδίκτυο γράφονται εκατομμύρια γραμμές κάθε μέρα, από ανθρώπους που χρησιμοποιούν διαφορετικά τους ορισμούς, αντιλαμβάνονται διαφορετικά πράγματα καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα και γεμίζουν το διαδίκτυο θόρυβο και νέφος.
Σκέφτηκα λοιπόν ότι ίσως θα ήταν χρήσιμο ένα μικρό εννοιολογικό λεξικό που να περιέχει τα πολύ βασικά, μιας και η ανάγνωση εννοιολογικών λεξικών δεν είναι το κύριο χαρακτηριστικό μας ως λαού (αν και ο γλωσσικός μας θησαυρός προσφέρεται) και το παρόν αποτελεί μια ταπεινή προσπάθεια προς το σκοπό αυτό, μήπως και καταφέρουμε να συνεννοηθούμε, γιατί διαπιστώνω με έκπληξη κάθε φορά, ότι όταν οι λέξεις οριστούν και αποκατασταθεί η επικοινωνία, άνθρωποι που μέχρι λίγο πριν ήταν ακραία τοποθετημένοι ο ένας απέναντι στον άλλον, καταφέρνουν και επικοινωνούν και μέσω της επικοινωνίας οι γωνίες αμβλύνονται έστω και με τρόπο αργό, όμοια με τα βότσαλα και το ορμητικό νερό.
ΘΑΛΑΜΟΦΥΛΑΚΑΣ

Με τον όρο σημασιολογία (ορθότερο του όρου σημαντική) εννοείται η μελέτη του νοήματος, της σημασίας των λέξεων. Συνδέεται με την περιγραφή της αναπαράστασης του νοήματος μιας λέξης στον νου μας και με το πώς χρησιμοποιούμε αυτή την αναπαράσταση - απεικόνιση για την κατασκευή προτάσεων. Η σημασιολογία βασίζεται κυρίως στη μελέτη της λογικής στη φιλοσοφία. [1]

Η λογική ορίζεται μερικές φορές στενά ως η ικανότητα ή η διαδικασία εξαγωγής τυπικά λογικών συμπερασμάτων. Από τον Αριστοτέλη και μετά, τέτοιοι συλλογισμοί κατατάσσονται είτε στους παραγωγικούς συλλογισμούς, δηλαδή συλλογισμούς «από το γενικό στο ειδικό» ή «από το όλον στο μέρος», είτε στους επαγωγικούς συλλογισμούς, δηλαδή συλλογισμούς «από το ειδικό στο γενικό» ή «από το μέρος στο όλον». Εξ αυτών, μόνο ο παραγωγικός συλλογισμός αποτελεί με την αυστηρή έννοια «λογικό συμπερασμό». [2]

Ο ορθολογισμός (ή ρασιοναλισμός) είναι η συνολική φιλοσοφική κατεύθυνση που αποδέχεται ως γνώμονα και αφετηρία της γνώσεως τη λογική σκέψη. Από την περίοδο του Διαφωτισμού ο ορθολογισμός συνδέεται συνήθως με την εισαγωγή των μαθηματικών μεθόδων στη φιλοσοφία, αρχικά με το έργο των Ντεκάρτ, Λάιμπνιτς και Σπινόζα.[3]

Μάθηση είναι η διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας το υποκείμενο αποκτά γνώσεις, δεξιότητες, συμπεριφορές και αξίες μέσα από γνωστικές διαδικασίες. Η σύνδεση με τους όρους «ωρίμανση» και «ανάπτυξη» δίνεται από τη σχέση: ωρίμανση x μάθηση = ανάπτυξη. Η μάθηση είναι αντικείμενο της Ψυχολογίας και της Παιδαγωγικής. [4]

Παιδεία - μόρφωση είναι το σύνολο των διαδικασιών με τις οποίες επιτυγχάνεται η πνευματική, κοινωνική και ηθική ολοκλήρωση του ατόμου.[5]

Μορφωμένος είναι κατά τον ορισμό του Σωκράτη ο άνθρωπος, που:

- ελέγχει τις δυσάρεστες καταστάσεις, αντί να ελέγχεται από αυτές,

- αντιμετωπίζει όλα τα γεγονότα με γενναιότητα & λογική,

- είναι έντιμος σε όλες του τις συναλλαγές,

- αντιμετωπίζει γεγονότα δυσάρεστα και ανθρώπους αντιπαθείς καλοπροαίρετα,

- ελέγχει τις απολαύσεις του,

- δεν νικήθηκε από τις ατυχίες και τις αποτυχίες του,

- δεν έχει φθαρεί από τις επιτυχίες και την δόξα του.

Εκπαίδευση είναι θεσμός της πολιτείας που με συγκεκριμένη δομή, μέσα, κατευθύνσεις στοχεύει στην παροχή γνώσεων και εφοδίων και στη δια¬μόρφωση ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων.[6]
Η εκπαίδευση με την ευρεία έννοια περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες που έχουν σκοπό την επίδραση με συγκεκριμένο τρόπο στη σκέψη, στο χαρακτήρα και στη σωματική αγωγή του ατόμου. Από τεχνικής πλευράς, με τη διαδικασία της εκπαίδευσης αποκτώνται συγκεκριμένες γνώσεις, δεξιότητες, ικανότητες και αξίες (ηθική, ειλικρίνεια, ακεραιότητα χαρακτήρα, αίσθηση του δικαίου, αφοσίωση, επαγγελματισμός, υπευθυνότητα, κτλ). Η εκπαίδευση γίνεται με βάση συγκεκριμένες μεθόδους (θεωρητική διδασκαλία, επίδειξη, ανάθεση εργασιών, πρακτική εξάσκηση, κτλ), σε ένα ειδικά σχεδιασμένο πρόγραμμα, με συγκεκριμένους μαθησιακούς στόχους και είναι οριοθετημένη χρονικά. Η λέξη προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα εκπαιδεύω που σημαίνει ανατρέφω από παιδική ηλικία, μορφώνω, διαπαιδαγωγώ.[7]

Έθνος ονομάζεται ένα σύνολο ανθρώπων που μοιράζονται κοινά γνωρίσματα που διακρίνουν το σύνολο αυτό, σε παγκόσμια κλίμακα. Τα κυριότερα από τα γνωρίσματα αυτά μπορεί να είναι η φυλή, η γλώσσα, το θρήσκευμα, η κοινή ιστορία και πολιτισμός και η γεωγραφική καταγωγή. Ιστορικά όμως, βασικότερο στοιχείο για την ύπαρξη ενός έθνους είναι η ανάπτυξη της εθνικής του συνείδησης, δηλαδή ο ιδεολογικός παραγκωνισμός των υπόλοιπων στενότερων (π.χ. φατριασμός, τοπικισμός) ή και ευρύτερων (π.χ. φυλετισμός, αυτοκρατορισμός, οικουμενισμός) ομαδοποιήσεων, χάριν του εθνικισμού.[8]

Εθνικισμός: Σύμφωνα με έναν από τους γνωστότερους μελετητές του εθνικισμού, τον Elie Kedourie, «Εθνικισμός είναι η θεωρία που υποστηρίζει ότι η ανθρωπότητα εκ φύσεως συγκροτείται από έθνη, πως τα έθνη χαρακτηρίζονται από γνωρίσματα συγκεκριμένα και εμπειρικά διαπιστώσιμα και πως, πέρα από την εθνική αυτοδιάθεση, δεν νομιμοποιείται κανένας άλλος τύπος διακυβέρνησης». Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές ο εθνικισμός είναι "η επίκληση της εθνικής ταυτότητας σαν βάση για μαζική κινητοποίηση και δράση"[9]. Το εντυπωσιακότερο με τον εθνικισμό είναι ότι, σε αντίθεση με άλλες ιδεολογίες, απέκτησε καθολική και παγκόσμια ισχύ, και συνδυάστηκε, λόγω της χαμαιλεόντειας προσαρμοστικότητάς του, με άλλες, αντιφατικές μεταξύ τους ιδεολογίες, όπως ο φασισμός, ο φιλελευθερισμός και ο κομμουνισμός. [10]

Πατριωτισμός: Αν και επί της ουσίας πατριωτισμός και εθνικισμός είναι ένα, διότι είναι δύσκολο να αγαπάς το χώμα της πατρίδας σου χωρίς να αγαπάς το λαό σου και τις συνήθειες του, ή να επιθυμείς ξένους επιτηρητές στη χώρα σου και να λέγεσαι πατριώτης, για όσους φοβούνται τις λέξεις σαν πατριωτισμός θα μπορούσε να οριστεί ο παθητικός, μη επεκτατικός εθνικισμός. Μια έκφραση "καλού" εθνικισμού. Η αξία που έχει ο πατριωτισμός για ένα λαό προσδιορίζει την εθνική ταυτότητα που είναι σημαντική για τη συνοχή του συνόλου. Καθορίζει μια πολιτιστική ομοιογένεια που μας διαφοροποιεί δημιουργικά από τους άλλους λαούς. Η συνείδηση της ιστορικότητας προσφέρει την αίσθηση της αυτοπεποίθησης στα μέλη της κοινότητας με συνακόλουθη την ασφάλεια που προκύπτει από τη γνώση του κοινού παρελθόντος. Παράλληλα ενεργοποιεί την αίσθηση του σκοπού, της συνέχειας και προβάλλει προοπτικές για το μέλλον.
Ο ορισμός του Ντε Γκωλ: «Πατριωτισμός είναι όταν βάζεις πάνω απ' όλα την αγάπη για τη χώρα σου. Εθνικισμός είναι όταν βάζεις πάνω απ' όλα το μίσος για τις άλλες» είναι τεχνητός και αυθαίρετος, τουλάχιστον όσον αφορά στον ορισμό του εθνικισμού.

Σωβινισμός: παράλογη αφοσίωση ή αδιανόητη πίστη (Absurd Loyalty), πήρε την ονομασία από την αδιάνοητη αφοσίωση του γραφικού, ξεχασμένου ήδη στην εποχή του, γάλλου αξιωματικού Σοβίν (Nicolas Chauvin) προς τον Ναπολέοντα, και ο όρος επεκράτησε να σημαίνει τον υπερβολικό, πολεμοχαρή και φανατικό εθνικισμό.

Ο ρατσισμός είναι το δόγμα που αναπτύσσεται με σύνδεσμο συγκεκριμένα γνωρίσματα "traits", όπως π.χ. εθνικά, θρησκευτικά, πολιτιστικά κ.λπ., προκειμένου να αναγάγει μια ομάδα αντίστοιχα (κοινωνική, φυλετική, θρησκευτική), ως υπέρτερη άλλων. Το πιο συνηθισμένο είδος ρατσισμού, και αυτό που έχει δώσει την αρχική ονομασία στην λέξη (εκ της ιταλικής ("ράτσα") razza = φυλή), είναι ο φυλετικός ρατσισμός. Οι φυλετικοί ρατσιστές πιστεύουν σε βιολογικές διαφορές μεταξύ των φυλών, βάσει των οποίων και προσδιορίζουν αυτές σε ανώτερες και κατώτερες. Έτσι, με την θεωρία αυτή υποστηρίζουν ότι η φυλή με συγκεκριμένα (ανώτερα) εξωτερικά ή ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά, έχει το δικαίωμα να θεωρεί εαυτόν της ανώτερη από τις άλλες.

Φασισμός :
1. πολιτικοκοινωνικό σύστημα της άκρας δεξιάς, με έντονα αυταρχικό και εθνικιστικό χαρακτήρα, που καταργεί τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία και βασίζεται στο μονοκομματισμό και στον ολοκληρωτισμό.
2. (ιστ.) δικτατορικό καθεστώς που, με αρχηγό το Mουσολίνι, επικράτησε στην Iταλία: Ο ιταλικός ~ κράτησε από το 1922 ως το 1943.
3. χαρακτηρισμός αυταρχικής ενέργειας, πράξης ή καταπιεστικής, δεσποτικής συμπεριφοράς: Ο κοινωνικός / καθημερινός ~ του άντρα απέναντι στη γυναί κα / των γονιών απέναντι στο παιδί.
[λόγ. < ιταλ. fascismo (-ismo = -ισμός)]

Ο Γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός ή ναζισμός είναι πολιτικό κίνημα που εμφανίστηκε στη Γερμανία κατά τη δεκαετία του 1920 και το οποίο το 1933 οδήγησε στην καθιέρωση δικτατορικού καθεστώτος, ιδεολογικά βασιζόμενου στη φυλετική ιδέα. Το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα βρίσκει τη βάση του στην αρνητική στάση απέναντι στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, αλλά και απέναντι στον κομμουνισμό. Ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός αποτελούν ιδεολογικές βάσεις του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος, ενώ στους κύριους στόχους ανήκει η αναθεώρηση της συνθήκης των Βερσαλλιών, οι σκληροί όροι της οποίας θεωρήθηκαν μετά την ήττα στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο ταπεινωτικοί από τους Γερμανούς. Επίσης στους κύριους σκοπούς ανήκει η αντικατάσταση του μισητού δημοκρατικού συστήματος με καθεστώς που θα βασιζόταν στην αρχή της «κοινότητας» με την έννοια της εθνικής και βιολογικής ενότητας με επικεφαλής τον Φύρερ. Οι ιδεολογικές αρχές του εθνικοσοσιαλισμού και η εφαρμογή τους στην πράξη οδήγησαν στον Β' Παγκόσμιο πόλεμο και στο Ολοκαύτωμα στα στρατόπεδα εξόντωσης.

Ελευθερία ενός ανθρώπου είναι η δυνατότητά του να δρα κατά βούληση.

Ελευθεριότητα: ελαφρότητα ηθών, ελευθεριάζουσα συμπεριφορά, έλλειψη αυστηρότητας / ηθικών φραγμών / λεπτότητας συμπεριφοράς [κ.ά.], παράβαση κανόνων καλής συμπεριφοράς, ροπή προς + την ακολασία / τον έκλυτο βίο [κ.ά.], χαλαρότητα ηθών.

Η ατομική ελευθερία είναι η δυνατότητα κάποιου να είναι κτήμα του εαυτού του και όχι δούλος ή ιδιοκτησία κάποιου. Εδραίωση της ατομικής ελευθερίας έγινε στην Ευρώπη με το κίνημα του Διαφωτισμού με το πέρας της φεουδαρχίας.

Κοινωνική ελευθερία για κάποιον είναι να μπορεί, πέραν του εαυτού του, να δρα κοινωνικά χωρίς να περιορίζεται σε εξαναγκασμούς. Η κοινωνική ελευθερία διασφαλίζεται από τις ίσες ευκαιρίες και δυνατότητες σε όλα τα μέλη της κοινωνίας και περιλαμβάνει την ελευθερία της έκφρασης, της εργασίας, την ανεξιθρησκεία κλπ. Κινδυνεύει από τα κοινωνικά στερεότυπα και τις διακρίσεις.

Πολιτική ελευθερία είναι να μπορεί ο καθένας να συμμετέχει στο πολιτικό γίγνεσθαι θεσμικά με προτάσεις, επιχειρηματολογία στον διάλογο, ψήφο και έλεγχο των εφαρμοστών της πολιτικής. Περιορισμένη πολιτική ελευθερία παρέχει η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Παράδειγμα πολιτικής ελευθερίας έχουμε στην περίπτωση των πολιτών της Αθηναϊκής δημοκρατίας.

Πνευματική ελευθερία είναι το να μην εξαρτάται η σκέψη και ο λόγος από τη βαρύτητα των προλήψεων, των προκαταλήψεων, των αυθεντιών κλπ. Η πνευματική ελευθερία περικόπτεται από την προπαγάνδα, την παραπληροφόρηση, τα επιβαλλόμενα πρότυπα, τα δόγματα, περιορίζεται από την κατευθυνόμενη πληροφόρηση, τα προβαλλόμενα πρότυπα, τις προλήψεις, τις προκαταλήψεις, τις αυθεντίες, υποστέλλεται από την ημιμάθεια, την άγνοια κλπ.

Ψυχολογική ελευθερία έχουμε όταν ελαχιστοποιείται μέσα μας η επίδραση από τους φόβους μας, τις ανασφάλειες, τα άγχη μας κλπ.

Ηθική ελευθερία είναι η ισορροπία στην πάλη μεταξύ των ενστίκτων, των παρορμήσεων και της υποταγής τους χάριν ανώτερων ιδεών και αξιών που καθορίζει το επίπεδο της ηθικής ελευθερίας. Η ηθική ελευθερία έχει δύο δρόμους: την απελευθέρωση από πάθη και αδυναμίες ή την απελευθέρωση από συμπλέγματα και δεσμά της ηθικής.

Εθνική ελευθερία: Είναι η μορφή εκείνη ελευθερίας κατά την οποία ένα έθνος διατηρεί την ανεξαρτησία του, δηλαδή είναι σε θέση να καθορίζει αυτόβουλα, χωρίς εξαναγκασμό και πίεση, την εσωτερική και εξωτερική του πολιτική.

Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου η εξουσία πηγάζει από τον λαό, ασκείται από τον λαό και υπηρετεί τα συμφέροντα του λαού. Για να μπορεί ένα πολίτευμα να χαρακτηριστεί ως δημοκρατία, θα πρέπει να υπάρχει:
Ισηγορία ονομάζεται το δικαίωμα όλων των πολιτών για ίση πρόσβαση στο πολιτικό βήμα.
Ισονομία ονομάζεται η ιση μεταχείριση των πολιτών από το νόμο.
Ισοκρατία ονομάζεται η ίση δύναμη της ψήφου.

Άμεση δημοκρατία είναι το πολίτευμα στο οποίο οι πολίτες, ασκούν με κλήρωση νομοθετική, δικαστική και εκτελεστική εξουσία. [11]

Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου κυβερνούν οι αντιπρόσωποι του λαού. Ο λαός μπορεί και εκλέγει ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αναλόγως με τον ακριβή τύπο του πολιτεύματος, πρόεδρο, πρωθυπουργό, βουλευτές κλπ. Οι αντιπρόσωποι ασκούν είτε την εκτελεστική, είτε τη νομοθετική εξουσία. Οι εκλογές ανάδειξης αντιπροσώπων αποτελούν συνήθως την κύρια μέθοδο συμμετοχής των πολιτών στη λήψη αποφάσεων, σε αντιδιαστολή με την άμεση δημοκρατία.[12] Στην πραγματικότητα το πολίτευμα αυτό δεν είναι δημοκρατία, αφού για να εκλεγεί κάποιος αντιπρόσωπος, απαιτούνται χρήματα πολλά οπότε με τον Αριστοτελικό ορισμό της ολιγαρχίας που είναι το πολίτευμα όπου κυβερνούν οι λίγοι με κριτήριο την οικονομική ισχύ, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι πολίτευμα ολιγαρχικό και κατ΄ επίφαση ονομάζεται δημοκρατία. [13]

Ανακλητότητα: η δυνατότητα της άμεσης ανάκλησης της λαϊκής εντολής στην περίπτωση που ο εκλεγμένος αντιπρόσωπος πάψει να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης των ψηφοφόρων του.

Δημοψήφισμα (λατ. referendum) είναι μια διαδικασία άμεσης ψηφοφορίας ολόκληρου του εκλογικού σώματος, προκειμένου να επικυρωθεί ή να απορριφθεί μια πρόταση που έχει ιδιαίτερη σημασία για ένα κράτος. Δημοψηφίσματα διοργανώνονται συνήθως για σημαντικά ζητήματα. Σε πολλές χώρες τα δημοψηφίσματα αποτελούν συνήθη πρακτική, διοργανώνονται εύκολα, με πρόταση βουλευτών ή συλλογή υπογραφών, σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο [14]

Αριστοκρατία κατά τον Αριστοτέλη, (ο οποίος έθεσε αρχικά τη διάκριση στα Πολιτικά του), είναι το πολίτευμα εκείνο που στηρίζεται στη διακυβέρνηση των αρίστων είτε με την έννοια της αξιοκρατίας, είτε προς την αριστεία της πόλης. [15]. Στην πορεία των χρόνων ο όρος χρησιμοποιήθηκε ευρύτερα για να υποδηλώσει τις τάξεις των ευγενών "κληρονομικώ δικαιώματι", με αποτέλεσμα να παρατηρείται σύγχυση της καθαρής έννοιας της αριστοκρατίας με εκείνη της ολιγαρχίας.

Ολιγαρχία λέγεται το πολίτευμα στο οποίο η πολιτική εξουσία ασκείται από ένα μικρό τμήμα της κοινωνίας. Η λέξη προέρχεται από τις λέξεις ὀλίγον και ἄρχω. Ορισμένοι πολιτικοί επιστήμονες και φιλόσοφοι θεωρούν ότι όλα τα πολιτεύματα είναι στην πράξη ολιγαρχίες και ότι οι δημοκρατίες μπορούν να θεωρηθούν εκλεγμένες ολιγαρχίες. Οι ολιγαρχίες συνήθως ελέγχονται από μερικές ισχυρές οικογένειες που διατηρούν την εξουσία από γενιά σε γενιά. Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιούσε τον όρο για να αναφέρεται στην κυριαρχία των πλουσίων, αλλά δεν είναι πάντα η κυριαρχία των πλουσίων, αλλά απλώς η κυριαρχία μιας προνομιούχας ομάδας. Μερικοί πολιτικοί επιστήμονες χαρακτηρίζουν τον καπιταλισμό ως μια μορφή ολιγαρχίας επειδή η εξουσία κατέχεται από την καπιταλιστική τάξη, δηλαδή αυτούς με συμφέρον να διατηρηθεί το σύστημα.

Ο όρος Δεξιά αναφέρεται κυρίως σε αντιλήψεις και θέσεις που μπορούν να χαρακτηριστούν ως συντηρητικές.

Ο όρος Αριστερά στην πολιτική, αναφέρεται κυρίως σε αντιλήψεις και θέσεις που μπορούν να χαρακτηριστούν προοδευτικές. Στην πράξη είναι δυνατόν να αφορά διαφορετικά πράγματα, ανάλογα με τον τόπο και την εποχή, ενώ συντίθεται από διάφορους πολιτικούς χώρους (από ακροαριστερούς ως κεντροαριστερούς, καλύπτοντας όλο το ενδιάμεσο φάσμα) που μπορεί να έχουν ακόμη και αντικρουόμενες απόψεις για την οικονομική, πολιτική και κοινωνική οργάνωση.

Σε κεντρική διαφορά μεταξύ όλων των τάσεων της Αριστεράς και της Δεξιάς έχει αναδειχθεί μετά τη δεκαετία του '70 ο βαθμός ελευθερίας της αγοράς: η Δεξιά προωθεί την ελαχιστοποίηση του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία και τη μέγιστη ελευθερία της αγοράς και των ιδιωτικών κεφαλαίων με στόχο την αύξηση της οικονομικής ανάπτυξης, ενώ η Αριστερά αντιπαραθέτει την ενίσχυση της κρατικής πρόνοιας προς ώφελος των κατώτερων κοινωνικών τάξεων, τη διατήρηση ρυθμιστικών ελέγχων επί των αγορών και την προοδευτική φορολόγιση αναλογικά με το εισόδημα (ώστε οι πλουσιότεροι να επωμίζονται μεγαλύτερο φορολογικό βάρος). Πολλές αριστερές οργανώσεις (ελευθεριακές και μαρξιστικές) αποζητούν μακροπρόθεσμα την κατάργηση του καπιταλισμού και την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας της εργατικής αυτοδιεύθυνσης στα μέσα παραγωγής (σοσιαλισμός, κομμουνισμός ή/και αναρχία.

O αναρχισμός (αγγλικά: anarchism, ισπανικά: anarquismο) είναι ένα ιδεολογικό πολιτικό και κοινωνικό κίνημα. Ετυμολογικά προέρχεται από την ελληνική λέξη αρχή(=εξουσία) και το στερητικό α. Στην κυριολεξία αναρχία σημαίνει «χωρίς εξουσία» και το κοινό χαρακτηριστικό όλων των αναρχικών κινημάτων είναι το αίτημά τους για κατάργηση του κράτους, το οποίο βλέπουν ως βασικό καταπιεστικό παράγοντα περιορισμού της ελευθερίας του ατόμου ή / και της κοινωνίας. Ο όρος αναρχισμός αρχικά είχε αρνητική έννοια, διότι αναρχία στην καθομιλουμένη συνήθως σήμαινε χάος κοινωνικό, πολιτικό και όχι μόνο. Δήλωνε δηλαδή την αταξία ή υπήρχαν φορές που ταυτιζόταν με αντικαθεστωτικές βομβιστικές ενέργειες οι οποίες χαρακτηρίζονταν τρομοκρατικές. Η απαραίτητη σύνδεση με τη βία και το χάος ωστόσο είναι προπαγανδιστική, καθώς ορισμένοι θεωρητικοί αναρχικοί θεωρούν τη βία όχι μόνο ακατάλληλο μέσο επιβολής, αλλά επίσης την εξισώσουν με την αστική ηθική, εγκρίνοντάς την μόνο ως μέσο αυτοάμυνας. Η λέξη αναρχία, όπως τη χρησιμοποιούν οι περισσότεροι αναρχικοί, δηλώνει μια αρμονική αντιεξουσιαστική και αταξική κοινωνία, που στηρίζεται στις δυνατότητες της εθελοντικής συνεργασίας και αμοιβαίας βοήθειας των ανθρώπων με βάση τον ατομικό αυτοπροσδιορισμό και την προσωπική συμμετοχή. Στη θέση των σημερινών ιεραρχικών, εξουσιαστικών πολιτικών δομών και οικονομικών θεσμών, οι αναρχικοί προτείνουν κοινωνικές σχέσεις θεμελιωμένες στην «εκούσια» ομαδική συγκρότηση αυτόνομων ατόμων, την αλληλεγγύη και την αυτοδιαχείριση. Ενώ συχνά ο αναρχισμός ορίζεται από αυτό στο οποίο εναντιώνεται, εντούτοις οι αναρχικοί ανά τις εποχές προσέφεραν σύμφωνα με το όραμα για αυτό που πιστεύουν ότι είναι η αληθινά ελεύθερη κοινωνία. Ωστόσο, οι αντιλήψεις για το πώς μπορεί να είναι λειτουργική μια τέτοια κοινωνία πιθανώς διαφέρουν πολύ, ιδιαίτερα όσον αφορά την οργάνωση των οικονομικών της σχέσεων. Οι αναρχικοί απορρίπτουν όλες τις μορφές κοινοβουλευτικής πολιτικής δράσης ως ανούσιες και προσβλέπουν σε μία «κοινωνική επανάσταση» (αναρχοκολεκτιβιστές / αναρχοκομμουνιστές), σε γενικές εργατικές απεργίες (αναρχοσυνδικαλιστές) ή σε μία καθολική «ανυπακοή των μαζών» (αναρχοατομικιστές), προκειμένου να επέλθει η αναρχία. Η χρήση αντικρατικής βίας, είτε κατά την επαναστατική αυτή διαδικασία είτε νωρίτερα υπό μορφή ακτιβισμού, από κάποιους αναρχικούς απορρίπτεται ρητά ως εξουσιαστική πρακτική, ενω από άλλους θεωρείται αναγκαία προκειμένου να εξασφαλιστεί η άμυνα των εξεγερμένων, η κινητοποίηση της κοινωνίας και η ήττα του δυνάμεων του κράτους.

O λάιφστάϊλ αναρχισμός είναι ένα κίνημα, χωρίς πολιτικό και ιδεολογικό υπόβαθρο που βασιζεται κυρίως σε λογικές πλάνες που ο λάϊφστάϊλ αναρχικός αδυνατεί να κατανοήσει αλλά που αποδέχεται ως ορθές επειδή ταιριάζουν με το ψυχολογικό προφίλ του προτύπου του επαναστάτη που η λάϊφ στάϊλ αναρχική "ιδεολογία" του επιβάλει. Ο λάϊφστάϊλ αναρχικός πετά πέτρες σε ώρα διαδηλώσεων και ξεκινά επεισόδια επειδή έτσι κάνουν οι επαναστάτες και επειδή "έχουμε πόλεμο" και επειδή "έτσι είπε ο τάδε που είναι παλιός αναρχικός", χωρίς να σκέφτεται και να ζυγίζει τις πράξεις του με βάση το όφελος του λαού του το οποίο υποτίθεται προασπίζεται, ως γνήσιος επαναστάτης.

Φιλελευθερισμός (eng: liberalism) είναι ένα σύνολο ιδεών ή ένα φιλοσοφικό ρεύμα που θέτει ως κύριο στόχο την πολιτική, κοινωνική ή οικονομική ελευθερία του ατόμου. Ο όρος όμως χρησιμοποιείται για διάφορες ιδεολογίες, οι οποίες δε συνδέονται απαραίτητα μεταξύ τους.[16]

Οικονομικός φιλελευθερισμός είναι το οικονομικό δόγμα που προστατεύει ή και ενθαρρύνει την ατομική πρωτοβουλία στην οικονομική σφαίρα δραστηριοτήτων . Ο οικονομικός φιλελευθερισμός έχει ταυτιστεί με μείωση του κρατισμού, περιορισμό των παρεμβάσεων του κράτους στην οικονομία και απελευθέρωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας από τη γραφειοκρατία και τις διοικητικές ρυθμίσεις. Συνοψίζεται συνήθως στη φράση "laissez faire - laissez passer", που θεωρείται το βασικό σύνθημα του ελεύθερου εμπορίου.

Νεοφιλελευθερισμός ονομάζεται το οικονομικό δόγμα που πρεσβεύει την απόσυρση του κράτους από κάθε δραστηριότητα και ρυθμιστικό ρόλο πέραν του στρατού, της αστυνομίας και της δικαιοσύνης. Χαρακτηρίζει σήμερα ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου φιλελευθερισμού έχοντας πάρει το όνομα "νεοφιλελευθερισμός". Η νεοφιλελεύθερη αντίληψη αντιμάχεται οποιαδήποτε κοινωνική διάσταση στο ρόλο του κράτους, θεωρώντας την εμπόδιο για την ελεύθερη ανάπτυξη της αγοράς, οι νόμοι της οποίας μπορούν να ρυθμίσουν από μόνοι τους τη λειτουργία της κοινωνίας. Η νεοφιλελεύθερη αντίληψη αντιμάχεται επίσης τον συνδικαλισμό και την ύπαρξη πολιτικών προστασίας των εργαζομένων με το ίδιο σκεπτικό. Τέλος, δεν παραδέχεται την ύπαρξη κοινωνίας αλλά την ύπαρξη μόνο των ατόμων.

Ο σοσιαλισμός είναι κοινωνική, οικονομική και πολιτική θεωρία κατά την οποία η κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αντικαθιστά την ατομική ιδιοκτησία[17]. Ο όρος ιστορικά αφορά ένα πολιτικό κίνημα του 19ου αιώνα, γέννημα των οικονομικοκοινωνικών συνθηκών της βιομηχανικής επανάστασης, και συσχετίζεται στενά με τον όρο Αριστερά.

Ο κομμουνισμός ως πολιτική έννοια συνήθως σχετίζεται με μια μορφή κοινωνίας επικεντρωμένης σε ένα οικονομικό σύστημα το οποίο θα λειτουργεί αμεσοδημοκρατικά και αποκεντρωμένα, χωρίς αγορά, κράτος ή διακριτές κοινωνικές τάξεις [18]
Συνήθως η κοινωνία αυτή θεωρείται αχρήματη, υπάρχουν ωστόσο και εναλλακτικές, παραπλήσιες αντιλήψεις οι οποίες διατηρούν την έννοια του χρήματος και μιλούν για ισότητα μισθών (π.χ. στο έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη[5]). Σε κάθε περίπτωση στον κομμουνισμό τα μέσα παραγωγής (π.χ. γαίες, εργοστάσια, μεγάλες επιχειρήσεις) αποτελούν κοινωνική / κοινοτική ιδιοκτησία και όχι ατομική, ενώ υφίστανται συλλογική διαχείριση από τους εργαζόμενους με στόχο την κάλυψη των υλικών αναγκών όλων των πολιτών κατά το ρητό «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Ως πολιτικός χώρος, στο ευρύτερο πλαίσιο της Αριστεράς, ο κομμουνισμός εκφράζει αυτήν την προσδοκόμενη κοινωνία μέσω ενός σοσιαλιστικού λαϊκού κινήματος το οποίο αντιτίθεται στον καπιταλισμό. Η σύλληψη της κομμουνιστικής κοινωνίας απορρέει από μία κριτική στην ανταλλακτική οικονομία και στην έννοια του κέρδους[6][7], ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έχει περιγραφεί ως οικονομία δώρων[8][9]. Ως κομμουνιστές, με μία ευρεία έννοια, μπορούν να περιγραφούν όλοι οι μαρξιστές και οι περισσότεροι ελευθεριακοί σοσιαλιστές (π.χ. οι αναρχοκομμουνιστές). Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 στη Ρωσία, η οποία οδήγησε στον σχηματισμό της Σοβιετικής Ένωσης, έχει επικρατήσει ο όρος κομμουνισμός να περιγράφει συνήθως τους λενινιστές. Καθώς η μαρξιστική αντίληψη για τον κομμουνισμό προϋποθέτει ένα μεταβατικό στάδιο ύπαρξης κράτους στην υπηρεσία της εργατικής τάξης, το οποίο σύμφωνα με τους λενινιστές υλοποιήθηκε με κάποιον τρόπο στις δικτατορίες του προλεταριάτου του ιστορικού ανατολικού μπλοκ, πολλές φορές ο όρος κομμουνισμός στην καθομιλουμένη αφορά παρόμοια λαϊκοδημοκρατικά καθεστώτα με απολυταρχικές κυβερνήσεις και ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από το κράτος, αντί για μία κατάσταση αταξικής και ακρατικής κοινωνίας (δείτε και το άρθρο κομμουνιστικό κράτος). Τα εν λόγω καθεστώτα ωστόσο αυτοπροσδιορίζονταν όχι ως κομμουνιστικά αλλά ως σοσιαλιστικά, υπό την έννοια ότι ευρίσκονταν σε μια φάση μετάβασης προς τον κομμουνισμό όπου το κράτος θα αυτοδιαλυόταν.

