Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γραφές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γραφές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2017
Αρχαία ελληνική λογοτεχνία: Το υπόβαθρο της ελληνικής λογοτεχνίας
Μυκήνες: Η πύλη των λεόντων
Αρχαία ελληνική
λογοτεχνία:
Το υπόβαθρο της
ελληνικής λογοτεχνίας
Οι ρίζες του πολιτισμού της Δύσης
Οι ιστορικές έρευνες έχουν δείξει ότι πίσω από την εκτυφλωτική λάμψη των ομηρικών επών, τα οποία θεωρούμε ως αφετηρία της ελληνικής λογοτεχνίας, υφίσταται το θολό περίγραμμα μίας περίπου χιλιετίας ελληνικής ιστορίας.
Αν και δεν είμαστε σε θέση να ορίσουμε επακριβώς τη χρονική στιγμή κατά την οποία εμφανίστηκαν στη Νότια Βαλκανική τα πρώτα μεταναστευτικά κύματα από ελληνικές φυλές που ήταν εγκατεστημένες στο βορρά, μπορούμε να την τοποθετήσουμε μετά σχετικής βεβαιότητας στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. και ίσως λίγο παλαιότερα (2300/2200 π.Χ.).
Οι έλληνες εισβολείς δεν ήταν οι πρώτοι που εγκαταστάθηκαν σε αυτήν τη γη, στην οποία οι δρόμοι των μεταναστεύσεων ήταν χαραγμένοι εκ των προτέρων λόγω του έντονου γεωγραφικού αναγλύφου. Όπως φανερώνουν τα αρχαιολογικά ευρήματα, οι μετανάστες συνάντησαν αρχαίους πολιτισμούς που βρίσκονταν σε ακμή.
Η ανάμειξη των ινδοευρωπαίων μεταναστών με τους ξένους λαούς (Πελασγούς, Κάρες, Λέλεγες κ.ά.) που βρήκαν στη Νότια Βαλκανική επηρέασε τη γένεση του ελληνικού λαού. Και κάτι ακόμη σημαντικότερο: η συνάντηση και αλληλεπίδραση των δύο αυτών μερών, στην οποία οφείλεται και το πλήθος των αντινομιών που χαρακτήριζαν την πνευματική ζωή των Ελλήνων, υπήρξε ένα γεγονός καθοριστικής σημασίας, που δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση του πολιτισμού της Δύσης.
Από τα μέσα του 16ου αιώνα π.Χ. καθίσταται φανερός ένας πρώιμος ελληνικός πολιτισμός, ο αποκαλούμενος μυκηναϊκός, που βρισκόταν κάτω από την ισχυρή επίδραση του πλούσιου και ξενότροπου πολιτισμού της θαλασσοκράτειρας μινωικής Κρήτης.
Υπεύθυνοι για την καταστροφή του μυκηναϊκού κόσμου γύρω στο 1200 π.Χ., περίπου διακόσια χρόνια μετά τον αφανισμό του μινωικού πολιτισμού, θεωρήθηκαν επί μακρόν οι Δωριείς (είναι γνωστή σε όλους η λεγόμενη κάθοδος των Δωριέων, η μεγάλης κλίμακας μετανάστευσή τους προς νότον).
[...]
Την καταστροφή του μυκηναϊκού πολιτισμού ακολούθησαν σκοτεινοί αιώνες, για τους οποίους δε γνωρίζουμε παρά ελάχιστα πράγματα. Όμως, στην προαναφερθείσα εισροή ελληνικών φυλών βρισκόταν η αφετηρία μιας εξελικτικής διαδικασίας που επέπρωτο να φέρει, στον 8ο αιώνα π.Χ., την τελείωση του γεωμετρικού ρυθμού και την ακμή της επικής ποίησης.
Δύο γεγονότα της προομηρικής εποχής δημιούργησαν ευνοϊκές προϋποθέσεις για την ελληνική λογοτεχνία: η γένεση της ελληνικής γραφής και η δημιουργία του ελληνικού μύθου.
Από τη μια πλευρά, γνωρίζουμε ότι ο μυκηναϊκός κόσμος χρησιμοποίησε στο β’ μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ. τη Γραμμική Β γραφή, ένα σύστημα συλλαβικών συμβόλων που εξελίχθηκε από την παλαιά κρητική γραφή (Γραμμική Α), προκειμένου να αποδοθούν, έστω και με πολύ άκομψο τρόπο, ελληνικές λέξεις.
Η γνώση αυτού του ανεπαρκούς για τις ανάγκες της ελληνικής γλώσσας συστήματος γραφής χάθηκε προφανώς με την καταστροφή που επέφερε η μετανάστευση των Δωριέων. Οι Έλληνες, αναγκασμένοι να ξεκινήσουν και σε αυτό το πεδίο από την αρχή, έφθασαν τελικά στην εφεύρεση της ελληνικής φθογγικής γραφής, ενδεχομένως στο α΄ μισό του 9ου αιώνα π.Χ.
Από την άλλη πλευρά, οι γνωστοί ελληνικοί θρύλοι διαμορφώθηκαν, σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, ανάμεσα στο 12ο και τον 8ο αιώνα π.Χ. Οι μύθοι των Ελλήνων, καρπός της ένωσης ινδοευρωπαϊκών και μεσογειακών στοιχείων, αλλά και της επίδρασης των αρχαίων πολιτισμών της Ανατολής, επηρέασαν καθοριστικά την ελληνική ποίηση τόσο στη θεματολογία όσο και στην πνευματική στάση της.
Αξίζει τέλος να σημειώσουμε ότι πριν από τον Όμηρο δεν υπάρχει λογοτεχνία με την έννοια του γραπτού λόγου, αλλά αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση πως δεν υπάρχει και ποίηση, ηρωικό έπος, θρύλοι και τραγούδια για μεγάλα κατορθώματα, ήδη από τους Μυκηναϊκούς Χρόνους.
Βαγγέλης
Στεργιόπουλος
23-25 Οκτ.
2017
Ετικέτες
Αρχαιοελληνική Γραμματεία,
Γραφές,
Ελληνισμός
Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015
To μυκηναϊκό ανάκτορο αποκαλύφθηκε στην Λακωνία
Το Ιερό του Αμυκλαίου Απόλλωνα στην Σπάρτη
To μυκηναϊκό ανάκτορο και το Ιερό του Απόλλωνα
αποκαλύφθηκαν στην Λακωνία
Στο φως σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα
Αθήνα
Ένα νέο μυκηναϊκό ανάκτορο φέρνουν στο φως στην πεδιάδα της Σπάρτης οι αρχαιολογικές έρευνες που πραγματοποιούνται από το 2009 στο λόφο του Αγίου Βασιλείου, κοντά στο χωριό Ξηροκάμπι Λακωνίας. Κατά την ανασκαφική έρευνα ανευρέθησαν επίσης πολλές πινακίδες Γραμμικής Β' Γραφής, της πρώτης δηλαδή καταγραφής της ελληνικής γλώσσας.
Όπως αναφέρει σε ανακοίνωση του το Υπουργείο Πολιτισμού, οι γραπτές αυτές μαρτυρίες συνιστούν το πολυτιμότερο εύρημα της ανασκαφής, που καθίσταται ακόμη πιο σημαντικό καθώς εντάσσεται στη σφαίρα της πρωτοϊστορίας για τον ελληνικό χώρο, όπου τα γραπτά τεκμήρια είναι ελάχιστα.
Η ανασκαφή στον Άγιο Βασίλειο διεξάγεται τα τελευταία χρόνια υπό τη διεύθυνση της επίτιμης Εφόρου Αρχαιοτήτων Αδαμαντίας Βασιλογάμβρου και χαρακτηρίζεται ως μία από τις πιο σπουδαίες συστηματικές ανασκαφές στον τομέα της ελληνικής πρωτοϊστορίας.
Συγκεκριμένα, με την εφαρμογή μεθόδων γεωφυσικής διασκόπησης έχουν εντοπιστεί θαμμένα οικοδομικά κατάλοιπα με σταθερό προσανατολισμό σε έκταση 35 τουλάχιστον στρεμμάτων. Η αρχή της εγκατάστασης ανάγεται στην μεταβατική περίοδο από την Μεσοελλαδική στην Υστεροελλαδική-Μυκηναϊκή εποχή (17ος-16ος αι. π.Χ.), στην οποία χρονολογείται το νεκροταφείο κτιστών κιβωτιόσχημων τάφων και απλών λάκκων στην κορυφή του λόφου.
Στην ίδια εποχή χρονολογείται και η πρώτη οικοδομική φάση της εγκατάστασης, η οποία, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, καταστράφηκε κατά την ΥΕ ΙΙΒ-ΙΙΙΑ1 περίοδο (τέλη 15ου-αρχές 14ου αι. π.Χ), πιθανόν από πυρκαγιά.
Μετά την πρώτη αυτή καταστροφή, ιδρύονται νέα ισχυρά και εκτεταμένα ανακτορικά κτήρια. Αυτά αναπτύσσονται περιμετρικά μιας μεγάλης κεντρικής αυλής, στις δύο πλευρές της οποίας (νότια και δυτική) έχει αποκαλυφθεί στοά επί πεσσοκιονοστοιχίας.
Σε δωμάτιο του ορόφου της Δυτικής Στοάς φυλασσόταν ένα αρχείο του ανακτόρου, η ανασκαφή του οποίου βρίσκεται σε εξέλιξη. Οι ωμές πήλινες πινακίδες, στις οποίες ήσαν χαραγμένα τα κείμενα σε γραμμική Β γραφή, διατηρήθηκαν χάρη σε πυρκαγιά που επίσης κατέστρεψε τα νέα ανακτορικά κτήρια κατά την ΥΕ ΙΙΙ Α περίοδο (14ος αι. π.Χ.).
Το αρχείο περιλαμβάνει πινακίδες όλων των γνωστών από τα άλλα ανακτορικά κέντρα τύπων, φυλλόσχημες και σελιδόσχημες, καθώς και ετικέτες και πήλινα σφραγίσματα. Στα κείμενα αναφέρονται παροχές αγαθών σε ιερό ή ιερά, ανδρικά και γυναικεία ονόματα, τοπωνύμια και ο τίτλος άναξ στη γενική πτώση, άνακτος.
Με λατρευτικές - θρησκευτικές πρακτικές συνδέεται ένα από τα κτήρια που ανασκάπτονται ανατολικά της αυλής, το Κτήριο Α. Η φωτιά έψησε και διατήρησε σε ικανό ύψος την ωμοπλινθοδομή και την πηλοκονία των εσωτερικών διαχωριστικών τοίχων του, στο οποίο έχουν μέχρι στιγμής ερευνηθεί δέκα δωμάτια. Αυτά περιείχαν πολλά χαρακτηριστικά λατρευτικά αντικείμενα και σκεύη, όπως πήλινα ειδώλια βοοειδών και ελεφαντοστέινο ειδώλιο ανδρικής μορφής που κρατάει νεαρό μοσχαράκι ή ταύρο, μεγάλο πήλινο ρυτό σε σχήμα κεφαλής ταύρου, λίθινη πρόχους με διπλό χείλος, δύο μεγάλοι τρίτωνες κ.α.
Εκτός αυτών βρέθηκαν πολλά μικρά διακοσμητικά αντικείμενα καθώς και σφραγιδόλιθοι, αιγυπτιακοί σκαραβαίοι, κ.α. Σε ένα δωμάτιο φυλάσσονταν, πιθανόν τακτοποιημένα σε κιβώτιο από οργανικό υλικό, εικοσιένα χάλκινα ξίφη, ενώ κάτω από το δάπεδο ενός άλλου, βρέθηκε πυκνό στρώμα από οστά ζώων, αγγεία και πολύτιμα μικροαντικείμενα. Με το στρώμα αυτό είναι πιθανό να σχετίζονται τα υπολείμματα πυρών που εντοπίστηκαν σε ανοικτό χώρο ανατολικά του κτηρίου.
