Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Ιστορικός αναθεωρητισμός (8)

Ιστορικός Αναθεωρητισμός και Ιστορικός Αρνητισμός
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Με την σειρά κειμένων που παρουσιάστηκαν σε προηγούμενες αναρτήσεις σχετικά με τον σημειολογικά επιβαρυμένο και εξ ίσου αμφιλεγόμενο όρο «Ιστορικός Αναθεωρητισμός» (ΙΑ), πιστεύω ότι είναι καταφανής η σύγχυση που δημιουργείται με την επιπόλαια και ευκαιριακή χρήση του. Θα μπορούσε μάλιστα να ισχυριστεί κάποιος, μετά την ανάγνωση των εν λόγω κειμένων, ότι πρόκειται για έναν ανυπόληπτο πλέον όρο-λάστιχο, που χρησιμοποιείται ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής για να καλύψει θεωρητικώς ιδεολογικές, πολιτικές και ιστορικές επιδιώξεις και στοχεύσεις, πλήρως διϊστάμενες και αλληλοαναιρούμενες στην πλειονότητα των περιπτώσεων.
Έτσι, την καταδίκη του ΙΑ απαιτεί η αρθρογράφος της πρώτης ανάρτησης «…επειδή όλοι οι ‘νορμάλ’ άνθρωποι θεωρούν αυτονόητο ότι η ιστορία δεν πρέπει να παραχαράσσεται…» Ιστορικός αναθεωρητισμός (1).
Αναφέρει μάλιστα ότι «…Στην εικοσαετία ’60 – 70, που σηματοδοτείται από το ‘τέλος των ιδεολογιών’, αριστεροί διανοούμενοι στράφηκαν στην ιστορία, η οποία στη μαρξιστική θεωρία δεν είναι παρά ένα ιδεολογικό φαινόμενο. Ο αριστερός αυτός χαρακτήρας της αναθεώρησης συνεπάγεται ότι η επιβεβλημένη αποδόμηση του περιεχομένου της σαν ιδεολογικής αφήγησης συνεπάγεται αφαίρεση κάθε στοιχείου σημαντικό πολιτισμού, δηλαδή ‘πολιτιστικού εποικοδομήματος’…», παραλείποντας να τονίσει ότι οι πρώτες συστηματικές και «επιστημονικά» μεθοδευμένες πρακτικές ΙΑ υλοποιήθηκαν (πολύ πριν από την "εικοσαετία '60-70") στο Σοβιετικό καθεστώς με τις πολτοποιήσεις και επανεκτυπώσεις βιβλίων και εντύπων, με απαλοιφή προσώπων από φωτογραφίες κλπ, ένα σκηνικό που ενέπνευσε τον Τζώρτζ Όργουελ την συγγραφή του ανυπέρβλητου και εξ ίσου εφιαλτικού μυθιστορήματος «1984».
Την ίδια σύγχυση προκαλεί και η ανάγνωση του κειμένου του κ. Μαλιγκούδη στην δεύτερη ανάρτησή μας για το θέμα Ιστορικός αναθεωρητισμός (2).
Ο συγγραφέας, ενώ δίνει έναν σωστό ορισμό για την έννοια γενικώς του Αναθεωρητισμού ως «…μια, αρνητική συνήθως, κατηγορία, η οποία σημαίνει την προσπάθεια μιας ομάδας ατόμων να παρεκκλίνει από βασικές και κοινά παραδεκτές αρχές, επανεξετάζοντας τα δεδομένα κάτω από ένα δικό της, καινοφανές, πρίσμα…», στην συνέχεια, αναφερόμενος στον “ακαδημαϊκό” αναθεωρητισμό της Ιστορίας, συσκοτίζει και περιπλέκει έννοιες και όρους με την ανάμειξη του Ολοκαυτώματος, του αφροκεντρισμού κ.λπ. που είναι περιπτώσεις οι οποίες δεν μπορούν να ενταχθούν στην πρωτογενή έννοια του ΙΑ.
Το αποκορύφωμα όμως της σύγχυσης, αλλά και η αποθέωση της νεο-μαρξιστικής ψευδο-αριστερής πολιτικής / ιδεολογικής σκοπιμότητας προκύπτει από την ανάγνωση των δύο επομένων αναρτήσεων, του άρθρου δημοσιογράφου της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ, ο οποίος επίσης αναμιγνύει το Ολοκαύτωμα, το Συμβούλιο της Ευρώπης (που εξίσωσε το Σοβιετικό καθεστώς με τα φασιστικά/ναζιστικά καθεστώτα του Μεσοπολέμου), την Τουρκία, την Ιαπωνία κ.λπ. Ιστορικός αναθεωρητισμός (3) και του κειμένου με τις θέσεις της ΚΟΕ (Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας), από τις οποίες προφανώς εμπνεύστηκε ο προαναφερθείς δημοσιογράφος [Ιστορικός αναθεωρητισμός (4)].
Η επόμενη ανάρτηση περιείχε ένα άρθρο του κ. Γ. Βοσκόπουλου, επίκουρου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, δημοσιευμένο στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ στις 22 Φεβρουαρίου 2009, το οποίο είχα σχολιάσει ως «…ένα σύνηθες ακαδημαϊκό κείμενο με γενικόλογη επιχειρηματολογία, αναμάσημα γνωστών "πολιτικά ορθών" τοποθετήσεων και την αποδεδειγμένα αναποτελεσματική επωδό περί της "κακής" πολιτικής των Σκοπίων…» και «…χαρακτηριστικό δείγμα μιας γενικότερης φιλοσοφίας, που μας έχει οδηγήσει σε έναν ενδοτικό "καθωσπρεπεισμό" με αποτέλεσμα την αποθράσυνση της ηγετικής ομάδας του σκοπιανού προτεκτοράτου, αλλά και των πατρώνων του…». [Ιστορικός αναθεωρητισμός (5)].
Προς την σωστή κατεύθυνση κινείται το άρθρο του συγγραφέα Σπύρου Κουτρούλη που επικρίνει την προσπάθεια επανερμηνείας της νεώτερης ελληνικής ιστορίας για τις ανάγκες της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και του νέο-οθωμανισμού, αλλά και τους οργανικούς διανοούμενους και καθεστωτικούς δημοσιογράφους δήθεν δεξιάς ή αριστερής απόχρωσης. Δυστυχώς υποκύπτει και αυτός στην αμφισημία της έννοιας, ακούσια βέβαια, λόγω της συνηθισμένης, αλλά αποδεδειγμένα λανθασμένης ταύτισής της με παρόμοιο όρο. [Ιστορικός αναθεωρητισμός (6)]
Τέλος, στην τελευταία ανάρτηση με την οποία ολοκληρώθηκε ο κύκλος των ξένων άρθρων και κειμένων με θέμα τον αποκαλούμενο «Ιστορικό Αναθεωρητισμό», επιλέχθηκε ένα αναλυτικό και λεπτομερές κείμενο γραμμένο από τον κ. Ηλία Ηλιόπουλο, Ιστορικό -Διδάκτορα (Dr. Phil.) του Πανεπιστημίου Μονάχου που είχε δημοσιευθεί στο «Αντίβαρο» τον Απρίλιο του 2007. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον άρθρο, μέσα από το οποίο αναπτύσσεται τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία με στόχο να αποκαλυφθούν οι μεθοδεύσεις των εμπνευστών της Νέας Τάξης και της κατευθυνόμενης Παγκοσμιοποίησης, αλλά και τις ιδεολογικές επενδύσεις με τις οποίες καλύπτονται οι στόχοι και οι επιδιώξεις τους.
[Ιστορικός αναθεωρητισμός (7)]

Όπως είχα προαναγγείλει μετά το τέλος των ξένων δημοσιεύσεων θα ακολουθούσε η δική μου τοποθέτηση στο ζήτημα. Η προσωπική μου λοιπόν θέση είναι ότι όλη αυτή η σύγχυση δεν οφείλεται απλώς σε έναν όρο-λάστιχο, όπως τον χαρακτήρισα παραπάνω, που χρησιμοποιείται ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής για να καλύψει θεωρητικώς ιδεολογικές, πολιτικές και ιστορικές επιδιώξεις και στοχεύσεις, πλήρως διϊστάμενες και αλληλοαναιρούμενες στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Αντιθέτως υποστηρίζω ότι οφείλεται στην κακή χρήση μιας έννοιας, η οποία είναι προϊόν της συγχώνευσης δυο διαφορετικών, συχνά αλληλοκαλυπτόμενων όρων και εννοιών, σε αυτό που συνήθως αποκαλείται «Ιστορικός Αναθεωρητισμός». Πρόκειται για τις έννοιες του λεγόμενου «Νόμιμου Ιστορικού Αναθεωρητισμού» (Legitimate Historical Revisionism) και του «Ιστορικού Αρνητισμού» (Historical Denial και ειδικότερα για το ζήτημα του Ολοκαυτώματος, Negationism).
Ο πρώτος όρος αναφέρεται στην διαδικασία της λεπτομερειακής εξέτασης/διΰλισης (refinement) της υπάρχουσας ιστορικής γνώσης γύρω από ένα ιστορικό γεγονός, χωρίς όμως να αμφισβητείται το ίδιο το γεγονός. Στην διάρκεια αυτής της διαδικασίας πιθανότατα θα προκύψουν νέα συμπεράσματα με την εξέταση πλέον πρόσφατων ερευνητικών δεδομένων, εμπειρικών γνώσεων ή με την επανεξέταση των υπαρχόντων στοιχείων, ακόμα και με την εκ νέου παρουσίασή τους κάτω από το πρίσμα νέων επιστημονικών αντιλήψεων.
Έτσι, ο «Νόμιμος Ιστορικός Αναθεωρητισμός» αναγνωρίζει την ύπαρξη ενός «καθορισμένου σώματος αναμφισβήτητων/αδιάψευστων στοιχείων» ή μιας «σύγκλισης δεδομένων», τα οποία υποδεικνύουν ότι ένα γεγονός συνέβη πραγματικά.
Αντίθετα, ο λεγόμενος «Ιστορικός Αρνητισμός», απορρίπτει ολόκληρο το οικοδόμημα των υπαρχόντων δεδομένων/στοιχείων ενός ιστορικού γεγονότος.
Βεβαίως, πέρα από την καθαρή επιστήμη και ειδικά στο συγκεκριμένο ευαίσθητο πεδίο υπεισέρχονται πολιτικές σκοπιμότητες, κρατικά συμφέροντα, οικονομικές διαπλοκές και ακαδημαϊκοί αρριβισμοί, που συσκοτίζουν συχνά το θέμα με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση, όχι μόνον στον μέσο πολίτη, αλλά και σε υποτιθέμενους ειδικούς.
Είναι λοιπόν μεθοδολογικό και επιστημολογικό λάθος να κατηγορούμε τον σκοπιανό «Μακεδονισμό» ως προσπάθεια «Ιστορικού Αναθεωρητισμού». Υπήρξε μήπως κάποια διαδικασία εξέτασης/διΰλισης (refinement) της υπάρχουσας ιστορικής γνώσης γύρω από ένα ιστορικό/εθνολογικό γεγονός της αρχαίας Ιστορίας της Μακεδονίας; Υπήρξαν νέα συμπεράσματα με την εξέταση πλέον πρόσφατων ερευνητικών δεδομένων, εμπειρικών γνώσεων ή με την επανεξέταση των υπαρχόντων στοιχείων, ακόμα και με την εκ νέου παρουσίασή τους κάτω από το πρίσμα νέων επιστημονικών αντιλήψεων; Αποδείχθηκε ότι είναι οι γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά, καθώς και σε δεκάδες ακόμα, τα οποία προκύπτουν από τις παλαβομάρες που «πλασάρονται» διεθνώς από τα σκοπιανά «Πανεπιστήμια», «Ινστιτούτα», «Ερευνητικά ιδρύματα» κ.λπ., κ.λπ. είναι ένα σαφές και κατηγορηματικό ΟΧΙ!
Έχουμε λοιπόν στι θέμα αυτό μια καθαρή περίπτωση «Ιστορικού Αρνητισμού», δεδομένου ότι απορρίπτεται ολόκληρο το οικοδόμημα των υπαρχόντων δεδομένων/στοιχείων που αποδέχεται η διεθνής επιστημονική κοινότητα σε σχέση με αυτό που υποστηρίζουν οι αποδεχόμενοι την ψευδο-ιστορία των Σκοπίων.
Η περίπτωση εξομοίωσης Σταλινισμού-Φασισμού ανήκει στην ίδια κατηγορία του «Ιστορικού Αρνητισμού»; Ασφαλώς όχι. Εδώ έχουμε την περίπτωση του λεγόμενου «Νόμιμου Ιστορικού Αναθεωρητισμού», με την έννοια ότι πράγματι υπήρξαν νέα συμπεράσματα με την εξέταση πλέον πρόσφατων ερευνητικών δεδομένων, εμπειρικών γνώσεων ή με την επανεξέταση των υπαρχόντων στοιχείων, ακόμα και με την εκ νέου παρουσίασή τους κάτω από το πρίσμα νέων επιστημονικών αντιλήψεων, ιδίως μετά την κατάρρευση του Σοβιετικού καθεστώτος. Μυστικά Αρχεία ήρθαν στο φως, καλά κρυμμένα γεγονότα αποκαλύφθηκαν και το σπουδαιότερο, δεν υπήρχε πλέον ο προπαγανδιστικός μηχανισμός και η σοβιετική πολιτικο-στρατιωτική ισχύς να πιέζει και να συγκαλύπτει. Εξ άλλου για τα εγκλήματα του Στάλιν είχαν μιλήσει πρώτοι απ’ όλους σημαντικότατοι κρατικοί παράγοντες της ίδιας της Σοβιετικής Ένωσης με την περιβόητη έκθεση του Ν. Χρουτσώφ στο 20ο συνέδριο του ’56 για τα σταλινικά εγκλήματα, για να μη αναφέρουμε τις τροτσκιστικές κατηγορίες, που πολύ νωρίς είχαν «κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου».
Θεωρώ λοιπόν πολύ σημαντικό την απεμπλοκή της πολιτικής από την ιστορική έρευνα και την επιχειρούμενη συχνά χειραγώγησή της.
Όσο για το θέμα του Ολοκαυτώματος πιστεύω ότι είναι απαράδεκτες οι μεθοδεύσεις φίμωσης επιστημόνων και απαγόρευσης της έρευνας για το θέμα, ποινικοποιώντας (!) μάλιστα οποιαδήποτε απόπειρα διατύπωσης διαφορετικών απόψεων για ορισμένα ζητήματα και πλευρές αυτού του γεγονότος, συκοφαντώντας ’τες ως προσπάθειες «Ιστορικού Αρνητισμού» ή ακόμα χειρότερα «κολλώντας» την λανθασμένη μεν (σύμφωνα με τις παραπάνω διευκρινίσεις), αλλά εύκολη και βολική προπαγανδιστικά πινακίδα του «Ιστορικού Αναθεωρητισμού».
Φτάνουμε έτσι στο άλλο άκρο, να χρησιμοποιείται ο όρος λανθασμένα για πολιτικούς λόγους και μάλιστα να συγχέονται σκόπιμα οι δύο όροι, αποδίδοντας στον «Ιστορικό Αναθεωρητισμό» αρνητικές διαστάσεις και χαρακτηρισμούς που ανήκουν στον «Ιστορικό Αρνητισμό». Η κριτική άραγε εναντίον του, σε χιτλερικά πρότυπα δομημένου, αμερικανικού προτεκτοράτου στην Μέση Ανατολή συσχετίζεται με προσπάθεια αναθεώρησης του Ολοκαυτώματος; Η ψυχρή επιστημονική λογική απαντά κατηγορηματικά: Ασφαλώς όχι! Και όμως! Εκεί έχουμε φτάσει. Στα κείμενα που αναρτήσαμε μπορεί εύκολα ο καθένας να διαπιστώσει την απίστευτη σύγχυση στην χρήση μεταξύ δύο τελείως διαφορετικών όρων, που «τσουβαλιάζονται» χωρίς δεύτερη σκέψη είτε από απλή ημιμάθεια είτε από πολιτική κουτοπονηριά.
Καταλήγω λοιπόν στα εξής συμπεράσματα:
1. Ο «Νόμιμος Ιστορικός Αναθεωρητισμός» (Legitimate Historical Revisionism) είναι αποδεκτός και χρήσιμος ως επιστημονικό εργαλείο και μέθοδος της ιστορικής έρευνας.
2. Ο «Ιστορικός Ψευδο-αναθεωρητισμός» αποτελεί την σκόπιμη προσπάθεια διαστρέβλωσης και συκοφάντησης του προηγούμενου και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος από κάθε άποψη, ηθική, επιστημονική, μεθοδολογική.
3. Ο «Ιστορικός Αρνητισμός» (Historical Denial) απορρίπτεται πλήρως όχι μόνον διότι ταυτίζεται συχνά με τις «Μη-συμβατικές Θεωρίες» (Αφροκεντρισμός, «Μακεδονισμός» κ.λπ.), αλλά διότι αντίκειται στις στοιχειώδεις επιστημονικές παραδοχές και δεδομένα.
4. Για την ειδική περίπτωση της άρνησης του Ολοκαυτώματος (Negationism) νομίζω ότι είναι ένα θέμα που απαιτεί μια πολύ μεγάλη συζήτηση και γι’ αυτό το ανέφερα ακροθιγώς.

