Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Η Θράκη επί Βυζαντινής αυτοκρατορίας (1)

Παρουσιάζουμε σήμερα το κείμενο μιας σημαντικής διάλεξης του αείμνηστου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Στίλπωνος Κυριακίδη. Η ομιλία πραγματοποιήθηκε την 3Οή Μαρτίου 1940 στην αίθουσα του Εμπορικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης «χάριν των Θρακών», όπως αναφέρεται (Αρχείον Θρακ. Γλωσ. Λαογρ. Θησαυρού, τόμ. ΙΒ΄, σ. 49-62).
Παρά το γεγονός ότι η ομιλία έγινε στην καθαρεύουσα της εποχής εκείνης, νομίζω ότι η κατανόησή της δεν θα παρουσιάσει δυσκολίες σε οποιονδήποτε διαθέτει ένα μέσο επίπεδο γνώσεων και μόρφωσης. Θεωρούμε ότι η διάλεξη αυτή παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον για πολλούς λόγους. Είναι ευνόητο, ότι ορισμένα εθνολογικά στοιχεία και παρατηρήσεις που αναφέρονται στην ομιλία απηχούν τις αντιλήψεις της εποχής και από τότε έχουν αναθεωρηθεί σε πολλά σημεία. Σε επόμενη ανάρτηση θα επανέλθουμε παρουσιάζοντας τις σύγχρονες εθνολογικές απόψεις για τους Θράκες.
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης
α
Η ΘΡΑΚΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ
ΣΤΙΛΠΩΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ
[...]
Το θέμα της ομιλίας μου θα είναι η Θράκη κατά τους βυζαντινούς χρόνους, θέμα κυρίως μεν γεωγραφικόν, εν μέρει δε και ιστορικόν, διότι η πολιτική γεωγραφία είναι αρρήκτως πάντοτε συνδεδεμένη προς την ιστορίαν. Διά να γίνωσιν όμως σαφέστερα ιστορικώς όσα θα σας είπω, είναι ανάγκη να κάμω μίαν σύντομον αναδρομήν εις το απώτερον παρελθόν, του οποίου περαιτέρω συνέχεια είναι και το Βυζάντιον.
Οι Θράκες, ως γνωστόν, είναι λαός ινδοευρωπαϊκός, ανήκει δηλ. εις την ιδίαν γλωσσικήν ομοφυλίαν, εις την οποίαν ανήκουν και οι Έλληνες. Κατά τους ιστορικούς, εκ των τριών λαών, οι οποίοι κατά την αρχαιότητα εμφανίζονται εις την Βαλκανικήν χερσόνησον, πρώτοι κατήλθον περί τα τέλη της 8ης π.Χ. χιλιετηρίδος οι Έλληνες, οι οποίοι και επροχώρησαν μέχρι των νοτιωτάτων άκρων της χερσονήσου και των νήσων, καταλαβόντες ολόκληρον την χώραν, την απ' αυτών κληθείσαν κατόπιν Ελλάδα.
Δεύτεροι ηκολούθησαν οι Θράκες, οι οποίοι εξηπλώθησαν από του Αδρία μέχρι του Ελλησπόντου και της Μ. Ασίας, εισδύσαντες και εις την Ελλάδα παροδικώς μέχρι της Δαυλίδος και της Ευβοίας και της Ελευσίνος. Τρίτοι έρχονται και οι Ιλλυριοί περί τον 13ον π.Χ. αιώνα, οίτινες αφ’ ενός μεν εξώθησαν τους εν Ηπείρω Έλληνας, δηλ. τους Δωριείς προς τα νοτιώτερα, αφ’ ετέρου δ’ εξετόπισαν τους Θράκας προς τα ανατολικώτερα. Δεν γνωρίζω κατά πόσον η γνώμη αύτη πρέπει να θεωρηθή οριστική. Η παρουσία θρακικών τοπωνυμίων πολύ νοτιώτερον και οι αρχαίοι μύθοι, οι οποίοι ομιλούν περί Θρακών εν Θεσσαλία και έτι νοτιώτερον, οπόθεν εξεβλήθησαν υπό των Ελλήνων, καθώς και περί ανωτέρου αυτών πολιτισμού, εκ του οποίου ωφελήθησαν οι Έλληνες, ωδήγησάν τινας των ερευνητών, μεταξύ των οποίων και τον διαπρεπή Θράκα αρχαιολόγον αείμνηστον Χρ. Τσούνταν, εις την ταύτισιν των παλαιοτέρων τούτων Θρακών προς τους Πελασγούς. Η γνώμη δεν έγινε δεκτή, δεν θα ήτο όμως εντελώς απίθανον προς άρσιν των δυσκολιών να υποτεθή ότι η μετανάστευσις των Θρακών υπήρξε παλαιοτέρα της ελληνικής. Πάντως το προϊστορικόν τούτο ζήτημα δεν δύναται να θεωρηθή ως λυθέν.
Αφ’ ότου αρχίζουν αι γραπταί πηγαί, αρχαιοτάτη δε πηγή είναι, ως γνωστόν, ο Όμηρος, τους Θράκας ευρίσκομεν εγκατεστημένους εις την ανατολικώς του Αξιού χώραν μέχρι της Προποντίδος και του Ελλησπόντου και έν τισι και πέραν αυτού. Όταν η Ήρα φεύγη από τον Όλυμπον διά να μεταβή εις την Τροίαν προς συνάντησιν του Διός επί της Ίδης, διέρχεται πρώτον την Πιερίαν, έπειτα την Ημαθίαν, έπειτα τα χιονοσκεπή όρη των Θρακών, έπειτα φθάνει εις τον Άθων, οπόθεν υπεράνω της θαλάσσης πλέον ιπταμένη φθάνει εις την Λήμνον και εκείθεν εις την Ίδην. Εκ του ταξειδίου τούτου είναι προφανές ότι ο Όμηρος λέγων «ίπποπόλων Θρακών όρη νιφόεντα» εννοεί τα όρη κυρίως της Χαλκιδικής, η οποία κατά ταύτα κατείχετο υπό των Θρακών. Τα βόρεια όρια της Θράκης δεν καθορίζονται. Μόνον εν τη κεντρική Μακεδονία βορειότερον αυτών τοποθετεί ο Όμηρος τους Παίονας. Εάν δε ληφθή υπ’ όψιν ότι τα ομηρικά έπη περί τα τέλη του Θ΄ αιώνος έλαβον την τελειωτικήν των μορφήν, είναι προφανές ότι κατά τους χρόνους τούτους οι Θράκες έφθανον τουλάχιστον μέχρι του Αξιού. Υπό τίνων κατωκείτο η Ημαθίη και η Πιερίη δεν μας το λέγει ο Όμηρος. Αν όμως λάβωμεν υπ’ όψιν την πιθανήν πληροφορίαν του Θουκυδίδου ότι οι Μακεδόνες εξέβαλον τους Πίερας εκ της Πιερίας, οι οποίοι έκτοτε εγκατεστάθησαν εις την νοτίως του Παγγαίου χώραν, ασφαλώς και η Πιερία κατά τον Θ΄ τουλάχιστον αιώνα κατωκείτο υπό των Θρακών. Η αυτή κατάστασις εξηκολούθησε και κατά τον Η΄ και τον Ζ΄ ακόμη αιώνα, οι δε πρώτοι εγκατασταθέντες εις την Χαλκιδικήν Έλληνες Χαλκιδείς εύρον εν αυτή Θράκας, όθεν και αι αποικίαι αυτών έλαβον το συνολικόν όνομα «τά έπί Θράκης» το οποίον ευρίσκομεν εν χρήσει βραδύτερον μέχρι του Ε΄ και του Δ΄ αιώνος παρά τοις συγγραφεύσι και μάλιστα παρά τω Θουκυδίδη.

Η εγκατάστασις αύτη των Ελλήνων εις τα παράλια συνετέλεσεν, ως ήτο φυσικόν, εις την απώθησιν των Θρακών προς τα μεσόγεια και τα ορεινότερα. Όσοι τυχόν παρέμειναν αφωμοιώθησαν υπό των Ελλήνων. Αξιοσημείωτος ως προς τούτο είναι η είδησις του παλαιοτάτου λογογράφου και γεωγράφου Εκαταίου περί το 500 π.Χ., όστις γράφων περί των εν τω Θερμαϊκώ κόλπω πόλεων λέγει τα εξής: « Έν δ’ αύτώ Θέρμη πόλις Έλλήνων Θρηΐκων, έν δέ Χαλάστρη πόλις Θρηΐκων». Συμφώνως προς την διάκρισιν ταύτην η Θέρμη πρέπει να κατωκείτο υπό Ελλήνων εγκατεστημένων εν Θράκη ή εξηλληνισμένων Θρακών, ενώ η ολίγον δυτικώτερον κειμένη περί τον Αξιόν Χαλάστρα υπό Θρακών, μη εξελληνισθέντων. Το αυτό έγινε και εις τα άλλα της Θράκης παράλια. Χαρακτηριστικόν διά την εξελλήνισιν ταύτην των παραλίων είναι και το πολύ βραδύτερον αναφερόμενον υπό του Λιβίου γεγονός κατά το έτος 188 π.Χ. Ο Ρωμαίος στρατηγός Γναίος Μάνλιος επιστρέφων εκ της Ασίας και οδεύων διά της Θράκης υπέστη επανειλημμένας υπό των Θρακών επιθέσεις εις τας παρά τα Κύψελα και τα στενά των Κορπίλων, δηλ. παρά την σημερινήν Μάκρην, δασώδεις και ορεινάς διαβάσεις, ενώ εις τα πεδινά, τα προφανώς κατεχόμενα υπό των Ελλήνων κατοίκων της Αίνου και της Μαρωνείας, όχι μόνον διήλθεν ησύχως, αλλ’ ηδυνήθη και να αναπαυθή και ανεφοδιασθή επαρκώς διά τροφίμων. Εκ της αφηγήσεως ακριβώς του Λιβίου (38, 41) εξάγεται ότι το Βριαντικόν πεδίον, το οποίον είναι η πεδιάς της σημερινής Κομοτινής, κατείχετο και εκαλλιεργείτο υπό των Μαρωνιτών. Εκείθεν μέχρι της Νεαπόλεως, της σημερινής δηλ. Καβάλλας, κατά τους λόγους του Λιβίου ώδευσεν επίσης ειρηνικώς διά των ελληνικών αποικιών (hoc omne per Graecorum colonias pacatum iter fuit). Εννοείται ότι η εγκατάστασις αύτη των Ελλήνων εις τα παράλια και η κατάληψις των γειτονικών προς τας πόλεις αυτών πεδιάδων δεν έγινε άνευ αγώνων, των οποίων τας λεπτομερείας δεν γνωρίζομεν, ιδέαν όμως τινά δυνάμεθα να σχηματίσωμεν εκ των ποιημάτων του παλαιού ποιητού Αρχιλόχου, όστις εις τα Άβδηρα απώλεσε και την ασπίδα, μαχόμενος κατά των Σαπαίων. Ούτως από του Ζ΄ αιώνος και εφεξής οι Θράκες απωθούνται υπό των Ελλήνων από τα παράλια. Ταυτοχρόνως όμως απωθούνται και από τα δυτικά των όρια.
Οι Μακεδόνες βασιλείς ορμώμενοι από των Αιγών, δηλ. της Εδέσσης, κατέρχονται προς την πεδιάδα, εκβάλλοντες ή υποτάσσοντες τα κατέχοντα αυτήν θρακικά μεν νοτιώτερον, παιονικά δε βορειότερον περί τον Αξιόν φύλα. Λεπτομερείας των αγώνων αυτών των Μακεδόνων προς τους Θράκας, πλην της εκτοπίσεως των Πιέρων από της Πιερίας, δεν γνωρίζομεν. Εκ της αφηγήσεως όμως του Ηροδότου πληροφορούμεθα περί της καταστάσεως, εις ήν είχον καταλήξει τα πράγματα κατά τας αρχάς του Ε΄ αιώνος. Κατ’ αυτάς τα όρια της Μακεδονίας είχαν επεκταθή μέχρι του όρους Δυσώρου, το οποίον είναι προφανώς ο ορεινός όγκος του Λαχανά. Ταυτοχρόνως και οι Παίονες, πιεζόμενοι υπό των Μακεδόνων, εξετοπίσθησαν από του Αξιού και κατέλαβον την πέραν του Στρυμόνος, περί τας Σέρρας και την Δράμαν χώραν. Δεν έπαυσαν όμως να υφίστανται και εγκατεσπαρμένα θρακικά φύλα εις τας παλαιάς αυτών κοιτίδας, όπως π.χ. οι Κρηστωναίοι και οι Βισάλται και εί τινες άλλοι. Κατά ταύτα κατά τον Ε΄ αιώνα συμφώνως προς τας πληροφορίας του Ηροδότου, τα όρια της Θράκης εκτείνονται από του Ίστρου μέχρι του Αιγαίου και από του Ευξείνου και του Ελλησπόντου μέχρι της Ροδόπης και του Νέστου, χωρίς να παύσουν υφιστάμενα θρακικά φύλα μέχρι του Στρυμόνος και του Δυσώρου. Βραδύτερον κατά την ακμήν των Μακεδόνων όριον μεταξύ Θράκης και Μακεδονίας αποβαίνει ο Νέστος, χωρίς όμως πάλιν να εξαφανισθούν τα σποραδικώς υφιστάμενα και πέραν αυτού, ιδία εις τα ορεινότερα της χώρας, φύλα.
Η αυτή κατάστασις παρέμεινε και όταν η Θράκη υπετάγη εις τους Ρωμαίους. Όριον μεταξύ των δύο μεγάλων επαρχιών της Μακεδονίας και της Θράκης εξακολουθεί να παραμένη ο Νέστος και η Ροδόπη. Σημαντική διά τους μετέπειτα βυζαντινούς χρόνους είναι η περί τα τέλη του Γ΄ μ.Χ. αιώνος εγκατασταθείσα διοικητική διαίρεσις του Διοκλητιανού. Κατ’ αυτήν ολόκληρον το κράτος διηρέθη εις μεγάλας διοικήσεις και αύται εις επαρχίας. Μίαν των διοικήσεων τούτων απετέλεσε και η Θράκη, η οποία διετήρησε την παλαιάν της έκτασιν από του Ίστρου μέχρι του Αιγαίου και από του Ευξείνου και του Ελλησπόντου μέχρι του Νέστου και της Ροδόπης. Η μεγάλη αύτη διοίκησις διηρέθη εις εξ επαρχίας. 1) Της Ευρώπης, 2)της Ροδοπης, 3) της Θράκης, 4) του Αιμιμόντου, 5) της Σκυθίας και 6) της κατωτέρας Μυσίας. Εκ τούτων η πρώτη περιελάμβανε την περί το Βυζάντιον και την Προποντίδα χώραν μέχρι περίπου των σημερινών Μαλγάρων, η δευτέρα εξετείνετο κατά μήκος των παραλίων του Αιγαίου από των Μαλγάρων μέχρι του Νέστου, περιελάμβανε δε τας πόλεις Αίνον, Μαρώνειαν, Μαξιμιανούπολιν και Άβδηρα, η τρίτη της Θράκης με κέντρον την Φιλιππούπολιν περιελάμβανε περίπου την από της Βερολινείου συνθήκης γνωστήν υπό το όνομα της Ανατολικής Ρωμυλίας περιοχήν, η τετάρτη του Αιμιμόντου περιελάμβανε την περιοχήν της Αδριανουπόλεως μέχρι και της εις τα παράλια του Ευξείνου ευρισκομένης Αγχιάλου, η πέμπτη η της Μυσίας περιελάμβανεν ολόκληρον την σημερινήν Βουλγαρίαν και η έκτη τέλος η της Σκυθίας, την σημερινήν Δοβρουτσάν.
