Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Φοίνικες (5)



Μετά από την αναταραχή που ακολούθησε, σύντομα στον θρόνο θα ανέλθει ο Εσαρχαδδών (Esarhaddon = Ashur-akh-iddina, 680-669 π.Χ.), του οποίου το όνομα σημαίνει «ο Ασσούρ έδωσε αδελφό», γεγονός που μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι ήταν ένας νεώτερος γιος του Σενναχερίμπ.
Η πρώτη επιτυχής εκστρατεία του Εσαρχαδδών θα σημειωθεί στο πρώτο κιόλας έτος της βασιλείας του (680/679 π.Χ.), όταν ένας στρατηγός του θα συντρίψει μια ορδή Κιμμερίων στα ΒΔ σύνορα της Ασσυρίας. Τον επόμενο χρόνο (679 π.Χ.), θα ακολουθήσει μια «διερευνητική» εκστρατεία στην Παλαιστίνη, που θα φέρει τα ασσυριακά στρατεύματα στα σύνορα της Αιγύπτου. Στην συνέχεια θα ασχοληθεί με προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί από εξεγέρσεις και αποστασίες στα υποτελή κρατίδια της ΝΑ Μικράς Ασίας, πραγματοποιώντας τουλάχιστον δυο εκστρατείες στις περιοχές της Κιλικίας και Καππαδοκίας. Το 677 π.Χ. θα τιμωρήσει σκληρά την Σιδώνα, η οποία μετά την είδηση της δολοφονίας του Σενναχερίμπ θα σπεύσει να αποτινάξει τον ασσυριακό ζυγό. Η τιμωρία υπήρξε σκληρή και η πόλη της Σιδώνος μετά την άλωσή της θα ισοπεδωθεί, τα βασιλικά ανάκτορα θα λεηλατηθούν, ο πληθυσμός της μαζί με την βασιλική οικογένεια και τους αυλικούς θα εκτοπισθούν, ξένος πληθυσμός θα εγκατασταθεί στην νέα πόλη που οικοδόμησαν στην θέση της οι Ασσύριοι, που θα ονομασθεί «Καρ - Εσαρχαδδών» (=Λιμένας του Εσαρχαδδών). Το 671 π.Χ. ο Ασσύριος αυτοκράτορας είναι πλέον πανέτοιμος να πραγματοποιήσει την μεγάλη του φιλοδοξία, που δεν ήταν άλλη από την κατάκτηση της Αιγύπτου, την οποία κυβερνούσε ο Κουσίτης Φαραώ Ταχάρκα (690-664 π.Χ.) της 25ης Δυναστείας (Κουσιτική) εναντίον της οποίας μια άλλη εκστρατεία, μερικά χρόνια προηγουμένως (674 π.Χ.), είχε καταλήξει σε σοβαρή ήττα των Ασσυρίων.
Ο Ταχάρκα και οι αιγυπτιακές δυνάμεις θα συντριβούν τελικά από τον Ασσύριο αυτοκράτορα, η πρωτεύουσα Μέμφις θα καταληφθεί (671 π.Χ.) και θα λεηλατηθεί (βλ. Αιγύπτιοι). Οι ασσυριακές πηγές μάλιστα, αναφέρουν ότι ανάμεσα στους αιχμαλώτους υπήρχαν και μέλη της οικογενείας του Φαραώ. Ο Εσαρχαδδών θα εκδιώξει από τις περιοχές που κατέλαβε τους Κουσίτες Διοικητές και Αξιωματούχους και θα τους αντικαταστήσει με Αιγυπτίους που ήσαν φιλικώς προσκείμενοι στους Ασσυρίους. Ο Ταχάρκα θα καταφύγει στις Θήβες και πιθανόν στην πρωτεύουσά του Ναπάτα, βαθιά στον Νότο (Κους), μια και τα ασσυριακά στρατεύματα δεν φαίνονταν διατεθειμένα να προελάσουν τόσο βαθιά στον Νότο. Η κατάκτηση της Αιγύπτου αποτελεί όχι μόνον το ύψιστο σημείο της βασιλείας του Εσαρχαδδών, αλλά και των ασσυριακών επεκτατικών προσπαθειών, που ήσαν προϊόν των κοσμοκρατορικών βλέψεων της ηγετικής της τάξης. Υπήρξε όμως μια εφήμερη επιτυχία, αφού ουσιαστικά σηματοδότησε για πολλούς και διαφόρους λόγους, την αρχή του τέλους της Ασσυρίας.
Η άνοδος στον θρόνο του Ασσουρμπανιπάλ (668-627 π.X.), μετά τον θάνατο του πατέρα του, Εσαρχαδδών, έγινε σε μια χρονική στιγμή όπου η αυτοκρατορία φαινόταν να βρίσκεται στο ύψιστο σημείο της ακμής της, αλλά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του απετέλεσαν περίοδο γοργής παρακμής και την έναρξη της τελικής φάσεως διάλυσης της Ασσυρίας, που μέσα σε δύο δεκαετίες θα καταρρεύσει πλήρως. Ο Ασσουρμπανιπάλ έχοντας διασφαλίσει την ηρεμία στην Αίγυπτο μετά από μια ταχύτατη επέμβαση και κυρίως την αποφυγή οποιασδήποτε ανάμειξής της στις Συρο-Παλαιστινιακές περιοχές που τον ενδιέφεραν άμεσα, θα ασχοληθεί με τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί στις σχέσεις με την Βαβυλώνα και το Ελάμ. Ο έλεγχος της Ασσυρίας επί της Αιγύπτου θα χαθεί βαθμιαία μετά το 660 π.Χ.
Η ασσυριακή αυτοκρατορία μετά τον θάνατο του Ασσουρμπανιπάλ θα καταρρεύσει σε ελάχιστο σχετικά χρονικό διάστημα, κάτω από τα συνδυασμένα πλήγματα των στρατιωτικών δυνάμεων των Μήδων και της Νεο-Βαβυλωνιακής αυτοκρατορίας, ιδρυτής της οποίας υπήρξε ο Χαλδαίος Ναμποπαλασάρ (Nabopalassar = Nabu-apal-usur, 625-605 π.X.). Μετά τον θάνατο του Ναμποπαλασάρ, στον θρόνο θα ανέλθει ο γιος του, ο Νεμπουχάντ-ρεζζάρ ΙΙ (Nebuchadrezzar = Nabu-kudurri-usur, 605-562 π.Χ.), ο Ναβουχοδονόσωρ των κλασσικών πηγών, ο ενδοξότερος ηγεμόνας της Νεο-Βαβυλωνιακής αυτοκρατορίας. Όταν έφθασε το άγγελμα του θανάτου του πατέρα του, ο Νεμπουχάντ-ρεζζάρ ΙΙ, ήταν στην Δύση, έχοντας πρόσφατα κατατροπώσει στο Καρχεμίς (σπουδαιότατο εμπορικό κέντρο στο συριακό τμήμα του Ευφράτη) τα αιγυπτιακά στρατεύματα του Φαραώ Νεχώ ΙΙ (610-595 π.Χ.) της 26ης Δυναστείας (Σαϊτική – βλ. Αιγύπτιοι) και εξασφαλίσει την υποταγή του Βασιλείου του Ιούδα. Είναι αξιοσημείωτη πάντως η παρουσία στις πολεμικές αυτές συγκρούσεις, Ελλήνων μισθοφόρων και στρατιωτικών «συμβούλων» τόσο στις δυνάμεις των Αιγυπτίων, όσο και των Βαβυλωνίων. Ο Νεμπουχάντ-ρεζζάρ ΙΙ, αφού επέστρεψε κατεπειγόντως στην Βαβυλώνα ώστε να αποτρέψει οποιαδήποτε κίνηση που θα αμφισβητούσε την διαδοχή του στον θρόνο, επέστρεψε στις Συρο-Παλαιστινιακές περιοχές πολύ σύντομα, γεγονός που αποκαλύπτει ότι δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε πρόβλημα που θα απαιτούσε την παραμονή του στην πρωτεύουσα.
Αυτήν ακριβώς την περίοδο τοποθετείται και η καταστροφή της Ασκάλωνος (604 π.Χ.), το τελικό στάδιο της οριστικής υποταγής των Φιλισταίων. Ο Βαβυλώνιος αυτοκράτορας θα αφιερώσει τα επόμενα χρόνια σε συνεχείς εκστρατείες στην Δύση με στόχο να υποτάξει τις ανεξάρτητες ακόμη ηγεμονίες της Συρίας, της Φοινίκης και της Παλαιστίνης και να απομονώσει την Αίγυπτο. Μια σημαντική μάχη με αμφίρροπο αποτέλεσμα θα δοθεί το 601 π.Χ. κοντά στο Πηλούσιον (στο δυτικότατο άκρο της χερσονήσου του Σινά, στα σύνορα της Αιγύπτου), στην οποία τόσο οι Αιγύπτιοι, όσο και οι Βαβυλώνιοι θα υποστούν μεγάλες απώλειες. Παρά το γεγονός ότι οι Βαβυλώνιοι θα αναγκασθούν για έναν ολόκληρο χρόνο να αποσυρθούν από το μέτωπο ώστε να μπορέσουν να αναπληρώσουν τα κενά τους με νεοσύλλεκτους και νέο εξοπλισμό, η μάχη αυτή θα τερματίσει ουσιαστικά κάθε έλεγχο των Φαραώ της Σαϊτικής Δυναστείας σε Ασιατικά εδάφη.
Το έτος 597 π.Χ. σημειώνεται η πρώτη άλωση της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλωνίους, ένα σημαντικότατο επίτευγμα για την κυριαρχία των Βαβυλωνίων στην Παλαιστίνη. Ο Ιουδαίος ηγεμόνας θα συρθεί αιχμάλωτος στην Βαβυλώνα ενώ στην Ιερουσαλήμ θα τοποθετηθεί ως αντιβασιλεύς ένα μέλος του βασιλικού οίκου της Ιουδαίας. Γύρω στο 585 π.Χ. ο Νεμπουχάντ-ρεζζάρ ΙΙ θα ξεκινήσει την περίφημη 13ετή πολιορκία της Τύρου, η οποία είχε αντισταθεί εναντίον των Βαβυλωνίων στις προηγούμενες εκστρατείες τους στην περιοχή. Τελικώς θα επιτευχθεί κάποιος συμβιβασμός, ο ηγεμόνας της Τύρου Ιθοβάαλ ΙΙ θα αντικατασταθεί από τον Βάαλ ΙΙ και η Τύρος θα αναγνωρίσει την επικυριαρχία των Βαβυλωνίων διατηρώντας την αυτονομία της.
Κάτω από την κυριαρχία των Βαβυλωνίων οι πόλεις της Φοινίκης θα φθάσουν στο κατώτατο σημείο της εμπορικής τους δραστηριότητας. Η προσάρτηση από τους Βαβυλωνίους των περιοχών της νότιας Παλαιστίνης (Φιλιστία, Σαμάρεια και Ιουδαία) σε συνδυασμό με την προσάρτηση και των περιοχών πέρα από τον Ιορδάνη (Αμμών και Μωάβ) είχαν ως αποτέλεσμα να αποστερηθούν οι Φοίνικες από κάθε πρόσβαση προς το κερδοφόρο εμπορικό δίκτυο της νότιας Αραβίας. Κάτι ανάλογο συνέβη και με την αποκοπή τους από το εμπορικό δίκτυο της νότιας Μ. Ασίας, λόγω της βαβυλωνιακής κατοχής εδαφών της Κιλικίας, που ήλεγχαν τις προσβάσεις προς την Μ. Ασία.
Τις τελευταίες δεκαετίες της μακρόχρονης βασιλείας του Νεμπουχάντ-ρεζζάρ ΙΙ, δύο σημαντικά γεγονότα θα επισκιάσουν όλες τις υπόλοιπες δραστηριότητες του Βαβυλωνίου αυτοκράτορα: Η δεύτερη άλωση της Ιερουσαλήμ (25 Αυγούστου 587 π.Χ.) και η εκτεταμένη ανοικοδόμηση της Βαβυλώνος.
Ο Φαραώ Απρίης (589-570 π.Χ.) ακολουθώντας την πολιτική των προκατόχων του, είχε υποστηρίξει τα παλαιστινιακά κρατίδια εναντίον των Βαβυλωνίων, αλλά χωρίς επιτυχία, αφού επί της βασιλείας του θα πραγματοποιηθεί η δεύτερη άλωση της Ιερουσαλήμ όπως προαναφέραμε και η καταστροφή της από τα στρατεύματα του Ναβουχοδονόσορα, καθώς και η γνωστή από την Γραφή «Βαβυλώνιος αιχμαλωσία» με την μαζική μεταφορά Εβραίων στην Βαβυλώνα.
Μετά την άνοδο του Αραμαίου Ναμπού-ναΐντ, ο Ναβωνίδης ή Ναβόνηδος των αρχαιο-ελληνικών πηγών (Nabonidus = Nabu-na’id, 556-539 π.Χ.) στον θρόνο της Βαβυλώνος, φαίνεται ότι οι φοινικικές πόλεις απήλαυσαν μια περίοδο σχετικής πολιτικής ανεξαρτησίας. Ο Βαβυλώνιος μονάρχης παλινόρθωσε όλους τους βασιλικούς οίκους των πόλεων της Φοινίκης (Τύρος, Σιδών, Άραδος, Βύβλος) για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, έχοντας να αντιμετωπίσει την ολοένα αυξανόμενη απειλή της Μηδικής αυτοκρατορίας (βλ. Μήδοι).
Η απειλή αυτή θα πάρει μεγάλες διαστάσεις όταν οι Πέρσες, κάτω από την εμπνευσμένη ηγεσία του νεαρού ηγεμόνα τους Κύρου ΙΙ (559-530 π.Χ.), θα αντικαταστήσουν τους Μήδους στην διοίκηση της αυτοκρατορίας (550 π.Χ.). Ο Κύρος ΙΙ, ο επονομαζόμενος Μέγας, θα εγκαινιάσει μια επιθετική επεκτατική πολιτική, της οποίας ένα από τα πρώτα θύματα ήταν το Λυδικό Βασίλειο του Κροίσου (βλ. λήμματα Λυδοί, Πέρσες). Μετά από μια σειρά εξόχων και καλά οργανωμένων εκστρατειών και μέσα σε διάστημα μιας δεκαετίας, θα κατακτηθούν απέραντες εκτάσεις με αποτέλεσμα η περσική αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών, το δημιούργημα του Κύρου ΙΙ, να εξαπλωθεί από τις ακτές του Αιγαίου μέχρι τα βάθη της κεντρικής Ασίας. Απέναντι στον γίγαντα αυτόν η παρακμάζουσα πλέον Νεο-Βαβυλωνιακή αυτοκρατορία δεν είχε καμία απολύτως πιθανότητα σε περίπτωση σύγκρουσης να ανταπεξέλθει. Πραγματικά, από την στιγμή που ο Κύρος ΙΙ αποφάσισε να στραφεί εναντίον της το τέλος της υπήρξε σύντομο. Οι εχθροπραξίες άρχισαν το καλοκαίρι του 539 π.Χ. και ενώ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος, ο Ναβωνίδης, είχε έλθει σε σοβαρή ρήξη με το ιερατείο του θεού Μαρδούκ, της σπουδαιότερης θεότητας του Βαβυλωνιακού Πανθέου.
Οι Πέρσες θα διασχίσουν τον Τίγρη και θα εισβάλουν στην βαβυλωνιακή επικράτεια συντρίβοντας τα βαβυλωνιακά στρατεύματα στην αποφασιστική μάχη στην Ώπι (Upa, στην συμβολή του Τίγρη με τον παραπόταμό του Ντιγιάλα, 60 χλμ. περίπου βορείως της Βαβυλώνος και δίπλα στην τοποθεσία όπου οικοδομήθηκε αργότερα η μετέπειτα ελληνιστική Σελεύκεια επί του Τίγρη) και θα καταλάβουν την αρχαία πόλη της Σιππάρ (Sippar), που τους παραδόθηκε χωρίς αντίσταση. Ο Ναβωνίδης θα τραπεί σε φυγή και πιθανόν τότε, ο γιος του Μπελσσαζζάρ, ο Βαλτάσσαρ της Βίβλου, να ανακηρύχθηκε βασιλιάς. Θα παραμείνει όμως στον θρόνο μόνο για δύο μέρες, δεδομένου ότι τα περσικά στρατεύματα με επικεφαλής τον κυβερνήτη της επαρχίας των Γκούτων Ουγκμπαρού (Ugbaru), τον έμπιστο Γωβρύα της «Κύρου Παιδείας» του Ξενοφώντος, θα εισέλθουν στην Βαβυλώνα αμαχητί. Ο Μπελσσαζζάρ θα σφαγεί στο ανάκτορό του και ο Ναβωνίδης θα επιστρέψει στην Βαβυλώνα και θα παραδοθεί. Η πόλη και οι ναοί της θα προστατευθούν μέχρι τον ερχομό του Κύρου ΙΙ, ο οποίος θα εισέλθει στην Βαβυλώνα στις 30 Οκτωβρίου του 539 π.Χ. Αμέσως μετά την είσοδό του, θα διακηρύξει τις ειρηνικές του διαθέσεις και θα προστατεύσει τις ζωές και τις περιουσίες των κατοίκων, εμφανιζόμενος ως απελευθερωτής. Θα χαρίσει μάλιστα και την ζωή του Ναβωνίδη, σύμφωνα με μία εκδοχή, τον οποίον θα εγκαταστήσει ως κυβερνήτη στην περσική επαρχία της Καρμανίας. Αυτό υπήρξε το τέλος της Νεο-Βαβυλωνιακής αυτοκρατορίας και σε ελάχιστο χρόνο ολόκληρη η Μεσοποταμία θα υποταχθεί στους Πέρσες.
Δυστυχώς δεν υπάρχουν σχετικές καταγραφές και έτσι αγνοούμε επακριβώς την πολιτική υπόσταση των φοινικικών πόλεων στα πρώτα χρόνια κάτω από το νέο καθεστώς της περσικής κατοχής. Οι ερευνητές πάντως υποθέτουν ότι συμπεριλαμβάνονταν «…στους βασιλείς της Άνω Θάλασσας (Μεσόγειος, σημ. ΔΕΕ) […] που κατοικούν σε βασιλικά ανάκτορα…», όπως αναφέρει ένα Χρονικό της εποχής και οι οποίοι αυτοβούλως προσέφεραν την υποταγή τους και φόρο υποτελείας στον Κύρο ΙΙ στην Βαβυλώνα (βλ. Phoenicians, ό.π. σελ. 49). Οι ερευνητές είναι διχασμένοι για την χρονολογία ενσωμάτωσης των φοινικικών πόλεων στην Περσική αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών και άλλοι υποστηρίζουν ότι αυτή πραγματοποιήθηκε στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Κύρου ΙΙ, ενώ οι υπόλοιποι ισχυρίζονται ότι έγινε στην διάρκεια της βασιλείας του γιου και διαδόχου του, Καμβύση ΙΙ (530-522 π.Χ.), λίγο πριν από την έναρξη της εκστρατείας του εναντίον της Αιγύπτου (ό.π.).
Οι Φοίνικες πάντως, από την αρχή, απολάμβαναν μια ιδιαίτερα ευνοϊκή θέση εντός της αυτοκρατορίας ως αποτέλεσμα της στρατηγικής σπουδαιότητάς τους στην θάλασσα, που είχαν για την Περσία και τους στόχους της προς την Δύση. Πραγματικώς, στην διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους ύπαρξης της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών οι Φοίνικες αποτελούσαν τον βασικό ναυτικό βραχίονα των θαλάσσιων επιχειρήσεων της Περσίας στην Μεσόγειο. Όπως γνωρίζουμε από τα ιστορικά γεγονότα εκείνης της εποχής, ο ρόλος των Φοινίκων υπήρξε αποφασιστικός από την αρχή κιόλας των περσικών επεκτατικών εκστρατειών προς την Δύση: Την εισβολή και κατάκτηση της Αιγύπτου (525 π.Χ.).
Οι Φοίνικες της Τύρου προσέφεραν τις υπηρεσίες τους οικειοθελώς στον Καμβύση ΙΙ και ο στόλος τους διεδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην υποστήριξη των χερσαίων επιχειρήσεων του περσικού στρατού στο Δέλτα του Νείλου, η ευνοϊκή εξέλιξη των οποίων υπέρ των Περσών είχε ως αποτέλεσμα την άλωση της Μέμφιδος και την αιχμαλωσία του Φαραώ Ψαμμήτιχου ΙΙΙ (526-525 π.Χ.), του τελευταίου ηγεμόνα της 26ης Δυναστείας. Η Αίγυπτος θα κατακτηθεί και οι Τύριοι θα εξασφαλίσουν την διαρκή ευγνωμοσύνη, αλλά και εμπιστοσύνη των Περσών.
Στην διάρκεια τόσο του 6ου όσο και του 5ου αιώνα π.Χ. αυτή η πολιτική ακολουθήθηκε σταθερά από τους Φοίνικες και η συνεργασία τους με τις περσικές στρατιωτικές δυνάμεις υπήρξε υποδειγματική. Η ανταπόδοση βεβαίως εκ μέρους των Περσών στην πρόθυμη αυτήν συνεργασία υπήρξε ιδιαίτερα απλόχερη και τιμητική. Οι φοινικικές πόλεις αντιμετωπίσθηκαν περισσότερο ως ισότιμοι σύμμαχοι παρά ως φόρου υποτελείς, όπως ήσαν τυπικά τουλάχιστον. Έτσι και στις τέσσερεις κύριες φοινικικές πόλεις (Τύρος, Σιδών, Βύβλος και Άραδος), όπως και στο φοινικικό Κίτιον της Κύπρου, επετράπη να διατηρήσουν τους βασιλικούς τους οίκους και την δυναστική τους αυτονομία. Εξ άλλου απουσιάζει από τις πηγές οποιαδήποτε σαφής και ρητή πληροφορία για το ύψος του φόρου υποτελείας που πλήρωναν οι Φοίνικες. Εικάζεται ότι η ενεργός στρατιωτική συνεργασία τους (με την διάθεση του στόλου τους στην υπηρεσία των Περσών) είχε ως αποτέλεσμα την απαλλαγή τους από επαχθείς πληρωμές φόρων (βλ. Phoenicians, ό.π. σελ. 50).
Στην αναδιάρθρωση των Σατραπειών από τον Δαρείο Ι (522-486 π.Χ.) τα Συρο-Παλαιστινιακά εδάφη, που μαζί με την Βαβυλωνία αποτελούσαν μια ενιαία διοίκηση, αποσπάστηκαν από αυτήν και μαζί με την Κύπρο και τμήμα της Αραβίας απετέλεσαν μια νέα Σατραπεία, των χωρών «Πέραν του Ποταμού» (στα περσικά Αμπαρναχάρα-Abarnahara), δηλ. του Ευφράτη.

(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: