Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μ. Ανατολή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μ. Ανατολή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

Το «πρωτόκολλο της Μόσχας» μεταξύ Ρωσίας-Τουρκίας


Το «πρωτόκολλο της Μόσχας» σηματοδοτεί την μεγαλύτερη ήττα του Ερντογάν στη Συρία

του Γιεβγένι Κρούτικωφ

Για πρώτη φορά τις τελευταίες μέρες, υπήρξε μια νηνεμία στα συριακά μέτωπα – πρόκειται για το άμεσο αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων μεταξύ των ηγετών της Ρωσίας και της Τουρκίας. Ποια είναι η κατάσταση στα μέτωπα που καθορίζει το πρωτόκολλο που υπεγράφη στο τέλος των διαπραγματεύσεων, τι δεν μπόρεσε να επιτύχει ο τουρκικός στρατός στη Συρία και γιατί έχει ο Άσαντ κάθε λόγο να χαίρεται;

Στη συριακή επαρχία Ιντλίμπ τέθηκε σε ισχύ εκεχειρία – σύμφωνα με το πρωτόκολλο Ρωσίας-Τουρκίας που υπεγράφη την προηγούμενη μέρα στη Μόσχα. Η ένταση των συγκρούσεων μειώθηκε δραματικά Πρωτίστως, επειδή η αεροπορία -τόσο η συριακή όσο και η ρωσική, και έως τώρα η τουρκική- καθώς και το πυροβολικό έπαψαν να επιχειρούν. Σποραδικές αψιμαχίες συνεχίζονται, ειδικά επειδή οι Σύριοι, οι Τούρκοι και περισσότερο οι τζιχαντιστές θα χρειαστούν χρόνο για να αντισταθμίσουν τις απώλειες και να συνειδητοποιήσουν την νέα πραγματικότητα.  
Και η νέα πραγματικότητα είναι ότι η χειμερινή εκστρατεία του 2019/2020 κατέληξε σε πλήρη νίκη για τις δυνάμεις της συριακής κυβέρνησης με την υποστήριξη της ρωσικής πολεμικής αεροπορίας. Τα νικηφόρα στρατιωτικά αποτελέσματα για τους Σύριους στην πραγματικότητα καταγράφονται στο λακωνικό «Πρωτόκολλο της Μόσχας», στο οποίο υπονοούνται περισσότερα απ’ ότι καταγράφεται στο έγγραφο.  
Πρώτον, οι πολυήμερες και αιματηρές μάχες για το Σαρακέμπ και τα περίχωρά του έληξαν με την επιβολή του κυβερνητικού ελέγχου στον αυτοκινητόδρομο Μ5 (Δαμασκός-Χάμα-Χαλέπι). Οι μαχητές έχασαν τη δυνατότητα ακόμη και της στρατιωτικής προσβολής στο δρόμο, για να μην πούμε για τη φυσική τους παρουσία. Οι δύο βασικές πόλεις της Συρίας έχουν τώρα σταθερή σύνδεση, γεγονός που αλλάζει θεμελιωδώς και την διάταξη των δυνάμεων. Ο αυτοκινητόδρομος Μ5 δεν αναφέρεται καν στο «πρωτόκολλο της Μόσχας». Στην ουσία παρέμεινε στον έλεγχο της Δαμασκού ως αποτέλεσμα των μαχών που διεξήχθησαν. Δηλαδή, ο κύριος και βασικός στόχος της χειμερινής στρατιωτικής εκστρατείας επιτεύχθηκε πλήρως.
Δεύτερον, σιωπηρά το πρωτόκολλο κατακυρώνει όλα τα αποτελέσματα της χειμερινής εκστρατείας. Όπως αναφέρεται στη δήλωση μετά τις συνομιλίες Πούτιν-Ερντογάν, αποφασίστηκε να παύσουν όλες οι εχθροπραξίες κατά μήκος της υφιστάμενης γραμμής αντιπαράθεσης. Δηλαδή η ζώνη αποκλιμάκωσης μειώθηκε κατά το ένα τρίτο. Ο αριθμός των απελευθερωμένων οικισμών προσεγγίζει τους 200. Η ίδια η πόλη της Ιντλίμπ σε ευθεία γραμμή είναι μόλις λίγο πάνω από 10 χιλιόμετρα. Ωστόσο, αρχικά, η τουρκική πλευρά απαίτησε από την Δαμασκό να επιστρέψει στην γραμμή των τουρκικών παρατηρητηρίων, δηλαδή να γυρίσει στην γραμμή μετώπου που υφίστατο τον Δεκέμβριο του 2019.
Τρίτον, η τουρκική πλευρά υποχρεούται να αποδεσμεύσει τον αυτοκινητόδρομο Μ4 και να οργανώσει κοινές περιπολίες με τη ρωσική στρατονομία, σύμφωνα με τους όρους που λειτουργούν και στο Κουρδιστάν. 
Ο αυτοκινητόδρομος Μ4 (και όχι ο Μ5) αναφέρεται άμεσα στο «Πρωτόκολλο της Μόσχας» και κατά μήκος του η τουρκική πλευρά, με τη συνδρομή της Ρωσίας αναλαμβάνει να οργανώσει μια αποστρατιωκοποιημένη ζώνη 6 χιλιομέτρων και από τις δυο πλευρές του δρόμου. Δηλαδή η 12 χιλιομέτρων «ζώνη ασφαλείας» θα πρέπει να κόψει την περιοχή στη μέση.
Η εμφάνιση του αυτοκινητόδρομου Μ4 στο κείμενο του ρωσοτουρκικού πρωτοκόλλου αποτέλεσε την μεγαλύτερη έκπληξη των αποτελεσμάτων των διαπραγματεύσεων μεταξύ του Ερντογάν και του Πούτιν. Πολλοί δεν πίστευαν στα μάτια τους και νόμιζαν ότι επρόκειτο για λάθος, αντί του σωστού Μ5. Ωστόσο, το κείμενο δηλώνει σαφώς ότι ο αυτοκινητόδρομος θα απελευθερωθεί σε όλο το μήκος του από τον οικισμό Trumba (2 χιλιόμετρα δυτικά της Σαρακέμπ) έως και την Ain al Havr, που βρίσκεται εντός της επαρχίας της Λατάκειας.
Ο αυτοκινητόδρομος Μ4 (Λατάκεια-Χαλέπι μέσω της Jisr ash-Shugur  και του Σαρακέμπ) ήταν ο δεύτερος κύριος στόχος της χειμερινής εκστρατείας του συριακού στρατού. Στην πραγματικότητα, ο στρατός του Άσαντ δεν τον πέτυχε, αλλά η γρήγορη προέλαση μέσω της κοιλάδας Al-Gaab έκανε αυτόν τον στόχο εφικτό. Ουσιαστικά η Τουρκία έπρεπε να ξεμπλοκάρει το δρόμο ακόμη και με τους όρους της συμφωνίας του Σότσι, αλλά δεν το έκανε. Τώρα απαιτείται να δημιουργηθεί ένας διάδρομος ασφαλείας 12 χιλιομέτρων. Δεδομένου ότι οι δυνάμεις της συριακής κυβέρνησης δεν έφθασαν στον αυτοκινητόδρομο Μ4 κατά τον χρόνο υπογραφής του πρωτοκόλλου, υθα μπορούσε νη υποχρέωση αυτή να αγνοηθεί. Αν ο αυτοκινητόδρομος M5 είναι ένα νόμιμο τρόπαιο, τότε το ξεκλείδωμα του M4 είναι μια διπλωματική νίκη.
Η αδύναμη θέση της τουρκικής πλευράς, με την οποία ο Ερντογάν δείχνει την αδύναμη θέση της τουρκικής πλευράς, με την οποία ο Ερντογάν ήρθε στη Μόσχα. Αν οι Τούρκοι είχαν την ευκαιρία να παραμείνουν στο Μ4, θα πολεμούσαν γι’ αυτό, όπως αν ήταν για την Κωνσταντινούπολη, αφού η απώλεια αυτής της διαδρομής σημαίνει μακροπρόθεσμα την πλήρη ήττα των τζιχαντιστών και των τουρκικών πληρεξούσιων μαχητών στην Ιντλίμπ. Επιπλέον, έχει τεθεί σαφής προθεσμία εντός της οποίας οι Τούρκοι πρέπει να καθαρίσουν το δρόμο και το διάδρομο των 12 χιλιομέτρων: η 15η Μαρτίου.  
Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι αύριο ή ακόμα και μετά τις 15 Μαρτίου, η κυκλοφορία κατά μήκος της M4 θα επαναληφθεί, τουλάχιστον για την μετακίνηση κομβόι. Η διαδρομή περνά μέσα από την μεγάλη πόλη Jisr al-Shugur, η οποία θεωρείται η ανεπίσημη πρωτεύουσα των συμμοριών των τζιχαντιστών, αποτελούμενες από μετανάστες καταγόμενους από χώρες της πρώην ΕΣΣΔ και άλλους ξένους εξτρεμιστές μαχητές. Η Tahrir al-Sham, στην οποία τυπικά οι εν λόγω μονάδες υπάγονται, δεν αναγνώρισε τις συμφωνίες της Μόσχας και την κατάπαυση του πυρός. Στα επιχειρησιακά σχέδια των κυβερνητικών στρατευμάτων η Jisr al-Shurgur προτάσσεται ως ο βασικότερος στόχος. Τώρα, έπειτα από την ανάκτηση του αυτοκινητόδρομου Μ5, ο έλεγχος της Μ4 έχασε την οικονομική και κοινωνική σημασία του, και παρέμεινε μόνο ως στρατιωτικός και πολιτικός στόχος.
Η Jisr al-Shugur ενοχλεί λόγω της παρουσίας όλων των ειδών “Μαχητών του Τουρκεστάν”, των Ουιγούρων και των τρομοκρατικών ομάδων από τον Καύκασο. Επιπλέον, το Γενικό Επιτελείο Στρατού της Συρίας θεωρεί ότι ο αυτοκινητόδρομος Μ4 είναι μια φυσική γραμμή αμύνης, που αν καταληφθεί θα γίνει δυνατή η αρχή της εκκαθάρισης της πόλης της Ιντλίμπ. Εάν εφαρμοστεί πλήρως το “Πρωτόκολλο της Μόσχας” αυτό θα διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό την κατάσταση επί του εδάφους και θα καθορίσει τις θέσεις και τους στόχους του συριακού στρατού.

