Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυπολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυπολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

Το λάθος με τη σαρία...


Ανδριανόπουλος Ανδρέας

Η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα που δεν αποτελεί δικό της δημιούργημα. Με την παθητική στάση ελληνικών κυβερνήσεων για 10ετίες ολόκληρες έχει μείνει ανέπαφη η πρόβλεψη της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923 (!) για εφαρμογή της σαρίας στη Θράκη. Η οποία βέβαια έχει καταργηθεί και στην Τουρκία από την εποχή του Κεμάλ κι εφαρμόζεται ο ελβετικός αστικός κώδικας. Μέσα στην ανόητη όμως μεγαλοψυχία ή αδιαφορία μας εμείς έχουμε αδρανήσει, με αποτέλεσμα να είμαστε η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα όπου στο έδαφός της η εφαρμογή της σαρίας (ισλαμικός ιερός νόμος) να είναι υποχρεωτική!

Μοναχά την άνοιξη του 2004 έγινε μια προσπάθεια, με μια πρόταση νόμου δική μου και του Στέφανου Μάνου, με συνυπογραφή του τότε Συνασπισμού του Φώτη Κουβέλη, να επιτρέπεται σε έλληνες μουσουλμάνους η επιλογή του ελληνικού αστικού δικαίου για τις οικογενειακές και οικονομικές τους διαφορές. Που όμως απερρίφθη άμεσα από την τότε κυβέρνηση της ΝΔ, αλλά κι από την τότε αξιωματική αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ! Το αποτέλεσμα είναι Έλληνες πολίτες να εξακολουθούν να ζουν κάτω από ένα θεοκρατικό και σκοταδιστικό καθεστώς, δίχως τη δυνατότητα προστασίας από την εθνική έννομη τάξη.
Ο κόμπος όμως τώρα έχει φθάσει στο χτένι. 
Με την προσφυγή μιας ελληνίδας μουσουλμάνας στο Διεθνές Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατά απόφασης του Αρείου Πάγου, που επιβεβαιώνει την ισχύ της σαρίας ως παράλληλου δικαίου στην Ελλάδα (!), κινδυνεύει η χώρα να καταδικασθεί πως εφαρμόζει δύο νομικά καθεστώτα στην επικράτειά της. Τι καλύτερη ευκαιρία για την κυβέρνηση, με την απόλυτη κάλυψη της Ευρώπης μάλιστα και την Τουρκία ουσιαστικά αδύναμη να υψώσει φωνή διαμαρτυρίας, για την κατάργηση του σκοταδιστικού αυτού καθεστώτος;

Η κυβέρνηση φαίνεται να επιλέγει τον δρόμο του συμβιβασμού κι ορίζει την προαιρετικότητα της σαρίας για τους Έλληνες πολίτες. Αυτό όμως ουσιαστικά νομιμοποιεί την εφαρμογή δύο δικαίων στην ελληνική επικράτεια και είναι άγνωστο πώς θα εμποδίζονται και χριστιανοί, το επίσημο μέχρι τώρα θρήσκευμα, να επιλέγουν τις περίεργες ρυθμίσεις της σαρίας για τις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Παράλληλα, ανοίγει η όρεξη σε μουσουλμάνους μετανάστες να καταφεύγουν στον ισλαμικό νόμο για ζητήματα που αφορούν τη συμπεριφορά και τις τύχες τις δικές τους και των κοινοτήτων τους. 
«Η ευρωπαϊκή χώρα που εφαρμόζει τη σαρία» θα γίνει πρώτο θέμα στον διεθνή Τύπο και θα συμβάλει σε ακόμα μεγαλύτερη υπονόμευση της διεθνούς μας εικόνας και της κρατικής μας αξιοπιστίας.
Οφείλουν όλοι να δουν το θέμα με προσοχή, να λάβουν υπόψη μια σειρά από σημαντικούς τοπικούς και διεθνείς παράγοντες και να πάρουν αποφάσεις όχι για το σήμερα – αύριο, αλλά για το μέλλον!



Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2017

Κατασκευαστές τεχνητών εθνοτήτων


Κατασκευαστές τεχνητών εθνοτήτων
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης


Η κατασκευή τεχνητών εθνοτήτων στους νεώτερους χρόνους υπήρξε βασικό εργαλείο γεωπολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων για την αποδυνάμωση των αντιπάλων τους. Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί η πολιτική της μεγάλης Πολωνίας (Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία) του 15ου - 17ου αιώνα, που κατείχε στα ανατολικά (σημερινή Ουκρανία και Λευκορωσία)* τεράστιες εκτάσεις με ρωσσικούς πληθυσμούς, τους οποίους επιχείρησε μεθοδικά να αφομοιώσει. Το σοβαρό πρόβλημα που υπήρχε ήταν ότι αυτοί οι Ορθόδοξοι πληθυσμοί αντιμετώπιζαν με καχυποψία τους Καθολικούς Πολωνούς κατακτητές. Η λύση στο πρόβλημα αυτό αναζητήθηκε με τον προσηλυτισμό στην Ουνία** και την αντιμετώπιση του πληθυσμού π.χ. ως Ουκρανών και όχι ως Ρώσσων. Επί πλέον ανάλογες προσπάθειες έγιναν και στο γλωσσικό: Οι υπαρκτές διαλεκτικές διαφορές μεταξύ της ρωσσικής γλώσσας και της ουκρανικής διαλέκτου μεγεθύνθηκαν, δημιουργήθηκε ξεχωριστό ουκρανικό κυριλλικό αλφάβητο, ενώ καλλιεργήθηκε βαθμιαία ουκρανική εθνική συνείδηση. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: Προέκυψε το ουκρανικό "έθνος".          
Κάτι ανάλογο συνέβη και με την περίπτωση της Αυστρίας. Σύμφωνα με την Συνθήκη του Αγίου Γερμανού ή Συνθήκη του Σαιν-Ζερμάν-αν-Λαι (γαλλ. Saint-Germain-en-Laye) που υπογράφτηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1919 μεταξύ των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της νεοδημιουργηθείσης «Αυστριακής Δημοκρατίας», του αυστριακού τμήματος της διαλυθείσας Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας, απαγορεύθηκε στην Αυστρία να ενωθεί με τη Γερμανία πολιτικά ή οικονομικά χωρίς την έγκριση της «Κοινωνίας των Εθνών». Σύμφωνα με αυτό τον όρο, η αρχική ονομασία του νέου κράτους «Γερμανική Αυστρία» (Deutschösterreich) μετατράπηκε σε «Αυστρία». Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι πολιτικές για την δημιουργία αυστριακής εθνικής ταυτότητας, διαφορετικής από την γερμανική, συνεχίσθηκαν με κάθε μέσο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια εργασία (1999) του Πανεπιστημίου της Βιέννης, στην οποία οι ερευνητές μεταφέρουν τις εμπειρίες τους από την μελέτη τους («Αναλυτική διερεύνηση της κατασκευής εθνικών ταυτοτήτων»)*** για το αυστριακό Έθνος (Austrian nationsic!) και δίνουν οδηγίες και συμβουλές για το πώς μπορεί να κατασκευαστεί κατά το δυνατόν πιο ανώδυνα και αποτελεσματικά μια εθνική ταυτότητα με την χρήση κατάλληλων (πολιτικών) στρατηγικών και γλωσσικών εργαλείων!
____________________________

(*) Η λέξη Ουκρανία (ουκραν.  Україна – Ουκραΐνα, ρωσ. Украина) είναι απλό τοπωνύμιο και σημαίνει κυριολεκτικά «στην άκρη» δηλ. παραμεθόρια περιοχή και αργότερα υπήρξε ονομασία ολόκληρης της χώρας.
(**) Υπενθυμίζουμε ότι ο όρος Ουνία (Unia) χρησιμοποιήθηκε γιά πρώτη φορά στην Πολωνία (1596), όπου οι Ιησουΐτες συνέλαβαν και εφήρμοσαν σχέδιο γιά την υπαγωγή των Ορθοδόξων στην Καθολική Εκκλησία. Οι Ουνίτες ακολουθούν το τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας με όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, αλλά αναγνωρίζουν ως κεφαλή της Εκκλησίας τους τον Πάπα της Ρώμης.
(***) Βλ. Rudolf de Cillia, Martin Reisigland and Ruth Wodak, «The discursive construction of national identities» εδώ: http://das.sagepub.com/content/10/2/149



Ακόμη πιο πρόσφατα, είναι γνωστές οι μεθοδεύσεις για την κατασκευή ξεχωριστής εθνότητας από την σερβική στο Μαυροβούνιο, αλλά για την κατασκευή «μακεδονικής» εθνότητας στα Σκόπια.

Μια ακόμη χαρακτηριστική περίπτωση επιχείρησης κατασκευής τεχνητής εθνότητας είναι και η περίπτωση της Λευκορωσίας (Belarus). 

Με το θέμα έχει ασχοληθεί η Ναταλία Λεστσένκο (Natalia Leshchenko), η οποία εργάζεται στο «Ινστιτούτο για τις Ιδεολογίες του Κράτους» [Institute for State Ideologies (INSTID)]. Είναι συγγραφέας του ενδιαφέροντος άρθρου (λόγω της επιχειρηματολογίας που αναπτύσσει) με τίτλο: «Λευκορώσοι: σε ανάγκη για ένα έθνος» (Belarusians: in need of a nation, 8 December 2010), που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα «openDemocracy» 
η οποία χρηματοδοτείται από τον Τζ. Σόρος. Όπως γίνεται αντιληπτό, το άρθρο αποκαλύπτει τις λογικές και τα επιχειρήματα των «κατασκευαστών εθνοτήτων».


Αποσπάσματα από το άρθρο ακολουθούν:
«Ο ανταγωνισμός μεταξύ των αντιτιθέμενων «σοβιετικών» και «ευρωπαϊκών» προσεγγίσεων τροφοδοτεί την αδιέξοδη αντιπαλότητα για την ρευστή εθνική ταυτότητα της Λευκορωσίας. Είναι καιρός να αντιστρέψουμε το ερώτημα και να επισημάνουμε τι κοινό διαθέτουν οι Λευκορώσοι.
Μεγάλο μέρος από τις συζητήσεις για την Λευκορωσία επικεντρώνονται στον ανατγωνισμό ανάμεσα στην «σοβιετική» αντίληψη περί έθνους που αναπτύχθηκε από την αυταρχική διακυβέρνηση και την «ευρωπαϊκή» αντίληψη της δημοκρατικής αντιπολίτευσης.
[…]
Το μόνιμο ερώτημα για αυτούς που επιθυμούν να κυβερνήσουν αυτήν την χώρα, είναι εάν έχουν την ικανότητα να καθορίσουν μια κοινωνικώς αποδεκτή ιδέα για την εθνική ταυτότητα που θα μπορέσει να ενώσει τους Λευκορώσους, δίνοντάς τους αίσθηση σκοπού και κατεύθυνσης και να προωθήσει την ανάπτυξη της χώρας. Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό κάθε τέτοια προοπτική να στηρίζεται στην τωρινή εμπειρία, παρά σε Ιστορικές ενοράσεις ή ερμηνείες.
[…]
Ούτε Ευρωπαίοι, ούτε Σοβιετικοί
Η ευρύτατα διαδεδομένη εικόνα της Λευκορωσίας ως κοινωνίας στην οποία οι οξείες πολιτικές αντιπαραθέσεις έχουν τις ρίζες τους στις αντιτιθέμενες απόψεις για την εθνική ταυτότητα (φιλελεύθερη ευρωπαϊκή σε αντίθεση με την κολλεκτιβιστική σοβιετική) δεν είναι εντελώς αποδεκτή. Οι αφοσιωμένοι υποστηρικτές τόσο της κυβέρνησης όσο και της αντιπολίτευσης στην Λευκορωσία είναι ελάχιστοι σε σχέση με εκείνους που προτιμούν να προσαρμόσουν τις ζωές τους στις υπάρχουσες πολιτικές συγκυρίες παρά να προσπαθήσουν να τις επηρεάσουν. (Ένα δημοφιλές ανέκδοτο στο Μινσκ λέγει ότι οι προεκλογικές δαπάνες θα έπιαναν τόπο εάν αυτά τα χρήματα τα δαπανούσαν για την επιδότηση της θέρμανσης στην χειμερινή περίοδο).
[…]
Παρά την ύπαρξη στην χώρα όχι μιας, αλλά δύο θεωρήσεων για το έθνος, η Λευκορωσική εθνική ταυτότητα παραμένει ασαφώς προσδιορισμένη. Η επίσημη ιδεολογική θεώρηση επικεντρώνεται κυρίως στο κράτος παρά στο έθνος, ενώ η θεώρηση της αντιπολίτευσης είναι τόσο επηρεασμένη από την Ιστορία με αποτέλεσμα να είναι άσχετη με την σημερινή πραγματικότητα. Ανάμεσα και πέρα από αυτές τις παρατάξεις, η φύση του πραγματικού, υπαρκτού έθνους παραμένει αγνοημένη και η ευκρίνεια για τον πραγματικό του χαρακτήρα ασαφής.  
Η επίσημη ιδεολογία που προωθήθηκε από την κυβέρνηση από το 2003 είναι ένα εργαλείο, μάλλον για την συγκρότηση κράτους παρά έθνους.****
(Η κυβέρνηση) καθορίζει και προωθεί κρατικά σύμβολα και ενδιαφέροντα, ενώ διατηρεί δημόσιες τελετουργίες, οι οποίες είναι πολιτικές και όχι εθνικές σε χαρακτήρα. Αυτές είναι βεβαίως αποτελεσματικές για να προσελκύσουν τον πληθυσμό να συμπαραταχθεί πίσω από το λευκορωσικό κράτος, όπως επιβεβαιώνεται από τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων, σύμφωνα με τα οποία οι Λευκορώσοι είναι ενθουσιώδεις ως προς την διατήρηση της ανεξαρτησίας τους.
Η κυβέρνηση και οι επίσημοι ιδεολόγοι της εντούτοις, αγωνίζονται σε σχέση με την εθνική ταυτότητα και ελάχιστα αναφέρονται στα διακριτά χαρακτηριστικά των Λευκορώσων ως Έθνος. Οι στίχοι του εθνικού ύμνου αρχίζουν με την δήλωση ότι αυτοί είναι «ένας φιλειρηνικός λαός», ενώ τα ιδεολογικώς καθοδηγούμενα σχολικά βιβλία και οι επίσημες ομιλίες περιορίζονται να σταχυολογούν και να προβάλλουν διάφορες ιδιότητες όπως το συλλογικό πνεύμα, η προκοπή και η φιλοξενία. Αυτά όμως δεν επαρκούν για μια συνεκτική ή συναρπαστική εθνική εικόνα που θα μπορούσε να πείσει τους Λευκορώσους (πολύ λιγότερο να ενθουσιάσει τους ξένους εταίρους).
Το (άλλο) στρατόπεδο που διεκδικεί την ιδιοκτησία της λευκορωσικής ιστορικής κληρονομιάς και του εθνικού πυρήνα, δεν υπήρξε περισσότερο αποτελεσματικό στο να εμφυσήσει στους Λευκορώσους ένα αίσθημα ταυτότητας. Οι πολιτικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης υποστηρίζουν την Λευκορωσία ως ευρωπαϊκό έθνος, τονίζοντας τους στενούς δεσμούς με την Ευρώπη κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Πραγματικά, αυτοί οι δεσμοί υπήρξαν ποικίλοι και πλούσιοι, αλλά διαμορφώθηκαν σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό και κοινωνιο-οικονομικό περιβάλλον και δεν γίνονται αντιληπτοί από τις καθημερινές εμπειρίες των Λεκορώσων σήμερα.
Η Λευκορωσία δεν μπορεί ως εκ τούτου να καυχιέται για επιτεύγματα παρόμοια με το προκάτοχο κράτος του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας των όψιμων μεσαιωνικών χρόνων, το οποίο υπήρξε πρωτοπόρο στην νομοθετική ανάπτυξη της Ευρώπης ή επέδειξε μεγάλη ανταπόκριση στις πολιτισμικές ευρωπαϊκές τάσεις.

_________________________________

(****) Η επισήμανση είναι δική μας. Με αυτήν την εξόχως αποκαλυπτική πρόταση η συγγραφέας αποδέχεται ότι δεν υπάρχει κάποιο λευκορωσικό Έθνος και ουσιαστικά διαμαρτύρεται διότι οι κυβερνώντες ασχολήθηκαν με την οργάνωση του κράτους και όχι με την κατασκευή μιας λευκορωσικής εθνότητας!


Αυτές οι διεκδικήσεις της αντιπολίτευσης για την ευρωπαϊκότητα της Λευκορωσίας αποτελούν μάλλον μια πολιτική φιλοδοξία και μια δήλωση προσκόλλησης στις δημοκρατικές αξίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αλλά να αναμένει ότι οι σύγχρονοι Λευκορώσοι θα εναγκαλιστούν τα ευρωπαϊκά δεδομένα αποκλειστικά και μόνον διότι ο λαός που ζούσε κατά προσέγγιση στην ίδια περιοχή πριν από πέντε αιώνες έκανε κάτι τέτοιο είναι ελάχιστα πιθανό.
Υπάρχει και ένα επί πλέον πρόβλημα: Το ότι οι φιλελεύθερες αξίες για την ακρίβεια, υπερβαίνουν (και ως εκ τούτου αψηφούν) τα εθνικά σύνορα. Η λευκορωσική αντιπολίτευση επιχειρεί να το επιλύσει παρουσιάζοντας αυτές ως εθνικές αξίες και διεκδικώντας αυτές με την προβολή της λευκορωσικής γλώσσας, την οποία οι περισσότεροι κάτοικοι αγωνίζονται να μιλήσουν. Το εθνικό αφήγημα της αντιπολίτευσης προτείνει στον λαό να είναι υπερήφανος και να ανήκει σε κάτι που προφανώς δεν αποτελεί τμήμα της καθημερινότητάς του. Υπό το πρίσμα αυτής της σύγκρουσης δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η αντιπολίτευση βρίσκει ελάχιστους υποστηρικτές και επί πλέον ό,τι υποστηρίζει κινείται σε πολιτικό έδαφος. Το αποτέλεσμα είναι ότι, όπως ανλύει σε σχετικό άρθρο του ο Βρετανός δημοσιογράφος Σαμ Νάιτ στην εφημερίδα THE TIMES, οι Λευκορώσοι είναι λαός κουρασμένος από το παρελθόν του και οι οποίοι έχουν υπερβολική γνώση για την Ιστορία τους, αλλά ελάχιστη κατανόηση για το παρόν. Χωρίς κοινή εθνική ταυτότητα, οι Λευκορώσοι ανήκουν μάλλον σε ένα κράτος παρά σε ένα έθνος – και νοιώθουν άβολα με αυτήν την κατάσταση.  
Μια πρόσφατη μελέτη ποιοτικών χαρακτηριστικών που διεξήχθη από το «Ινστιτούτο για τις Ιδεολογίες του Κράτους» (INSTID) επιβεβαιώνει αυτήν την πραγματικότητα. Όταν ο λαός ερωτάται για την εθνική του ταυτότητα, οι αντιδράσεις είναι διδακτικές: «-Είμαι Λευκορώσος, και λοιπόν; Έχεις πρόβλημα με αυτό;», είναι μια χαρακτηριστικά αμυντική απάντηση, που την ακούμε συχνά.
«-Η Λευκορωσία είναι το σπίτι μου, αλλά δεν είμαι σαν τους άλλους Λευκορώσους. Διαφέρω πραγματικά σε πολλά με αυτούς». Αυτός ο αυτοπροσδιορισμός με τον οποίον κάποιος παίρνει αποστάσεις από τους ομοεθνείς του (είναι αποκαλυπτική η περιγραφή τους ως «αυτοί»), ακούγεται επίσης συχνά. Υπάρχει ακόμα και η σχεδόν αυτόματη απάντηση, η οποία αναφέρεται στην «ανεκτικότητα», αν και συχνά αναμιγνύεται με κυνισμό και ειρωνεία – με κάτι ελάχιστο να ακολουθεί.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ερωτώμενοι εύκολα παινεύουν την χώρα και τις φυσικές ομορφιές της, χαρακτηρίζοντας αυτή ως το σπίτι τους, αλλά σε σχέση με το έθνος υπάρχει μια αίσθηση ενόχλησης και αμφιβολίας, που χειροτερεύει από την απουσία ευρείας διεθνούς αναγνώρισης της χώρας. Το «εθνικό κενό» στην Λευκορωσία είναι σχεδόν χειροπιαστή και προφανώς οδυνηρή.