Για το όλο ζήτημα θα με ενδιέφεραν τεκμηριωμένες παρατηρήσεις ή αντιρρήσεις των αναγνωστών της ιστοσελίδας στις τοποθετήσεις μου. Πιστεύω ότι θα μπορούσε να γίνει ένας πολύ ενδιαφέρων διάλογος με στόχο να ξεκαθαρίσουν επιτέλους κάποια πράγματα.
Δ.Ε.Ε.

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Η Θράκη επί Βυζαντινής αυτοκρατορίας (2)

Η ΘΡΑΚΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ

ΣΤΙΛΠΩΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ
(Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)
Η Θράκη κατά τας πληροφορίας, τας οποίας μας δίδει ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος εις το περί θεμάτων βιβλίον του, προ της οργανώσεως αυτής εις θέμα δεν είχε στρατηγόν, διότι υπήκουε απ’ ευθείας εις τον βασιλέα τα εν αυτή δηλονότι στρατεύματα απετέλουν μέρος του οψικίου του βασιλέως, δηλαδή των στρατευμάτων, τα οποία απετέλουν την ιδιαιτέραν αυτού συνοδείαν, εχρησιμοποιούντο δε και διά την άμυναν της Κωνσταντινουπόλεως. Ο κόμης του Οψικίου και υποστράτηγος Θράκης κατελέγετο μεταξύ των ανωτάτων αρχόντων του Παλατίου, υπογράφων ευθύς μετά τον μάγιστρον των οφφικίων, όστις ήτο είδός τι αρχηγού του στρατιωτικού οίκου του βασιλέως.
Η κατάστασις αύτη διήρκεσε μέχρι των χρόνων της εγκαταστάσεως εις την Μυσίαν, την μεταξύ δηλ. του Αίμου και του Ίστρου χώραν των Βουλγάρων. «Αφ’ ού δε», λέγει ο Πορφυρογέννητος, «τό θεομίσητον τών Βουλγάρων έθνος έπεραιώθη είς τόν Ίστρον ποταμόν, τότε καί αύτός βασιλεύς ηναγκάσθη διά τάς έπιδρομάς τών Σκυθών καί αύτών τών Βουλγάρων είς θέματος τάξιν άγαγείν αύτό καί στρατηγόν έν αύτώ χειροτονήσαι. Έγένετο δέ ή τών βαρβάρων περαίωσις έπί τόν Ίστρον ποταμόν είς τά τέλη τής βασιλείας Κωνσταντίνου τού Πωγωνάτου». Τα τέλη ταύτα είναι το έτος 679. Ώστε η οργάνωσις της Θράκης εις θέμα πρέπει να τεθή μετά το έτος τούτο. Πράγματι δ’ εκ του συνδυασμού διαφόρων πληροφοριών πειθόμεθα ότι η ίδρυσις του θέματος της Θράκης, πρέπει να έγινεν ή εις το έτος 687 ή, αν όχι ακριβώς εις αυτό, πάντως εις το μεταξύ 680 και 687 διάστημα. Το πρώτον τούτο θρακικόν θέμα εξετείνετο από του Νέστου μέχρι της περιοχής της Κωνσταντινουπόλεως, του τείχους δηλ. του Αναστασίου περί την σημερινήν Τσατάλτζαν, και από των παραλίων του Αιγαίου μέχρι των κορυφογραμμών του Αίμου. Ποία ήτο ακριβώς η πρωτεύουσά του δεν γνωρίζομεν. Πάντως θα ήτο μία των δύο σημαντικών και στρατιωτικώς επικαίρως κειμένων θρακικών πόλεων, είτε η Αδριανούπολις είτε η Αρκαδιούπολις πιθανώτερον ίσως η πρώτη.
Η κατάστασις αύτη διήρκεσεν επί ένα περίπου αιώνα, κατά τον οποίον αι επιδρομαί των Βουλγάρων απέβαινον επί μάλλον και μάλλον ενοχλητικώτεραι. Ο ηρωϊκός αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Ε΄, ο υπό των εικονοφίλων χρονογράφων αποκληθείς Κοπρώνυμος, συντρίβει επανειλημμένως τους Βουλγάρους, αλλ’ ολίγον μετά ταύτα επαναλαμβάνονται τα ίδια. Εν έτει μάλιστα 789 επί της βασιλείας του Κωνσταντίνου του Στ΄ και της μητρός του Ειρήνης ο στρατηγός της Θράκης Φιλητός εκστρατεύσας κατά των Βουλγάρων, οι οποίοι είχον εισβάλει εις την περιοχήν του Στρυμόνος, και αφυλάκτως στρατοπεδεύσας υφίσταται αιφνιδιαστικήν προσβολήν, κατά την οποίαν και εφονεύθη. Το γεγονός τούτο εν συνδυασμώ πιθανώτατα και προς τας νίκας της Ειρήνης κατά Σλαβηνών συνετέλεσεν εις νέαν θεματικήν διαίρεσιν εν Ευρώπη, ήτις πιθανώτατα εγένετο είτε υπό της Ειρήνης είτε εν μέρει μεν υπ’ αυτής, εν μέρει δ’ υπό του διαδόχου αυτής Νικηφόρου του Α΄, του οποίου δυστυχώς οι κατά των Βουλγάρων αγώνες, κατ’ αρχάς τόσον ευτυχείς, απέληξεν εις το γνωστόν τραγικόν τέλος.
Κατά την διαίρεσιν ταύτην ιδρύεται το θέμα της Θεσσαλονίκης, η οποία έως τότε εξηκολούθει να έχη τον παλαιόν της Ύπαρχον του Ιλλυρικού, δυτικώτερον μεταξύ Στρυμόνος και Νέστου το θέμα του Στρυμόνος, ανατολικώτερον το μέγα θέμα της Θράκης κατατέμνεται εις δύο, εξ ων το μεν ανατολικώτερον με πρωτεύουσαν την Αρκαδιούπολιν λαμβάνει το όνομα της Θράκης, το δε δυτικώτερον με πρωτεύουσαν την Αδριανούπολιν λαμβάνει το όνομα της Μακεδονίας, το οποίον και διετήρησεν επί αιώνας. Η μετατόπισις αύτη του ονόματος της Μακεδονίας ανατολικώτερον εν συνδυασμώ προς το πρώτον συνθετικόν του ονόματος της Θεσσαλονίκης συνετέλεσεν εις την μετατόπισιν και του ονόματος της Θεσσαλίας βορειότερον και ανατολικώτερον, εις την περιοχήν δηλονότι της Θεσσαλονίκης. Ώστε έχομεν πλήρη των ονομάτων μετακίνησιν, την οποίαν πρέπει να έχουν υπ’ όψιν οι αναγινώσκοντες την Βυζαντινήν ιστορίαν και μάλιστα εκ των πηγών. Κατά ταύτα η ένδοξος και μικρά δυναστεία, η αριθμούσα μεταξύ των μελών αυτής τον Βασίλειον τον Α΄ τον Μακεδόνα και τον Βασίλειον τον Β΄ τον Βουλγαροκτόνον και γνωστή εν τη ιστορία ως Μακεδονική δυναστεία ουδεμίαν έχει σχέσιν προς την αρχαίαν και την σημερινήν Μακεδονίαν, αλλά προς το βυζαντινόν θέμα της Μακεδονίας και την πρωτεύουσαν αυτού, την Αδριανούπολιν, έκ τινος χωρίου της οποίας κατήγετο ο ιδρυτής αυτής Βασίλειος ο Α΄. Είναι δηλ. με την αρχαίαν και την σημερινήν των γεωγραφικών ονομάτων σημασίαν δυναστεία θρακική και όχι μακεδονική.
Η πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως επέφερε την διάλυσιν του κράτους σχεδόν άνευ αντιστάσεως των επαρχιών. Αύται, αν εξαιρέσωμεν βέβαια την Νίκαιαν, όπου είχε καταφύγει ο Θεόδωρος ο Λάσκαρης, ο ιδρυτής του κράτους της Νικαίας, ως και την Ήπειρον, η μία μετά την άλλην υπεδέχοντο τους κατακτητάς άνευ σχεδόν διαμαρτυρίας. Κατά τας θλιβεράς ταύτας διά το έθνος στιγμάς μόνον η Θράκη εφύλαττεν ακμαίον ακόμη το παλαιόν στρατιωτικόν και ελεύθερον φρόνημα και εξηκολούθησε τον άπελπιν υπέρ της ελευθερίας αγώνα διασώζουσα την τιμήν των ελληνικών όπλων και της ελληνικής ανδρείας, πράγμα το οποίον κάμνει τον ιστορικόν Χωνιάτην ν’ αναφωνήση. « Άλλ’ οί μέν Λατίνοι τής Ασίας άναχωρήσαντες τήν Θράκην έκοπτον, μόνην άναρριπούσαν τόν υπέρ έλευθερίας Ρωμαίων κίνδυνον. Οί δέ ήμέτεροι στρατηγοί του έκ σφών κινδύνου παρά δόξαν άνεθέντες ουδέν ήσαν ουδαμού, ούτε μήν σωτήριόν τι καί φυλακτήριον έαυτοίς καί τοίς φυλέταις μετήλθοσαν».

Διαίρεση θεμάτων επί Νικηφόρου Α΄
(αρχές 9ου αιώνα)
Τις ο λόγος της διαιρέσεως του αρχικού θέματος της Θράκης εις τα δύο μνημονευθέντα θέματα δεν είναι δύσκολον να εννοήσωμεν, εάν λάβωμεν υπ’ όψιν τας στρατιωτικάς ανάγκας των χρόνων εκείνων, καθώς και την γεωγραφίαν της Θράκης. Είπομεν ότι η θεματική διαίρεσις σκοπόν είχε την δημιουργίαν ευκινήτων τοπικών μονάδων, αι οποίαι εις εκάστην στιγμήν να είναι έτοιμαι προς απόκρουσιν των επιδρομέων. Αι μονάδες αύται, λαμβανομένης μάλιστα υπ’ όψιν της επί τη βάσει του γεωργικού πληθυσμού συγκροτήσεως αυτών, αλλά και του σχετικώς περιωρισμένου πλήθους των επιδρομέων, ούτε ηδύναντο, αλλ’ ούτε και ήτο ανάγκη να είναι πολυάνθρωποι. Και 10.000 άνδρες κατά θέμα ήσαν αρκετοί διά την προστασίαν αυτού από την επιδρομέων. Διά τούτο και παρατηρείται γενικώς εις το Βυζάντιον η βαθμιαία κατάτμησις των μεγαλυτέρων εις μικρότερα, σύμμετρα προς τας ανάγκας, θέματα. Το θέμα της Θράκης ήτο πολύ μέγα και δυσκίνητον και έπρεπε να κατατμηθή. Η δε κατάτμησις αυτού φαίνεται μεν ότι ηκολούθησε την παλαιάν διαίρεσιν μεταξύ Ευρώπης και Αιμιμόντου και Ροδόπης, πράγματι όμως έγινεν επί τη βάσει των γεωγραφικών όρων, καθ’ όσον η μεν Αδριανούπολις επροστάτευε τας κεντρικάς και δυτικωτέρας του Αίμου διαβάσεις, η δε Αρκαδιούπολις τας ανατολικωτέρας. Και το μεν θέμα της Θράκης με πρωτεύουσαν την Αρκαδιούπολιν περιελάμβανε την προς τον Εύξεινον χώραν και μέρος μόνον της Προποντίδος, το δε θέμα της Μακεδονίας με πρωτεύουσαν την Αδριανούπολιν περιελάμβανεν ολόκληρον την Ανατολικήν Ρωμυλίαν πλην της παραλίας και το παρά τον Έβρον και τον Ελλήσποντον μέρος της Θράκης μέχρι των στενών της Μάκρης. Η δυτικώς της πολίχνης ταύτης χώρα, η περιοχή δηλ. της Κομοτινής και Ξάνθης, υπό το όνομα Βολερόν προσετέθη εις το θέμα του Στρυμόνος, το οποίον περιωρίζετο βορείως μεν υπό των διακλαδώσεων της Ροδόπης, νοτίως υπό της θαλάσσης και δυτικώς υπό του Στρυμόνος. Μετά την διαίρεσιν ταύτην και ένεκα των διηνεκών και σκληρών προς τους Βουλγάρους αγώνων η Αδριανούπολις αποβαίνει σπουδαιότατον στρατιωτικόν κέντρον και προπύργιον του Ελληνισμού. Η δ’ εξ αυτής καταγωγή της Μακεδονικής δυναστείας συνετέλεσεν όπως ήτο επόμενον εις την επαύξησιν του γοήτρου της πόλεως και τον πολλαπλασιασμόν των στρατιωτικών αυτής οικογενειών, αι οποίαι λαμβάνουν ενεργότατον μέρος εις την διοίκησιν του Βυζαντίου, σχηματίσασαι ιδίαν, ούτως ειπείν, στρατιωτικήν αριστοκρατίαν, αντίστοιχον προς την των Αρμενιάκων και Καππαδοκών, η οποία μετά το τέλος της μακεδονικής δυναστείας επανειλημμένως διεξεδίκησε τον θρόνον. Είναι χαρακτηριστικά όσα λέγει περί αυτής ο Μιχαήλ ο Ψελλός αφηγούμενος τα της επιχειρήσεως του Τορνικίου προς αφαίρεσιν της αρχής από των χειρών του Κωνσταντίνου του Μονομάχου. Ο Ψελλός ομιλεί ρητώς περί μακεδονικής μερίδος. Οι αποτελούντες αυτήν αγέρωχοι και μεγάλαυχοι στρατιωτικοί, την Αδριανούπολιν κατά το πλείστον αρχαιόθεν οικούντες, άνδρες ως λέγει επί λέξει, "δεινοί τάς γνώμας καί τήν γλώτταν άντίστροφον ταίς ένθυμήσεσιν έχοντες, βουλεύσασθαί τι τών άτόπων έτοιμότατοι καί καταπράξεσθαι δραστικώτατοι κρύψαι τε λογισμούς άκριβέστατοι καί τάς πρός αλλήλους ομολογίας πιστότατοι δι’ όργής είχον τόν αυτοκράτορα καί έδυσχέραινον τήν προεδρίαν αυτού βουλόμενοι στρατιώτην ιδείν αυτοκράτορα, σφών τε προκινδυνευόντα καί τάς έπιδρομάς τών βαρβάρων άπείργοντα". Διά τούτο και προθυμότατα προήλθον προς τον Τορνίκιον, δεικνύοντα ήθους στερρότητα και μακεδονικήν και αυτόν μεγαλαυχίαν ερυγγάνοντα. Τοιαύτα στρατιωτικά μακεδονικά γένη, πολλάς παρασχόντα εις τους αγώνας του Βυζαντίου υπηρεσίας, αναφέρει πολλά η ιστορία ως λ.χ. τους Βρυεννίους, τους Βρανάδες, τους Ταρχανειώτας και πλείστα άλλα, προς τα οποία οι εν Κωνσταντινουπόλει δυναστεύοντες πολλάκις συνήπτων επιγαμίας, ίνα έχωσι την υποστήριξίν των και μη ενοχλώνται υπ’ αυτών. Ούτω π.χ. ο Αλέξιος ο Κομνηνός, του οποίου και αυτού η απωτέρα καταγωγή ήτο εξ Αδριανουπόλεως, ενύμφευσε την θυγατέρα αυτού, την γνωστήν ιστοριογράφον Άνναν την Κομνηνήν προς τον απόγονον των Βρυεννίων, τον οποίον και ανεβίβασεν εις το αξίωμα του καίσαρος.
Κατά τους μακρούς του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου κατά των Βουλγάρων αγώνας η Αδριανούπολις μετά της Φιλιππουπόλεως, της Μοσινουπόλεως και της Θεσσαλονίκης υπήρξαν τα ορμητήρια αυτού, μετά δε το ευτυχές πέρας αυτών ο νικητής βασιλεύς εις την Αδριανούπολιν εδέχθη εις υποταγήν τους τεταπεινωμένους τοπάρχας του Σαμουήλ. Κατόπιν της απαλλαγής από του βουλγαρικού κινδύνου των παλαιών επαρχιών και της προσθήκης πολλών νέων χωρών, πιθανώτατα ο ίδιος ο Βουλγαροκτόνος επεχείρησε νέαν των θεμάτων κατανομήν, η οποία και εκράτησε μέχρι των χρόνων του Αλεξίου του Α΄ του Κομνηνού. Κατ’ αυτήν αποκόπτονται από του θέματος της Μακεδονίας όλη η περί την Φιλιππούπολιν χώρα, η οποία και αποτελεί νέον θέμα, το θέμα Φιλιππουπόλεως, Βερόης, Μόρας και Αχριδών, επειδή δε το υπόλοιπον ήτο πολύ μικρόν διά να αποτελέση ίδιον θέμα, ενούται εις εν μετά του θέματος της Θράκης και αποτελεί το θέμα Θράκης και Μακεδονίας, ενώ ταυτοχρόνως το Βολερόν, το οποίον ήτο συνηνωμένον πρότερον μετά του θέματος του Στρυμόνος, ενούται τώρα και με το θέμα Θεσσαλονίκης και αποτελείται ούτω το θέμα Βολερού, Στρυμόνος και Θεσσαλονίκης.
Η διαίρεσις αύτη εκράτησε μέχρι των χρόνων του Αλεξίου του Α΄ όστις ηναγκάσθη εκ των πραγμάτων να μεταβάλη αυτήν. Ποία δε ήσαν τα πράγματα ταύτα γνωρίζομεν εκ της ιστορίας. Διά των νικών του Βουλγαροκτόνου είχον απαλλαγή βεβαίως οι Έλληνες από του βουλγαρικού κινδύνου, αλλ’ ολίγας δεκαετηρίδας μετά τον θάνατον του σιδηρού αυτοκράτορος νέοι εχθροί περιέζωσαν το Βυζάντιον. Εις την Ανατολήν οι Σελτζούκοι Τούρκοι εγκαθίστανται εις την Μ. Ασίαν και ιδρύουν το Κράτος του Ικονίου, καταλαβόντες δ’ εν τέλει και την Νίκαιαν απειλούσαν ολόκληρον το ασιατικόν κράτος του Βυζαντίου εις την Ευρώπην οι Κόμανοι και οι Πατζινάκαι εις απειράριθμα πλήθη λεηλατούσι φρικωδώς τας θρακικάς επαρχίας και φθάνουν εις τα πρόθυρα σχεδόν της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ εις την Δύσιν νέος εχθρός, οι σιδηρόφρακτοι Νορμανδοί, κατακλύζουν τας δυτικάς επαρχίας του Κράτους, Πισάται δε και Γενουάται λυμαίνονται πειρατικώς τα παράλια του Αιγαίου και της Προποντίδος.
Ο ηρωϊκός και ακούραστος αυτοκράτωρ τρέχει παντού και αγωνίζεται αυτοπροσώπως, πολλάκις προκινδυνεύων εις την πρώτην γραμμήν και ιδιοχείρως φονεύων τους πολεμίους, όπως σώση το κράτος του, και εν τέλει υπερισχύει. Η οφρύς των Νορμανδών ταπεινούται, οι Τούρκοι τη βοηθεία και των σταυροφόρων αποκρούονται, οι Πατζινάκαι και οι Κόμανοι, κατακερματίζονται. Κατά τον πείσμονα και άκρως δραματικόν και επικίνδυνον αγώνα κατά των τελευταίων τούτων η Αδριανούπολις με την στρατιωτικήν της παράδοσιν και την στρατιωτικήν της αριστοκρατίαν αναδείχθη και πάλιν προπύργιον της Θράκης και του Βυζαντίου κατά των ορδών των βαρβάρων. Εν έτει 1112 ευρίσκομεν τον Αλέξιον εν Καλλιπόλει οργανούντα την άμυναν του Κράτους κατά των Τούρκων της Σμύρνης και των Γενουατών και Πισατών. Κατά την διαμονήν ταύτην, ως προκύπτει έκ τινων ενδείξεων των συγγραφέων, ησχολήθη και με την νέαν του κράτους θεματικήν διαίρεσιν, ήτις έπρεπε να προσαρμοσθή προς την νέαν των πραγμάτων κατάστασιν. Ούτω το μέγα οπωσούν θέμα της Θράκης και Μακεδονίας κατατέμνεται εις τέσσερα, το μικρόν θέμα του Ελλησπόντου, του οποίου προφανώς σκοπός ήτο η άγρυπνος φρούρησις των στενών, προς βορράν το μικρόν επίσης θέμα της Αγχιάλου, το οποίον εφρούρει την παραλίαν διάβασιν του Αίμου, το θέμα της Θράκης και Μακεδονίας, το οποίον με την Αρκαδιούπολιν πρωτεύουσαν εκτείνεται από των ορίων του θέματος της Αγχιάλου, μέχρι του Αιγαίου και από του ποταμού περίπου Εργίνου μέχρι της Προποντίδος, του τείχους του Αναστασίου και του Ευξείνου, και το θέμα της Αδριανουπόλεως Διδυμοτείχου, το οποίον εκτείνεται κατά μήκος του Έβρου και του Τούντζα από των παραλίων του Αιγαίου μέχρι του Αίμου. Ο λόγος της τελευταίας ταύτης διχοτομήσεως του θέματος και ο περιορισμός της Αδριανουπόλεως εις την στενήν ταύτην λωρίδα, ενώ το θέμα της Φιλιππουπόλεως ουδόλως εθίγη, δεν είναι προφανής. Πιθανώτατα δεν οφείλεται εις λόγους στρατιωτικούς, αλλά πολιτικούς. Ο Αλέξιος, όστις και πείραν είχε της δυνάμεως των ισχυρών στρατιωτών της Αδριανουπόλεως και τας αξιώσεις αυτών επί του θρόνου εγνώριζε ως και την κατ’ αυτού δυσμένειαν (Άννα Βόννης Δ. 110), δεν ηρκέσθη μόνον εις το να συνδεθή συγγενικώς προς τους Βρυεννίους, αλλά θέλων να περικόψη την δύναμιν αυτών, ήτις επεξετείνετο καθ' όλον το μέγα και εις τα πρόθυρα της Κωνσταντινουπόλεως ευρισκόμενον θέμα της Θράκης και Μακεδονίας, κατέτεμεν αυτό ούτως, ώστε να απομονωθή σχεδόν η Αδριανούπολις εν τω μέσω. Η επί του Αλεξίου δημιουργηθείσα κατάστασις παρετάθη μέχρι της πτώσεως της Κωνσταντινουπόλεως εις χείρας των Φράγκων σταυροφόρων εν έτει 1204. Τούτο γνωρίζομεν ακριβώς εκ του χρυσοβούλλου του 1119, εν τω oπoίω αναγράφονται λεπτομερώς όλα σχεδόν τα θέματα του κράτους, καθώς και εκ της μεταξύ Βενετών και Σταυροφόρων συνθήκης διά την διανομήν του εις χείρας αυτών περιπεσόντος κράτους.

Οι Θράκες πολεμισταί κατ’ αρχάς μη έχοντες πού να στραφώσι, διά να πολεμήσωσι τους Φράγκους κατακτητάς, απέβλεψαν προς ώρας ευμενώς προς τον Βούλγαρον τσάρον Ιωάννην, τον οποίον και εβοήθησαν συντελέσαντες σπουδαίως εις την παρά την Αδριανούπολιν νίκην αυτού κατά των Φράγκων. Μετ’ ολίγον όμως βλέποντες ανατέλλον το κράτος της Νικαίας εστράφησαν προς αυτό εγκαταλείψαντες τον Ιωάννην, όστις λυσσών διά την εγκατάλειψιν προέβη εις φρικώδεις καταστροφάς και ανατροπάς πόλεων φιλοδοξών να λάβη το επώνυμον του Ρωμαιοκτόνου, όθεν και δικαίως επωνομάσθη υπό των ελλήνων Σκυλλοϊωάννης, όστις επιχειρήσας μετ’ ολίγον να πολιορκήση την Θεσσαλονίκην απέτυχε και απέθανε, οι δε Λατίνοι δεν ηδυνήθησαν να εδραιώσουν και κρατήσουν επί μακρόν το θνησιγενές κράτος των. Οι Έλληνες ορμώμενοι, οι μεν από της Νικαίας, οι δε από της Ηπείρου, απέσπασαν βαθμηδόν και απελευθέρωσαν απάσας τας ασιατικάς και ευρωπαϊκάς επαρχίας, εν τέλει δ’ ο Μιχαήλ ο Παλαιολόγος κατέλαβε και την Κωνσταντινούπολιν και ανέστησε το κράτος του Βυζαντίου. Κατά την περιπετειώδη ταύτην περίοδον βεβαίως δεν δύναται να γίνη λόγος περί διοικητικών διαιρέσεων. Τα πράγματα ευρίσκοντο εν διηνεκεί ροή, αι πόλεις και αι επαρχίαι η μία μετά την άλλην κατελαμβάνοντο ή εχάνοντο, τα δε τυχόν ιδρυόμενα θέματα είχαν εντελώς προσωρινόν χαρακτήρα. Τάξις οπωσούν αποκατεστάθη μόλις μετά την ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως, θέματα καθωρίσθησαν, αλλ’ η παλαιά στρατιωτική και διοικητική οργάνωσις, εις την οποίαν ώφειλε το Βυζάντιον την γρανιτώδη αμυντικήν του δύναμιν, εν τη ουσία αυτής δεν επανήλθε, αλλά και δεν ήτο δυνατόν να επανέλθη. Πληροφορίας ρητάς περί γενικωτέρας τινός διοικητικής οργανωτικής ενεργείας υπό τινος των Παλαιολόγων βασιλέων δεν έχομεν εις τας πηγάς, εκ σποραδικών όμως ειδήσεων, εκ των αγιορειτικών εγγράφων, καθώς και εκ των μολυβδοβούλλων των αρχόντων, δυνάμεθα να λάβωμεν αρκετά σαφή και ακριβή ιδέαν της διοικητικής καταστάσεως. Η κατά τα θέματα διαίρεσις και διοίκησις συνεχίζεται μεν, αλλ’ η συνέχεια αύτη είναι εντελώς επιφανειακή. Οι συνεχείς πόλεμοι, των οποίων θέατρον είναι η Θράκη, η αύξουσα έπειτα δύναμις των μεγάλων στρατιωτικών οίκων, οι οποίοι εξηφάνισαν τους μικρούς στρατιώτας, απερρόφησαν τα τόπιά των και συνεκέντρωσαν εις χείρας αυτών την γην και όλον αυτής τον πλούτον και τέλος η αντίδρασις του ενδυναμωθέντος αστικού στοιχείου, το οποίον πολλαχού εξεγείρεται κατά της στρατιωτικής αριστοκρατίας, μετέβαλεν ουσιωδώς την κατάστασιν. Αποτέλεσμα πάντων τούτων υπήρξε τούτο μεν η δημιουργία ιδίων αρχόντων των πόλεων, τούτο δε η κατάτμησις των παλαιών θεμάτων εις έτι μικρότερα. Ούτως εν Θράκη έχομεν κατά τους χρόνους των Παλαιολόγων τα ακόλουθα θέματα 1) το της Θράκης και Μακεδονίας με πρωτεύουσαν το Πάμφιλον, διότι η Αρκαδιούπολις είχε πλέον καταστραφή, 2) το της Χερσονήσου, 3) το της Μεσημβρίας, το οποίον αντικατέστησε το της Αγχιάλου, 4) το της Αδριανουπόλεως και Διδυμοτείχου, 5) το της Στενιμάχου και Τζεπαίνης, εις το οποίον περιλαμβάνεται και η Φιλιππούπολις, 7) το θέμα της Αχριδώς και 8) το θέμα της Μόρας. Τα δύο τελευταία ήσαν ορεινά θέματα εν τη Ροδόπη. Το Βολερόν εξακολουθεί να παραμένη ηνωμένον με τον Στρυμόνα. Μόνον κατά τας μεταξύ του Ανδρονίκου του Γ΄ και Ιωάννου του Καντακουζηνού διαμάχας εμφανίζεται δουξ αυτού ιδιαίτερος, ο φίλος του Καντακουζηνού Ιωάννης ο Απελμενέ. Παρά ταύτα δεν είναι ασύνηθες το φαινόμενον της έτι περαιτέρω διασπάσεως της εξουσίας κατά πόλεις, τας οποίας οι αυτοκράτορες παρεχώρουν εις ιδίους συγγενείς, όπως συνέβη με την Αίνον και την Βιζύην, εκ των οποίων η μεν πρώτη παρεχωρήθη εις τον γαμβρόν του Καντακουζηνού Νικηφόρον, η δε δευτέρα εις τον γυναικάδελφον αυτού δεσπότην Μανουήλ τον Ασάνην. Αρκετοί δε και άλλοι άρχοντες κατά πόλεις και φρούρια αναφέρονται, πράγμα το οποίον μαρτυρεί την κατά τους εσχάτους τούτους χρόνους εξάρθρωσιν της διοικήσεως, ένεκα κυρίως της δυνάμεως των αριστοκρατικών γενών και των επανειλημμένων εμφυλίων πολέμων διά την κατάληψιν της βασιλείας. Αυτή ήτο η διοικητική κατάστασις εν Θράκη, οποία ήτο και εις τας άλλας του κράτους επαρχίας.
Η Θράκη υπέφερε κατά τους χρόνους των Παλαιολόγων τα πάνδεινα. Και τους μεν παλαιούς εχθρούς, τους βορείους γείτονας, κατώρθωνον οι Έλληνες εκάστοτε να δαμάζουν, ενέσκηψαν όμως κατά τους χρόνους τούτους νέα δεινά, η ληστρική πρώτον εταιρεία των Καταλάνων, οι Τούρκοι έπειτα και τελευταίον οι πειραταί των ιταλικών πόλεων, της Βενετίας και της Γενούης, της Πίσης και εί τινος άλλης. Είναι ανεκδιήγητοι αι ερημώσεις και αι καταστροφαί, τας οποίας υπέστη η Θράκη εκ της παραμονής εν αυτή των Καταλάνων, οι οποίοι από συμμάχων μετεβλήθησαν εις ολετήρας. Κατά τας πληροφορίας των συγχρόνων ιστορικών μόνον η τελεία της χώρας εξάντλησις και ο φόρος της πείνης ηνάγκασαν αυτούς να εγκαταλείψουν την Θράκην και να αναζητήσουν άλλας χώρας προς λαφυραγωγίαν και ερήμωσιν. Οι Τούρκοι, όχι μόνον οι Οσμάνοι, αλλά και οι της Σμύρνης, διά συνεχών επιδρομών όχι μόνον την χώραν ηρήμωναν, αλλά και τους ανθρώπους απήγον εις αιχμαλωσίαν. Όχι ολιγώτερα δεινά υφίσταντο οι παράλιοι πληθυσμοί εκ μέρους των πειρατών των Ιταλικών πόλεων. Το κακόν είχε φθάσει εις τοιούτον σημείον, ώστε ηνάγκασε τον Ανδρόνικον τον Β΄ να διατάξη την εγκατάλειψιν των παραλίων και τον εποικισμόν των κατοίκων εις τα μεσογειότερα. Τέλος οι εμφύλιοι πόλεμοι εκορύφωσαν τα δεινά και τας καταστροφάς. Παρ’ όλα ταύτα το στρατιωτικόν και πολεμικόν φρόνημα των Θρακών δεν έσβυσε ουδέ κατά τους δεινούς τούτους χρόνους. Κατ’ αυτούς τους εσχάτους χρόνους του Καντακουζηνού εν μόνον μικρόν θέμα, το θέμα Στενιμάχου και Τζεπαίνης παρείχεν εισέτι «ίππείς χιλίων ούκ έλάσσους μαχιμωτάτους καί πλήθος πεζών». Εις το φρόνημα δ’ ακριβώς τούτο οφείλεται και η περί ένα σχεδόν αιώνα ακατάβλητος αντοχή εις τους συνεχείς πολέμους και τα δεινά. Ήτο δε το φρόνημα αυτό όχι απλώς στρατιωτικόν, άλλά και εθνικόν, φρόνημα ελληνικόν, αδιάφορον αν το όνομα Έλλην, δεν είχε εισέτι αναζήση, δεν είχεν υποκαταστήση το όνομα του Ρωμαίου. Το λέγω τούτο, διότι πολλοί των ξένων ιστορικών θέλοντες να αμαυρώσουν την ελληνικότητα του Βυζαντίου ισχυρίζονται ότι χριστιανικόν μεν και κρατικόν πνεύμα υπήρχεν εις το Βυζάντιον, όχι όμως και εθνικόν. Τους τοιούτους ισχυρισμούς διαψεύδουν αυτοί οι Θράκες πολεμισταί και πρόμαχοι του Ελληνικού κατά τους δεινούς τούτους χρόνους. Οι πρόμαχοι του Μελενίκου διακηρύττουν ότι ουδεμίαν θέλουν να έχουν σχέσιν προς τους Βουλγάρους δυνάστας, διότι είναι καθαροί το γένος Ρωμαίοι εκ Φιλιππουπόλεως ορμώμενοι. Ιδού οι λόγοι αυτών κατά τον Ακροπολίτην. «Ό τε γάρ ήμέτερος χώρος τη τών Ρωμαίων προσήκει αρχή -πλεονεκτικώτερον γάρ οί Βούλγαροι τοίς πράγμασι χρησάμενοι καί τού Μελενίκου γεγένηνται έγκρατείς -ήμείς δέ πάντες καί έκ Φιλιππουπόλεως δρμώμεθα καθαροί τό γένος Ρωμαίοι». Πόσα λέγει η μακρά αυτή φράσις, καθαροί το γένος Ρωμαίοι. Πόσην εθνικήν υπεpηφάνειαν κρύπτει! Αλλά δεν είναι μόνον οι εκ Φιλιππουπόλεως ούτοι Μελενίκιοι, οι οποίοι έχουσι πλήρη συνείδησιν της εθνικής των καταγωγής και υπερηφανεύονται δι’ αυτήν. Και οι κάτοικοι των περί την Μεσημβρίαν βορειοθρακικών πόλεων αρνούνται να δεχθώσι την παραχώρησιν των πόλεών των εις τους Βουλγάρους και παρέχουν ούτω δικαίαν πρόφασιν εις τον Μιχαήλ τον Παλαιολόγον ν’ αθετήση την υπόσχεσιν αυτού προς τους Βουλγάρους. « Τά δέ περί τάς πόλεις (ο βασιλεύς) ανεβάλλετο, ταίς μέν αληθείαις ειδώς έντεύθεν παραιρεθησομένην τήν Ρωμαΐδα τά κράτιστα, τω δέ Κωνσταντίνω προφάσεις έπλάττετο πιθανάς, άλλας τε καί τό μή έχειν εύθέας δούναι, μή τών έποίκων καταδεχομένων τών πόλεων. Ρωμανίας γάρ είναι μέρος έκείνας καί Ρωμαίους αύτούς, μή είναι δ’ εύλογον Ρωμαίους υπό Βουλγάρω τελείν».
Τοιαύτη υπήρξεν η Θράκη κατά τον Μεσαίωνα, πλήρης πνεύματος στρατιωτικού και εθνικού μέχρι και των εσχάτων χρόνων, προπύργιον της Κωνσταντινουπόλεως και του Ελληνισμού κατά των από βορρά κατερχομένων ποικιλωνύμων βαρβάρων. Διά τούτο και ο Ελληνικός λαός ένα περίπου αιώνα προ της αποφράδος ημέρας της πτώσεως της βασιλίδος των πόλεων έκλαυσε τας τύχας της ηρωϊκής πρωτευούσης της Αδριανουπόλεως.
Τ’ αηδόνια της Ανατολής και τα πουλιά της Δύσης
κλαίγουν αργά, κλαίγουν ταχιά, κλαίγουν το μεσημέρι,
κλαίγουν την Αντριανόπολη την πολυκρουσεμένη,
οπού τήνε κρουσέψανε τις τρεις γιορτές του χρόνου,
του Χριστουγέννου για κερί, και του Βαγιού για βάγια
και της Λαμπρής την Κυριακή για το Χριστός ανέστη.
(Σημ. ΔΕΕ: Οι επισημάνσεις δικές μου).