Μια μεγάλη ποσότητα θραυσμάτων τοιχογραφιών με χαρακτηριστικά μυκηναϊκά θέματα που βρέθηκαν στην επίχωση ενός δεύτερου κτηρίου (Κτήριο Β) και σε χώρο απόθεσης απορριμμάτων σε αδόμητη περιοχή, τεκμηριώνει την ύπαρξη τοιχογραφικού διακόσμου στα ανακτορικά οικοδομήματα.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού, «η ανακτορική εγκατάσταση του Αγ. Βασιλείου μας παρέχει μια μοναδική δυνατότητα να διερευνήσουμε με τη χρήση των σύγχρονων μεθόδων ανασκαφής και ανάλυσης τη δημιουργία και εξέλιξη ενός μυκηναϊκού ανακτορικού κέντρου με στόχο την ανασύνθεση της πολιτικής, διοικητικής, οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης της περιοχής. Παράλληλα εκτιμάται ότι θα προκύψουν νέα στοιχεία σχετικά με τη μυκηναϊκή θρησκεία και ζητήματα γλωσσολογίας και παλαιογραφίας».
Το χώρο της ανασκαφής επισκέφθηκε την περασμένη Παρασκευή η αν. Γενική Γραμματέας του υπουργείου Πολιτισμού κυρία Μαρία Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη, καθώς και μια δεύτερη σημαντική ανασκαφή που διεξάγεται στην ευρύτερη περιοχή της Σπάρτης: αυτή του Ιερού του Αμυκλαίου Απόλλωνα στο λόφο Αγίας Κυριακής στις Αμύκλες Λακωνίας.
Η ανασκαφή του Ιερού του Αμυκλαίου Απόλλωνα που διεξάγεται υπό τη διεύθυνση του ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Άγγελου Δεληβορριά, του Σταύρου Βλίζου από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, και την εποπτεία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λακωνίας, φέρνει στο φως ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά ιερά με έναρξη ζωής στα γεωμετρικά χρόνια.
Η ερευνητική ομάδα διαφωτίζει αργά αλλά με επιμονή και υπομονή το θέμα του ναού (Θρόνου) του Απόλλωνα, που έχει απασχολήσει πολλούς επιστήμονες μέχρι σήμερα. Η έρευνα πραγματοποιείται κάτω από δυσχερείς συνθήκες, διότι το Ιερό έχει υποστεί εκτεταμένη καταστροφή κατά το παρελθόν.
Ειδικότερα, η συστηματική ανασκαφική έρευνα που πραγματοποιήθηκε κατά την έναρξη του πενταετούς ερευνητικού προγράμματος Αμυκλών και ολοκληρώνεται αυτό το μήνα αποκάλυψε τη συνέχεια του περιβόλου κατά μήκος της δυτικής πλαγιάς του λόφου της Αγίας Κυριακής, όπου βρίσκεται το ιερό του Αμυκλαίου Απόλλωνα περίπου 5 χλμ. νοτίως της Σπάρτης.
Το σημαντικό αυτό εύρημα έρχεται να συμπληρώσει τα περισσότερο από ενθαρρυντικά πορίσματα των έως τώρα εργασιών.
Σύμφωνα με τα πεπραγμένα της περιόδου 2009-2013, ολόκληρη η επιφάνεια του λόφου της Αγ. Κυριακής που σχετίζεται με τη λειτουργία και τα μνημεία του ιερού ερευνήθηκε διεξοδικά. Με τις έρευνες αυτές εντοπίστηκαν στην κορυφή του λόφου λείψανα του πρωτοελλαδικού-μεσοελλαδικού οικισμού και προσδιορίστηκε η πρώτη μνημειακή φάση του ιερού στα υστερογεωμετρικά χρόνια με την αποκάλυψη του παλαιότερου περιβόλου.
Ταυτόχρονα, όμως, άλλαξαν τα δεδομένα της έρευνας που είχαν γίνει αποδεκτά έως την έναρξη των πρόσφατων εργασιών: Ο εντοπισμός της τάφρου θεμελίωσης του ναού, του λεγόμενου θρόνου του Απόλλωνα, δημιουργεί νέα δεδομένα σχετικά με τις διαστάσεις του οικοδομήματος, ενώ την εικόνα του αρχαϊκού ιερού συμπληρώνει βορειοδυτικά ένα μνημειακό πρόπυλο.
Όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού, σε δύσκολες μέρες, οι Έλληνες αρχαιολόγοι καταφέρνουν να παράγουν εξαιρετικά επιστημονικά αποτελέσματα και να συμβάλλουν στην ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών. Ειδικότερα, για το 2015 ξεπερνούν τις 150 οι συστηματικές ανασκαφές και επιφανειακές, γεωαρχαιολογικές και γεωφυσικές διεπιστημονικές έρευνες που διεξάγονται σε όλη την επικράτεια από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, Ελληνικά Ιδρύματα με εξειδίκευση στον τομέα της αρχαιολογικής και παλαιοντολογικής έρευνας και Ξένες Αρχαιολογικές Σχολές, πάντα με την εξασφάλιση των απαραίτητων κατά νόμο εγκρίσεων.
«Ο μεγάλος αριθμός των συστηματικών ερευνών στον τομέα της αρχαιολογίας που πραγματοποιούνται κατ' έτος, κυρίως κατά τους θερινούς μήνες, καταδεικνύει τη σημασία του αρχαιολογικού πλούτου και της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας και τη σπουδαιότητά της παγκοσμίως. Η ηθική και υλική συμπαράσταση στο έργο των ερευνητών αποτελεί βασικό μέλημα του υπουργείου Πολιτισμού» καταλήγει η ανακοίνωση.
Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
Ετικέτες
Αρχαιοελληνικά φύλα,
Αρχαιολογία,
Γραφές,
Ελληνισμός
Πέμπτη 18 Απριλίου 2013
Φωτογραφίες από την εκδήλωση της Βέροιας
Πραγματοποιήθηκε στην Βέροια
η διάλεξη του Δημήτρη Ευαγγελίδη
Την εξέλιξη της γραφής και τα είδη της (σφηνοειδής, ιερογλυφική, ιδεογράμματα, συλλαβική, φθογγική), όπως καθιερώθηκαν στις κουλτούρες των: Αιγυπτίων, Σουμερίων, Κινέζων, Μάγιας, Κρητών και Μυκηναίων (Γραμμική Α΄και Β’), Αραμαίων, Φοινίκων, Εβραίων και Αράβων, Ελλήνων, Ετρούσκων, Λατίνων και Σλάβων, παρουσίασε την Τετάρτη 17 Απριλίου 2013, στις 6.30 μ.μ. στην αίθουσα εκδηλώσεων της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης της Βέροιας, ο Εθνολόγος-συγγραφέας κ. Δημ. Ευαγγελίδης.
Τον ομιλητή παρουσίασε ο Γλωσσολόγος κ. Αντώνης Μπουσμπούκης

Ετικέτες
Γλωσσολογία,
Γραφές,
Επικαιρότητα,
Σημαντικές εκδηλώσεις
Δευτέρα 15 Απριλίου 2013
Αρχαίες γραφές: Διάλεξη Δημήτρη Ευαγγελίδη στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βέροιας
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Αρχαίες γραφές: Διάλεξη του Εθνολόγου-συγγραφέα κ. Δημήτρη Ευαγγελίδη στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βέροιας
Στα εγκαίνια για την έναρξη της πορείας προς τον πολιτισμό, την «κορδέλα» έκοψε η εφεύρεση της γραφής. Η γραφή, σύστημα ανθρώπινης επικοινωνίας μέσα από ορατά σημεία, πραγματοποιήθηκε με την επινόηση συμβόλων ήδη από τη νεολιθική εποχή (7η χιλιετία π.Χ.).
Την εξέλιξη της γραφής και τα είδη της (σφηνοειδής, ιερογλυφική, ιδεογράμματα, συλλαβική, φθογγική), όπως καθιερώθηκαν στις κουλτούρες των: Αιγυπτίων, Σουμερίων, Κινέζων, Μάγιας, Κρητών και Μυκηναίων (Γραμμική Α΄και Β’), Αραμαίων, Φοινίκων, Εβραίων και Αράβων, Ελλήνων, Ετρούσκων, Λατίνων και Σλάβων, παρουσιάζει την Τετάρτη 17 Απριλίου 2013, στις 6.30 μ.μ. στην αίθουσα εκδηλώσεων της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης της Βέροιας, ο Εθνολόγος-συγγραφέας κ. Δημ. Ευαγγελίδης. Τον ομιλητή παρουσιάζει ο Γλωσσολόγος κ. Αντώνης Μπουσμπούκης
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Δημήτρης Ευαγγελίδης κατάγεται από την Έδεσσα. Σπούδασε Φυσικές Επιστήμες (Βιολογία-Γεωλογία) στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Πήρε το πτυχίο του το 1971 και στην διάρκεια των μεταπτυχιακών του σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πατρών παρακολούθησε Εξελικτική και Πολιτιστική Ανθρωπολογία (Εθνολογία) κοντά στον επισκέπτη (1972-73) Καθηγητή Dr. R. Bernard του Πανεπιστημίου της Πολιτείας Washington των ΗΠΑ.
Από την περίοδο εκείνη συνέχισε να ασχολείται συστηματικά (παράλληλα με την κύρια επαγγελματική του δραστηριότητα), με την Εθνολογία, την Προϊστορική Αρχαιολογία και την Ιστορικο-Συγκριτική Γλωσσολογία. Προϊόν αυτής της ενασχόλησης υπήρξαν τα βιβλία του:
· «Εθνικισμός και Γλώσσα» (Αθήνα 1986, 1995)
· «Η Καταγωγή των Αριοευρωπαίων» (Αθήνα 1988)
· «Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και περι-Ελλαδικών φύλων» (Θεσσαλονίκη 2002, 2005)
· «Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου» (Θεσσαλονίκη 2006)
· «Μη-συμβατικές θεωρίες»: Οι κερδοσκόποι του “ελληνισμού” και ο φενακισμός των αφελών» (Θεσσαλονίκη 2007)
· «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Χθες και Σήμερα» (Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης – Σάκης Τότλης, Έδεσσα 2008, Έκδοση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πέλλας, που επανεκδόθηκε το 2009 από τις Εκδόσεις «ΜέΤΡΟ»)
· “Macedonia- Evidence” New York, USA 2011 (Συλλογικό έργο)
· «Μακεδονικά» (Έδεσσα, 2011)
· «Αρχαία Μακεδονία – Εθνολογία, Αρχαιολογία, Ιστορία» (Αθήνα, 2012), καθώς και οι πολυάριθμες μελέτες και άρθρα του σε εφημερίδες και περιοδικά, γύρω από τα παραπάνω θέματα, από τις οποίες ξεχωρίζει η εργασία του για το γλωσσικό ιδίωμα περιοχών της Μακεδονίας, που περιλήφθηκε στα «Μακεδονικά».
Σύντομα πρόκειται να εκδοθεί και η σημαντική εθνολογική μελέτη του: «Συμβολή στο ζήτημα της εθνογένεσης του Αλβανικού λαού».
Αυτήν την περίοδο ασχολείται με την συγγραφή του βιβλίου: «“Η Έδεσσα της Μακεδονίας” –Ιστορία, Αρχαιολογία, Εθνογραφία, Οικονομία της πόλης και της περιοχής της», την οποία έχει ξεκινήσει πριν από καιρό.
Άλλα βιβλία:
· «Πολιτική ορολογία» (Αθήναι, 1979, Θεσ/νίκη 1980, Αθήνα 1996)
· «Η μηχανή του κατεστημένου» (Αθήνα 1985, 2010)
· «Η λίμνη των κύκνων» (Έδεσσα 2001)
Πρόεδρος του πολιτιστικού Συλλόγου «Βιβλιόφιλοι Έδεσσας» (2007-σήμερα).