Εμείς, οι Λευκορώσοι…
Μετά από δύο δεκαετίες ανεξαρτησίας (Σημ. ΔΕΕ: Κοντεύουν ήδη να συμπληρωθούν τρεις δεκαετίες) και με ένα σταθερό και λειτουργικό κράτος, οι Λευκορώσοι έχουν φτάσει στο σημείο όπου χρειάζονται μια κοινή, διεθνώς αποδεκτή, γνήσια και ικανοποιητική κατανόηση του εαυτού τους ως έθνος και ένα κοινό όραμα των στόχων και των προτεραιοτήτων ανάπτυξης.
Η αναζήτηση εθνικής ψυχής ήδη εξαπλώνεται πέρα από τους διαχωρισμούς των πολιτικών παρατάξεων, αλλά τα αποτελέσματα δεν έχουν ακόμη αναγνωριστεί. Η αναζήτηση της λευκορωσικής ταυτότητας προέρχεται από διαφορετικά μέρη, αλλά είναι αμετάβλητα ριζωμένη σε μια προσέγγιση που στηρίζεται σε γεγονότα. Τα πρακτορεία ειδήσεων και οι πηγές ενημέρωσης διεξάγουν διαγωνισμούς για την καλύτερη παρουσίαση ή αφήγηση για την Λευκορωσία και ένα διαδικτυακό μέσο πρόσφατα καθιέρωσε μια στήλη με συνεντεύξεις επιφανών ατόμων για το τι σημαίνει γι’ αυτούς να είναι Λευκορώσοι. Μια δωδεκάδα εμπορικών επιχειρήσεων από των χώρο κυρίως των δημοσίων σχέσεων και του μάρκετιγκ, άρχισαν να διεξάγουν δημοσκοπήσεις πάνω σε εθνικά χαρακτηριστικά με στόχο να δημιουργήσουν ένα εθνικό λευκορωσικό «σήμα», ενώ το Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων ίδρυσε μια ομάδα εργασίας για την βελτίωση της εικόνας της Λευκορωσίας στο εξωτερικό.
Αυτές οι προσπάθειες δημιουργούν ένα σώμα επιφανειακών περιγραφών για την Λευκορωσία, οι οποίες είναι προβληματικές για δυό λόγους: Ο πρώτος είναι η ποιότητα των καταγραφών. Ποσοτικές δημοσκοπήσεις γνώμης τύπου μάρκετιγκ σε μια χώρα όπου η εθνικότητα αποτελεί ένα πολιτικά επιβαρυμένο θέμα είναι πιθανό να δημιουργεί «ετοιματζίδικες» απαντήσεις παρά αυθεντικά προϊόντα βαθιάς ενατένισης. Ο δεύτερος λόγος είναι η εφαρμοσιμότητα αυτών των ευρημάτων στο έθνος ως σύνολο: Δεν χρειαζόμαστε ένα ακόμη περιθωριακό ή αιρετικό εθνικό αφήγημα.
Οι προτάσεις για «υλικό εθνικής ταυτότητας» στην Λευκορωσία, ως εκ τούτου, οφείλουν να είναι σχετικές με την σημερινή κοινωνία και εμπειρίες, δηλ. να είναι γνήσιες και γενικώς αποδεκτές. Σε συνθήκες συνειδητού περιορισμού (ή αυτό-περιορισμού) πολλών Λευκορώσων να εκφράσουν τις απόψεις τους, η ιδέα του Καρλ Γκούσταβ Γιούγκ περί «συλλογικού υποσυνειδήτου», παρέχει ένα χρήσιμο και ανανεωτικό εργαλείο διορατικότητας. 
Ο Γιουγκ εισήγαγε την έννοια του αρχετύπου για να επιχειρηματολογήσει ότι η ατομική συμπεριφορά μπορεί να καθοδηγηθεί από υποσυνείδητες δυνάμεις που καθορίζουν τις αντιδράσεις, τις στάσεις και τις κοσμοθεωρήσεις ενός ατόμου. Το αρχέτυπο δεν εκλαμβάνεται ως μια ημι-μυστικιστική καταληψία ούτε το υποσυνείδητο ανήκει στο βασίλειο των βαθέων, σκοτεινών υδάτων. Μάλλον, η ιδέα του αρχετύπου αναζητά να ερμηνεύσει το γεγονός ότι οι άνθρωποι συχνά ενεργούν «αυτόματα» (ανακλαστικά), χωρίς δεύτερη σκέψη ή ενατένιση των πράξεών τους, παρόμοια με ένα αεροπλάνο στον αυτόματο πιλότο. Μια τέτοια κατάσταση είναι γνωστή σε όλους (εκτός ίσως από εκείνες τις λίγες φωτισμένες ψυχές, οι οποίες καταβάλλουν συνειδητές και σκληρές προσπάθειες να παραμείνουν «στο παρόν» διαρκώς).
[…]
Η ομάδα του INSTID έχοντας ως άποψη να είναι δημιουργική, αλλά κριτική στο ζήτημα της λευκορωσικής εθνικής ταυτότητας, διεξήγαγε μια μελέτη του λευκορωσικού εθνικού αρχετύπου. Αυτή ήταν μια μελέτη ποιοτικών χαρακτηριστικών, η οποία περιλάμβανε παρατήρηση, όπως και ακροάσεις και ερωτηματολόγια. Αναλύσαμε μη-προφορικές επικοινωνίες, πρότυπα συμπεριφοράς και αντιδράσεις, απόψεις και στάσεις στις κύριες προκλήσεις της καθημερινής ζωής σε άτομα διαφορετικής ηλικίας, επαγγελμάτων, αντιλήψεων για την ζωή – διερευνώντας ένα υποκείμενο θέμα, μια θεμελιώδη αρχή, η οποία θα μπορούσε να προσδιορίσει έναν κοινό παρονομαστή μεταξύ των κατά τα άλλα διαιρεμένων Λευκορώσων.
Το αποτέλεσμα αυτής της διερεύνησης έδειξε ότι το αρχέτυπο των Λευκορώσων ήταν στον πυρήνα του μητρογονικό. Στηρίζεται σε αρχές μητρογονικά-συνδεδεμένες:, ισότητα, σταθερότητα, διατήρηση, συντηρητισμός, ειρήνη και αρμονία, ενώ απορρίπτει πατρογονικά-συνδεδεμένες αρχές, όπως επιθετικότητα, ριψοκίνδυνες αποφάσεις, συγκρουσιακές στάσεις και συγκινησιακές υπερβολές.
Επί πλέον, το αρχέτυπο είναι δυνατόν να καθοριστεί επακριβέστερα με αυτούς τους όρους ως ούτε καθαρά μητρογονικό, ούτε να αντιστοιχεί σε μια Σειρήνα, μάλλον οι διακριτές συμβολικές ιδιότητες είναι ενσωματωμένες περισσότερο με την έννοια μιας αρχοντικής κυρίας, ακόμα και μιας αυτοκράτειρας ή μιας υπερήφανης νοικοκυράς: Μια ώριμη, σταθερή γυναίκα η οποία διαχειρίζεται ένα νοικοκυριό. Οι κύριες ιδιότητες αυτού του τύπου είναι Επιμέλεια, Αποτελεσματικότητα, Πρακτικότητα, Λιτότητα, αίσθημα φιλοξενίας και υγιής ρεαλισμός.
Τέτοιου είδους ευρήματα δεν υποδηλώνουν ότι οι Λευκορώσοι διακρίνονται από τα άψογα νοικοκυριά (αν και πολλά από αυτά είναι), αλλά μάλλον ότι ως εθνότητα συνδέουν τους εαυτούς τους με τις αρχές, τις αξίες, τις στάσεις  και τις διαθέσεις τους με τρόπους που οι ίδιοι αντιλαμβάνονται ως κοινούς και χαρακτηριστικούς για αυτούς.

Ένας Πρόεδρος για τον αρχετυπικό Λευκορώσο
[…]
Το συμπέρασμα είναι ότι οι φιλόδοξοι πολιτικοί ηγέτες στην Λευκορωσία χρειάζονται να λάβουν υπ΄όψη μια κοινή εθνική ταυτότητα, όχι μόνον απευθυνόμενοι στους ψηφοφόρους, αλλά και για τις μεταγενέστερες εκλογές, καθώς και να αποκτήσουν ένα όραμα για αναπτυξιακές προτεραιότητες της Λευκορωσίας. Η κατανόηση των αρχετυπικών εθνικών τάσεων μπορεί να αποτελέσει την βάση για την χάραξη της οικονομικής-αναπτυξιακής στρατηγικής και τις προτεραιότητες για τις επενδύσεις.
Συνεπώς, προτείνουμε ότι οι βιομηχανίες «συντήρησης» - φροντίδα υγείας, αναψυχής, χρονομέτρησης, ασφαλούς επένδυσης, φυσικών και οργανικών τροφών και υλικών – θα μπορούσαν να είναι πολύ επιτυχείς και συμβουλεύουμε εναντίον δραστηριοτήτων που σχετίζονται με ριψοκίνδυνες επενδύσεις, κατασκευή βαρέων μηχανημάτων ή με πρωτοποριακές (μοντέρνες) τέχνες. Το αρμονικό, φιλειρηνικό και αντι-συγκρουσιακό αρχέτυπο υποδεικνύει επίσης μια εξωτερική πολιτική βασισμένη στην ουδετερότητα και στις ισορροπημένες σχέσεις με όλους τους γείτονες της Λευκορωσίας χωρίς σαφή προτίμηση προς οποιαδήποτε πλευρά.  
Επίγνωση και αναγνώριση της εθνικής ταυτότητας της χώρας είναι επίσης ουσιαστικές για την δημιουργία αυτοσεβασμού και εκτίμησης της εθνικότητάς τους μεταξύ των ιδίων των Λευκορώσων. Αυτό επίσης θα μπορέσει να δώσει τέλος στις επώδυνες συγκρίσεις με τους γείτονες, κοντινούς και μακρινούς και να δημιουργήσει το θεμέλιο για την αξιόπιστη και αρμονική ανάπτυξη του έθνους στο μέλλον.
Μια κοινή εθνική ταυτότητα βρίσκεται στην κορυφή της ημερήσιας διάταξης των Λευκορώσων και όσο νωρίτερα υλοποιηθεί τόσο το καλύτερο για το έθνος.

Στην εστία
Η απάντηση στο ζήτημα του ανταγωνισμού μεταξύ ευρωπαϊκής και σοβιετικής εθνικής ταυτότητας που είχε τεθεί στην αρχή αυτού του άρθρου είναι ότι από τις δύο ουδεμία εξυπηρετεί πραγματικά την ανάγκη των Λευκορώσων για (απόκτηση) εθνικής ταυτότητας με πειστικό τρόπο. [...] 
Πραγματικά, αυτό μετράει ουσιαστικά περισσότερο από την ταυτότητα του νικητή των εκλογών της 19ης Δεκεμβρίου 2010. Και τούτο διότι τελικά πολιτική νομιμοποίηση θα μπορεί να προσδώσει μόνον εκείνος ο ηγέτης που θα παράγει μια συνεκτική, σχετική, αξιόπιστη και συνοπτική ιδέα για το τι είναι οι Λευκορώσοι ως έθνος. Θα βοηθήσει πάντως να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε ως μια γυναίκα υπερήφανη για το σπιτικό της.

Κριτική του άρθρου
Όπως προαναφέρθηκε, το παραπάνω άρθρο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις εξαιρετικά αποκαλυπτικές τοποθετήσεις της «ερευνήτριας» για τις μεθοδεύσεις που εφαρμόζουν οι «κατασκευαστές εθνοτήτων», με τις οποίες επιδιώκονται αφ’ ενός η επίτευξη συγκεκριμένων πολιτικών στόχων βραχυπρόθεσμα και αφ’ ετέρου η σταδιακή οικοδόμηση μακροπρόθεσμων γεωπολιτικών επιδιώξεων.
Υπενθυμίζουμε ότι η Λευκορωσία αποτελούσε μια περιοχή, κατοικούμενη από ορθόδοξους στην πλειονότητα πληθυσμούς στενά συγγενείς με τους Ρώσσους, τα εδάφη της οποίας διεκδικούσαν τόσο η Καθολική Πολωνία, όσο και η ορθόδοξη τσαρική Ρωσσία. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα εδάφη της Λευκορωσίας διαμοιράσθηκαν μεταξύ της ανασυσταθείσης ως ανεξάρτητο κράτος Πολωνίας και της Σοβιετικής πλέον Ρωσσίας, η οποία δημιούργησε την «Λευκορωσική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία» (Byelorussian Soviet Socialist Republic), ως συστατικό τμήμα της «Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών» (ΕΣΣΔ). Μετά την λήξη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, η ΕΣΣΔ απέσπασε από την Πολωνία τα λευκορωσικά εδάφη, τα οποία προσάρτησε στην Σοβιετική Λευκορωσία.
Με την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας στις 27 Ιουλίου 1990 η Λευκορωσία κηρύχθηκε ανεξάρτητη και στις 8 Δεκεμβρίου 1991 η ανεξαρτησία της (όπως και της Ουκρανίας) αναγνωρίσθηκε επισήμως από την Ρωσσία, στην Συνθήκη που υπέγραψαν οι τρεις ηγέτες.
Στις προεδρικές εκλογές του 1994, ο παντελώς άγνωστος μέχρι τότε Αλέξανδρος Λουκασένκο ψηφίσθηκε (με 80% στον β΄γύρο) ως πρώτος Πρόεδρος της ανεξάρτητης πλέον Λευκορωσίας, κερδίζοντας και τις εκλογές του 2001, του 2006, του 2010 και του 2015 κυβερνώντας την χώρα με σιδηρά πυγμή.
Έχοντας υπ’ όψη τα παραπάνω γίνεται εύκολα αντιληπτό το γεγονός γιατί στην Λευκορωσία δεν αποτολμήθηκε κάποια «πορτοκαλί επανάσταση» τύπου Ουκρανίας και η απόσπασή της από την ρωσική επιρροή επιχειρείται σε πρώτη φάση στην ουδετεροποίησή της, όπως προτείνει και το παραπάνω άρθρο.
Όπως διαπιστώνεται από τα σημεία που επισημάναμε με έντονα γράμματα, ακόμη και η ίδια η συγγραφέας του άρθρου παραδέχεται ότι δεν υπάρχει «λευκορωσική εθνική συνείδηση» στον ανομοιογενή ούτως ή άλλως πληθυσμό, ο οποίος είναι ικανοποιημένος ως πολίτης μιας ανεξάρτητης από την Ρωσσία χώρας. Οι προσπάθειες επομένως των «κατασκευαστών εθνοτήτων» είναι:
α. Να δημιουργηθεί έστω μια ρευστή και ασαφής «εθνική ταυτότητα», η οποία θα καλλιεργήσει την διαφορετικότητα και βαθμιαία την αντιπαλότητα με την Ρωσσία.
β. Ως κίνητρο προβάλλεται η οικονομική ανάπτυξη της χώρας, για την οποία απαραίτητη προϋπόθεση θεωρείται η ύπαρξη εθνικής ταυτότητας, μια πρωτόγνωρη και περίεργη θεωρία που συνδέει δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα
γ. Ανασύρεται από τα αζήτητα η αμφιλεγόμενη θεωρία περί αρχετύπων του σημαντικού Ελβετού Ψυχολόγου Καρλ-Γκούσταβ Γιούγκ, η οποία μάλιστα είχε κατηγορηθεί ότι υποκινεί φυλετικές απόψεις και συμβαδίζει με ορισμένες ναζιστικές θεωρήσεις.
δ. Γίνονται «έρευνες» και δημοσκοπήσεις με βάση τις «κακόφημες» αρχετυπικές προσεγγίσεις (προφανώς στην λογική «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα») και οι οποίες έδειξαν «ότι το αρχέτυπο των Λευκορώσων ήταν στον πυρήνα του «μητρογονικό»!
ε. Στηριζόμενοι στα «ευρήματα» αυτά, οι ερευνητές του χρηματοδοτούμενου από τον Σόρος Ινστιτούτου, προτείνουν ένα μοντέλο ανάπτυξης με επενδύσεις στις «βιομηχανίες “συντήρησης” δηλ. φροντίδας υγείας, αναψυχής, χρονομέτρησης, ασφαλούς επένδυσης, φυσικές και οργανικές τροφές και υλικά», που όπως ισχυρίζονται «θα μπορούσαν να είναι πολύ επιτυχείς», ενώ αντίθετα συμβουλεύουν εναντίον «ριψοκίνδυνων επενδύσεων, κατασκευής βαρέων μηχανημάτων ή πρωτοποριακές (μοντέρνες) τέχνες». Με άλλα λόγια επιχειρείται να μετατραπεί η Λευκορωσία σε μια χώρα Λωτοφάγων και «φρόνιμων» πολιτών, με βάση το …μητρογονικό αρχέτυπο, που απαιτεί «ισότητα, σταθερότητα, διατήρηση, συντηρητισμό, ειρήνη και αρμονία»!
στ. Τέλος, φθάνουμε στην «ταμπακιέρα», δηλ. τι ακριβώς επιδιώκουν οι κατασκευαστές εθνοτήτων: «Το αρμονικό, φιλειρηνικό και αντι-συγκρουσιακό αρχέτυπο υποδεικνύει επίσης μια εξωτερική πολιτική βασισμένη στην ουδετερότητα και στις ισορροπημένες σχέσεις με όλους τους γείτονες της Λευκορωσίας χωρίς σαφή προτίμηση προς οποιαδήποτε πλευρά».
   Κλείνοντας, θα πρέπει να αναφερθεί ότι εκείνη την κρίσιμη περίοδο πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2010 στην Λευκορωσία, υπήρχε ένας καταιγισμός από άρθρα ξένων, αλλά και εγχώριων «αναλυτών», με κεντρικό θέμα την «εθνική ταυτότητα».
Δυστυχώς για τους «κατασκευαστές», η προσπάθειά τους απέτυχε παταγωδώς, όπως και η «αραβική άνοιξη». Ίσως κάποιοι λαοί αρχίζουν να ξυπνούν...

ΔΕΕ

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

Το τέλος του φόβου και το ξέσπασμα της «σιωπηλής πλειοψηφίας»

Ποιος το περίμενε ότι από τον Απρίλιο του 2016, που συναντήθηκαν οι πέντε ηγέτες, ότι μετά από 7 μήνες,  μόνο η Άγγελα Μέρκελ θα επιζήσει πολιτικά  και θα ηγηθεί των δυνάμεων της παγκοσμιοποίησης στη Δύση το 2017. (και οι γερμανικές εκλογές θα γίνουν το φθινόπωρο του 2017, μ΄ότι μεσολαβήσει στο παγκόσμιο στερέωμα)

Το τέλος του φόβου και το ξέσπασμα 
της «σιωπηλής πλειοψηφίας»

Γράφει ο Γιάννης Μήτσιος
Πολιτικός επιστήμων-διεθνολόγος, 
ΜΑ Παν/μιου Northeastern Βοστώνης

Μα τι στην ευχή γίνεται; αναρωτιούνται σε όλη την Ευρώπη, στην Αμερική αλλά και στον υπόλοιπο πλανήτη, με όλες τις τελευταίες εξελίξεις, που ζούμε και διαβάζουμε οι ελιτ της παγκοσμιοποίησης, και οι σχεδιαστές μιας παγκόσμιας διακυβέρνησης που βάζει πάνω από όλους την οικονομία και την τεχνολογία. Μετά το δημοψήφισμα στην Μεγάλη Βρετανία, λες και άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου και από άκρου σε άκρου σε όλη τη Δύση οι άνεμοι της αλλαγής και της ιστορίας πνέουν δυνατά και παρασύρουν στον πέρασμά τους πολιτικές σαθρές, πολιτικές που είχαν ξεχάσει ότι υπάρχουν λαοί και δημοκρατίες.

Για πρώτη φορά μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος του ψυχρού πολέμου η μονοκρατορία των ΗΠΑ, η παγκοσμιοποίηση και η ιδεολογία της που επεδίωξαν να επιβληθούν με τη δύναμη της οικονομίας, της τεχνολογίας και του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δέχονται ισχυρά πλήγματα άμεσης αμφισβήτησης και ευθείας σύγκρουσης.

Αυτό που παρατηρείται στην Αγγλία, στις ΗΠΑ, στην Ιταλία, στην Αυστρία, στην Ολλανδία, στη Γαλλία, στη Δανία, στην Ουγγαρία και αλλού αλλά και σύντομα στην Ελλάδα είναι ένα ξέσπασμα στην κυριολεξία της «σιωπηλής πλειοψηφίας» των λαών και των κοινωνιών. Μια ειρηνική επανάσταση των λαών και των εθνών ενάντια σε εκείνες τις πολιτικές που τους αγνοούσαν, τους είχαν βάλει στο περιθώριο και που επεδίωκαν να περάσουν τις πολιτικές αυτές με μορφές ιδεολογικής τρομοκρατίας, μέσω των ιδεολογικών εργαλείων προπαγάνδας της παγκοσμιοποίησης.

Οι λαοί πλέον αρχίζουν να συναισθάνονται τη δύναμή τους και να αντιδρούν σηματοδοτώντας την αρχή του τέλους του φόβου που προκαλούσε και προκαλεί ο φασισμός της πολιτικής ορθότητας και των ισχυρών δικτυωμένων, πανίσχυρων μειονοτήτων.

Η ασφάλεια των κοινωνιών, η οικονομική τους κατάσταση, οι ρίζες, το συλλογικό υποσυνείδητο, η θρησκεία, η ιστορία, η πολιτιστική κληρονομιά, τα ήθη, τα έθιμα και οι παραδόσεις, η αυτοεκτίμηση και η αξιοπρέπεια των εθνών, η ταυτότητα, η πατρίδα, η οικογένεια, αποδεικνύονται τελικά πιο ισχυρά και πιο αποτελεσματικά όπλα στη μάχη για το αύριο των κοινωνιών και των σχεδιαστών τους.

Οι βίαιες ανατροπές της καθημερινότητας των πολιτών, η αύξηση των εισοδηματικών ανισοτήτων, η εξαφάνιση της μεσαίας τάξης, η φτωχοποίηση μαζών, η αποεθνικοποίηση της παραγωγής, η ανεξέλεγκτη ροή προσφύγων και λαθρομεταναστών, η στοχευμένη διάλυση του θεσμού της οικογένειας, η θεοποίηση της τεχνολογίας, η επιβολή της ιδεολογίας της μαζικής κουλτούρας και ομοιομορφίας, σε πλανητικό επίπεδο κλπ είναι φαινόμενα που δικαιώνουν, το τέλος του φόβου και τις αντιδράσεις της πλειοψηφίας των κοινωνιών. Η παγκοσμιοποίηση δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει ότι 25 άνθρωποι έχουν σωρεύσει 1 τρις δολάρια και το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού ελέγχει το 99% του παγκόσμιου πλούτου την ώρα που πολυεθνικές πληρώνουν ψίχουλα σε φόρους, σε χώρες με ειδικό φορολογικό καθεστώς.

Πολυεθνικές, χρηματοπιστωτικό σύστημα, διεφθαρμένες ελίτ, ΜΜΕ, σταρ του θεάματος και της ενημέρωσης, στρατευμένοι πολιτικοί με τον ίδιο πολιτικό ξύλινο λόγο σε Ευρώπη και Αμερική βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο με το φόβο των αλλαγών και των νέων δυνάμεων που έρχονται στο προσκήνιο. Η καταστροφολογία που ενέσπειραν τα mainstream media και οι δημοσκοπήσεις κυρίως αλλά και οι συμπεριφορές των πολιτικών, οικονομικών και ακαδημαϊκών ελίτ, με το Brexit, με την εκλογή Τράμπ, με το δημοψήφισμα στην Ιταλία αλλά και σε μας πέρυσι με το δημοψήφισμα, αποδείχθηκαν εργαλεία συγκεκριμένων ομάδων συμφερόντων που δρουν, υπεράνω των λαών, της εθνικής και της λαϊκής κυριαρχίας, υπεράνω στην ουσία της ίδιας της δημοκρατίας. 

Ξαφνικά η ιδεολογική παραδοσιακή μάχη μεταξύ της δεξιάς και της αριστεράς έχει αλλάξει πρωταγωνιστές. Από τη μια οι οπαδοί της ιδεολογίας της παγκοσμιοποίησης και από την άλλη οι οπαδοί της επιστροφής στα έθνη-κράτη. 
Στην πρώτη συναντώνται και συνασπίζονται δυνάμεις του κατεστημένου του πολιτικού και οικονομικού χώρου είτε λέγονται σοσιαλιστές, είτε φιλελεύθεροι, είτε πράσινοι, είτε αριστεροί, μιας και ο διεθνισμός της αριστεράς συμπίπτει με την πολιτική ορθότητα των υπολοίπων και ενσωματώνεται στην παγκοσμιοποίηση.
Στο δεύτερο πόλο είναι όσοι αμφισβητούν δυναμικά την μέχρι τώρα πορεία, είναι οι δυνάμεις της σιωπηλής πλειοψηφίας, που αποκτούν λόγο και φωνή βάζοντας τέρμα στο μέχρι τώρα φόβο, αδιαφορώντας αν τους αποκαλούν εθνικιστές, λαϊκιστές, ακροδεξιούς, πατριώτες, ρατσιστές και όλα τα κοσμητικά επίθετα που η παρούσα ελιτ προσπαθεί να «απομειώσει» και να απαξιώσει με τα ιδεολογικά εργαλεία της σε όσους την αντιπολιτεύονται και την αμφισβητούν.

Οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια που έρχονται είναι κρίσιμα αλλά και ενδιαφέροντα, μιας και παίζεται η νέα τάξη πραγμάτων για τις επόμενες δεκαετίες, ιδιαίτερα και για τη χώρα μας, που στο κοντινό μέλλον θα κριθεί να πάρει θέση με ποιες δυνάμεις του μέλλοντος θα συμπράξει, για να μην βρεθεί στη λάθος μεριά της ιστορίας.

Γιάννης Μήτσιος




Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

Η Δύση, το μεταναστευτικό ρεύμα και το μέλλον


Η Δύση, το μεταναστευτικό ρεύμα 
και το μέλλον

Του Ανδρέα Ανδριανόπουλου

Γίνονται σημαντικές ανακατατάξεις στην πολιτική καρδιά της Δύσης. Στις ΗΠΑ, Βρετανία και πιθανότατες αλλαγές σε Γαλλία, Ιταλία κ.ά. Άξονες αλλαγής είναι: η ριζική καταδίκη της «πολιτικής ορθότητας», η φροντίδα της καρδιάς της κοινωνίας, δηλ. αστικά και μεσο-αστικά στρώματα και γενικά η ταλαιπωρούμενη μεσαία τάξη, κι όχι οι αυτο-αποκαλούμενες «θυματοποιημένες» μειονότητες και η αγνόηση των κραυγών των κάθε είδους κοινωνικών ελίτ.
Σημαντικές μεταβολές σε προσανατολισμούς αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Συνεργασία με Ρωσία, ξεκάθαρες κουβέντες με παραδοσιακούς συμμάχους κι αποσαφήνιση θέσεων τελικής αντιπαράθεσης απέναντι στο μαχητικό Ισλάμ.
Με τη Ρωσία οι καλές προοπτικές είναι η σιωπηρή αναγνώριση μιας ντε φάκτο προσάρτησης της Κριμαίας, η ανάκληση των οικονομικών κυρώσεων εναντίον της, η συμφωνία για ματαίωση κάθε παραπέρα επέκτασης του ΝΑΤΟ και στενότερη συνεργασία στη Συρία και σε ζητήματα ισλαμικής απειλής. Σε ανταπόδοση η Ρωσία θα σταματήσει την ένταση στο Ντονμπάς της Ουκρανίας και θα χαμηλώσει ριζικά τους τόνους στη Βαλτική και γύρω από το Καλίνινγκραντ. Η επιλογή του Στρατηγού Φλιντ για τη θέση του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας και της ανάθεσης στον Χ. Κίσινγκερ μεσολαβητικών ρόλων (σύμφωνα και με πληροφορίες των Financial Times) επιβεβαιώνει τις εκτιμήσεις αυτές.
Με τους συμμάχους της η Αμερική θα δείξει πως δεν είναι «αγαθιάρα» (pushover). Πολλές σκληρές τους κουβέντες θα πρέπει να συνοδεύονται και με βαθύτερο μακροβούτι στα πορτοφόλια τους. Δεν θα συρθούν οι ΗΠΑ σε μικρούς η μεγάλους πολέμους σε απομακρυσμένα μέρη του κόσμου (αυτό ενδεχόμενα να αφορά και την περιοχή μας) αν δεν διακυβεύονται ζωτικά της συμφέροντα. Τέρμα οι ενστάσεις για αντιπαθή καθεστώτα και οι διεθνείς κρίσεις για ατομικά δικαιώματα. Εξίσου και οι διεθνείς αναμίξεις σε ζητήματα μετανάστευσης και ρητορικής για πρόσφυγες, όταν τα ζητήματα αφορούν στην ουσία μετακινήσεις για οικονομικούς λόγους.
Η πολιτική ορθότητα έχει πλέον πλημμυρίσει το ζήτημα της μετανάστευσης. Χώρες όπως η Ελλάδα έχουν αφεθεί στην τύχη τους από όλους, στην οποία την ίδια όμως στιγμή εκ τους ασφαλούς ασκούν κριτική για καταστάσεις και χειρισμούς. Η επικείμενη αλλαγή στο ζήτημα της αντιμετώπισης του μαχητικού Ισλάμ αναπόφευκτα θα έχει συνέπειες –και σοβαρότατες μάλιστα– στο μεταναστευτικό.
Πιθανότατα ο δυτικός κόσμος στη μεγάλη του πλειοψηφία θα αρχίσει να βλέπει την κατακλυσμική ροή εκατοντάδων χιλιάδων –νεαρών κατά βάση – μουσουλμάνων όχι σαν ζήτημα ανθρωπισμού, αλλά γι' αυτό που είναι – μια επιθετική κίνηση ενός νεαρού ακόμη και δυναμικά βίαιου θρησκευτικού δόγματος. Το ίδιο το Κοράνι περιέχει 93 στίχους όπου περιγράφει την επεκτατική «φυγή» (Hijrah) σαν υποχρέωση των μουσουλμάνων σε ανάμνηση της μετακίνησης του Προφήτη από τη Μεντίνα πίσω στη Μέκκα. Ένα γεγονός μάλιστα που σηματοδοτεί την εκκίνηση του ισλαμικού ημερολογίου. Κι αρχίζουν τις βίαιες αναφορές τους το Κοράνι και τα Χαντίντ.
Πολιτικοί ηγέτες στη Δύση που αντιμετωπίζουν τη βία του Ισλάμ καθησυχαστικά, πως αυτό δήθεν «δεν είναι το Ισλάμ», εγκληματούν. Πώς ξέρουν κάτι τέτοιο; Έχουν διαβάσει τη Σαρία; Γνωρίζουν τα Χαντίντ (ισλαμικές παραδόσεις); Το Ισλάμ δεν είναι μια θρησκεία ειρήνης όταν βλέπει ολόκληρο τον μη μουσουλμανικό κόσμο σαν Οίκο του Πολέμου. Σαν αντικείμενο δηλ μελλοντικής βίαιης κατάκτησης. Είναι μια θρησκεία που στην καθημερινή της εκδοχή δέχεται τους ακρωτηριασμούς, τους αποκεφαλισμούς, την περιφρόνηση και τη βία κατά των γυναικών σαν φυσικό ενδεχόμενο. Όταν όλοι σχεδόν οι τρομοκράτες τα τελευταία χρόνια είναι ισλαμιστές, πώς μπορούμε να είμαστε καθησυχαστικοί γι' αυτά που όλοι βλέπουμε; Δεν είναι όλοι οι μουσουλμάνοι τρομοκράτες. Εύκολα όμως παρασύρονται από τις διδασκαλίες μουλάδων που μεταφέρουν μηνύματα ενδημικής βίας του Ισλάμ. Μιας θρησκείας που ευαγγελίζεται την καταπίεση (Ισλάμ σημαίνει «υποταγή») και που είναι και στη θεωρία αλλά και στην πράξη ασύμβατη με τη Δημοκρατία. Οι θεωρητικοί της τζιχάντ επιμένουν πως δεν μπορεί να υπάρξει πιστός μουσουλμάνος που να είναι δημοκράτης.
Είναι αλήθεια πως οι μονοθεϊστές Χριστιανοί και Εβραίοι (άνθρωποι της Βίβλου, όπως αποκαλούνται) γίνονται ανεκτοί. Αλλά σαν υποδεέστεροι (Ντζιμμις) υποταγμένοι στην ανωτερότητα των μουσουλμάνων. Οφείλουν να πληρώνουν φόρους σε αυτούς και να ασκούν δικαιώματα που αυτοί τους έχουν παραχωρήσει κι όπως εκείνοι θέλουν. Στα δικαστήρια η φωνή τους δεν έχει την ίδια αξία με των πιστών και μπορούν να έχουν ναούς (δίχως βέβαια καμπάνες) εφόσον εκείνοι τους το επιτρέπουν. Όλοι οι άλλοι (πολυθεϊστές, κατά το Κοράνι) έχουν δυο μόνο επιλογές: προσηλυτισμός ή θάνατος. Σε αυτούς υπάγονται και οι άλλες, πλην Σουνιτών, εκδοχές του Ισλάμ δηλ. Σιίτες, Αλεβίτες κ.ά. –όπως εξ αλλού και οι κομμουνιστές.
Στην Ελλάδα, ζούμε ζωντανά το πρόβλημα. Άσχετα αν κάτω από την πίεση της πολιτικής ορθότητας επιδιώκουμε να το κρύψουμε. Το θέμα είναι πως οι μουσουλμάνοι δεν ενσωματώνονται ομαλά σε μια κοινωνία. Βλέπουμε τα αποτελέσματα στο Βέλγιο, τη Γαλλία, τη Βρετανία (μεταξύ άλλων, μουσουλμάνος δήμαρχος στο Λονδίνο) και τελευταία στη Σουηδία και τη Γερμανία. Γιατί να ανοίξουμε νέες πληγές και αλλού; Κανείς από όσους φθάνουν στις ακτές μας –ανεξάρτητα από νομικούς τύπους– δεν είναι πρόσφυγας. Αφού δεν κινδυνεύει άμεσα η ζωή του. Αν κάποιες χώρες το βλέπουν διαφορετικά, ας τους παραλάβουν στο έδαφος τους. Πώς γίνεται κατά βάση νεαροί να φεύγουν κινδυνεύοντες. Σχεδόν ποτέ οι ηλικιωμένοι –οι άνω των 40 δηλ. Κι ελάχιστες γυναίκες. Και χιλιάδες παιδιά να μετακινούνται ασυνόδευτα ρισκάροντας τη ζωή τους. Πώς το επιτρέπουν, στο όνομα του Προφήτη πάντα, οι μανάδες τους;
Γιατί οι μεγάλες ροές εντάθηκαν μόνο μετά τα σχετικά κηρύγματα του ηγέτη του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ) Αλ Μπαγκντάντι; Γιατί οι «πρόσφυγες» κινούνται προς τη Δύση κι όχι προς τις εύπορες χώρες της Αραβίας και του Κόλπου; Γιατί διακινδυνεύουν τη ζωή τους στη θάλασσα καταστρέφοντας συνάμα και τα χαρτιά τους και δεν περνούν από τα νόμιμα σημεία εισόδου (η ενδεχόμενα με καθορισμένα πλοία) όπου θα είναι ευκολότατος ο εντοπισμός οικονομικών μεταναστών; Και γιατί εμείς δεν επιλέξαμε ένα (ή και παραπάνω) ουσιαστικά ακατοίκητα νησιά για την εγκατάστασή τους; Που με χρήματα του ΟΗΕ και της Ευρώπης θα μπορούσαν να διαμορφωθούν σε χώρο ικανοποιητικής εγκατάστασης και/η προσωρινής φιλοξενίας; Από τα πράγματα τέτοιες καταστάσεις σαν τις τωρινές δεν είναι δυνατόν να συνεχισθούν. Δεν μπορεί να καταστρέφεται μια χώρα και να διαλύεται ο κοινωνικός της ιστός λόγω γεωπολιτικών αναταράξεων σε άλλες περιοχές η εξαιτίας της φτώχειας που κάπου αλλού κυριαρχεί. Αν κάποιοι άλλοι αισθάνονται φιλάνθρωποι, παραπάνω από εμάς, δεν έχουν παρά να ανοίξουν τα δικά τους σύνορα και να βάλουν το χέρι βαθιά στην τσέπη.
Μια επικείμενη συναντίληψη Ουάσιγκτον - Μόσχας για την αντιμετώπιση του Ισλάμ θα μεταβάλει οπωσδήποτε τα δεδομένα. Η κατάργηση της διάκρισης καλών και κακών ισλαμιστών σε Συρία κυρίως και Ιράκ θα ανατρέψει την κατάσταση. Και πιθανότατα θα υιοθετηθεί γενικότερα η ρωσική «τακτική Γκρόζνυ» για την αντιμετώπιση του ΙΚ. Για πολλούς η τακτική Γκρόζνυ είναι «απάνθρωπη» με πολλές παράπλευρες απώλειες. Σύμφωνα με παλαιότερα δημοσιεύματα του Δυτικού Τύπου, δήθεν ενθαρρύνει τη στρατολόγηση νέων τζιχαντιστών. Μετά όμως την εφαρμογή της σε Νταγκεστάν και Τσετσενία, εμφανίστηκε ξανά ισλαμικό πρόβλημα στην περιοχή;
Η συντριβή του ΙΚ σε συνεργασία Δύσης, Ρωσίας και μουσουλμάνων Σιιτών της περιοχής μαζί και με τους Κούρδους μαχητές Πεσμεργκά θα εξαλείψει τις ρίζες της ακατάπαυστης μεταναστευτικής ροής. Και θα αντιμετωπισθούν και οι παράγοντες (Ουαχαμπις, με στήριγμα στη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και περιοχές άλλες του Κόλπου) που αθώα σήμερα κερδίζουν εκατομμύρια από τη Δύση ενώ την ίδια ώρα απεργάζονται την ολική της καταστροφή.
Οι μετακινούμενοι πλέον μουσουλμάνοι προς την Ευρώπη θα υποχρεωθούν να αποδείξουν πως είναι πράγματι πρόσφυγες και θα πρέπει να αναγκασθούν να αποδεχθούν τις κοινωνικές και ηθικές αξίες των χωρών στις οποίες έρχονται καθώς και τον δικό τους νομικό πολιτισμό. Κανείς δεν τους φέρνει δια της βίας. Όπως και κανείς δεν τους εμποδίζει, αν δεν τους αρέσει, να γυρίσουν πίσω. Πλημμυρίδα παράνομων μετακινήσεων και διαμαρτυρίες στη συνέχεια –όπως και παραβατικές σχετικές συμπεριφορές– πως «δεν περνάνε καλά» ανήκουν στον χώρο της ψυχιατρικής –κι όχι της μεταναστευτικής πολιτικής.
Οι γειτονιές μας δεν θα μετατραπούν σε κέντρα ισλαμικής κατήχησης ούτε και θα διοικούνται από τη Σαρία. Όποιος διαφωνεί ας αναζητήσει τα αγαθά του Ουαχαμπισμου και τις πρακτικές των Σαλαφιστών στον αραβικό κόσμο ή ακόμα και σε περιοχές της Ασίας. Η Ευρώπη του πολιτισμού, της ανοχής, της ελευθερίας και της ανοιχτής κοινωνίας δεν θα βυθισθεί στο σκοτάδι προς χάριν κάποιων φανατικών και των άμυαλων θυμάτων τους. Η εποχή μας τώρα δείχνει να μπαίνει, στον τομέα αυτόν τουλάχιστον, σε ένα κλίμα αισιοδοξίας. Ας κινηθούμε όλοι ώστε να γίνει πραγματικότητα.




Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

ΗΠΑ: το μη χείρον...


ΗΠΑ: το μη χείρον...

Αναδημοσίευση 1 – πηγή: Σ. Μητραλέξης   (αποσπάσματα)
Αν κάτι μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα για τις αμερικανικές εκλογές, αυτό είναι ότι εξελέγη το μη χείρον. Το «μη χείρον» δεν σημαίνει στην περίπτωση αυτή το «βέλτιστον», κάθε άλλο […] Σε κάθε περίπτωση, τα επόμενα τέσσερα χρόνια θα είναι πολύ πιο ασφαλή από ό,τι αν είχε εκλεγεί η Χίλαρι Κλίντον στο ανώτατο αξίωμα της υπερατλαντικής πάλαι ποτέ υπερδύναμης […]
Η Χίλαρι Κλίντον έχει και προεργασία στην πολεμική ισοπέδωση και διακηρυγμένη πρόθεση να την συνεχίσει. Οι ευθύνες της για την Λιβύη, τη γιγάντωση του ISIS, την περαιτέρω την αποσταθεροποίηση της μέσης Ανατολής, την ίδια την εξέλιξη της Κριμαίας και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός είναι καίρια, ενώ η πρόθεσή της να προχωρήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση, κατεξοχήν εμπεδώνοντας ένα (όχι και τόσο «ψυχρό») ψυχροπολεμικό κλίμα με τη Ρωσία, είναι πολλαπλώς διακηρυγμένη […]
Η ακραιοκεντρώα συναίνεση ρίχνει φως στα μη θεμιτά σημεία του αντιπάλου (τα οποία είναι όντως μη θεμιτά) για να αναδείξει την ίδια ως τη μόνη μετριοπαθή εναλλακτική, τη μόνη πραγματική επιλογή διακυβέρνησης δίπλα σε «λαϊκισμούς», δίπλα σε πρωτόγονους αντιπάλους ακρότητας και μισαλλοδοξίας […]
Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η κατηγορία του «λαϊκισμού» όταν εκπορεύεται από το κλιντονικό στρατόπεδο που παρανοϊκά κατηγορούσε τον ανθυποψήφιο για την προεδρία των ΗΠΑ ως… δάκτυλο και πράκτορα της Ρωσίας (ένα πρωτοφανές ψυχροπολεμικό παραλήρημα), καθώς και η κατηγορία της «ακροδεξιάς» όταν εκπορεύεται από την κατ’ εξοχήν πολεμοχαρή υποψήφια πρόεδρο. Το να χάνουν οι λέξεις το νόημά τους είναι ένα από τα κυρίως εργαλεία αυτών των «ευρύτατων συναινέσεων». Τελικά, βλέπουμε πως αυτή η τεχνική αποτυγχάνει: αποτυγχάνει στο ελληνικό δημοψήφισμα, αποτυγχάνει στο Brexit, αποτυγχάνει στις αμερικανικές εκλογές.
(Το γιατί αυτήν τη δυσαρέσκεια την καρπώνονται παντού δυνάμεις στη σκληρή Δεξιά γωνία του πολιτικού φάσματος και όχι, επί παραδείγματι, στην Αριστερά, αυτό είναι κάτι που πρέπει να το βρει η Αριστερά μόνη της.) […]
Αναδημοσίευση 2 – πηγή: Κ. Κουτσουρέλης   (απόσπασμα)
[…] Επί τρεις δεκαετίες οι φιλελεύθερες διεθνείς ελίτ νόμιζαν ότι είχαν αποδεσμευτεί από τους νόμους της ιστορίας. Την παραγωγική παρακμή, τη ραγδαία αποβιομηχάνιση την αποκαλούσαν «οικονομία της γνώσης»· τη διάλυση του κοινωνικού ιστού, «πολυπολιτισμικότητα»·  την υπονόμευση της κρατικής κυριαρχίας και του δημοκρατικού ελέγχου «συμφωνίες απελευθέρωσης του εμπορίου»[…]

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

Το Ισλαμικό Κράτος εκ των έσω


Ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο που δημοσιεύθηκε παλαιότερα και  προέρχεται από τις λεπτομερειακές αποκαλύψεις ενός υψηλόβαθμου στελέχους έγκλειστου σε φυλακή του Ιράκ σε δημοσιογράφο της βρετανικής εφημερίδας Guardian. Για τους αγγλόφωνους αναγνώστες μόνον διότι δεν έχω τον χρόνο να το μεταφράσω. Θα το επιχειρήσω πιθανότατα μόλις μπορέσω.
ΔΕΕ

Isis: the inside story
One of the Islamic State’s senior commanders reveals exclusive details of the terror group’s origins inside an Iraqi prison – right under the noses of their American jailers.
Report by Martin Chulov

In the summer of 2004, a young jihadist in shackles and chains was walked by his captors slowly into the Camp Bucca prison in southern Iraq. He was nervous as two American soldiers led him through three brightly-lit buildings and then a maze of wire corridors, into an open yard, where men with middle-distance stares, wearing brightly-coloured prison uniforms, stood back warily, watching him.
“I knew some of them straight away,” he told me last month. “I had feared Bucca all the way down on the plane. But when I got there, it was much better than I thought. In every way.”
The jihadist, who uses the nom de guerre Abu Ahmed, entered Camp Bucca as a young man a decade ago, and is now a senior official within Islamic State (Isis) – having risen through its ranks with many of the men who served time alongside him in prison. Like him, the other detainees had been snatched by US soldiers from Iraq’s towns and cities and flown to a place that had already become infamous: a foreboding desert fortress that would shape the legacy of the US presence in Iraq.
The other prisoners did not take long to warm to him, Abu Ahmed recalled. They had also been terrified of Bucca, but quickly realised that far from their worst fears, the US-run prison provided an extraordinary opportunity. “We could never have all got together like this in Baghdad, or anywhere else,” he told me. “It would have been impossibly dangerous. Here, we were not only safe, but we were only a few hundred metres away from the entire al-Qaida leadership.”
It was at Camp Bucca that Abu Ahmed first met Abu Bakr al-Baghdadi, the emir of Isis who is now frequently described as the world’s most dangerous terrorist leader. From the beginning, Abu Ahmed said, others in the camp seemed to defer to him. “Even then, he was Abu Bakr. But none of us knew he would ever end up as leader.”
Abu Ahmed was an essential member of the earliest incarnation of the group. He had been galvanised into militancy as a young man by an American occupation that he and many like him believed was trying to impose a power shift in Iraq, favouring the country’s larger Shia population at the expense of the dominant Sunnis. His early role in what would become Isis led naturally to the senior position he now occupies within a revitalised insurgency that has spilled across the border into Syria. Most of his colleagues regard the crumbling order in the region as a fulfilment of their ambitions in Iraq – which had remained unfinished business, until the war in Syria gave them a new arena.
He agreed to speak publicly after more than two years of discussions, over the course of which he revealed his own past as one of Iraq’s most formidable and connected militants – and shared his deepening worry about Isis and its vision for the region. With Iraq and Syria ablaze, and the Middle East apparently condemned to another generation of upheaval and bloodshed at the hands of his fellow ideologues, Abu Ahmed is having second thoughts. The brutality of Isis is increasingly at odds with his own views, which have mellowed with age as he has come to believe that the teachings of the Qur’an can be interpreted and not read literally.
His misgivings about what the Islamic State has become led him to speak to the Guardian in a series of expansive conversations, which offer unique insight into its enigmatic leader and the nascent days of the terror group – stretching from 2004, when he met Abu Bakr al-Baghdadi in Camp Bucca, to 2011, when the Iraqi insurgency crossed the border into Syria.
At the beginning, back in Bucca, the prisoner who would become the most wanted man in the world had already set himself apart from the other inmates, who saw him as aloof and opaque. But, Abu Ahmed recalled, the jailers had a very different impression of Baghdadi – they saw him as a conciliatory and calming influence in an environment short on certainty, and turned to him to help resolve conflicts among the inmates. “That was part of his act,” Abu Ahmed told me. “I got a feeling from him that he was hiding something inside, a darkness that he did not want to show other people. He was the opposite of other princes who were far easier to deal with. He was remote, far from us all.”