Λαϊκότητα: (στον χώρο της πολιτικής) η συμμετοχή, η παρουσία του λαού στην έκφραση και άσκηση και έλεγχο της εξουσίας. (προϋπόθεση δημοκρατίας) [20]

Λαϊκισμός : η κατ’ επίφαση λαϊκότητα, όπου δηλ. αναγνωρίζεται τυπικά η συμμετοχή του λαού στην εξουσία, αλλά στην πραγματικότητα είναι είτε ανύπαρκτη είτε περιορισμένη. Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης όταν μιλάμε για την επιβολή ενός «χαρισματικού» ηγέτη στο λαό, ο οποίος αναδεικνύεται μέσα από ένα πρόγραμμα που ικανοποιεί τις λαϊκές διεκδικήσεις. [13]

http://thalamofilakas.blogspot.com/2012/05/blog-post_487.html


Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

ΤΑ ΛΕΞΙΚΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ (8)


«TO ΠPΩTON BIBΛION EKAΣTOY EΘNOYΣ»
Γ. Μπαμπινιώτης
(συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)

TO ANTIΣTPOΦO ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΚΟΥΡΜΟΥΛΗ
Στα ειδικά λεξικά ανήκει και το Ἀντίστροφον Λεξικὸν τῆς Nέας Ἑλληνικῆς τού αειμνήστου καθηγητή τής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γεωργίου Κουρμούλη (ο οποίος διετέλεσε στην αρχή τής σταδιοδρομίας του συντάκτης τού Ιστορικού λεξικού τής Ακαδημίας Αθηνών). Tο λεξικό εκδόθηκε το 1967 και περιλαμβάνει όλον τον λεξιλογικό θησαυρό τής Νέας Ελληνικής, καθαρεύουσας και δημοτικής, καταταγμένο σε αντίστροφη σειρά, από το ληκτικό γράμμα προς το αρκτικό, δηλ. από το τέλος προς την αρχή των λέξεων. Tο Λεξικό τού Κουρμούλη είναι το πρώτο λεξικό τής Νέας Ελληνικής, στο οποίο χρησιμοποιήθηκαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές για επεξεργασία δεδομένων τής ελληνικής γλώσσας. Με αυτούς έγιναν οι πίνακες στατιστικής συχνότητας των ληκτικών δομών των ελληνικών λέξεων (πόσες λέξεις τής Ν. Ελληνικής λήγουν σε -α ή -ο ή -ω κ.λπ., πόσες λήγουν σε δύο γράμματα -βω, -γω, -ια κ.λπ. και πόσες λήγουν σε τρία γράμματα -σια, -εια κ.λπ.). Έτσι πληροφορούμεθα λ.χ. ότι το 52% των ελληνικών λέξεων (κατά το γλωσσικό υλικό τού λεξικού) λήγει σε -ς (42.883 λέξεις) και αμέσως μετά σε -α με ποσοστό 20% (16.259 λέξεις). Ότι η κατάληξη που εμφανίζει τη μεγαλύτερη συχνότητα στο λεξιλόγιο τής Ελληνικής είναι η κατάληξη -ος (π.χ. λόγος, νέος, δάσος) με ποσοστό 22% και 18.273 λέξεις. Ενδεικτικά στοιχεία βγαίνουν και από τη σύγκριση των ληκτικών στοιχείων τής Ν. Ελληνικής με εκείνα τής αρχαίας137. Έτσι λ.χ. αποδεικνύεται ότι η αρχαία Ελληνική διαθέτει 171 λέξεις σε -λογία (παθολογία, θεολογία, ακριβολογία, μυθολογία κ.λπ.), έναντι 342 λέξεων που έχει η Νέα Ελληνική (η διαφορά οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην εξέλιξη και δημιουργία νέων επιστημονικών κλάδων και εννοιών με αντίστοιχους όρους). Από τις 342 λέξεις τής Ν. Ελληνικής 93 μόνον έχουν παραδοθεί από την αρχαία, ενώ οι 249 είναι νεότερες, γεγονός που δείχνει την παραγωγική δύναμη τής Ν. Ελληνικής.
Εκτός από τους στατιστικούς πίνακες και τα συμπεράσματα που βγαίνουν από αυτούς, που όλα μαζί υπό τον τίτλο Παραρτήματα καταλαμβάνουν 140 σελίδες τού έργου (σ. 676-801), διδακτικά είναι όσα γράφει ο Κουρμούλης για τη λεξικογραφία στην εκτενή Εισαγωγή τού Λεξικού (σ. viixxxvi):
«Tὰ πρῶτα ὑπὸ τῶν Aἰγυπτίων, Ἰνδῶν καὶ ἀρχαίων Ἑλλήνων συνταχθέντα λεξικᾶ ἦσαν διευθετημένα καθ’ ὕλην [...], ἤτοι κατὰ σημασιολογικὰς ἑνότητας: γραφή, γραφεύς, συγγραφεύς, καταγράφω, συγγράφω κ.λπ., κατὰ συστήματα τερμάτων: λέγω, ἀντιλέγω, καταλέγω, προλέγω κ.λπ., κατὰ τὸ πρῶτον συνθετικόν: καταγράφω, καταδιώκω, καταλέγω κ.λπ. Ἡ διάταξις τῶν λέξεων κατ’ εὐθεῖαν ἀλφαβητικὴν τάξιν φαίνεται ὅτι συνιστᾷ ἐπιτυχὲς εὑρετήριον τοῦ κώδικος αὐτοῦ τῆς ἐνδιαθέτου γλώσσης, διὸ καὶ ἐκρίθη ἐνωρdς ἀναγκαῖον νὰ ἐπιτάσσεται τῶν καθ’ ὕλην συντεταγμένων λεξικῶν ἀλφαβητικὸς πίναξ. [...] Πάντως τὰ πρῶτα ἐκτενῆ λεξικὰ τοῦ εἴδους αὐτοῦ ἤρχισαν νὰ συντάσσωνται μόλις ἀπὸ τοῦ 15ου αἰῶνος κ.ἑξ.»138.
Με το Αντίστροφο Λεξικό τού Κουρμούλη έχουμε ανάγλυφη εικόνα τής γραμματικής (μορφολογικής) δομής τής νέας ελληνικής γλώσσας, αφού, σε κλιτές γλώσσες όπως η Ελληνική, τα ληκτικά συστήματα (που είναι εμφανή μόνον από ένα αντίστροφο λεξικό) είναι εκείνα που δείχνουν πώς δηλώνονται στην ελληνική γλώσσα οι ποικίλες γραμματικές πληροφορίες μέσα από την οργάνωση σε μέρη τού λόγου. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Κουρμούλης «ἡ κατ’ ἀντίστροφον τάξιν διάταξις τοῦ λημματολογίου δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τὸ βάθρον τῆς γραμματικῆς θεωρήσεως τῆς γλώσσης»139.
Tο 1996 κυκλοφορήθηκε και νέο αντίστροφο λεξικό, το Αντίστροφο λεξικό τής κοινής νεοελληνικής γλώσσας τού Ευαγγ. Μπαλαφούτη (Αθήνα: Επικαιρότητα). Μολονότι το λεξικό αυτό είναι πλουσιότερο σε λέξεις (περιλαμβάνει νεότερες λέξεις, όρους κ.λπ.) και στηρίζεται στη μορφολογία τής σύγχρονης γλώσσας (οι λέξεις λ.χ. τής κατηγορίας -ις, πόλις τού Λεξικού τού Κουρμούλη, δίδονται κανονικά σε -η, πόλη, γεγονός που είναι σημαντικό για ένα αντίστροφο λεξικό), εντούτοις δεν έχει σχεδιαστεί με γλωσσολογικά κριτήρια και αλλοιώνει σε έναν βαθμό τις πληροφορίες που χρειάζεται ο χρήστης. ΄Ετσι λ.χ. τα λήμματα κατατάσσονται, εφόσον είναι ουσιαστικά, όχι μόνο στον ενικό αλλά και στον πληθυντικό τους, και εφόσον είναι επίθετα, και στα τρία γένη και στους δύο αριθμούς! Αυτή η «αρχή», αν ακολουθηθεί με συνέπεια, θα οδηγήσει να δοθούν και οι βασικοί χρόνοι των ρημάτων, πράγμα που (ορθώς) δεν συμβαίνει. Αλλά τότε γιατί να γίνει στα ονόματα; ΄Αλλη σημαντική αλλοίωση τής μορφολογικής εικόνας τού λεξιλογίου τής Ελληνικής είναι ότι κατατάσσονται από κοινού τονούμενα και άτονα! ΄Ετσι λ.χ. αντί να έχει συγκεντρωμένα κάπου τα ουσιαστικά σε -ιά (γενιά) και αλλού τα ουσιαστικά σε -ία (φιλία), τα έχει ανάμεικτα (το πετριά αμέσως μετά το γεωμετρία!) και μάλιστα μαζί με θηλ. επιθέτων σε -ια και -ιά (η υποδόρια, η εγχώρια – η κακιά, η παχιά) και ουδ. πληθυντικού σε -ια και -ιά (τα παιδιά – τα τζάκια, τα «βουβαλάκια», τα «παλουκάκια» κ.τ.ό)! ΄Ενα αντίστροφο λεξικό δεν μπορεί παρά να περιοριστεί μόνο στον τύπο τού λήμματος (όχι στους τύπους τής κλίσης του) και δεν μπορεί να αγνοήσει ουσιώδεις μορφολογικές παραμέτρους, όπως είναι ο τόνος (συγκέντρωση τονούμενων τύπων – συγκέντρωση άτονων τύπων), πράγμα που επιτρέπει να σχηματιστούν και να εξαρθούν λεξικογραφικώς μορφολογικά (και παραγωγικά) συστήματα λέξεων: να έχεις συγκεντρωμένες στο λεξικό όλες τις λέξεις σε -ία (φιλία, μανία, κακία κ.λπ.), όλες τις λέξεις σε -ιά (πετριά, μπουνιά, δαγκωνιά κ.λπ.), όλες τις λέξεις σε -εια (οικογένεια, ευπρέπεια, εσωστρέφεια κ.λπ.), σε -άκι, σε -ειδής κ.ο.κ., που είναι και ο σκοπός ενός αντίστροφου λεξικού.
Tο 2002 εκδόθηκε το Aντίστροφο Λεξικό τής Nέας Eλληνικής (AΛNE) τής καθηγήτριας γλωσσολογίας Άννας Aναστασιάδη-Συμεωνίδη (Θεσσαλονίκη: INΣ, Ίδρυμα Mανόλη Tριανταφυλλίδη). Περιλαμβάνει 180.000 λημματικούς τύπους έχοντας αντλήσει πλούσιο υλικό από τα παλαιότερα και νεότερα λεξικά, σώματα κειμένων και γλωσσικά αρχεία. H κωδικοποίηση των λημμάτων έγινε με τη γραμματική τους κατηγορία βάσει τής μεθοδολογίας που υιοθετήθηκε από το «Eργαστήριο Aυτοματισμού Tεκμηρίωσης και Γλωσσών» (LADL) τού Πανεπιστημίου Paris VII κατά την κατασκευή τού ηλεκτρονικού λεξικού τής Γαλλικής (DELAS) από τη B. Courtois και τον M. Silberztein. Στο λημματολόγιο καταχωρίζονται επίσης προθήματα / επιθήματα και α΄ και β΄ συνθετικά, π.χ. καθ-, -ερός, υδατ-, αλεξι-, -παιδο, -κόπος. Tο AΛNE αποτελεί πολύ χρήσιμο εργαλείο, συντεταγμένο με επιστημονική γνώση. Eνδεχόμενες αντιρρήσεις θα μπορούσαν να υπάρξουν ως προς το γεγονός ότι συμπαρατίθενται λεξιλογικά στοιχεία τής Kοινής με άλλα από τη λογοτεχνική γλώσσα ή άλλες μορφές λόγου.

EΠIΛEΓOMENA
Στην παρούσα επισκόπηση τής νεοελληνικής λεξικογραφίας, των λεξικών δηλ. στα οποία κατεγράφησαν και αναλύθηκαν σημασιολογικά οι λέξεις τής (γραπτής και προφορικής) νεοελληνικής γλώσσας, σκοπός μας δεν ήταν να παρουσιάσουμε αναλυτικά όλα τα λεξικά που γράφτηκαν για τη Nέα Eλληνική. Σταθήκαμε σε αυτά που, είτε παλιότερα είτε σε νεότερους χρόνους είτε και στις μέρες μας, κρίναμε ότι κατέχουν μια ξεχωριστή θέση στη μακρά πορεία τής λεξικογραφικής αποτύπωσης τής νεοελληνικής γλώσσας. Και σταθήκαμε –με ορισμένες εξαιρέσεις140– στα ερμηνευτικά λεξικά, γιατί αυτά συνδέονται άμεσα με τον τύπο τού δικού μας λεξικού. ΄Ετσι, δεν μας απασχόλησαν τα λεξικά των ιδιωμάτων και διαλέκτων τής Νέας Ελληνικής ούτε τύποι λεξικών, όπως τα ορθογραφικά ή τα λεξικά ειδικής επιστημονικής ορολογίας, που όλο και πληθύνονται. Μερικά από αυτά θα τα βρει κανείς σε άλλες μελέτες141, ενώ για πολλά δεν έχουμε ακόμη την πλήρη βιβλιογραφική καταγραφή τους142.
Παρακολουθώντας κανείς την εξέλιξη στη λεξικογράφηση τής σύγχρονης γλώσσας μας, μετά ιδίως τη ρύθμιση τού 1976, μπορεί να είναι αισιόδοξος. Η λεξικογράφηση τής Ελληνικής όλο και βελτιώνεται, συμβαδίζοντας με την εξέλιξη που σημειώνεται στα μεγάλα λεξικά των ξένων γλωσσών, τα οποία διαθέτουν μακρά λεξικογραφική παράδοση. Παράλληλα, συνειδητοποιείται και στη χώρα μας ότι η λεξικογραφική εργασία απαιτεί ειδικές επιστημονικές γνώσεις πέρα από την «ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ» προϋπόθεση, τη βαθύτερη δηλ. γνώση και επιστημονική ενασχόληση με την ελληνική γλώσσα, και μάλιστα με τα σύγχρονα όσο και με τα παλαιότερα Ελληνικά μας, αφού η γλώσσα μας μέσα από τη μακρά και αδιάκοπη προφορική και γραπτή παράδοσή της έχει αποκτήσει ενιαίο χαρακτήρα.
Οι επιστημονικοί κλάδοι τής λεξικολογίας και λεξικογραφίας, που ανήκουν στον χώρο τής Γλωσσολογίας, έχουν εξελιχθεί αλματωδώς, έχει δε αποδειχθεί πλέον ότι η κατάκτηση τόσο τής μητρικής όσο και των ξένων γλωσσών περνάει μέσα από το λεξιλόγιο και τη σημασιολογική δομή κάθε γλώσσας. Χωρίς ένα καλό λεξικό –έγκυρο, πλήρες, εύχρηστο–, χωρίς ένα λεξικογραφικό vade mecum, δεν μπορεί να μιλάει κανείς σήμερα για υπεύθυνη και αποτελεσματική κατάρτιση στη μητρική γλώσσα. Η επικοινωνιακή έκρηξη που χαρακτηρίζει την εποχή μας και η ασύλληπτη σε ρυθμούς εξέλιξη των δεδομένων τής επιστήμης και τής τεχνολογίας καθιστούν σήμερα απαραίτητη τη γλωσσική, μέσω λεξικών, υποστήριξη των γνώσεών μας. Και μάλιστα με λεξικά που να υπηρετούν τις σύγχρονες ανάγκες τού ομιλητή μιας γλώσσας, λεξικά δηλ. που δεν χωρίζουν με στεγανά την πληροφορία λ.χ. που αφορά στο σημασιολογικό περιεχόμενο μιας λέξης από τη γραμματική χρήση της ή από τη χρήση ενός κυρίου ονόματος (τοπωνυμίου ή ανθρωπωνυμίου) ή και από την πληροφορία για ένα απλό ακρωνύμιο (π.χ. Α.Ε.Ι.). H ανάγκη για σύνθετη, συνολική και απαιτητική προσέγγιση των κειμένων μας, καθώς και των κειμένων των άλλων, η επαρκέστερη πρόσβαση στον «κόσμο των κειμένων» που συνιστά τη σύγχρονη κοινωνία και επι-κοινωνία, απαιτεί και σύνθετα στην υφή τους λεξικά. Χρειάζονται λεξικά με πολλών ειδών πληροφορίες, με έμφαση στην πραγματική χρήση τής γλώσσας, λεξικά που να οδηγούν τον αναγνώστη σε πιο αποτελεσματική αξιοποίηση τής γλώσσας μέσα από κατάλληλες επιλογές. ΄Ετσι λ.χ. τα παραδείγματα για το πώς χρησιμοποιούνται οι λέξεις, η παροχή πληροφοριών για τα συνώνυμα και τα αντώνυμα (αντίθετα) και η επισήμανση των σημασιολογικών διαφορών δεν μπορούν να λείπουν από ένα σύγχρονο λεξικό.
Tέλος, η σύγχρονη λεξικογραφία έχει πλέον εγκαταλείψει την αυτοπαρατηρησία τής γλωσσικής συμπεριφοράς τού λεξικογράφου και τη μνημονική ανάκληση ως κριτήρια σύνταξης τού λεξικού και μεταβαίνει στην αξιοποίηση τού πλούτου των χρήσεων και στην ασφάλεια που παρέχει εξ αντικειμένου η χρησιμοποίηση τραπεζών γλωσσικού υλικού (στο λεγόμενο «γλωσσικό corpus»). Οι δυνατότητες που προσφέρουν οι ηλεκτρονικά (με ηλεκτρονικούς υπολογιστές) συγκροτημένες τράπεζες γλωσσικού υλικού έχουν ήδη βελτιώσει και μεταβάλει τις καθιερωμένες μεθόδους σύνταξης ενός λεξικού ως προς τα ερμηνεύματα και το ίδιο το λημματολόγιο. ΄Ηδη το παρόν Λεξικό έχει αξιοποιήσει το Corpus, το γλωσσικό υλικό που έχει συγκεντρωθεί στο Λεξικογραφικό Αρχείο τού Σπουδαστηρίου Γλωσσολογίας τού Πανεπιστημίου Αθηνών από τον αείμνηστο καθηγητή Γ. Κουρμούλη, καθώς και υλικό από τον ηλεκτρονικό «Eθνικό Θησαυρό τής Eλληνικής Γλώσσας» τού Iνστιτούτου Eπεξεργασίας τού Λόγου (I.E.Λ.)· επίσης, κατά την πορεία σύνταξης τού Λεξικού, έχει αξιοποιηθεί πλήρως η σύγχρονη τεχνολογία των Η/Υ.
Σήμερα, με τη μακρά πορεία που έχει διανυθεί στη λεξικογράφηση τής ελληνικής γλώσσας, αρχαίας, μεσαιωνικής και νεότερης, ανοίγονται προοπτικές και για την πραγματοποίηση τού οράματος τού Γ. Χατζιδάκι και πολλών Ελλήνων λογίων, τού οράματος να συνταχθεί ένα Λεξικό όλης τής ελληνικής γλώσσας. Με τις τεχνικές δυνατότητες που προσφέρει η σύγχρονη ηλεκτρονική τεχνολογία και, κυρίως, με σωστή αξιοποίηση τού λεξικογραφικού μόχθου που μας κληροδότησαν όσοι εργάστηκαν ώστε να διαθέτουμε σήμερα έγκυρα λεξικά των κυριοτέρων περιόδων τής ιστορικής εξέλιξης τής ελληνικής γλώσσας, μπορεί σε ορατό μέλλον να συνταχθεί και το Λεξικό τής Ελληνικής Γλώσσας, που θα διαφέρει από τα επιμέρους λεξικά στον σύνθετο, πλήρη, διαχρονικό και, γι’ αυτό, ιδιαίτερα αποκαλυπτικό χαρακτήρα των λημμάτων του, που θα δηλώνουν μέσα από τις λέξεις τη μακρά, πλούσια και περιπετειώδη ιστορία τής ελληνικής γλώσσας από τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες της έως σήμερα.

Γ.Mπ.

_____________________________________

137. Η σύγκριση γίνεται μέσω τού Αντιστρόφου Λεξικού τής Νέας Ελληνικής τού Γ. Κουρμούλη και τού Αντιστρόφου Λεξικού τής Αρχαίας Ελληνικής των P. Kretschmer - E. Locker (Rucklaufiges Worterbuch der griechischen Sprache, Wien 1944). Tο Αντίστροφο Λεξικό τής Aρχαίας προήλθε από αντίστροφη κατάταξη τού λεξιλογίου (λημμάτων) τού λεξικού των Liddell-Scott. Με προσθήκες τού G. Kisser το Αντίστροφο Λεξικό τής Aρχαίας Ελληνικής επανεκδόθηκε το 1963. Ας σημειωθεί ότι για τα ονόματα τής Aρχαίας Ελληνικής (ουσιαστικά και επίθετα) υπάρχει και ειδικό αντίστροφο λεξικό, το A Reverse Index of Greek Nouns and Adjectives των C.D. Buck και W. Petersen, Chicago 1945. Στο Λεξικό αυτό οι λέξεις είναι καταταγμένες κατά ληκτικά συστήματα (ονόματα σε -της, ονόματα σε -ος, ονόματα σε -ης κ.ο.κ.) και σε κάθε λέξη αναφέρεται και η αρχαιότερη παραδεδομένη μνεία της (π.χ. ότι πρωτοαπαντά στον ΄Ομηρο ή στον Ευριπίδη ή στον Πλούταρχο ή στην Κ. Διαθήκη κ.τ.ό.). Λόγω τής εξαιρετικής σημασίας τής Ελληνικής στις κλασικές σπουδές υπάρχουν τρία ακόμη αντίστροφα λεξικά: α) Αντίστροφο Λεξικό τής Μυκηναϊκής: M. Lejeune, Index inverse du grec mycenien, Paris 1964, β) Αντίστροφο Λεξικό τής Ελληνικής των παπύρων: O. Gradenwitz, Heidelberger Kontrarindex der griechischen Papyrus Urkunden, Heidelberg 1931, γ) Αντίστροφο Λεξικό των κυρίων ονομάτων: B. Hansen, Rucklaufiges Worterbuch der griechischen Eigennamen, Berlin 1957.

138. Γ. Κουρμούλη, \Aντίστροφον Λεξικὸν τῆς Nέας Ἑλληνικῆς, σ. viii.

139. Γ. Κουρμούλη, \Aντίστροφον Λεξικὸν τῆς Nέας Ἑλληνικῆς, σ. ix.

140. Κρίναμε σκόπιμο να αναφερθούμε, κατ’ εξαίρεσιν μόνο σε πολύ σημαντικά λεξικογραφικά έργα, όπως λ.χ. τα ετυμολογικά λεξικά τής Ν. Ελληνικής (Ανδριώτη κ.ά.), τα αντίστροφα λεξικά (Κουρμούλη κ.ά.), τα εννοιολογικά λεξικά (Βλαστού, Βοσταντζόγλου) κ.τ.ό.

141. Αναφέραμε ήδη (σημ. 6) τα δημοσιεύματα των Σ. Περάκη και Γ. Αλισανδράτου.

142. H προηγούμενη πρότασή μας (βλ. B΄ Έκδοση) ότι «Θα άξιζε να συνταχθεί μια πλήρης και αναλυτική βιβλιογραφία των λεξικών τής N. Eλληνικής κάθε λεξικογραφικού τύπου και περιεχομένου, από τής πρώτης εμφανίσεώς τους μέχρι σήμερα» υλοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό από το Kέντρο Eλληνικής Γλώσσας στη διαδικτυακή Πύλη για την Eλληνική Γλώσσα

(http://www.greek-language.gr/)

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

ΤΑ ΛΕΞΙΚΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ (7)


«TO ΠPΩTON BIBΛION EKAΣTOY EΘNOYΣ»

Γ. Μπαμπινιώτης
(συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)

TO ΛEΞIKO TOY ΒΟΣΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΑ ΛΕΞΙΚΑ
Tο λεξικό τού Βοσταντζόγλου στην α΄ έκδοσή του (τού 1949) έφερε τον τίτλο Ἀντιλεξικὸν ἢ Θησαυρὸς ἑλληνικῶν λέξεων καὶ φράσεων διατεταγμένων κατὰ λογικὴν σειράν, ενώ από τη β΄ έκδοσή του (1962), μετά την κριτική που ασκήθηκε για τον παροδηγητικό τίτλο του130, κυκλοφορήθηκε ριζικά ανανεωμένο με τίτλο Ἀντιλεξικὸν ἢ Ὀνομαστικὸν τῆς νεοελληνικῆς γλώσσης. Tο λεξικό τού Βοσταντζόγλου ακολουθεί την κατάταξη των λέξεων τής γλώσσας σύμφωνα με ευρύτερες εννοιολογικές κατηγορίες (π.χ. χώρος, διαστάσεις, σχήμα, ενέργεια, κίνηση) χωρισμένες σε επί μέρους έννοιες (π.χ. ο χώρος διακρίνεται στις έννοιες έκταση, όριο, μέρος, τοποθέτηση, μετάθεση, περίληψη, εξαίρεση, παρουσία, απουσία, διαμονή, κάτοικος, τόπος διαμονής, πόλη, χωριό, πατρίδα κ.λπ.). Πρότυπο τού λεξικού τού Βοσταντζόγλου είναι ο περίφημος Θησαυρός τής αγγλικής γλώσσας τού Roget131, που απετέλεσε το πρότυπο εννοιολογικής κατάταξης132 τού λεξιλογίου κάθε σύγχρονης γλώσσας. Tο Λεξικό του Βοσταντζόγλου κατατάσσει όλο το λεξιλόγιο τής Νέας Ελληνικής133, δημοτικής και καθαρεύουσας, σε 1.500 εννοιολογικές κατηγορίες. Tο υλικό σε κάθε κατηγορία δίδεται κατά τα μέρη τού λόγου (ρήματα, ουσιαστικά, επίθετα, επιρρήματα κ.λπ.) και όπου υπάρχουν αντίθετες έννοιες αντιπαρατίθενται στην ίδια σελίδα (π.χ. σ. 492: 1.079 κάματος – 1.080 ανάπαυσις, σ. 602: 1.279 χαρά – 1.280 λύπη κ.ο.κ.). Στο λεξικό χρησιμοποιούνται ερμηνεύματα μόνο ως επεξηγήσεις σε έννοιες ή ως σχόλια στη χρήση των συνωνύμων ή συγγενικών λέξεων. Κατά το παράδειγμα τού Roget, ένας μη ειδικός (ο Βοσταντζόγλου δεν ήταν λεξικογράφος ή φιλόλογος ούτε είχε επαγγελματική ή επιστημονική σχέση με τη γλώσσα) κατόρθωσε να δώσει στην Ελληνική ένα πολύτιμο εργαλείο για τη χρήση τής γλώσσας και την αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει το πλούσιο λεξιλόγιό της.
Χρήσιμο είναι το Λεξικὸ τῶν Συνωνύμων τῆς Nεοελληνικῆς τού φιλολόγου Κωνστ. Δαγκίτση (Αθήνα: Εκδ. Ι. Βασιλείου 1970). Ωστόσο, ενώ το γλωσσικό υλικό τού λεξικού Βοσταντζόγλου έχει ληφθεί από τη ζωντανή νεοελληνική γλώσσα, τα συνώνυμα στο λεξικό τού Δαγκίτση, επηρεασμένου πιθανόν από το αντίστοιχο λεξικό τού Βλαστού134, είναι συχνά ιδιωματικής ή διαλεκτικής χρήσεως. Πολλά από αυτά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη σημερινή επικοινωνία, η οποία στηρίζεται σε μια καλλιεργημένη αστική δημοτική. Έτσι λ.χ. στο λ. πλούσιος δίδονται ως συνώνυμα τα εξής: «βασταγερός (που βαστιέται), γουνάτος, ἑκατομμυριοῦχος, εὐκατάστατος, εὔπορος, καλοστεκούμενος, κεφαλαιοῦχος, λεφτάς, μπαγιόκος, παραδοῦχος, παραλής, πορεμένος, ταλαράς, φλουροβουτημένος, χρυσοκάνθαρος».
Επίσης, τα συνώνυμα δεν δίδονται ανάλογα με τις, περισσότερο ή λιγότερο, διαφοροποιημένες σημασίες μιας λέξης, πράγμα που καταλήγει στο να συμπαρατίθενται ως συνώνυμα διαφορετικής σημασίας λέξεις. Π.χ. στο λ. γνώμη δίδονται: «ἀντίληψη, ἄποψη, δόξα, ἐκδοχή, θέση, θεωρία, ἰδεολογία, κρίση, πεποίθηση, πλευρά, πρῖσμα, σκοπιά, φρόνημα». Tο λεξικό τού Δαγκίτση υπήρξε το πρώτο λεξικό συνωνύμων τής Ελληνικής που εκδόθηκε με αλφαβητική σειρά των λημμάτων του, πράγμα που διευκολύνει τους χρήστες στην αναζήτηση των συνωνύμων.
Tο 2005 εκδόθηκε ο Θησαυρός Συνωνύμων και Aντιθέτων τής Nέας Eλληνικής (Aθήνα: Πατάκης) τής καθηγήτριας γλωσσολογίας Άννας Iορδανίδου. Πρόκειται για το εκτενέστερο, μέχρι στιγμής, σε αριθμό λημμάτων λεξικό συνωνύμων και αντωνύμων, με 22.000 κύρια λήμματα και με επιστημονικά-γλωσσολογικά κριτήρια σύνταξης. Για τη σύνταξή του χρησιμοποιήθηκε ηλεκτρονική βάση δεδομένων η οποία συνέβαλε καθοριστικά στις διασταυρώσεις και τις διαναφορές. Tο λημματολόγιο, αν και σχετικά περιορισμένο ως προς την πραγματική χρήση, καταγράφει το σύγχρονο νεοελληνικό λεξιλόγιο περιλαμβάνοντας επίσης φράσεις / εκφράσεις. Tα συνώνυμα και τα αντώνυμα οργανώνονται ανάλογα με τις σημασίες οι οποίες διακρίνονται και αριθμούνται. Σημαντική είναι η χρήση υφολογικών στοιχείων που δείχνουν το επίπεδο χρήσεως (θα μπορούσε να είναι εκτενέστερη, γιατί είναι καίριας σημασίας σε τέτοιου είδους λεξικά) και η παράθεση επιλεγμένων παραδειγμάτων. Tέλος, η επιλογή να περιληφθούν ως συνώνυμα μόνο οι λέξεις με τη μεγαλύτερη σημασιολογική εγγύτητα οδηγεί στην παράλειψη άλλων με μικρότερη σημασιολογική εγγύτητα.
Πιο κοντά στα ερμηνευτικά λεξικά μπορούν, αντίθετα λ.χ. προς τα λεξικά συνωνύμων, να θεωρηθούν τα Λεξικά Επιθέτων. Tέτοια είναι, δευτερευόντως μεν, το Λεξικό συνωνύμων του Σακελλαρίου, αλλά κυρίως το παλιότερο ειδικό Λεξικὸ τῶν ἐπιθέτων καὶ ἐπιθετικῶν προσδιορισμῶν τῆς Nεοελληνικῆς τού Κωνστ. Δαγκίτση (Αθήνα: Εκδ. Ι. Βασιλείου 1963). Tο λεξικό αυτό περιλαμβάνει ως λήμματα μόνο ουσιαστικά και σε κάθε ουσιαστικό δίδονται (με αλφαβητική σειρά) τα επίθετα που χρησιμοποιούνται συνήθως για να το χαρακτηρίσουν· π.χ. στο λ. επιθυμία δίδονται τα επίθετα «ἀνεκδήλωτη, ἀνεξήγητη, ἀνθρώπινη, ἀνικανοποίητη, ἀνομολόγητη, ἀπραγματοποίητη, ἀπροσδιόριστη, ἀσυγκράτητη, διεστραμμένη, ἔντονη, ἐπίμονη, ζωηρή, μεγάλη, μόνη, μυστική, νοσηρή, ξαφνική, παθολογική, περίεργη, περιοδική, πραγματική, πραγματοποιημένη, προσωρινή, σαρκική, σκληρή, στιγμιαία, σφοδρή, τελευταία, ὑποκειμενική». Μειονέκτημα μιας τέτοιας (αλφαβητικής) παράθεσης των επιθέτων είναι ότι δεν προηγούνται τα συνηθέστερα και πιο χαρακτηριστικά για τη λέξη επίθετα (π.χ. έντονη, ζωηρή, ξαφνική κ.τ.ό.) ούτε διαφοροποιούνται μεταξύ τους ανάλογα με τις επί μέρους σημασίες τού ουσιαστικού. Παρά ταύτα, η χρησιμότητα τέτοιων ειδικών λεξικών είναι προφανής, ήδη δε μέσα σε κάθε σύγχρονο ερμηνευτικό λεξικό (και στο παρόν) περιλαμβάνονται ως «χρήσεις» στις σημασίες των ουσιαστικών τα συχνότερα και πιο χαρακτηριστικά επίθετα.
Ως Λεξικό συνωνύμων επιγράφεται και το λεξικό τού εκπαιδευτικού Χάρη Σακελλαρίου (Αθήνα: Εκδ. Ι. Σιδέρη 1994-6η έκδ.). Χρήσιμο λεξικό για το υλικό των συνωνύμων και των αντιθέτων που δίνει στο σχετικά περιορισμένο λημματολόγιο τού έργου. Tα συνώνυμα που δίδονται είναι τής κοινής Ελληνικής (εν αντιθέσει προς το αντίστοιχο λεξικό τού Δαγκίτση), ωστόσο τα κριτήρια επιλογής τους είναι ασαφή. ΄Ετσι, συχνά δίδονται ως συνώνυμα και λέξεις απλώς συγγενικές, ανήκουσες στο ευρύτερο εννοιολογικό πεδίο, π.χ. λ. λέξη: «μέρος λόγου, όνομα, ομιλία, μιλιά, λόγος, γλώσσημα, νεολογισμός, ελληνικούρα, λήμμα». Επίσης, δεν υπάρχει η απαραίτητη, από τη φύση τού λεξικού, διαναφορά των συνωνύμων μεταξύ τους· π.χ. στο λ. ανταμοιβή δίδεται συνώνυμο ανταπόδοση, αλλά τέτοιο λήμμα δεν περιλαμβάνεται στο λεξικό· ομοίως στο λ. αντάρα δίδονται ως συνώνυμα τα ομίχλη, καταχνιά, συννεφιά και κακοκαιρία. Από αυτά τα ομίχλη, καταχνιά, συννεφιά δεν υπάρχουν ως λήμματα τού λεξικού (αν αναζητήσει δηλ. κανείς τη λ. ομίχλη ή καταχνιά ή συννεφιά, για να βρει τα συνώνυμά της, δεν θα βρει αυτές τις λέξεις στο λεξικό), ενώ το λ. κακοκαιρία περιλαμβάνεται μεν ως λήμμα στο λεξικό, αλλά σε αυτό δεν δίδεται συνώνυμο αντάρα. Αντιθέτως –πράγμα που νοθεύει τη φύση τού λεξικού και αφαιρεί πολύτιμο χώρο– δίδονται παράγωγα (σκόρπια και επιλεκτικά), σύνθετα (σπανιότερα) και πολύ συχνά τα επίθετα που χρησιμοποιούνται για ένα ουσιαστικό, τα οποία είναι μεν όλα χρήσιμα, αλλά έξω από την υφή ενός λεξικού συνωνύμων.

TO ΛEΞIKO TOY ΑΝΔΡΙΩΤΗ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΛΕΞΙΚΑ
Πολύτιμο ειδικό λεξικό είναι το Ἐτυμολογικὸ λεξικὸ τῆς Kοινῆς Nεοελληνικῆς τού αειμνήστου καθηγητή τής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (και παλιότερα συντάκτη τού Iστορικού Λεξικού και τού Λεξικού τού Δημητράκου) Νικολάου Ανδριώτη. Στο λεξικό αυτό για πρώτη φορά (ήδη από την α΄ έκδοση τού 1951) κωδικοποιήθηκε η ετυμολογία των λέξεων τής Νέας Ελληνικής στο σύνολό της. Έτσι, αποκτήθηκε ένα αξιόπιστο έργο, μέσα από το οποίο μπορούμε να γνωρίζουμε τι ετυμολογίες έχουν προταθεί, ετυμολογίες που έχουν αξιολογηθεί από τον Ανδριώτη κατά πόσον ευσταθούν επιστημονικά, παρατιθέμενες –όταν είναι περισσότερες από μία– κατά τη βαρύτητα που κρίνεται ότι έχουν. Στη β΄ έκδοσή του (το 1967) το Ετυμολογικό Λεξικό πλουτίστηκε από τον συντάκτη του με περισσότερες λόγιας προέλευσης νεοελληνικές λέξεις, ενώ απομακρύνθηκαν αρκετές ιδιωματικές λέξεις που θα ενδιέφεραν ετυμολογικά τους ειδικούς, αλλά που δεν ανήκουν εξ ορισμού στην κοινή νεοελληνική γλώσσα.
Tο Λεξικό τού Ανδριώτη, με την γ΄ συμπληρωμένη και βελτιωμένη έκδοσή του (τού 1983), αποτελεί μοναδικό βοήθημα για όποιον θέλει να γνωρίζει την προέλευση των λέξεων τής Νέας Ελληνικής. Ας σημειωθεί ότι η ετυμολογία μιας λέξης, σε γλώσσες με ιστορική ορθογραφία όπως η Ελληνική, καθορίζει ως επί το πλείστον και την ορθή γραφή, την ορθογραφία δηλ. μιας λέξης. ΄Αρα, συχνά η γνώση τής ετυμολογίας δεν έχει απλή θεωρητική αξία, αλλά και πρακτική, όσο εφαρμόζεται στην ορθογράφηση των λέξεων.
Tο Ετυμολογικό Λεξικό τού Ανδριώτη έχει αναπόφευκτα δύο αδύνατες πλευρές: την έλλειψη ικανών πληροφοριών για λέξεις τής μεσαιωνικής Ελληνικής και την, κατ’ ανάγκην, ελλιπή πληροφόρηση για λέξεις τής Aρχαίας. Tο πρώτο προέρχεται από το γεγονός ότι δεν υπάρχει ακόμη πλήρες και ενιαίο λεξικό τής μεσαιωνικής Ελληνικής, ώστε να έχουμε και συνολική εικόνα τής προέλευσης των λέξεων. Tο ερμηνευτικό λεξικό προηγείται κανονικά ενός ετυμολογικού λεξικού. Tα υπάρχοντα λεξικά τής μεσαιωνικής Ελληνικής (Lampe, Sophocles, Du Cange και Κριαρά), αναφερόμενα σε διαφορετικές περιόδους και πλευρές τής ελληνικής γλώσσας, χρειάζονται ακόμη πολύ μόχθο και χρόνο, για να μπορέσουν να δώσουν το ενιαίο λεξικό τής Μεσαιωνικής Ελληνικής. Για τη μεσαιωνική δημώδη Ελληνική, που περιλαμβάνεται στο αντίστοιχο Λεξικό τού Κριαρά, έχουμε ευτυχώς στο ίδιο λεξικό έγκυρη ετυμολογία των λέξεων, γεγονός που μειώνει σε έναν βαθμό τις ελλείψεις μας για αυτή την περίοδο τής Ελληνικής. Ως προς το ότι στο Ετυμολογικό τού Ανδριώτη δεν βρίσκει ο αναγνώστης την ετυμολογία μιας λέξης που είναι αρχαία παρά μόνο την ένδειξη ότι μια νεοελληνική λέξη είναι ή προέρχεται από την αρχαία (για τις λ. αέρας, λόγχη ή πύλη λ.χ. λέγεται απλώς ότι είναι αρχαίες λέξεις), είναι μια συγγνωστή «έλλειψη» ενός λεξικού που αποσκοπεί να μείνει στον χώρο τής νεοελληνικής ετυμολογίας και να μην περάσει –όπως γίνεται στο παρόν λεξικό– στην ετυμολογία τής αρχαίας ελληνικής γλώσσας, για την οποία άλλωστε υπάρχουν έγκυρα ετυμολογικά λεξικά.
Για την ιδιαιτερότητα τής ελληνικής γλώσσας και την ειδική σχέση που εμφανίζει η νέα Ελληνική προς την αρχαία και τη λόγια γλωσσική παράδοση, πράγμα που έχει τον αντίκτυπό του και στην ετυμολογία, σοφά και θαρραλέα γράφει ο Ανδριώτης τα εξής: «[...] ἡ λεξικολογικὴ καὶ μορφολογικὴ σχέση τῆς νέας Ἑλληνικῆς μὲ τὴν ἀρχαία καὶ μὲ τὴν καθαρεύουσα, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀδιάκοπα πλουτίζεται, εἶναι ἐντελῶς ἰδιάζουσα καὶ τὰ σύνορα τοῦ νεοελληνικοῦ λεξιλογίου μὲ τὸ παλαιότερο συχνὰ ἀνύπαρκτα. Mιὰ ἔλλειψη τῆς πρώτης ἔκδοσης ἧταν ὅτι στάθηκε πολὺ δισταχτικὴ ἀπέναντι στὶς ἀρχαῖες ἢ μεταγενέστερες λόγιες λέξεις, ποὺ ἡ παιδεία ξανάφερε στὴ νέα μας γλῶσσα καὶ ποὺ ὁλοένα πληθύνονται ἀπὸ τότε ποὺ ἀναγνωρίσαμε στὴ Δημοτικὴ ταὸ δικαίωμα νὰ τὶς ἀφομοιώνη γραμματικά, κι ἔτσι ὁ λαὸς δὲ βρίσκει πιὰ καμιὰ δυσκολία νὰ τὶς μαθαίνη, καὶ νὰ τὶς μεταχειρίζεται σὰν καθαρὰ δημοτικές»135.
Tο Λεξικό τού Ανδριώτη, όπως είναι αναμενόμενο, απετέλεσε πηγή ετυμολογικών πληροφοριών για τα μετέπειτα λεξικά. Επιστημονικό χαρακτηριστικό τού λεξικού είναι ότι παρέχει βιβλιογραφικές ενδείξεις για κάθε ετυμολογία, ειλημμένη από δημοσιευμένες μελέτες, περιέχει δε και πολύτιμες ετυμολογικές (στην πραγματικότητα, ιστορικές τής μορφολογίας και τής φωνολογίας) ερμηνείες καταλήξεων, επιθημάτων, προθημάτων, καθώς και ερμηνείες φωνολογικών μεταβολών ( i > e: σίδηρος >  σίδερο).
Χρήσιμο, με πληροφορίες ιδίως για τους λεξιλογικούς δανεισμούς σε διάφορες ευρωπαϊκές και βαλκανικές γλώσσες, είναι το ημιτελές (έχει εκδοθεί μόνο μέχρι και το γράμμα Π) Ἐτυμολογικό λεξικὸ τῆς Nεοελληνικῆς τού φιλολόγου Κ. Δαγκίτση (τόμ. Α΄ 1978: Α-Κ, τόμ Β΄: Λ-Π). Ωστόσο, συχνά δίδονται προσωπικές τού συγγραφέα ετυμολογίες και, γενικότερα, δεν υπάρχουν παραπομπές στις πηγές (όπως περιμένει κανείς από ένα ειδικό λεξικό), όπου να μπορεί να ανατρέχει όποιος θέλει περισσότερες πληροφορίες.
Ετυμολογικό Λεξικό, χωρίς αυστηρώς επιστημονικό περιεχόμενο και χωρίς γλωσσολογικές προδιαγραφές και γλωσσολογική μέθοδο ετυμολογίας, είναι και το λεξικό τού εκπαιδευτικού Αθανασίου Φλώρου: Nεοελληνικὸ ἐτυμολογικὸ καὶ ἑρμηνευτικὸ λεξικό (Αθήνα: Εκδ. Λιβάνη 1980). Ωστόσο, ανάλογα με τις πηγές του, παρέχει συχνά χρήσιμες πληροφορίες για την προέλευση λέξεων τής Νεοελληνικής. Επίσης, περιλαμβάνει αρκετές ιδιωματικές λέξεις. Συχνά, κοντά σε έγκυρες ετυμολογίες, παρατίθενται επί ίσοις όροις και παρετυμολογίες λέξεων που μπορεί να παροδηγήσουν τον απροειδοποίητο αναγνώστη.
Ετυμολογικό λεξικό άλλης υφής, με έμφαση κυρίως στις ετυμολογικές οικογένειες των λέξεων (ομόρριζα, παράγωγα, σύνθετα), είναι το Λεξικό τής Νεοελληνικής – Ετυμολογικό, ερμηνευτικό, κατά ετυμολογικές οικογένειες (Αθήνα 1993) του φιλολόγου Παν. Δορμπαράκη, γνωστού για την ενασχόλησή του με θέματα τής γλώσσας μας136. Σε αυτό, εκτός από χρήσιμες ετυμολογικές πληροφορίες για κάθε λέξη, δίδονται συγκεντρωτικά και τα ομόρριζα τής λέξης, π.χ. βλέπω «[αρχ. βλέπω = κοιτάζω] [...]παραγ. βλέμμα [...] βλεπάτορας [...] βλέφαρα [...] βλεφαρίδες [...] βλεφαρίζω [...] βλεφαρίτιδα [....] βλέψη [...]». Ας σημειωθεί ότι το Λεξικό είναι εν μέρει και ερμηνευτικό, αφού σε κάθε λήμμα και υπολήμμα δίδεται και η σημασία του.
_______________________________________________

130. Κριτική, ευμενή και ουσιαστική, άσκησε στην α΄ έκδοση τού λεξικού τού Βοσταντζόγλου ο Μ. Τριανταφυλλίδης (ιδ. ΄Απαντα, 8ος τόμ., Θεσσαλονίκη 1965, σ. 311-316), ο οποίος τελειώνει την κριτική του με τα εξής: «Ἐξάπαντος θὰ εἶναι καλὸ νὰ παρουσιαστῆ τὸ Ἀντιλεξικὸ στὴ νέα του ἔκδοση μὲ ἄλλη ὀνομασία, λ.χ. «Θησαυρὸς ἢ Ὀνομαστικό», καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τίτλο εὔχομαι νὰ διεκδικήση στὴν ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς λεξικογραφίας τὴν ἀθανασία» (σ. 316).

131. Ο P.M. Roget ήταν ένας ΄Αγγλος χειρουργός και εφευρέτης, ο οποίος, μετά από 50 χρόνια εργασίας, εξέδωσε το 1852 το Thesaurus of English Words and Phrases, classified and arranged so as to facilitate the Expression of Ideas and assist in Literary Composition. Tο λεξικό τού Roget έγινε διάσημο και μέχρι τη χρονολογία τού θανάτου τού Roget το 1889 πραγματοποιήθηκαν πάνω από 25 εκδόσεις και ανατυπώσεις τού Λεξικού. Ο τύπος τού «εννοιολογικού» ή «λογικού» ή «αναλογικού» λεξικού παρουσιάζει πολλές δυσκολίες ως προς την κατάταξη και την ομαδοποίηση των λημμάτων, τα οποία κατανέμονται σε κατηγορίες, όπου εντάσσονται σημασιολογικώς συνδεόμενες λέξεις (συνώνυμες, συγγενικές, αντώνυμες). Περίφημο στην αρχαιότητα υπήρξε το «καθ’ ύλην» λεξικό τού φιλολόγου και ρήτορα από τη Ναύκρατι τής Αιγύπτου Ιουλίου Πολυδεύκους (2ος αι. μ.Χ), το \Oνομαστικόν τού Πολυδεύκους. Παλαιότερο ακόμη φαίνεται πως ήταν το σανσκριτικό λεξικό Amarakosha. Αντίστοιχα πολύ γνωστά λεξικά για άλλες γλώσσες είναι το Dictionnaire Analogique τού Ch. Marquet για τα Γαλλικά και το λεξικό τού Dornseiff Deutscher Wortschatz nach Sachgruppen για τα Γερμανικά. Tο λεξικό τού Roget πέρασε από διάφορα στάδια μέχρι την πρόσφατη μορφή του (1992), που περιλαμβάνει κανονικά λήμματα λεξικού (κάτι σαν λεξικό συνωνύμων), συνδεόμενα με έναν πίνακα ιδεών (Concept Index). Στο Roget’s 21st Century Thesaurus in Dictionary Form κάθε λήμμα με τα συνώνυμά του συνδέεται και με μια ευρύτερη κατηγορία εννοιών ή ιδεών στις οποίες ανήκει (προσδιορίζονται 837 εννοιολογικές κατηγορίες, στις οποίες εντάσσονται 450.000 λέξεις-συνώνυμα τής Αγγλικής). Η νέα, γλωσσολογικά επεξεργασμένη, έκδοση τού Λεξικού έγινε από το «The Princeton Language Institute».

132. Για τον τύπο και την ιστορία των εννοιολογικών λεξικών, βλ. Γ. Κουρμούλη, Ἀντίστροφον Λεξικὸν τῆς Nέας Ἑλληνικῆς, Ἀθῆναι 1967, Πρόλογος σ. viii κ.εξ. και Μ. Tριανταφυλλίδη ΄Απαντα, 8ος τόμ., Θεσσαλονίκη 1965, σ. 311-316. Επίσης, το ειδικό έργο των λεξικογράφων R. Hallig και W. von Wartburg, Begriffssystem als Grundlage fur die Lexikographie. Versuch eines Ordnungsschemas, Berlin 1952.

133. Όπως εξηγεί στον Πρόλογό του, ο Βοσταντζόγλου στηρίχτηκε κυρίως στα Λεξικά τής Πρωίας, τού Σταματάκου και τού Δημητράκου (Αντιλεξικόν, σ.ε΄).

134. Βλ. όσα λέγονται ανωτέρω για το λεξικό αυτό.

135. Ν. Ανδριώτη, Ἐτυμολογικὸ Λεξικὸ τῆς Kοινῆς Nεοελληνικῆς, Θεσσαλονίκη 19833, σ. ζ΄ (Πρόλογος για τη δεύτερη έκδοση).

136. Πβ. Παν. Δορμπαράκη, Ἡ νεοελληνικὴ στὴν ἐπιστήμη καὶ τὸ δημόσιο βίο, Kολλάρος, Αθήνα 1979.

(Συνεχίζεται)

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

ΤΑ ΛΕΞΙΚΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ (6)



«TO ΠPΩTON BIBΛION EKAΣTOY EΘNOYΣ»
Γ. Μπαμπινιώτης

(συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)

TO ΛEΞIKO TOY ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ

Σταθμός στη νεοελληνική λεξικογραφία είναι το Λεξικὸν τῆς Nέας Ἑλληνικῆς γλώσσης, καθαρευούσης καὶ δημοτικῆς, καὶ ἐκ τῆς Nέας Ἑλληνικῆς εἰς τὴν Ἀρχαίαν τού καθηγητή τής κλασικής φιλολογίας Ιωάννη Σταματάκου (1896-1968). ΄Εχοντας υπηρετήσει στο Ιστορικό Λεξικό τής Ακαδημίας Αθηνών, έχοντας εργασθεί στο Λεξικό τού Δημητράκου και έχοντας συνείδηση των πραγματικών αναγκών τού εκπαιδευτικού και τού μαθητή (από τη θητεία του στη Μ. Εκπαίδευση), ο Σταματάκος συνέταξε δύο λεξικά ευρύτερης και σήμερα χρήσεως: το Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης και το μνημονευθέν λεξικό τής Νέας Ελληνικής.
Tο Λεξικό τής αρχαίας εξέδωσε ο Σταματάκος το 1949. Ως πρότυπο για το Λεξικό αυτό φαίνεται ότι είχε το «Μικρό Liddell-Scott», ενώ για την ετυμολογία των λέξεων τής αρχαίας πρέπει να βασίστηκε στο «Dictionnaire etymologique de la langue grecque» (1916) τού E. Boisacq και στο Λεξικό τής αρχαίας των Liddell-Scott. Ωστόσο, εκεί που αξιοποιήθηκε πλήρως η λεξικογραφική πείρα και αίσθηση τού Σταματάκου, ήταν το τρίτομο Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς (α΄ τόμ. 1952, β΄ τόμ. 1953, γ΄ τόμ. 1955). Μολονότι στη διαμάχη για το γλωσσικό ζήτημα ο Σταματάκος ήταν υποστηρικτής τής λόγιας γλώσσας, είχε βαθύτατη γνώση τής δημοτικής και μάλιστα τής γνήσιας λαϊκής μας γλώσσας, όπως αποδεικνύεται από τα οικεία λήμματα και από την όλη αξιοποίηση (σε ερμηνεύματα, συνώνυμα, παροιμίες κ.λπ.) τής δημοτικής στο Λεξικό. Tο Λεξικό τού Σταματάκου μαζί με το Λεξικό τής Πρωίας ήταν για πολλά χρόνια τα κύρια έργα αναφοράς κατά την αναζήτηση πληροφοριών για τη σημασία και τη χρήση λέξεων τής Ν. Ελληνικής, καθαρεύουσας και δημοτικής. Σε σχέση με το Λεξικό τής Πρωίας, το έργο τού Σταματάκου, και ως νεότερο έργο (συντάχθηκε 20 χρόνια αργότερα) και ως έργο ανδρός εμπείρου στη λεξικογραφική τέχνη, είναι πλουσιότερο.
Η δομή τού Λεξικού τού Σταματάκου ακολουθεί τα σύγχρονά του ξένα λεξικά. ΄Εχουν ενισχυθεί πολύ τα παραδείγματα χρήσεως των λέξεων και σε πολύ μεγάλο βαθμό η παράθεση συνωνύμων και αντιθέτων123, επιπλέον δε ο Σταματάκος, ως κλασικός φιλόλογος, δίνει σε κάθε λήμμα τις λέξεις που χρησιμοποιούνταν στην αρχαία Ελληνική για να δηλώσουν την αντίστοιχη λέξη. Επίσης, έχουν πυκνώσει περισσότερο σε αυτό το Λεξικό λέξεις και σημασίες (μαζί με τις ενδείξεις τους) που προέρχονται από διαφόρους κλάδους τής επιστήμης. Tο Λεξικό τού Σταματάκου εκδόθηκε στα χρόνια που το γλωσσικό ζήτημα βρίσκεται σε έξαρση (μετά τον Εμφύλιο). Στα ερμηνεύματα των λημμάτων ακολουθεί την επίσημη γραφομένη γλώσσα, την καθαρεύουσα, έχει, ωστόσο, περιλάβει στο λεξικό του πλήθος λημμάτων και φράσεων από τη δημοτική με εύστοχη περιγραφή τής σημασίας τους, που αφήνει να φανεί ο πλούτος τής προφορικής Ελληνικής. Tο Λεξικό τού Σταματάκου, με την ποιότητα και την πληρότητά του, απετέλεσε πηγή υλικού για επόμενα ερμηνευτικά λεξικά.

ΠPOΣΦATA ΛEΞIKA
Δοθέντος ότι τα κύρια ερμηνευτικά λεξικά τής Νέας Ελληνικής έδιναν τα ερμηνεύματά τους σε καθαρεύουσα γλώσσα και ότι μεσολάβησε το μείζον γεγονός τής καθιέρωσης τής δημοτικής ως επίσημης γλώσσας (1976) και τής καθιέρωσης τού μονοτονικού (1982), σε συνδυασμό με το γεγονός τής ραγδαίας εξέλιξης τής επιστήμης και τής τεχνολογίας που εισήγαγαν πλήθος νέων λέξεων, τα τελευταία είκοσι έτη υπήρξε έντονη η ανάγκη τής σύνταξης λεξικών που να ικανοποιούν τις νέες γλωσσικές ανάγκες. Έτσι, κυρίως στη δεκαετία τού ’80 εκδόθηκαν αρκετά λεξικά τής Νεοελληνικής σε δημοτική γλώσσα και με μονοτονικό σύστημα, που ενίσχυσαν τη νεοελληνική λεξικογραφία. Tα λεξικά αυτά, περισσότερο ή λιγότερο, αξιοποίησαν το υλικό των σημαντικών λεξικών που προηγήθηκαν (Ιστορικό Λεξικό, Λεξικό Δημητράκου, Λεξικό Πρωίας, Λεξικό Σταματάκου), διαφοροποιήθηκαν από αυτά εξ ορισμού (ως λεξικά τής δημοτικής, με ερμηνεύματα στη δημοτική και με εφαρμογή τού μονοτονικού συστήματος) και προσέφεραν τη δική τους το καθένα συμβολή. Από τα λεξικά τής δεκαετίας τού ’80 άξια ιδιαίτερης μνείας είναι, κατά τη γνώμη μας, Tο μεγάλο λεξικό τής νεοελληνικής γλώσσας124 τού Δ. Γεωργοπαπαδάκου και άλλων φιλολόγων (Εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία), το Υπερλεξικό τής νεοελληνικής γλώσσας125 σε 6 τόμους που φθάνουν συνολικά περίπου τις 3.000 σελίδες (Εκδόσεις Παγουλάτου) και το επίτομο Ελληνικό λεξικό που εξέδωσαν οι Tεγόπουλος και Φυτράκης126. Tο Υπερλεξικό διακρίνεται για το ότι παρέχει συχνά στα παραδείγματά του χρήσεις από τη γλώσσα τής νεοελληνικής λογοτεχνίας, ενώ το λεξικό των Tεγόπουλου-Φυτράκη παράλληλα με τα πολύ περιεκτικά και προσεγμένα λήμματά του είναι το πρώτο από τα νεότερα λεξικά που περιέλαβε ένα ζωντανό και εκσυγχρονισμένο λημματολόγιο, απομακρύνοντας λέξεις που με τον καιρό έπαψαν να χρησιμοποιούνται, αλλά που εξακολουθούν να βρίσκονται στα λεξικά127. Πρόσφατα (1995) εκδόθηκε το Νέο ελληνικό λεξικό: Λεξικό τής σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας τού καθηγ. Εμμ. Κριαρά. Tο λεξικό αυτό, στο κρίσιμο πεδίο των ερμηνευμάτων, που αποτελεί και τη «λυδία λίθο» κάθε λεξικού, ξεχωρίζει ως προς την ευστοχία των ερμηνευμάτων και την πληρότητα στην επεξεργασία των χρήσεων κάθε λήμματος. Ο καθηγητής Κριαράς, έχοντας θητεύσει στο Μεσαιωνικό Αρχείο τής Aκαδημίας Aθηνών και έχοντας συνεργαστεί στη σύνταξη τού Λεξικού τού Δημητράκου, ανέλαβε και το ηράκλειο έργο τής σύνταξης τού Λεξικού τής μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας (1100-1669). Πρόκειται για ένα εκτενές επιστημονικό λεξικογραφικό έργο, «έργο ζωής», που καλύπτει ιστορικώς σημαντικό τμήμα τής μεσαιωνικής ελληνικής γλώσσας, ενώ συγχρόνως δίνει μια καλή εικόνα τής νεοελληνικής γλώσσας από τότε που άρχισε να χρησιμοποιείται η απλούστερη γλώσσα σε κείμενα τής εποχής (δηλ. από το 1100 μ.Χ)128. Tο έργο άρχισε να εκδίδεται το 1969 (ο α΄ τόμος) και ήδη βρίσκεται κοντά στην ολοκλήρωσή του129.
Πολύ καλό και σε πολλά λήμματα εξαιρετικό είναι το Λεξικό τής Kοινής Nεοελληνικής που εξέδωσε το Iνστιτούτο Nεοελληνικών Σπουδών («Ίδρυμα Mανόλη Tριανταφυλλίδη») στα τέλη τού 1998. O πλούτος των λημμάτων, η σημασιολογική επεξεργασία (ορισμοί – παραδείγματα – χρήσεις) και η έγκυρη ετυμολόγηση, καθιστούν πολύτιμο (ιδίως για τον ειδικό ερευνητή) το συλλογικό αυτό έργο, που και εξωτερικά (σχήμα, μορφή κ.λπ.) μιμείται πιθανόν το Λεξικό τής Aρχαίας Eλληνικής των Liddell-Scott-Jones. Ωστόσο, η σωρευτική παράθεση πληροφοριών που δεν διακρίνονται μεταξύ τους εμφανώς (τεχνικά, μορφικά και οπτικά), ο περιττός (για τον Έλληνα αναγνώστη) φόρτος με πληροφορίες προφοράς (η οποία είναι προβλέψιμη από τους φωνολογικούς κανόνες τής Eλληνικής), η μη ετυμολόγηση χιλιάδων λέξεων τής N. Eλληνικής με απλή δήλωση τής αρχαίας τους προέλευσης, η έλλειψη γλωσσικών σχολίων που λύνουν απορίες τού αναγνώστη και η ατολμία τού Λεξικού στην ορθογράφηση ορισμένων λέξεων και στο να περιλάβει λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούν πολλοί νεότερης ηλικίας ομιλητές τής σύγχρονης Eλληνικής κ.ά. διαφοροποιούν σημαντικά το έργο αυτό ως προς τη δομή, τη φυσιογνωμία και τους σκοπούς τού παρόντος Λεξικού.

Tελειώνοντας τη σύντομη αυτή θεώρηση τής νεοελληνικής λεξικογραφίας, είναι σκόπιμο να αναφερθούμε επιλεκτικά σε μερικά ακόμη λεξικά, που δεν ανήκουν στα ερμηνευτικά λεξικά, αλλά ενδιαφέρουν τον μελετητή τής λεξικογραφικής καταγραφής τής Νέας Ελληνικής. Στην κατηγορία αυτή ανήκει πρώτα απ’ όλα το εννοιολογικό λεξικό τού Θεολόγου Βοσταντζόγλου.

_______________________________________
 
123. Σ’ αυτό ο Σταματάκος θα βοηθήθηκε από το Λεξικό συνωνύμων και αντιθέτων τού Θεολ. Βοσταντζόγλου, που εκδόθηκε το 1949, επιγραφόμενο (τότε) ως Ἀντιλεξικὸν ἢ Θησαυρὸς ἑλληνικῶν λέξεων καὶ φράσεων διατεταγμένων κατὰ λογικὴν σειράν.
124. Tο λεξικό αυτό πρωτοεκδόθηκε το 1978, ακολούθησαν άλλες βελτιωμένες εκδόσεις και εκδόθηκε σε μονοτονικό το 1984 (με πρόλογο για το μονοτονικό σύστημα τού κύριου εισηγητή τού μονοτονικού συστήματος καθηγ. Εμμ. Κριαρά).

125. Στο Λεξικό δεν αναγράφεται χρονολογία εκδόσεως. Aπό άλλα στοιχεία τού Λεξικού συνάγεται ότι εκδόθηκε περί το 1985 με κύριους συντελεστές τής έκδοσης τους Ανδρ. Παναγόπουλο, Δ. Γιάκο και Ευθ. Κουτρολίκο.

126. Tο λεξικό πρωτοεκδόθηκε το 1989 από τους εκδότες Xρ. Tεγόπουλο (εκδότη τής Εφημ. «Ελευθεροτυπία») και Δ. Φυτράκη με συντάκτρια τη φιλόλογο Μ. Μανδαλά. Ακολούθησαν άλλες βελτιωμένες εκδόσεις καθώς και εκδόσεις με διαφορετικό αριθμό λημμάτων: Μικρό Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα 1995 και Μείζον Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα 1997. Στο τελευταίο έχουν αυξηθεί σημαντικά τόσο ο αριθμός όσο και η έκταση των λημμάτων.