Τακτικό μέλος του Εφορευτικού Συμβουλίου της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Έδεσσας (ΦΕΚ 461/5-11-2008) μέχρι το 2011.
Μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «νέος Ερμής ο Λόγιος» (Αθήνα).
ΞΕΝΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ Αγγλικά, Γερμανικά, Βουλγαρικά, Γαλλικά
http://www.libver.gr/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AD%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85/
Ετικέτες
Αρχαιολογία,
Γλωσσολογία,
Γραφές,
Προϊστορία
Κυριακή 17 Μαρτίου 2013
Εκδήλωση "Αρχαίες Γραφές" Θεσσαλονίκη
Από την εκδήλωση της Θεσσαλονίκης στους "Δεσμούς Ελλήνων" στις 13-3-13
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης - Γιάννης Κουριαννίδης
1. http://youtu.be/-BYHFxV31A4
2. http://youtu.be/WePr-AE-HLQ
3. http://youtu.be/Z1WChmtur0Y
4. http://youtu.be/6pcpQMduoyk
5. http://youtu.be/FcN2Emmxh1w
6. http://youtu.be/wTfBlyFkiBE
2. http://youtu.be/WePr-AE-HLQ
3. http://youtu.be/Z1WChmtur0Y
4. http://youtu.be/6pcpQMduoyk
5. http://youtu.be/FcN2Emmxh1w
6. http://youtu.be/wTfBlyFkiBE
ΔΕΕ
Ετικέτες
Αρχαιολογία,
Γραφές,
Επιγραφολογία,
Επικαιρότητα
Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013
Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012
Αρχαίοι λαοί της Μ. Ασίας (3)
Λυκία
Λύκιοι: Λαός της αρχαιότητας εγκατεστημένος στα νότια παράλια της Μικράς Ασίας, περίφημοι ναυτικοί και διαβόητοι πειρατές. Πληροφορίες για τον λαό αυτόν μπορούμε να συλλέξουμε είτε ξεκαθαρίζοντας προσεκτικά τις αρχαίες παραδόσεις και συνδυάζοντας αυτές με το υπάρχον αρχαιολογικό υλικό είτε από γλωσσολογικές μελέτες και έρευνες. Έτσι, μια ουσιαστική πληροφορία που προκύπτει είναι ότι υπήρχαν ανέκαθεν στενές σχέσεις της περιοχής αυτής (βλ. Χάρτη) με την Κρήτη.
Υπενθυμίζουμε σχετικά την παράδοση που κατέγραψε ο Ηρόδοτος (Α΄ 173) και η οποία αναφέρει ότι μετά από φιλονικία μεταξύ του Μίνωα και του αδελφού του Σαρπηδόνα για τον θρόνο της Κρήτης, ο Σαρπηδών θα εκδιωχθεί και θα καταφύγει με τους οπαδούς του (που ονομάζονταν Τερμίλες) στην περιοχή της Δυτ. Μικράς Ασίας που τότε ήταν γνωστή ως Μιλυάς. Εκεί θα συμμαχήσει με τον Κίλικα (Απολλοδ. Γ΄ Ι. 2) και θα κατακτήσουν την χώρα των Μιλύων που τότε ονομάζονταν Σόλυμοι. Ο Σαρπηδών θα γίνει βασιλιάς της χώρας, παραχωρώντας ένα τμήμα της στον Κίλικα ως αντάλλαγμα της συμμαχίας και της βοήθειάς του.
Στον Σαρπηδόνα θα καταφύγει και ο Λύκος (= φωτισμένος, από την ρίζα λυκ- απ’ όπου και το λατινικό lux, lucis – φως, φωτός), ο γιος του Πανδίονος, εξορισμένος από τον αδελφό του, βασιλιά της Αθήνας, Αιγέα. Ο Λύκος θα διαδεχθεί τον Σαρπηδόνα και από το όνομά του θα κληθεί ολόκληρη η περιοχή Λυκία.
Ο Όμηρος διακρίνει τους Λύκιους από τους Σόλυμους. Αναφέρει (Ιλιάς, Β 875) τους πρώτους ως συμμάχους των Τρώων, με αρχηγούς τον Σαρπηδόνα και τον ανιψιό του τον Γλαύκο, απογόνους του μυθικού ήρωα Βελλεροφόντη. Παρακάτω όμως (Ζ 145-212) παραθέτοντας τα κατορθώματα του Βελλεροφόντη στην Λυκία, αναφέρει ότι πολέμησε με τους Σόλυμους, κατ’ εντολή του βασιλιά της Λυκίας Ιοβάτη, όπως και ο γιος του Βελλεροφόντη, Ίσανδρος. Την ίδια διήγηση αναφέρει λεπτομερέστερα και ο Απολλόδωρος (Βιβλιοθήκη Β΄ ΙΙΙ. 1).
Ο Στράβων παρατηρεί (ΙΒ΄ ΙΙΙ. 27) ότι ο Όμηρος ενώ αναφέρει «…Λυκίους μεν και Σολύμους…», δεν αναφέρει τους Μιλυείς (Μιλύαι ή Μίλυες, κατά τον Στέφανο Βυζάντιο), που όπως φαίνεται με αυτό το όνομα εξακολουθούν και στην εποχή του Στράβωνα (1ος αιώνας π.Χ.) να αποκαλούνται οι κάτοικοι της Λυκίας (ΙΔ΄ ΙΙΙ. 10).
Τέλος, ο Στέφανος Βυζάντιος, ταυτίζει τους Σόλυμους με τους κατοίκους της γειτονικής Πισιδίας (στα βόρεια της Λυκίας. Βλ. λήμμα Πισιδοί).
Συνδυάζοντας τις παραπάνω παραδόσεις με τα ιστορικά, γλωσσολογικά κ.λ.π. στοιχεία που υπάρχουν, μπορούμε σήμερα να ανασυστήσουμε την παλαιότερη ιστορία της Λυκίας. Έτσι, η σύγχρονη έρευνα επιβεβαίωσε κατ’ αρχάς τις παραδόσεις για την εγκατάσταση Κρητών προσφύγων στην Λυκία. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι μετά τις εκτεταμένες καταστροφές που προκλήθηκαν στην Κρήτη από την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας (Σαντορίνης) γύρω στο 1450 π.Χ., οι Αχαιοί (Μυκηναίοι) της ηπειρωτικής Ελλάδος θα επωφεληθούν από την μεγάλη αναστάτωση που δημιουργήθηκε στην μεγαλόνησο και θα την καταλάβουν, εγκαθιστώντας Αχαϊκή Δυναστεία.
Αυτήν ακριβώς την περίοδο τοποθετείται η έξοδος των Κρητών μεταναστών στις κοντινές περιοχές της Λυκίας και της Καρίας (βλ. και Ulrich Wilcken: Αρχαία Ελληνική Ιστορία σελ. 69-70). Ήδη όμως στην περιοχή κυριαρχούσαν Δυτικά Λουβικά φύλα (Μιλύες) τα οποία είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή μετά την Λουβική εισβολή στην Μ. Ασία γύρω στο 2300 π.Χ.
Οι Αριοευρωπαίοι Λούβιοι, υπέταξαν και πιθανόν αφομοίωσαν ένα μέρος των παλαιοτέρων κατοίκων του «Μεσογειακού» υποστρώματος (Σόλυμοι), ενώ τους υπόλοιπους τους απώθησαν στο εσωτερικό (Πισιδία), ερχόμενοι συχνά σε πολεμικές συγκρούσεις μαζί τους, βοηθούμενοι από τους Μυκηναίους αποίκους των γειτονικών παραλιακών περιοχών (πόλεμοι Βελλεροφόντη με Σολύμους).
Οι λουβικής καταγωγής Μιλύες επιβλήθηκαν μεν γλωσσικά, αλλά όπως φαίνεται δέχτηκαν σημαντικές πολιτιστικές επιρροές από τους ιθαγενείς, όπως φανερώνει η τήρηση της μητρογραμμικής καταγωγής και άλλα μητριαρχικά έθιμα που χαρακτηρίζουν όλους τους αρχαίους λαούς του «Μεσογειακού» υποστρώματος.
Στην ενίσχυση αυτών των ιθαγενών πολιτιστικών επιρροών, ασφαλώς συνέβαλαν και οι πρόσφυγες από την Κρήτη, οι Τερμίλες της παράδοσης, οι οποίοι ήσαν Μινωΐτες στην καταγωγή. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην επιγραφή που υπάρχει στον λεγόμενο οβελίσκο του Άρπαγου (ο Πέρσης σατράπης που προσάρτησε την Λυκία), ο οποίος βρίσκεται σήμερα στο Λονδίνο, οι Λύκιοι αυτοαποκαλούνται t r ṁ m l = Τερμίλαι.
Μετά την εγκατάστασή τους στην Λυκία, οι έμπειροι Κρητικοί ναυτικοί επιδόθηκαν στην πειρατεία και μαζί με τους ιθαγενείς κατοίκους της χώρας αλλά και γειτονικών περιοχών (Καρία, Κιλικία), πραγματοποιούν επιδρομείς μέχρι την Κύπρο και την Αίγυπτο.
Την περίοδο της Χιττιτικής αυτοκρατορίας, η περιοχή και οι κάτοικοι ονομάζονται Λούκκα/Λούκκι (Luqqa/Luqqi) και με αυτό το όνομα εμφανίζονται στις Αιγυπτιακές επιγραφές.
Οι Λύκιοι θα πάρουν μέρος στα γεγονότα του Τρωϊκού πολέμου, όπως επίσης θα παίξουν και πρωτεύοντα ρόλο στις μεταναστεύσεις των «Λαών της Θάλασσας» που θα αναστατώσουν την Ανατολική Μεσόγειο τον 12ο αιώνα π.Χ. (Λεπτομέρειες βλ. Δημ. Ευαγγελίδη: «Η καταγωγή των Αριοευρωπαίων» τόμος Α΄ τεύχος 2 - Κεφάλαιο 6, ε – Οι λαοί της Μικράς Ασίας).
Χαρακτηριστικός μνημειακός τάφος στην Λυκία
Θα πρέπει να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι οι ονομασίες Λούβιοι και Λύκιοι, προέρχονται από την ίδια αριοευρωπαϊκή ρίζα Lukw – κάτι που σχετίζεται άμεσα με το γεγονός ότι η Λυκιακή γλώσσα θεωρείται απόγονος της Δυτικής Λουβικής διαλέκτου. Η γλωσσική κυριαρχία αυτής της διαλέκτου, που χρησιμοποιούσαν στην περιοχή, διατηρήθηκε και επιβλήθηκε στους ιστορικούς χρόνους.
Η Λυκιακή γλώσσα είναι πλέον αρκετά γνωστή στους γλωσσολόγους και η θέση της ανάμεσα στην Μικρασιατική ομάδα των Αριοευρωπαϊκών γλωσσών είναι πλέον αδιαμφισβήτητη, όπως απέδειξε οριστικά ο Δανός γλωσσολόγος Holger Pedersen το 1945.
Διαθέτουμε σήμερα πάνω από 150 επιγραφές (κυρίως μνημειακές) στην Λυκιακή γλώσσα γραμμένες στο Λυκιακό αλφάβητο (βλ. Εικόνα) με 29 γράμματα που προέρχεται όχι από ένα ανατολικό ελληνικό πρωτότυπο όπως θα ήταν αναμενόμενο, αλλά από το Δωρικό αλφάβητο, προφανώς από τους αποίκους της γειτονικής μικρασιατικής Δωρίδος.
Το Φρυγικό, Λυδικό και Λυκιακό αλφάβητο
Ανάμεσα στις επιγραφές υπήρχαν και αρκετές δίγλωσσες, στην Λυδική και στην Ελληνική γλώσσα, καθώς και η μεγάλη τρίγλωσση στήλη της Ξάνθου (η πρωτεύουσα της αρχαίας Λυκίας, στην ανατολική όχθη του ποταμού Ξάνθου), με κείμενα που διασώθηκαν πλήρη στην Ελληνική, Λυκιακή και Αραμαϊκή γλώσσα.
Θα πρέπει τέλος, να αναφέρουμε και την γλώσσα που ανακαλύφθηκε ανάμεσα στα κείμενα των παραπάνω επιγραφών, η οποία ονομάσθηκε «Λυκιακή Β» ή «Μιλυακή», για την οποία δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή στοιχεία. Οι ερευνητές θεωρούν ότι πρόκειται μάλλον για μια αρχαϊκή μορφή της Λυκιακής γλώσσας (βλ. C.A.H. Vol. III part 2, σελ. 673).
Από το λήμμα Λυδοί του "Λεξικού των λαών του Αρχαίου Κόσμου" (Κυρομάνος, 2006) του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη.
Ετικέτες
Αρχαιολογία,
Γλωσσολογία,
Γραφές,
Εθνολογία,
Μ. Ασία
Τρίτη 20 Μαρτίου 2012
Αρχαίοι λαοί της Μ. Ασίας (2)
Το αρχαίο Βασίλειο της Λυδίας
Λυδοί: Αρχαίος λαός της Μικράς Ασίας, τον οποίο οι Έλληνες των πόλεων της Μικράς Ασίας γνώριζαν καλά και με τον οποίον είχαν αναπτύξει πολλές σχέσεις. Για την χώρα (βλ. Χάρτη) υπήρχαν συγγράμματα πολλών αρχαίων γεωγράφων, ιστορικών κ.λ.π. όπως ο Εκαταίος ο Μιλήσιος, ο Ελλάνικος ο Μυτιληναίος, ο Ξάνθος ο Λυδός και ο Αριστοτέλης (Πολιτεία Λυδικών πόλεων), από τα οποία δυστυχώς ελάχιστα αποσπάσματα έχουν διασωθεί.
Στον Όμηρο δεν υπάρχει αναφορά στους Λυδούς. Αντίθετα αναφέρονται (Ιλιάς, Β 864-867) οι Μαίονες (Μιήονες) με αρχηγούς τους γιους του Ταλαιμένη, Μέσθλη και Άντιφο, που κατοικούσαν στην περιοχή του όρους Τμώλος, στις βόρειες πλαγιές του οποίου υπήρχαν οι Σάρδεις (κοντά στον ξακουστό για την παραγωγή χρυσού ποταμό Πακτωλό, παραπόταμο του Έρμου), η μετέπειτα λαμπρή πρωτεύουσα του Λυδικού Βασιλείου.
Σύμφωνα με την παράδοση (Απολλοδωρος, VI. 3), ο Ηρακλής, προκειμένου να εξαγνισθεί από έναν φόνο, έλαβε χρησμό που όριζε να πουληθεί ως δούλος για τρία χρόνια και αυτή που τον αγόρασε ήταν η βασίλισσα της Λυδίας Ομφάλη. Η Ομφάλη ήταν κόρη του βασιλέως Ιάρδανου και σύζυγος του βασιλέως Τμώλου, που μετά τον θάνατό του στο βουνό, που πήρε από αυτόν το όνομά του, της άφησε τον θρόνο της Λυδίας. Ο Ηρακλής απέκτησε με την Ομφάλη τρεις γιους, ένας από τους οποίους ήταν ο Αγέλαος, πρόγονος της Δυναστείας των Μερμναδών, στην οποία ανήκε και ο τελευταίος βασιλιάς της Λυδίας πριν από την υποταγή της στους Πέρσες, ο περίφημος Κροίσος (Ηρόδοτος, Α΄ 6). Ο Ηρακλής όμως απέκτησε και έναν γιο, τον Αλκαίο, από την Μαλίδα, μια από τις ακολούθους της Ομφάλης. Ο Αλκαίος ήταν πρόγονος του Άγρωνος, ο οποίος θα γίνει ο πρώτος βασιλεύς της Δυναστείας των Ηρακλειδών, που θα κυβερνήσει την Λυδία επί 505 χρόνια (δηλ. μεταξύ 1200-700 π.Χ. περίπου), μέχρι την ανατροπή της από τον Γύγη, ιδρυτή της Δυναστείας των Μερμναδών, της οποίας τελευταίος βασιλεύς, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ο Κροίσος.
Ο Ηρόδοτος αναφέρει επίσης (Α΄ 7) ότι πριν από την Δυναστεία των Ηρακλειδών είχε προϋπάρξει μια άλλη Δυναστεία, οι βασιλείς της οποίας ήσαν απόγονοι του Λυδού (=ο αδελφός του Τυρσηνού, γιοι και οι δύο του Άτυ), μυθικού γενάρχη των Λυδών, από τον οποίον πήραν το όνομά τους αυτοί που πριν ονομάζονταν Μαίονες. Στα χρόνια αυτής της Δυναστείας ο μισός πληθυσμός της χώρας με επικεφαλής τον Τυρσηνό μετανάστευσε στους Ομβρικούς (Όμβροι ή Ούμβροι), στην κεντρική Ιταλία, όπου άλλαξαν το όνομά τους σε Τυρσηνοί (Α΄ 94).
Φαίνεται ότι οι παραδόσεις που κατέγραψε ο Ηρόδοτος για τις παλαιότερες Δυναστείες των Λυδών απηχούσαν παμπάλαιες μνήμες που αντιστοιχούν σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Η Δυναστεία των απογόνων του Λυδού, γιου του Άτυ, ήταν κατά πάσα πιθανότητα η Λουβική Δυναστεία που κυβέρνησε την χώρα ως υποτελής των Χετταίων (ίσως εγκατεστημένη από αυτούς), μετά την κατάκτηση της περιοχής από τον Χετταίο αυτοκράτορα Τουνταλίγιας (Tudhaliyas) II, τον 15ο αιώνα π.Χ. (C.A.H. Vol. III part 2 - σελ. 644).
Στην συνέχεια, την εποχή των γεγονότων του Τρωϊκού πολέμου και μετά την άλωση της Τροίας γύρω στα 1200 π.Χ. την Λουβική Δυναστεία διαδέχθηκε με ειρηνικό τρόπο (Ηροδτ. Α΄ 7), μια νέα Δυναστεία, σχετιζόμενη ίσως με τους Αχαιούς (Μυκηναίους) κατακτητές της Τροίας. Η νέα Δυναστεία ήταν αυτή που ο Ηρόδοτος ονομάζει Δυναστεία των Ηρακλειδών και της οποίας ο τελευταίος βασιλιάς ονομαζόταν Κανδαύλης ή Μυρσίλος, γιος του Μύρσου. Το δεύτερο αυτό όνομα θυμίζει έντονα το όνομα Μουρσίλις που έφεραν οι Χετταίοι αυτοκράτορες. Στα χρόνια πάντως της ακμής του Βασιλείου των Φρυγών (9ος– 8ος αιώνας π.Χ.), οι Λυδοί ήσαν υποτελείς τους.
Στην συνέχεια, την εποχή των γεγονότων του Τρωϊκού πολέμου και μετά την άλωση της Τροίας γύρω στα 1200 π.Χ. την Λουβική Δυναστεία διαδέχθηκε με ειρηνικό τρόπο (Ηροδτ. Α΄ 7), μια νέα Δυναστεία, σχετιζόμενη ίσως με τους Αχαιούς (Μυκηναίους) κατακτητές της Τροίας. Η νέα Δυναστεία ήταν αυτή που ο Ηρόδοτος ονομάζει Δυναστεία των Ηρακλειδών και της οποίας ο τελευταίος βασιλιάς ονομαζόταν Κανδαύλης ή Μυρσίλος, γιος του Μύρσου. Το δεύτερο αυτό όνομα θυμίζει έντονα το όνομα Μουρσίλις που έφεραν οι Χετταίοι αυτοκράτορες. Στα χρόνια πάντως της ακμής του Βασιλείου των Φρυγών (9ος– 8ος αιώνας π.Χ.), οι Λυδοί ήσαν υποτελείς τους.
Συνδυάζοντας αυτές τις παραδόσεις με τα στοιχεία της νεώτερης έρευνας, προκύπτει ότι οι Μαίονες ήσαν ένα μεικτό γένος, απόγονοι των Αριοευρωπαίων Λουβίων που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή και αναμείχθηκαν στην συνέχεια με τον αρχικό ιθαγενή πληθυσμό που ανήκε στο «Μεσογειακό» υπόστρωμα και διατηρούσε μέχρι την άφιξη και κυριαρχία των Αριοευρωπαίων στην Μ. Ασία, τα δικά του ήθη και έθιμα και τις δικές του θρησκευτικές αντιλήψεις, στηριγμένες σε μητριαρχικούς θεσμούς. Φαίνεται ότι μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Χετταίους (στα χιττιτικά αρχεία η περιοχή ονομάζεται Masha, Μάσσα), το γνήσιο Λουβικό στοιχείο (= οι Λυδοί) θα αναδειχθεί και οι Λούβιοι-Λυδοί θα επιβάλουν τελικώς όχι μόνον την γλώσσα και το όνομά τους, αλλά και την εξουσία τους (η Δυναστεία που ίδρυσε ο γιος του Άτυ, Λυδός) στους Μαίονες, που είχαν ήδη παραλάβει πολλά γλωσσικά και πολιτιστικά στοιχεία από τον ιθαγενή πληθυσμό.
Μετά την πτώση της Τροίας και την Φρυγική εισβολή (γύρω στο 1200 π.Χ.) η Χιττιτική αυτοκρατορία θα διαλυθεί και πολυάριθμοι Χετταίοι πρόσφυγες κατέφυγαν στην περιοχή, σύμφωνα με κάποιες (κυρίως γλωσσολογικές) ενδείξεις.
Το Χιττιτικό στοιχείο θα επικρατήσει και θα αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας (Δυναστεία των Ηρακλειδών) σε συνεργασία («με την συγκατάθεσή τους», Ηρδτ. Α΄ 7) με το Λουβικό στοιχείο (Μαίονες) και πιθανόν με την βοήθεια των Μυκηναίων των Μικρασιατικών παραλίων (Μίλητος). Το γεγονός αυτό συνετέλεσε είτε στην εκδίωξη μέρους του ιθαγενούς «μεσογειακού» πληθυσμού είτε στην ταχύτερη αφομοίωσή του.
Η μετανάστευση λόγω μεγάλης σιτοδείας του μισού πληθυσμού της χώρας στην Ιταλία (Ετρουρία) με επικεφαλής τον Τυρσηνό, όπως προαναφέραμε, ίσως να συνέβη αυτήν την περίοδο και όχι στην περίοδο της προηγούμενης Δυναστείας των «απογόνων του Λυδού», όπως μάλλον λανθασμένα την τοποθετεί ο Ηρόδοτος (Α΄ 94). Αυτό συμφωνεί και με τα αρχαιολογικά δεδομένα που τοποθετούν την εμφάνιση των Ετρούσκων στην βόρεια Ιταλία τον 10ο αιώνα π.Χ.
Ημιστατήρ Λυδίας από ήλεκτρον, φυσικό μίγμα χρυσού και άργυρου
(μέσα 6ου αιώνα π.Χ.)
Η Δυναστεία των Ηρακλειδών και ο τελευταίος βασιλιάς της Κανδαύλης ή Μυρσίλος γιος του Μύρσου θα ανατραπεί, όπως γλαφυρά περιγράφει ο Ηρόδοτος (ό.π.) στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. από τον Γύγη (690/685-645), υιό του Δασκύλου (όνομα που υποδεικνύει σχέσεις με την Μυσία και Φρυγία), τον ιδρυτή της Δυναστείας των Μερμναδών, η οποία θα βασιλεύσει μέχρι το 546 π.Χ. Ουσιαστικά όμως, η καταστροφή του Φρυγικού Βασιλείου από τους Κιμμέριους είναι αυτή που έδωσε την ευκαιρία στους Λυδούς να καταστούν ανεξάρτητοι.