* * *

Baghdadi was born Ibrahim ibn Awwad al-Badri al-Samarrai in 1971, in the Iraqi city of Samarra. He was detained by US forces in Falluja, west of Baghdad, in February 2004, months after he had helped found a militant group, Jeish Ahl al-Sunnah al-Jamaah, which had taken root in the restive Sunni communities around his home city.
“He was caught at his friend’s house,” said Dr Hisham al-Hashimi, an analyst who advises the Iraqi government on Isis. “His friend’s name was Nasif Jasim Nasif. Then he was moved to Bucca. The Americans never knew who they had.” Most of Baghdadi’s fellow prisoners – some 24,000 men, divided into 24 camps – seem to have been equally unaware. The prison was run along strictly hierarchical lines, down to a Teletubbies-like uniform colour scheme which allowed jailers and captives alike to recognise each detainee’s place in the pecking order. “The colour of the clothes we wore reflected our status,” said Abu Ahmed. “If I remember things correctly, red was for people who had done things wrong while in prison, white was a prison chief, green was for a long sentence and yellow and orange were normal.”
When Baghdadi, aged 33, arrived at Bucca, the Sunni-led anti-US insurgency was gathering steam across central and western Iraq. An invasion that had been sold as a war of liberation had become a grinding occupation. Iraq’s Sunnis, disenfranchised by the overthrow of their patron, Saddam Hussein, were taking the fight to US forces – and starting to turn their guns towards the beneficiaries of Hussein’s overthrow, the country’s majority Shia population.
The small militant group that Baghdadi headed was one of dozens that sprouted from a broad Sunni revolt – many of which would soon come together under the flag of al-Qaida in Iraq, and then the Islamic State of Iraq. These were the precursors to the juggernaut now known simply as theIslamic State, which has, under Bagdhadi’s command, overrun much of the west and centre of the country and eastern Syria, and drawn the US military back to a deeply destabilised region less than three years after it left vowing never to return.
But at the time of his stay at Bucca, Baghdadi’s group was little-known, and he was a far less significant figure than the insurgency’s notional leader, the merciless Abu Musab al-Zarqawi, who came to represent the sum of all fears for many in Iraq, Europe and the US. Baghdadi, however, had a unique way to distinguish himself from the other aspiring leaders inside Bucca and outside on Iraq’s savage streets: a pedigree that allowed him to claim direct lineage to the Prophet Muhammad. He had also obtained a PhD in Islamic studies from the Islamic University of Baghdad, and would draw on both to legitimise his unprecedented claim to anoint himself caliph of the Islamic world in July 2014, which realised a sense of destiny evident in the prison yard a decade earlier.
“Baghdadi was a quiet person,” said Abu Ahmed. “He has a charisma. You could feel that he was someone important. But there were others who were more important. I honestly did not think he would get this far.”
Baghdadi also seemed to have a way with his captors. According to Abu Ahmed, and two other men who were jailed at Bucca in 2004, the Americans saw him as a fixer who could solve fractious disputes between competing factions and keep the camp quiet.
“But as time went on, every time there was a problem in the camp, he was at the centre of it,” Abu Ahmed recalled. “He wanted to be the head of the prison – and when I look back now, he was using a policy of conquer and divide to get what he wanted, which was status. And it worked.” By December 2004, Baghdadi was deemed by his jailers to pose no further risk and his release was authorised.
 “He was respected very much by the US army,” Abu Ahmed said. “If he wanted to visit people in another camp he could, but we couldn’t. And all the while, a new strategy, which he was leading, was rising under their noses, and that was to build the Islamic State. If there was no American prison in Iraq, there would be no IS now. Bucca was a factory. It made us all. It built our ideology.”
As Isis has rampaged through the region, it has been led by men who spent time in US detention centres during the American occupation of Iraq – in addition to Bucca, the US also ran Camp Cropper, near Baghdad airport, and, for an ill-fated 18 months early in the war, Abu Ghraib prison on the capital’s western outskirts. Many of those released from these prisons – and indeed, several senior American officers who ran detention operations – have admitted that the prisons had an incendiary effect on the insurgency.
“I went to plenty of meetings where guys would come through and tell us how well it was all going,” said Ali Khedery, a special aide to all US ambassadors who served in Iraq from 2003-11, and to three US military commanders. But eventually even top American officers came to believe they had “actually become radicalising elements. They were counterproductive in many ways. They were being used to plan and organise, to appoint leaders and launch operations.”
Abu Ahmed agreed. “In prison, all of the princes were meeting regularly. We became very close to those we were jailed with. We knew their capabilities. We knew what they could and couldn’t do, how to use them for whatever reason. The most important people in Bucca were those who had been close to Zarqawi. He was recognised in 2004 as being the leader of the jihad.
“We had so much time to sit and plan,” he continued. “It was the perfect environment. We all agreed to get together when we got out. The way to reconnect was easy. We wrote each other’s details on the elastic of our boxer shorts. When we got out, we called. Everyone who was important to me was written on white elastic. I had their phone numbers, their villages. By 2009, many of us were back doing what we did before we were caught. But this time we were doing it better.”
According to Hisham al-Hashimi, the Baghdad-based analyst, the Iraqi government estimates that 17 of the 25 most important Islamic State leaders running the war in Iraq and Syria spent time in US prisons between 2004 and 2011. Some were transferred from American custody to Iraqi prisons, where a series of jailbreaks in the last several years allowed many senior leaders to escape and rejoin the insurgent ranks.
Abu Ghraib was the scene of the biggest – and most damaging – breakout in 2013, with up to 500 inmates, many of them senior jihadists handed over by the departing US military, fleeing in July of that year after the prison was stormed by Islamic State forces, who launched a simultaneous, and equally successful, raid on nearby Taji prison.
Iraq’s government closed Abu Ghraib in April 2014 and it now stands empty, 15 miles from Baghdad’s western outskirts, near the frontline between Isis and Iraq’s security forces, who seem perennially under-prepared as they stare into the heat haze shimmering over the highway that leads towards the badlands of Falluja and Ramadi.
Parts of both cities have become a no-go zone for Iraq’s beleaguered troops, who have been battered and humiliated by Isis, a group of marauders unparalleled in Mesopotamia since the time of the Mongols. When I visited the abandoned prison late this summer, a group of disinterested Iraqi forces sat at a checkpoint on the main road to Baghdad, eating watermelon as the distant rumble of shellfire sounded in the distance. The imposing walls of Abu Ghraib were behind them, and their jihadist enemies were staked out further down the road. The revelation of abuses at Abu Ghraib had a radicalising effect on many Iraqis, who saw the purported civility of American occupation as little improvement on the tyranny of Saddam. While Bucca had few abuse complaints prior to its closure in 2009, it was seen by Iraqis as a potent symbol of an unjust policy, which swept up husbands, fathers, and sons – some of them non-combatants – in regular neighbourhood raids, and sent them away to prison for months or years.
At the time, the US military countered that its detention operations were valid, and that similar practices had been deployed by other forces against insurgencies – such as the British in Northern Ireland, the Israelis in Gaza and the West Bank, and the Syrian and Egyptian regimes.
Even now, five years after the US closed down Bucca, the Pentagon defends the camp as an example of lawful policy for a turbulent time. “During operations in Iraq from 2003 to 2011, US Forces held thousands of Law of War detainees,” said Lt Col Myles B Caggins III, a US Department of Defense spokesman for detainee policy. “These type of detentions are common practice during armed conflict. Detaining potentially dangerous people is the legal and humane method of providing security and stability for civilian populations.”

* * *

Some time after Baghdadi was released from Bucca, Abu Ahmed was also freed. After being flown to Baghdad airport, he was picked up by men he had met in Bucca. They took him to a home in the west of the capital, where he immediately rejoined the jihad, which had transformed from a fight against an occupying army into a vicious and unrestrained war against Iraqi Shia.
Death squads were by then roaming Baghdad and much of central Iraq, killing members of opposite sects with routine savagery and exiling residents from neighbourhoods they dominated. The capital had quickly become a very different place to the city Abu Ahmed had left a year earlier. But with the help of new arrivals at Bucca, those inside the prison had been able to monitor every new development in the unfolding sectarian war. Abu Ahmed knew the environment he was returning to. And his camp commanders had plans for him.
The first thing he did when he was safe in west Baghdad was to undress, then carefully take a pair of scissors to his underwear. “I cut the fabric from my boxers and all the numbers were there. We reconnected. And we got to work.” Across Iraq, other ex-inmates were doing the same. “It really was that simple,” Abu Ahmed said, smiling for the first time in our conversation as he recalled how his captors had been outwitted. “Boxers helped us win the war.”
Zarqawi wanted a 9/11 moment to escalate the conflict – something that would take the fight to the heart of the enemy, Abu Ahmed recalled. In Iraq, that meant one of two targets – a seat of Shia power or, even better, a defining religious symbol. In February 2006, and again two months later, Zarqawi’s bombers destroyed the Imam al-Askari shrine in Samarra, north of Baghdad. The sectarian war was fully ignited and Zarqawi’s ambitions realised.
Asked about the merits of this violent provocation, Abu Ahmed paused for the first time in our many conversations. “There was a reason for opening this war,” he said. “It was not because they are Shia, but because the Shia were pushing for it. The American army was facilitating the takeover of Iraq and giving the country to them. They were in cooperation with each other.”
He then reflected on the man who gave the orders. “Zarqawi was very smart. He was the best strategist that the Islamic State has had. Abu Omar [al-Baghdadi] was ruthless,” Abu Ahmed said, referring to Zarqawi’s successor, who was killed in a US-led raid in April 2010. “And Abu Bakr is the most bloodthirsty of all.
“After Zarqawi was killed, the people who liked killing even more than him became very important in the organisation. Their understanding of sharia and of humanity was very cheap. They don’t understand the Tawheed (the Qur’anic concept of God’s oneness) the way it was meant to be understood. The Tawheed should not have been forced by war.”
Despite reservations that were already starting to stir, by 2006, Abu Ahmed had become part of a killing machine that would operate at full speed for much of the following two years. Millions of citizens were displaced, neighbourhoods were cleansed along sectarian lines, and an entire population numbed by unchecked brutality.
That summer, the US finally caught up with Zarqawi, with the help of Jordanian intelligence, killing him in an airstrike north of Baghdad. From late 2006, the organisation was on the back foot – hampered by a tribal revolt that uprooted its leadership from Anbar and shrank its presence elsewhere in Iraq. But according to Abu Ahmed, the group used the opportunity to evolve, revealing a pragmatism in addition to its hardline ideology. For Isis, the relatively quiet years between 2008 and 2011 represented a lull, not a defeat.
By this time, Abu Bakr al-Baghdadi had risen steadily through the group to become a trusted aide to its leader, Abu Omar al-Baghdadi, and his deputy, the Egyptian jihadist Abu Ayub al-Masri. It was at this point, Abu Ahmed said, that Isis made an approach to the Ba’athist remnants of the old regime – ideological opponents who shared a common enemy in the US and the Shia-led government it backed.
Earlier incarnations of Isis had dabbled with the Ba’athists, who lost everything when Saddam was ousted, under the same premise that “my enemy’s enemy is my friend”. But by early 2008, Abu Ahmed and other sources said, these meetings had become far more frequent – and many of them were taking place in Syria.
Syria’s links to the Sunni insurgency in Iraq had been regularly raised by US officials in Baghdad and by the Iraqi government. Both were convinced that the Syrian president, Bashar al-Assad, allowed jihadists to fly into Damascus airport, where military officials would escort them to the border with Iraq. “All the foreigners I knew got into Iraq that way,” Abu Ahmed told me. “It was no secret.”

* * *

From 2008, when the US began to negotiate the transition of its powers to Iraq’s feeble security institutions – and therefore pave the way to its own exit – the Americans increasingly turned to only a few trusted figures in the Iraqi government. One of them was Major General Hussein Ali Kamal, the director of intelligence in the country’s Interior Ministry. A secular Kurd who had the trust of the Shia establishment, one of Kamal’s many duties was to secure Baghdad against terror attacks.
Like the Americans, General Kamal was convinced that Syria was destabilising Iraq, an assessment based on the interrogations of jihadists who had been captured by his troops. Throughout 2009, in a series of interviews, Kamal laid out his evidence, using maps that plotted the routes used by jihadists to cross the border into western Iraq, and confessions that linked their journeys to specific mid-ranking officers in Syrian military intelligence.
As Isis activity ebbed in Iraq, he had become increasingly obsessed with two meetings that had taken place in Syria early in 2009, which brought together Iraqi jihadists, Syrian officials and Ba’athists from both countries. (Kamal, who was diagnosed with a rare cancer in 2012, died earlier this year, and authorised me to publish details of our conversations. “Just tell the truth,” he said during our last interview in June 2014.)
When I first met him in 2009, he was poring over transcripts of recordings that had been made at two secret meetings in Zabadani, near Damascus, in the spring of that year. The attendees included senior Iraqi Ba’athists who had taken refuge in Damascus since their patron Saddam was ousted, Syrian military intelligence officers, and senior figures in what was then known as al-Qaida in Iraq. The Syrians had developed links to the jihadists since the earliest days of the anti-US insurgency and had used them to unsettle the Americans and their plans for Iraq.
“By early in 2004/05, Islamic elements, jihadists and disenfranchised Ba’athists were starting to get together,” said Ali Khedery, the former adviser to American ambassadors and senior commanders in Bagdhad. “They were naturally disciplined, well organised people who knew the lay of the land. And over time, some folks who were Ba’athists became more and more Islamist and the insurgency raged. By 2007, General [David] Petraeus was saying there was crystal clear intelligence of cooperation between Syrian military intelligence and the jihadists. Though the motivations never really aligned 100%.” In our conversations, Abu Ahmed emphasised the Syrian connection to Iraq’s insurgency. “The mujahideen all came through Syria,” he said. “I worked with many of them. Those in Bucca had flown to Damascus. A very small number had made it from Turkey, or Iran. But most came to Iraq with the help of the Syrians.”
The supply line was viewed by Iraqi officials as an existential threat to Iraq’s government and was the main source of the poisonous relationship between Nouri al-Maliki, then Iraq’s prime minister, and Bashar al-Assad. Maliki had become convinced early in the civil war that Assad was trying to undermine his regime as a way to embarrass the Americans, and the evidence he saw in 2009 from the meeting in Damascus took his loathing of the Syrian leader to a whole new level.
 “We had a source in the room wearing a wire,” at the meeting in Zabadani, General Kamal told me at the time. “He is the most sensitive source we have ever had. As far as we know, this is the first time there has been a strategic level meeting between all of these groups. It marks a new point in history.”
The Ba’athists present led the meeting. Their aim, according to General Kamal’s source, was to launch a series of spectacular attacks in Baghdad and thereby undermine Maliki’s Shia-majority government, which had for the first time begun to assert some order in post-civil war Iraq. Until then, al-Qaida in Iraq and the Ba’athists had been fierce ideological enemies, but the rising power of the Shias – and their backers in Iran – brought them together to plan a major strike on the capital.
By July 2009, the Interior Ministry had increased security at all checkpoints across the Tigris river into Baghdad, making a commute at any time of day even more insufferable than normal. And then General Kamal received a message from his source in Syria. The extra security at the bridges had been spotted by the attack plotters, he said. New targets were being chosen, but he didn’t know what they were, or when they would be hit. For the next two weeks, Kamal worked well into the evening in his fortified office in the southern suburb of Arasat, before being sped by armoured convoy across the July 14 Bridge – which had been a target only days earlier – to his home inside the Green Zone.
For the rest of the month, General Kamal spent several hours each scorching night sweating it out on a treadmill, hoping that the exercise would clear his head and get him ahead of the attackers. “I may be losing weight, but I’m not finding the terrorists,” he told me during our last conversation before the attackers finally struck. “I know they’re planning something big.”
On the morning of 19 August, the first of three flat-bed trucks carrying three large 1000-litre water tanks, each filled with explosives, detonated on an overpass outside the Finance Ministry in south-eastern Baghdad. The blast sent a rumble across the Emerald City, raising desert soil that caked homes brown, and sending thousands of pigeons scattering through the sky. Three minutes later, a second enormous bomb blew up outside the Foreign Ministry on the northern edge of the Green Zone. Shortly after that, a third blast hit a police convoy near the Finance Ministry. More than 101 people were killed and nearly 600 wounded; it was one of the deadliest attacks in the six-year-old Iraqi insurgency.

 “I failed,” Kamal told me that day. “We all failed.” Within hours, he was summoned to meet Maliki and his security chiefs. The prime minister was lived. “He told me to present what I had to the Syrians,” Kamal later said. “We arranged with Turkey to act as a mediator and I flew to Ankara to meet with them. I took this file” – he tapped a thick white folder on his desk – “and they could not argue with what we showed them. The case was completely solid and the Syrians knew it. Ali Mamlouk [the head of Syrian general security] was there. All he did was look at me smiling and say ‘I will not recognise any official from a country that is under US occupation’. It was a waste of time.” Iraq recalled its ambassador to Damascus, and Syria ordered its envoy to Baghdad home in retaliation. Throughout the rest of the year, and into early 2010, relations between Maliki and Assad remained toxic.
In March 2010, Iraqi forces, acting on a US tip, arrested an Islamic State leader named Munaf Abdul Rahim al-Rawi, who was revealed to be one of the group’s main commanders in Baghdad, and one of the very few people who had access to the group’s then leader, Abu Omar al-Baghdadi. Al-Rawi talked. And in a rare moment of collaboration, Iraq’s three main intelligence bodies, including General Kamal’s Intelligence Division, conspired to get a listening device and GPS location tracker in a flower box delivered to Abu Omar’s hideout.
After it was confirmed that Abu Omar and his deputy, Abu Ayub al-Masri, were present at a house six miles south-west of Tikrit, it was attacked in a US-led raid. Both men detonated suicide vests to avoid being captured. Messages to Osama bin Laden and Ayman al-Zawahiri were found on a computer inside the house. Much like Bin Laden’s safe house in Pakistan, where he would be killed a little more than a year later, Abu Omar’s hideout had no internet connections or telephone lines – all important messages were carried in and out by only three men. One of them was Abu Bakr al-Baghdadi.
“Abu Bakr was a messenger for Abu Omar,” Abu Ahmed told me. “He became the closest aide to him. The messages that got to Osama bin Laden were sometimes drafted by him and their journey always started with him. When Abu Omar was killed, Abu Bakr was made leader. That time we all had in Bucca became very important again.”
The deaths of Abu Omar al-Baghdadi and Abu Ayub al-Masri were a serious blow to Isis, but the roles they had vacated were quickly filled by the alumni of Camp Bucca – whose upper echelons had begun preparing for this moment since their time behind the wire of their jail in southern Iraq. “For us it was an academy,” Abu Ahmed said, “but for them” – the senior leaders – “it was a management school. There wasn’t a void at all, because so many people had been mentored in prison.
“When [the civil war in] Syria became serious,” he continued, “it wasn’t difficult to transfer all that expertise to a different battle zone. The Iraqis are the most important people on the military and Shura councils in Isis now, and that is because of all of those years preparing for such an event. I underestimated Baghdadi. And America underestimated the role it played in making him what he is.”
Abu Ahmed remains a member of Isis; he is active in the group’s operations in both Iraq and Syria. Throughout our discussions, he portrayed himself as a man reluctant to stay with the group, and yet unwilling to risk any attempt to leave.
Life with Isis means power, money, wives and status – all attractive lures for young firebrands with a cause - but it also means killing and dominating for a worldview in which he no longer believes so fervently. He said hundreds of young men like him, who were drawn to a Sunni jihad after the US invasion, do not believe that the latest manifestation of the decade-long war remains true to its origins.
“The biggest mistake I made is to join them,” Abu Ahmed said, but added that leaving the group would mean that he and his family would certainly be killed. Staying and enforcing the group’s brutal vision, despite partially disavowing it, does not trouble Abu Ahmed, who sees himself as having few other options.
 “It’s not that I don’t believe in Jihad,” he said. “I do,” he continued, his voice trailing away. “But what options do I have? If I leave, I am dead.”
The arc of his involvement with what is now the world’s most menacing terrorist group mirrors many others who now hold senior positions in the group: first a battle against an invading army, then a score to be settled with an ancient sectarian foe, and now, a war that could be acting out an end of days prophecy.
In the world of the Bucca alumni, there is little room for revisionism, or reflection. Abu Ahmed seems to feel himself swept along by events that are now far bigger than him, or anyone else.
“There are others who are not ideologues,” he said, referring to senior Isis members close to Baghdadi. “People who started out in Bucca, like me. And then it got bigger than any of us. This can’t be stopped now. This is out of the control of any man. Not Baghdadi, or anyone else in his circle.”

Martin Chulov covers the Middle East for the Guardian. He has reported from the region since 2005. Additional reporting by Salaam Riazk
Thursday 11 December 2014