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Η Θράκη επί Βυζαντινής αυτοκρατορίας (1)

Παρουσιάζουμε σήμερα το κείμενο μιας σημαντικής διάλεξης του αείμνηστου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Στίλπωνος Κυριακίδη. Η ομιλία πραγματοποιήθηκε την 3Οή Μαρτίου 1940 στην αίθουσα του Εμπορικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης «χάριν των Θρακών», όπως αναφέρεται (Αρχείον Θρακ. Γλωσ. Λαογρ. Θησαυρού, τόμ. ΙΒ΄, σ. 49-62).
Παρά το γεγονός ότι η ομιλία έγινε στην καθαρεύουσα της εποχής εκείνης, νομίζω ότι η κατανόησή της δεν θα παρουσιάσει δυσκολίες σε οποιονδήποτε διαθέτει ένα μέσο επίπεδο γνώσεων και μόρφωσης. Θεωρούμε ότι η διάλεξη αυτή παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον για πολλούς λόγους. Είναι ευνόητο, ότι ορισμένα εθνολογικά στοιχεία και παρατηρήσεις που αναφέρονται στην ομιλία απηχούν τις αντιλήψεις της εποχής και από τότε έχουν αναθεωρηθεί σε πολλά σημεία. Σε επόμενη ανάρτηση θα επανέλθουμε παρουσιάζοντας τις σύγχρονες εθνολογικές απόψεις για τους Θράκες.
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης
α
Η ΘΡΑΚΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ
ΣΤΙΛΠΩΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ
[...]
Το θέμα της ομιλίας μου θα είναι η Θράκη κατά τους βυζαντινούς χρόνους, θέμα κυρίως μεν γεωγραφικόν, εν μέρει δε και ιστορικόν, διότι η πολιτική γεωγραφία είναι αρρήκτως πάντοτε συνδεδεμένη προς την ιστορίαν. Διά να γίνωσιν όμως σαφέστερα ιστορικώς όσα θα σας είπω, είναι ανάγκη να κάμω μίαν σύντομον αναδρομήν εις το απώτερον παρελθόν, του οποίου περαιτέρω συνέχεια είναι και το Βυζάντιον.
Οι Θράκες, ως γνωστόν, είναι λαός ινδοευρωπαϊκός, ανήκει δηλ. εις την ιδίαν γλωσσικήν ομοφυλίαν, εις την οποίαν ανήκουν και οι Έλληνες. Κατά τους ιστορικούς, εκ των τριών λαών, οι οποίοι κατά την αρχαιότητα εμφανίζονται εις την Βαλκανικήν χερσόνησον, πρώτοι κατήλθον περί τα τέλη της 8ης π.Χ. χιλιετηρίδος οι Έλληνες, οι οποίοι και επροχώρησαν μέχρι των νοτιωτάτων άκρων της χερσονήσου και των νήσων, καταλαβόντες ολόκληρον την χώραν, την απ' αυτών κληθείσαν κατόπιν Ελλάδα.
Δεύτεροι ηκολούθησαν οι Θράκες, οι οποίοι εξηπλώθησαν από του Αδρία μέχρι του Ελλησπόντου και της Μ. Ασίας, εισδύσαντες και εις την Ελλάδα παροδικώς μέχρι της Δαυλίδος και της Ευβοίας και της Ελευσίνος. Τρίτοι έρχονται και οι Ιλλυριοί περί τον 13ον π.Χ. αιώνα, οίτινες αφ’ ενός μεν εξώθησαν τους εν Ηπείρω Έλληνας, δηλ. τους Δωριείς προς τα νοτιώτερα, αφ’ ετέρου δ’ εξετόπισαν τους Θράκας προς τα ανατολικώτερα. Δεν γνωρίζω κατά πόσον η γνώμη αύτη πρέπει να θεωρηθή οριστική. Η παρουσία θρακικών τοπωνυμίων πολύ νοτιώτερον και οι αρχαίοι μύθοι, οι οποίοι ομιλούν περί Θρακών εν Θεσσαλία και έτι νοτιώτερον, οπόθεν εξεβλήθησαν υπό των Ελλήνων, καθώς και περί ανωτέρου αυτών πολιτισμού, εκ του οποίου ωφελήθησαν οι Έλληνες, ωδήγησάν τινας των ερευνητών, μεταξύ των οποίων και τον διαπρεπή Θράκα αρχαιολόγον αείμνηστον Χρ. Τσούνταν, εις την ταύτισιν των παλαιοτέρων τούτων Θρακών προς τους Πελασγούς. Η γνώμη δεν έγινε δεκτή, δεν θα ήτο όμως εντελώς απίθανον προς άρσιν των δυσκολιών να υποτεθή ότι η μετανάστευσις των Θρακών υπήρξε παλαιοτέρα της ελληνικής. Πάντως το προϊστορικόν τούτο ζήτημα δεν δύναται να θεωρηθή ως λυθέν.
Αφ’ ότου αρχίζουν αι γραπταί πηγαί, αρχαιοτάτη δε πηγή είναι, ως γνωστόν, ο Όμηρος, τους Θράκας ευρίσκομεν εγκατεστημένους εις την ανατολικώς του Αξιού χώραν μέχρι της Προποντίδος και του Ελλησπόντου και έν τισι και πέραν αυτού. Όταν η Ήρα φεύγη από τον Όλυμπον διά να μεταβή εις την Τροίαν προς συνάντησιν του Διός επί της Ίδης, διέρχεται πρώτον την Πιερίαν, έπειτα την Ημαθίαν, έπειτα τα χιονοσκεπή όρη των Θρακών, έπειτα φθάνει εις τον Άθων, οπόθεν υπεράνω της θαλάσσης πλέον ιπταμένη φθάνει εις την Λήμνον και εκείθεν εις την Ίδην. Εκ του ταξειδίου τούτου είναι προφανές ότι ο Όμηρος λέγων «ίπποπόλων Θρακών όρη νιφόεντα» εννοεί τα όρη κυρίως της Χαλκιδικής, η οποία κατά ταύτα κατείχετο υπό των Θρακών. Τα βόρεια όρια της Θράκης δεν καθορίζονται. Μόνον εν τη κεντρική Μακεδονία βορειότερον αυτών τοποθετεί ο Όμηρος τους Παίονας. Εάν δε ληφθή υπ’ όψιν ότι τα ομηρικά έπη περί τα τέλη του Θ΄ αιώνος έλαβον την τελειωτικήν των μορφήν, είναι προφανές ότι κατά τους χρόνους τούτους οι Θράκες έφθανον τουλάχιστον μέχρι του Αξιού. Υπό τίνων κατωκείτο η Ημαθίη και η Πιερίη δεν μας το λέγει ο Όμηρος. Αν όμως λάβωμεν υπ’ όψιν την πιθανήν πληροφορίαν του Θουκυδίδου ότι οι Μακεδόνες εξέβαλον τους Πίερας εκ της Πιερίας, οι οποίοι έκτοτε εγκατεστάθησαν εις την νοτίως του Παγγαίου χώραν, ασφαλώς και η Πιερία κατά τον Θ΄ τουλάχιστον αιώνα κατωκείτο υπό των Θρακών. Η αυτή κατάστασις εξηκολούθησε και κατά τον Η΄ και τον Ζ΄ ακόμη αιώνα, οι δε πρώτοι εγκατασταθέντες εις την Χαλκιδικήν Έλληνες Χαλκιδείς εύρον εν αυτή Θράκας, όθεν και αι αποικίαι αυτών έλαβον το συνολικόν όνομα «τά έπί Θράκης» το οποίον ευρίσκομεν εν χρήσει βραδύτερον μέχρι του Ε΄ και του Δ΄ αιώνος παρά τοις συγγραφεύσι και μάλιστα παρά τω Θουκυδίδη.