Τέταρτον, η διατήρηση των τουρκικών «παρατηρητηρίων» βαθιά στα μετόπισθεν των κυβερνητικών δυνάμεων χάνουν το νόημά τους. Ήδη το πρωί κυκλοφόρησαν φήμες ότι ορισμένα απ’ αυτά (συνολικά οκτώ) θα μπορούσαν απλώς να αποσυρθούν. Παρόλο που ο Ερντογάν ισχυρίζεται ότι θα διατηρηθούν όλα, θα πρέπει τελικά να τα αποσύρει, αφού οι θέσεις των Τούρκων είναι αποκλεισμένες και ο εφοδιασμός τους μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον με την βοήθεια της ρωσικής στρατονομίας. Οι Ρώσοι είναι έτοιμοι να μεταφέρουν στους Τούρκους νερό και πλιγούρι κάπου στο Murak, στην επαρχία της Χαμά, αλλά αυτό δεν μπορεί γίνεται αιωνίως. Κανείς δεν θα αγγίξει τους Τούρκους, αλλά πλέον δεν έχουν να κάνουν τίποτε εκεί που βρίσκονται.
Μέχρι τον περασμένο Δεκέμβριο, τα τουρκικά παρατηρητήρια κατέγραψαν τις αξιώσεις της Άγκυρας και τη “συμμετοχή” της στα στρατιωτικά γεγονότα, ακόμη και τις “εγγυήσεις” της Άγκυρας για την Ιντλίμπ. Τώρα αυτό ήδη αποτελεί παρελθόν. Ο Ερντογάν κέρδισε το δικαίωμα να απαντήσει στρατιωτικά εάν οι Σύριοι κτυπήσουν τουρκικές στρατιωτικές μονάδες, αλλά η πρακτική δείχνει ότι οι Σύριοι θα κτυπήσουν τουρκικές μονάδες, αλλά η πρακτική δείχνει ότι δεν είναι οι Σύριοι που επιτίθενται πρώτοι κατά των Τούρκων.
Η θέση ολόκληρης της μεραρχίας, την οποία έχουν στείλει οι Τούρκοι στην Ιντλίμπ, παραμένει αμφιλεγόμενη. Τίποτε δεν υπάρχει γι’ αυτό εγγράφως, αλλά ο Ερντογάν υπέγραψε τη φράση για την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας. Δηλαδή, νομικά, δεν έχει κανένα δικαίωμα να κρατήσει τόσα πολλά στρατεύματα στην Ιντλίμπ.
Εάν αξιολογήσουμε συνολικά το «Πρωτόκολλο της Μόσχας» σε στρατιωτικό επίπεδο σηματοδοτεί την ήττα και των μαχητών κάθε ιδεολογικής κατεύθυνσης και του τουρκικού στρατού. Η γραμμή του μετώπου είναι καθορισμένη στο μέγιστο σημείο της προέλασης του Συριακού Στρατού εντός της περιοχής (εκτός του οικισμού Nareb, αλλά αυτό είναι κάτι ιδιαίτερο) και η απεμπλοκή του αυτοκινητοδρόμου Μ4 αυξάνει το μέγεθος της νίκης σε σχέση με αυτά που κατακτήθηκαν στις μάχες. Η εκκένωση των τουρκικών παρατηρητηρίων στο εσωτερικό του συριακού εδάφους θα σημάνει επιπλέον την αποκατάσταση της κυριαρχίας σε ένα μέρος της κυριαρχίας της Συρίας εκεί που τον έλεγχο πρακτικά τον είχαν οι Τούρκοι.
Το μόνο που μπορεί να κάνει ο Ερντογάν είναι επιδεικτικά να μην κατονομάζει τον Μπασάρ Άσαντ με το όνομά του αλλά με την αφηρημένη λέξη «καθεστώς».
Επιπλέον, η τουρκική πλευρά θα αναγκαστεί να σταματήσει τις προβοκάτσιες στα ελληνικά σύνορα και να πάψει την αχαλίνωτη προπαγάνδα για τα «εκατομμύρια των προσφύγων». Γι’ αυτό, η ευρύτερη Ευρώπη θα έπρεπε να πει ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Μόσχα.

Είναι εντελώς λογικό να υποθέσουμε ότι η παρούσα κατάσταση στα μέτωπα -ο καθορισμός των συνοριακών θέσεων και η κατάπαυση του πυρός- έχει τη δυνατότητα να αντέξει μέχρι το καλοκαίρι. Ο συριακός στρατός αυτό το διάστημα θα μπορέσει να αναπληρώσει τις απώλειές του, θα επεξεργαστεί νέες τακτικές και θα αναπτύξει αντιαεροπορικά συστήματα στην πρώτη γραμμή.
Ακόμη δεν είναι σαφές πώς τα εκλαμβάνει όλα αυτά η Άγκυρα. Ο Ερντογάν θα πρέπει να καταβάλει πολλή προσπάθεια για να εξηγήσει στους ψηφοφόρους του τι συμβαίνει. Το Blitzkrieg στην Ιντλίμπ απέτυχε, όμως τις τελευταίες εβδομάδες είχαν ειπωθεί πολλά στην Άγκυρα, συμπεριλαμβανομένων των υποσχέσεων να «φθάσουμε στην Δαμασκό» και να εκδικηθούμε κάθε νεκρό Τούρκο στρατιώτη. Το μόνο που κατάφερε να επιτύχει η Άγκυρα, με τον μεγαλύτερο (μετά τον αμερικανικό) στρατό στο ΝΑΤΟ, ήταν να κρατήσει ένα πολύ μειωμένο κομμάτι της επαρχίας Ιντλίμπ.

Κάποιοι είδαν ένα τρολάρισμα του Ερντογάν από πλευράς της Ρωσίας για το ότι η αίθουσα του Κρεμλίνου, που έγιναν οι διαπραγματεύσεις, ήταν διακοσμημένη με ένα άγαλμα της Μεγάλης Αικατερίνης και με ένα πίνακα με σκηνή από τον ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1877-1878. Πρόκειται για καθαρή σύμπτωση, κανείς δεν σκέφθηκε τίποτε το τρομερά συμβολικό, αλλά και η τουρκική πλευρά μάλλον δεν έδωσε σε αυτό καμία σημασία. Αλλά το αποτέλεσμα μιλά από μόνο του: Το «Πρωτόκολλο της Μόσχας» εμπέδωσε εγγράφως την νίκη του συριακού στρατού στην χειμερινή εκστρατεία, η Ρωσία δεν μείωσε την υποστήριξή της στην Δαμασκό, και η Τουρκία υποχρεώθηκε να πάει σε πρόσθετες και σοβαρές υποχωρήσεις.
Ιστολόγιο Σωτήρη Δημόπουλου

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

Το σύμβολο της προδοσίας των Κούρδων από τους Αμερικανούς


Δολοφονία Χαλάφ : 
Το σύμβολο της προδοσίας 
των Κούρδων από τους Αμερικανούς

Η κούρδισσα πολιτικός Εβρίν Χαλάφ πέρασε τους τελευταίους μήνες της ζωής της οικοδομώντας ένα πολιτικό κόμμα με την ελπίδα ότι θα βοηθήσει στη διαμόρφωση του μέλλοντος της Συρίας. Είχε προσελκύσει έτσι την προσοχή αμερικανών αξιωματούχων, οι οποίοι της έλεγαν ότι θα έχει λόγο σ’ αυτά που θα συνέβαιναν μόλις τελείωνε ο πόλεμος. 
Για τους συναδέλφους της στο κόμμα αυτό, τη Μελλοντική Συρία, και ευρύτερα για τις κουρδικές κοινότητες στη βορειοανατολική Συρία, ο φόνος της έγινε σύμβολο της προδοσίας τους εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών. 
Μόλις στις 3 Οκτωβρίου, αξιωματούχοι του Στέιτ Ντιπάρτμεντ την είχαν διαβεβαιώσει σε συνάντησή τους πως η Ουάσινγκτον θα προστάτευε τη βόρεια Συρία από την επαπειλούμενη τουρκική επίθεση μεσολαβώντας ανάμεσα στις υπό τους Κούρδους δυνάμεις και την Άγκυρα, λέει συνάδελφος της Χαλάφ που ήταν παρών στη συνάντηση. 
Από την άλλη, αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ λέει πως το μήνυμα των ΗΠΑ προς τους σύρους εταίρους τους ήταν σταθερό: οι αμερικανικές δυνάμεις θα αποσυρθούν από τη χώρα. 
Μερικές ημέρες μετά τη συνάντηση αυτή, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε πως οι αμερικανικές δυνάμεις θα εγκαταλείψουν την περιοχή, αφήνοντάς την ευάλωτη σε μια επίθεση από την Τουρκία. 
Και στη συνέχεια, οι Kούρδοι μαχητές στη βορειοανατολική Συρία, σημαντικοί σύμμαχοι των ΗΠΑ στη μάχη εναντίον του Ισλαμικού Κράτους, ανακοίνωσαν πως οι αντάρτες που πολεμούν στο πλευρό των Τούρκων δολοφόνησαν την Χαλάφ. Ήταν 34 ετών.


Τη σκότωσαν στο αυτοκίνητό της 
Σκοτώθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2019 μαζί μ’ έναν οδηγό και συνεργάτη της, όταν υποστηριζόμενοι από την Τουρκία μαχητές σταμάτησαν το SUV στο οποίο επέβαιναν στον αυτοκινητόδρομο M4 στη βόρεια Συρία, σύμφωνα με τις υπό τους Κούρδους Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) και αξιωματούχους στο κόμμα της. 
Ο εκπρόσωπος του Εθνικού Στρατού, των σύρων ανταρτών που υποστηρίζονται από την Τουρκία, είχε αρνηθεί τότε ότι την σκότωσαν μαχητές του, λέγοντας ότι δεν είχαν φθάσει ακόμη μέχρι τον M4. 
Την περασμένη εβδομάδα, ο εκπρόσωπος, ο Γιούσεφ Χαμούντ, δήλωσε πως το επεισόδιο ερευνάται μαζί με άλλες «παραβιάσεις». 
«Αν η Αμερική δεν είχε αποφασίσει να αποσυρθεί, οι φατρίες αυτές … δεν θα τολμούσαν να πραγματοποιούν επιχειρήσεις σ’ αυτή την περιοχή», λέει ο Μόαζ Αμπντούλ Καρίμ, ένας ηγέτης του κόμματος Μελλοντική Συρία. 
Το αμερικανικό Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει δηλώσει πως εξετάζει τις «εξαιρετικά ανησυχητικές», όπως τις χαρακτήρισε, πληροφορίες ότι η Χαλάφ έχασε τη ζωή της ενώ βρισκόταν στα χέρια δυνάμεων που υποστηρίζονται από την Τουρκία. 
Στην έκθεση νεκροψίας, που κυκλοφόρησε από τις SDF, αναφέρεται πως το σώμα της Χαλάφ ήταν διάτρητο από σφαίρες. 

Αμερικανικές διαβεβαιώσεις 
Στις 3 Οκτωβρίου, εκπρόσωποι του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών είχαν επισκεφθεί την έδρα του κόμματος Μελλοντική Συρία στη συριακή πόλη Ράκα και είχαν πει στην Χαλάφ και στον πρόεδρο του κόμματος, τον Ιμπραήμ αλ-Καφτάν, πως οι αμερικανικές προσπάθειες στην περιοχή έχουν στόχο να υπάρξει μια μεσολάβηση. 
Ήδη από το 2018 που ιδρύθηκε το κόμμα, αμερικανοί αξιωματούχοι εξέφραζαν την υποστήριξή τους προς αυτό, λένε οι ηγέτες του. Η Μελλοντική Συρία έχει στόχο να προσελκύσει μέλη απ’ όλο το εθνοτικό φάσμα σε μια περιοχή όπου επικριτές λένε πως η κουρδική πολιτοφυλακή Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG) έχει γίνει υπερβολικά ισχυρή. «Ναι, υπήρχε ενθάρρυνση από τους Αμερικανούς να ιδρύσουμε ένα κόμμα», λέει ο Καφτάν. 
«Μας ενθάρρυναν ήδη από τότε που γίνονταν διεργασίες για την ίδρυση του κόμματος από μια ομάδα που πιστεύει στη συριακή δημοκρατία. Ήταν μια ιδέα συριακή, όχι αμερικανική, όμως επαναλαμβάνω ότι υποστήριζαν αυτή την ιδέα», είπε στο Ρόιτερ απαντώντας γραπτώς σε ερωτήσεις. 
Αμερικανικές δυνάμεις αποσύρθηκαν από ένα τμήμα των συνόρων στις 7 Οκτωβρίου και λίγο αργότερα τουρκικά στρατεύματα άρχισαν την τρίτη από το 2016 επιδρομή τους στη βόρεια Συρία. 
Η Άγκυρα θεωρεί τις YPG τρομοκρατική απειλή και καταγγέλλει πως συνδέονται με τους Kούρδους αντάρτες στην Τουρκία. Έχει δηλώσει επίσης πως η επιχείρησή της στη Συρία έχει στόχο να δημιουργηθεί μια ζώνη στην οποία προτίθεται να εγκαταστήσει τα 3,6 εκατομμύρια των προσφύγων που έχουν καταφύγει στην Τουρκία από τη Συρία εξαιτίας της σύγκρουσης.


Πολιτική δράση
Η Χαλάφ, η οποία είχε σπουδάσει πολιτικός μηχανικός, είχε έντονη πολιτική δράση στη βορειοανατολική Συρία από τις πρώτες ημέρες του πολέμου, που βρίσκεται τώρα στον όγδοο χρόνο του.
Αφού εγκατέλειψε τη δουλειά της ως κρατική υπάλληλος, βοήθησε να ιδρυθεί η κουρδική διοίκηση στην περιοχή, η επιρροή της οποίας επεκτάθηκε στο ένα τρίτο της Συρίας, περιλαμβανομένων περιοχών όπου ζουν κυρίως Άραβες.
Το 2018 εξελέγη γενική γραμματέας του κόμματος Μελλοντική Συρία, το οποίο ιδρύθηκε στη Ράκα, μια πόλη με κυρίως αραβικό πληθυσμό, όπου το 2017 οι SDF νίκησαν με αμερικανική υποστήριξη το Ισλαμικό Κράτος.


Ο Καφτάν, ένας άραβας αρχιτέκτονας από τη Μάνμπιτζ, εξελέγη επικεφαλής του κόμματος και λέει πως αμερικανοί και γάλλοι αξιωματούχοι παρευρέθησαν στην τελετή.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υιοθετήσει από καιρό μια προσεκτική πολιτική προσέγγιση στη βόρεια Συρία, ακόμη και την εποχή που υποστήριζαν στρατιωτικά τις SDF στη μάχη εναντίον του Ισλαμικού Κράτους.
Η Ουάσινγκτον ήταν αντίθετη στην ανάδυση της κουρδικής αυτόνομης περιφέρειας και οι κύριες κουρδικές οργανώσεις κρατούνταν ανέκαθεν εκτός της πολιτικής διαδικασίας του ΟΗΕ για τη Συρία, παρά την τεράστια επιρροή τους επί του πεδίου.
Όμως σύμφωνα με τον Καφτάν, αμερικανοί αξιωματούχοι, περιλαμβανομένου του απεσταλμένου για τη Συρία Τζέιμς Τζέφρι, είχαν πει σε μέλη του κόμματός του πως το κόμμα θα έχει ρόλο στις διεθνείς συνομιλίες για το μέλλον της Συρίας.
Ο αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δήλωσε πως οι ΗΠΑ ήθελαν μια πολιτική λύση στη σύγκρουση της Συρίας που να περιλαμβάνει «πλήρη αντιπροσώπευση όλων των Σύρων».
«Αμερικανοί αξιωματούχοι, μεταξύ των οποίων και ο πρεσβευτής Τζέφρι, είχαν καταστήσει σαφές ότι μια πολιτική λύση θα περιλάμβανε τους πληθυσμούς της βορειοανατολικής Συρίας και είχαν παρέμβει επανειλημμένα στον ΟΗΕ για τον σκοπό αυτό».

Αβέβαιη η μοίρα των Κούρδων
Η μοίρα των Κούρδων στη βόρεια Συρία είναι τώρα περισσότερο αβέβαιη απ’ ό,τι ήταν εδώ και χρόνια. Στερημένες από την αμερικανική προστασία, οι SDF συνήψαν συμφωνία με τις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις ώστε αυτές οι τελευταίες να αναπτυχθούν στην περιφέρεια που ελέγχουν οι SDF. Οι SDF λένε πως η Ουάσινγκτον τις μαχαίρωσε πισώπλατα.
Παρά την τουρκική εισβολή, η οποία πυροδότησε μια έξοδο πληθυσμού και στοίχισε τη ζωή σε πολλούς ανθρώπους, ηγέτες του κόμματος Μελλοντική Συρία εκφράζουν την ελπίδα ότι θα έχουν έναν ρόλο στη διαμόρφωση της επόμενης φάσης της ανάκαμψης της Συρίας από τον πόλεμο.
Η Χαλάφ πίστευε ανέκαθεν πως η λύση στη Συρία πρέπει να έρθει μέσω του διαλόγου με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, της συριακής κυβέρνησης και της Τουρκίας περιλαμβανομένων, δήλωσε ο Καφτάν.
«Η Εβρίν δεν κοιμόταν πάνω από 4-5 ώρες την ημέρα», λέει. «Έλεγε πάντα πως αξίζει να δώσουμε πολλά στη Συρία και πως πρέπει να εξασφαλίσουμε ένα πραγματικό, ασφαλές μέλλον για τον λαό, ο οποίος υπέφερε τόσα χρόνια πολέμου».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Παρασκευή 13 Απριλίου 2018

Το παραμύθι των χημικών και η επίθεση ΗΠΑ στη Συρία


Το παραμύθι των χημικών 
και η επίθεση ΗΠΑ στη Συρία

Το παράδοξο δεν είναι ότι ο Τράμπ βομβάρδισε τη συριακή αεροπορική βάση Αλ Σαϊράτ ως αντίποινα για το θάνατο 85 αμάχων στην πόλη Χαν Σεϊχουν. Το παράδοξο είναι ότι το ίδιο μακάβριο έργο επαναλαμβάνεται με τα ίδια ψέματα για πολλοστή φορά για να δικαιολογήσει την ίδια πολιτική επιβολής εξουσίας μιας υπερδύναμης και ενός φρέσκου «ηγέτη»! Αλλά, εδώ το ψέμα είναι εξόφθαλμο.

Ο Ντόναλντ Τράμπ ήδη τον Σεπτέμβριο του 2013 αποκαλούσε τον Ομπάμα «ανόητο ηγέτη μας» (our foolish leader) όταν απειλούσε να χτυπήσει τη Συρία «γιατί θα συμβούν πολλά κακά, από τα οποία οι ΗΠΑ δεν θα κερδίσουν τίποτε». Το ίδιο καλοκαίρι ο Τραμπ κατηγορούσε τους αντάρτες της Συρίας ότι «είναι εξ ίσου κακοί με το καθεστώς. Τι θα κερδίσουμε σε ζωές και δισεκατομμύρια που θα χάσουμε;» αναρωτιόταν… 
Και οι σύμβουλοί του ήταν απολύτως αρνητικοί, κατηγορώντας την κυβέρνηση Ομπάμα ότι συμμαχεί με την Αλ Κάιντα! Κι αυτό ήταν αλήθεια.

Ο βομβαρδισμός της Συριακής αεροπορικής βάσης δήθεν ως αντίποινα για το θάνατο περίπου 90 αμάχων από χημικά, μετά από αεροπορική επίθεση συριακού αεροπλάνου, πάσχει από τα γενοφάσκια της.

Πρώτον, κανείς ακόμα δεν ξέρει τι είναι τα δηλητήρια που σκότωσαν τους αμάχους, παρ όλο που έχουν προστρέξει εκεί γιατροί και παρατηρητές οργανώσεων. Κανείς ακόμα δεν ξέρει αν τα χημικά εκτοξεύτηκαν από αεροπλάνο ή αν εκλύθηκαν από εκρήξεις στο έδαφος όπου υπήρχαν ήδη.

Δεύτερον, ξέρουμε ότι και οι αντάρτες και ο ISIS κατασκευάζουν χημικά όπλα σε αποθήκες σε όλες τις περιοχές που κρατάνε ακόμα. Ξέρουμε ότι οι συριακές δυνάμεις χρησιμοποίησαν χημικά μέχρι το 2013 που προειδοποιήθηκαν από τις ΗΠΑ ότι αν το επαναλάβουν, η Αμερική θα εισβάλει κατασταλτικά. Από τότε δεν έχουμε τέτοιου είδους επιθέσεις από τους Σύριους.

Τρίτον, ξέρουμε ότι όλες οι επίσημες μαρτυρίες στον ΟΗΕ από υπουργούς των ΗΠΑ και της Βρετανίας πρίν και κατά την εισβολή στο Ιράκ και στη Λιβύη για χρήση χημικών από τον Σαντάμ και τον Καντάφι αποδείχτηκαν από τις ίδιες υπηρεσίες του ΟΗΕ ότι ήταν ψεύτικες. Μια καλοστημένη προπαγάνδα για να δικαιολογήσει τις εισβολές.

Με την απουσία φερέγγυων μαρτυριών και στοιχείων η αμερικανική επίθεση είναι πέρα από φανερό ότι έχει γίνει προσχηματικά για να υπηρετήσει τα γεωπολιτικά συμφέροντα της Αμερικής και για κανέναν ανθρωπιστικό λόγο. Αν η όλη ιστορία δεν είναι τελικά μια καλοστημένη προβοκάτσια μεταξύ των ανταρτών που πληρώνονται από ΗΠΑ - Βρετανία και της υπερδύναμης, δεν θα είναι η πρώτη φορά.

Αξίζει να παρατηρήσει κανείς τις υποκριτικές οιμωγές των διάφορων ανθρωπιστικών οργανώσεων στη Συρία, που ανακαλύπτουν επιθέσεις σε νοσοκομεία και βομβαρδισμούς πόλεων και προσφυγικά κύματα και αμάχους που εκπατρίζονται μόνο τον τελευταίο χρόνο που οι κρατικές συριακές δυνάμεις με τη συνδρομή της Ρωσίας έχουν πάρει παραμάζωμα τους αντάρτες, την Αλ Κάιντα και τον ISIS. Κανείς δεν αναρωτιέται πώς μπήκαν και κατέλαβαν τις πόλεις και τα χωριά όλοι αυτοί και πώς έφυγαν πρόσφυγες πάνω από 10.000.000 Σύριοι τα προηγούμενα χρόνια! Μα κανείς!

Επικοινωνία Ουάσιγκτον-Μόσχας
Από την άλλη μεριά:
Πρώτον η ρωσική κυβέρνηση κατάγγειλε επίσημα εξ αρχής δια του υπουργείου Άμυνας ότι τα χημικά κατασκευάζονταν προφανέστατα από τους αντάρτες σε αποθήκη, η οποία βομβαρδίστηκε από δύο αεροπλάνα, ένα συριακό και ένα ρώσικο που έκαναν τη επίθεση σε άντρα των ανταρτών. Ακόμα κι εχτές η Μόσχα κατήγγειλε την αμερικάνικη επέμβαση ως αποτέλεσμα προβοκατόρικης ενέργειας και ζήτησε σύγκληση του ΣΑ του ΟΗΕ. Είναι απορίας άξιο πώς οι συριακές και δυτικές οργανώσεις που στηρίζουν τους αντάρτες διαπίστωσαν ότι τα χημικά εκτοξεύτηκαν από το συριακό και όχι από το ρώσικο πολεμικό που επιχειρούσαν μαζί!

Σ' αυτό το επίπεδο, της επιδρομής των ΗΠΑ προηγήθηκε πολύωρη επικοινωνία Ουάσινγκτον- Μόσχας, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν να βομβαρδιστεί ένα συγκεκριμένο κομμάτι του συριακού στρατιωτικού αεροδρομίου και τίποτε άλλο. Προφανέστατα για να μη διαρραγούν οι σχέσεις Τραμπ- Πούτιν και για να προκληθεί η μικρότερη δυνατή ζημιά στη βάση, όπου εδρεύουν και ρωσικές δυνάμεις. Εμφανές, ότι η βάση είχε ειδοποιηθεί για την επίθεση, εξ ου και οι περιορισμένες ζημιές, έως ανύπαρκτες στο διάδρομο προσγείωσης.

Δεύτερον, η κυβέρνηση Άσσαντ δεν θα διακινδύνευε ποτέ να δώσει πάτημα στις ΗΠΑ ή σε οποιονδήποτε άλλον να την κατηγορήσει για χρήση χημικών, ξέροντας ήδη ότι η διπλή επίθεση στο Ιράκ και στη Λιβύη έγιναν με πρόσχημα τη χρήση χημικών από τον Σαντάμ και τον Καντάφι.

Τρίτον, οι συριακές δυνάμεις δεν χρειάζονται τη χρήση χημικών για να διώξουν πλέον τους αντάρτες, δεδομένου ότι επικρατούν σε όλα τα μέτωπα με τη στήριξη της ρωσικής αεροπορίας και οι αντάρτες, η Αλ Κάϊντα και ο ISIS υποχωρούν παντού. Κι αυτό το ξέρει όλος ο κόσμος.

Τέταρτον, οι οργανώσεις που διάκεινται φιλικά στις φιλοαμερικανικές και φιλοβρετανικές δυνάμεις των ανταρτών, φωτογραφίζονται να κάνουν αυτοψίες με χειρουργικά (!) γάντια, μάσκες και … σανδάλια ξυπολυσιάς στο υποτίθεται μολυσμένο έδαφος άγνωστης τοποθεσίας, όπως αποδεικνύουν και οι φωτογραφίες τους που είδαν το φως της δημοσιότητας. Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε στημένες φωτογραφίες προπαγάνδας!

Πέμπτο, δεν είναι τυχαίο, που αμέσως μετά το βομβαρδισμό αντάρτες της Αλ Κάϊντα πανηγύριζαν με συνθήματα και σημαίες στην πολιορκούμενη πόλη, ποζάροντας στους φωτογραφικούς φακούς των ανταποκριτών!

Το σχέδιο τεμαχισμού

Είναι κοινό μυστικό ότι οι δήθεν αντάρτες της Συρίας όπως και ο ISIS εξοπλίζονται από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ και τη Σαουδική Αραβία κατά κύριο λόγο και από την Τουρκία, όπου βρίσκουν καταφύγιο κάθε φορά που καταδιώκονται.

Όπως έχω ξαναγράψει, η Συρία είναι η τελευταία μεγάλη βάση των Ρώσων στον αραβικό κόσμο, εξ ου και η λυσσαλέα προσπάθεια των δυτικών να καταληφθεί, να διωχθεί ο Άσσαντ και να τεμαχιστεί η χώρα, όπως είχε ξαναμοιραστεί από τη συνθήκη Σάικ- Πικό.

Ο καυγάς για τη μοιρασιά μεταξύ Κούρδων, Τουρκίας, Ισραήλ και δημιουργίας φιλοδυτικού προτεκτοράτου, αλλά και η στάση της Μόσχας που δεν έχει καμιά διάθεση να χάσει την τελευταία της βάση όπως έχασε αμαχητί το Ιράκ, τη Λιβύη και την Αίγυπτο, καθυστερούν κάθε σχέδιο.

Δεν είναι τυχαίοι οι πανηγυρισμοί Ερντογάν, Σαουδικής Αραβίας και Νετανιάχου αμέσως μετά τους αμερικάνικους βομβαρδισμούς.

Προφανέστατα ο Τράμπ εξωθήθηκε από τους συμβούλους του να κινηθεί δυναμικά χτές για να δηλώσει την αμερικανική παρουσία στην περιοχή και για να τονώσει το τρωμένο γόητρό του στην αμερικανική κοινή γνώμη, μετά τις τελευταίες δημοσκοπήσεις που τον φέρνουν σε καθοδική απήχηση και εκτίμηση.

Ακόμα περισσότερο, που όσο κερδίζει στρατιωτικά ο Άσαντ με τους Ρώσους και ξαναπαίρνει πίσω τα καταληφθέντα εδάφη του κράτους του, τόσο πρέπει οι δυτικές δυνάμεις να του περιορίσουν τη δύναμη για να μην έχουν μπροστά τους μια ρωσόφιλη μεγάλη Συρία. Κι αυτή είναι η κυριότερη αιτία του χτεσινού βομβαρδισμού.

Ο Άσσαντ δεν είναι κανένας άγιος, όπως δεν ήταν ο Καντάφι, ο Σαντάμ, ο Μουμπάρακ και ο Μιλόσεβιτς. Αλλά, εξ ίσου άγιοι δεν είναι ο Τραμπ, ο Μπλερ, ο Κλιντον, η Μέρκελ και ο κάθε ηγέτης που με τις πολιτικές επιβολής για τα γεωπολιτικά συμφέροντα της χώρας του σκορπάει πίσω του πτώματα αθώων. Στη δικιά του ή σε ξένες χώρες.

Ας έχουν τουλάχιστον το θάρρος να παραδεχτούν ξεδιάντροπα ότι σκοτώνουν γυναικόπαιδα για το έδαφος, την εξουσία και το υπέδαφος. Το παραμύθι της δήθεν δικαιοσύνης και του δήθεν ανθρωπισμού δεν πιάνει πια. Έχει ξεσκεπαστεί εδώ και καιρό.

Του Γ. Παπαδόπουλου - Τετράδη

Τετάρτη 11 Απριλίου 2018

Γεωπολιτικοί εφιάλτες


Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο που ξεφεύγει από την καθεστωτική λογική των παγκοσμιοποιητών της Νέας Τάξης με την κατευθυνόμενη ειδησεογραφία των ελεγχόμενων ΜΜΕ διεθνώς.
ΔΕΕ

Γεωπολιτικοί εφιάλτες

Δημήτρης Γαλάνης

Καθώς τα αποτρόπαια τύμπανα του πολέμου ηχούν ακόμα μια φορά στην ανατολική Μεσόγειο, είναι προφανές ότι η παράνοια και η τρέλα κερδίζουν συνεχώς έδαφος.

«Λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση του Προέδρου Τραμπ ότι θα ήθελε να αποσυρθούν οι ΗΠΑ από τη Συρία, δυνάμεις του συριακού στρατού έπληξαν ένα προάστιο της Δαμασκού με χημικά όπλα, σύμφωνα με μαρτυρίες συνεργείων διάσωσης», μεταδίδουν οι NewYork Times.

Το ερώτημα που τίθεται αυτόματα είναι: γιατί οι συριακές δυνάμεις θα επέλεγαν να κάνουν κάτι τέτοιο ενώ γνώριζαν ότι με αυτόν τον τρόπο θα εξασφάλιζαν τη διεθνή κατακραυγή και επώδυνα αντίποινα; Και μάλιστα τη στιγμή που είχαν καταφέρει καίρια πλήγματα εναντίον των τζιχαντιστών που τα τελευταία χρόνια είχαν μετατρέψει ολόκληρες περιοχές της χώρας σε μεσαιωνικά τρελοκομεία.

Η μία μετά την άλλη ευρωπαϊκές χώρες ανακοινώνουν τη συμμετοχή τους στις επιχειρήσεις των αμερικανών εναντίον της Συρίας εξ αιτίας της επίθεσης με τα χημικά, αλλά ουδείς είναι βέβαιος για το ποιος ευθύνεται για τη διαρροή των χημικών ουσιών.

Πώς γνωρίζουμε για παράδειγμα ότι τα χημικά τα μετέφεραν οι συριακές βόμβες και ότι αντίθετα δεν χτύπησαν κάποιο στόχο όπου οι τζιχαντιστές είχαν αποθηκευμένα χημικά όπλα;

Αξίζει να σημειωθεί ότι το χημικό οπλοστάσιο της Συρίας είχε καταστραφεί το 2014 με την από κοινού επίβλεψη της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ και του Οργανισμού για την Απαγόρευση των Χημικών Οπλων.

Θυμόμαστε όλοι τις «ατράνταχτες αποδείξεις» για την ύπαρξη Οπλων Μαζικής Καταστροφής στο Ιράκ και που οδήγησε η αμερικανική επέμβαση προκειμένου να «εξουδετερωθεί» το «πυρηνικό οπλοστάσιο» του Σαντάμ: σε ένα κράτος που έχει καταρρεύσει.

Το ίδιο συνέβη και μετά τη δυτική επέμβαση στη Λιβύη προκειμένου να εκδιωχθεί ο «στυγερός» Καντάφι: ακόμα μια χώρα υπό κατάρρευση, παραδομένη στο πλιάτσικο και την ανομία, όπου διάφορες ομάδες φανατικών αντιμάχονται η μία την άλλη με θύματα κυρίως άμαχους πολίτες και όπου λειτουργούν μοντέρνα σκλαβοπάζαρα, στα οποία η ανθρώπινη ζωή αποτιμάται από 400 – 500 ευρώ.

Η Συρία θα είχε σίγουρα ακολουθήσει αυτή την τραγική μοίρα χωρίς την ρωσική υποστήριξη στην κυβέρνηση του Ασαντ.

Σαφώς και οι Ρώσοι είχαν τα δικά τους γεωπολιτικά κίνητρα: μια ναυτική βάση στη Μεσόγειο, ισχυρότερη επιρροή στην περιοχή και πιθανόν παραχώρηση στην Gazprom της διαχείρισης και εκμετάλλευσης των μεγάλων κοιτασμάτων φυσικού αερίου κοντά στην πόλη Χομς.

Όμως η παρέμβασή τους έχει μέχρι στιγμής αποτρέψει το ενδεχόμενο να γίνει η Συρία ακόμα μια Λιβύη ή ένα Ιράκ.

Μπορεί το καθεστώς του Ασαντ να απέχει πολύ από το δημοκρατικό πρότυπο, αλλά η Συρία ήταν μέχρι πριν λίγα χρόνια μια ευημερούσα χώρα, που λίγο – πολύ λειτουργούσε κανονικά.

Τα επόμενα 24ωρα είναι εξαιρετικά κρίσιμα και οποιαδήποτε κλιμάκωση των εχθροπραξιών θα έχει τρομακτικές επιπτώσεις όχι μόνο στην περιοχή, αλλά σε ολόκληρη τη Μεσόγειο.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι καθώς οι γεωπολιτικοί κολοσσοί παίρνουν θέσεις μάχης, θα την πληρώσουν και πάλι αθώοι, άμαχοι πολίτες.

Η κόλαση αυτή δεν έχει τέλος.



Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Η στυγερή δολοφονία του πρεσβευτή


Made in USA- UK η σφαίρα 
που σκότωσε τον Ρώσο πρέσβη

Η εν ψυχρώ δολοφονία του Ρώσου πρέσβη στην Άγκυρα από τον Τζιχαντιστή αστυνομικό των τουρκικών ΜΑΤ είναι η πιο χειροπιαστή απόδειξη αυτού που συμβαίνει ξεδιάντροπα εδώ και 6 χρόνια στη Συρία. Οι ίδιες δυνάμεις που εξόπλισαν και καθοδήγησαν την Αλ Κάιντα για να πολεμήσουν τους Ρώσους στο Αφγανιστάν εξόπλισαν και καθοδηγούν τον ISIS και τους τρομοκράτες δήθεν Σύρους αντάρτες κατά του Άσαντ, δηλαδή κατά της τελευταίας βάσης της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή: τη Συρία.
Η διαφορά της πρώτης επιχείρησης των αγγλοαμερικανών στο Αφγανιστάν με την τρίτη στη Συρία (η δεύτερη ήταν η διάλυση του Ιράκ, που ήταν η άλλη ρώσικη βάση στη Μ Ανατολή) είναι ότι στην τρίτη η Μόσχα, εξοπλισμένη πλέον και απομακρυσμένη από την οικονομική κρίση του 1990 -2005 αντέδρασε επιθετικά και επέβαλε τα στρατιωτικά της «δικαιώματα» στη Συρία με τέτοιο τρόπο, που δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης από το τρίγωνο ΗΠΑ- Βρετανία- Σ. Αραβία.
Αυτή ήταν και η αιτία που ο αιματηρός δήθεν εμφύλιος στη Συρία, που δεν είναι παρά μια επέμβαση των παραπάνω με κάθε είδος μισθοφόρους συν την Αλ Κάιντα και τις υπόλοιπες φονταμενταλιστικές ισλαμικές οργανώσεις, μπήκε σε μια ευθεία τέλους με τη διαρκή εμπλοκή των ρωσικών δυνάμεων σε συνδυασμό με τη γαλλική αεροπορία, που δραστηριοποιήθηκε μετά τα αιματοκυλίσματα στο Παρίσι.
Ο ψυχρός πόλεμος δεν έχει σταματήσει ούτε μέρα. Η επίμονη πολιτική ΗΠΑ και Βρετανίας να κυριαρχήσουν πλήρως στα πετρέλαια και στις περιοχές γύρω από τη Ρωσία είναι εξόφθαλμη. Μπους, Κλίντον και Ομπάμα την άσκησαν με συνέπεια και άφησαν πίσω τους εκατομμύρια νεκρούς και εκατομμύρια πρόσφυγες και μία Μέση Ανατολή διαλυμένη και διαρκή πληγή για τον εαυτό της και τον κόσμο.
Η Ευρώπη αιματοκυλιέται από τον χρυσοπληρωμένο και εξοπλισμένο από τη Δύση ISIS, που βρίσκει σύμμαχο και καταφύγιο στην αγκαλιά της ισλαμοποιημένης Τουρκίας του Έρντοαν και της οικογένειάς του, που έκαναν χρυσές δουλειές μαζί του σε ο,τιδήποτε λαθραίο διακινείται στις ακυβέρνητες περιοχές που άφησε η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ και η αμερικανο- βρετανική εισβολή στη Συρία με τη μορφή δήθεν ένοπλης αντίστασης κατά του Άσαντ.
Πριν από τρείς μέρες αποκαλύφθηκε ότι η Βρετανία στέλνει 20 υψηλόβαθμους αξιωματικούς των ειδικών δυνάμεων για να  «οργανώσουν και να προωθήσουν τους ένοπλους αντάρτες που φεύγουν από το Χαλέπι και τις γύρω περιοχές». Μη και σταματήσει ο σιχαμερός βρετανικός δάκτυλος που αιματοκυλά την Αραβία εδώ και 150 χρόνια ασταμάτητα.
Δισεκατομμύρια δολάρια και λίρες έχουν ξοδευτεί εδώ και 10 χρόνια για τις δήθεν Αραβικές Ανοίξεις, που εγκατέστησαν μια δικτατορία στην Αίγυπτο, μια ακυβερνησία στην Υεμένη, μια αναρχία στη Λιβύη ως καταφύγιο του ISIS, και έσπασαν τα μούτρα τους στη Δαμασκό γιατί δεν είχαν υπολογίσει το Ιράν και τη Ρωσία. Νόμιζαν ότι η Μόσχα εξακολουθεί να είναι ανίσχυρη και θα συνεχίσει να αφήνει ανυπεράσπιστες τις βάσεις της στη Β Αφρική και τη Μέση Ανατολή.
Αυτές οι εγκληματικές κυβερνήσεις και πολιτικές της δήθεν πολιτισμένης Δύσης εδώ και δεκαετίες, που  έφτασαν στο σημείο να βομβαρδίζουν χώρες μέσα στην Ευρώπη επειδή δεν υποτάσσονταν στη γερμανική επεκτατική πολιτική προς την Αδριατική με την Κροατία και τη Σλοβενία σε συνδυασμό με την αμερικανοβρετανική επιβολή στην Ανατολική Ευρώπη «της Ρωσίας», σπέρνουν  εκατομμύρια νεκρούς από το Αφγανιστάν μέχρι την Αλγερία.
Και είναι και οι αποκλειστικά υπεύθυνοι για τα εκατομμύρια των ξεριζωμένων προσφύγων, που πεθαίνουν, πνίγονται, σέρνονται, πεινάνε και κατακλύζουν τις χώρες της Αραβίας και της Ευρώπης και της Έλλάδας.
Είναι οι αποκλειστικά υπεύθυνοι για τους χιλιάδες σφαγιασμένους από τους ριζοσπαστικοποιημένους ισλαμιστές στην Αραβία και στην Ευρώπη. Ισλαμιστές που εξοπλίζονται από τη Βρετανία, τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία και εκπαιδεύτηκαν από τις αμερικανικές και τις βρετανικές ειδικές δυνάμεις, που βρέθηκαν γι αυτό ακριβώς το σκοπό στο Ιράκ, την Τουρκία και τη Συρία. Και, ως συνήθως, αυτονομήθηκαν!
Ο κόσμος ακούει με σηκωμένη την τρίχα κάθε μέρα τη δυτική προπαγάνδα για τους καημένους τους άμαχους που σκοτώνονται στο Χαλέπι, για τα νοσοκομεία που βομβαρδίζονται από το συριακό στρατό στο Χαλέπι ή στη Χομς, για τα κακόμοιρα τα παιδάκια που υποφέρουν, με σπαραξικάρδιους δημοσιογραφικούς βερμπαλισμούς κενούς περιεχομένου από τα ανεγκέφαλα ή αργυρώνητα ΜΜΕ, αλλά δεν έκατσε να σκεφτεί ποτέ αυτός ο κόσμος, όπως και οι ανόητοι ή πληρωμένοι δημοσιογράφοι το αυτονόητο, που παρακολουθούσαμε βουβοί:
Πώς καταλήφθηκε το Χαλέπι από τους ένοπλους αντάρτες και πώς καταλήφθηκε η Χόμς και όλες οι περιοχές που έλεγχε ο νόμιμος συριακός στρατός του νόμιμου προέδρου της χώρας; Γιατί ο Άσαντ είναι ο νόμιμος πρόεδρος της Συρίας και ο στρατός είναι ο εθνικός στρατός της χώρας. Που ηττήθηκε και εκδιώχθηκε από τη μισή χώρα μετά από ανελέητους αμερικανοβρετανικούς βομβαρδισμούς και ανελέητες σφαγές αμάχων από τους εξοπλισμένους Άραβες μισθοφόρους και τους τζιχαντιστές της Αλ Κάιντα. Πληρωμένους όλους από τα ταμεία των ΗΠΑ, της Βρετανίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Σαουδικής Αραβίας και των Εμιράτων, όπως μπορεί κάθε πολίτης να βρει από τις ομολογίες των ίδιων των υπηρεσιών, των ανταρτών, των αποκαλύψεων των δημοσιογράφων που δεν πληρώνονται από υπηρεσίες ή δεν είναι επιπόλαιοι και ανεγκέφαλοι για να αναμασάνε την εξόφθαλμη προπαγάνδα.
Προπαγάνδα, σύμφωνα με την οποία δεν είναι όλα τα παιδάκια που πεθαίνουν από τις σφαίρες και τις βόμβες ίδια, ούτε είναι ίδιες όλες οι μανάδες που σπαράζουν πάνω από ερείπια και πτώματα, ούτε είναι ίδιοι όλοι οι άντρες που ουρλιάζουν και κλαίνε πάνω από ερείπια και νεκρούς αγαπημένους. ΌΟΟΟΧΙ.
Δεν έχει ακουστεί ούτε λέξη από τα ΜΜΕ και τις δήθεν ανθρωπιστικές οργανώσεις, που πληρώνονται από ένα σκασμό βρώμικες κρατικές υπηρεσίες σ όλο τον κόσμο για να κάνουν τη δουλειά τους, ούτε λέξη εδώ και 6 χρόνια για τους εκατοντάδες χιλιάδες σφαγμένους και τα δεκάδες βομβαρδισμένα νοσοκομεία και τα εκατομμύρια παιδάκια και τα εκατομμύρια τις χαροκαμένες μάνες από τα ερείπια των χωριών και των πόλεων, που έσπειραν οι εισβολείς τρομοκράτες πληρωμένοι αντάρτες, δήθεν αντιπολίτευση τον Άσαντ, για να καταλάβουν αυτά τα χωριά και τις πόλεις από τις κυβερνητικές δυνάμεις.
Πώς καταλήφθηκαν οι πόλεις; Με ροδοπέταλά; Και πώς κρατούνται όμηροι εδώ και 6 χρόνια οι κάτοικοί τους σε κατοχή τρομοκρατών φονταμενταλιστών; Μήπως τους έδειξε το CNN ή το BBC ή το FOX να χορεύουν από τη χαρά τους για «την απελευθέρωσή τους από την τυραννία των κυβερνητικών δυνάμεων του Άσαντ»; Είχαμε τέτοιο σκηνικό και το χάσαμε;
Τις κυβερνητικές δυνάμεις, που δεν έχουμε ακούσει ούτε μια φορά εδώ και 6 χρόνια από τα βλακοκούτια ότι είναι τέτοιες, παρά ακούμε αμάσητες τις ίδιες μπούρδες της προπαγάνδας χωρίς φαντασία, που ακούγαμε για τον «δικτάτορα Μιλόσεβιτς», για τον «δικτάτορα Σαντάμ», τον «δικτάτορα Καντάφι», λες και ο βασιλιάς της Σαουδικής Αραβίας, ο εμίρης του Μπαχρέιν, ο εμίρης του Κατάρ, ο πρόεδρος Έρτοαν, ο Σίσι της Αιγύπτου, ο πρόεδρος του Αφγανιστάν, ο βασιλιάς του Μαρόκου, ο βασιλιάς της Ιορδανίας είναι δημοκράτες!
Δεν ακούσαμε λοιπόν λέξη για τις σφαγές και τις δηώσεις του ISIS στο Ιράκ, τη Συρία και τη Λιβύη τα πρώτα τρία χρόνια που τον δημιούργησαν οι δυτικοί εκπαιδευτές του, όπως δημιούργησαν τους μουτζαχεντίν και την Αλ Κάιντα, οι δήθεν πολιτισμένοι δημοκράτες της δύσης. Ούτε για τις απανθρωπιές των μισθοφόρων τους. Των μισθοφόρων, που τώρα εγκαταλείπουν κυνηγημένοι και ηττημένοι τις πόλεις της Συρίας με τα σόγια τους και παρουσιάζονται από τις ειδήσεις σαν οι «κακόμοιροι άμαχοι που καταδιώκονται από τις δυνάμεις του Άσαντ»! Όχι από τον νόμιμο συριακό στρατό! «Από τις δυνάμεις του Άσαντ»! Αφού κρατούσαν σαν ανθρώπινες ασπίδες τους κατοίκους των πόλεων που εκκενώνουν.
Και δώστου οι ξεκάθαρα στημένες ειδήσεις εξωραϊσμού τους ώστε να μείνει η εντύπωση ότι εκδιώκονται οι καλοί απ τους κακούς. Δεν έχει ακόμα τελειώσει η εκμετάλλευσή τους από τους δυτικούς τους πάτρωνες.
Και δώστου οι δακρύβρεχτες εικόνες και το απαραίτητο σπηκάζ στην τηλεόραση για τους πονόψυχους και τους αφελείς, με τις φάλαγγες των υποχωρούντων ανταρτών, που δήθεν βάλλονται από τους κακούς Ρώσους, τους κακούς Ιρανούς και τους κακούς Σύρους.
Και …ευτυχώς περιθάλπονται από τους καλούς Τούρκους στα βόρεια σύνορα της Συρίας, όπου έχει εισβάλλει η Τουρκία με την προτροπή της δύσης και είναι πρόθυμη να φτιάξει και στρατόπεδα προσφύγων εκεί! Προφανώς για να ξεκοκκαλίσει κανένα δισεκατομμύριο από τα ευρωπαϊκά κονδύλια και να εδραιώσει την κυριαρχία της στα συριακά εδάφη που έχει παράνομα μπεί.
Ο Τούρκος αστυνομικός των ΜΑΤ, που εκτέλεσε τον Ρώσο πρέσβυ, είναι παιδί αυτής της ισλαμικής νοοτροπίας ISIS, που την ακούσαμε με τη φρασεολογία του και την παλαβή έκρηξη του. Και μαρτυρά ότι το σκουλήκι που έχει σπείρει η διαρκής νοοτροπία Σάικ- Πικώ να μοιράζει δηλαδή τον κόσμο και τους πληθυσμούς ανάλογα με τα γούστα της, έχει πολλαπλασιαστεί και τρώει τα σωθικά του κόσμου.
Γιατί και το χτεσινό αιματοκύλισμα στη Γερμανία είναι γέννημα του ίδιου σκουληκιού. Και το επόμενο που θα χτυπήσει την Ευρώπη. Οι φονταμενταλιστές τρελλάρες ταϊζονται από την παλαβομάρα της πολιτικής παγκόσμιας κυριαρχίας που ασκεί η δύση εδώ και 26 χρόνια από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Στην αχόρταγη εφαρμογή του δόγματος «όσο πιο πολύ έδαφος γύρω από τον εχθρό, τόσο πιο κερδισμένοι».
Ο Άσαντ δεν είναι άγιος, όπως δεν είναι και ο Πούτιν. Αυταρχικοί ηγέτες είναι με την ψήφο του λαού τους, όπως είναι και δεκάδες άλλοι που τυχαίνουν του ξένου χαϊδολογήματος των αντιπάλων τους. Μόνο που θα θυμίσω, ότι τα εκατομμύρια των προσφύγων από τη Συρία προκλήθηκαν από τις καταλήψεις των συριακών πόλεων από τους τρομοκράτες της Αλ Κάντα και της Αλ Νούσρα, που τα φερέφωνα της δυτικής προπαγάνδας  αποκαλούν «αντιπολίτευση»!
Και να θυμίσω ότι η αντίστροφη μέτρηση για το ξεκαθάρισμα αυτού του δήθεν εμφύλιου άρχισε με την ανάληψη κανονικής δράσης από τη Ρωσία μετά από απειλές και υποχώρηση του Ομπάμα. Ο οποίος πήρε τη ρωσική ανοχή για την αμερικανική εκκαθάριση του Ιράκ από τον ISIS. Δεν είναι να απορεί κανείς που στο Ιράκ καρκινοβατεί η εκκαθάριση και που την Παλμύρα κατέλαβε ο ISIS για να διευκολύνει τους υποχωρούντες τρομοκράτες από το Χαλέπι! Όλοι οι σφαγείς αντάμα.
Τα παιδάκια που σκοτώνονται και απορφανίζονται στη Συρία και στο Ιράκ και οι μανάδες και οι άντρες είναι όλοι πλάσματα του ίδιου θεού. Δεν είναι άφαντοι όταν αιματοκυλούνται από τους δυτικοκινούμενους τρομοκράτες και δακρύβρεχτες ιστορίες καθημερινής προπαγάνδας όταν σκοτώνονται στην ανακατάληψη των πόλεων από τις νόμιμες δυνάμεις.
[...]
Γ Παπαδόπουλος- Τετράδης



Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

Το Ισλαμικό Κράτος εκ των έσω


Ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο που δημοσιεύθηκε παλαιότερα και  προέρχεται από τις λεπτομερειακές αποκαλύψεις ενός υψηλόβαθμου στελέχους έγκλειστου σε φυλακή του Ιράκ σε δημοσιογράφο της βρετανικής εφημερίδας Guardian. Για τους αγγλόφωνους αναγνώστες μόνον διότι δεν έχω τον χρόνο να το μεταφράσω. Θα το επιχειρήσω πιθανότατα μόλις μπορέσω.
ΔΕΕ

Isis: the inside story
One of the Islamic State’s senior commanders reveals exclusive details of the terror group’s origins inside an Iraqi prison – right under the noses of their American jailers.
Report by Martin Chulov

In the summer of 2004, a young jihadist in shackles and chains was walked by his captors slowly into the Camp Bucca prison in southern Iraq. He was nervous as two American soldiers led him through three brightly-lit buildings and then a maze of wire corridors, into an open yard, where men with middle-distance stares, wearing brightly-coloured prison uniforms, stood back warily, watching him.
“I knew some of them straight away,” he told me last month. “I had feared Bucca all the way down on the plane. But when I got there, it was much better than I thought. In every way.”
The jihadist, who uses the nom de guerre Abu Ahmed, entered Camp Bucca as a young man a decade ago, and is now a senior official within Islamic State (Isis) – having risen through its ranks with many of the men who served time alongside him in prison. Like him, the other detainees had been snatched by US soldiers from Iraq’s towns and cities and flown to a place that had already become infamous: a foreboding desert fortress that would shape the legacy of the US presence in Iraq.
The other prisoners did not take long to warm to him, Abu Ahmed recalled. They had also been terrified of Bucca, but quickly realised that far from their worst fears, the US-run prison provided an extraordinary opportunity. “We could never have all got together like this in Baghdad, or anywhere else,” he told me. “It would have been impossibly dangerous. Here, we were not only safe, but we were only a few hundred metres away from the entire al-Qaida leadership.”
It was at Camp Bucca that Abu Ahmed first met Abu Bakr al-Baghdadi, the emir of Isis who is now frequently described as the world’s most dangerous terrorist leader. From the beginning, Abu Ahmed said, others in the camp seemed to defer to him. “Even then, he was Abu Bakr. But none of us knew he would ever end up as leader.”
Abu Ahmed was an essential member of the earliest incarnation of the group. He had been galvanised into militancy as a young man by an American occupation that he and many like him believed was trying to impose a power shift in Iraq, favouring the country’s larger Shia population at the expense of the dominant Sunnis. His early role in what would become Isis led naturally to the senior position he now occupies within a revitalised insurgency that has spilled across the border into Syria. Most of his colleagues regard the crumbling order in the region as a fulfilment of their ambitions in Iraq – which had remained unfinished business, until the war in Syria gave them a new arena.
He agreed to speak publicly after more than two years of discussions, over the course of which he revealed his own past as one of Iraq’s most formidable and connected militants – and shared his deepening worry about Isis and its vision for the region. With Iraq and Syria ablaze, and the Middle East apparently condemned to another generation of upheaval and bloodshed at the hands of his fellow ideologues, Abu Ahmed is having second thoughts. The brutality of Isis is increasingly at odds with his own views, which have mellowed with age as he has come to believe that the teachings of the Qur’an can be interpreted and not read literally.
His misgivings about what the Islamic State has become led him to speak to the Guardian in a series of expansive conversations, which offer unique insight into its enigmatic leader and the nascent days of the terror group – stretching from 2004, when he met Abu Bakr al-Baghdadi in Camp Bucca, to 2011, when the Iraqi insurgency crossed the border into Syria.
At the beginning, back in Bucca, the prisoner who would become the most wanted man in the world had already set himself apart from the other inmates, who saw him as aloof and opaque. But, Abu Ahmed recalled, the jailers had a very different impression of Baghdadi – they saw him as a conciliatory and calming influence in an environment short on certainty, and turned to him to help resolve conflicts among the inmates. “That was part of his act,” Abu Ahmed told me. “I got a feeling from him that he was hiding something inside, a darkness that he did not want to show other people. He was the opposite of other princes who were far easier to deal with. He was remote, far from us all.”

* * *

Baghdadi was born Ibrahim ibn Awwad al-Badri al-Samarrai in 1971, in the Iraqi city of Samarra. He was detained by US forces in Falluja, west of Baghdad, in February 2004, months after he had helped found a militant group, Jeish Ahl al-Sunnah al-Jamaah, which had taken root in the restive Sunni communities around his home city.
“He was caught at his friend’s house,” said Dr Hisham al-Hashimi, an analyst who advises the Iraqi government on Isis. “His friend’s name was Nasif Jasim Nasif. Then he was moved to Bucca. The Americans never knew who they had.” Most of Baghdadi’s fellow prisoners – some 24,000 men, divided into 24 camps – seem to have been equally unaware. The prison was run along strictly hierarchical lines, down to a Teletubbies-like uniform colour scheme which allowed jailers and captives alike to recognise each detainee’s place in the pecking order. “The colour of the clothes we wore reflected our status,” said Abu Ahmed. “If I remember things correctly, red was for people who had done things wrong while in prison, white was a prison chief, green was for a long sentence and yellow and orange were normal.”
When Baghdadi, aged 33, arrived at Bucca, the Sunni-led anti-US insurgency was gathering steam across central and western Iraq. An invasion that had been sold as a war of liberation had become a grinding occupation. Iraq’s Sunnis, disenfranchised by the overthrow of their patron, Saddam Hussein, were taking the fight to US forces – and starting to turn their guns towards the beneficiaries of Hussein’s overthrow, the country’s majority Shia population.
The small militant group that Baghdadi headed was one of dozens that sprouted from a broad Sunni revolt – many of which would soon come together under the flag of al-Qaida in Iraq, and then the Islamic State of Iraq. These were the precursors to the juggernaut now known simply as theIslamic State, which has, under Bagdhadi’s command, overrun much of the west and centre of the country and eastern Syria, and drawn the US military back to a deeply destabilised region less than three years after it left vowing never to return.
But at the time of his stay at Bucca, Baghdadi’s group was little-known, and he was a far less significant figure than the insurgency’s notional leader, the merciless Abu Musab al-Zarqawi, who came to represent the sum of all fears for many in Iraq, Europe and the US. Baghdadi, however, had a unique way to distinguish himself from the other aspiring leaders inside Bucca and outside on Iraq’s savage streets: a pedigree that allowed him to claim direct lineage to the Prophet Muhammad. He had also obtained a PhD in Islamic studies from the Islamic University of Baghdad, and would draw on both to legitimise his unprecedented claim to anoint himself caliph of the Islamic world in July 2014, which realised a sense of destiny evident in the prison yard a decade earlier.
“Baghdadi was a quiet person,” said Abu Ahmed. “He has a charisma. You could feel that he was someone important. But there were others who were more important. I honestly did not think he would get this far.”
Baghdadi also seemed to have a way with his captors. According to Abu Ahmed, and two other men who were jailed at Bucca in 2004, the Americans saw him as a fixer who could solve fractious disputes between competing factions and keep the camp quiet.
“But as time went on, every time there was a problem in the camp, he was at the centre of it,” Abu Ahmed recalled. “He wanted to be the head of the prison – and when I look back now, he was using a policy of conquer and divide to get what he wanted, which was status. And it worked.” By December 2004, Baghdadi was deemed by his jailers to pose no further risk and his release was authorised.
 “He was respected very much by the US army,” Abu Ahmed said. “If he wanted to visit people in another camp he could, but we couldn’t. And all the while, a new strategy, which he was leading, was rising under their noses, and that was to build the Islamic State. If there was no American prison in Iraq, there would be no IS now. Bucca was a factory. It made us all. It built our ideology.”
As Isis has rampaged through the region, it has been led by men who spent time in US detention centres during the American occupation of Iraq – in addition to Bucca, the US also ran Camp Cropper, near Baghdad airport, and, for an ill-fated 18 months early in the war, Abu Ghraib prison on the capital’s western outskirts. Many of those released from these prisons – and indeed, several senior American officers who ran detention operations – have admitted that the prisons had an incendiary effect on the insurgency.
“I went to plenty of meetings where guys would come through and tell us how well it was all going,” said Ali Khedery, a special aide to all US ambassadors who served in Iraq from 2003-11, and to three US military commanders. But eventually even top American officers came to believe they had “actually become radicalising elements. They were counterproductive in many ways. They were being used to plan and organise, to appoint leaders and launch operations.”
Abu Ahmed agreed. “In prison, all of the princes were meeting regularly. We became very close to those we were jailed with. We knew their capabilities. We knew what they could and couldn’t do, how to use them for whatever reason. The most important people in Bucca were those who had been close to Zarqawi. He was recognised in 2004 as being the leader of the jihad.
“We had so much time to sit and plan,” he continued. “It was the perfect environment. We all agreed to get together when we got out. The way to reconnect was easy. We wrote each other’s details on the elastic of our boxer shorts. When we got out, we called. Everyone who was important to me was written on white elastic. I had their phone numbers, their villages. By 2009, many of us were back doing what we did before we were caught. But this time we were doing it better.”
According to Hisham al-Hashimi, the Baghdad-based analyst, the Iraqi government estimates that 17 of the 25 most important Islamic State leaders running the war in Iraq and Syria spent time in US prisons between 2004 and 2011. Some were transferred from American custody to Iraqi prisons, where a series of jailbreaks in the last several years allowed many senior leaders to escape and rejoin the insurgent ranks.
Abu Ghraib was the scene of the biggest – and most damaging – breakout in 2013, with up to 500 inmates, many of them senior jihadists handed over by the departing US military, fleeing in July of that year after the prison was stormed by Islamic State forces, who launched a simultaneous, and equally successful, raid on nearby Taji prison.
Iraq’s government closed Abu Ghraib in April 2014 and it now stands empty, 15 miles from Baghdad’s western outskirts, near the frontline between Isis and Iraq’s security forces, who seem perennially under-prepared as they stare into the heat haze shimmering over the highway that leads towards the badlands of Falluja and Ramadi.
Parts of both cities have become a no-go zone for Iraq’s beleaguered troops, who have been battered and humiliated by Isis, a group of marauders unparalleled in Mesopotamia since the time of the Mongols. When I visited the abandoned prison late this summer, a group of disinterested Iraqi forces sat at a checkpoint on the main road to Baghdad, eating watermelon as the distant rumble of shellfire sounded in the distance. The imposing walls of Abu Ghraib were behind them, and their jihadist enemies were staked out further down the road. The revelation of abuses at Abu Ghraib had a radicalising effect on many Iraqis, who saw the purported civility of American occupation as little improvement on the tyranny of Saddam. While Bucca had few abuse complaints prior to its closure in 2009, it was seen by Iraqis as a potent symbol of an unjust policy, which swept up husbands, fathers, and sons – some of them non-combatants – in regular neighbourhood raids, and sent them away to prison for months or years.
At the time, the US military countered that its detention operations were valid, and that similar practices had been deployed by other forces against insurgencies – such as the British in Northern Ireland, the Israelis in Gaza and the West Bank, and the Syrian and Egyptian regimes.
Even now, five years after the US closed down Bucca, the Pentagon defends the camp as an example of lawful policy for a turbulent time. “During operations in Iraq from 2003 to 2011, US Forces held thousands of Law of War detainees,” said Lt Col Myles B Caggins III, a US Department of Defense spokesman for detainee policy. “These type of detentions are common practice during armed conflict. Detaining potentially dangerous people is the legal and humane method of providing security and stability for civilian populations.”

* * *

Some time after Baghdadi was released from Bucca, Abu Ahmed was also freed. After being flown to Baghdad airport, he was picked up by men he had met in Bucca. They took him to a home in the west of the capital, where he immediately rejoined the jihad, which had transformed from a fight against an occupying army into a vicious and unrestrained war against Iraqi Shia.
Death squads were by then roaming Baghdad and much of central Iraq, killing members of opposite sects with routine savagery and exiling residents from neighbourhoods they dominated. The capital had quickly become a very different place to the city Abu Ahmed had left a year earlier. But with the help of new arrivals at Bucca, those inside the prison had been able to monitor every new development in the unfolding sectarian war. Abu Ahmed knew the environment he was returning to. And his camp commanders had plans for him.
The first thing he did when he was safe in west Baghdad was to undress, then carefully take a pair of scissors to his underwear. “I cut the fabric from my boxers and all the numbers were there. We reconnected. And we got to work.” Across Iraq, other ex-inmates were doing the same. “It really was that simple,” Abu Ahmed said, smiling for the first time in our conversation as he recalled how his captors had been outwitted. “Boxers helped us win the war.”
Zarqawi wanted a 9/11 moment to escalate the conflict – something that would take the fight to the heart of the enemy, Abu Ahmed recalled. In Iraq, that meant one of two targets – a seat of Shia power or, even better, a defining religious symbol. In February 2006, and again two months later, Zarqawi’s bombers destroyed the Imam al-Askari shrine in Samarra, north of Baghdad. The sectarian war was fully ignited and Zarqawi’s ambitions realised.
Asked about the merits of this violent provocation, Abu Ahmed paused for the first time in our many conversations. “There was a reason for opening this war,” he said. “It was not because they are Shia, but because the Shia were pushing for it. The American army was facilitating the takeover of Iraq and giving the country to them. They were in cooperation with each other.”
He then reflected on the man who gave the orders. “Zarqawi was very smart. He was the best strategist that the Islamic State has had. Abu Omar [al-Baghdadi] was ruthless,” Abu Ahmed said, referring to Zarqawi’s successor, who was killed in a US-led raid in April 2010. “And Abu Bakr is the most bloodthirsty of all.
“After Zarqawi was killed, the people who liked killing even more than him became very important in the organisation. Their understanding of sharia and of humanity was very cheap. They don’t understand the Tawheed (the Qur’anic concept of God’s oneness) the way it was meant to be understood. The Tawheed should not have been forced by war.”
Despite reservations that were already starting to stir, by 2006, Abu Ahmed had become part of a killing machine that would operate at full speed for much of the following two years. Millions of citizens were displaced, neighbourhoods were cleansed along sectarian lines, and an entire population numbed by unchecked brutality.
That summer, the US finally caught up with Zarqawi, with the help of Jordanian intelligence, killing him in an airstrike north of Baghdad. From late 2006, the organisation was on the back foot – hampered by a tribal revolt that uprooted its leadership from Anbar and shrank its presence elsewhere in Iraq. But according to Abu Ahmed, the group used the opportunity to evolve, revealing a pragmatism in addition to its hardline ideology. For Isis, the relatively quiet years between 2008 and 2011 represented a lull, not a defeat.
By this time, Abu Bakr al-Baghdadi had risen steadily through the group to become a trusted aide to its leader, Abu Omar al-Baghdadi, and his deputy, the Egyptian jihadist Abu Ayub al-Masri. It was at this point, Abu Ahmed said, that Isis made an approach to the Ba’athist remnants of the old regime – ideological opponents who shared a common enemy in the US and the Shia-led government it backed.
Earlier incarnations of Isis had dabbled with the Ba’athists, who lost everything when Saddam was ousted, under the same premise that “my enemy’s enemy is my friend”. But by early 2008, Abu Ahmed and other sources said, these meetings had become far more frequent – and many of them were taking place in Syria.
Syria’s links to the Sunni insurgency in Iraq had been regularly raised by US officials in Baghdad and by the Iraqi government. Both were convinced that the Syrian president, Bashar al-Assad, allowed jihadists to fly into Damascus airport, where military officials would escort them to the border with Iraq. “All the foreigners I knew got into Iraq that way,” Abu Ahmed told me. “It was no secret.”

* * *

From 2008, when the US began to negotiate the transition of its powers to Iraq’s feeble security institutions – and therefore pave the way to its own exit – the Americans increasingly turned to only a few trusted figures in the Iraqi government. One of them was Major General Hussein Ali Kamal, the director of intelligence in the country’s Interior Ministry. A secular Kurd who had the trust of the Shia establishment, one of Kamal’s many duties was to secure Baghdad against terror attacks.
Like the Americans, General Kamal was convinced that Syria was destabilising Iraq, an assessment based on the interrogations of jihadists who had been captured by his troops. Throughout 2009, in a series of interviews, Kamal laid out his evidence, using maps that plotted the routes used by jihadists to cross the border into western Iraq, and confessions that linked their journeys to specific mid-ranking officers in Syrian military intelligence.
As Isis activity ebbed in Iraq, he had become increasingly obsessed with two meetings that had taken place in Syria early in 2009, which brought together Iraqi jihadists, Syrian officials and Ba’athists from both countries. (Kamal, who was diagnosed with a rare cancer in 2012, died earlier this year, and authorised me to publish details of our conversations. “Just tell the truth,” he said during our last interview in June 2014.)
When I first met him in 2009, he was poring over transcripts of recordings that had been made at two secret meetings in Zabadani, near Damascus, in the spring of that year. The attendees included senior Iraqi Ba’athists who had taken refuge in Damascus since their patron Saddam was ousted, Syrian military intelligence officers, and senior figures in what was then known as al-Qaida in Iraq. The Syrians had developed links to the jihadists since the earliest days of the anti-US insurgency and had used them to unsettle the Americans and their plans for Iraq.
“By early in 2004/05, Islamic elements, jihadists and disenfranchised Ba’athists were starting to get together,” said Ali Khedery, the former adviser to American ambassadors and senior commanders in Bagdhad. “They were naturally disciplined, well organised people who knew the lay of the land. And over time, some folks who were Ba’athists became more and more Islamist and the insurgency raged. By 2007, General [David] Petraeus was saying there was crystal clear intelligence of cooperation between Syrian military intelligence and the jihadists. Though the motivations never really aligned 100%.” In our conversations, Abu Ahmed emphasised the Syrian connection to Iraq’s insurgency. “The mujahideen all came through Syria,” he said. “I worked with many of them. Those in Bucca had flown to Damascus. A very small number had made it from Turkey, or Iran. But most came to Iraq with the help of the Syrians.”
The supply line was viewed by Iraqi officials as an existential threat to Iraq’s government and was the main source of the poisonous relationship between Nouri al-Maliki, then Iraq’s prime minister, and Bashar al-Assad. Maliki had become convinced early in the civil war that Assad was trying to undermine his regime as a way to embarrass the Americans, and the evidence he saw in 2009 from the meeting in Damascus took his loathing of the Syrian leader to a whole new level.
 “We had a source in the room wearing a wire,” at the meeting in Zabadani, General Kamal told me at the time. “He is the most sensitive source we have ever had. As far as we know, this is the first time there has been a strategic level meeting between all of these groups. It marks a new point in history.”
The Ba’athists present led the meeting. Their aim, according to General Kamal’s source, was to launch a series of spectacular attacks in Baghdad and thereby undermine Maliki’s Shia-majority government, which had for the first time begun to assert some order in post-civil war Iraq. Until then, al-Qaida in Iraq and the Ba’athists had been fierce ideological enemies, but the rising power of the Shias – and their backers in Iran – brought them together to plan a major strike on the capital.
By July 2009, the Interior Ministry had increased security at all checkpoints across the Tigris river into Baghdad, making a commute at any time of day even more insufferable than normal. And then General Kamal received a message from his source in Syria. The extra security at the bridges had been spotted by the attack plotters, he said. New targets were being chosen, but he didn’t know what they were, or when they would be hit. For the next two weeks, Kamal worked well into the evening in his fortified office in the southern suburb of Arasat, before being sped by armoured convoy across the July 14 Bridge – which had been a target only days earlier – to his home inside the Green Zone.
For the rest of the month, General Kamal spent several hours each scorching night sweating it out on a treadmill, hoping that the exercise would clear his head and get him ahead of the attackers. “I may be losing weight, but I’m not finding the terrorists,” he told me during our last conversation before the attackers finally struck. “I know they’re planning something big.”
On the morning of 19 August, the first of three flat-bed trucks carrying three large 1000-litre water tanks, each filled with explosives, detonated on an overpass outside the Finance Ministry in south-eastern Baghdad. The blast sent a rumble across the Emerald City, raising desert soil that caked homes brown, and sending thousands of pigeons scattering through the sky. Three minutes later, a second enormous bomb blew up outside the Foreign Ministry on the northern edge of the Green Zone. Shortly after that, a third blast hit a police convoy near the Finance Ministry. More than 101 people were killed and nearly 600 wounded; it was one of the deadliest attacks in the six-year-old Iraqi insurgency.

 “I failed,” Kamal told me that day. “We all failed.” Within hours, he was summoned to meet Maliki and his security chiefs. The prime minister was lived. “He told me to present what I had to the Syrians,” Kamal later said. “We arranged with Turkey to act as a mediator and I flew to Ankara to meet with them. I took this file” – he tapped a thick white folder on his desk – “and they could not argue with what we showed them. The case was completely solid and the Syrians knew it. Ali Mamlouk [the head of Syrian general security] was there. All he did was look at me smiling and say ‘I will not recognise any official from a country that is under US occupation’. It was a waste of time.” Iraq recalled its ambassador to Damascus, and Syria ordered its envoy to Baghdad home in retaliation. Throughout the rest of the year, and into early 2010, relations between Maliki and Assad remained toxic.
In March 2010, Iraqi forces, acting on a US tip, arrested an Islamic State leader named Munaf Abdul Rahim al-Rawi, who was revealed to be one of the group’s main commanders in Baghdad, and one of the very few people who had access to the group’s then leader, Abu Omar al-Baghdadi. Al-Rawi talked. And in a rare moment of collaboration, Iraq’s three main intelligence bodies, including General Kamal’s Intelligence Division, conspired to get a listening device and GPS location tracker in a flower box delivered to Abu Omar’s hideout.
After it was confirmed that Abu Omar and his deputy, Abu Ayub al-Masri, were present at a house six miles south-west of Tikrit, it was attacked in a US-led raid. Both men detonated suicide vests to avoid being captured. Messages to Osama bin Laden and Ayman al-Zawahiri were found on a computer inside the house. Much like Bin Laden’s safe house in Pakistan, where he would be killed a little more than a year later, Abu Omar’s hideout had no internet connections or telephone lines – all important messages were carried in and out by only three men. One of them was Abu Bakr al-Baghdadi.
“Abu Bakr was a messenger for Abu Omar,” Abu Ahmed told me. “He became the closest aide to him. The messages that got to Osama bin Laden were sometimes drafted by him and their journey always started with him. When Abu Omar was killed, Abu Bakr was made leader. That time we all had in Bucca became very important again.”
The deaths of Abu Omar al-Baghdadi and Abu Ayub al-Masri were a serious blow to Isis, but the roles they had vacated were quickly filled by the alumni of Camp Bucca – whose upper echelons had begun preparing for this moment since their time behind the wire of their jail in southern Iraq. “For us it was an academy,” Abu Ahmed said, “but for them” – the senior leaders – “it was a management school. There wasn’t a void at all, because so many people had been mentored in prison.
“When [the civil war in] Syria became serious,” he continued, “it wasn’t difficult to transfer all that expertise to a different battle zone. The Iraqis are the most important people on the military and Shura councils in Isis now, and that is because of all of those years preparing for such an event. I underestimated Baghdadi. And America underestimated the role it played in making him what he is.”
Abu Ahmed remains a member of Isis; he is active in the group’s operations in both Iraq and Syria. Throughout our discussions, he portrayed himself as a man reluctant to stay with the group, and yet unwilling to risk any attempt to leave.
Life with Isis means power, money, wives and status – all attractive lures for young firebrands with a cause - but it also means killing and dominating for a worldview in which he no longer believes so fervently. He said hundreds of young men like him, who were drawn to a Sunni jihad after the US invasion, do not believe that the latest manifestation of the decade-long war remains true to its origins.
“The biggest mistake I made is to join them,” Abu Ahmed said, but added that leaving the group would mean that he and his family would certainly be killed. Staying and enforcing the group’s brutal vision, despite partially disavowing it, does not trouble Abu Ahmed, who sees himself as having few other options.
 “It’s not that I don’t believe in Jihad,” he said. “I do,” he continued, his voice trailing away. “But what options do I have? If I leave, I am dead.”
The arc of his involvement with what is now the world’s most menacing terrorist group mirrors many others who now hold senior positions in the group: first a battle against an invading army, then a score to be settled with an ancient sectarian foe, and now, a war that could be acting out an end of days prophecy.
In the world of the Bucca alumni, there is little room for revisionism, or reflection. Abu Ahmed seems to feel himself swept along by events that are now far bigger than him, or anyone else.
“There are others who are not ideologues,” he said, referring to senior Isis members close to Baghdadi. “People who started out in Bucca, like me. And then it got bigger than any of us. This can’t be stopped now. This is out of the control of any man. Not Baghdadi, or anyone else in his circle.”

Martin Chulov covers the Middle East for the Guardian. He has reported from the region since 2005. Additional reporting by Salaam Riazk
Thursday 11 December 2014