Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρβανιτόφωνοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρβανιτόφωνοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

Βιβλιοπαρουσίαση


Ο Δήμος Ασπρούργου και οι Εκδόσεις «Ινφογνώμων»
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου
του εθνολόγου-ανθρωπολόγου Δημήτρη Ευαγγελίδη

«Η Καταγωγή των Αλβανών και οι Αρβανιτόφωνοι Έλληνες»


που θα γίνει τη Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017 και ώρα 19:30,
στην Αίθουσα Τελετών «Δ. Καλλιέρης» του Πνευματικού Κέντρου του
Δήμου Ασπροπύργου (Αλ. Παναγούλη 13, πλ. Αγίου Δημητρίου).
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο συγγραφέας και οι κ.κ.:
Γεώργιος Τσούτσος, συνεργάτης βιβλιοθήκης Ιεράς Συνόδου
Νικόλαος Ταμουρίδης, επίτιμος Α’ υπαρχηγός ΓΕΣ
Σάββας Καλεντερίδης, εκδότης.
Την εκδήλωση θα χαιρετίσει ο Δήμαρχος Ασπροπύργου Νικόλαος Μελετίου.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Η γλώσσα των Ελλήνων τον 16ο αι.

Ο θάνατος του Μ. Μπότσαρη

Η γλώσσα των Ελλήνων 
τον 16ο αι.
Γιάννης Βασ. Πέππας,
Φιλόλογος

Οι εθνομηδενιστές προσπαθούν να πείσουν (τους εαυτούς τους...) ότι Ελληνικό Έθνος δεν υφίστατο πριν το 1821, παρά ένας πληθυσμιακός πολτός χωρίς εθνική ελληνική συνείδηση, δίχως ελληνική γλώσσα και κατά πολύ προσκυνημένοι στο Ισλάμ.
Το γεγονός της Επανάστασης του ’21, μόνο ένα απλό πολεμικό γεγονός δεν ήταν. Χρειάστηκε την πνευματική αφύπνιση των Ελλήνων,όπως εκφράστηκε από του λόγιους της Τουρκοκρατίας και πέρασε ύστερα στο λαό, η οποία είχε τις ρίζες της πολύ πριν τις αρχές του 19ου αιώνα.
Θα προσπαθήσω, παραθέτοντας σταδιακά κάποια κείμενα από την ύστερη βυζαντινή εποχή ως τους τελευταίους αιώνες της τουρκοκρατίας, να αντιληφθούμε τα χαρακτηριστικά της συνείδησης των Ελλήνων/Ρωμιών, σε σχέση με την καταγωγή τους, τη γλώσσα τους, τους δεσμούς μεταξύ τους, το όνομά τους, τη σχέση τους με τους προγόνους τους, τη σχέση τους με τους γείτονες (αλλόγλωσσους-αλλόθρησκους) τους κ.ά.
Θα αρχίσω με έναν σπουδαίο λόγιο, Επτανήσιο του 15ου-16ου αιώνα.
Είναι ο μοναχός Παχώμιος Ρουσάνος, επονομαζόμενος και Ρακενδύτης, γεννημένος στη Ζάκυνθο το 1509, και μόνασε στη Μονή του Αγίου Γεωργίου των Κρημνών στο ίδιο νησί.
Δεν απομακρύνθηκε από τον τόπο του παρά μόνο όταν επρόκειτο να ταξιδέψει για να προσκυνήσει στα Ιεροσόλυμα, έχοντας την ευκαιρία να γυρίσει πολλά μέρη της Ελλάδας, από την Ήπειρο,τη Θεσσαλία,το Άγιο Όρος (όπου μόνασε για μικρό χρονικό διάστημα) ως τη Χίο, τη Λέσβο (όπου ίδρυσε και κάποια σχολεία) και σε πολλά άλλα μέρη μέχρι και την Ιταλία.
Ο λόγος που παραθέτω το παρακάτω πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Παχώμιου, είναι η πολύ σπάνια για την εποχή του «διαλεκτολογική έρευνά» του, αλλά κυρίως η ενότητα, παρά τις όποιες διαφορές, που δείχνει να αντιλαμβάνεται ο καλόγερος στους ελληνικούς πληθυσμούς από την Κέρκυρα ως την Κύπρο, την Μακεδονία, τη Θράκη και τον Πόντο, μέχρι την Απουλία και την Κάρπαθο.
Φαίνεται επίσης να τον ανησυχεί το φαινόμενο της αλλοίωσης της γλώσσας, είτε από αμάθεια είτε από ξένες επιρροές.
«Η των Ελλήνων Διάλεκτος, η αυτή τοις πάσιν ήν εξ αρχής, μηδέν διαφέρουσαν, ήγουν η κοινή, επεί δε διεσπάρησαν κατά φυλάς, το ακοινώνητον και τινα διένεξιν ήνεγκε, και τοσούτω μάλλον, όσω και μετανάσται κατά διαφόρους καιρούς εγένοντο, πρώτον μεν γάρ Ίωνες τε και Αιολείς και Δωριείς και Αττικοί, οι μέν αυτών εν Πελοποννήσω ώκουν, οι δε, εκτός ταύτης και Δωριείς μεν, τα προς ανατολάς Πελοποννήσου, Ίωνες δε, τα προς δυσμάς, Αιολείς δε, περί τον Κορινθιακόν κόλπον, ο και Αχαΐα λέγεται, μεθ’ ούς Αττικοί οι και Αθηναίοι, κατά την Ατθίδα, μέρος της Ελλάδος, μετά δε ταύτα Ίωνές τε και Αιολείς μετώκησαν εις Ασίαν την κάτω. Δωριείς δε και εις τας νήσους. 
Ταύτα δη και Αττικοί πεπόνθασιν, εξ ου συνέβη δια το ανεπίμικτον την μίαν διάλεκτον διαιρεθήναι εις τέσσαρας, την κοινήν μεν, και ούτω πέντε διάλεκτοι παρά τοις ποιηταίς και συγγραφεύσιν εξεδόθησαν, αυτή τε η καταρζάς, ήγουν η κοινή, και Ιάς, Ατθίς, Δωρίς, Αιολίς, διαφέρουσαι κατά τινα την κοινής, ων αρχαιοτέρα τε και επικρατεστέρα έοικεν η των Ιώνων, ου μόνον ότι παρά των παλαιών ποιητών φέρεται, οίον Σιβύλλης και Ορφέως, Ομήρου τε και Ησιόδου και των τοιούτων, άλλ’ ότι και παρά των νέων αυτή επικρατεί ώσπερ η Ατθίς, επί των ρητόρων, οίον Γοργίου, Αισχίνου, Δημοσθένους και των λοιπών.
Νυν δε αι τοιαύται διάλεκτοι ηλλοιώθησαν εκμιγείσαι, και παντελώς εξεβαρβαρώθησαν τω ρεόντι του χρόνου,όθεν και το αίτιον της αγνοίας της καθ΄ημάς γραφής, απολεσάντων ημών και την κοινήν διάλεκτον μετά του τεχνικού, όθεν έστιν ιδείν εν τήδε μεν τη χώρα κατά την πάλαι παράδοσιν τινά της γραφής ομολογούντας, εν ετέρα δε έτερα, και εν άλλη άλλα, όπερ δια την αγροικίαν τινών πειράσομαι αποδείξαι, «φρέαρ» τινές εν τη Αχαΐα λέγουσι την ορωρυγμένην πηγήν, και «λέβητα» και «κακκάβην» την χαλκήν χύτρα, ά παρά των εν Μακεδονία αγνοείται, ώσπερ τινά τούτων αγνοείται παρ’ εκείνοις, οίον «στιβή, κόνυζα, μυρσίνη», οι δε Κρήτες αγνοούσι πολλά τοιαύτα, λατινικώς λέγοντες διά την τούτων επιμιξίαν, ήτοι τον στενωπόν, την ρύμην και εν λαχάνους δαύκον, κρόκον, βούβλωσσον, μακεδονήσιον, σάψυχον, και τον λέβητα κατ’ ολίγον βαρβαρώσαντες, λαβένζι λέγουσιν, ομοίως και εν ετέροις.
Έστι δ’ ουν όμως ά των ονομάτων και ελληνικώτερον εκφέρουσιν υπέρ τους εν ταις άλλαις χώραις, οίον, έριφον, αίγαν, κολοιόν, κορυδαλόν, στρύχνον, βρυωνίαν. Ομοίως και τινα ρήματα άπερ ούκ οίδασιν εν ετέραις χώραις αλλ’ άλλα τινά εις άλλον νούν πίπτοντα, οίον αδημονείν, ειρωνεύεσθαι, και οι εν ταις ημετέραις χώραις ούκ οίδασι διαφοράν πηγής και κρουνού, αλλ’ άπαντα βρύσιν καλούσιν, οι δε εν Κεφαλληνία εσθ’ όπου και πηγήν, και οι εν Σωζόπολει τη κατά Πόντον, κρουνόν που, και οι εν Αδριανουπόλει ικρία λέγουσι τινα επιμήκη ξύλα, στάβαρα δε αντί τους σταυρούς εν Μακεδονία, τα εν τοις φραγμοίς, διατόνια δε οι Ζακύνθιοι τα πλαγίως τούτων τιθέμενα επιμηκή. 
Και οι μεν ημέτεροι αντί του ανάστα, σηκώθητι λέγουσιν, οιονεί, κουφίσθητι, οι δε Κύπριοι, ελλειπτικώς, άνα, και οι Κερκυραίοι ομοίως το εξής, άστα. Ωσαύτως Κύπριοι και Κρήτες γραφικώς λέγουσι το χαμαί και αριστερά, έτεροι δε βαρβαρικώτερον ταύτα λέγουσι,και αντί του χαμαί κάτω λέγουσι, το δε κάτω, σχέσιν έχει προς το άνω.
Και οι κατά την Απουλίαν και Σικελίαν, τινά κατά τον νόμον της γραφής προφέρουσιν, οίον, έκλασε τον άρτον, και άρτι παραγέγονα. Και Καπάρθιοι, ήμην λέγουσιν, αντί του υπήρχον, ως δε Αρτακήσιοι και Κυζικηνοί εδάρθηνα λέγουσιν, όπερ οι κατά την ημετέραν διάλεκτον εδάρθηκα λέγουσιν, οι δε Πόντιοι, εδάρθην, ομοίως και λεπάδας, όστρεά τινα, και βραγχία τα του ιχθύος, ώσπερ δήτα και Ελλησπόντιοι. Εύρηται δε ταύτα ούρω και παρά ποιηταίς τε και φιλοσόφοις. 
Οι δε πλείους εν τη καθ’ ημάς χώρα, σύρε λέγουσι, αντί του ύπαγε, έστι δε ελλειπτικόν,αντί του σύρε τους πόδας, ή έλκε την οδόν. Τινές το άνω και έσω κατά αρχαίαν συνήθειαν επί των αροτριών των βοών λέγουσι, μη επιστάμενοι τούτο εξ αμαθία εν ετέροις χράσθαι, νομίζοντες ότι τοις βουσί τούτο ίδιον οι βοών αλογώτεροι. Αλλά και παρά γυναιξίν έστι τινα εκφερόμενα σχετλιαστικά επιρρήματα κατά τους παλαιούς οίον, το ίου, το αιβοί, ομοίως και παρά Λεσβίοις το ά εκπληκτικόν όν, ή ποιητικώς προφέρεται, και το τέως χρονικόν, απερώμενοι δε ποτε αλλήλους, καρκίνος λέγουσι, κατά επικράτησιν παλαιάν, ούκ οίδασι δε διόπερ τούτο λέγουσιν, έστι δε τούτο παρ’ ιατροίς πάθος τι συμβαίνον πολλάκις εν τοις των γυναικών μαζοίς, και ο παρ’ ημίν κάβειρος, και το μεν κοινόν ούκ οίδασι, το δε πάγκοινον τέως γινώσκουσιν αλόγως καθά δη και οι εν Πόντω, ηλάριον μεν ίσασι το καρφίον, ήλον δ’ ού, και οι εν Κύπρω, ιππάριν μεν, ουχί δε και ίππον, ως δήπου και οι εν τη ημεδαπή, δοκάριον μεν γινώσκουσι, δοκόν δ’ ήκιστα, και τοι όμοιον τούτο ως είποι τις ξύλον και ξυλάριον, και νησσάριον οίδασι την λιμναίαν όρνιν, νήσσαν δ’ ουδόλως, και παρίππιον συνθέτως και παραγώγως, είθουν παρασυνθέτως γινώσκουσιν,ου μην δε ίππον, αλλ’ άλογον, άλογον δε, ου μόνον ίππος, αλλά και βούς και όνος, και όσα λόγον ουκ έχουσιν, και ψιλούν λέγουσι τον αγρόν και εξυλούν, όπερ αλλαχού ελοκοπείν, αλλ’ ούτε ούτοι, ούτε εκείνοι γιγνώσκουσι τι έστι ψιλόν και τι ύλη, και τι έλος ,εκ τούτων γάρ τα παρ’ αυτοίς ρήματα. 
Ομοίως και οι Αθωνίται, το άπαξ επίρρημα ποσότητος, και δίς λέγουσι και ούτοι και οι πλείστοι, ως όταν λέγωσι, δις την ώραν, αν δ’ ακούωσι τούτο εν βιβλίω, ου συνιούσι, και οι μεν Κύπριοι επί εικασμού, ίσως λέγουσιν, οι δε λοιποί, τάχα, και τινες εν ταις νήσοις τον στοχασμόν γινώσκουσιν, έτεροι δε ουδαμώς. Και άλλοι μεν το ω κλητικό επίρρημα, άλλοι δε αντί τούτου, το έ, και άλλοι αντί του βλέπειν τηρείν λέγουσιν, άλλοι θεωρείν, άπερ εις άλλον νούν έρχονται, ει και τινα οικειότητα έχουσιν, άλλοι, κυττάζειν, ίσως από του κυπτάζειν, και οι μεν Κυθήριοι τας μετοχάς έχουσιν εν συνηθεία, άλλοι δε σπανίως, και ούχ ως δεί.
Και άλλοι το ιδίωμα ποσώς αναφέρουσιν, άλλοι το ίδιον, και άλλοι το ποσόν, μη γινώσκοντες δε το ποιόν, και τοι ώσπερ το ποίον αοριστούμενον γίνεται ποιόν, ούτε και το πόσον ποσόν. Ζακύνθιοι δε φιλούσιν ιδίως καλείν σκοπόν, τινά παρ’ αυτοίς σκοπιάν. Και Μηθυμναίοι, λειμώνα, λειβάδιον τι. Ανέμων δ’ ονόματα κρειττόνως οίδασι Πόντιοι, ούτοι έχω λέγουσιν, όπερ έτεροι, δεν έχω. 
Και Κρήτες ίντα θες, αντί του τι θέλεις και τι λές, έτεροι, αντί του τι λέγεις, άπερ κατά αφαίρεσιν ή αποκοπήν τε και συγκοπήν των συλλαβών ούτω φέρεται, ήτοι από του ουδέν αττικού, δεν, αντί του ού, και από του τι ένι το, και τι ένι τα, τίντο και τίντα, ως παρά Λεσβίοις, εξ ου παρά Κρησί και άλλοις ραθύμοις, το ίντα και σχεδόν ουδέν της γραφής ρήμα, όπερ μη εν τη οικουμένη φέρεται, ει δε και τινα ου φέρεται, ουδέν θαυμαστόν, πολλά γαρ εν λήθη και αλλοιώσει γεγόνασιν, εξ αμελείας και της επιμιξίας των βαρβάρων, ως εν τοις ήδη ρηθείσι βραχέσι ρήμασιν αποδέδεικται, πόσα γαρ ονόματα πετεινών, ερπετών, τετραπόδων, φυτών, ιχθυών, ζωυφίων τε και κνωδάλων, και των λοιπών των εν τω κόσμω ούκ οίδαμεν; Πώς ουν ακούσαντες εν τη γραφή ταύτα νοήσωμεν; Και γάρ κατ’ αρχάς τα ονόματα ετέθησάν τε και διωρίσθησαν εκάστω είδει των κτισμάτων δια την χρήσιν και ωφέλειαν την εξ αυτών, και τας διαφόρους ενεργείας εκάλεσε γαρ φήσιν Αδάμ ονόματα πάσι τοις κτήνεσι, και πάσι τοις πετεινοίς του Ουρανού και πάσι τοις θηρίοις της γής.
Αλλά και Σολομών οίδεν αστέρων θέσεις, και φυτών φύσεις και βοτάνων. Έστι δ’ ότε και οι τηλού των αγρών οικούντες, ελληνικώτερόν τε και τεχνικώτερον λαλούντες των αστικών εξ απλότητος, οι γαρ κατά τας πόλεις εκ κενοδοξίας, εις το ευσχημονέστερον βουλόμενοι μεταγάγειν τας λέξεις μάλλον φθείρουσι, και τους κωμήτας και αγροίκους αλόγως σκώπτουσι και μυκτηρίζουσιν, ομοίως και τοις αλλοπαποίς επιγελώσι, και έθνος έθνει ετέρω, και πόλις πόλει, ότι ου ταύτα λαλούσι, μη ειδότες ά διαβεβαιούνται.
Ταύτα δε πάσχουσιν εξ αμαθίας, ως είρηται, ο γαρ Θεός εξ αρχής τελείς και τεχνικάς διένειμε τας διαλέκτους εν τοις έθνεσιν, ως δέδεικται, μετά δε ταύτα, ούτω κατεστάθησαν ού μόνον γάρ η ημετέρα διάλεκτος ούτως ηλάττωται και ηλλοιώται, αλλά και των λοιπών εθνών. Και τούτων μέν, μάλλον ηλάττωται, ηλλοίωται δε μάλλον η ημετέρα, δια την διασποράν την γενόμενην εις διαφόρους τόπους,τα γαρ λοιπά έθνη ουκ εισίν ούτως εξηπλωμένα εις διαφόρους επαρχίας τε και πατριάς, όθεν και η γραφή παρ’ αυτοίς απλουστέρα, αλλ’ ούχι και ποικίλη και δαψιλής εν ταις λέξεσι, δια το στενόν της γλώσσης, όπερ συνέβη αυτοίς δια το των χώρων ανεπιτήδειον, ουδεμία δε η εντεύθεν βλάβη, καν εκ της μερικής είπης εναλλαγής, καν εκ της γενομένης καθόλου επί της πυργοποιΐας, ώσπερ γαρ δια των διαφόρων αυτού ποιημάτων δοξάζεται ο Θεός, ούτω δη και εκ των διαφόρων διαλέκτων, και γαρ το πολύτροπον, των τρεπτών ίδιον.
Ει δε τις έρει, ότι δια το διάφορον της γλώσσης αι αλλεπάλληλοι μάχαι και οι πόλεμοι, ψεύδος ερεί δήπουθεν, ουκ ειδώς των Ελλήνων τους εμφυλίους πολέμους, ωσαύτως και των βαρβάρων, μάλλον δε δια το διαφέρειν ημάς κατά την διάλεκτον, έκαστος εν τοις όροις μένει τοις ιδίοις, μισών την αλλοδαπήν.…»


Πηγή: Patrologiae cursus completus, Jacques-Paul Migne, τ. 98, σελ. 1349. (Kleftouria)

Σημειώσεις Γ. Β. ΠΕΠΠΑ: 
1. Πρόκειται για ανάρτησή μου τμήματος έρευνας της Kleftouria στην, ανενεργή πια, fbική ομάδα μου "Αρβανίτες" την Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014.
2. Ξεχώρισα με κόκκινο την αρχαιοπρεπή φράση "δις την ώρα". Την χρησιμοποιούσε συχνά η αρβανίτισσα γιαγιά μου Αναστασία Τουρκαντώνη (1905-1997), μαζί και την "τρις του γύρου", με την έννοια "συνεχώς". Πολλούς λόγιους τύπους και φράσεις άκουγε κανείς απ΄ τους απλοϊκούς παλιούς αρβανίτες, ισχυρή απόδειξη ότι μετέφεραν βαθιές ελληνικές ρίζες,την μόνη εθνική τους ταυτότητα!




Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Δεύτερη βιβλιοπαρουσίαση στην Αθήνα



Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη: Η καταγωγή των Αλβανών και οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες



Πραγματοποιήθηκε η δεύτερη παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα, ενδεικτική του ενδιαφέροντος που υπάρχει για το θέμα. Ακολούθησε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση στην οποία πήρε μέρος και ένας Αλβανός, από τους παρευρεθέντες στην εκδήλωση.

Μεταφέρω τα σχόλια του δημοσιογράφου Ανδρέα Χατζηνικολάου, εκδότη-διευθυντή της εφημερίδας "Νεολόγος" που εκδίδεται και κυκλοφορεί στην ανατολική Αττική (περιοχή Παλλήνης):

Ενδεικτική φωτογρ. (παρακάτω) του μεγάλου αριθμού πολιτών που έσπευσαν να ακούσουν τον εθνολόγο Δημήτρη Ευαγγελίδη. Η περιεκτική και αρκούντως διεισδυτική ανάλυση του ομιλητή ανέδειξε πτυχές άγνωστες, αδιερεύνητες ως και σήμερα και ίσως είναι αυτός ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο το συγγραφικό πόνημά του πρέπει να ενσωματωθεί στη γνώση και την κρίση κάθε πολίτη που νοιάζεται για ό,τι περιβάλλει τις συνοριακές γραμμές της χώρας μας και όχι μόνο. 



Ο Δημήτρης προσέγγισε με υπευθυνότητα, εξαντλητική έρευνα, επιστημονική μεθοδολογία και με επίκληση εκατοντάδων έγκυρων πηγών από τη διεθνή βιβλιογραφία το ζήτημα καταγωγής των Αλβανών και των Αρβανιτόφωνων Ελλήνων και έχω την πεποίθηση ότι το συγγραφικό έργο του όχι μόνο προσθέτει γνώση και προβληματισμό, αλλά συμβάλλει και προτρέπει στην ανάδειξη ενός επιστημονικού διαλόγου που αν εξελιχθεί με τη σοβαρότητα που ο ίδιος πραγματεύτηκε το δύσκολο και πολύμορφο αυτό ζήτημα, μόνο οφέλη θα προκύψουν. 
Παρεμπιπτόντως και δεδομένου ότι ζω στην περιοχή του Δήμου Παλλήνης Αττικής όπου οι πρώτοι κάτοικοί του ήταν/είναι αρβανιτόφωνοι (ομοίως, Σπάτα, Παιανία, Κορωπί, κ.α.) εκτιμώ ότι το βιβλίο του Δημήτρη παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον για τους από 16ετίας συμπολίτες μου. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα κι αυτό επιφυλάσσομαι να το αναλύσω και να επαναλάβω στον έντυπο χώρο. Κλείνοντας: Νοιώθω χαρά και συγκίνηση για τον συγγραφέα Δημήτρη Ευαγγελίδη γιατί η μορφή του ανακαλεί τα παιδικά μου χρόνια. Ήμουν μαθητής στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου Έδεσσας -με γυμνασιάρχη τον αλήστου μνήμης Μιχαλέα- κι αυτός στις μεγάλες. Η πληθωρικότητά του, η φιλομάθειά του και η εν γένει συγκρότησή του ζωγραφιζόντουσαν στα μάτια μου με επιβλητικό τρόπο και με δέος κάθε φορά τον παρακολουθούσα να αγορεύει στις παρέες των συμμαθητών στα διαλείμματα της σχολικής καθημερινότητας. 
Από τότε τον ξαναβρήκα τώρα και με την ίδια ...εικόνα! Αυτός να αγορεύει στην παρουσίαση του βιβλίου του κι εγώ να τον παρακολουθώ προσεκτικά. 
Τον ευχαριστώ από καρδιάς για αυτή την ευκαιρία που μου έδωσε στον 6ο όροφο πολυκατοικίας του Συντάγματος την Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2014 και ευελπιστώ στην κατανόηση του γιατί έπρεπε να φύγω λίγο πριν ολοκληρωθεί η αφηγηματική του παρέμβαση δίχως να τον αποχαιρετίσω.

Από τον πολύ γνωστό και δημοφιλή ιστοχώρο "Ινφογνώμων" μπορείτε να παρακολουθήσετε το σχετικό βίντεο της εκδήλωσης, εδώ:






Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες


Κεφάλαιο 9
Μέρος β. Οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες  

Μετά από όσα αναφέρθηκαν στο πρώτο μέρος του παρόντος Κεφαλαίου, αλλά και γενικά στα προηγούμενα Κεφάλαια, είμαστε πλέον σε θέση να πραγματοποιήσουμε μια αποτίμηση της εθνολογικής σύστασης του πληθυσμού των παλαιών ρωμαϊκών επαρχιών και της εξέλιξής της από τις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. μέχρι τον 13ο αιώνα.
            Όπως είχαμε τονίσει παραπάνω (σελ. 104-105):
«Η Επαρχία της Δαλματίας (Dalmatia) παρέμεινε ως είχε, εκτός από την ενδιαφέρουσα απόσπαση του νοτίου τμήματός της (υπενθυμίζουμε ότι ο Διοκλητιανός καταγόταν από την Δαλματία και επομένως γνώριζε καλά τους εθνοφυλετικούς συσχετισμούς της περιοχής) από το οποίο δημιουργήθηκε η νέα Επαρχία της «Πραιβαλιτανίας» (Praevalitana), που αντιστοιχούσε περίπου στο παλιό ιλλυρικό βασίλειο των Αρδιαίων, με σπουδαιότερες πόλεις την Σκόδρα, την Λίσσο και την πρωτεύουσα Διοκλεία, τα ερείπια της οποίας βρίσκονται κοντά στην σημερινή πρωτεύουσα του Μαυροβουνίου, την Ποντγκόριτσα. Δημιουργήθηκαν επίσης η Επαρχία της Δαρδανίας, η οποία αποσπάστηκε από την Επαρχία Μοισίας, καθώς και η εξελληνισμένη πλέον Επαρχία της «Νέας Ηπείρου» (Epirus Nova / Illyris Graeca), που αντιστοιχούσε στην παλιά Ιλλυρίδα, γύρω από τις πόλεις της Απολλωνίας και της πρωτεύουσας Επιδάμνου (Dyrrhachium). Τις καθαρά ελληνικές περιοχές κάλυπταν οι Επαρχίες της Παλαιάς Ηπείρου (Epirus Vetus) με πρωτεύουσα την Νικόπολη, της Θεσσαλίας, της Αχαΐας και της Μακεδονίας.  
Οι εναπομείναντες Ιλλυριοί βαθμιαία θα συγχωνευθούν εθνοτικά και πολιτιστικά με τους Ρωμαίους αποίκους που εγκαταστάθηκαν στην χώρα τους, καθώς θα χάσουν ακόμη και την γλώσσα τους, ενώ παράλληλα, στις νότιες περιοχές που συνόρευαν με την Ήπειρο και την Μακεδονία, ένα σημαντικό τμήμα τους εξελληνίσθηκε και συγχωνεύθηκε με τα γειτονικά ελληνικά φύλα. Θα μετασχηματιστούν έτσι σταδιακά σε έναν ακαθόριστο πληθυσμό Ιλλυριο-κελτο-λατινο-ελληνικής καταγωγής, τα μέλη του οποίου ήσαν γενικά και αόριστα «Ρωμαίοι» πολίτες, μια εξέλιξη που επιτάχυνε το περίφημο «Διάταγμα Καρακάλλα» (Constitutio Antoniniana) του 212 μ.Χ. με το οποίο όλοι οι ελεύθεροι πολίτες που κατοικούσαν εντός των ορίων της αυτοκρατορίας έλαβαν αυτομάτως την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη. Η διάδοση του Χριστιανισμού και η επίσημη αναγνώρισή του από το ρωμαϊκό κράτος, επί της βασιλείας του Κωνσταντίνου Α΄ (306-337), έναν αιώνα περίπου αργότερα από το Διάταγμα Καρακάλλα, εξάλειψαν σχεδόν πλήρως ό,τι απέμεινε από τον αρχικό προσδιορισμό «Ιλλυριός». Αρχαιολογικές και επιγραφικές ενδείξεις υποδεικνύουν ότι οι Ιλλυριοί εξαφανίστηκαν πλήρως ως εθνική οντότητα στην διάρκεια του 4ου αιώνα μ.Χ.».
Στα εδάφη λοιπόν των Επαρχιών της «Νέας Ηπείρου» (Epirus Nova / Illyris Graeca), που αντιστοιχούσε στην παλιά Ιλλυρίδα και της Παλαιάς Ηπείρου (Epirus Vetus) στην διάρκεια του 5ου αιώνα μ.Χ. (βλ. Χάρτη 37) ζούσαν στην μεν Παλαιά Ήπειρο, αμιγείς, ελληνικής καταγωγής, πληθυσμοί, στην συντριπτική τους πλειονότητα, ενώ στην Νέα Ήπειρο πληθυσμοί ελληνικής καταγωγής, αναμεμιγμένοι με πληθυσμούς ελληνο-λατινο-ιλλυρικής καταγωγής, οι οποίοι αφομοιώνονταν ταχύτατα, γλωσσικά, θρησκευτικά και πολιτισμικά, εντασσόμενοι ισότιμα στον ελληνικό κόσμο της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, στο Βυζάντιο. Ο προσδιορισμός της Νέας Ηπείρου ως Illyris Greca (=ελληνική Ιλλυρίδα) στις αρχές του 5ου αιώνα είναι όχι μόνον ενδεικτικός, αλλά και χαρακτηριστικός. Δυστυχώς δεν υπάρχουν πληροφορίες, ούτε καν ενδείξεις ώστε να μπορέσουμε να διατυπώσουμε μια εκτίμηση για τις αναλογίες του καθαρά ελληνικού πληθυσμού της Νέας Ηπείρου προς τον μεικτής καταγωγής. 

Χάρτης 37

Εικάζουμε απλώς, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις γενικότερες συνθήκες εκείνης της εποχής  στην συγκεκριμένη περιοχή, ότι πιθανότατα το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ. ήταν ελληνικό ή εξελληνισμένο. 
Οι βαρβαρικές εισβολές και επιδρομές των Ούννων, Οστρογότθων και Βησιγότθων τον 4ο αιώνα, που συνετάραξαν την Βυζαντινή αυτοκρατορία με αποκορύφωμα την συντριπτική ήττα στην μάχη της Αδριανουπόλεως το 378 που υπέστησαν τα ρωμαϊκά (βυζαντινά) στρατεύματα, δεν είχαν ιδιαίτερες επιπτώσεις στην Ήπειρο. Και τούτο διότι με εξαίρεση την διέλευση των Βησιγότθων του Αλάριχου του 397 από την περιοχή και των Οστρογότθων λίγα χρόνια αργότερα, δεν αναφέρονται βαρβαρικές (Γοτθικές) εγκαταστάσεις στην περιοχή.
Εξ άλλου, η ύπαρξη της «Γραμμής Γίρετσεκ» στην οποία έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενα Κεφάλαια επιβεβαιώνει έμμεσα τις παραπάνω διαπιστώσεις, ότι η εθνολογική σύσταση της περιοχής δεν είχε αλλοιωθεί.