Ο Γύγης, αφού αναδιοργανώσει το Βασίλειό του, θα αρχίσει να το επεκτείνει προς τα παράλια του Αιγαίου, προσπαθώντας να αποκτήσει διέξοδο προς την θάλασσα, γεγονός που τον φέρνει σε άμεση σύγκρουση με τους Έλληνες των Ιωνικών πόλεων. Παρά τις αλλεπάλληλες εκστρατείες του όμως εναντίον της Μαγνησίας (του Έρμου), της Σμύρνης και της Μιλήτου, ο Γύγης θα αποτύχει να τις υποτάξει και τελικά το μόνο που θα αποκομίσει είναι η υποταγή της Κολοφώνος.
Γνωστές ήσαν οι σχέσεις το Γύγη με το Μαντείο των Δελφών, το οποίο επειδή αναγνώρισε την άνοδό του στον θρόνο της Λυδίας, ανταμείφθηκε με πλούσια αφιερώματα σε χρυσό και ασήμι (Ηρόδοτος, Α΄ 13-14).
Τα επεκτατικά σχέδια του Γύγη δεν θα έχουν συνέχεια λόγω της καταστροφής που θα πλήξει το Λυδικό Βασίλειο (γύρω στο 660 π.Χ.). Η καταστροφή θα προέλθει από την ανανέωση των επιδρομών των Κιμμερίων, οι οποίοι αυτήν την φορά είναι ενισχυμένοι και από θρακικά φύλα μεταξύ των οποίων δεσπόζουσα θέση κατέχουν οι Τρήρες. Ο Γύγης θα αναγκασθεί να ζητήσει την βοήθεια των Ασσυρίων και έτσι θα γίνει φόρου υποτελής στον Ασσύριο αυτοκράτορα Ασσουρμπανιπάλ (668-627 π.Χ.). Οι Κιμμέριοι θα αποκρουσθούν και η Λυδία σε πρώτη φάση θα προστατευθεί. Ο Γύγης θα διαπράξει τότε ένα σοβαρότατο διπλωματικό λάθος, προτιμώντας να συμμαχήσει με τον Φαραώ της Αιγύπτου Ψαμμήτιχο Ι, ο οποίος με την βοήθεια Καρών και Ιώνων μισθοφόρων, θα αποτινάξει οριστικά τον ζυγό των Ασσυρίων (656 π.Χ.) και θα γίνει ο ιδρυτής της Σαϊτικής (26ης) Δυναστείας της Αιγύπτου. Ο Γύγης με αυτόν τον τρόπο θα επανακτήσει μεν την πλήρη ανεξαρτησία του, αλλά οι Ασσύριοι σύντομα θα τον εκδικηθούν, αγνοώντας τις εκκλήσεις του για στρατιωτική βοήθεια, όταν οι Κιμμέριοι, σε μια δεύτερη επιδρομή, θα καταλάβουν την πόλη των Σάρδεων (645 π.Χ.), εκτός από την καλά οχυρωμένη ακρόπολη και θα την καταστρέψουν. Ο Γύγης, υπερασπιζόμενος την ακρόπολη της πρωτεύουσάς του, θα χάσει την ζωή του σε μια μάχη.
Ο γιος και διάδοχος του Γύγη, Άρδυς (645-615 π.Χ.), θα αποκαταστήσει τις σχέσεις με τον Ασσουρμπανιπάλ, προτιμώντας την (ούτως ή άλλως σκιώδη) επικυριαρχία των Ασσυρίων από τον κίνδυνο των Κιμμερίων. Έχοντας κατά κάποιο τρόπο εξασφαλισθεί, ο Άρδυς θα επαναλάβει τις επιθέσεις του εναντίον της Μιλήτου όπου απέτυχε μεν, αλλά θα καταφέρει να υποτάξει την γειτονική πόλη της Πριήνης. Ο Λυδός βασιλιάς δεν θα αποφύγει τελικά την εισβολή. Τρήρες και Κιμμέριοι θα εισβάλουν και θα δηώσουν την χώρα, καταλαμβάνοντας και τις Σάρδεις για δεύτερη φορά (640 π.Χ.), πριν προλάβουν οι Ασσύριοι να επέμβουν. Στην επιδρομή συμμετείχαν και στίφη Λυκίων από τα νότια (Στράβων, ΙΓ΄ IV. 8).
Τον Άρδυ θα διαδεχθεί ο γιος του, Σαδυάττης (615-610 π.Χ.), επί της βασιλείας του οποίου ανανεώθηκαν οι επιθέσεις εναντίον της Μιλήτου, τις οποίες θα συνεχίσει ο γιος και διάδοχός του Αλυάττης (610-560 π.Χ.).
Στην διάρκεια της μακρόχρονης παραμονής του Αλυάττη στον θρόνο, η Λυδία θα ευημερήσει και θα ανέλθει στο μέγιστο σημείο της πολιτικής και οικονομικής ακμής της. Τα περίφημα νομίσματά της από ήλεκτρο (φυσικό μίγμα χρυσού και αργύρου, που δεν πρέπει να συγχέεται με το κεχριμπάρι), τα οποία κατά την παράδοση έθεσε σε κυκλοφορία για πρώτη φορά ο Γύγης, διαδόθηκαν σε όλο τον αρχαίο κόσμο. Ο Αλυάττης θα επιτύχει την κατάληψη της Σμύρνης γύρω στο 600/590 π.Χ. ενώ θα αποτύχει στις επιθέσεις του εναντίον της Μιλήτου και των Κλαζομενών. Παράλληλα με τις εκστρατείες του στα ανατολικά θα καταστήσει υποτελείς πολλές από τις περιοχές που παλαιότερα ανήκαν στο Φρυγικό Βασίλειο και τις οποίες κυβερνούσαν διάφοροι τοπικοί ηγεμόνες και πρίγκιπες.
Οι Λυδοί όμως θα αντιμετωπίσουν σύντομα την απειλή της νέας ανερχόμενης δύναμης της Ανατολής, της αυτοκρατορίας των Μήδων, οι οποίοι κάτω από την ικανή ηγεσία του ηγεμόνα τους Κυαξάρη, επεκτείνουν συνεχώς τα σύνορά τους και θα προωθηθούν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Οι δύο λαοί τελικώς θα συγκρουσθούν και ο πόλεμος θα διαρκέσει έξη χρόνια (Ηροδτ. Α΄ 73-74), μεταξύ των ετών 590-585 π.Χ.
Ένα αστρονομικό φαινόμενο όμως θα αλλάξει την ροή των γεγονότων και θα διακόψει την εξέλιξη της αποφασιστικής μάχης που επρόκειτο να δοθεί σε μια τοποθεσία κοντά στον ποταμό Άλυ και η οποία θα έκρινε τις τύχες κατά πάσα πιθανότητα ολόκληρης της Μ. Ασίας. Αναφερόμαστε στην ολική έκλειψη ηλίου (28 Μαΐου 585 π.Χ.) που συνέβη στην διάρκεια της μάχης και η οποία παρέλυσε τους αντιπάλους. Ο Ηρόδοτος ισχυρίζεται ότι η έκλειψη είχε προβλεφθεί από τον Έλληνα σοφό Θαλή τον Μιλήσιο, αλλά οι νεώτεροι ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο Θαλής δεν προέβλεψε, αλλά έδωσε την επιστημονική ερμηνεία του φαινομένου.
Οι εχθροπραξίες πάντως θα σταματήσουν, κάτω από την πίεση των δύο άλλων Μεγάλων Δυνάμεων της περιοχής και της εποχής, της Νεο-Βαβυλωνιακής αυτοκρατορίας και της Κιλικίας (η οποία εκείνη την περίοδο είχε αναδειχθεί σε ένα ισχυρό ανεξάρτητο κράτος). Οι Λυδοί και οι Μήδοι θα συνάψουν συμφωνία ειρήνης που θα επισφραγισθεί με τους γάμους της κόρης του Αλυάττη με τον γιό και διάδοχο του Κυαξάρη, τον Αστυάγη.
Ο Αλυάττης, μετά την σύναψη ειρήνης με τους Μήδους, θα στραφεί και πάλι προς τα δυτικά με στόχο την απόκτηση διεξόδου προς την θάλασσα και θα επαναλάβει τις επιθέσεις του εναντίον των ελληνικών πόλεων των παραλίων του Αιγαίου. Πρέπει να τονίσουμε ότι η παραδοσιακή αυτή πολιτική των Βασιλέων της Λυδίας δεν υπαγορευόταν από κάποια συναισθήματα εχθρότητας ή μίσους εναντίον των Ελλήνων, αλλά αποτελούσε ζωτική ανάγκη για το Λυδικό κράτος από καθαρά εμπορικούς και οικονομικούς (άρα γεωπολιτικούς) λόγους.
Τελικώς οι περισσότερες ελληνικές πόλεις θα υποκύψουν, εκτός από την ισχυρή Μίλητο, η οποία κάτω από την ικανή διακυβέρνηση του τυράννου (=κυβερνήτη) της, Θρασύβουλου, θα εξαναγκάσει τους Λυδούς να συνάψουν συμφωνία μαζί της.
Μετά τον θάνατο του Αλυάττη, στον θρόνο θα ανέλθει ο περίφημος Κροίσος (560-546 π.Χ.), ο τελευταίος βασιλεύς της Λυδίας όπως έχουμε προαναφέρει. Φημισμένος για τα πλούτη του (η λέξη κροίσος χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα όχι μόνον στα ελληνικά, αλλά και σε πολλές άλλες γλώσσες, για να δηλώσει κάποιον υπερβολικά πλούσιο), κατατάσσεται μαζί με τον βασιλέα των Φρυγών, Μίδα, στους ηγεμόνες της Ανατολής οι οποίοι είχαν προκαλέσει βαθιά εντύπωση στους Έλληνες της εποχής με αποτέλεσμα τα ονόματά τους να μείνουν θρυλικά.
Ο Κροίσος σχεδίαζε να καταλάβει και τα γειτονικά στα παράλια της Μ. Ασίας ελληνικά νησιά, αλλά η αυξανόμενη απειλή εκ μέρους των Περσών, που είχαν ήδη υποκαταστήσει τους Μήδους στην ηγεσία της αχανούς αυτοκρατορίας στα ανατολικά, τον έκαναν να αλλάξει γνώμη και να προτιμήσει να συμμαχήσει με τους νησιώτες, αλλά και την Σπάρτη.
Τα γεγονότα που μεσολάβησαν μέχρι την τελική σύγκρουση περιγράφει με αρκετές λεπτομέρειες ο Ηρόδοτος (Α΄ 75-91), ο οποίος αφηγείται και την τύχη του Κροίσου στα χέρια του νικητή αυτοκράτορα των Περσών Κύρου ΙΙ, που με την κατάληψη των Σάρδεων (546 π.Χ.), θα καταλύσει το Λυδικό Βασίλειο (Λεπτομέρειες για όλα τα παραπάνω βλ. και στο Δημ. Ευαγγελίδη: «Η καταγωγή των Αριοευρωπαίων» τόμος Α΄ τεύχος 2 - Κεφάλαιο 6, δ – Από την εισβολή των Κιμμερίων και την άνοδο του Λυδικού Βασιλείου, μέχρι την κατάκτηση της Μ. Ασίας από τους Πέρσες, περ. 700 – 546 π.Χ.).
Οι Λυδοί βαθμιαία θα χάσουν την γλώσσα τους και στην πλειονότητά τους θα αφομοιωθούν από τους Έλληνες των μικρασιατικών παραλίων, κυρίως κατά την περίοδο των Ελληνιστικών Βασιλείων. Ο Στράβων, τον 1ο αιώνα π.Χ. αναφέρει χαρακτηριστικά: «…Η Λυδική γλώσσα δεν διασώζεται καθόλου στην ίδια την Λυδία…» (Στρβ. ΙΓ΄ IV. 17).
Οι πρώτες συστηματικές έρευνες για την Λυδική γλώσσα πραγματοποιήθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα με την μελέτη επιτύμβιων στηλών που βρέθηκαν σε τάφους της περιοχής των Σάρδεων. Οι στήλες ήσαν δίγλωσσες σε Λυδική και Αραμαϊκή γλώσσα και τα κείμενα αρκετά μεγάλα σε μήκος ώστε να είναι δυνατή η εξαγωγή γλωσσολογικών συμπερασμάτων. Η Αμερικανική αρχαιολογική αποστολή στις Σάρδεις έφερε στο φως νέες αξιόλογες επιγραφές που συμπλήρωσαν σημαντικά τις γνώσεις μας στην Λυδική γλώσσα.
Χρονολογικά, οι Λυδικές επιγραφές ανήκουν στην περίοδο μεταξύ των αρχών του 6ου αιώνα π.Χ. και τις αρχές της βασιλείας του Μ. Αλεξάνδρου (τέλη του 4ου αιώνα π.Χ.). Υπάρχουν και αρκετές δίγλωσσες επιγραφές με Ελληνο-λυδικά κείμενα (βλ. παρακάτω εικόνα).
Ελληνο-Λυδική δίγλωσση επιγραφή του 4ου αιώνα π.Χ. από τις Σάρδεις
(Αφιέρωμα του Νάννα, γιου του Διονυσικλή, στην θεά Αρτέμιδα)
Το Λυδικό αλφάβητο προήλθε από το Ανατολικό ελληνικό πρωτότυπο και ήταν αριστερόστροφο. Ορισμένα ελληνικά γράμματα που δεν χρειάζονταν χρησιμοποιήθηκαν για να αποδώσουν κάποιους ειδικότερους φθόγγους της Λυδικής γλώσσας. Επίσης χρησιμοποιήθηκαν και σύμβολα όπως το 8 = f, το οποίο χρησιμοποιήθηκε και στο Ετρουσκικό αλφάβητο, επιβεβαιώνοντας την παράδοση που αναφέρει ο Ηρόδοτος (Α΄ 94) για την Λυδική καταγωγή των Τυρρηνών (Ετρούσκων).
Οι μελέτες του Ιταλού γλωσσολόγου Onofrio Carruba θα αποδείξουν οριστικά (1959) ότι η Λυδική ανήκει στην ομάδα των αριοευρωπαϊκών Μικρασιατικών γλωσσών και όπως οι υπόλοιπες δεν έχουν ξεχωριστό θηλυκό γένος.
Η Λυδική φαίνεται ότι κατάγεται από την Λουβική (και συγκεκριμένα από την Δυτική Λουβική διάλεκτο) παρ’ όλο που σε ορισμένα σημεία παρουσιάζει ομοιότητες με την Χιττιτική και πιθανόν με την Παλαϊκή (βλ. C.A.H. Vol. II part 2 σελ. 438).
Οι αρχικές δυσκολίες κατάταξης της Λυδικής στην αριοευρωπαϊκή ομάδα γλωσσών ερμηνεύεται από την ιστορική διαδρομή των Λυδών οι οποίοι όπως έχουμε προαναφέρει είχαν αφομοιώσει πολλά γλωσσικά και πολιτιστικά στοιχεία από τους ιθαγενείς με τους οποίους αναμίχθηκαν και πιθανόν συνυπήρχαν επί πολλούς αιώνες.
Από το λήμμα Λυδοί του "Λεξικού των λαών του Αρχαίου Κόσμου" (Κυρομάνος, 2006) του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη.
Ετικέτες
Αρχαιολογία,
Γλωσσολογία,
Γραφές,
Εθνολογία,
Μ. Ασία
Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012
Αρχαίοι λαοί της Μ. Ασίας (1)
Καρία
Κᾶρες: Αρχαίος αριοευρωπαϊκός λαός της Μικράς Ασίας, εγκατεστημένος στην ομώνυμη χώρα (Καρία, βλ. Χάρτη), ο οποίος συγχέεται συχνά με τους Λέλεγες. Αναφέρονται για πρώτη φορά στον Όμηρο (Ιλιάς Β 867-870) ως σύμμαχοι των Τρώων, με αρχηγούς τον Νάστη και τον Αμφίμαχο, τους γιούς του Νομίονα «…Κάρες βαρβαρόφωνοι, που είχαν την Μίλητο και το όρος των Φθιρών με τα αναρίθμητα φύλλα και τα νερά του Μαιάνδρου και τις ψηλές κορυφές της Μυκάλης…». Σημειώνουμε ότι ο Όμηρος διακρίνει τους Κάρες από τους Λέλεγες (Ιλιάς Κ 428) ως ξεχωριστούς λαούς, ενώ αντίθετα ο Ηρόδοτος (Α΄ 171), παραθέτοντας τις απόψεις των Κρητών που ισχυρίζονταν ότι οι Κάρες παλαιότερα ήσαν νησιώτες υπήκοοι του Μίνωα και ονομάζονταν Λέλεγες, αποτελεί την βασική πηγή σύγχυσης μεταξύ των δύο αυτών λαών. Βεβαίως στην συνέχεια, παραθέτει και τις απόψεις των ιδίων των Καρών οι οποίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους στεριανούς αυτόχθονες, συγγενείς των Λυδών και των Μυσών, απορρίπτοντας τα όσα ισχυρίζονται οι Κρήτες.
Ο Ηρόδοτος υποστηρίζει επίσης, ότι οι Έλληνες έμαθαν από τους Κάρες τρία πράγματα που σχετίζονται με τον πόλεμο: Να τοποθετούν λοφία στις περικεφαλαίες τους, να βάζουν εμβλήματα στις ασπίδες τους και να κατασκευάζουν τις ασπίδες με εσωτερική χειρολαβή ώστε να μη τις κρεμούν με λουριά από τον λαιμό και τον ώμο τους όπως στα παλιά χρόνια (π.χ. στον Τρωϊκό πόλεμο). Μνημονεύονται επίσης και από τον Στράβωνα (Ζ΄ VII. 2) ο οποίος επιτείνοντας την σύγχυση, αναφέρει ότι «…Τους Λέλεγες μερικοί τους θεωρούν Κάρες, άλλοι μόνον γείτονες και συμμάχους στον πόλεμο…». Όπως έχει παρατηρηθεί, σχετικά με τα παραπάνω (βλ. Δημ. Ε. Ευαγγελίδη: Καταγ. Αρ. τομ. Α΄ τευχ. 2 Κεφ. 6.ε σελ. 90-91):
«…η αναφορά Καρών στην Ιλιάδα ελέγχεται ως ανακριβής, προϊόν της λανθασμένης ταυτίσεως Λελέγων ή κάποιων άλλων αυτοχθόνων με τους Κάρες, σύγχυσι που δημιουργήθηκε κατά την εποχή της μαζικής εγκατάστασης των Ελλήνων στις ακτές της Μ. Ασίας (1200-1000 π.Χ.) όταν για πρώτη φορά ήλθαν σε επαφή με τους λαούς αυτούς. Η σύγχυσι θα διατηρηθεί μέχρι την εποχή της διαμορφώσεως των Ομηρικών επών (9ος – 8ος αιών π.Χ.). Οι πραγματικοί Κάρες, σύμφωνα με τις τελευταίες αρχαιολογικές και ιστορικές απόψεις, εμφανίσθηκαν στην περιοχή μετά τα γεγονότα του Τρωϊκού πολέμου [...] Με την συγχώνευσι του φύλου αυτού με τον πληθυσμό που κατοικούσε ήδη στην περιοχή, θα προκύψουν τελικά οι Κάρες της ιστορικής περιόδου, με γλώσσα ινδοευρωπαϊκή κατά βάσι αλλά με πολλά προ-ινδοευρωπαϊκά γλωσσικά στοιχεία, γεγονός που αφ’ ενός μεν δυσκολεύει ακόμη και σήμερα την οριστική κατάταξι της Καρικής γλώσσας, αφ’ ετέρου δε υπογραμμίζει την μεικτή καταγωγή των Καρών…»
Η νεώτερη έρευνα έχει ξεκαθαρίσει σε μεγάλο βαθμό αυτήν την σύγχυση μεταξύ των δύο λαών και έχει καταλήξει ότι πρόκειται περί δύο διαφορετικών φύλων που δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να ταυτίζονται:
«…Οι μνείες Καρών ως παλαιών κατοίκων της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδος σε διάφορα (αρχαία-σημ. ΔΕΕ) ελληνικά κείμενα δεν έχουν ιστορική βάση. Οι Κάρες μετακινήθηκαν από το εσωτερικό της δυτικής Μ. Ασίας προς τα παράλια στο τέλος της Χαλκοκρατίας (γύρω στο 1200 π.Χ. σημ. ΔΕΕ) και τίποτε στο Αιγαίο και στην ελληνική χερσόνησο δεν μαρτυρεί την παρουσία τους.
Τα ονόματα τόπων και θεών που συνήθως αναφέρονται ως καρικά κατάλοιπα είναι άσχετα με το όνομα των Καρών. Το Καρ- που περιέχουν είναι μια ρίζα του μεσογειακού υποστρώματος διαδεδομένη από την Ισπανία ώς την Ανατολή.
Οι αρχαίοι παρασύρθηκαν ακριβώς από αυτά τα ονόματα, αλλά και από την σύγχυση που έκαμαν ανάμεσα σε Λέλεγες και Κάρες…» (Ιστορία Ελληνικού ΄Εθνους - τομ. Α΄ σελ. 362).
Κατά τον Ρ. Γκραίηβς (Greek Myths, 1975), οι Κάρες πήραν το όνομά τους από την Μεγάλη Θεά της θρησκείας των προ-αριοευρωπαϊκών λαών της Μικράς Ασίας (Ker ή Q,re ή Car). Είναι η ρίζα Καρ-/Κερ- του «Μεσογειακού» προ-αριοευρωπαϊκού γλωσσικού υποστρώματος, την οποία βρίσκουμε σε τοπωνύμια, ονόματα θεών, ηρώων κ.λ.π. όπως προαναφέρθηκε.
«…Οι Κάρες βαθμιαία θα απωθηθούν και πάλι προς την ενδοχώρα λόγω της ανάπτυξης των Δωρικών αποικιών στα παράλια της Καρίας (μικρασιατική Δωρίς) [...] Οι κάτοικοι της Καρίας θα υποταχθούν στους Πέρσες (546 π.Χ.), αλλά θα συμμετάσχουν στην Ιωνική εξέγερσι κατά του Περσικού ζυγού το 499 π.Χ. η οποία είχε άσχημο τέλος όπως γνωρίζουμε. Μετά τους νικηφόρους πολέμους των Ελλήνων εναντίον των Περσών, η Καρία θα γίνει μέλος της Α΄ Αθηναϊκής συμμαχίας (που είχε κέντρο την Δήλο) και θα παραμείνει μέχρι το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου (404 π.Χ.).