127. Πβ. και όσα λέγονται στο άρθρο μου «Σύγχρονα Λεξικά τής Ελληνικής», δημοσιευμένο στο Γ. Μπαμπινιώτη, Ελληνική γλώσσα: Παρελθόν-Παρόν-Mέλλον, Αθήνα, Εκδ. Gutenberg 1994, σ. 423-428.

128. Στα Προλεγόμενα τού α΄ τόμου (1969), γράφει ο Κριαράς για το Λεξικό: «Θὰ ἦταν ἀσφαλῶς ἀδύνατο νὰ ἐπιχειρήσουμε τὴ συγκρότηση λεξικοῦ ὅλης τῆς βυζαντινῆς περιόδου. Ἔπρεπε νὰ περιοριστοῦμε σὲ μιὰ ὁρισμένη περίοδο. Ἐπροτίμησα λοιπὸν τὴν περίοδο ἐκείνη ποὺ μέσα σ’ αὐτὴν ἀρχίζει νὰ διαμορφώνεται, στὶς καταβολές του ἔστω, ὁ νεώτερος ἑλληνικὸς βίος μὲ τὶς ποικίλες ἐκφάνσεις του καὶ ἰδίως μὲ τὸ γλωσσικό του ὄργανο» (σ. ι΄).

129. ΄Εχουν εκδοθεί ήδη 15 τόμοι (Α – περιδεσμῶ· ο13ος τόμος περιέχει τη Βιβλιογραφία και τα Ευρετήρια των προηγουμένων 12 τόμων). Tο 2001 και το 2003 εκδόθηκαν από το Kέντρο Eλληνικής Γλώσσας δύο τόμοι μιας επιτομής (A-Π) τού έργου.

(Συνεχίζεται)

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

ΤΑ ΛΕΞΙΚΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ (5)


«TO ΠPΩTON BIBΛION EKAΣTOY EΘNOYΣ»
Γ. Μπαμπινιώτης

(συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)

TO ΛEΞIKO ΤΗΣ «ΠΡΩΙΑΣ»

Tο ίδιο έτος, το 1933, εκδίδεται και το Λεξικό τής «Πρωίας» υπό τον τίτλο Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς γλώσσης. Και ναι μεν αναφέρεται από τον εκδότη (Πέτρο Δημητράκο) ότι το Λεξικό τής Πρωίας είναι «καρπὸς τῆς ἐμβριθοῦς ἐργασίας τῶν ἐκλεκτοτέρων ἐπιστημόνων μας», αλλά ούτε στη β΄ έκδοση τού Λεξικού από τον Π. Δημητράκο (το 1977) ούτε στην α΄ έκδοση τής Πρωίας (1933) μνημονεύονται τα ονόματα των συντακτών τού Λεξικού103 πλην του ότι συντάχθηκε «ὑπὸ ἐπιτροπῆς φιλολόγων καὶ ἐπιστημόνων, ἐπιμελείᾳ Γεωργίου Zευγώλη104».
Tο Λεξικό τής Πρωίας είναι, στην πραγματικότητα, το πρώτο ολοκληρωμένο και με λεξικογραφικές προδιαγραφές συντεταγμένο ερμηνευτικό λεξικό τής Νέας Ελληνικής (σε σχέση με το ημιτελές και διαφορετικού περιεχομένου Ιστορικό Λεξικό και με το ιδιόμορφο και περιορισμένης εκτάσεως λεξικό τού Σκαρλάτου Βυζαντίου). Είναι λεξικό, διαφέροντας και σε αυτό από τα άλλα, τόσο τής καθαρεύουσας όσο και τής δημοτικής, δηλ. λεξικό και των δύο μορφών τής Νέας Ελληνικής. Με ειδικά σύμβολα διακρίνονται τα λήμματα που ανήκουν στη δημοτική από τα λοιπά λόγιας προέλευσης και χρήσης λήμματα (με ιδιαίτερα σύμβολα διακρίνονται και οι ιδιωματικές και ξένες λέξεις καθώς και οι αρχαΐζουσες ή σπάνιας χρήσης λέξεις). Όπως είναι φανερό, έχουμε εδώ την πρώτη συστηματική προσπάθεια να διακριθούν στην προέλευσή τους δημοτικές, λόγιες, ιδιωματικές, ξένες και αρχαΐζουσες ή σπάνιες λέξεις.
Αυτό είναι μια πρόοδος στη λεξικογραφία τής Ελληνικής με τη συστηματικότητα και τη συνέπεια που παίρνει, για πρώτη φορά, στο λεξικό αυτό, μολονότι θεωρητικά και πρακτικά υπάρχουν προβλήματα στη διάκριση των ορίων των λέξεων και συχνά τέτοιες διακρίσεις έχουν εντελώς συμβατικό χαρακτήρα (τι είναι λ.χ. η λ. αμηχανία ή η λ. βραβείο ή οι λ. δόξα, θίγω, θολός, κατάστρωμα κ.τ.ό.; Είναι λόγιες ή δημώδεις ή, όπως φαίνεται λογικότερο, και τα δύο;).
Πλεονέκτημα τού Λεξικού τής Πρωίας είναι το πλούσιο λημματολόγιό του, που για πρώτη φορά έδωσε την πραγματική διάσταση τού λεξιλογίου τής Νέας Ελληνικής στα δύο παράλληλα – τότε– επίπεδα χρήσης της, την καθαρεύουσα και τη δημοτική. Επίσης κύριο χαρακτηριστικό τού Λεξικού τής Πρωίας, που το ξεχώρισε πάντοτε από άλλα λεξικά –και νεότερα–, είναι ο πλούτος και η ευστοχία των παραδειγμάτων χρήσεως των λέξεων. Είναι η δύναμη τού λεξικού αυτού.
Λόγω τής γλωσσικής κατάστασης των χρόνων που συντάχθηκε το Λεξικό, τα ερμηνεύματα είναι σε λόγια γλώσσα (καθαρεύουσα), ενώ υπάρχει και ένα πλήθος παραδειγμάτων από τη δημοτική. Αυτή η διττή γλωσσική προσπέλαση ήταν αναπόφευκτη στην οξεία φάση που περνούσε το γλωσσικό ζήτημα στη δεκαετία τού 1930, το γεγονός δε τής ευρείας χρήσεως (στα παραδείγματα) τής δημοτικής ήταν πολύ τολμηρό βήμα για την εποχή που έγινε.
΄Ενας τρίτος τόμος, που επιμελήθηκε ο Ι. Σταματάκος, συμπλήρωσε το (αρχικά δίτομο) Λεξικό στη β΄ έκδοση. Σε αυτό περιελήφθησαν νεότερες λέξεις από τον χώρο τής επιστήμης και τής τεχνολογίας, που ήδη τότε αναπτυσσόταν με ραγδαίους ρυθμούς. Tο Λεξικό τής Πρωίας διατηρεί και σήμερα μέρος τής αξίας του, αλλά κύρια συμβολή του υπήρξε ότι απετέλεσε, όπως είπαμε, το πρώτο πλήρες λεξικό τής Νέας Ελληνικής, από το οποίο άντλησαν υλικό πολλά από τα λεξικά που ακολούθησαν.

TO ΛEΞIKO TOY ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ
Αλλά το κύριο επίτευγμα τής δεκαετίας τού ’30 παραμένει το Mέγα Λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης τού (εκδότη) Δημητρίου Δημητράκου, γνωστό ως «Λεξικό τού Δημητράκου» ή ως το «9τομο Λεξικό τού Δημητράκου». Με το Λεξικό τού Δημητράκου επιχειρήθηκε να γίνει πραγματικότητα το όραμα τού Γ. Χατζιδάκι να συνταχθεί λεξικό που να περιέχει όλες τις λέξεις της Ελληνικής, δηλ. ολόκληρο τον γλωσσικό θησαυρό αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής. Tο έργο αυτό ο Χατζιδάκις πάσχισε να υιοθετηθεί και να πραγματοποιηθεί από την ελληνική πολιτεία διά τής ιδρύσεως τού Ιστορικού Λεξικού τής Ακαδημίας Αθηνών. Ελλείψει πόρων αλλά και λόγω των ανυπέρβλητων δυσχερειών που εμφάνιζε ο σχεδιασμός να περιληφθούν στο Λεξικό όλα τα ιδιώματα και οι διάλεκτοι που ομιλούνται στην Ελλάδα, δηλ. όλο το διαλεκτικό υλικό τής γλώσσας (πράγμα που απαιτούσε μακρό χρόνο συλλογής τού υλικού και παράλληλη εργασία πολλών εξειδικευμένων επιστημόνων) και επειδή όλα αυτά θα έπρεπε να γίνονται μαζί με την πραγμάτευση τού τεράστιου γλωσσικού θησαυρού τής αρχαίας, τής μεσαιωνικής και της νεότερης κοινής (λόγιας και δημώδους) Ελληνικής, το όραμα τής σύνταξης ενός εκτενούς θησαυρού ολόκληρης τής ελληνικής γλώσσας δεν πραγματοποιήθηκε. Μια λιγότερο φιλόδοξη εκδοχή αυτού τού «λεξικογραφικού οράματος» (που δεν περιλαμβάνει συστηματικά διαλέκτους και ιδιώματα, που δεν περιέχει όλους τους παραλλάσσοντες φωνητικούς και μορφολογικούς τύπους κάθε λέξης, που δεν δίνει την ετυμολογία των λέξεων, που δεν δίνει συνώνυμα και αντώνυμα για κάθε λέξη και σε κάθε σημασία της, που δεν δίνει παραδείγματα χρήσεως στις λόγιες και τις δημοτικές λέξεις, που δεν δίνει όλες τις φράσεις οι οποίες σχηματίζονται με κάθε λέξη κ.λπ.) ανέλαβε να πραγματοποιήσει και έφερε τελικά εις πέρας με σχεδιασμό και εργασία 20 ετών ο «Ἀρχαῖος Ἐκδοτικὸς Οἶκος Δημητρίου Δημητράκου».
Η σύνταξη τού Λεξικού τού Δημητράκου άρχισε το 1933, μετά δε από τρία χρόνια (το 1936) εκδόθηκε ο α΄ τόμος. Tο 1950 εκδόθηκε ο τελευταίος (9ος) τόμος, με τον οποίο ολοκληρώθηκε το Λεξικό. Πέρα από την πρωτότυπη εργασία τής συλλογής υλικού από αρχαίους, μεσαιωνικούς, νεότερους και σύγχρονους συγγραφείς, το Λεξικό για την αρχαία, τη μεταγενέστερη και τη μεσαιωνική περίοδο στηρίχτηκε κατά πολύ στα υπάρχοντα τότε λεξικά: στο Λεξικό τής αρχαίας των Liddell και Scott105, στη μετάφραση αυτού τού λεξικού στα Ελληνικά από τους Μόσχο και Κωνσταντινίδη106, στο Λεξικό των παπύρων τού Preisigke107, στο λεξικό των λογίων ελληνικών λέξεων τής ρωμαϊκής και βυζαντινής περιόδου από τον Sophocles108, στο Γλωσσάριο τού μέσου και όψιμου (ύστερου) Ελληνισμού τού Du Cange109, στους πρώτους τόμους τού Ιστορικού Λεξικού τής Ακαδημίας110, στο Λεξικό τού Βλαστού111, στο Λεξικό τού Κουμανούδη112 και στο Λεξικό της Πρωίας113. Ακολουθώντας τη συμβουλή τού Γ. Χατζιδάκι114, ο Δημητράκος εφάρμοσε ενιαία μορφή των ερμηνευμάτων κάθε λήμματος, γεγονός που ανέδειξε μέσα στο Λεξικό τον ενιαίο χαρακτήρα τής ελληνικής γλώσσας και τη συνέχεια και συνοχή (σημασιολογική, μορφολογική, φωνολογική κ.λπ.) τής γλωσσικής μας παράδοσης. Έτσι στο Λεξικό είναι φανερό το πλήθος των λέξεων που ανήκουν σε όλη τη χρονική πορεία τής γλώσσας μας, από την αρχαία μέχρι τη νέα, όπως και λέξεις που χρησιμοποιούνται από τους μεσαιωνικούς χρόνους ή χάνονται μετά την αρχαία ή μεσαιωνική χρήση τους, για να ξαναζωντανέψουν (ως νεολογισμοί) τα νεότερα χρόνια. Με το Λεξικό τού Δημητράκου έχουμε εικόνα τής γλωσσικής διαχρονίας μιας γλώσσας, εν προκειμένω τής Ελληνικής, σε έκταση χρόνου 2.800 ετών. Πρόκειται για σπάνιο και μεγάλο επίτευγμα τής ελληνικής λεξικογραφίας, που αποτελεί πραγματικό λεξικό θησαυρό (δηλ. αποθησαύριση) τής διαχρονικής έκφρασης των Ελλήνων.
Στην πράξη, βεβαίως, το κύριο βάρος στη σύνταξη των λημμάτων έπεσε στην αρχαία, τη μεταγενέστερη και τη μεσαιωνική περίοδο τής γλώσσας. Και αυτό, γιατί και η λεξικογραφική υποστήριξη των περιόδων αυτών ήταν συγκριτικά εύκολη, συγκεντρωμένη δηλ. και αξιόπιστα επεξεργασμένη, άρα αμέσως αξιοποιήσιμη, και τα κείμενα από όπου μπορούσε να αντληθεί υλικό πάρα πολλά και αρκετά προσιτά και, επίσης, το ενδιαφέρον των αναγνωστών τής εποχής εκείνης ήταν ακόμη ετεροβαρές, κλίνον περισσότερο προς τις παλαιότερες φάσεις τής ελληνικής γλώσσας. Tο να ασχοληθεί κανείς με τη λεξικογραφική περιγραφή τής δημοτικής (προφορικής) παράδοσης μέσα στη δίνη τού γλωσσικού ήταν ακόμη τολμηρό115 και πρωτοποριακό, παρ’ ότι το Ιστορικό Λεξικό, το Λεξικό τής Πρωίας, το Λεξικό τού Βλαστού και, παλιότερα, το Λεξικό τού Σκαρλάτου Βυζαντίου και τα Ἄτακτα ακόμη τού Κοραή είχαν ανοίξει και προετοιμάσει τον δρόμο. Έτσι, παρά το γεγονός ότι για πρώτη φορά (μετά το Λεξικό τής Πρωίας και εν μέρει μετά τον α΄ τόμο τού Ιστορικού Λεξικού ) στο Λεξικό τού Δημητράκου περιελήφθησαν πολλές λέξεις από τη νεότερη ελληνική λογοτεχνία (από έργα τού Παλαμά, τού Παπαδιαμάντη, τού Παπαντωνίου, τού Ψυχάρη κ.ά.), το βάρος έπεσε στις προ τής δημοτικής φάσεις τής ελληνικής γλώσσας, όλο δε το Λεξικό είναι συντεταγμένο σε λόγια (καθαρεύουσα) γλώσσα, πράγμα αναμενόμενο για την εποχή που συντάχθηκε.
Οι κύριες αδυναμίες όμως τού Λεξικού σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση τής γλώσσας και τις γνώσεις που έχουμε σήμερα για τα παλαιότερα στάδια τής Ελληνικής, είναι άλλες. Σε ένα τέτοιο Λεξικό, λόγω τού χρόνου και τού τρόπου σύνταξής του, δεν απεικονίζεται, όπως είναι φυσικό, ο σημερινός πλούτος τής αστικής δημοτικής και γενικότερα τής Νεοελληνικής, όπως διαμορφώθηκε μετά τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τη γενίκευσή της στον χώρο τής λογοτεχνίας, αλλά και από την καλλιέργειά της στον χώρο τής επιστήμης, τής διοίκησης, τής Εκπαίδευσης, των εμπορικών συναλλαγών κ.λπ.– ιδίως μετά την αναγνώριση τής δημοτικής (από το 1976) ως επίσημης γλώσσας και στον γραπτό λόγο. Βασική έλλειψη τού Λεξικού τού Δημητράκου είναι ότι ως προς την αρχαία γλώσσα έχει στηριχθεί (για τους πρώτους τουλάχιστον τόμους) στο παλιό Liddell-Scott116, ότι ακόμη δεν είχαν αναγνωσθεί οι πινακίδες τής Γραμμικής γραφής Β και το πολύτιμο υλικό που έφεραν εις φως117, ότι δεν υπήρχε ακόμη το πατερικό Λεξικό τού Lampe118, το Λεξικό τής Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας τού Eμμανουήλ Κριαρά119, το Λεξικό τής Καινής Διαθήκης τού Bauer120 κ.ά. Επίσης δεν είχαν ακόμη εκδοθεί (στις καλές εκδόσεις που έγιναν αργότερα) πολλά αρχαία και μεσαιωνικά κείμενα, κείμενα επιγραφών κ.λπ.
Oπωσδήποτε, το Λεξικό τού Δημητράκου από την έκδοσή του απετέλεσε πηγή λεξικογραφικού υλικού για τα Λεξικά που ακολούθησαν. Η σύνταξή του έγινε με επιστημονικές προδιαγραφές, παρά την ιδιαίτερη δυσκολία που εμφάνιζε από πλευράς συντάξεως η ενσωμάτωση στο ίδιο λήμμα γλωσσικών πληροφοριών διαφόρων χρονικών περιόδων και επιπέδων χρήσεως και, κυρίως, η εξέλιξη των σημασιών μέσα στον χρόνο. Tο τελευταίο, υπό κανονικές συνθήκες (άνεση χρόνου για επισταμένη ιστορική έρευνα κάθε λήμματος), θα απαιτούσε πολλαπλάσιο χρόνο, αν κρίνουμε από την εργασία στο Ιστορικό Λεξικό τής Ακαδημίας. Είναι ευτύχημα ότι στη σύνταξη τού Λεξικού τού Δημητράκου αξιοποιήθηκε η πείρα γνωστών μελετητών τής ελληνικής γλώσσας, μερικοί από τους οποίους είχαν θητεύσει στο Ιστορικό Λεξικό τής Ακαδημίας (Γ. Χατζιδάκις, Γ. Αναγνωστόπουλος, Β. Φάβης, Ν. Ανδριώτης, Εμμ. Κριαράς, Εμμ. Πεζόπουλος κ.ά.). Στη σύνταξη τού Λεξικού εργάσθηκαν επίσης κλασικοί φιλόλογοι όπως ο Ιωάννης Σταματάκος, ο Χαρίτων Χαριτωνίδης, ο Ιωάννης Συκουτρής, ο Γεώργιος Γαρδίκας, ο Θησεύς Tζαννετάτος, ο γλωσσολόγος Αχιλλεύς Tζάρτζανος και γνωστοί εκπαιδευτικοί (Αν. Σακελλαρίου, Γ. Ιωάννου, Σπ. Φίλιππας, Ν. Μπαξεβανάκης, Ν. Σούλιας, Γ. Ασβεστάς κ.ά.). Tο όλο λεξικογραφικό εγχείρημα κατηύθυνε (μέχρι το 1943) ο λόγιος συγγραφέας, ποιητής, λεξικογράφος και στοχαστής Ιωάννης Ζερβός, με μεγάλη πείρα σε σειρά εκδόσεων (Βιβλιοθήκη Φέξη, Βιβλιοθήκη Παπύρου, Εγκ. Ελευθερουδάκη κ.ά.) και, βεβαίως, ο ακάματος εκδότης Δημήτριος Δημητράκος.
Επιτομή (σε έναν τόμο) τού Λεξικού τού Δημητράκου εκδόθηκε σε α΄ έκδοση το 1957 με τίτλο Nέον Λεξικὸν Ὀρθογραφικὸν καὶ Ἑρμηνευτικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης και σε β΄ έκδοση το 1970 με την επιστημονική ευθύνη τού καθηγητή Θησ. Tζαννετάτου. Στο επίτομο Λεξικό τού Δημητράκου, με σημαντικές βελτιώσεις σε εγκυκλοπαιδικού-επιστημονικού ενδιαφέροντος λήμματα (επιστημονικούς όρους διαφόρων επιστημών και αντίστοιχες φράσεις), στηρίχθηκε το Λεξικό τού εκδότη Χρ. Γιοβάνη, τιτλοφορούμενο Θησαυρὸς ὅλης τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας121. Tο λεξικό αυτό, σε αντίθεση με το Επίτομο τού Δημητράκου, συντάχθηκε στη νεοελληνική (δημοτική) γλώσσα.

TO ΛEΞIKO THΣ ΠΑΠΥΡΟΣ-ΛΑΡΟΥΣ ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ
Εκτενές, συστηματικό και, προ πάντων, σύγχρονο λεξικό όλης τής ελληνικής γλώσσας (αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας) είναι το Ερμηνευτικό και Ετυμολογικό Λεξικό τής Ελληνικής Γλώσσας, ενσωματωμένο στους 61 τόμους τής πιο σύγχρονης ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας, τής Εγκυκλοπαίδειας «Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα» των εκδοτών Γιάννη και Eιρήνης Πουρνάρα122. Tο Λεξικό αυτό έχει λάβει υπ’ όψιν του τα νεότερα (μετά το 1950) επιστημονικά λεξικογραφικά έργα, τα οποία (λόγω τού χρόνου συντάξεώς του) δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει το Λεξικό τού Δημητράκου. Αυτό ισχύει τόσο στα ερμηνεύματα όσο και στις ετυμολογίες των λέξεων. Εύστοχα οργανωμένη, για ένα Λεξικό που περιλαμβάνει λέξεις από όλες τις περιόδους τής ελληνικής γλώσσας, είναι η διάταξη των ερμηνευμάτων: προηγούνται οι σημασίες που είναι κοινές σε όλες τις περιόδους τής ελληνικής γλώσσας· όταν οι σημασίες είναι μόνο αρχαίες ή μόνο μεσαιωνικές ή μόνο νεότερες, τότε δίδονται πρώτα οι νεότερες, μετά οι μεσαιωνικές και μετά οι αρχαίες, με βάση το ενδιαφέρον για έναν σύγχρονο αναγνώστη. Οι ετυμολογίες των λέξεων στηρίζονται στη σύγχρονη βιβλιογραφία για θέματα ετυμολογίας τής ελληνικής γλώσσας και, για πρώτη φορά σε νεοελληνικό λεξικό, φτάνουν μέχρι τις ινδοευρωπαϊκές ρίζες με εγκυρότητα επιστημονική. Tο λεξικό είναι συντεταγμένο στη νεοελληνική γλώσσα και, μετά την τονική μεταρρύθμιση, σε μονοτονικό σύστημα. Η συνύπαρξη στον ίδιο τόμο γλωσσικών και εγκυκλοπαιδικών λημμάτων δίνει σ’ ένα τέτοιο λεξικό τη δυνατότητα να μην επιμείνει πολύ σε εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα γλωσσικές-λεξικογραφικές πληροφορίες που μπορεί ο αναγνώστης να βρει στον οικείο χώρο τού εγκυκλοπαιδικού λήμματος, συντεταγμένου από ειδικούς σε κάθε επιστημονικό κλάδο. Για τους λόγους αυτούς και μολονότι το μέρος των ερμηνευμάτων τού λεξικού δεν γράφτηκε από λεξικογράφους τής περιωπής των συντακτών τού Μεγάλου Λεξικού τού Δημητράκου (τα ονόματα των συντακτών τού Λεξικού τού Δημητράκου αναφέρθηκαν πιο πάνω), το Λεξικό τής Ελληνικής τής Εγκυκλοπαίδειας «Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα» αποτελεί ένα από τα βαρύνοντα έργα τής σύγχρονης νεοελληνικής λεξικογραφίας. Από το λεξικό αυτό, από τα ερμηνεύματα αλλά κυρίως από το ετυμολογικό του μέρος, αντλούν υλικό και πληροφορίες μεταγενέστερα Λεξικά. Στο διάστημα 2007-2008 το λεξικό αυτό κυκλοφόρησε αυτοτελώς σε 13 τόμους ως Λεξικό τής Eλληνικής Γλώσσας Aρχαίας – Mεσαιωνικής – Nέας από τις εκδόσεις Πάπυρος.
_______________________________

103. Πρόκειται για μια τακτική που ακολουθήθηκε συχνά και που οδήγησε ώστε ορισμένα λεξικά, ελληνικά και ξένα, να είναι γνωστά με το όνομα τού εκδότη και όχι τού συντάκτη ή των συντακτών τού Λεξικού. Αυτό συνέβη και στην ελληνική λεξικογραφία με λεξικά όπως τού Δημητράκου (το 9τομο Λεξικό και το Επίτομο), τής Πρωίας, των Tεγόπουλου-Φυτράκη κ.ά. και με μεγάλα ξένα Λεξικά, όπως τού Longman, τού Collins, τού Larousse, τού Duden κ.λπ. (Στα ξένα λεξικά γίνεται λεπτομερής μνεία των ονομάτων όλων όσοι εργάσθηκαν στην έκδοση τού λεξικού).

104. Ο Γ. Ζευγώλης, λόγιος από τη Nάξο, εργάστηκε στη σύνταξη λεξικών και εγκυκλοπαιδειών. Στη σύνταξη τού Λεξικού τής Πρωίας εργάστηκε συστηματικά ο K. Bάρναλης (πληροφορία από τον καθηγητή Eμμ. Kριαρά).

105. Henry George Liddell - Robert Scott, A Greek-English Lexicon, Oxford, At the Clarendon Press,  7η έκδ. 1882 και 8η έκδ. 1897 (η 8η έκδ. διαφέρει ελάχιστα από την 7η, στη διόρθωση παροραμάτων κ.τ.ό.).

106. Liddell-Scott, Μέγα Λεξικὸν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης. Μετάφραση τού A Greek-English Lexicon τής 7/8ης εκδ. από τους Ξ. Μόσχο και Μ. Κωνσταντινίδη με συμπληρώσεις και προσθήκες από την ελληνική βιβλιογραφία (διορθώσεις Κοραή, Κόντου, Χαριτωνίδη, Βερναρδάκη κ.ά.) Ἀθῆναι 1901-4, Eκδ. Σιδέρη [Συμπλήρωμα τού έργου, με βάση την 9η έκδ. τού 1940, εκπονήθηκε από τους Κ. Γεωργούλη και Π. Γεωργούντζο σε 2 τόμ. (Αθήναι 1972-77, Εκδ. Σιδέρη)].

107. Preisigke (-Kiessling), Worterbuch der griechischen Papyrusurkunden. 3 τόμ. (Berlin 1925-31).

108. Sophocles (= Ευαγγελινός Αποστολίδης), Greek Lexicon of the Roman and Byzantine periods (from 146 B.C. to 1.100 A.D.), N.York 1887.

109. Βλ. ανωτ. λεξικό Δουκαγγίου.

110. Βλ. ανωτ. Ιστορικό Λεξικό Ακαδημίας Αθηνών.

111. Βλ. ανωτ. Λεξικό Π. Βλαστού.

112. Βλ. ανωτ. Λεξικό Στέφ. Κουμανούδη.

113. Βλ. ανωτ. Λεξικό τής «Πρωίας».

114. Ο Δ. Δημητράκος περιγράφει γλαφυρά (στον Πρόλογο τού α΄ τόμου, σ. ζ΄-η΄) τη στιχομυθία του με τον Γ. Χατζιδάκι το 1933, τις παραμονές τής ενάρξεως τής σύνταξης τού 9τομου Λεξικού:
(Ερωτά ο Χατζιδάκις) «Πῶς συμβιβάζεις τὴν ἀρχαίαν μὲ τὴν δημοτικήν;» (Απαντά ο Δημητράκος) «Tὶς γράφομε κάθε μιὰ σὲ χωριστοὺς παραγράφους μὲ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ συντάκτου των». (Χατζιδάκις) «Ὄχι, παιδί μου! Ἐβάλατε ἀντιεπιστημονικὴν βάσιν. Πρέπει νὰ συμπλέκωνται ἀνάλογα μὲ τὴν σημασίαν των ἱστορικῶς. Ποιός διευθύνει τὴν ἔκδοσιν;» (Δημητράκος) «Ὁ Zερβός». (Χατζιδάκις) «Στεῖλε τον νὰ τὸν ὁδηγήσω». Και επιλέγει ο Δημητράκος: «Ἔτσι ἔγινε. Ὁ Zερβὸς πήγαινε συχνὰ καὶ συνεβουλεύετο τὸν Γεώργιον Xατζιδάκιν διὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ὕλης ἱστορικῶς [...] Tὰ δακτυλογραφημένα χειρόγραφα ἐγράφησαν ἐκ νέου κατὰ τὰς ὑποδείξεις τοῦ Γεωργίου Xατζιδάκι καὶ τὸ Λεξικὸν ἔλαβε τὴν σημερινὴν μορφήν του».

115. Είναι χαρακτηριστικά όσα αναφέρει ο Δημητράκος στον Πρόλογό του (α΄ τόμος, σ. ζ΄-η΄): «ἀναγγελία τῆς ἐκδόσεως τοῦ Λεξικοῦ τούτου προεκάλεσε θύελλαν διαμαρτυριῶν καὶ ἀπὸ τὰς δύο τότε γλωσσικὰς παρατάξεις, καθαρευουσιάνων καὶ δημοτικιστῶν, ἑκάστη τῶν ὁποίων διεξεδίκει ἔκδοσιν Λεξικοῦ μόνον τῆς Ἀρχαίας ἢ μόνον τῆς Δημοτικῆς, ἀρνουμένων τὴν συνεργασίαν των καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ. [...] Διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Mεγάλου Λεξικοῦ ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης προσεκάλεσα τὸ σύνολον σχεδὸν τῶν κορυφαίων τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων. Ἄλλοι ἐδέχθησαν νὰ ἐργασθοῦν καὶ ἄλλοι ἠρνήθησαν. Ἡ γλωσσικὴ ἀντίθεσις μεταξὺ τοῦ ἐπιστημονικοῦ κόσμου ἐξηκολούθει».

116. Η νέα, ριζικά αναθεωρημένη, έκδοση τού Λεξικού είναι η 9η έκδοση τού 1940: Liddell-Scott-Jones-Mckenzie, A Greek-English Lexicon, Oxford, At the Clarendon Press. Tο 1996 εκδόθηκε εκ νέου το Λεξικό με «Αναθεωρημένο Συμπλήρωμα» από τον P. Glare (υπερδιπλάσιο σε έκταση από το Συμπλήρωμα τού 1968 από τον E. A. Barber).

117. Tο λεξιλόγιο των πινακίδων τής Γραμμικής γραφής Β βρίσκεται στην Α. Morpurgo, Mycenaeae Graecitatis Lexicon, Roma 1963 και στους J. Chadwick - L. Baumbach, «The Mycenaean Greek Vocabulary», Περ. Glotta 41, 1983, σ. 157-271.

118. C. Lampe, A Patristic Greek Lexicon, Oxford, At the Clarendon Press 1961.

119. Εμμ. Κριαρά, Λεξικό τής Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669), βλ. όσα λέγονται κατωτ. Για τη βυζαντινή λεξικογραφία πολύ διαφωτιστική είναι η πραγματεία τού E. Trapp, «Stand und Perspektiven der Mittelgriechischen Lexikographie» στο Studien zur Byzantinischen Lexikographie, Βιένη 1988, σ. 11-26.

120. W. Bauer, Griechisch-Deutsches Worterbuch zu den Schriften des Neuen Testaments und der ubrigen urchristlichen Literatur, Berlin, A. Topelmann 19585. Μεταφρασμένο στην Αγγλική από τους W. Arndt - W. Gingrich, A Greek-English Lexicon of the New Testament and other Early Christian Literature, London, The Univ. of Chicago Press 1979.

121. Χρ. Γιοβάνη, Θησαυρός ὅλης τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, Αθήνα, χωρίς χρονολογία. Tο λεξικό περιλαμβάνει και σειρά παραρτημάτων με χρήσιμες, εγκυκλοπαιδικού κυρίως χαρακτήρα, πληροφορίες.

122. Tο Λεξικό τής Ελληνικής Γλώσσας τής Εγκυκλοπαίδειας «Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα» περιλαμβάνεται στους 61 τόμους τής Εγκυκλοπαίδειας, κατανεμημένο ανάλογα με τα γράμματα που περιέχει κάθε τόμος. Ακολούθησε χρονολογικά τη σύνταξη τής Εγκυκλοπαίδειας (1981-1994), μέχρι δε και τον 8ο τόμο τα λήμματα τού Λεξικού αποτελούν ενιαίο σώμα με τα εγκυκλοπαιδικά λήμματα, ενώ από τον 9ο τόμο (οπότε καθιερώνεται στην Εγκυκλοπαίδεια και το μονοτονικό) το Λεξικό καταλαμβάνει ιδιαίτερο χώρο στο τέλος κάθε τόμου.

(Συνεχίζεται)