Ο 6ος αιώνας μ.Χ. χαρακτηρίζεται από τις εισβολές και επιδρομές των Αβάρων και των υποτελών τους σλαβικών φύλων στην χερσόνησο του Αίμου.
Η διασπορά των Σλάβων στο νότιο τμήμα της χερσονήσου του Αίμου, μετά την ανεπιτυχή επίθεση των Αβαροσλάβων το 586 κατά της Θεσσαλονίκης, είχε ως αποτέλεσμα την προώθησή τους και εγκατάστασή τους στην Πραιβαλιτανία και στις περιοχές νοτίως του ποταμού Γενούσου (σημερ. Shkumbin). Η εξέλιξη αυτή πιστοποιείται από τα τοπωνύμια αυτών των περιοχών που είναι σλαβικής προέλευσης. Η αποτυχία μπροστά στα τείχη της Κων/πολης (626) υπήρξε η αρχή του τέλους για τους Αβάρους. Υποχώρησαν στην Παννονία εγκαταλείποντας την χερσόνησο του Αίμου στα σλαβικά φύλα. Το αβαρικό κράτος διαλύθηκε οριστικά την δεκαετία του 810. Οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στην Πραιβαλιτανία (σημερ. Μαυροβούνιο) θα παραμείνουν μέχρι σήμερα στην περιοχή, λίγο βορειότερα από τον ποταμό Δρίνο (Drin). Όσοι εγκαταστάθηκαν νοτιότερα θα εξελληνισθούν στην μεγάλη τους πλειοψηφία, το αργότερο μέχρι την εποχή του αυτοκράτορος Βασιλείου Α΄ (867–886), του ιδρυτή της Μακεδονικής Δυναστείας.
Τα κοιμητήρια της λεγόμενης ομάδας Κομάνι-Κρούγια (Komani-Kruja), στα οποία αναφερθήκαμε λεπτομερώς στο Κεφάλαιο 3 και χρονολογούνται στην πρώιμη μεσαιωνική εποχή της περιοχής της σημερινής Αλβανίας (από τα τέλη 6ου έως τα τέλη του 8ου αιώνα), με τα κοσμήματα χαραγμένα με ελληνικές λέξεις και τς βυζαντινές απομιμήσεις τους, αποτελούν, παρά τους ισχυρισμούς των Αλβανών αρχαιολόγων, μια καλή ένδειξη για την ύπαρξη ενός ελληνοβυζαντινού πληθυσμού στην ευρύτερη περιοχή, όχι μόνον στις παράλιες οχυρωμένες πόλεις, αλλά και σε απομονωμένα μέρη του εσωτερικού.
Ήδη όμως, όπως έχει περιγραφεί σε προηγούμενο Κεφάλαιο,  μεταξύ 5ου και 6ου αιώνα μ.Χ. έφθασαν στην Δαρδανία (Κοσσυφοπέδιο), οι δακικής καταγωγής Κάρποι, που εντοπίζονται εγκατεστημένοι τον 6ο αιώνα στην πεδιάδα του Λευκού Δρίνα (White Drin). Εκεί, πιθανότατα συνάντησαν κάποια υπολείμματα του εκλατινισμένου πλέον ιλλυρικού φύλου των Σκιρτάρων (Scirtari), τα οποία αφομοίωσαν και σύμφωνα με κάποιες απόψεις, υιοθέτησαν παρεφθαρμένα την ονομασία τους ως εθνωνύμιό τους (ενδωνύμιο) και έγιναν Σκιπτάροι. Μετά τα μέσα του 6ου αιώνα και τις Αβαροσλαβικές επιδρομές βαθμιαία υποχρεώθηκαν να μετακινηθούν  προς τα δυτικά και νοτιοδυτικά, προς τα ορεινά, για να καταλήξουν τελικά στις περιοχές γύρω από την λίμνη της Σκόδρας, όπου μέχρι τον 9ο-10ο αιώνα θα διαμορφωθεί το φύλο των Γκέγκηδων, οι πραγματικοί Αλβανοί.
Οι Τόσκηδες, στα νότια του ποταμού Γενούσου, δεν ήσαν τίποτε άλλο από έναν ελληνικής καταγωγής πληθυσμό, ο οποίος κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες αλβανοφώνησε, χωρίς να χάσει τα υπόλοιπα εθνοτικά του χαρακτηριστικά (θρησκεία, ήθη και έθιμα, ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά). Όπως έχει τονισθεί:
            «Η διαφορά των Τόσκηδων από τους βόρειους Αλβανούς Γκέγκηδες ήταν χαρακτηριστική, σε βαθμό που οι εθνολόγοι και οι γεωγράφοι του 19ου αιώνα δεν διακρίνουν τους Τόσκηδες από τους Έλληνες. Συγκριτικές μελέτες του Άγγλου γεωγράφου Στανφορντ για την γλώσσα, τον χαρακτήρα και τα έθιμα, το 1877, αναφέρουν ότι είχαν αρχαία ελληνική καταγωγή».560
Παραθέτουμε επίσης ένα ακόμα απόσπασμα από το βιβλίο του John Cameron Hobhouse, Βαρώνου του Broughton (1786-1869) με τις εντυπώσεις του από το ταξίδι του στην Κωνσταντινούπολη μέσω της Αλβανίας και των άλλων βαλκανικών περιοχών υπό οθωμανική κατοχή που είχε κυκλοφορήσει το 1813 στην Μ. Βρετανία, στον οποίον αναφερθήκαμε και σε προηγούμενο Κεφάλαιο:
«...Σε ολόκληρη την περιοχή των Τόσκηδων είναι έντονη η ελληνική επίδραση και είναι μάλλον δύσκολο να αποφανθεί κάποιος κατά πόσον η Ήπειρος είναι ελληνική ή η ΒΔ Ελλάδα αλβανική. Αν και στις συζητήσεις χρησιμοποιείται η νοτιοαλβανική διάλεκτος, τα ελληνικά είναι κατανοητά από όλους...».561α
Εξ άλλου, αναφορές περιηγητών στο τέλος του 19ου αιώνα, όπως π.χ. των Γάλλων Γκιγερόν και Μπεράρντ, που έγραφαν για τις ΒΑ περιοχές της χώρας, ότι έως τον Γενούσο είναι απολύτως ελληνικές και ότι στα πανδοχεία του Ελμπασάν και του Δυρραχίου υπήρχαν φωτογραφίες των Ελλήνων βασιλέων και του πρωθυπουργού της Ελλάδος Χαριλάου Τρικούπη, προφανώς αποδεικνύουν κάτι.561
Από τις βορειότερες περιοχές της Νέας Ηπείρου* ξεκίνησε το μεταναστευτικό ρεύμα του 13ου αιώνα, των αλβανόφωνων, βλαχόφωνων και ελληνόφωνων πληθυσμών, που εξαναγκάσθηκαν να αποχωρήσουν λόγω των απάνθρωπων συνθηκών που επικρατούσαν εκεί με τους ασταμάτητους πολέμους και την γενικευμένη ανασφάλεια, να διασχίσουν τον ποταμό Γενούσο** και  να καταφύγουν αρχικά στο νότιο τμήμα της Νέας Ηπείρου και τελικά στην Παλαιά Ήπειρο. Από εκεί, παλιοί και νέοι κάτοικοι, θα ξεκινήσουν τις μετακινήσεις τους προς την Θεσσαλία, όπου πιθανόν να προσκλήθηκαν από τον Σεβαστοκράτορα Ιωάννη Α΄ Δούκα, νόθο γιο του Δεσπότου της Ηπείρου Μιχαηλ Β΄ Άγγελου, ο οποίος είχε κληρονομήσει το 1268 την διοίκηση της Θεσσαλίας ή από τους γιους του, Κωνσταντίνο και Θεόδωρο, που τον διαδέχθηκαν γύρω στο 1289.
Το πρώτο μισό του 14ο αιώνα οι πολεμικές επιχειρήσεις και κατακτήσεις του Σέρβου ηγεμόνα Στεφάνου Δουσάν, ο οποίος στις 16 Απριλίου 1346 είχε στεφθεί στα Σκόπια «αυτοκράτωρ Σέρβων και Ελλήνων», στην Νέα Ήπειρο (1345) και στην Θεσσαλία (1348), σε συνδυασμό με τις συγκρούσεις των Δεσποτών της Ηπείρου με τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης, στις οποίες μάλιστα είχαν εμπλακεί Φράγκοι και Λατίνοι της Δύσης, πυροδότησαν νέα κύματα μεταναστεύσεων, αυτήν την φορά προς την Αιτωλοακαρνανία, αλλά και προς την Θεσσαλία.
___________________________
(*) Τα όρια της Επαρχίας «Νέα Ήπειρος» (Epirus nova or Illyria Graeca), εκτείνονταν από τις εκβολές του ποταμού Δρίνα (Drin) βόρεια, μέχρι την χερσόνησο των Ακροκεραυνίων (σημερ. Karaburun peninsula) και στα ανατολικά εκτεινόταν λίγο ανατολικότερα των σημερινών συνόρων Αλβανίας–Σκοπίων (βλ. Χάρτη 37). Στα βόρεια συνόρευε με την Επαρχία της Πραιβαλιτανίας (Praevalitana or Illyria barbara), ενώ στα νότια με την Παλαιά Ήπειρο (βλ. http://asciatopo.xoom.it/epirus.html#nova).
(*) Ο ποταμός Γενούσος (αλβαν. Shkumbin) διχοτομεί την επικράτεια της σημερινής Αλβανίας. Σύμφωνα με τον Αυστριακό γλωσσολόγο Ιούλιο Ποκόρνυ (Julius Pokorny (1887–1970) ανάγεται στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα *g’enu- «γόνατο, άρθρωση, κλείδωση» λόγω της μαιανδρικής πορείας του. Η ρίζα αυτή έχει χαρακτηριστικά γλώσσας της ομάδας κέντουμ (centum) και επομένως η ετυμολογία της ονομασίας προέρχεται από την ελληνική ή λιγότερο πιθανόν, από την ιλλυρική γλώσσα. Υπενθυμίζουμε ότι αποτελούσε το όριο μεταξύ ιλλυρικών και ελληνικών φύλων από τις πανάρχαιες εποχές (βλ. σελ. 67).

Η Θεσσαλία περιήλθε το 1359 στην δικαιοδοσία του Σέρβου ηγεμόνα Συμεών Ούρεση, όπως προαναφέρθηκε και παρέμεινε σερβική μέχρι τον θάνατό του το 1371. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Ιωάννης Ούρεσης, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα θα προτιμήσει την μοναστική ζωή (μοναχός Ιωάσαφ) και την διοίκηση θα αναλάβει ένας Έλληνας, ο Αλέξιος Άγγελος, τον οποίο θα διαδεχθεί ο καίσαρ Μανουήλ Άγγελος (γιος ή αδελφός του Αλεξίου). Τα τελευταία χρόνια του 14ου αιώνα θα καταληφθεί η Θεσσαλία από τους Οθωμανούς (1395).
Ο 15ος αιώνας θα ξεκινήσει με την πλήρη εκδίωξη των αλβανοφώνων που είχαν εγκατασταθεί στην Αιτωλοακαρνανία (1405), οι οποίοι θα καταλήξουν στην Αττικο-Βοιωτία. Τότε πιθανότατα εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο 10.000 Αλβανοί με τις οικογένειές τους στα τελευταία χρόνια της ηγεμονίας του Θεοδώρου Α΄ Παλαιολόγου (1383-1407), με την άδειά του. Το 1431 ο Σουλτάνος Μουράτ ΙΙ κατέλαβε τα Ιωάννινα και το 1449 την Άρτα, ενώ το 1430 είχε ήδη καταληφθεί η Θεσσαλονίκη, μετά από την πολυετή (1422-1430) δεύτερη πολιορκία της και την τελική άλωση.
            Το 1453 έπεσε η Κωνσταντινούπολη και παρά την ηρωϊκή αντίσταση του Γεωργίου Καστριώτη οι Οθωμανοί θα κατακτήσουν τελικώς ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας θα σημειωθούν δύο ακόμη μεταναστεύσεις αλβανοφώνων στην νότια Ελλάδα.
Η πρώτη έλαβε χώρα το 1715 από την Πελοπόννησο προς τα νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Πόρο, ενώ η άλλη το 1770 όταν οι Μουσουλμάνοι Αλβανοί της Πρέβεζας, της Δίβρης και της Μουζακιάς εγκαταστάθηκαν στον Λάλα και το Μπαρδούνι στην Πελοπόννησο.

Χάρτης 39
Αρβανιτόφωνες περιοχές το 1890

            Το ερώτημα που συχνά ανακύπτει είναι τι απέγιναν αυτοί οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες και κυρίως ποια είναι η σημερινή κατάσταση. Δυστυχώς, το ανεπαρκές ελλαδικό κράτος στα θέματα αυτά επιδεικνύει μια μόνιμη ανικανότητα και φοβικά σύνδρομα, μια κατάσταση που επιτρέπει να δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτόν ύποπτα άτομα και οργανώσεις, κατευθυνόμενα από ξένα κέντρα και υπηρεσίες άλλων χωρών με στόχους όχι βέβαια υπέρ της προώθησης των ελληνικών συμφερόντων. Απόδειξη για την υπάρχουσα κατάσταση είναι οι αλληλοσυγκρουόμενες στατιστικές και η ανυπαρξία πρόσφατων επισήμων καταγραφών.
            Σήμερα οι αρβανίτικες κοινότητες εντοπίζονται σε μια ενιαία περιοχή που καλύπτει την ΝΑ Στερεά Ελλάδα και ειδικότερα την Αττική (ιδίως το ανατολικό τμήμα), την νότια Βοιωτία, το νότιο τμήμα της Εύβοιας και το βόρειο τμήμα της νήσου Άνδρου, ενώ στην Πελοπόννησο εντοπίζονται κυρίως στην Αργολιδοκορινθία, σε μια περιορισμένη μάλλον έκταση στα σύνορα Αχαΐας και Ηλείας, στην Τριφυλία, στην ανατολική Λακωνία, καθώς και σε ορισμένα νησιά του Αργοσαρωνικού (Ύδρα, Σπέτσες, Σαλαμίνα, Αγγίστρι και Πόρος). Τέλος, αρβανιτοχώρια υπάρχουν και στο νότιο τμήμα της Φθιώτιδας (Λοκρίδα). Τα αρβανιτόφωνα χωριά της Μακεδονίας (Φλώρινα) και Θράκης (Έβρος) ακολούθησαν άλλη πορεία και εξέλιξη και θεωρώ ότι δεν μπορούν να καταταγούν σε ένα ενιαίο σύνολο με τα αρβανιτοχώρια της νότιας Ελλάδας.
            Όπως προαναφέρθηκε, είναι δύσκολη η αποτίμηση του συνολικού αριθμού της αρβανίτικης κοινότητας, ιδιαίτερα σήμερα, όπου η αρβανίτικη γλώσσα φθίνει διαρκώς. Διαχρονικά, τα υπάρχοντα στοιχεία είναι και πάλι ελάχιστα. Σύμφωνα με μια ενδιαφέρουσα απόπειρα καταγραφής:
            «Μια Ενετική πηγή των μέσων του 15ου αιώνα υπολογίζει ότι 30.000 Αλβανοί ζούσαν στην Πελοπόννησο εκείνη την εποχή. Στα μέσα του 12ου αιώνα ο Ιωάννης Γεώργιος φον Χάαν υπολόγισε τον αριθμό τους μεταξύ 173.000 και 200.000. Οι αριθμοί της τελευταίας επίσημης απογραφής προέρχονται από το 1951. Από τότε οι υπολογισμοί του αριθμού των Αρβανιτών κυμαίνονται από 25.000 μέχρι 200.000. Ακολουθεί μια σύνοψη αυτών των υπολογισμών που αποκλίνουν σημαντικά μεταξύ τους:
·         Απογραφή του 1928 : 18.773 πολίτες αυτοπροσδιορίζονται ως «αλβανόφωνοι» σε όλη την Ελλάδα
·         Απογραφή του 1951 : 22.736 «αλβανόφωνοι»
·         Φουρίκης (1934): υπολογίζει 70.000 Αρβανίτες μόνον στην Αττική
·         Trudgill/Tzavaras (1976/77): υπολογίζουν 140.000 στην Αττική και στην Βοιωτία μαζί
·         Sasse (1991): υπολογίζει 50.000 αρβανιτόφωνους ομιλητές σε όλη την Ελλάδα
·         Ethnologue, 2000: 150.000 Αρβανίτες συνολικά που ζουν σε 300 χωριά
·         Federal Union of European Nationalities, 1991: 95.000 "Αλβανοί στην Ελλάδα" (MRG 1991: 189)
·         Minority Rights Group International, 1997: 200.000 Αρβανίτες στην Ελλάδα
·         Jan Markusse (2001): 25.000 Αρβανίτες στην Ελλάδα»562
Ο Καθηγητής Κοινωνιογλωσσολογίας Peter Trudgill (1943- ) έχει ασχοληθεί συχνά με τα αρβανίτικα και τους Αρβανίτες. Στο βιβλίο του «Κοινωνιογλωσσολογική παραλλαγή και αλλαγή» που κυκλοφόρησε το 2002 αναφέρει:
«...Ο αριθμός των ομιλητών είναι και πάλι δύσκολο να καθοριστεί. Η απογραφή του 1951 δίνει έναν αριθμό 23.000 που είναι σίγουρα πολύ μικρός. Υπάρχουν, προφανώς, περιπλοκές που οφείλονται στο γεγονός ότι σχεδόν όλοι οι Αρβανίτες είναι τώρα δίγλωσσοι και ότι πολλά νεώτερα μέλη της κοινότητας δεν ομιλούν πλέον την γλώσσα (Τσιτσιπής, 1983). Η δική μου όμως έρευνα στην δεκαετία του 1970 μόνον στα χωριά της Αττικής και της Βοιωτίας έδειξε έναν αριθμό τουλάχιστον 30.000 ομιλητών (βλ. Trudgill and Tzavaras 1975, 1977). Ο Λούντεν (Lunden) το 1993 προτείνει 50.000 για το σύνολο της Ελλάδος».563
Και για να μη παραμείνει έστω και η ελάχιστη αμφιβολία ότι ο αρβανίτικος πληθυσμός είναι ανθρωπολογικά διαφορετικός από τον υπόλοιπο ελληνικό, θεωρούμε σκόπιμη την παράθεση των συμπερασμάτων σχετικής έρευνας του Καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντή του Ανθρωπολογικού Μουσείου του Πανεπιστημίου Αθηνών Θεόδωρου Κ. Πίτσιου, ο οποίος διαπιστώνει:
«Η εξέταση αυτών των ομάδων (Αρβανιτοφώνων), μία στη Μεσσηνία, μία στην Αργολίδα και δύο στην Κορινθία, έδειξε ότι σε καμία περίπτωση δεν ξεχωρίζουν από το συνολικό πληθυσμό της Πελοποννήσου ή από τις γειτονικές ομάδες. Σε κανέναν από τους ενενήκοντα χάρτες γνωρισμάτων που σχεδιάστηκαν, δεν μοιάζουν μεταξύ τους περισσότερο από όσο με τις γειτονικές τους γεωγραφικές ομάδες. Επίσης, στα στατιστικά δενδρογράμματα, ταυτόχρονης σύγκρισης περισσοτέρων γνωρισμάτων, δεν διαχωρίζονται οι αρβανιτόφωνες ομάδες από τις υπόλοιπες της Πελοποννήσου».564
            Κλείνουμε το Κεφάλαιο με ορισμένες παρατηρήσεις γύρω από το ευαίσθητο θέμα των δραστηριοτήτων ξένων κέντρων, που επιχειρούν να δημιουργήσουν θέματα με την προώθηση απόψεων περί ταυτίσεως των αρβανιτοφώνων Ελλήνων με τους Αλβανούς και επομένως να δημιουργηθεί ζήτημα ...«αλβανικής μειονότητας» στην Ελλάδα. Δυστυχώς, λόγω της υποτυπώδους λειτουργίας των μηχανισμών του ελληνικού κράτους και κυρίως λόγω ανικανότητας και ανεπάρκειας των πολιτικών ηγεσιών της χώρας μας στα θέματα αυτά, οι αλλόφωνοι Έλληνες καλούνται να προστατεύσουν τις τοπικές πολιτιστικές τους ταυτότητες από ποικιλώνυμες επιβουλές και πρόθυμους προστάτες. Μέχρι τώρα, οι αρβανιτόφωνοι, βλαχόφωνοι, σλαβόφωνοι Έλληνες αγωνίζονται χωρίς καμιά βοήθεια, έχοντας συχνά το ελλαδικό κράτος απέναντί τους ή στην καλύτερη περίπτωση να αδιαφορεί πλήρως.
            Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση αναφέρει και ο Τίτος Γιοχάλας στην σημαντική μονογραφία του με τίτλο: «Αλβανολογία και ερασιτεχνισμός».565
            Όπως τονίζει, σαφώς ενοχλημένος:
            «Τελευταία έχει παρατηρηθεί ένα αυξημένο ενδιαφέρον για τα Αρβανίτικα, τόσο από δικούς μας όσο και από ξένους. Δυστυχώς οι “ερευνητές” αυτοί – με ελάχιστες εξαιρέσεις – όχι μόνον αγνοούν την Αλβανική, αλλ’ έχουν πλημμελή γνώση της Ελληνικής, όσο και των Αρβανίτικων. Αποτέλεσμα είναι να δημοσιεύονται κείμενα αρβανίτικα με πληθώρα από τραγικά σφάλματα, δημιουργώντας έτσι σοβαρότατα προβλήματα στον ανυποψίαστο μελετητή, που στηριζόμενος στα κείμενα αυτά, θα θελήσει να καταλήξει σε μερικά “γλωσσικά” συμπεράσματα.
            Στην μελέτη μας αυτή θα μας απασχολήσει το αρβανίτικο υλικό, που δημοσίευσε μόνο ο Antonio Bellusci, Ιταλο-Αλβανός ουνίτης κληρικός, από το χωριό Frascineto της Κ. Ιταλίας. Ο  Bellusci, όπως ο ίδιος γράφει, έχει πραγματοποιήσει από το έτος 1965 πολλαπλά ταξίδια στη χώρα μας. Στις περιηγήσεις του αυτές έχει συγκεντρώσει από τα δικά μας “αλβανικά”, όπως τα αποκαλεί, χωριά ποικίλο υλικό, που άρχισε συστηματικά να εκδίδει από το έτος 1980 σε δική του φυλλάδα με τον τίτλο Lidhja-Unione».
            Στην συνέχεια παρουσιάζει πάμπολλα παραδείγματα κακοποίησης της πραγματικότητας, όπου η άγνοια συναγωνίζεται με την ημιμάθεια, η αμορφωσιά με την ασχετοσύνη και η κουτοπονηριά με το πρακτοριλίκι:
            «Για κανέναν άλλο επιστημονικό κλάδο δεν έχουν γραφεί τόσες εξωφρενικές ανοησίες όσες από τον Bellusci για τα Αρβανίτικα. Τα σφάλματα και οι παρανοήσεις του εγγίζουν τα όρια του κωμικοτραγικού, αφού λόγω άγνοιας της Αλβανικής και παρανοήσεων της Αρβανίτικης ή της Ελληνικής, κατορθώνει να επινοήσει “αλβανόφωνο” νησί Hijo (=Χίο) στον Αργολικό Κόλπο [παρανοώντας την λέξη hje (=σκιά) του κειμένου], να εκλάβει την ελληνική λέξη ορυκτό ως “αλβανόφωνο” χωριό της Εύβοιας με όνομα Rikto, και να δημιουργήσει άλλο, “αλβανόφωνο” βεβαίως χωριό, αυτήν την φορά στην Ανατολική Αττική με όνομα Komiri (μη έχοντας αντιληφθεί ότι στο κείμενο πρόκειται για την ελληνική λέξη κακομοίρη). Με τέτοια καταπληκτική ομολογουμένως επιστημονική προσφορά πώς να μη εισπράξει τα δίκαια συγχαρητήρια Αλβανών ερευνητών, γιατί, λέει, ο Bellusci έγραψε την “γεωγραφία” των αλβανόφωνων χωριών της Ελλάδας και γιατί με τις “έρευνές” του βοήθησε να γνωρίσουμε “την εθνική πραγματικότητα των Αρβανιτών της Ελλάδας».566
  Εικόνα 34
Το περιοδικό του Μπελούσι

Η περίπτωση Μπελούσι δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός. Έρχεται να προστεθεί σε μια μακρόχρονη παράδοση ενεργειών ξένων κέντρων τα οποία ενοχλεί η επιβίωση του ελληνισμού σε κάθε του μορφή, βιολογική, πολιτιστική ή θρησκευτική. Όπως είχαμε επισημάνει σε προηγούμενο Κεφάλαιο:
            «Εντυπωσιάζει πάντως το γεγονός ότι όλες αυτές οι ανυπόστατες φαντασιώσεις περί Πελασγών διακινήθηκαν κατά βάση από άτομα (Μάσκι, Κρίσπι, Ντόρσα κ.ά, με την φωτεινή εξαίρεση του Καμάρδα) στην υπηρεσία του Βατικανού (αρβανιτόφωνοι από την Μεγάλη Ελλάδα, που προσυλητίστηκαν στην Ουνία), του οποίου είναι γνωστή η επιθετικά εχθρική του στάση απέναντι στον ελληνισμό και συστηματοποιήθηκαν από έναν πράκτορα των αυστριακών συμφερόντων όπως ο φον Χάαν...».
            Επιβάλλεται λοιπόν, σε όσους επιμένουν να αγαπούν και να συμπάσχουν με αυτήν την χώρα και τον λαό της, να αγωνίζονται και να επαγρυπνούν διαρκώς για την επιβίωση αρχικά και σταδιακά για την θωράκισή τους και την αναγκαία εθνική ανασυγκρότηση. Οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες έχουν προσφέρει στο παρελθόν πάμπολλα σ’ αυτόν τον τόπο. Καλούνται να το πράξουν για άλλη μια φορά...

Σημειώσεις

560.  Σπύρος Κασελίμης: Αρβανίτες – «Μπατσιούλας» Αθήνα 2011 σελ. 25
561α.   Sir Charles Eliot "Odysseus": Turkey in Europe–“E. Arnold”, London, 1908 
561. Κωνσταντίνος Άμαντος: Οι Βόρειοι γείτονες της Ελλάδος–Αθήναι 1923 σελ. 179
562. Eleni Botsi: Die sprachliche Selbst- und Fremdkonstruktion am Beispiel eines arvanitischen Dorfes Griechenlands: Eine soziolinguistische Studie ("Linguistic construction of the self and the other in an Arvanitic village in Greece: A sociolinguistic study"). PhD dissertation, University of Konstanz, 2003
563.   Peter Trudgill: Sociolinguistic variation and change – “Edinburgh University Press” 2002, σ. 136
564.    Θεόδωρος Κ. Πίτσιος: Ανθρωπολογική Μελέτη του Πληθυσμού της Πελοποννήσου – Η Καταγωγή των Πελοποννησίων. Βιβλιοθήκη Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος Αρ. 2. Αθήνα, 1978
565.   Τίτος Π. Γιοχάλας: Αλβανολογία και ερασιτεχνισμός – Αποκατάσταση αρβανίτικων κειμένων ό. π. σελ. 7-8. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μονογραφία αυτή είναι γραμμένη εξ ολοκλήρου στο πολυτονικό.
566.     Τίτος Π. Γιοχάλας ό.π. σελ. 9

ΔΕΕ



Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Περί της διδασκαλίας «μειονοτικών» γλωσσών και ιδιωμάτων προβληματισμοί


Περί της διδασκαλίας «μειονοτικών» γλωσσών 
και ιδιωμάτων προβληματισμοί

Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

  1. Εισαγωγή
Τα τελευταία χρόνια γράφονται και ακούγονται πολλά γύρω από το ζήτημα της διδασκαλίας των «μειονοτικών» γλωσσών και ιδιωμάτων.
Δεδομένου ότι το θέμα δεν είναι απλά επιστημονικό και εκπαιδευτικό, αλλά βαθύτατα πολιτικό και εθνικό, θεωρώ ότι υπάρχει ανάγκη να ξεκαθαριστούν θεμελιώδεις αρχές και παράμετροι και να γίνει ευρύτερα κατανοητό με τι ακριβώς έχουμε να κάνουμε.
Πριν αναφερθούμε σε οτιδήποτε οφείλουμε να διευκρινίσουμε κάποιους βασικούς όρους, ώστε να αποφευχθούν παρανοήσεις και παρεξηγήσεις.

  1. Γλώσσες, διάλεκτοι, βοηθητικές γλώσσες
Ένα από τα σημαντικά (και πρακτικά ανεπίλυτα) προβλήματα που αντιμετώπιζαν ανέκαθεν οι Γλωσσολόγοι ήταν και η επιλογή κάποιων επιστημονικών κριτηρίων για την διάκριση μεταξύ γλώσσας και διαλέκτου. Με άλλα λόγια, πότε και με ποια κριτήρια το γλωσσικό μέσο επικοινωνίας ενός πληθυσμού χαρακτηρίζεται διάλεκτος κάποιας γλώσσας και πότε μπορεί να χαρακτηριστεί ως ξεχωριστή γλώσσα;
Η Γλωσσολογία αδυνατούσε να αποφανθεί μέχρι προσφάτως με αποτέλεσμα σημαντικό ρόλο να παίζουν άλλοι παράγοντες π.χ. πολιτική βούληση. Σύμφωνα με την περίφημη ρήση του γλωσσολόγου Μαξ Βάϊνράϊχ: «Μια γλώσσα είναι μια διάλεκτος εξοπλισμένη με στρατό και ναυτικό», που τονίζει ακριβώς την σημασία του πολιτικού / κρατικού παράγοντα, ο οποίος βαρύνει αποφασιστικά σε τέτοια θέματα. Βεβαίως, η σύγχρονη Γλωσσολογία επιχειρεί να επιλύσει το πρόβλημα με την υιοθέτηση μιας άλλης οπτικής με την οποία προσεγγίζεται η διάκριση «γλώσσα-διάλεκτος», με την εισαγωγή της έννοιας του «γλωσσικού συνεχούς» (language continuum), αλλά και με την χρήση νέων όρων, γλωσσοπολιτικά ουδέτερων, όπως οι όροι Ausbausprache - Abstandsprache – Dachsprache [1], δανεισμένων από την Γερμανική γλώσσα.
Έρχομαι τώρα σε ένα άλλο ζήτημα, το οποίο θεωρώ ότι είναι απαραίτητο να αναφερθεί για να μπορέσουμε να καταλήξουμε σε εύκολα αντιληπτά συμπεράσματα. Πρόκειται για το ζήτημα της ύπαρξης και άλλων προφορικών μορφών επικοινωνίας μεταξύ ανθρωπίνων ομάδων, πέρα από τις κύριες ή γηγενείς  γλώσσες (primary or native languages), που συνιστούν οι λεγόμενες βοηθητικές/συμπληρωματικές γλώσσες (auxiliary languages). Η πλέον γνωστή περίπτωση χρήσης μιας βοηθητικής «φυσικής» γλώσσας (σε αντιδιαστολή με διάφορες τεχνητές, όπως η Εσπεράντο, η Volapük κ.λπ.) είναι ασφαλώς η λεγόμενη Λίγκουα Φράγκα (Lingua Franca)[2], κατά λέξη «Φράγκικη γλώσσα».
Δεν πρέπει πάντως να συγχέεται με τα φραγκολεβαντίνικα, που αναφέρονται αποκλειστικά στον γραπτό λόγο και δημιουργήθηκαν από τους Λεβαντίνους (=δυτικοευρωπαίοι εγκατεστημένοι στην Εγγύς Ανατολή) της Σμύρνης, που μιλούσαν μεν ελληνικά, αλλά επειδή δυσκολεύονταν να μάθουν την ορθογραφία τους, χρησιμοποιούσαν λατινικούς χαρακτήρες για να γράψουν τα ελληνικά (ή σύμφωνα με άλλη, εγκυρότερη εκδοχή[3], με καθοδήγηση της Καθολικής Εκκλησίας). Τους μιμήθηκαν αργότερα οι Χιώτες και άλλοι έμποροι του εξωτερικού, που στην ελληνική αλληλογραφία τους, χρησιμοποιούσαν λατινικούς χαρακτήρες και έτσι προέκυψαν τα φραγκοχιώτικα, κάτι ανάλογο με τα σημερινά greeklish.
Συνώνυμος με τον όρο Λίγκουα Φράγκα είναι και ο όρος Vehicular Language, σε ελεύθερη μετάφραση θα λέγαμε δευτερεύουσα γλώσσα, ο οποίος αναφέρεται σε μια γλώσσα που χρησιμοποιείται από άλλες γλωσσικές κοινότητες χωρίς να είναι η μητρική τους π.χ. τα Αγγλικά είναι (επίσημη) δευτερεύουσα γλώσσα στις Ινδίες και το Πακιστάν.
Μια άλλη μορφή βοηθητικής γλώσσας ή γλώσσας επαφής (contact language) είναι και τα λεγόμενα Pidgin English ή απλώς Pidgin, «σπαστά Αγγλικά» θα τα αποκαλούσαμε. Δημιουργήθηκαν στην Κίνα για τις ανάγκες των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ Άγγλων και Κινέζων. Η ίδια η λέξη pidgin είναι το αντίστοιχο της αγγλικής λέξης business στο ιδίωμα αυτό. Σήμερα ως pidgin ορίζεται γενικώς ένα γλωσσικό ιδίωμα, μείγμα δύο ή περισσοτέρων γλωσσών με εξαιρετικά απλοποιημένη γραμματική και λεξιλόγιο, που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών, οι οποίοι έχουν τις δικές τους γλώσσες ως μητρικές.
Στην περίπτωση που ένα τέτοιο ιδίωμα καταλήξει να γίνει η κύρια γλώσσα ενός πληθυσμού, τότε αναφερόμαστε σε Κρεολή γλώσσα (Creole language)[4].

  1. Μειονοτικές γλώσσες και γλωσσικές μειονότητες
Σύμφωνα με την Γλωσσολογία και ειδικότερα τον κλάδο της Κοινωνιο-Γλωσσολογίας «μειονοτικές γλώσσες» αποκαλούνται οι γλώσσες, διάλεκτοι ή ιδιώματα που ομιλούνται από λιγότερο του 50% του πληθυσμού μιας χώρας, είναι δηλαδή το γλωσσικό όργανο μιας μειοψηφίας των μελών ενός έθνους-κράτους.[5]
            Κατά μία άποψη: «...η ύπαρξη μειονοτικής γλώσσας δεν στοιχειοθετεί απαραίτητα και την ύπαρξη γλωσσικής μειονότητας ή εν γένει μειονοτικής ομάδας. Γι' αυτό επινοήθηκε ένας ευρύτερος όρος -στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης- που σχετικοποιεί ακόμη περισσότερο τις "μειονοτικοποιημένες" γλώσσες. Σύμφωνα με αυτόν, μιλάμε για “λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες”...».[6] 
                Τι είναι όμως η «γλωσσική μειονότητα»; Σύμφωνα με τον κλασσικό ορισμό της Καθηγήτριας Guadalupe Valdés του Πανεπιστημίου Στάνφορντ (Stanford University - Stanford, California), γλωσσικές μειονότητες θεωρούνται οι «μη κυρίαρχες» κοινωνικά ομάδες και διαφοροποιούμενες εθνο-γλωσσικά από την «κυρίαρχη» πλειονότητα του πληθυσμού μιας χώρας, από την οποία επιδιώκουν ίση και συγκεκριμένου τύπου μεταχείριση προκειμένου να διατηρήσουν τα γλωσσικά και εθνοτικά τους χαρακτηριστικά.[7]
Κατ’ άλλους (Τσιτσελίκης, Χριστόπουλος, 1997, σ. 14) οι γλωσσικές μειονότητες ορίζονται ως «ιδιαίτερες κοινωνικές ομάδες, βασιζόμενες στην εσωτερική τους συνοχή και τους δεσμούς που συνδέουν τα μέλη, με πρωτεύοντα ρόλο να παίζει η μειονοτική γλώσσα».[8]
Οι γλωσσικές μειονότητες διακρίνονται σε γηγενείς ή αυτόχθονες και σε αλλογενείς. Στην πρώτη περίπτωση, αναφερόμαστε σε μια κοινότητα ανθρώπων που χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα κοινά γνωρίσματα, μεταξύ των οποίων και η γλώσσα που χρησιμοποιεί. Τα μέλη αυτής της κοινότητας είναι εγκατεστημένα σε μια συγκεκριμένη περιοχή, όπου ζούσαν οι πρόγονοί τους (ιστορικά) για αιώνες. Κάνουν χρήση διαφορετικής γλώσσας από εκείνη της πλειονότητας, από την οποία μάλιστα, πιστεύουν ότι διαφοροποιούνται γενικότερα. Στη δεύτερη περίπτωση, ανήκουν οι διάφορες μεταναστευτικές ομάδες (π.χ. προσωρινοί ή μόνιμοι μετανάστες, πρόσφυγες κ.ά.), οι οποίες διαφέρουν εθνο-γλωσσικά από την «κυρίαρχη» ομάδα της χώρας υποδοχής.[9]
Παρατηρούμε μια (σκόπιμη;) αοριστία και ασάφεια γύρω από τους παραπάνω ορισμούς με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση και ο μέσος πολίτης να δυσχεραίνεται στην κατανόηση των διαφορών μεταξύ «μειονοτικών γλωσσών» και «γλωσσικών μειονοτήτων» και να του δημιουργούνται λανθασμένες εντυπώσεις.
Από την άλλη, η υιοθεσία του όρου «λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες» θεωρώ ότι είναι προτιμότερη και πολιτικά ουδέτερη, ώστε να επιτρέπει προσεγγίσεις χωρίς παρανοήσεις ή αυθαίρετες παραπομπές σε εθνικά ζητήματα.

  1. Αλλόφωνες ομάδες στον ελλαδικό χώρο
Στην ελληνική επικράτεια εντοπίζονται αλλόφωνες ομάδες πληθυσμού, οι οποίες σύμφωνα με τις κατά καιρούς καταγραφές ομιλούν τις παρακάτω γλώσσες, διαλέκτους και ιδιώματα:
α. Η τουρκική γλώσσα των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, που αποτελεί την μόνη μειονότητα, η οποία προστατεύεται από την Συνθήκη της Λωζάνης και συναποτελείται από τρεις διαφορετικές εθνοτικές ομάδες, τους  αυτοπροσδιοριζόμενους ως Τούρκους (εξισλαμισθέντες ελληνικοί πληθυσμοί στην πραγματικότητα), τους Πομάκους και τους Τσιγγάνους. Οι σχετικές διατάξεις της Συνθήκης προβλέπουν μια σειρά υποχρεώσεων για την Ελλάδα και δικαιωμάτων για τους μουσουλμάνους Έλληνες πολίτες. Οι αποδέκτες των δικαιωμάτων αυτών προσδιορίζονται βάσει της θρησκείας τους και μόνο, ενώ κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην ελεύθερη χρήση της μητρικής γλώσσας δημόσια, ιδιωτικά ή κατά τις λατρευτικές εκδηλώσεις, στο δημόσιο σχολείο, σε ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και σε ορισμένες δικαστικές διαδικασίες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η τουρκική γλώσσα υπήρξε όργανο επικοινωνίας και των τουρκόφωνων Ελλήνων προσφύγων (καραμανλίδικα) από την Μ. Ασία που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα μετά το 1922.
β. Η Πομακική, η διάλεκτος των Πομάκων μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, η οποία διατήρησε αρχέγονα σλαβικά στοιχεία και είχε διαφορετική εξέλιξη από την κοινή βουλγαρική. Είναι διάλεκτος προφορικής παράδοσης και θεωρείται σλαβική ποικιλία με δάνεια λεξιλογικά στοιχεία πολύ πρόσφατα, τόσο από την ελληνική όσο και από την τουρκική. Οι πομακόφωνοι ακολουθούν πιο εύκολα από τους τουρκόφωνους τη μέση εκπαίδευση σε ελληνικά σχολεία και όχι σε μειονοτικά, καθώς και ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση σε ελληνικά ιδρύματα και όχι σε ομόβαθμα ιδρύματα της Τουρκίας. Οι Πομάκοι βρίσκονται σε μια ιδιάζουσα θέση, καθώς δεν προστατεύονται ως μειονότητα από τη Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία αναφέρεται αορίστως σε μουσουλμάνους, με αποτέλεσμα και  η διάλεκτός τους να μη τυγχάνει οποιασδήποτε ρυθμιστικής αντιμετώπισης και προστασίας, καθώς τα πολύ ισχυρότερα τουρκικά μονοπώλησαν το θεσμικό και θρησκευτικό πλαίσιο γλωσσικής προστασίας της μουσουλμανικής μειονότητας.
γ. Η Ρομανές, των τσιγγάνων (Αθίγγανων)/γύφτων/Ρομά, που αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση διαλέκτου και αυτό συμβαίνει διότι ομιλείται σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο δεν αποτελεί ένα ενιαίο γλωσσικό όργανο, αλλά ένα μείγμα από πολλές διαλέκτους και ιδιώματα που σε μερικές περιπτώσεις παρουσιάζουν τέτοιες διαφορές, ώστε να δυσχεραίνουν κατά πολύ την επικοινωνία μεταξύ των ομιλητών τους. Η Ρομανές αποτελεί μακρυνότατο απόγονο της γλώσσας ή των γλωσσών που μιλούσαν ορισμένοι κάτοικοι της βόρειας Ινδίας πριν από δέκα περίπου αιώνες, οι οποίοι για άγνωστους μέχρι τώρα λόγους αναγκάστηκαν ν’ ακολουθήσουν μια μακρόχρονη πορεία προς τα δυτικά, υιοθετώντας τη νομαδική ζωή και ζώντας στο περιθώριο των κοινωνιών στις χώρες εγκατάστασής τους. Οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα της ρομανές που μιλούν σήμερα οι Ρομά προέρχονται κατά βάση από ορισμένες γλώσσες της βόρειας Ινδίας (παντζάμπι, χίντι, νεπάλι κ.ά.) και έχουν δεχτεί έντονες επιδράσεις από τις γλώσσες της Ασίας (περσικά, αραβικά, τουρκικά), της ανατολικής Ευρώπης (αρμένικα, ελληνικά, ρουμάνικα), αλλά και της δυτικής. Οι μουσουλμάνοι Αθίγγανοι της Ελλάδας, ως μέλη της αναγνωρισμένης, ως θρησκευτικής, μουσουλμανικής μειονότητας, εντάσσονται και αυτοί όπως και οι Πομάκοι σε μια διαδικασία αλλαγής της γλωσσικής τους συμπεριφοράς υπέρ της τουρκικής, πράγμα που λειτουργεί ως προπομπός τη ταύτισης των δύο μειονοτήτων ως προς την εθνοτική και την εθνική ταυτότητα. Οι ρομανόφωνοι της Κομοτηνής χρησιμοποιούν κατ’ αποκλειστικότητα την τουρκική στην καθημερινή τους επικοινωνία, ενώ η μητρική τους γλώσσα σχεδόν έχει εκτοπισθεί. Στα μειονοτικά σχολεία, στον τομέα της διοίκησης και εργασίας χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα. Η χρήση της Ρομανές από χριστιανούς Αθίγγανους επιτελεί πρωτευόντως λειτουργίες αναγνώρισης και διάκρισης μεταξύ των μελών της τσιγγάνικης κοινωνίας, τόσο σε ενδοφυλετικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, δευτερευόντως δε καθαρά επικοινωνιακές λειτουργίες με το περιβάλλον τους, καθώς οι ανάγκες επικοινωνίας με τον υπόλοιπο πληθυσμό της χώρας εξυπηρετούνται από την ελληνική γλώσσα.
δ. Η Αρμενική, η γλώσσα της εθνικής μειονότητας των Αρμενίων, η οποία έχει ημιεπίσημη σχεδόν αναγνώριση και μαζί με την Τουρκική είναι οι μόνες μειονοτικές γλώσσες στις οποίες εκδίδονται έντυπα. Στα τρία αρμενικά δημοτικά σχολεία και στο αρμενικό γυμνάσιο της Αθήνας διδάσκεται η αρμενική γλώσσα, η ιστορία και τα θρησκευτικά. Στην παλαιοτέρα μεγαλύτερη αρμενική κοινότητα της Θεσσαλονίκης και σε πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης με αρμενικές κοινότητες λειτουργούν σχολεία κάθε Σάββατο πρωί. [10]
ε. Η Λαντίνο (ισπανοεβραϊκά), η γλώσσα που μιλούσαν κυρίως πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, ενώ σήμερα περιορίζεται μόνο στα μέλη της μικρής πια εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Αποτελεί διάλεκτο της ισπανικής που μιλούσαν οι κάτοικοι της περιοχής της Καστίλλης (Ισπανία), απ’ όπου ήρθαν το 1492 οι Σεφαρδίτες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Μεταπολεμικά, το μεγαλύτερο ποσοστό των ομιλητών της Λαντίνο μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη και το Ισραήλ. Η ισραηλιτική κοινότητα στην Ελλάδα έχει προωθήσει τη διδασκαλία της μειονοτικής αυτής γλώσσας σε ιδιωτικά σχολεία που έχουν ιδρυθεί. Η Λαντίνο περιέχει αρκετά λεξιλογικά στοιχεία από την Εβραϊκή, την Τουρκική, την Ελληνική και άλλες γλώσσες, ωστόσο ακολουθεί τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες της εβραϊκής.
στ. Η Αρμανική (Βλάχικα), που αποτελεί μια λατινογενή γλώσσα των βλαχόφωνων Ελλήνων και χρησιμοποιείται σε περιοχές της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Αιτωλοακαρνανίας και της Μακεδονίας. Σύμφωνα με άλλη άποψη, περισσότερο ευλογοφανή, είναι ιδίωμα/διάλεκτος της κοινής λατινικής επί ελληνικού υποστρώματος και επομένως δεν θεωρείται γλώσσα που χρειάζεται προστασία. Οι ίδιοι οι χρήστες αυτοαποκαλούνται Αρμάνοι, Αρωμούνοι ή Βλάχοι. Ο όρος Βλάχικα υποδηλώνει ότι είναι μια αυτόνομη γλώσσα, διαφορετική από την Ρουμανική, που είναι και αυτή λατινογενής γλώσσα της Βαλκανικής. Κι αυτό αιτιολογείται, καθώς υπάρχει έλλειψη γεωγραφικής συνάφειας αλλά και διότι καθεμία εξελίχθηκε και επηρεάστηκε ανεξάρτητα, τα Βλάχικα από την Ελληνική και τα Ρουμανικά από τα Σλάβικα, τα Ιταλικά και τα Γαλλικά. Τα Βλάχικα δεν ακολούθησαν την πορεία των υπόλοιπων λατινογενών γλωσσών, οι οποίες ανέπτυξαν το γλωσσικό τους όργανο σε επίσημη γλώσσα. Υπήρξε ανέκαθεν γλώσσα/διάλεκτος/ιδίωμα προφορικής συνεννόησης, η οποία χρησιμοποιήθηκε εκ παραλλήλου με την ελληνική ως όργανο ενδο-ομαδικό μόνο. Τα Βλάχικα, θεωρήθηκαν περιέργως από την κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου ως διάλεκτος της Ρουμανικής και σε μια επίδειξη απίστευτης πολιτικής επιπολαιότητας, στις 15-5-1913 αναγνώρισε τους βλαχόφωνους Έλληνες ως ρουμανική (!) μειονότητα στην Ελλάδα και  επί πλέον παρεχώρησε το δικαίωμα στην ρουμανική κυβέρνηση να ανοίξει σχολεία, όπου αντί των Βλάχικων διδάσκονταν η ...Ρουμανική γλώσσα! Οι μετέπειτα διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, οι μεμονωμένες αυτονομιστικές ενέργειες ορισμένων δωσιλόγων στην διάρκεια της Κατοχής, η έλλειψη μαθητών, καθώς και η διακοπή χρηματοδότησης των σχολείων από τη Ρουμανία, συνέτειναν στη παύση κάθε ενδιαφέροντος από την πλευρά του ελληνικού κράτους.
ζ. Η Αρβανίτικη,  που χρησιμοποιείται κυρίως από κατοίκους της Βοιωτίας, της Αττικής, της Αργολιδοκορινθίας, της επαρχίας Λοκρίδος της Φθιώτιδας, της Καρυστίας της Εύβοιας και μερικών νησιών. Υπάρχουν όμως και νησίδες αρβανιτοφώνων στην Β. Ελλάδα. Τα Αρβανίτικα είναι εξέλιξη της νότιας διαλέκτου της μεσαιωνικής Αλβανικής (τοσκική) που μιλούσαν αλβανόφωνοι Έλληνες, που προωθήθηκαν νοτιότερα και εγκαταστάθηκαν στις προαναφερθείσες περιοχές τους τελευταίους αιώνες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (14ος-15ος). Η χρήση του όρου «Αρβανίτικα» υποδηλώνει ότι είναι διαφορετική γλώσσα από τα Αλβανικά. Η μη γραπτή παράδοση που χαρακτηρίζει τα Αρβανίτικα, σε αντίθεση με τα Αλβανικά, ενισχύει τη διάκριση ανάμεσα στις δύο γλώσσες, παρά το γεγονός ότι είναι δυνατή, έστω και με δυσκολία, η αμοιβαία κατανόηση μεταξύ των ομιλητών τους. Η Αρβανίτικη είναι και αυτή γλώσσα προφορικής παράδοσης, ενώ δεν καλλιέργησε λογοτεχνική παράδοση, πλην της αρβανιτόφωνης δημοτικής ποίησης. Η πολιτιστική, εθνική και πολιτική ταύτιση των Αρβανιτών με τους Έλληνες κάνει τα Αρβανίτικα πολύ ευάλωτα,  διότι έχουν υποστεί μεγάλη επίδραση από την ελληνική γλώσσα, ιδιαίτερα στο λεξιλόγιο και τείνουν να εξαφανιστούν καθώς οι νέες γενιές δεν τα μιλούν πια. [11]
η. Τα εντόπια/εντόπικα, το ιδίωμα των σλαβόφωνων Ελλήνων της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας. Δεν απέκτησαν ποτέ γραπτή μορφή. Για τα εντόπια/ εντόπικα υπάρχει η μονογραφία «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΓΗΓΕΝΩΝ ΣΕ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ» (Τα εντόπικα/εντόπια ή μακεδονικό πίτζιν) - Μια εθνογλωσσολογική προσέγγιση, όπου επιχείρησα να διερευνήσω την προέλευση αυτού του ιδιώματος και τους λόγους  υιοθέτησής του, όχι μόνον από ελληνόφωνους πληθυσμούς, αλλά και από αλλόφωνες πληθυσμιακές ομάδες της τουρκοκρατούμενης Μακεδονίας (βλαχόφωνοι, αρβανιτόφωνοι, Ρομά, Τούρκοι). [12]

  1. Εθνομηδενιστικοί φενακισμοί και φύλλα συκής
Εδώ και χρόνια διάφοροι γλωσσολόγοι του γραφείου, πολύξεροι προφεσσόροι κάθε κατηγορίας και επιπέδου, γλωσσολογούντες άσχετοι, ανίδεοι δημοσιογράφοι και πολιτικοί, επιμένουν να αποκαλούν τα εντόπια/εντόπικα «σλαβομακεδονικά»! Το απαράδεκτο με αυτήν την αυθαίρετη ονοματοδοσία, χαρακτηριστική περίπτωση αυταρχικού ετεροκαθορισμού, είναι ότι όλοι οι παραπάνω «διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους», σε κάθε ευκαιρία, με κορώνες περί «αυτοπροσδιορισμού» και άλλων τοιούτων «προοδευτικών» κραυγών, ενώ παράλληλα, ακόμη και οι αυτοπροβαλλόμενοι ως «ειδικοί» όχι μόνον  αγνοούν πλήρως αυτό το ιδίωμα (ουδείς είναι ομιλητής του), αλλά είναι και ανίκανοι να αντιληφθούν τις συνέπειες και τα «παρελκόμενα» αυτής της στάσης τους. Υπάρχουν βεβαίως και εκείνοι που συνειδητά το ονομάζουν έτσι, γνωρίζοντας πολύ καλά το τι κάνουν, αλλά αυτοί ενεργούν σε «διατεταγμένη υπηρεσία». Εάν λοιπόν όλοι αυτοί ερωτηθούν για το πώς πρέπει να ονομάζονται οι χρήστες αυτού του ιδιώματος, υποθέτω ότι η αυθόρμητη απάντησή τους λογικά θα είναι: «Μα προφανώς, Σλαβομακεδόνες»!
Όπως μάλιστα γράφει στον πρόλογο της Β΄ έκδοσης του διαβόητου βιβλίου του «Λεηλασία φρονημάτων», ο συνταξιούχος πλέον (ευτυχώς!) Καθηγητής Ιστορίας των νεωτέρων χρόνων του ΑΠΘ Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, συνεργάτης και ομόσταυλος του γνωστού και μη εξαιρετέου Θάνου Βερέμη (στον οποίον μάλιστα και το αφιέρωσε!): «...Προκρίθηκε αντί του αδόκιμου όρου “Σλαβόφωνοι Έλληνες“ της πρώτης έκδοσης, ο όρος “Σλαβομακεδόνες“ της Ελλάδος, ο οποίος φαίνεται να είναι γενικότερα αποδεκτός, με την έννοια ότι το πρώτο συνθετικό είναι δηλωτικό του τόπου διαμονής τους και το πρώτο συνθετικό της πιθανής καταγωγής τους».[13]
            Με λίγα λόγια, ο υπερτιμημένος αυτός «επιστήμονας», υπονοεί ότι:
α. Δεν υπάρχουν σλαβόφωνοι που να είναι Έλληνες, γι’ αυτό και ό όρος είναι αδόκιμος, δηλ. λανθασμένος,
β.  Ισχυρίζεται ότι ο όρος «Σλαβομακεδόνες» είναι γενικότερα αποδεκτός, χωρίς να μας αποκαλύπτει από ποιούς, προφανώς από τους ανήκοντες στον προαναφερθέντα συρφετό,
γ. Ισχυρίζεται ότι οι σλαβόφωνοι της Ελλάδος είναι σλαβικής καταγωγής και για να προλάβει τις αντιδράσεις προτάσσει και ένα κουτοπόνηρο «πιθανής»!
δ. Τέλος, ολοκληρώνοντας τις ήκιστα σοβαρές τοποθετήσεις του, αναφέρεται στον παραπάνω Πρόλογο, λίγες σειρές πιο κάτω, σε «Τουρκόφωνους Πόντιους», αφήνοντας τους αναγνώστες με την απορία τι ακριβώς εννοεί: ότι η (βεβαιωμένα ελληνική) διάλεκτος των Ποντίων είναι τουρκική; Και σίγουρα αυτό εννοεί διότι αναφέρεται και αλλού (π.χ. στην σελ. 202 του Α΄ τόμου) σε «Τουρκόφωνους Χριστιανούς του Πόντου», που «ξερριζώθηκαν από τις εστίες τους το 1922» θεωρώντας προφανώς ότι όλοι οι Πόντιοι είναι τουρκόφωνοι!   
Το εξοργιστικό με το εν λόγω πόνημα είναι ότι η πρώτη έκδοσή του έχει ...τιμηθεί με το Βραβείο 1994 της Ακαδημίας Αθηνών, η οποία βεβαίως δεν περιείχε τα όσα ...χαριτωμένα αναφέρει στον Πρόλογο της Β΄ έκδοσης!
            Οι μόνες δικαιολογίες που ευσταθούν για την απόφαση αυτήν είναι είτε ότι ουδείς έκανε τον κόπο να το διαβάσει είτε ότι όσοι το διάβασαν αγνοούσαν παντελώς πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις και την προϊστορία των διαδραματισθέντων στον χώρο της Μακεδονίας.
   Τέλος, το εντελώς εξωφρενικό της υπόθεσης είναι ότι όλοι αυτοί οι «μακεδονολογούντες» (μεταξύ αυτών και ο λαλίστατος Δήμαρχος Θεσσαλονίκης Μπουτάρης), προτείνουν τα Σκόπια να ονομαστούν Σλαβομακεδονία και η γλώσσα σλαβομακεδονική! Επομένως και οι κάτοικοι της Σλαβομακεδονίας θα πρέπει λογικά να ονομαστούν Σλαβομακεδόνες. Ποιοι όμως θα είναι αυτοί οι «Σλαβομακεδόνες»; Κάποιο ξεχωριστό έθνος ή εθνοτική ομάδα; Κατά τον Δήμαρχο, ναί. Για την επιστήμη, ασφαλώς όχι. Σλαβομακεδόνες ουδέποτε υπήρξαν στον πραγματικό κόσμο, παρά μόνον στα μυαλά εκείνων που κατασκεύασαν και αποδέχονται τις παλαιότερες τριτοδιεθνιστικές φαντασιώσεις (KKE) και τις σημερινές σκοπιανές ανοησίες. Υπενθυμίζω όμως ότι υπάρχουν πανεπιστημιακοί που ήδη χρησιμοποιούν τον όρο «σλαβομακεδονική γλώσσα» αναφερόμενοι στην τεχνητά κατασκευασμένη το 1944 «γλώσσα» των Σκοπίων στην οποία συμπεριλαμβάνουν και τα εντόπια/ εντόπικα!
Συμπερασματικά: Σλαβομακεδόνες ως διακριτή εθνότητα ουδέποτε υπήρξαν, άρα δεν υπάρχει και σλαβομακεδονική γλώσσα, διάλεκτος, ιδίωμα  ή οτιδήποτε άλλο. Υπάρχει αντίθετα μια κατασκευασμένη[14το 1944 για πολιτικούς λόγους και σκοπιμότητες εκσερβισθείσα εν μέρει βουλγαρική διάλεκτος που εξελίχθηκε στην σημερινή σκοπιανή γλώσσα με την βοήθεια όλων των μηχανισμών του κράτους των Σκοπίων (Σχολεία, Πανεπιστήμια, Ινστιτούτα, κρατική γραφειοκρατία, εφημερίδες, έντυπα, ραδιοφωνία, τηλεόραση) και η οποία ουδεμία γλωσσολογική ή ιστορική σχέση έχει με τα εντόπια.
  Αξίζει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν προσωπικές μου απόψεις ή κάποιων «ακραίων» ελληνικών κύκλων (βλ. σχετικό άρθρο με τίτλο «Λανθασμένοι οι όροι Σλαβομακεδονία και Σλαβομακεδόνες»)[15], αντίθετα είναι αυτονόητα και κοινός τόπος σε διεθνές επίπεδο, όπως επιβεβαιώνει, για παράδειγμα, δημοσίευμα της σημαντικής και εγκυρότατης γαλλικής εφημερίδας «Le Figaro» (Λε Φιγκαρό). [16]
Υπενθυμίζω ότι ο κακόφημος αυτός όρος, «Σλαβομακεδόνες», προέκυψε ως συνέπεια των αποφάσεων της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας (ΒΚΟ) στις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, οι οποίες επικυρώθηκαν οριστικά από το 5ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς a.k.a. Κομιντέρν (17-6 έως 8-7-1924), που δέχθηκε ως ορθό και επαναστατικό (!) το σύνθημα της ΒΚΟ για "ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη". Η θέση αυτή υιοθετήθηκε πλήρως στο Τρίτο Έκτακτο Συνέδριο του τότε ΣΕΚΕ (Κ) που διεξήχθη από 26-11-1924 έως 3-12-1924, με την επικράτηση της γραμμής Πουλιόπουλου, ο οποίος κατέλαβε τη θέση του γενικού γραμματέα και το ΣΕΚΕ(Κ) μετονομάσθηκε σε ΚΚΕ. Αυτή η εγκληματική απόφαση είναι η βασική πηγή όλων των δεινών που μας κατατρύχουν μέχρι σήμερα στο συγκεκριμένο ζήτημα, για την οποία το κόμμα του «εργαζόμενου λαού» όχι μόνον ουδέποτε απολογήθηκε, αλλά απεναντίας αναμασά κατά καιρούς, είτε το ίδιο είτε οι πολυώνυμες παραφυάδες του.

  1. Η ερμηνεία της αλλοφωνίας ελληνικών πληθυσμών
Από τα παραπάνω λοιπόν γλωσσικά όργανα, η Τουρκική των μουσουλμάνων  της Δυτ. Θράκης, η Ρομανές των τσιγγάνων, η Αρμενική και η Λαντίνο ομιλούνται από αλλοεθνείς που συνιστούν «γλωσσικές μειονότητες», δηλ. γλωσσικά μέσα επικοινωνίας  μειονοτικών ομάδων.
Η Πομακική αποτελεί μια ενδιάμεση και αμφιλεγόμενη περίπτωση δεδομένου ότι οι ομιλητές της, σύμφωνα με ορισμένες απόψεις, ήσαν ορεσίβιοι πληθυσμοί που εξισλαμίσθηκαν και σίγουρα δεν είναι τουρκικής καταγωγής.
Τα αρβανίτικα, βλάχικα και εντόπια/εντόπικα τέλος, υπήρξαν γλωσσικά μέσα ελληνικών πληθυσμών, οι οποίοι για διαφόρους λόγους, κοινωνικούς, πολιτικούς, οικονομικούς ή απλής επιβίωσης, υποχρεώθηκαν να αλλοφωνήσουν σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους και συνθήκες.
Όπως έχω υποστηρίξει και επαναλαμβάνω σε κάθε ευκαιρία:
«...Ο ελληνισμός, στην ιστορική του πορεία των 4000 χρόνων, δημιούργησε πολυεθνικές (αλλά ποτέ πολυπολιτισμικές, όπως τονίζει η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ) αυτοκρατορίες, είχε εμπορικές σχέσεις με δεκάδες λαούς και χώρες, υπέστη επιδρομές βαρβάρων λαών, κατακτήθηκε πλήρως ή εν μέρει από ξένους λαούς, ενώ εκτοπίσθηκαν τμήματά του από προαιώνια ελληνικά εδάφη. Αποτέλεσμα όλων αυτών των ιστορικών εξελίξεων ήταν κάποιοι ελληνικοί πληθυσμοί να αλλοφωνήσουν, όπως ορισμένοι μικρασιάτες (τουρκόφωνοι Έλληνες), να λατινοφωνήσουν (βλαχόφωνοι Έλληνες), να σλαβοφωνήσουν (σλαβόφωνοι Έλληνες), να αλβανοφωνήσουν (αρβανιτόφωνοι Έλληνες) ή να ιταλοφωνήσουν (οι Γρεκάνοι της Magna Grecia). Εκείνο πλέον, που και επιστημονικώς είναι αδιαμφισβήτητο, είναι η διαπίστωση ότι η ομιλούμενη γλώσσα δεν αποτελεί πάντοτε απόλυτο εθνολογικό κριτήριο ταξινόμησης μιας συγκεκριμένης πληθυσμιακής ομάδας...»[17]
Με την ευκαιρία ας θυμηθούμε αυτό που τόνιζαν στην επιστολή διαμαρτυρίας που έστειλαν το 1903 κάτοικοι της πόλης του Μοναστηρίου (Βιτώλια) προς τις Μεγάλες Δυνάμεις: «...λαλούμεν ελληνιστί, βλαχιστί, αλβανιστί, βουλγαριστί, αλλά ουδέν ήττον εσμέν άπαντες Έλληνες και ουδενί επιτρέπομεν να αμφισβητεί προς ημάς τούτο...», δηλαδή με άλλα λόγια,  «Μπορεί να μιλάμε ελληνικά, βλάχικα, αρβανίτικα, βουλγάρικα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε λιγότερο Έλληνες και εις ουδένα επιτρέπουμε να αμφισβητεί την ελληνικότητά μας».

  1. Διδασκαλία «μειονοτικών γλωσσών»: Ανάγκη ή πρόσχημα;
Μετά τα παραπάνω ενημερωτικά, ελπίζω, ας έρθουμε στο ζητούμενο, την απαίτηση ορισμένων κύκλων για την διδασκαλία των αρβανίτικων, βλάχικων και εντόπιων/εντόπικων. Επαναλαμβάνω ότι το θέμα δεν είναι καθόλου  επιστημονικό και εκπαιδευτικό, αλλά βαθύτατα πολιτικό και εθνικό.
Τι ακριβώς επιδιώκουν αυτοί οι κύκλοι, που καθοδηγούνται από ξένα κέντρα αποφάσεων; Απλούστατα να υλοποιήσουν αυτά που επιδιώκουν συστηματικά εδώ και δεκαετίες (περιορίζομαι στην μεταπολεμική περίοδο, το φαινόμενο είναι πολύ παλαιότερο), δηλ. την κατασκευή εύκολα χειραγωγούμενων μειονοτήτων ως όργανα άσκησης της εξωτερικής τους πολιτικής και των γεωπολιτικών τους επιδιώξεων.
Προς επίτευξη των στόχων τους χρησιμοποιείται κάθε μέσον, συνήθως χρηματικής φύσεως, που συχνά μεταμφιέζεται για να γίνει πιο εύπεπτο σε υποτροφίες, οικονομικές επιχορηγήσεις, μόνιμες προσκλήσεις για συμμετοχή σε «διεθνείς επιτροπές», περίεργα Συνέδρια, Ημερίδες, «επιμορφώσεις» κλπ, ενώ παράλληλα αξιοποιούν με κάθε ευκαιρία και τους κάθε κατηγορίας πρόθυμους συνοδοιπόρους (αφελείς ή λιγότερο αφελείς), που μετατρέπονται σε φερέφωνά τους, πιστεύοντας ότι εξυπηρετούν υψηλότερα «ιδανικά», ιδεολογικά, επιστημονικά, ανθρωπιστικά κλπ, κλπ. Βεβαίως, δεν λείπουν παραδείγματα προκλητικών επεμβάσεων, με «ειδικούς απεσταλμένους», «ανεξάρτητους παρατηρητές», με «εκθέσεις» για την κατάσταση των μειονοτήτων που ενδιαφέρουν και σε συγκεκριμένες πάντα περιοχές.
Χαρακτηριστικό εν προκειμένω παράδειγμα αποτελεί η σκανδαλώδης περιοδεία στον βορειοελλαδικό χώρο της Γκέι Μακ Ντούγκαλ, «ανεξάρτητης Εμπειρογνώμονος» του ΟΗΕ σε θέματα μειονοτήτων, τον Σεπτέμβρη του 2008, η οποία αναζητούσε μανιωδώς «μακεδονικές» και «τουρκικές» μεινότητες, ενώ για την ελληνική μειονότητα στα Σκόπια, στην Ίμβρο - Τένεδο και στην Β. Ήπειρο δήλωσε «αναρμόδια». Λεπτομέρειες υπάρχουν εδώ: http://www.zougla.gr/politiki/article/sta-moulokta-sinantisi-aksiomatouxou-tou-oie-me-katapiesmenous-makedones και εδώ: http://hellenicrevenge.blogspot.com/2008/09/h-gay-mcdougall.html .
                Έχοντας κατά νου όλα τα παραπάνω ας εξετάσουμε το μόνιμο αίτημα κάποιων «εκπροσώπων» υπό κατασκευή μειονοτήτων στον ελλαδικό χώρο και των «κολαούζων» τους, «προοδευτικών» προφεσσόρων ελληνικών πανεπιστημίων, εκπροσώπων κομμάτων, οργανώσεων, ΜΚΟ, «διανοουμένων», «προσωπικοτήτων» και άλλων τινών. Τι ακριβώς ζητούν;
            Για παράδειγμα, το υπόμνημα που υπέβαλλε στην προαναφερθείσα κυρία το «Ουράνιο Τόξο» (το πολιτικό κόμμα των «εθνικά μακεδόνων») ζητούσε:
1.    Να αναγνωρισθεί η ύπαρξη «Μακεδονικής μειονότητας» στην Ελλάδα,
2.    Να ανοίξει η ελληνική κυβέρνηση Σχολεία για την «Μακεδονική μειονότητα» της Ελλάδας,
3.    Να ληφθούν μέτρα για την διατήρηση των πολιτιστικών παραδόσεων της μειονότητας και το σημαντικότερο,
4.    Να προχωρήσει η Ελλάδα στην απογραφή της «Μακεδονικής μειονότητας» ώστε να κατοχυρωθούν νομικά, προσθέτοντας παράλληλα ότι επιθυμούν την διατήρηση των σημερινών συνόρων (Καλοσύνη τους!).
            Ποιοι είναι άραγε αυτοί οι «εθνικά μακεδόνες»; Αυτοί που δεν θέλουν να είναι Έλληνες. Κανένα πρόβλημα. Ας είναι ό,τι νομίζουν. Αρκεί να μη κλέβουν το όνομα από εμάς, τους Μακεδόνες Έλληνες.
            Το απαράδεκτο όμως της όλης υπόθεσης είναι ότι εμφανίζονται να εκπροσωπούν πέραν των «εθνικά μακεδόνων» (μερικές εκατοντάδες άτομα, όπως απέδειξαν αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις) καί όλους τους σλαβόφωνους ή πρώην σλαβόφωνους Έλληνες, τους οποίους επιδιώκουν να τους παρουσιάσουν ως μειονότητα!
            Και για να γίνει απόλυτα αντιληπτό το τι ακριβώς ζητάνε με το αίτημα για «σχολεία της μακεδονικής μειονότητας» (τα υπόλοιπα αιτήματα είναι τόσο φαιδρά, που μόνον ως πηγή ανεκδότων θα μπορούσαν να συζητηθούν), ας δούμε τι είδους σχολεία έχουν κατά νου, μια και υπάρχει σχετική προϊστορία. Προτρέπω τους αναγνώστες να αναζητήσουν στην αγγλόφωνη Βικιπαίδεια το λήμμα  Macedonian language, όπου στις υποσημειώσεις (Νο 158) υπάρχουν τα εξής διαφωτιστικά:
A native of Greek Macedonia, a pioneer of ethnic Macedonian schools in the region and local historian, Pavlos Koufis, says in Laografika Florinas kai Kastorias (Folklore of Florina and Kastoria), Athens 1996, that, “[During its Panhellenic Meeting in September 1942, the KKE mentioned that it recognises the equality of the ethnic minorities in Greece] the KKE recognised that the Slavophone population was ethnic minority of Slavomacedonians]. This was a term, which the inhabitants of the region accepted with relief. [Because] Slavomacedonians = Slavs+Macedonians. The first section of the term determined their origin and classified them in the great family of the Slav peoples.”
[Ένας γηγενής της ελληνικής Μακεδονίας, ένας πρωτοπόρος των εθνικά μακεδονικών σχολείων στην περιοχή και τοπικός ιστορικός, ο Παύλος Κούφης, γράφει στα «Λαογραφικά Φλώρινας και Καστοριάς», Αθήνα 1996, ότι: Στην διάρκεια της Πανελλαδικής Διάσκεψης τον Σεπτέμβρη του 1942 το ΚΚΕ δήλωσε ότι αναγνωρίζει την ισοτιμία των εθνικών μειονοτήτων στην Ελλάδα και ότι ο σλαβόφωνος πληθυσμός αποτελεί εθνική μειονότητα των Σλαβομακεδόνων. Αυτός ήταν ένας όρος που οι κάτοικοι της περιοχής δέχτηκαν με ανακούφιση, διότι Σλαβομακεδόνες = Σλάβοι + Μακεδόνες. Το πρώτο συνθετικό του όρου καθορίζει την καταγωγή τους και τους κατατάσσει στην μεγάλη οικογένεια των Σλαβικών λαών].
    Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να σχολιάσουμε ή να προσθέσουμε κάτι άλλο. Ο «πρωτοπόρος» αυτός τα ξεκαθάρισε όλα!
           Μια άλλη κραυγαλέα περίπτωση ήταν και η ομιλία ενός καθηγητή Κοινωνικής Λαογραφίας (υπάρχει άραγε και προσωπική ή ατομική λαογραφία;) στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων με την ευκαιρία μιας βιβλιοπαρουσίασης στην Βέροια, περί βλαχοφώνων, όπου ακούστηκαν ένα σωρό ανακρίβειες και φυσικά οι πολυδιαφημισμένες αμπελοφιλοσοφίες περί «διαφορετικότητας», περί «ταυτοτήτων» (της μόδας τα τελευταία χρόνια), περί «τοπικότητας» και «ποικιλότητας» που πρέπει να διαφυλαχθεί, περί Ισοκράτη κλπ, κλπ,  που παπαγαλίζουν τακτικότατα ad nauseam  και με κάθε ευκαιρία, οι κάθε κατηγορίας και επιπέδου πολιτικάντηδες, αλλά και συστημικοί δημοσιογράφοι, κοινωνιολόγοι, «διανοούμενοι» και τηλεσχολιαστές.[18]
           Όλα αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν γραφικά ή ασήμαντα και να μας άφηναν παγερά αδιάφορους. Δυστυχώς ο εν λόγω μεταμορφώνεται ξαφνικά από καλοπροαίρετο Δρ. Τζέκυλλ σε επικίνδυνο κ. Χάυντ υποστηρίζοντας την ανάγκη διατήρησης της «βλάχικης ταυτότητας» (;) μέσω της διδασκαλίας της βλάχικης γλώσσας! Είναι άραγε τόσο αφελής ώστε να μη συνειδητοποιεί την τερατώδη αντίφαση και μνημειώδη ανακολουθία αυτής της τοποθέτησης, δηλ. της εξύμνησης από την μια μεριά της «διαφορετικότητας», της «τοπικότητας» και της «ποικιλότητας» και την πολιτιστική ισοπέδωση, από την άλλη, που θα επιφέρει η επιδιωκόμενη διδασκαλία (!) της βλάχικης γλώσσας, την οποία ο εν λόγω θεωρεί ως αξιέπαινο γεγονός; Τι να πούμε! Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου...
         Συνιστώ πάντως στον εν λόγω πολυπράγμονα Κοινωνικό Λαογράφο και στους ομοϊδεάτες του να μελετήσουν προσεκτικά τα παρακάτω  αποσπάσματα από κείμενο του κορυφαίου και διεθνούς κύρους Έλληνα  βυζαντινολόγου και ακαδημαϊκού Σπύρου Βρυώνη που αναγνώσθηκε στην ημερίδα με θέμα «Ο Νέος Ελληνισμός: Έννοια, περιεχόμενο, χρονικά όρια» που διοργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών, στις 19 Οκτωβρίου 2010:
«...Συχνά, οι κοινωνικές επιστήμες, ως συνειδητές επιστημονικές ειδικότητες, δεν περιορίζονται στα όρια που θέτει η έρευνα, αλλά ενδύονται ένα είδος προφητικού μανδύα. Οι επαγγελματίες κάθε μιας από αυτές τις κοινωνικές επιστήμες συχνά διακηρύσσουν ότι διακονούν «επιστήμες», που, όπως υποστηρίζουν στον ακαδημαϊκό κόσμο, η ειδικότητά τους προσομοιάζει περισσότερο με τις φυσικές επιστήμες παρά με εκείνες της φιλολογίας και των άλλων ανθρωπιστικών επιστημών. Έτσι, ο τελικός σκοπός των περισσότερων κοινωνικών επιστημών είναι να επικυρώσουν και να καθορίσουν τους νόμους που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό ισχυρίζονται ότι μπορούν να προβλέψουν πώς θα συμπεριφερθούν υπό δεδομένες συνθήκες, όχι μόνο τα άτομα, αλλά και μεγαλύτερες ομάδες, η οικογένεια, η φυλή, ή και ακόμα μεγαλύτερες συσσωματώσεις. Επίσης, ο ρόλος των διακεκριμένων και προβεβλημένων επαγγελματιών απολαμβάνει ένα είδος αναγνώρισης, ως αξιόπιστη πηγή και αυθεντία για την ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. [...] Με την αύξηση των πληθυσμών, την πολυπλοκότητα των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων, τις απαιτήσεις της κοινωνίας, το «έθνος» και οι «εθνικισμοί» συχνά αναζητούν λύσεις από τους κοινωνικούς επιστήμονες. [...] Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, η αξία της πρακτικής γνώσης είναι συγκεκριμένη και δύσκολα επιτρέπει στους κοινωνιολόγους να ισχυρίζονται ότι ο κλάδος τους συνιστά μια «επιστήμη» στα θέματα της θεωρίας και της ανάλυσης των εννοιών του «έθνους» και του «εθνικισμού». Διότι, εδώ, αυτές οι ειδικότητες πρέπει να βασιστούν στην ιστορία, ενώ οι θεωρίες τους δεν μπορούν να γενικευτούν σε τέτοιο βαθμό, διότι έχουν συγκεκριμένο ειδικό επιστημονικό προσανατολισμό και ο υποκειμενισμός πάντα ελλοχεύει. Οι μεθοδολογίες τους είναι επιρρεπείς στην «εφεύρεση» γενικών νόμων για τον καθορισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Από την άλλη πλευρά, και αυτό είναι το παράδοξο, η συμβολή τους στη συνεχιζόμενη ανάλυση των εννοιών και θεωριών σχετικά με το «έθνος» και τον «εθνικισμό» είχε βαθιά επίδραση σε εκείνους τους κύκλους που συζητούν αυτά τα ειδικά σύγχρονα ζητήματα. Πολλοί είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες οι οποίοι έχουν κληθεί, ως ειδικοί, ενώπιον του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερουσίας, να αποφανθούν σχετικά με τις κρίσεις που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι πανταχού παρόντες πολιτικοί επιστήμονες, οι οποίοι έχουν διεισδύσει ιδιαίτερα στα Υπουργεία Εθνικής Ασφάλειας, Εξωτερικών, Άμυνας, στη CIA και άλλα ομοσπονδιακά όργανα, καθώς και στα πληθωρικά λεγόμενα «think-tanks», αποτελούν μια στρατιά (αριθμητικά) και, όπως ο στρατός, καταναλώνουν μεγάλα κεφάλαια που προέρχονται από την κυβέρνηση, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα ξένα συμφέροντα. Έτσι, οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν έχουν μόνο τη θεωρητική πλευρά τους, αλλά απολαμβάνουν πρακτικές και οικονομικές ανταμοιβές, οι οποίες επιτείνουν την υποκειμενικότητα τους.[...] Επιπλέον, προχωρούν στην κατασκευή ή τη δημιουργία τεχνικών όρων (σε τέτοια έκταση ώστε χρειάζεται κανείς να προσφύγει σε εξειδικευμένα λεξικά για να βρει τις έννοιες πολλών τέτοιων όρων) και στηρίζονται σε ιστορικούς εξειδικευμένους σε περιοχές με τις οποίες οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν είναι εξοικειωμένοι. Μπορούμε επί πλέον να διαπιστώσουμε την ισχυρή επίδραση των κοινωνικών επιστημόνων πάνω στην ιστορική επιστήμη, παράλληλα με την αδυναμία των κοινωνικών επιστημόνων να καταλήξουν σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το «πότε» και το «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, καθώς και την αποτυχία τους να διευκρινίσουν τον όρο και την έννοια του πολιτισμού. [...]
Στην συνέχεια ο Σπ. Βρυώνης αναφέρεται στις θεωρίες του λεγόμενου «μοντερνισμού» στην Ιστορία και στους τρεις «πατριάρχες» του, Ernest Gellner, Eric Hobsbaum και Benedict Anderson, καθώς και στην περίοδο 1970-2003, η οποία αναφέρεται ως περίοδος  «ανόδου και πτώσης του κλασικού μοντερνισμού». Φθάνουμε έτσι σε μια νέα και σημαντική φάση του συνεχιζόμενου διαλόγου για την προέλευση και τη φύση του έθνους και του εθνικισμού, με τη νέα ερμηνεία περί «εθνοσυμβολισμού» που διατύπωσε ο Anthony D. Smith, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος μαθητής του Gellner.
Όπως τονίζει ο Σπ. Βρυώνης: «Στη διαμάχη που ακολούθησε και μπροστά στα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα του Smith, ο Anderson, σε αντίθεση με τον Gellner, υπήρξε πιο δεκτικός στις κριτικές που ασκήθηκαν στο έργο του και, τελικά, παραδέχτηκε ότι το έργο του είχε πλέον καταστεί περιθωριακό». [...]
            Ανάλογες κινήσεις με αυτές των «εθνικά μακεδόνων» είχαν καταγραφεί στην δεκαετία του ’90 και στον χώρο των αρβανιτόφωνων Ελλήνων, όταν με πρωτοβουλίες ατόμων που διατηρούσαν επαφές με την αλβανική πρεσβεία,[19] είχε ξεκινήσει προσπάθεια για το άνοιγμα φροντιστηρίων σε αρβανιτόφωνες περιοχές όπου θα διδάσκονταν η αλβανική γλώσσα για την διατήρηση της ...αρβανίτικης παράδοσης!
Στην αμφιλεγόμενη ημερίδα μάλιστα, που διοργάνωσε το Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων (το γνωστό ΚΕΜΟ, ένα είδος Ιντιάνα Τζόουνς στο κυνήγι ανακάλυψης μειονοτήτων, υπαρκτών και ανυπάρκτων), κάποιος καθηγητής ΤΕΙ, μέσα στον πολυπολιτισμικό του οίστρο για την αναβίωση των αρβανίτικων στο χωριό του, πρότεινε ως λύση αυτό που γινόταν εκεί: «...υπάρχουν αυτή τη στιγμή 15 με 20 οικονομικοί μετανάστες, νέα παιδιά. Αυτοί έχουν μετατραπεί σε δασκάλους της αρβανίτικης γλώσσας στο χωριό...»! [20]

  1. Δια ταύτα...
            Ας εξετάσουμε τώρα το πρακτικό μέρος της διδασκαλίας αυτών των γλωσσών και ιδιωμάτων.
            1. Ως γνωστόν για την διδασκαλία μιας γλώσσας, απαιτείται εξειδικευμένο προσωπικό, δάσκαλοι για τις μικρότερες ηλικίες, καθηγητές φιλόλογοι για τις μεγαλύτερες. Πού θα βρεθούν αυτοί;
            2. Τα εντόπικα, όπως και τα βλάχικα και αρβανίτικα ήσαν προφορικά γλωσσικά όργανα και ως εκ τούτου εμφανίζουν μεγάλη ποικιλομορφία. Ειδικά τα εντόπικα διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή και συχνά από χωριό σε χωριό στο λεξιλόγιο, στην προφορά, σε ιδιωματισμούς, το ίδιο και τα βλάχικα, όπως και τα αρβανίτικα. Ποιοι θα αποφασίσουν ότι θα διδάσκεται μία μόνον από τις παραλλαγές και όχι μια άλλη; Και αυτό προφανώς σημαίνει ότι σε περίπτωση που προκριθεί η παραλλαγή Χ, θα εκτοπίσει μέχρι εξαφάνισης όλες τις άλλες. Για ποιόν λόγο θα πρέπει να γίνει κάτι τέτοιο εις βάρος του γλωσσικού πλούτου, της διαφορετικότητας και ποικιλομορφίας που τόσο θορυβωδώς επικαλούνται κάποιοι;
            3. Ποιο αλφάβητο θα χρησιμοποιηθεί στην διδασκαλία; Τα εντόπικα, τα βλάχικα και τα αρβανίτικα έχουν φθόγγους που δεν μπορούν να αποδοθούν με το ελληνικό αλφάβητο. Θα επινοήσουμε νέα αλφάβητα ή θα υιοθετηθεί η εύκολη λύση της χρήσης του κυριλλικού, ρουμανικού και αλβανικού αλφαβήτου;
            4. Πώς θα εξευρεθεί το κατάλληλο εκπαιδευτικό υλικό; Με άλλα λόγια τα αναγνωστικά, οι γραμματικές κλπ τι ακριβώς θα είναι; Θα εισαχθούν έτοιμα από τα Σκόπια, την Ρουμανία και την Αλβανία;
            5. Πώς γνωρίζουμε ότι θα υπάρξουν μαθητές για αυτά τα περίεργα σχολεία; Πλην ορισμένων δακτυλοδεικτούμενων φανατικών σε κάθε περιοχή, ποιοι άραγε γονείς θα στείλουν τα παιδιά τους σε αυτά;
            6. Ποιος θα εποπτεύει διδάσκοντες και διδασκόμενους στα σχολεία αυτά για το τι ακριβώς διδάσκεται εκεί;
            Όλα αυτά τα ερωτήματα δεν μπορούν να έχουν σοβαρές απαντήσεις, παρά μόνον μία: τα αιτήματα για σχολεία είναι απλώς ένα παιδαριώδες πρόσχημα για την αναγνώριση σκοπιανής, ρουμανικής και αλβανικής μειονότητας αντίστοιχα. Όλα τα υπόλοιπα είναι φαιδρολογήματα, τα οποία ουδεμία σοβαρή χώρα είναι δυνατόν έστω να τα συζητήσει, πλήν βεβαίως της χώρας όπου ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα...

Δ.Ε.Ε.
Έδεσσα, 25 Αυγούστου 2014

Σημειώσεις
[1] Ausbausprache = «Aναβαθμισμένη γλώσσα» ή «Επίσημη γλώσσα» ή «συγκλίνουσα γλώσσα». Είναι η γλώσσα, η οποία χρησιμοποιείται επίσημα στην κρατική γραφειοκρατία, στα ΜΜΕ κ.λπ. και διδάσκεται στα Σχολεία. Οι τυχόν άλλες ποικιλίες αυτής της γλώσσας, διάλεκτοι ή ιδιώματα (ντοπιολαλιές) χρησιμοποιούνται στην καθημερινή ομιλία «ανεπίσημα» σε τοπικό επίπεδο, όπως π.χ. στην Ελλάδα, τα ποντιακά, η κρητική διάλεκτος κ.λπ.
Abstandsprache = «Απομακρυσμένη γλώσσα» ή «αποκλίνουσα γλώσσα», ονομάζεται μια γλωσσική ποικιλία, σε σχέση με μια άλλη, όταν οι δύο αυτές γλώσσες είναι τόσο διαφορετικές ώστε είναι αδύνατον η μία να θεωρηθεί διάλεκτος της άλλης: π.χ. η επίσημη Ισπανική (Καστιλιάνικη) είναι σε σχέση με την Βασκική γλώσσα «Απομακρυσμένη γλώσσα», όπως προφανώς και η Βασκική σε σχέση με την Ισπανική. Το σλαβογενές ιδίωμα των περιοχών της Κεντρικο-Δυτικής Μακεδονίας σε σχέση με τα Ελληνικά θεωρείται Abstandsprache, παρ’ όλο που δύσκολα μπορεί να καταγραφεί ως πλήρης γλώσσα.
Dachsprache = «Γλώσσα–σκεπή» κυριολεκτικά ή «γλώσσα–ομπρέλα». Είναι η γλώσσα εκείνη, που μέσα σε ένα «γλωσσικό συνεχές», χρησιμεύει ως βασική γλώσσα, ένα είδος Ausbausprache, επίσημης γλώσσας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η λεγόμενη «σύγχρονη επίσημη Αραβική» (Modern Standard Arabic), σε σχέση με τις διάφορες αραβικές διαλέκτους που ομιλούνται στον Αραβικό κόσμο, παρ’ όλο που κάποιες από αυτές τις διαλέκτους είναι τόσο διαφορετικές, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν Abstandspache, όπως π.χ. η καθομιλούμενη Αραβική στην Αίγυπτο σε σχέση με την «σύγχρονη επίσημη Αραβική» ή «λογία Αραβική».
[2] Η Λίγκουα Φράγκα προέκυψε στα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου ως γλώσσα συναλλαγών μεταξύ εμπόρων και εμπορευομένων και ήταν ένα μίγμα Γαλλικών, Ιταλικών, Ισπανικών, Ελληνικών, Αραβικών και Tουρκικών λέξεων, με υποτυπώδη γραμματική και συντακτικό. Αργότερα ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να υποδηλώσει μια πλήρη γλώσσα, την οποία χρησιμοποιούσαν διαφορετικοί γλωσσικά πληθυσμοί για εμπορικούς, διπλωματικούς κ.λπ. λόγους. Η Ελληνική γλώσσα ήταν η Λίγκουα Φράγκα της Μέσης Ανατολής και της Ν.Α. Ευρώπης στην διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων, αλλά και του Βυζαντίου, ενώ αντίστοιχα, η Λατινική, της Δυτικής Ευρώπης. Η Γαλλική ήταν μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Λίγκουα Φράγκα της Διπλωματίας, για να εκτοπιστεί από την Αγγλική στην συνέχεια, η οποία έγινε σήμερα Λίγκουα Φράγκα σε πολλούς τομείς παγκοσμίως.
[3] Βλ. Λίνου Πολίτη: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 1980 – Εισαγωγή, σελ. 17 όπου αναφερόμενος στην χρήση λατινικών χαρακτήρων για την καταγραφή της ελληνικής γλώσσας επισημαίνει ότι: «…το σύστημα χρησιμοποιήθηκε και από την Παπική προπαγάνδα για τους Έλληνες Καθολικούς των νησιών (φραγκοχιώτικα)...».
[4] Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση Κρεολής γλώσσας (Κρεολοί ονομάζονται οι μιγάδες απόγονοι Γάλλων και αφρικανών δούλων στις Γαλλικές αποικίες του Νέου Κόσμου. Η γλώσσα τους ήταν ένα μίγμα Γαλλικής και αφρικανικών διαλέκτων) είναι η Τοκ Πίσιν (Tok Pisin), η οποία ξεκίνησε τον 19ο αιώνα ως ιδίωμα pidgin στην Παπούα–Νέα Γουϊνέα με βάση την Αγγλική και ανάμειξη ιθαγενών λέξεων (και σε μικρότερη έκταση Γερμανικών και Πορτογαλικών). Χρησιμοποιήθηκε ως Λίγκουα Φράγκα στο νησί και κατέληξε να γίνει η μητρική γλώσσα των ιθαγενών, εξελισσόμενη πλέον σε μια σύγχρονη και πλήρη γλώσσα, με την βοήθεια και την επίσημη κρατική στήριξη των κυβερνήσεων της Παπούα-Νέας Γουϊνέας. Η ονομασία Τοκ Πίσιν προέκυψε από την έκφραση tok pisin (talk pidgin) = ομιλώ πίτζιν, στο ιδίωμα αυτό. Υπενθυμίζω σχετικά, ότι οι φυλές των Παπούα, περίπου 8,5 εκατομ. σήμερα, στο τεράστιο αυτό νησί (με έκταση πάνω από 885.000 τετρ. χλμ. δηλ. υπερεξαπλάσια της Ελλάδος) στα βόρεια της Αυστραλίας, ομιλούν περίπου 750 διαφορετικές γλώσσες/διαλέκτους. Ορισμένες από τις φυλές τους υπήρξαν στο παρελθόν διαβόητοι καννίβαλοι. Το νησί είναι χωρισμένο στην μέση και το μεν ανατολικό τμήμα αποτελεί το ανεξάρτητο (από το 1975) κράτος της Παπούα-Νέας Γουϊνέας, ενώ το δυτικό τμήμα αποτελεί επαρχία της Ινδονησίας.
[5] Βλ. Grin, F.: The economic approach to minority languages. In: Journal of Multingual and Multicultural Development 11 (1&2), p. 153-173 (1990). Λεπτομέρειες στο ενδιαφέρον βιβλίο της Καθηγήτριας Γενικής Γλωσσολογίας του Ιονίου Πανεπιστημίου Σελλά-Μάζη Ελένης: Διγλωσσία και Κοινωνία, σελ. 21, «Προσκήνιο» Αθήνα 20062 .
[6] Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας - Τμήμα Βαλκανικών Σλαβικών & Ανατολικών Σπουδών, σε κείμενό του με τίτλο «ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ»  που υπάρχει εδώ:  http://www.komvos.edu.gr/glwssa/odigos/thema_c5/c_5_thema.htm .
[7] Valdés, Guadalupe. "The Teaching of Minority Languages as 'Foreign' Languages: Pedagogical and Theoretical Challenges."  Modern Language Journal Vol. 79, No. 3. (1995) pp. 299-328.
[8] Τσιτσελίκης Κ., Χριστόπουλος Δ. (επιμ.): “Το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα”, «Κριτική», Αθήνα 1997.
[9] Hoffmann, C.:  An Introduction to Bilingualism, «Longman» London, 1991.
[10] Πληροφορίες από την ιστοσελίδα της Αρμενικής Εθνικής Επιτροπής Ελλάδος  http://www.ancg.gr/index.php?option=com_frontpage&Itemid=1.
[11] Βλ. λεπτομέρειες στο βιβλίο μου «Η καταγωγή των Αλβανών και οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες», Κεφάλαιο 9 «Οι Αρβανίτες του ελλαδικού χώρου», σελ. 305-334 «Ινφογνώμων», Αθήνα, 2014, όπου και σχετική βιβλιογραφία.
[12] Περιλαμβάνεται στο τομίδιο Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη: Μακεδονικά, Έδεσσα 2011. Υπάρχει και στο Διαδίκτυο εδώ: http://ethnologic.blogspot.gr/2011/11/blog-post_22.html.
[13] Βλ. Κολιόπουλος, Ιωάννης Σ.: «Λεηλασία φρονημάτων» Β΄ έκδοση, Πρόλογος σελ. ix-x, «Βάνιας» Θεσσαλονίκη 1995.
[14] Βλ. κείμενο του Καθηγητή ΑΠΘ Σπυρίδωνα Σφέτα με τίτλο «Πώς κατασκευάστηκε η γλώσσα των Σκοπίων» εδώ: http://omospondiamakedonon.blogspot.gr/2014/02/blog-post_16.html.
[15] Κωνσταντίνου Χολέβα: «Λανθασμένοι οι όροι Σλαβομακεδονία και Σλαβομακεδόνες» (Περιοδικό ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ Φεβρουάριος 2011) και εδώ: http://ethnologic.blogspot.gr/2011/02/blog-post_19.html.
[16] «Le Figaro» (12-8-2010) και εδώ: http://ethnologic.blogspot.gr/2010/11/blog-post_18.html
[17] Βλ. «Η καταγωγή των Αλβανών και οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες» ό.π. σελ. 305.
[18] Βλ. σχετικό άρθρο με τίτλο «Η νεοταξική εθνοαποδομητική προπαγάνδα και οι πρόθυμοι φορείς της» εδώ: http://ethnologic.blogspot.gr/2014/03/blog-post_16.html.
[19] Βλ. σχετικά με τα κωμικοτραγικά γεγονότα εκείνης της εποχής,  αποκαλυπτικά  σχόλια και πληροφορίες, στο βιβλίο μου «Η καταγωγή των Αλβανών και οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες» ό.π. σελ. 269-272.
[20] Βλ. «Γλωσσική Ετερότητα στην Ελλάδα» - Αρβανίτικα, Βλάχικα, Γλώσσες της μειονότητας της Δ. Θράκης, Σλαβικές διάλεκτοι της Μακεδονίας, σελ. 372, ΚΕΜΟ, «Αλεξάνδρεια» Αθήνα 2001