Η ακμή της Καρίας θα σημειωθεί τον 4ο αιώνα π.Χ. όταν την χώρα κυβερνά ο καρικής καταγωγής Μαυσώλος (377-353 π.Χ.), γιος του Εκατόμνου, πολίτη από τα Μύλασα (ή Μύλασος κατά τον Στέφ. Βυζ.), ο οποίος μετά τον θάνατο του Πέρση σατράπη Τισσαφέρνη είχε κυβερνήσει την χώρα (395/390-377 π.Χ.). Ο Μαυσώλος θα καταλάβει αρκετές ελληνικές πόλεις, ενώ στην πρωτεύουσά του Αλικαρνασσό θα ανεγερθεί ο τάφος του, το περίφημο Μαυσωλείο, ένα από τα επτά θαύματα του Αρχαίου Κόσμου. Αν και σχεδιάσθηκε από τον Μαυσώλο, θα οικοδομηθεί στην πραγματικότητα από την σύζυγο και διάδοχό του, Αρτεμισία (353-351 π.Χ.).
Στην συνέχεια θα κυβερνήσουν ο αδελφός της Ιδριεύς (351-344 π.Χ.), η σύζυγός του Άδα και τέλος ο αδελφός της Πιξώδαρος, όλα παιδιά του Εκατόμνου. Η Καρία θα υποταχθεί τελικώς στον Μ. Αλέξανδρο το 334 π.Χ.» (βλ. Δημ. Ευαγγελίδη: Καταγ. Αρ. τομ. Α΄ τευχ. 2 Κεφ. 6.ε σελ. 90-91).
Το Μαυσωλείον (αναπαράσταση)
Ως προς την καρική γλώσσα (Carian language), την γλώσσα που μιλούσαν οι Κάρες, υπάρχει αρκετή αβεβαιότητα μεταξύ των ερευνητών για την οριστική κατάταξή της στις ιθαγενείς γλώσσες του «μεσογειακού» υποστρώματος ή στις αρχαίες αριοευρωπαϊκές γλώσσες της Μ. Ασίας όπως η Χιττιτική, η Λουβιακή, η Λυδική και η Λυκιακή.
Τα παλαιότερα επιγραφικά στοιχεία της Καρικής ανήκουν στον 7ο και 6ο π.Χ. αιώνα, κυρίως από περιοχές εκτός της Καρίας όπως π.χ. από την Αίγυπτο όπου ο Φαραώ Ψαμμήτιχος Ι (663-610 π.Χ.) είχε στρατολογήσει μεγάλο αριθμό Καρών (και Ιώνων) μισθοφόρων στην προσπάθειά του να εκδιώξει τους Ασσύριους κατακτητές, κάτι που τελικά πέτυχε και με την βοήθεια του συμμάχου του Γύγη, βασιλέα των Λυδών.
Καρική επιγραφή από την Σακκάρα (Αίγυπτος) του 6ου αιώνα π.Χ.
Στην ίδια την Καρία τα επιγραφικά κατάλοιπα είναι σαφώς λιγότερα και τα αρχαιότερα ανήκουν στον 6ο π.Χ. αιώνα (τρεις επιγραφές σε αντίστοιχα ορειχάλκινα σκεύη). Η επόμενη μεγάλη ομάδα επιγραφών ανήκει στον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ. και προέρχεται από ταφικά επιγράμματα, επιγραφικά μνημεία πολιτικού και θρησκευτικού περιεχομένου, καθώς και από μερικά σπάνια καρικά νομίσματα. Σε κάποια απροσδιόριστη ακόμη περίοδο, η καρική γλώσσα έπαυσε να ομιλείται και αντικαταστάθηκε από την Ελληνική.
Συγκεντρώνοντας όλα τα παραπάνω δεδομένα οι ερευνητές κατέληξαν ότι δεν υπήρξε ποτέ μια ενιαία καρική Γραφή (αλφάβητο) αλλά τέσσερεις ομάδες:
α) Το αλφάβητο των καρικών επιγραφών της Αιγύπτου (7ος – 5ος αιώνας π.Χ.), αποτελούμενο από 35 περίπου γράμματα
β) Η Γραφή των μεγάλων πόλεων της Καρίας (6ος – 3ος αιώνας π.Χ.) με 36 ή 37 γράμματα
γ) Το σαφώς διαφορετικό αλφάβητο (ίσως και γλώσσα) της Καύνου, μιας πόλεως στα σύνορα με την Λυκία (βλ. σχετικά Ηρόδοτος Α΄ 172 και Στράβων ΙΔ΄ ΙΙ. 3), το οποίο δεν μπορούμε ακόμη να προσδιορίσουμε χρονικά ποια ακριβώς εποχή χρησιμοποιήθηκε και
δ) Μια ομάδα επιγραφών από διάφορες περιοχές της Καρίας.
Παρά τις προσπάθειες δεκαετιών για την κατανόηση των καρικών Γραφών δεν έχουμε ακόμη αξιόπιστα αποτελέσματα. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι τα διάφορα καρικά αλφάβητα περιέχουν στην πλειοψηφία τους γράμματα του ελληνικού αλφάβητου, αλλά και επιπλέον γράμματα άγνωστης προέλευσης.
Καρικό αλφάβητο
Γράμματα ή σύμβολα του καρικού αλφαβήτου
που δεν έχουν ακόμα ταυτοποιηθεί
Από την στιγμή που είναι αδύνατη η ολοκληρωμένη αποκρυπτογράφηση και ανάγνωση των καρικών επιγραφών, είναι ευνόητο ότι και η ίδια η καρική γλώσσα θα εξακολουθεί να αποτελεί ένα άλυτο αίνιγμα. Η λύση θα δοθεί προφανώς από την ανακάλυψη ενός εκτεταμένου και καλά διατηρημένου δίγλωσσου κειμένου, που η μελέτη του θα δώσει απαντήσεις στα πολλά και αναπάντητα ακόμη ερωτήματα των γλωσσολόγων, αφού τα υπάρχοντα (κυρίως ελληνο-καρικές δίγλωσσες επιγραφές) είναι σε πολύ κακή κατάσταση και ουσιαστικά άχρηστα.
Πρέπει πάντως να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότεροι ερευνητές δέχονται ότι η καρική γλώσσα ανήκει στην ομάδα των αριοευρωπαϊκών γλωσσών και κάτω από αυτό το πρίσμα πλέον προσπαθούν να την μελετήσουν (βλ. C. A. H. Vol. III part 2, Κεφάλαιο 34b - O. Masson: Anatolian Languages – IV. The Carian language σελ. 674-676).
Από το λήμμα Κάρες του "Λεξικού των λαών του Αρχαίου Κόσμου" (Εκδόσεις Κυρομάνος, 2006) του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη
Ετικέτες
Αρχαιολογία,
Γλωσσολογία,
Γραφές,
Εθνολογία,
Μ. Ασία
Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011
Αιθίοπες
Το Βασίλειο της Αξώμης (Αξούμ) και οι μεγάλες εμπορικές αρτηρίες της περιοχής στην ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή.
Αἰθίοπες: Αρχαίος λαός της βορειοανατολικής Αφρικής, οι οποίοι ανήκαν, όπως και οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, στον λεγόμενο Χαμιτικό κλάδο της Λευκής ή Καυκασίας φυλετικής ομάδας. Αργότερα θα αναμιχθούν με νεγρικά στοιχεία που διείσδυσαν από τα νοτιοδυτικά, καθώς και με Σημίτες που έφθασαν στην χώρα από την άλλη πλευρά της Ερυθράς Θάλασσας, από την Αραβική χερσόνησο, κυρίως μεταξύ του 2ου και 9ου αιώνα μ.Χ. (βλ. Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, στο λήμμα Αιθιοπία).
Στις αρχαιοελληνικές πηγές ο όρος αρχικά σήμαινε τους κατοίκους των περιοχών νοτίως της Αιγύπτου, ενώ ως χώρα (Αιθιοπία), κάλυπτε γεωγραφικώς όλες τις περιοχές μετά τον πρώτο καταρράκτη του Νείλου και αρκετά αόριστα ολόκληρο το αποκαλούμενο σήμερα «κέρας της Αφρικής» δηλ. τα σημερινά κράτη της Δημοκρατίας του Τζιμπουτί, της Σομαλίας, της Αιθιοπίας (Αβησσυνία παλαιότερα), της Ερυθραίας, αλλά και του Σουδάν. Βεβαίως, πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν και τις γεωγραφικές αντιλήψεις εκείνης της εποχής. Αργότερα, θα χρησιμοποιηθούν ειδικότερες ονομασίες, για λίγο ή πολύ ακριβέστερα προσδιορισμένες περιοχές στον Νότο της Αιγύπτου, όπως η Νουβία (μεταξύ 1ου και 3ου καταρράκτη του Νείλου), το Κούς (Kush), η χώρα των Κουσιτών (μεταξύ 3ου και 5ου), καθώς και η σχεδόν μυθική χώρα του χρυσού, το Πούντ (Punt, πιθανολογείται ότι πρόκειται για την περιοχή της σημερινής Ερυθραίας).
Σύμφωνα με τις συγκεχυμένες και αόριστες αντιλήψεις των Ομηρικών Επών, οι Αιθίοπες περιγράφονται (Οδύσ. Α 22) ως «οι απώτατοι των ανθρώπων, έσχατοι των ανδρών», οι οποίοι κατοικούσαν άλλοι στην Ανατολή και άλλοι στην Δύση. Στην Ιλιάδα (Α 423) υπάρχει αναφορά στους άμεμπτους - «αμύμονες» - Αιθίοπες που κατοικούν στον Ωκεανό και οι οποίοι συντρώγουν με τον Δία και τους άλλους Θεούς σε συμπόσια και προσφέρουν πλούσιες θυσίες στους θεούς (Ψ 205-207).
Στον Ηρόδοτο, οι αναφορές στους Αιθίοπες είναι εντελώς συγκεχυμένες (Β΄ 146, Γ΄ 17-25 και 97, Ζ΄ 70). Επηρεασμένος προφανώς από τον Όμηρο, υποστηρίζει ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές φυλές, που διαφέρουν στην γλώσσα και στα μαλλιά (Ζ΄ 70), ενώ στην διήγησή του για την εκστρατεία του Καμβύση και την κατάκτηση της Αιγύπτου, αναφέρει μια άλλη εκστρατεία του Πέρση αυτοκράτορα εναντίον των «μακροβίων Αιθιόπων, που κατοικούν στην Λιβύη, κοντά στην νότια θάλασσα» (Γ΄ 17), για τους οποίους «λέγεται ότι είναι οι πιο υψηλόσωμοι και οι πιο όμορφοι απ’ όλους τους ανθρώπους» (Γ΄ 20).
Ο Στράβων, αφιερώνει ένα μικρό μέρος του ΙΖ΄ Βιβλίου των «Γεωγραφικών» του στην περιγραφή της Αιθιοπίας και των Αιθιόπων έχοντας ως πηγή κυρίως τον Ερατοσθένη (ΙΖ΄ Ι. 3). Διακρίνει τους Αιθίοπες από τους Νουβίους (που τους αποκαλεί Νούβες) και δίνει σε ένα άλλο σημείο, μια πολύ ασαφή εικόνα της χώρας και των κατοίκων της, που πιστεύει ότι δεν διαφέρουν μεταξύ τους (Β΄ ΙΙΙ. 8). Προσπαθεί μάλιστα να δικαιολογήσει τον Όμηρο που ανέφερε ότι οι Αιθίοπες κατοικούν άλλοι στην Δύση και άλλοι στην Ανατολή (Α΄ ΙΙ. 22-26). Μνημονεύει τέλος και διάφορους άλλους λαούς της χώρας όπως οι Βλέμμυες, οι Τρωγλοδύτες, οι Ιχθυοφάγοι κ.λ.π.
Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, αναφέρεται επίσης στους Αιθίοπες και στην Αιθιοπία, ιδίως στην Πρώτη Βίβλο της «Βιβλιοθήκης Ιστορικής», όχι όμως αυτοτελώς, αλλά σε σχέση πάντα με την Αίγυπτο, καθώς και στην Τρίτη Βίβλο, όπου περιγράφει διάφορους λαούς της Αιθιοπίας μεταφέροντας παραδοξολογίες άλλων συγγραφέων με αποτέλεσμα να μη περιλαμβάνεται τίποτε το σημαντικό ή το καινούριο, στα διασωθέντα τμήματα των κειμένων του.
Είναι πάντως γεγονός ότι στους Ελληνιστικούς, στους χρόνους της Ρωμαιοκρατίας, αλλά συχνά και σε νεώτερες εποχές, να υπάρχει μόνιμη σύγχυση με αποτέλεσμα η Νουβία (σημερινό βόρειο τμήμα του Σουδάν), αλλά και το Κους (το κεντρικό τμήμα) να αποκαλούνται Αιθιοπία και να ταυτίζονται μαζί της. Κλασσικό παράδειγμα αυτής αοριστίας και σύγχυσης αποτελεί και το γεγονός ότι η 25η Δυναστεία της Αιγύπτου, αποκαλείται Αιθιοπική από τον Μανέθωνα (Αιγύπτιος ιερέας και ιστορικός που έγραψε σε ελληνική γλώσσα, στην αυλή του Πτολεμαίου Β΄ του Φιλαδέλφου 285-247 π.Χ., τα περίφημα «Αιγυπτιακά», μια ιστορία της Αιγύπτου σε 3 βιβλία από τα μυθικά χρόνια μέχρι την τελευταία Δυναστεία της, την 30η), ενώ στην πραγματικότητα ήταν Κουσιτική.
Όπως διαπιστώθηκε από την νεώτερη έρευνα, η παλαιότερη ονομασία της Αιθιοπίας, Αβησσυνία, προέρχεται από το όνομα «Αβασάτ» με το οποίο αποκαλούσαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι τους πραγματικούς Αιθίοπες (Π-Λ-Μπ).
Πέρα όμως από τις οποιεσδήποτε αρχαιοαιγυπτιακές επιδράσεις και πολιτιστικές επιρροές, η πραγματική Ιστορία αυτής της χώρας (της Αβησσυνίας, σημερ. Αιθιοπίας) αρχίζει ουσιαστικά τον 6ο αιώνα π.Χ. με την εμφάνιση ενός πολιτισμού, στενά συνδεδεμένου με τους ιθαγενείς πολιτισμούς της Νοτιοδυτικής Αραβίας, τον Μιναϊκό και τον Σαβαϊκό (=από τον όνομα της Βιβλικής χώρας του Σαβά). Τα χαρακτηριστικά του ήσαν η αστρική θρησκεία, η ιερή βασιλεία, διάφοροι ιδιόμορφοι κοινωνικοί θεσμοί, η εντατική καλλιέργεια της γης και μια ιδιαίτερη αρχιτεκτονική και τέχνη (βλ. λήμμα Αιθιοπία, Π-Λ-Μπ).
Στην διάρκεια της Πτολεμαϊκής περιόδου της Αιγύπτου, η Αιθιοπία δέχτηκε σημαντικές ελληνιστικές επιδράσεις, που αντικατέστησαν τις νοτιοαραβικές (βλ. B. Davidson: Ιστορία της Αφρικής, σελ. 61). Τα πολυσύχναστα λιμάνια της Πτολεμαΐδος (που ιδρύθηκε από τους Πτολεμαίους της Αιγύπτου) και της Αδούλης, εξυπηρετούσαν όλο το διαμετακομιστικό εμπόριο μεταξύ Μεσογείου, Ερυθράς θαλάσσης και Ινδικού Ωκεανού (βλ. Χάρτη παραπάνω).
Προς το τέλος όμως της 1ης χιλιετίας π.Χ. και μέχρι τις αρχές της Χριστιανικής περιόδου, Σημίτες μετανάστες από την Νοτιοδυτική Αραβία, θα εγκατασταθούν στην Αιθιοπία φέρνοντας μαζί τους, εκτός από την γλώσσα τους και μια μορφή της αλφαβητικής Σαβαϊκής γραφής (βλ. Εικόνα), το παλαιότερο κείμενο της οποίας χρονολογείται γύρω στο 500 π.Χ. και κατατάσσεται στην ομάδα των Νότιων Αραβικών (συμφωνικών) αλφαβήτων.
Σαβαϊκή αλφαβητική (συμφωνική) γραφή
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η γλώσσα των αυτοχθόνων λαών της Αιθιοπίας δεν ήταν σημιτική, αλλά ανήκε στην λεγόμενη Κουσιτική ομάδα των Χαμιτικών γλωσσών. Στην σημερινή Αιθιοπία Κουσιτικές γλώσσες ομιλούνται από περίπου 15.000.000 κατοίκους της, με σπουδαιότερες γλώσσες την Γκαλίνυα (ή Ορόμο), την Σομαλική, την Σιντάμα και την Αφάρ-Σάχο.
Μεταξύ του 2ου και 9ου αιώνα μ.Χ. θα συντελεστεί η πλήρης συγχώνευση των μεταναστών με τους ιθαγενείς και θα έχει ως αποτέλεσμα την ακμή του περίφημου Βασιλείου της Αξώμης (Αξούμ, Axoum), με κέντρο την ομώνυμη πόλη στο οροπέδιο Τιγκράϊ, στο βόρειο άκρο του σημερινού κράτους της Αιθιοπίας, η ίδρυση του οποίου τοποθετείται λίγο μετά το 50 μ.Χ. Το Βασίλειο της Αξώμης θα περιλάβει στα δυτικά και περιοχές του αρχαίου Μεροϊτικού Βασιλείου (βλ. Νούβιοι), καθώς και (μεταξύ του 3ου – 6ου αιώνα μ.Χ.) τις εκτάσεις του νοτιοαραβικού Βασιλείου των Ιμυαριτών, που είχε προκύψει από την συγχώνευση των ηγεμονιών των Σαβαίων (βλ. λήμμα Ναβαταίοι) και Μιναίων (βλ. Χάρτη παραπάνω).
Αιθιοπική συλλαβική γραφή
(15ος αιώνας μ.Χ.)
Οι Σημίτες μετανάστες που προαναφέραμε, θα διαδώσουν στην Αιθιοπία την γλώσσα τους, που δεν είναι άλλη από την Γκιέζ (Ge’ez), την Μεσαιωνική επίσημη γλώσσα, η οποία σήμερα δεν ομιλείται, αλλά διαφυλάχθηκε από την Αιθιοπική Εκκλησία ως λειτουργική γλώσσα. Η σημερινή Αμχαρική, επίσημη γλώσσα του κράτους της Αιθιοπίας, πρωτοεμφανίσθηκε με γραπτά κείμενα τον 13ο αιώνα μ.Χ. και είναι απόγονος της Γκιέζ.
Η πρωϊμότερη ένδειξη για την ύπαρξη της Αιθιοπικής γραφής, προέρχεται από επιγραφές και νομίσματα του 4ου αιώνα μ.Χ., την εποχή του προσηλυτισμού της χώρας στον Χριστιανισμό, από Έλληνες ιεραποστόλους. Πάντως η γραφή εκείνης της περιόδου περιέχει ακόμη αρκετά στοιχεία της Σαβαϊκής γραφής, η οποία ήταν συμφωνική, όπως όλες οι Σημιτικές γραφές. Βαθμιαία, θα αναπτύξει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως νέα διάταξη των γραμμάτων, συστηματική και υποχρεωτική μορφή φωνηεντισμού, καθώς και φορά γραφής από τα αριστερά προς τα δεξιά, που αναμφίβολα οφείλεται σε ελληνική επίδραση.
Χαρακτηριστικό στοιχείο της ελληνικής πολιτιστικής επιρροής στην περιοχή, είναι και η ύπαρξη της λεγόμενης «επιγραφής της Αδούλης» στα Ελληνικά, μιας αφήγησης των εκστρατειών (τον λεγόμενο Γ΄ Συριακό πόλεμο 246-241 π.Χ.) του Πτολεμαίου Γ΄ της Αιγύπτου (246-222 π.Χ.), που χρονολογείται στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. Η ίδια η επιγραφή έχει χαθεί, αλλά ευτυχώς το κείμενό της διασώθηκε από τον Βυζαντινό έμπορο και στην συνέχεια μοναχό, Κοσμά τον Ινδικοπλεύστη, ο οποίος είχε αντιγράψει την επιγραφή, τον 6ο αιώνα μ.Χ.
Ένας από τους σημαντικότερους αρχαίους βασιλιάδες της Αξώμης ήταν ο Εζάνα, ο οποίος ανήλθε στον θρόνο γύρω στο 325 μ.Χ. Στον αρχικό του τίτλο «Βασιλεύς της Αξώμης» πρόσθεσε μετά από τις κατακτήσεις του και τους τίτλους «Ηγεμών του Χιμυάρ και του Σαβά (περιοχές της ΝΔ Αραβίας), του Κους (Μερόης) και των Μπέζα (λαός της ερήμου που ζούσε μεταξύ Αιγύπτου και Αιθιοπίας)».
Ο Εζάνα ήταν αυτός που ολοκλήρωσε την κατάρρευση του κουσιτικού Βασιλείου της Μερόης (βλ. λήμματα Κουσίτες και Νούβιοι). Αφορμή για τον πόλεμο που κήρυξε ο Εζάνα εναντίον της Μερόης, όπως προκύπτει από σχετικές επιγραφές, υπήρξαν οι επιδρομές ενός λαού της ερήμου που είχε εγκατασταθεί πρόσφατα στο Κους. Στην περίφημη επιγραφή του Εζάνα, αποκαλούνται Νόμπα και κόκκινοι Νόμπα. Πιθανολογείται ότι πρόκειται για τα τελευταία κύματα από Νούβιους, οι οποίοι εγκατέλειψαν οριστικά τις ξερές εκτάσεις της Σαχάρας.
Ο Εζάνα θα εισβάλει στην Μερόη ακολουθώντας τον ρου του παραπόταμου του Νείλου, Ατμπάρα (Atbara) και θα συντρίψει τους Νόμπα, λεηλατώντας και καταστρέφοντας ταυτόχρονα τις πόλεις της Μερόης, αλλά και την ίδια την Μερόη. Αυτή είναι και η τελευταία πληροφορία που έχουμε για το αρχαίο Κους.
Στην διάρκεια της βασιλείας του Εζάνα, η χώρα θα δεχθεί τον Χριστιανισμό, όπως προαναφέραμε, από δύο Έλληνες ιεραποστόλους, τον Αιδέσιο και τον Φρουμέντιο. Ο Φρουμέντιος μάλιστα, θα χειροτονηθεί γύρω στο 340 μ.Χ. από τον Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας, τον Μέγα Αθανάσιο, ως ο πρώτος Επίσκοπος της Αιθιοπίας.
Η παρακμή της Αξώμης θα αρχίσει τον 6ο αιώνα μ.Χ. κάτω από τα πλήγματα των Σασσανιδών Περσών (για την Δυναστεία των Σασσανιδών βλ. λήμμα Πέρσες) και των Αράβων, τα εμπορικά συμφέροντα των οποίων είχαν πληγεί σοβαρά από τους ικανούς ηγεμόνες της Αξώμης.
Γύρω στο 975 μ.Χ. το Βασίλειο της Αξώμης θα καταστραφεί από τους Γκάλα, έναν λαό κουσιτικής καταγωγής που ήταν εγκατεστημένος στις εκτάσεις γύρω από την λίμνη Αμπάγια (στις ΝΔ περιοχές του σημερινού κράτους της Αιθιοπίας) και οι οποίοι είχαν προσηλυτισθεί στο Ιουδαϊσμό. Στα τέλη του 10ου αιώνα μ.Χ. το Βασίλειο της Αξώμης έπαυσε να υπάρχει.
Από το Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη και στο οποίο παραπέμπουν οι αναφορές σε λήμματα που γίνονται στο κείμενο.
Ετικέτες
Γλωσσολογία,
Γραφές,
Εθνολογία,
Ιστορία
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





