Η εγκατάστασις αύτη των Ελλήνων εις τα παράλια συνετέλεσεν, ως ήτο φυσικόν, εις την απώθησιν των Θρακών προς τα μεσόγεια και τα ορεινότερα. Όσοι τυχόν παρέμειναν αφωμοιώθησαν υπό των Ελλήνων. Αξιοσημείωτος ως προς τούτο είναι η είδησις του παλαιοτάτου λογογράφου και γεωγράφου Εκαταίου περί το 500 π.Χ., όστις γράφων περί των εν τω Θερμαϊκώ κόλπω πόλεων λέγει τα εξής: « Έν δ’ αύτώ Θέρμη πόλις Έλλήνων Θρηΐκων, έν δέ Χαλάστρη πόλις Θρηΐκων». Συμφώνως προς την διάκρισιν ταύτην η Θέρμη πρέπει να κατωκείτο υπό Ελλήνων εγκατεστημένων εν Θράκη ή εξηλληνισμένων Θρακών, ενώ η ολίγον δυτικώτερον κειμένη περί τον Αξιόν Χαλάστρα υπό Θρακών, μη εξελληνισθέντων. Το αυτό έγινε και εις τα άλλα της Θράκης παράλια. Χαρακτηριστικόν διά την εξελλήνισιν ταύτην των παραλίων είναι και το πολύ βραδύτερον αναφερόμενον υπό του Λιβίου γεγονός κατά το έτος 188 π.Χ. Ο Ρωμαίος στρατηγός Γναίος Μάνλιος επιστρέφων εκ της Ασίας και οδεύων διά της Θράκης υπέστη επανειλημμένας υπό των Θρακών επιθέσεις εις τας παρά τα Κύψελα και τα στενά των Κορπίλων, δηλ. παρά την σημερινήν Μάκρην, δασώδεις και ορεινάς διαβάσεις, ενώ εις τα πεδινά, τα προφανώς κατεχόμενα υπό των Ελλήνων κατοίκων της Αίνου και της Μαρωνείας, όχι μόνον διήλθεν ησύχως, αλλ’ ηδυνήθη και να αναπαυθή και ανεφοδιασθή επαρκώς διά τροφίμων. Εκ της αφηγήσεως ακριβώς του Λιβίου (38, 41) εξάγεται ότι το Βριαντικόν πεδίον, το οποίον είναι η πεδιάς της σημερινής Κομοτινής, κατείχετο και εκαλλιεργείτο υπό των Μαρωνιτών. Εκείθεν μέχρι της Νεαπόλεως, της σημερινής δηλ. Καβάλλας, κατά τους λόγους του Λιβίου ώδευσεν επίσης ειρηνικώς διά των ελληνικών αποικιών (hoc omne per Graecorum colonias pacatum iter fuit). Εννοείται ότι η εγκατάστασις αύτη των Ελλήνων εις τα παράλια και η κατάληψις των γειτονικών προς τας πόλεις αυτών πεδιάδων δεν έγινε άνευ αγώνων, των οποίων τας λεπτομερείας δεν γνωρίζομεν, ιδέαν όμως τινά δυνάμεθα να σχηματίσωμεν εκ των ποιημάτων του παλαιού ποιητού Αρχιλόχου, όστις εις τα Άβδηρα απώλεσε και την ασπίδα, μαχόμενος κατά των Σαπαίων. Ούτως από του Ζ΄ αιώνος και εφεξής οι Θράκες απωθούνται υπό των Ελλήνων από τα παράλια. Ταυτοχρόνως όμως απωθούνται και από τα δυτικά των όρια.
Οι Μακεδόνες βασιλείς ορμώμενοι από των Αιγών, δηλ. της Εδέσσης, κατέρχονται προς την πεδιάδα, εκβάλλοντες ή υποτάσσοντες τα κατέχοντα αυτήν θρακικά μεν νοτιώτερον, παιονικά δε βορειότερον περί τον Αξιόν φύλα. Λεπτομερείας των αγώνων αυτών των Μακεδόνων προς τους Θράκας, πλην της εκτοπίσεως των Πιέρων από της Πιερίας, δεν γνωρίζομεν. Εκ της αφηγήσεως όμως του Ηροδότου πληροφορούμεθα περί της καταστάσεως, εις ήν είχον καταλήξει τα πράγματα κατά τας αρχάς του Ε΄ αιώνος. Κατ’ αυτάς τα όρια της Μακεδονίας είχαν επεκταθή μέχρι του όρους Δυσώρου, το οποίον είναι προφανώς ο ορεινός όγκος του Λαχανά. Ταυτοχρόνως και οι Παίονες, πιεζόμενοι υπό των Μακεδόνων, εξετοπίσθησαν από του Αξιού και κατέλαβον την πέραν του Στρυμόνος, περί τας Σέρρας και την Δράμαν χώραν. Δεν έπαυσαν όμως να υφίστανται και εγκατεσπαρμένα θρακικά φύλα εις τας παλαιάς αυτών κοιτίδας, όπως π.χ. οι Κρηστωναίοι και οι Βισάλται και εί τινες άλλοι. Κατά ταύτα κατά τον Ε΄ αιώνα συμφώνως προς τας πληροφορίας του Ηροδότου, τα όρια της Θράκης εκτείνονται από του Ίστρου μέχρι του Αιγαίου και από του Ευξείνου και του Ελλησπόντου μέχρι της Ροδόπης και του Νέστου, χωρίς να παύσουν υφιστάμενα θρακικά φύλα μέχρι του Στρυμόνος και του Δυσώρου. Βραδύτερον κατά την ακμήν των Μακεδόνων όριον μεταξύ Θράκης και Μακεδονίας αποβαίνει ο Νέστος, χωρίς όμως πάλιν να εξαφανισθούν τα σποραδικώς υφιστάμενα και πέραν αυτού, ιδία εις τα ορεινότερα της χώρας, φύλα.
Η αυτή κατάστασις παρέμεινε και όταν η Θράκη υπετάγη εις τους Ρωμαίους. Όριον μεταξύ των δύο μεγάλων επαρχιών της Μακεδονίας και της Θράκης εξακολουθεί να παραμένη ο Νέστος και η Ροδόπη. Σημαντική διά τους μετέπειτα βυζαντινούς χρόνους είναι η περί τα τέλη του Γ΄ μ.Χ. αιώνος εγκατασταθείσα διοικητική διαίρεσις του Διοκλητιανού. Κατ’ αυτήν ολόκληρον το κράτος διηρέθη εις μεγάλας διοικήσεις και αύται εις επαρχίας. Μίαν των διοικήσεων τούτων απετέλεσε και η Θράκη, η οποία διετήρησε την παλαιάν της έκτασιν από του Ίστρου μέχρι του Αιγαίου και από του Ευξείνου και του Ελλησπόντου μέχρι του Νέστου και της Ροδόπης. Η μεγάλη αύτη διοίκησις διηρέθη εις εξ επαρχίας. 1) Της Ευρώπης, 2)της Ροδοπης, 3) της Θράκης, 4) του Αιμιμόντου, 5) της Σκυθίας και 6) της κατωτέρας Μυσίας. Εκ τούτων η πρώτη περιελάμβανε την περί το Βυζάντιον και την Προποντίδα χώραν μέχρι περίπου των σημερινών Μαλγάρων, η δευτέρα εξετείνετο κατά μήκος των παραλίων του Αιγαίου από των Μαλγάρων μέχρι του Νέστου, περιελάμβανε δε τας πόλεις Αίνον, Μαρώνειαν, Μαξιμιανούπολιν και Άβδηρα, η τρίτη της Θράκης με κέντρον την Φιλιππούπολιν περιελάμβανε περίπου την από της Βερολινείου συνθήκης γνωστήν υπό το όνομα της Ανατολικής Ρωμυλίας περιοχήν, η τετάρτη του Αιμιμόντου περιελάμβανε την περιοχήν της Αδριανουπόλεως μέχρι και της εις τα παράλια του Ευξείνου ευρισκομένης Αγχιάλου, η πέμπτη η της Μυσίας περιελάμβανεν ολόκληρον την σημερινήν Βουλγαρίαν και η έκτη τέλος η της Σκυθίας, την σημερινήν Δοβρουτσάν.
Η διαίρεσις αύτη του Διοκλητιανού εκράτησεν επί πολλούς αιώνας επαναλαμβάνεται δε και κατά τους χρόνους του Ιουστινιανού. Ο εκ των χρόνων του βασιλέως αυτού προερχόμενος Συνέκδημος του Ιεροκλέους, ο οποίος αποτελεί την πολιτικήν, ούτως ειπείν, γεωγραφίαν των χρόνων του Ιουστινιανού, αλλά και αι πληροφορίαι του Προκοπίου επαναλαμβάνουν τα ίδια με την προσθήκην περισσοτέρων ονομάτων πόλεων, εκ των οποίων καθορίζονται ακριβέστερον τα όρια των επαρχιών. Αξιοσημείωτος είναι η μνεία της Αρκαδιουπόλεως, ήτοι του σημερινού Μπαμπά Εσκί εν τη επαρχία Ευρώπης, η οποία μας δίδει τα δυτικά όρια της επαρχίας ταύτης. Αναλόγως προς τας πολιτικάς ταύτας επαρχίας καθώρισε και η Εκκλησία τας εκκλησιαστικάς της επαρχίας, αίτινες εξηκολούθησαν και μέχρι των ημερών ημών να φέρωσι τα ίδια ονόματα, αν και τα πράγματα έχουν παύσει από αιώνων να υφίστανται.
Μεταβολή εις την διοικητικήν ταύτην κατάστασιν της Θράκης, αλλά και ολοκλήρου του κράτους επήλθεν από των χρόνων του Ηρακλείου και εφεξής, από του οποίου αρχίζει η νέα του κράτους διοικητική οργάνωσις, της οποίας μονάς είναι το θέμα, διαίρεσις κατ’ εξοχήν στρατιωτική, εν τη οποία η τε πολιτική και η στρατιωτική διοίκησις συνεκεντρούτο εις τας χείρας ενός, του στρατηγού. Ο λόγος της τοιαύτης συγκεντρώσεως, αλλά και της όλης οργανώσεως, ήσαν οι δύσκολοι καιροί, τους οποίους διήρχετο το κράτος ένεκα των συνεχών επιδρομών των γειτόνων, ιδίως της Ασίας, των Περσών πρώτον και ακολούθως των Αράβων. Διά να αντιμετωπισθούν αι επιδρομαί αύται, αι γνωσταί υπό το όνομα κούρσα, λόγω του αιφνιδιαστικού αυτών χαρακτήρος, υπήρχεν ανάγκη οργανώσεως επιτοπίων κατ’ επαρχίας στρατευμάτων, ετοίμων εις εκάστην στιγμήν να σπεύσωσι προς άμυναν και καταδίωξιν των επιδρομέων. Εδόθη λοιπόν γη εις τους στρατιώτας, εκ της οποίας να τρέφωνται με την υποχρέωσιν να διατηρούν τους ίππους των και τα όπλα των πάντοτε έτοιμοι να σπεύσουν εις την πρώτην του στρατηγού πρόσκλησιν. Εισήχθη δηλ. είδος τι φεουδαρχικού συστήματος, το οποίον όμως λόγω της ισχύος της κεντρικής διοικήσεως ουδέποτε έλαβεν εις το Βυζάντιον τον χαρακτήρα της φεουδαρχίας της Δύσεως. Αι πληροφορίαι, διά τα πρώτα έτη της εφαρμογής του θεματικού συστήματος δεν είναι πλήρεις ούτε σαφείς. Όπως όμως και αν έχη το πράγμα, είναι δυνατόν εκ των σποραδικών πληροφοριών να παρακολουθήσωμεν την εξέλιξιν αυτού και μάλιστα εις την Θράκην, η οποία και αποτελεί το υποκείμενον της ομιλίας μας.
(Συνεχίζεται)
Σημ. ΔΕΕ: Οι επισημάνσεις δικές μου.

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

Εθνο-...Οικονομικά


Ένα πολύ επίκαιρο και καταπληκτικό άρθρο από την ιστοσελίδα www.capital.gr για την τραγική κατάσταση της Οικονομίας μας, με εθνολογικά υπονοούμενα και ιστορικές αναφορές, με εξαιρετική ειρωνεία, αλλά και αυτοσαρκασμό. Αναρτήθηκε την Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009. Αξίζει να διαβαστεί…
Δ.Ε.Ε.


Πόσα μας δίνουν για να φύγουμε;

Χρωστάμε ως έθνος και της Μιχαλούς, η κρατική μας μηχανή είναι μονίμως διαλυμένη, οι πολίτες μας ζουν σε νιρβάνα και το φάντασμα της χρεοκοπίας έχει βρει μόνιμη στέγη στις υπόγειες στοές των Αθηνών από την εποχή του Περικλή. Οι Ευρωπαίοι έχουν τσαντιστεί πολύ μαζί μας. Αυτή ακριβώς, φίλοι και φίλες, είναι η ευκαιρία μας. Είναι καιρός να μας πουν ανοικτά τι μας δίνουν για να τους αφήσουμε ήσυχους! Ποιος Αλμούνια και ποιος Τρισέ; Από τα Άγια αυτά χώματα έχουν περάσει πραγματικά μεγάλες μορφές της ιστορίας που νόμισαν ότι θα υποδούλωναν το φιλελεύθερο πνεύμα του Έλληνα. Κούνια που τους κούναγε! Ουδείς άντεξε, όλοι έσπευσαν να φύγουν όσο το δυνατόν πιο μακριά. Οι Ρωμαίοι έκαναν το λάθος να μείνουν λίγο παραπάνω και πολύ γρήγορα το μικρόβιο του ελληνικού πνεύματος κυρίευσε τη Ρώμη. Είναι γνωστή η φράση ότι οι Ρωμαίοι κατέκτησαν την Ελλάδα με τα όπλα και οι Έλληνες τη Ρώμη με το πνεύμα τους. Ομοίως και οι Τούρκοι, έμειναν καμιά 400 χρόνια και το αποτέλεσμα ήταν η διάλυση της αυτοκρατορίας τους, καθώς οι Έλληνες είχαν διεισδύσει βαθιά μέσα στο σύστημα διακυβέρνησης του σουλτάνου.
Στην Ευρώπη εκλαμβάνουν ως γραφικές τις τοποθετήσεις που γίνονται τελευταίως ότι ο κ. Αλμούνια και η παρέα του μπορούν να λένε ό,τι θέλουν και ότι τους έχουμε γραμμένους στα παλαιότερα των υποδημάτων μας. Κάνουν λάθος και θα το πληρώσουν το ίδιο σκληρά με άλλους που υποτίμησαν το αθάνατο ελληνικό πνεύμα. Ή θα μας πληρώσουν για να φύγουμε ή θα τους πάρουμε μαζί μας! Η Ευρώπη κινδυνεύει σοβαρά, μόνο που ακόμη δεν έχει συνειδητοποιήσει το μέγεθος του κινδύνου. Πιστεύουν, οι αφελείς, ότι αρκεί να στείλουν εδώ έναν κομισάριο και ότι όλα θα μπουν σε τάξη. Βρίσκονται σε πλάνη. Πιο πιθανό είναι ο κομισάριος να αρχίσει μετά από λίγο να συμπεριφέρεται ως Έλληνας, παρά εμείς να μάθουμε να συμπεριφερόμαστε ως Ευρωπαίοι. Μπορείτε, αλήθεια, να φανταστείτε την Ευρωπαϊκή Ένωση να λειτουργεί σε ελληνικούς ρυθμούς;
Γι΄ αυτό το λέμε: Πόσα μας δίνουν για να τους αφήσουμε ήσυχους; Για να γλιτώσουν, τουλάχιστον, αυτοί. Εμείς ξέρουμε ότι δεν έχουμε ελπίδα.
Μας κυνηγά η κατάρα από την ώρα που κλέψαμε την φωτιά, με τη βοήθεια του Προμηθέα, από τους Θεούς. Παρά την οργή τους προτίμησαν να συνθηκολογήσουν μαζί μας και να κατοικήσουν στον Όλυμπο, εκτιμώντας, προφανώς, ότι ήταν καλύτερη η συνθηκολόγηση από τον ανοικτό πόλεμο.
Αλλά ούτε κι αυτό τους έσωσε! Στην πρώτη ευκαιρία τους... πουλήσαμε κι αυτούς, ανακαλύπτοντας το 'φως το αληθινό'...

Θανάσης Μαυρίδης thanasis.mavridis@capital.gr

(Σημ. ΔΕΕ: Οι επισημάνσεις δικές μου)

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009

ΓΛΩΣΣΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ… (5)

Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

ΓΛΩΣΣΟΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΗΜΙΜΑΘΕΙΑ

Έχει γίνει μεγάλη συζήτηση στο παρελθόν για το θέμα των γεωγραφικών ονομασιών ξένων πόλεων, περιοχών, χωρών κ.λπ. Θα πρέπει άραγε να τα γράφουμε και να τα προφέρουμε σύμφωνα με την γλώσσα του κάθε λαού ή θα πρέπει να τα εξελληνίζουμε; Θα πρέπει να τα γράφουμε με το ελληνικό αλφάβητο ή με την γραφή του λαού της συγκεκριμένης χώρας; Tο τελευταίο, προφανώς, είναι μάλλον τραβηγμένο, μια και θα έπρεπε ο καθένας να γνωρίζει και την κυριλλική γραφή, την αραβική, τα κινεζικά ιδεογράμματα ή τις συλλαβικές γραφές της ΝΑ Ασίας για να αποδώσει τα ανάλογα ονόματα χωρών, πόλεων κ.λπ.; Απορρίπτοντας έτσι αυτήν την εκδοχή, θα πρέπει να επιλέξουμε μεταξύ της ελληνικής και της λατινικής γραφής. Επειδή αυτός ο προβληματισμός φτάνει μέχρι το ζήτημα της φωνητικής γραφής της γλώσσας μας, αλλά και της κατάργησης του ελληνικού αλφάβητου και της αντικατάστασής του από το λατινικό, όπως με μεγάλη σοβαρότητα είχε υποστηριχθεί από μερίδα «προοδευτικών» διανοούμενων στο παρελθόν, νομίζω ότι θα πρέπει να τον αφήσουμε για κάποια άλλη φορά, μια και ο χώρος αυτών των σημειωμάτων είναι περιορισμένος.
Ερχόμαστε λοιπόν να θίξουμε το ζήτημα της μεταφοράς στην γλώσσα μας των ξένων γεωγραφικών ονομασιών.
Πριν από μερικές δεκαετίες και στις επικρατούσες τότε συνθήκες του γλωσσοπολιτικού φανατισμού, είχαν υποστηριχθεί διάφορες, όχι πάντα σοβαρές, απόψεις για απλοποιήσεις, για υιοθέτηση αυτούσιων των ξένων ονομασιών, για προσαρμογές στην Δημοτική και άλλα πολλά. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να γράφει σήμερα ο καθένας ό,τι θέλει και όπως του επιτρέπει η γλωσσική του παιδεία και αισθητική. Φυσικά, πλην σπανίων και τιμητικών εξαιρέσεων, οι πανεπιστημιακοί μας, οι ακαδημαϊκοί, φιλόλογοι, γλωσσολόγοι κ.λπ. ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν να ασχοληθούν με τέτοιες «λεπτομέρειες» (σε αντίθεση με τους Γάλλους συναδέλφους τους, οι οποίοι επιδεικνύουν πολύ μεγαλύτερη ευαισθησία και αγάπη για την γλώσσα τους), ώστε να εκδώσουν κάποιο βοήθημα, κάποιο γλωσσάρι ή οτιδήποτε τέλος πάντων.
Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις και προβληματισμούς υπήρξε ο τίτλος αφιερώματος σε κάποιο έντυπο και μάλιστα προβαλλόμενος και στο εξώφυλλό του, που διαφήμιζε την «ΑΝΑΤΟΛΙΑ» ως την «άγνωστη Τουρκία». Είμαι βέβαιος ότι πολλοί από αυτούς που είδαν το εξώφυλλο θα αναρωτήθηκαν τι είναι αυτή η ΑΝΑΤΟΛΙΑ (Ανατολία ή Ανατόλια άραγε;), κάποια πόλη, κάποιος τόπος, κάποια απομακρυσμένη περιοχή της Τουρκίας; Προφανώς τίποτε απ’ όλα αυτά, μια και ο αγράμματος ή ημιμαθής (ξενομανής ή εθνομηδενιστής αδιάφορο) συντάκτης του «αφιερώματος» δεν έκανε τον κόπο να ψάξει λίγο, ώστε να ανακαλύψει ότι πρόκειται για την Μικρά Ασία, την οποία οι Τούρκοι αποκαλούν στην γλώσσα τους Anadolu και οι δυτικοευρωπαίοι Anatolia (Είμαι περίεργος πώς αποκαλείται στο άρθρο η Κωνσταντινούπολη. Μάλλον Ισταμπούλ φαντάζομαι).
Αντίστοιχα σε προσόψεις ταξιδιωτικών γραφείων της Β. Ελλάδας διαβάζω συχνά: «Εκδρομή στην Οχρίδα» και εκνευρίζομαι για την επιπόλαιη αυτήν και ανιστόρητη αλλαγή ονόματος, που κάποιοι «τουριστικοί» πράκτορες, επεφύλαξαν για την υπερήφανη βυζαντινή Αχρίδα, την οποία πρόσφατα η κρατική ΝΕΤ σε υπότιτλο την έγραψε ως Ωχρήδα, όπως με φρίκη διάβασα μη πιστεύοντας στα μάτια μου!!!
Γιατί όχι; Θα σου απαντήσουν με θράσος χιλίων πιθήκων ορισμένοι, που δεν το κάνουν από αγραμματοσύνη, αλλά συνειδητά, από υπερχειλίζοντα ψευτοαριστερό «προοδευτισμό» και αχαλίνωτη ελαφρότητα. Γιατί, ανόητοι, τότε θα έπρεπε όλοι μας να γράφαμε και να προφέρουμε:
«Ο Υπουργός τάδε θα παραμείνει στο London για να συμμετάσχει……..» και όχι στο Λονδίνο ή «Ο ποδοσφαιρικός αγώνας ορίστηκε να γίνει στο München…….» και όχι στο Μόναχο κ.ο.κ.
Θα συνιστούσα για μια ακόμα φορά για όσους ενδιαφέρονται, ειδικά για το ζήτημα που θίγω στο σημείωμα αυτό, να μελετήσουν το εκπληκτικό και περιεκτικότατο βιβλιαράκι του Γιάννη Καλιόρη: Ο γλωσσικός αφελληνισμός – Πέραν του μισοξενισμού και της υποτέλειας.Είμαι βέβαιος ότι θα συμφωνήσουν με τα γραφόμενά του.
Το θέμα όμως που μας απασχόλησε παραπάνω είναι αρκετά σημαντικό, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ώστε να αξίζει να επανέλθουμε…


ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΕΥΡΥΧΩΡΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ

Έχει αναγνωρισθεί εδώ και καιρό ότι η ελληνική γλώσσα χαρακτηρίζεται από μια γόνιμη πολυτυπία, όχι μόνον στην διαχρονική της διάσταση (αρχαίες διάλεκτοι, ελληνιστική κοινή, μεσαιωνική ελληνική, νεοελληνική), αλλά και στην τωρινή συγχρονία της (λογία, καθομιλουμένη). Βεβαίως και εδώ έχουν καταγραφεί απόψεις κάποιων «μεταμοντέρνων», δήθεν προοδευτικών γλωσσολόγων, σύμφωνα με τις οποίες η νεοελληνική δεν έχει καμιά σχέση με την αρχαία ελληνική (!) και επομένως η διδασκαλία της στα σχολεία πρέπει να διακοπεί ολοκληρωτικά. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ότι αυτές οι επιστημονικά καταγέλαστες θεωρίες όχι μόνον έχουν καταρριφθεί προ πολλού, αλλά και προκαλούν απορίες για τους στόχους των υποστηρικτών τους, όταν μάλιστα προσφάτως η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών άρχισε να επανέρχεται σε σχολεία της Γερμανίας.Εν πάση περιπτώσει, η γλώσσα μας απέδειξε την ζωντάνια που εμπεριέχει, προϊόν συσσωρευμένης δυναμικής μιας αργόσυρτης πορείας ανά τους αιώνες και παρά την απόπειρα βιασμού της από ιδεόπληκτους φανατικούς και ανεγκέφαλους γλωσσοδιορθωτές (δημοτικιστές αυτήν την φορά) κατάφερε να επιβιώσει, ανανεωμένη και σφριγηλή. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν κάποιοι άμυαλοι να επιμένουν ότι η νεοελληνική πρέπει να αποβάλει πλήρως την λόγια κληρονομιά της και να περιοριστεί σε μια θεωρητική δημοτική, απόλυτα ομοιογενή και εξ ίσου εξαμβλωματική με την μακαρίτισσα καθαρεύουσα.
Όσες φορές όμως η γλώσσα μας εξαναγκάστηκε να εμφανιστεί απόλυτα ομοιογενής και «τετραγωνισμένη», υπήρξε κατασκεύασμα του γραφείου από κάποιους καθαρολόγους αρχαϊστές ή μαλλιαριστές, που προσπαθούσαν εν ονόματι γλωσσοπολιτικών φανατισμών να την προσαρμόσουν στην κλίνη του Προκρούστη, με κίνδυνο να αχρηστευθεί ως γλωσσικό όργανο της νεοελληνικής πνευματικής ζωής.Ο κίνδυνος όμως δεν έχει περάσει, μια και συγκεκριμένοι πανεπιστημιακοί κύκλοι φιλόλογων και γλωσσολόγων, επικουρούμενοι από αφελείς ψευτοπροοδευτικούς διανοούμενους, εξακολουθούν να επιμένουν στην διδασκαλία μιας «πετσοκομμένης» γλώσσας, αρκεί αυτή να έχει υποταχθεί στις ιδεοληψίες και ιδεοπληξίες τους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε εξ άλλου ότι οι παραπάνω κύκλοι εξακολουθούν να ελέγχουν πανεπιστημιακές σχολές και παιδαγωγικά τμήματα, όπου συνεχίζουν να «διδάσκουν» τις ανοησίες τους.Όπως έχει ήδη τονιστεί :
«…ενώ η δημοτική προσάρμοζε απλώς τις ξένες λέξεις στη μορφολογία και στη φωνητική της (γαζέτα, σπιτάλι, ντουάνα, καπιτάλι, μπανκανότα, κοντρεμπάντο), η λογία επινοούσε τα ελληνολεκτικά ισοδύναμα (εφημερίδα, νοσοκομείο, τελωνείο, κεφάλαιο, χαρτονόμισμα, λαθρεμπόριο), επιτελώντας έτσι μέγιστον έργο ονοματουργίας, που μας χάρισε τα ¾ του συγχρόνου λεξιλογίου…» (Γ. Μ. Καλιόρη: Παρεμβάσεις ΙΙ – Αθήνα 1986, σελ. 304).
Φαίνεται πάντως ότι οι οργανωμένες προσπάθειες των γλωσσοδιορθωτών απέτυχαν παταγωδώς και η γλώσσα μας, απελευθερωμένη από καταστροφικές μονιστικές αντιλήψεις και καταναγκασμούς, αποτελεί ένα μοναδικό πνευματικό εργαλείο, όπου το άλογο συνυπάρχει με τον ίππο, αλλά και με το άτι, προσδίδοντας τεράστιες εκφραστικές δυνατότητες στον καθένα μας.
Κλείνουμε με ένα απόσπασμα από κείμενο του κ. Σωτήρη Σόρογκα, ζωγράφου, ομότιμου καθηγητή του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» στις 21/10/2007:
«…Ο Νίκος Εγγονόπουλος, μέγας λάτρης του Ελληνισμού σε όλες του τις εκφάνσεις, με βοήθησε να κατανοήσω, ανάμεσα και σε άλλα συμβαίνοντα εκείνον τον καιρό, το μέγεθος της σπουδαιότητος μιας γλώσσας, που δεν δίσταζε να ενσωματώνει λόγιες λέξεις στη δημοτική, λέξεις-παλίμψηστα, που εγκλείουν σημασίες και μνήμες μιας ξεχασμένης καταγωγής και στοιχεία ταυτότητος που μας συγκροτούν και μας συνέχουν. Να κατανοήσω ότι η γλώσσα δεν είναι μόνο τρόπος έκφρασης και επικοινωνίας αλλά και τρόπος οργάνωσης του κόσμου μέσα στη συνείδηση, καθώς και της ίδιας της συνείδησης. Δεν αποκλείεται λοιπόν η συχνή αναφορά στον Ροΐδη - «σέβομαι τους ζωντανούς, ακόμα κι όταν είναι πεθαμένοι» - να απευθυνόταν και προς εκείνους που, με τις ακλόνητες βεβαιότητες του αριστερού διανοουμένου, έτειναν να ποινικοποιούν και να καταδικάζουν ως “αντιδραστικό” οτιδήποτε παρεξέκλινε από τις δικές τους μονολιθικές αντιλήψεις…»

Δ.Ε.Ε.

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

Ιστορικός αναθεωρητισμός (7)

Για την σημερινή και τελευταία ανάρτηση με την οποία ολοκληρώνεται ο κύκλος των ξένων άρθρων και κειμένων με θέμα τον αποκαλούμενο «Ιστορικό Αναθεωρητισμό», επιλέχθηκε ένα αναλυτικό και λεπτομερές κείμενο που είχε δημοσιευθεί στο «Αντίβαρο» τον Απρίλιο του 2007, από τον κ. Ηλία Ηλιόπουλο, Ιστορικό -Διδάκτορα (Dr. Phil.) του Πανεπιστημίου Μονάχου. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον άρθρο, μέσα από το οποίο αναπτύσσεται τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία με στόχο να αποκαλυφθούν οι μεθοδεύσεις των εμπνευστών της Νέας Τάξης και της κατευθυνόμενης Παγκοσμιοποίησης, αλλά και τις ιδεολογικές επενδύσεις με τις οποίες καλύπτονται οι στόχοι και οι επιδιώξεις τους. Θα ακολουθήσει, όπως είχαμε προαναγγείλει, η δική μας τοποθέτηση και ανάλυση του θέματος.
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης


Η Στρατηγική του Ιστορικού και Πολιτικού Αναθεωρητισμού.

Αποδόμηση – Εθνομηδενισμός – Νέα Τάξη

Στην «νέα» στρατηγική-ιδεολογική γραμμή της Νεοταξικής Παγκόσμιας Ηγεμονίας, εξέχουσα θέση κατέχει ο ιστορικός Αναθεωρητισμός. Ο εθνομηδενισμός και η αποδόμηση της εθνικής συνείδησης, ταυτότητας και ιστορίας οδηγεί κατ’ ευθείαν στην αποσταθεροποίηση και γεωπολιτική αναδιάταξη της Ευρώπης των Εθνών.
Όπως επισημαίναμε ήδη από πολλών ετών, «ένας κρίσιμος αριθμός των δυτικών δεξαμενών σκέψεως έχει ενστερνισθεί την παλαιά και γνωστή θέση ότι τα πολυεθνικά κράτη, όπως εκείνα των Καρολιδών, των Αψβούργων ή των Οσμανιδών, υπήρξαν λειτουργικότερα από τα διάδοχά τους εθνικά κράτη. Η "λύση" της ανασυστάσεως των παλαιών αυτοκρατοριών, υπό άλλην βεβαίως μορφή, ως οριζουσών συνιστωσών μιας παγκοσμίου τάξεως πραγμάτων, φαίνεται να έχει προκριθεί από πολλού χρόνου, αφ’ ης στιγμής, μάλιστα, η υπερατλαντική Υπερδύναμις ομολογημένα αδυνατεί να επωμίζεται, μόνη αυτή, το υπέρογκο βάρος της περιφρουρήσεως της διεθνούς τάξεως» (Ηλία Ηλιόπουλου, «Από την υπέρβαση της παλαιάς στην χάραξη της νέας διαχωριστικής γραμμής», περιοδικό «Οίστρος», τ. 9/10, Μόναχο, χειμώνας 1995). Η επιχειρούμενη, όμως, από ορισμένους αναβίωση της αυτοκρατορίας του Καρλομάγνου (ένα νέο «Ράϊχ» – «Ευρωπαϊκός Πυρήνας») ή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (επάνοδος της Τουρκίας στην ΝΑ. Ευρώπη, 100 χρόνια μετά την εκδίωξή της το 1913, και ανάδειξή της όχι μόνον σε Περιφερειακή αλλά και σε Ευρωπαϊκή Δύναμη) προαπαιτεί οπωσδήποτε την αποδόμηση και διάλυση των ιστορικά διαμορφωμένων και πολιτικά κυριάρχων Εθνών-Κρατών της Βαλκανικής, μέσω της εθνοπολιτισμικής τους μετάλλαξης – και τον συνακόλουθο εθνοφυλετικό κατακερματισμό τους.
Ακριβώς στο σημείο αυτό, η κυρίαρχη υπερεθνική ελίτ χρησιμοποιεί τις «καλές υπηρεσίες» των νεοφιλελεύθερων διεθνιστών και των «αποδομιστών» που προέρχονται από την «μετα-νεωτερική», μετα-εθνική «Αριστερά», οι οποίοι έχουν αναδειχθεί σε «οργανικούς διανοουμένους» της Νέας Τάξης και της Παγκόσμιας Ηγεμονίας, δοθείσης και της (ιδιαζούσης) ροπής των κύκλων αυτών σε αυτό που ο Paul Gottfried αποκαλεί «Πολιτική Θεολογία», δηλαδή μία σωτηριολογική και ντετερμινιστική, κατ’ ουσίαν θεολογική, θεώρηση του κόσμου, σε εκκοσμικευμένη, όμως, μορφή (secular), και όχι σε θρησκευτική όπως άλλοτε (π.χ. Χιλιαστικός Προτεσταντικός, Καλβινισμός κ.λ.π.). Πράγματι, η αυτοαποκαλούμενη «προοδευτική διανόηση» και η σημερινή «light» Ευρω-Αριστερά (τύπου «Συνασπισμού», αλλά και μετηλλαγμένου και αλωθέντος «Πασόκ») επιχειρούν, εδώ και χρόνια, να κρύψουν την ιδεολογική χρεωκοπία τους καθώς και την (ιστορική πλέον!) αδυναμία τους να διατυπώσουν μία συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση για την πολιτική, την κοινωνία και την οικονομία, δραπετεύοντας σε έναν ολοκληρωτικής υφής, βαθύτατα αντιδημοκρατικό και δημοφοβικό, εθνομηδενισμό.
Για αυτού του είδους την «Αριστερά», λοιπόν, το «τέλος» της πάλαι ποτέ μαρξιστικής πολιτικής θεολογίας, ο υπέρτατος νομοτελειακός σκοπός της παγκόσμιας αταξικής κοινωνίας, έχει αντικατασταθεί από το νέο «τέλος», τον νέο τελικό στάδιο της ανθρωπίνης προοόδου και ιστορίας – και συνάμα, νέο υπέρτατο σκοπό προς επίτευξιν: την παγκόσμια μετα-εθνική και πολυ-πολιτισμική κοινωνία. Πρόκειται για μία ακόμη, εκκοσμικευμένη ριζοσπαστική προτεσταντική «αίρεση», από αυτές που κατά καιρούς και εποχές ενεφανίσθησαν στο ιστορικό προσκήνιο. Το φαινόμενο δεν είναι δα νέο, και έχει επαρκώς μελετηθεί, πρωτίστως από την αμερικανική διανόηση – από την πρώτη φορά που ο εξτρεμιστικός, χιλιαστικός προτεσταντισμός δίδει την θέση του σε ένα κοσμικό, πλέον, «πολιτικό» κίνημα, τον Προοδευτισμό («Progressivism»), στις ΗΠΑ κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνος, μέχρι τον «Εκκοσμικευμένο Καλβινισμό της Νέας Αριστεράς» (Secularized Calvinism of the New Left), κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνος.

Η τωρινή «αίρεση» του ολοκληρωτικού «Μετα-Εθνικού Προοδευτισμού» («Postnational / Transnational Progressivism», κατά τον John Fonte, ή απλώς «Progressivism», κατά τον Παναγιώτη Κονδύλη) δεν υστερεί ούτε σε ολοκληρωτική και μανιχαϊστική αντίληψη του κόσμου ούτε σε ιεραποστολικό ζηλωτισμό και φανατισμό ούτε σε ιδεοληπτική μονομέρεια ούτε σε ανελεύθερες και αντιδημοκρατικές πρακτικές από τις προηγούμενες. Απ’ εναντίας! Οι «ταλιμπάν» του «Μετα-Εθνικού Προοδευτισμού» διακατέχονται εμφανώς από όλα τα τυπικά για κάθε πολιτική θεολογία σύνδρομα, αλλά στην νιοστή: επηρμένο ελιτισμό, αυτοσυνειδησία πεφωτισμένης δεσποτείας, βαθύτατη οικειοφοβία και δημοφοβία, και συνακόλουθη απύθμενη περιφρόνηση και απέχθεια προς τον «λαουτζίκο» (τις «νοικοκυρές», τους «κτηνοτρόφους», τους «αλευρομάγειρους», τους «μη ειδικούς», που ακούσαμε και ακούμε αυτόν τον καιρό από Αλαβάνους, Ρεπούσες, Μπίστηδες, Κουλούρες και Σία!!!). ΑΝ μπορούσαν, οι άνθρωποι αυτοί δεν θα «περιορίζονταν», όπως τώρα, «μόνον» στην καταχρηστική και ασύδοτη εκμετάλλευση όλων των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους, που ελέγχουν ασφυκτικά όσο και αδιατάρακτα τις τελευταίες δεκαετίες, και στην ιδεολογική τρομοκρατία, για να επιτύχουν την άνωθεν (και εις πείσμα των πολιτών) επιβολή των δογμάτων και ιδεοληψιών τους. ΑΝ μπορούσαν, θα προχωρούσαν ακόμη περισσότερο, σύμφωνα με την ολοκληρωτική πολιτική θεολογία τους, και θα μας έκαναν ό,τι έκαναν στους αντιφρονούντες σε άλλες εποχές οι ομογάλακτοί τους, ζηλωτές προτέρων πολιτικών αιρέσεων του Προοδευτισμού: Θα μας ενέκλειαν σε γκουλάγκ και σε ψυχιατρεία! Είναι πολλαπλώς εύγλωττη η πρώτη αντίδραση του ανεκδιήγητου εθνο-αποδομιστή προφέσσορα Λιάκου: κατήγγειλε τους τολμήσαντες να εκφέρουν αντίθετη άποψη ως ...«ψυχωσικούς»!
Ειρήσθω δε – διόλου εν παρόδω – ότι ουδόλως φαίνεται να προβληματίζει τους «διανοουμένους» αυτής της μετηλλαγμένης, μετα-εθνικής, μετα-νεωτερικής Αριστεράς ότι και τα δόγματά τους και η πορεία υλοποίησής του εγκυμονούν τεράστιες ζημίες μεν για τους λαούς, ενώ συνάδουν απολύτως προς τα σχέδια γεωπολιτικών αναδιατάξεων περιοχών και λαών, που εκπονούν οι Ηγεμονικές Δυνάμεις αλλά και προς εκείνα της υπερεθνικής κερδοσκοπούσας ολιγαρχίας. Η αποδόμηση της εθνικής «αφήγησης» και η αναγόρευση του ιστορικά διαμορφωμένου έθνους σε δήθεν φανταστική και ιδεολογική «κατασκευή»(!), καθώς και η συνακόλουθη αναγόρευση της υπερεθνικής / μετα-εθνικής αυτοκρατορικής διακυβέρνησης και της «πολυ-πολιτισμικής» κοινωνίας (π.χ. της οθωμανικής) σε ύπατο δόγμα του Ολοκληρωτικού «Μετα-Εθνικού Προοδευτισμού» και, κατά συνέπειαν, σε νέο ύψιστο εσχατολογικό σκοπό προς επιδίωξιν και επίτευξιν (μετά την κατάρρευση της προγενέστερης, μαρξιστικής-λενινιστικής πολιτικής εσχατολογίας) συνιστά μία ασύλληπτη όσο και επικίνδυνη ιστορική αναστροφή: την επιστροφή από ένα προηγμένο στάδιο ιστορικής εξέλιξης (το στάδιο του νεωτερικού δημοκρατικού και συνταγματικού έθνους-κράτους) στο προγενέστερο, προ-δημοκρατικό, στάδιο του μεσαιωνικού Reich.
Το έθνος, όμως, ΔΕΝ είναι φανταστική ή ιδεολογική «κατασκευή», όπως προπαγανδίζουν οι ανιστόρητοι εξτρεμιστές της «αποδόμησης» και της «μεταμοντέρνας» Ολοκληρωτικής Μετα-Εθνικής Αριστεράς, που λυμαίνονται το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο της «Ελληνικής Δημοκρατίας», τα Ιστορικά και Παιδαγωγικά Τμήματα στα Πανεπιστήμιά μας, τα ΜΜΕ και τα σχολικά βιβλία. Νηφάλια και επισταμένη ιστορική μελέτη αποδεικνύει την ύπαρξη ενός διακριτού εθνολογικού-εθνοπολιτισμικού πυρήνα στα σύγχρονα έθνη της Ευρώπης, αναγομένου στην ύστερη μεσαιωνική και πρώιμη νεώτερη περίοδο (13ος-14ος αι.). Στα καθ’ ημάς δε, γνωρίζουμε, από την μελέτη της εποχής της Φραγκοκρατίας / Βενετοκρατίας και της Αυτοκρατορίας της Νικαίας, ότι το ίδιο ισχύει ακόμη περισσότερο για το Ελληνικό Έθνος (συναφώς βλέπε και το πρόσφατο θαυμάσιο βιβλίο του πολυγραφώτατου Γιώργου Καραμπελιά για το 1204 και την διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού – ένα πόνημα που θα ζήλευαν πάμπολλοι αγράμματοι ή ημιμαθείς «προοδευτικοί» καθηγητάδες!). Επί τη βάσει αυτού του προϋπάρχοντος εθνολογικού-εθνοπολιτισμικού πυρήνα «οικοδομείται» αργότερα το νεωτερικό «πολιτικό έθνος» (politische Nation). Εδώ πρέπει να υπογραμμισθεί με έμφαση ότι το «πολιτικό έθνος», το νοούμενο ως κοινότητα πεπρωμένου (Schicksalsgemeinschaft) και ως έκφραση της Γενικής Βουλήσεως του Λαού (Volonté Generale), κατά τον Ρουσσώ, αποτέλεσε μέγα επίτευγμα της ανθρωπότητας, καθ’ όσον σηματοδότησε την μετάβαση από τα πολυεθνικά, «πολυπολιτισμικά» σχήματα (αυταρχικά όπως στην Δυτική και Μέση Ευρώπη ή δεσποτικά όπως στην Οθωμανική Ανατολή) στα δημοκρατικά εθνικά κράτη, που συγκροτήθηκαν επί της λυδίας λίθου της Εθνικής / Λαϊκής Κυριαρχίας. Συγχρόνως, σε ένα άλλο επίπεδο μελέτης, το νεωτερικό Έθνος-Κράτος σήμανε την μετάβαση από το αρχαϊκό προ-στάδιο της φρατρίας στο προηγμένο στάδιο της «ΠΟΛΕΩΣ», υπό την αρχαιοελληνική έννοια.

Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ούτε άσχετο το γεγονός ότι, παραλλήλως προς την αποδόμηση των νεωτερικών Εθνών-Κρατών, μία άλλη τάση του Αναθεωρητισμού και της Μετα-Νεωτερικής «Αριστεράς» ασκείται μετά πάθους στην λατρεία των «μειονοτήτων», λησμονώντας μάλιστα την ναζιστική χρησιμοποίηση του εν λόγω στρατηγικού εργαλείου για την γεωπολιτική αναδιάταξη της Ευρώπης, κατά τον Μεσοπόλεμο και, εν συνεχεία, κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Έτσι, βλέπουμε τους καθεστωτικούς «προοδευτικούς διανοουμένους» της Νέας Τάξης, την ίδια ώρα που πασχίζουν λυσσωδώς να κατεδαφίσουν ο,τιδήποτε «εθνικό» (ιστορία, ταυτότητα, πολιτική οντότητα κ.λ.π.) – με μισσιοναρικό φανατισμό ανάλογο όσων γκρέμιζαν άλλοτε τα αρχαιοελληνικά αγάλματα –, να ανακηρύσσουν, από την άλλη πλευρά, υπαρκτές και ανύπαρκτες «μειονότητες» («εθνοτικές», «γλωσσικές», «κοινωνικές» κ.λ.π.) σε αυταξία, φθάνοντας μάλιστα μέχρι του σημείου να αναγορεύουν την κρατική απόσχιση σε υποκατάστατο της Πολιτικής.
Η πολιτική αφέλεια του συνασπισμού των ανιστορήτων ψευδο-διεθνιστάδων της σημερινής «light» (ή «ροζ», αν θέλετε!) Αριστεράς (κατά πρόδηλη, μάλιστα, και αξιοσημείωτη αντίθεση προς τους αληθινούς διεθνιστές, και γι’ αυτό εθνικά συνειδητοποιημένους, του «ορθόδοξου» ΚΚΕ, ή προς την Πατριωτική Αριστερά περί το «Άρδην», την «Ρήξη», το «Ρεσάλτο» κ.λ.π.!) καθώς και η ιστορική άγνοια που τους διακατέχει δεν τους επιτρέπει να ιδούν ότι η αποδόμηση της εθνικής συνείδησης, ταυτότητας και ιστορίας είναι ο κατ’ εξοχήν σύγχρονος, μετα-νεωτερικός, Φασισμός! Διότι μας οδηγεί κατ’ ευθείαν στον νέο Μεσαίωνα: στον Μεσαίωνα του μεγάλου Ράϊχ – και των απειράριθμων κατά τόπους κρατιδίων, δουκάτων, πριγκηπάτων κ.ο.κ.! Πράγματι, αν δεχθούμε την θεμελιώδη αρχή του μεγαλυτέρου Έλληνα μαρξιστή ιστορικού των ημερών μας, Νίκου Ψυρρούκη, ότι «στην ιστορία υπάρχουν δύο βασικές κινήσεις, εκείνη της προώθησης και εκείνη της πισωδρόμησης» («Ιστορικός Χώρος και Ελλάδα», β΄ έκδοση, Λευκωσία 1993, σελ. 29), τότε είναι πασίδηλον ότι το πολιτικό έθνος, το έθνος–«κοινότητα παρελθόντος και παρόντος» και «καθημερινό δημοψήφισμα» (plebiscit de tous le jours, κατά την μνημειώδη ρήση του κορυφαίου σοσιαλιστού του 19ου αιώνος Ερνέστου Ρενάν) αποτελεί κολοσσιαία πρόοδο της ανθρωπίνης Ιστορίας. Ο Εθνικισμός – το ρωμαλέο εκείνο μαζικό, δημοκρατικό και προοδευτικό κίνημα της ιακωβινικής Αριστεράς κατά την Γαλλική Επανάσταση και μετέπειτα – δεν υπήρξε μόνον μία ισχυρή δύναμη, αντάξια ακόμη και της θρησκείας (και μάλιστα πολύ περισσότερο και από τον Κομμουνισμό ακόμη, ίσως επειδή ανάγεται ως έννοια επίσης στην «πρωτογενή» τάξη κοινωνικών δεσμών: Κάποιος «γεννάται» μέσα στην οικογένειά του και στο έθνος ταυτοχρόνως). Αλλά υπήρξε, αποδεδειγμένα, και το ΜΟΝΟΝ μέχρι σήμερα ιδεολογικό-νομιμοποιητικό πλαίσιο της Δημοκρατίας και του Κοινωνικού Κράτους. Όντως, τόσο η συνταγματική-αστική Δημοκρατία, οσονδήποτε ατελής, όσο και το Κράτος Πρόνοιας, ανεπτύχθησαν μόνον στο ιστορικό, θεσμικό και ιδεολογικό πλαίσιο του νεωτερικού Έθνους-Κράτους – και συμβάδισαν με αυτό. Και μέχρι σήμερα δεν έχουν υπάρξει άλλα σχήματα, υπερεθνικά / μετα-εθνικά, που να πληρούν, έστω και κατ’ ελάχιστον, τα δημοκρατικά και κοινωνικά «κεκτημένα» του Έθνους-Κράτους. Τυπικό παράδειγμα η Ε.Ε. με το διαβόητο «δημοκρατικό έλλειμμα», την διαρκή παραβίαση της θεμελιώδους αριστοτελικής-μοντεσκιανής αρχής της Διακρίσεως των Εξουσιών και την βαθύτατα αντιδημοκρατική φιλοσοφία και πρακτική της γραφειοκρατικής νομενκλατούρας των Βρυξελλών!

Επί τη βάσει των ανωτέρω συλλογισμών καθίσταται σαφές ότι οι νεοφιλελεύθεροι διεθνιστές και οι «ταλιμπάν» του Μετα-Εθνικού Προοδευτισμού, που έχουν βαλθεί να «αποδομήσουν» την «φανταστική κατασκευή» του έθνους και να μας επιβάλουν – διά της ωμής ψυχολογικής και θεσμικής/πολιτικής βίας μάλιστα – την παγκόσμια, υπερεθνική / μετα-εθνική, αυτοκρατορική διακυβέρνηση (ενώ, συγχρόνως, «κόπτονται» υπέρ πάσης «μειονότητος»!), λειτουργούν σήμερα, εξ αντικειμένου, ως οι ιδεώδεις «χρήσιμοι ηλίθιοι» του συγχρόνου, μετανεωτερικού, πλανητικού Φασισμού. Όσοι, λοιπόν, «αριστεροί και προοδευτικοί» είναι καλής προαιρέσεως, πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι, στις ημέρες μας, «η κατ’ εξοχήν προοδευτική και αντιϊμπεριαλιστική πράξη είναι η υπεράσπιση, με νύχια και με δόντια, του συγχρόνου Έθνους-Κράτους ενάντια στα εκκολαπτόμενα υπερεθνικά Ράϊχ» («Οίστρος», όρα ανωτέρω).
Ο ιστορικός Αναθεωρητισμός που υπηρετείται από την παρέα των εξτρεμιστών της μετηλλαγμένης «Μετα-Εθνικής» Ολοκληρωτικής Αριστεράς, η οποία ευθύνεται για την σχεδίαση, συγγραφή και (υποχρεωτική) επιβολή του πανάθλιου, αντιπαιδαγωγικού και νεοταξικού σχολικού βιβλίου Ιστορίας της Στ΄Δημοτικού (αλλά και των άλλων, αναλόγου στοχεύσεως, βιβλίων για μαθητές και για εκπαιδευτικούς, που δεν έτυχαν ευρέως της δεούσης προσοχής) αποσκοπεί ευθέως στην αποδόμηση της εθνικής ταυτότητας και στον κατακερματισμό της αντίληψης περί ιστορικής συνέχειας του Ελληνικού Έθνους, με παράλληλη επιβολή του νεο-οθωμανικού ιδεολογήματος (όπως κατέδειξε σε ένα άριστα εμπεριστατωμένο αφιέρωμα πέρυσι το περιοδικό «Άρδην», που αξίζει να αναζητήσουν και να μελετήσουν όλοι οι αναγνώστες!). Τους στόχους αυτούς υπηρετεί επί χρόνια, με εκπλήσσουσα μεθοδικότητα και οιονεί θρησκευτικό-ιεραποστολικό φανατισμό, η εθνομηδενιστική παρεούλα των αποδομιστών του «Παιδαγωγικού» Ινστιτούτου και όσων ελέγχουν τους λοιπούς Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους (κατά Αλτουσσέρ): του κ. Λιάκου (Ιστορικό Τμήμα Πανεπ/μίου Αθηνών), της κ. Ρεπούση (Αριστοτέλειο Πανεπ/μιο Θεσσαλονίκης), της κ. Κουλούρη (Παν/μιο Πελοποννήσου), της κ. «Σίας» Αναγνωστοπούλου (Πάντειο), του κ. Κιτρομηλίδη, της κ. Φραγκιαδάκη, της κ. Δραγώνα (και των κολλητών-βοηθών τους).
Αντικειμενικός σκοπός της «αποδόμησης» της εθνικής ιστορίας και ταυτότητας είναι η μετάλλαξη του ιστορικού έθνους των Ελλήνων σε «περιφερειακό εθνάριο», που θα έλεγε και ο Τάσος Λιγνάδης, ούτως ώστε να καταστεί απείρως ευκολώτερη η καθυπόταξη του «ατίθασου» Έλληνα υπό την παγκόσμια Νέα Τάξη Πραγμάτων. Εξ ου και ο πακτωλός αργυρίων από τα «ιδρύματα» του «γκουρού των χρηματιστηρίων» και «φιλανθρώπου» Τζωρτζ Σόρος, του εφοπλιστού Καρρά (Λέσχη Μπίλντεμπεργκ), αλλά και από τις Κυβερνήσεις ακόμη των Ηγεμονικών Δυνάμεων (Αγγλία, ΗΠΑ, Γερμανία), για να χρηματοδοτηθεί η έκδοση των βιβλίων της «Νέας Ιστορίας». Εν προκειμένω, βεβαίως, είναι και απολύτως βάσιμο και θεμιτό το ερώτημα, πόσο …κρεττίνος πρέπει να είναι ένας «αριστερός» και «προοδευτικός» διανοούμενος για να μη διερωτηθεί, αν μη τι άλλο, γιατί τέτοιος πόνος και γιατί τέτοια πρεμούρα να έπιασε, άραγε, τα κλασσικά-διαχρονικά «ιμπεριαλιστικά-μητροπολιτικά κέντρα» και την υπερεθνική χρηματιστηριακή ολιγαρχία, για την «συμφιλίωση των λαών της Βαλκανικής», «την υπέρβαση των εθνικισμών και των στερεοτύπων», την «κατανόηση του Άλλου» κ.λ.π.!!! Για την ψυχή της μάνας τους το κάνουν; Και προδήλως, επειδή ΔΕΝ μπορεί να είναι κανείς τόσον ηλίθιος, απομένει μόνον η άλλη λογικώς δυνατή εξήγησις...
Πολλαπλώς ενδεικτικό του μίσους που τρέφουν οι αναθεωρητές ζηλωτές του Ολοκληρωτικού Μετα-Εθνικού Προοδευτισμού κατά παντός «εθνικού» είναι και το γεγονός ότι έχουν εξοβελίσει από παντού ως και την …φράση «ιστορία του ελληνικού έθνους» – πιστοί στην ιδεοληπτική εμμονή τους να αρνούνται αυτό που οι ίδιοι καταδικάζουν μετά βδελυγμίας ως «παπαρρηγοπούλειο σχήμα της εθνικής συνέχειας του Ελληνισμού»! Γίνονται δε τόσο γελοίοι ώστε να απορρίπτουν, στα συνέδρια που πραγματοποιούν δαπάναις των Ελλήνων φορολογουμένων, συλλήβδην (αυτοί οι ημιμαθείς!) όχι μόνον τους «συντηρητικούς» ιστορικούς και στοχαστές – τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, τον Ίωνα Δραγούμη, τον Π. Κανελλόπουλο, τον Ζακυθηνό, τον Θεοδωρακόπουλο, τον Ελύτη και άλλους κορυφαίους του Ελληνικού Πνεύματος – κατηγορώντας τους επί …εθνικισμώ! Αλλά καταδικάζουν και τις εμβληματικές μορφές της Ελληνικής ΑριστεράςΚορδάτο, Σκληρό, Σβορώνο, Ψυρρούκη, Θεοδωράκη, Ρίτσο – για «εθνικιστικό λαϊκισμό»!!! Από πολιτικής απόψεως, ωστόσο, το πρόβλημα δεν έγκειται «απλώς» στις ιδεοληψίες του γνωστού και θλιβερού «συνασπισμού» της μεταλλαγμένης, μετα-εθνικής, δημοφοβικής και νεοταξικής «Αριστεράς» – μολονότι η τεράστια, δυστυχώς, άκρως δυσανάλογη και επικίνδυνη για την Δημοκρατία επιρροή αυτού του «γκρουπούσκουλου» στους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους (Υπουργείο Παιδείας, ΑΕΙ, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, ΜΜΕ κ.λ.π.) θέτει σαφώς ζήτημα ομαλής λειτουργίας του πολιτεύματος. Στο κάτω-κάτω της γραφής, το Σύνταγμα ορίζει ότι η Δημόσια Παιδεία υπηρετεί την προαγωγή της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων – όχι τις ονειρώξεις κάποιων συμπλεγματικών και αξιολύπητων υποκειμένων της καθεστωτικής Αριστεράς που μηδίσαντες, από χρόνια, πέρασαν στην «αυλή του Αρταξέρξη»! Το μείζον πολιτικό ζήτημα είναι η κολοσσιαία ευθύνη που έχει, πλέον, όχι μόνον η απελθούσα (Π. Ευθυμίου) αλλά και η παρούσα πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, και προσωπικώς η ανεκδιήγητη κ. Γιαννάκου, με την ακατανόητη εμμονή της, ένα χρόνο τώρα, στην υποστήριξη αυτής της αθλιότητας! Και με την αλαζονική, χλευαστική και σκανδαλωδώς αντιδημοκρατική αντιμετώπιση της ογκώδους, εντυπωσιακής, αυθόρμητης και ειλικρινούς διαμαρτυρίας χιλιάδων Ελλήνων πολιτών. Πολιτών που πληρώνουν φόρους, εκπληρώνουν τις στρατιωτικές υποχρεώσεις τους, υπακούουν στο Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους, «θεωρούν τους εαυτούς τους Έλληνες», όπως θα έλεγαν και οι …Ρεπούσες, και εορτάζουν την Εθνεγερσία της 25ης Μαρτίου και την «αναστάτωση» που τερμάτισε, ατυχώς, την …ειδυλλιακή συμβίωση των λαών εντός της πολυεθνικής, πολυπολιτισμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – με συνέπεια να χάσουν και τα ελληνόπουλα τέτοιες θαυμάσιες «πρωτότυπες πρακτικές κοινωνικής ανέλιξης» όπως το Παιδομάζωμα!
Οι πολίτες αυτοί επιμένουν να χαίρονται – μαζί με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Κάρολο Παπούλια – για την «κατάληψη» (και όχι «απελευθέρωση»!!!) των Ιωαννίνων, της Άρτας κ.λ.π. από τους …φαντασιακά κατασκευασμένους «ψευδο-έλληνες», όπως χαίρονται και για την «προσάρτηση» της Μακεδονίας και των Νήσων του Αιγαίου (ακόμη και αν η Θεσσαλονίκη δεν ήταν ελληνική πόλη, όπως σπεύδει να μας εξηγήσει το κρατικό βιβλίο-έκτρωμα!). Περαιτέρω, οι πολίτες αυτοί – καθυστερημένοι γαρ και «ψυχωσικοί» – εξακολουθούν να αισθάνονται συγκίνηση και υπερηφάνεια για το Έπος του 1940-41, μολονότι δεν συνέβη δα και τίποτε σπουδαίο: οι (φερόμενοι ως) Έλληνες απλώς «απομάκρυναν» τους Ιταλούς από τα ελληνοαλβανικά σύνορα! Με …εντομοαπωθητικόν, άραγε (διερωτήθη δικαίως ο Κώστας Ζουράρις); Oι αναθεωρητές μας το αποκρύπτουν! Προσοχή: Όχι «νικούν», ούτε, φυσικά, «συντρίβουν», ούτε καν «αποκρούουν», ούτε έστω «αμύνονται»! Όλα αυτά τα ρήματα, βλέπετε, είναι ικανά, άλλα λιγότερο άλλα περισσότερο, να δημιουργήσουν στην συνείδηση των παιδιών «ηρωϊκά πρότυπα» (Θεός φυλάξοι!!!) ου μην αλλά και «ταύτιση» με αυτά!
Η συνασπισμένη παρεούλα των μεταλλαγμένων νεοταξιτών «αριστερούληδων» (της ρηχής και προσχηματικής αντιαμερικανικής και αντιπολεμικής αερολογίας και του ρητού «ΝΑΙ» σε ΟΛΑ τα ηγεμονικά προστάγματα: ΝΑΙ στο Σχέδιο Χάνεϋ-Αννάν, ΝΑΙ στην έξωθεν διατεταγμένη «ελληνοτουρκική φιλία», ΝΑΙ στο «νεοκυπριακό» ιδεολόγημα, ΝΑΙ στην «Μακεδονία» των Σκοπίων, ΝΑΙ στην παράδοση Οτζαλάν, ΝΑΙ στην συγκυριαρχία στο Αιγαίο, ΝΑΙ στις «μειονότητες», ΝΑΙ στην ασύδοτη λαθρομετανάστευση και εθνομετάλλαξη της χώρας μας, ΝΑΙ στην αναθεώρηση / κατασκευή της Ιστορίας κ.ο.κ.!!!) ξέρει καλά την δουλειά της! Ακόμη και αν τώρα δεν υπηρετούν – ως ιστορική νομοτέλεια – την οικοδόμηση της «αταξικής σοσιαλιστικής» αλλά της «μετα-εθνικής παγκόσμιας κοινωνίας». Ακόμη και αν δεν προσκυνούν πια την «Μεγάλη Προλεταριακή Σοβιετική Πατρίδα», αλλά την “Global Governance”! Την δουλειά, όμως, την έμαθαν άλλοτε, και την κατέχουν καλά: Οργουελλική Καινογλώσσα (New Speak), Λευκές Σελίδες κατά το πρότυπο της σοβιετικής ιστοριογραφίας, «δολοφονία χαρακτήρων» κ.ο.κ.
Κατά τρόπον σκανδαλώδη για τους «ταλιμπάν» του Αναθεωρητισμού – και για τους προστάτες τους, Αλαβανο-Μπίστηδες και Μαριέττες – οι απλοί πολίτεςλαουτζίκος», «νοικοκυρές», «βοσκοί», «αλευρομάγειροι», «απόστρατοι» κ.λ.π.) έχουν το ...απύθμενο θράσος, καίτοι «μη ειδικοί» (!!!) να έχουν άποψη για την διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους, και να την εκφέρουν! Ενώ «όλοι οι ιστορικοί συμφωνούν», όπως ωρύονται Ρεπούσες, Κουλούρες και Αλαβάνοιψευδώς φυσικά, και με την γνώριμη ασύστολη αλαζονεία που χαρακτηρίζει ένα βαθύτατα δημοφοβικό και αποκομμένο από τον Λαό «κόμμα των ελίτ», όπως είναι ο «Συνασπισμός» (για την ακραιφνώς αντιδημοκρατική και ελιτίστικη φύση και ιδεολογία του εν λόγω κόμματος, καθώς και για την λειτουργία του ως αιχμής του δόρατος της Νέας Τάξης, βλέπε την θαυμάσια ανάλυση του Θ. Ντρίνια στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Άρδην»). Ακόμη χειρότερα: Οι πολίτες που δεν είχαν την ευτυχία να διδαχθούν την ιστορία των Λιακο-Ρεπούσηδων, των Δραγωνο-Κουλούρηδων, της κυρίας «Σίας» και των ομοίων τους, ώστε να απαλλαγούν από …εθνικιστικά στερεότυπα και να ευγνωμονούν την οθωμανική ανεκτική, χρηστή και …φιλεκπαιδευτική (!) διοίκηση, θυμούνται την γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού, αλλά και του αδελφού αρχαίου Αρμενικού Έθνους, την καταστροφή της Σμύρνης και τα πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως, της Ίμβρου και της Τενέδου το 1942, το 1955 και το 1964, που αγνοούν οι νεο-γενίτσαροι του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και των Πανεπιστημίων μας! Και γενικώς, οι πολίτες αυτοί επιμένουνπεριέργως, είναι αλήθεια – να αγαπούν την Πατρίδα τους, ακόμη και όταν αυτή καθημερινώς τους πληγώνει, ακόμη και όταν πλουσιοπάροχα συντηρεί, με τα δικά τους χρήματα, τέτοιες πνευματικές «ανθυπομετριότητες» (για να θυμηθούμε και πάλι τον αείμνηστο Π. Κονδύλη)!
Το μόνο, το έλασσον, που ζητούν, σχεδόν ικετεύουν από την Ελληνική Πολιτεία και την Υπουργό Παιδείας, οι βαθειά προσβεβλημένοι Έλληνες πολίτες είναι να μη ζήσουν, να μην υποστούν, τουλάχιστον, την τραγική μοίρα του Λουκά Νοταρά! Να αποτρέψουν, τουλάχιστον, τον εκ-γιουσουφακισμό των παιδιών τους! Για να μην καταντήσουν τα δύστυχα Ελληνόπουλα ανερμάτιστα θλιβερά ανδράποδα, δίχως ταυτότητα και πυξίδα, δίχως μνήμη και συνείδηση, ψυχικώς και συνειδησιακώς ερμαφρόδιτα – κατά το σήμερα κρατούν πρότυπο άλλωστε! Για να μη καταντήσουν «φερόμενοι ως Έλληνες», που θα έλεγαν και οι εθνομηδενιστές – αναθεωρητές! Ας τους χαίρεται η κυρία Μαριέττα! Και ας την θυμηθούν οι Έλληνες πολίτες όταν ζυγώσει η ώρα…

Μάρτιος 2007

(Στο κείμενο διατηρήθηκαν όλες οι επισημάνσεις του συγγραφέως. Το μόνο που έχω να προσθέσω είναι ότι η ευχή του εκπληρώθηκε νε το "μαύρισμα" της τότε Υπουργού "Εθνικής Παιδείας", την οποία οι μηχανισμοί βεβαίως ανέδειξαν Ευρωβουλευτή "από το παράθυρο"). Δ.Ε.Ε.