Η διαίρεσις αύτη του Διοκλητιανού εκράτησεν επί πολλούς αιώνας επαναλαμβάνεται δε και κατά τους χρόνους του Ιουστινιανού. Ο εκ των χρόνων του βασιλέως αυτού προερχόμενος Συνέκδημος του Ιεροκλέους, ο οποίος αποτελεί την πολιτικήν, ούτως ειπείν, γεωγραφίαν των χρόνων του Ιουστινιανού, αλλά και αι πληροφορίαι του Προκοπίου επαναλαμβάνουν τα ίδια με την προσθήκην περισσοτέρων ονομάτων πόλεων, εκ των οποίων καθορίζονται ακριβέστερον τα όρια των επαρχιών. Αξιοσημείωτος είναι η μνεία της Αρκαδιουπόλεως, ήτοι του σημερινού Μπαμπά Εσκί εν τη επαρχία Ευρώπης, η οποία μας δίδει τα δυτικά όρια της επαρχίας ταύτης. Αναλόγως προς τας πολιτικάς ταύτας επαρχίας καθώρισε και η Εκκλησία τας εκκλησιαστικάς της επαρχίας, αίτινες εξηκολούθησαν και μέχρι των ημερών ημών να φέρωσι τα ίδια ονόματα, αν και τα πράγματα έχουν παύσει από αιώνων να υφίστανται.
Μεταβολή εις την διοικητικήν ταύτην κατάστασιν της Θράκης, αλλά και ολοκλήρου του κράτους επήλθεν από των χρόνων του Ηρακλείου και εφεξής, από του οποίου αρχίζει η νέα του κράτους διοικητική οργάνωσις, της οποίας μονάς είναι το θέμα, διαίρεσις κατ’ εξοχήν στρατιωτική, εν τη οποία η τε πολιτική και η στρατιωτική διοίκησις συνεκεντρούτο εις τας χείρας ενός, του στρατηγού. Ο λόγος της τοιαύτης συγκεντρώσεως, αλλά και της όλης οργανώσεως, ήσαν οι δύσκολοι καιροί, τους οποίους διήρχετο το κράτος ένεκα των συνεχών επιδρομών των γειτόνων, ιδίως της Ασίας, των Περσών πρώτον και ακολούθως των Αράβων. Διά να αντιμετωπισθούν αι επιδρομαί αύται, αι γνωσταί υπό το όνομα κούρσα, λόγω του αιφνιδιαστικού αυτών χαρακτήρος, υπήρχεν ανάγκη οργανώσεως επιτοπίων κατ’ επαρχίας στρατευμάτων, ετοίμων εις εκάστην στιγμήν να σπεύσωσι προς άμυναν και καταδίωξιν των επιδρομέων. Εδόθη λοιπόν γη εις τους στρατιώτας, εκ της οποίας να τρέφωνται με την υποχρέωσιν να διατηρούν τους ίππους των και τα όπλα των πάντοτε έτοιμοι να σπεύσουν εις την πρώτην του στρατηγού πρόσκλησιν. Εισήχθη δηλ. είδος τι φεουδαρχικού συστήματος, το οποίον όμως λόγω της ισχύος της κεντρικής διοικήσεως ουδέποτε έλαβεν εις το Βυζάντιον τον χαρακτήρα της φεουδαρχίας της Δύσεως. Αι πληροφορίαι, διά τα πρώτα έτη της εφαρμογής του θεματικού συστήματος δεν είναι πλήρεις ούτε σαφείς. Όπως όμως και αν έχη το πράγμα, είναι δυνατόν εκ των σποραδικών πληροφοριών να παρακολουθήσωμεν την εξέλιξιν αυτού και μάλιστα εις την Θράκην, η οποία και αποτελεί το υποκείμενον της ομιλίας μας.
(Συνεχίζεται)
Σημ. ΔΕΕ: Οι επισημάνσεις δικές μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: