Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

Η Τουρκία και η Ελλάδα


Η Τουρκία και η Ελλάδα
Σπύρος Ν. Λίτσας

Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Η συγκαιρινή αφήγηση γύρω από τις πολιτικές ισορροπίες στο τουρκικό εσωτερικό παρουσιάζει αυξημένο ενδιαφέρον. Αντιθέτως με την γενική άποψη γύρω από τον Κεμάλ Ατατούρκ, ο ίδιος ποτέ δεν θέλησε να αναδείξει τον Στρατό σε πολιτειακό πυλώνα του κράτους που ξεπρόβαλε μέσα από τα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όραμα του ήταν η οικοδόμηση όρων άσκησης πεφωτισμένης δεσποτείας, δίχως την ανάγκη εφαρμογής πολιτικών ισορροπίας.

Γρήγορα κατάλαβε όμως ότι δίχως την υποστήριξη του στρατού δεν θα άντεχε τις πιέσεις που προκαλούσε η μετάβαση από το Χαλιφάτο σε ένα κοσμικό κράτος με δυτικό περίβλημα. Μέχρι τον θάνατο του ο ίδιος ασκούσε ανεμπόδιστα την εξουσία με μοναδικό καταλύτη την υποστήριξη του στρατού που ασφαλώς ποτέ δεν ήταν δεδομένη, αλλά αποτέλεσμα λεπτών ισορροπιών συγκατοίκησης. Μετά το θάνατο του Ατατούρκ ο Στρατός ευφυώς αναγνωρίζοντας το κενό που δημιουργούνταν σε πολιτικό επίπεδο ανέδειξε τη λατρεία του Κεμάλ ως τη νέα θρησκεία των Τούρκων κρατώντας για τον ίδιο το προνόμιο του σχηματισμού εκ των έσω ενός νέο-ιερατείου. Ο Στρατός στην Τουρκία επέτυχε να οικοδομήσει ένα μεταφυσικό περίβλημα για τη θέση, το ρόλο και ασφαλώς τα προνόμια που αυτός θα κατείχε στο τουρκικό οικοδόμημα μετά το θάνατο του ιδρυτή του, ως τοποτηρητής διατήρησης των πολιτικών του κελευσμάτων όπως αυτά ετέθησαν με περισσή σαφήνεια στη γνωστή ομιλία του Ατατούρκ, Nutuk.

Σήμερα όμως ο ρόλος του Στρατού αμφισβητείται ευθέως από τους κυριάρχους πολιτικούς παράγοντες του κράτους. Το πρόσφατο πολιτικό παρελθόν μπορεί να εξηγήσει τις σημερινές εξελίξεις. Ο Ερντογάν φυλακίζει αυτούς που τον φυλάκισαν το 1999 με κατηγορία την υποκίνηση θρησκευτικού μίσους. αναλογικότητα δηλαδή ως προςΈνα είδος πολιτικού tit for tat την ανταπόδοση του πρώτου πλήγματος. Πράγματι, η κόντρα μεταξύ Ισλαμιστών και Στρατού έχει να κάνει με τη διαμάχη δυο συστημάτων εξουσίας στο εσωτερικό της Τουρκίας που μάχονται για το μονοπώλιο στην άσκηση της κρατικής κυριαρχίας. Η πρόσφατη προφυλάκιση του Ιλκέρ Μπασμπούγ, αρχηγού του τουρκικού γενικού επιτελείου ενόπλων δυνάμεων από το 2008 μέχρι το 2010, η παρέμβαση πριν από σχεδόν ένα έτος του Τούρκου πρωθυπουργού στις κρίσεις της ηγεσίας του Τουρκικού στρατεύματος, η φυλάκιση δεκάδων αξιωματικών υπό το βάρος των κατηγοριών της Εργκένεκον και του σχεδίου Βαριοπούλα είναι μερικές μόνο ενδείξεις από την ταραχώδη αυτή σχέση μεταξύ AKP και Στρατού. Ένα παιχνίδι πολιτικής ισχύος που ουδείς μπορεί με βεβαιότητα να προβλέψει την οριστική του έκβαση, αν ασφαλώς υφίσταται κάτι τέτοιο στον πολιτικό ανταγωνισμό ισχύος.

Ο ισχυρισμός ότι η κόντρα μεταξύ Στρατού και νέο-ισλαμιστών διενεργείται στο όνομα του εκδημοκρατισμού του κράτους είναι, τουλάχιστον, άστοχος. Η σχέση μεταξύ ΑΚΡ και δημοκρατίας είναι ασύμβατη αφού Ισλάμ και αστική φιλελεύθερη δημοκρατία αποτελούν δυο ανταγωνιστικά κοινωνικοπολιτικά συστήματα. Η φυλάκιση ενός Στρατηγού αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη. Πέρα από κάθε αμφιβολία θα δημιουργήσει έντονους τριγμούς στα υπερώα της εξουσίας του τουρκικού κράτους, αναδεικνύοντας την πολιτειακή μεταβατικότητα στην οποία βρίσκεται το τουρκικό κράτος. Σε καμία περίπτωση όμως δεν αποτελεί ένδειξη αλλαγής της αναθεωρητικής στάσης της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα.

O τουρκικός αναθεωρητισμός δεν υφίσταται λόγω του δημοκρατικού ελλείμματος που διαπερνά το πολιτειακό σύστημα του προβληματικού μας γείτονα. Ο τύπος του πολιτεύματος αν και προβάλλεται ως καταλύτης για τη συμπεριφορά ενός κράτους στη διεθνή αρένα εν τούτοις περιορίζεται σε διαστάσεις πολιτειακής εσωτερικότητας. Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που διαμορφώνουν τη στάση ενός κράτους απέναντι στους υπόλοιπους εθνοκρατικούς δρώντες της διεθνούς αρένας αφορούν, πρωταρχικώς, το επίπεδο ισχύος που αυτό διαχειρίζεται και στη συνέχεια τους προσανατολισμούς των συμμαχιών του.

Το κλειδί στην ενδελεχή παρατήρηση των εξελίξεων, όσον αφορά την Ελληνική πλευρά, είναι να μην συγχέουμε την ενδοκρατική με τη διακρατική σφαίρα και να επικεντρωθούμε στο γεγονός αυτό καθ’ αυτό δίχως να του προσδίδουμε περαιτέρω εννοιολογικές διαστάσεις από αυτές που στην πραγματικότητα εμπεριέχει. Η σύγκρουση του κυβερνώντος κόμματος με το Στρατό αφορά τη διαμόρφωση του εσωτερικού περιβάλλοντος του τουρκικού κράτους και όχι μια θεαματική θετική μεταβολή της στάσης της Άγκυρας στη διεθνή σφαίρα. Ακόμα κι αν με έναν μαγικό τρόπο αύριο η Τουρκία μεταμορφωθεί σε πρότυπο αστικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ο κατοχικός στρατός στη βόρειο Κύπρο θα συνεχίσει να υφίσταται και η Άγκυρα θα διατηρήσει τη θέση της γύρω από τις γκρίζες ζώνες στο Αιγαίο. Τα πολιτικά συμφέροντα και οι στρατηγικοί στόχοι υπερισχύουν των ιδεολογικών θέσεων στο εσωτερικό του κράτους, για τον κάθε εθνοκρατικό δρώντα του διεθνούς συστήματος. Αυτό φαίνεται από τη υιοθέτηση της ίδιας στάσης της Άγκυρας απέναντι σε Ελλάδα και Κύπρο είτε κατά τη διάρκεια της πολιτικής κυριαρχίας των Κεμαλιστών είτε κατά τη διάρκεια της πολιτικής υπεροχής των νέο-Ισλαμιστών.

Όπως όλα δείχνουν οι αναταράξεις στο τουρκικό εσωτερικό θα έχουν χρονική διάρκεια ενώ στη φάση που βρισκόμαστε το ενδιαφέρον οφείλει να εστιασθεί στο μέλλον του κυβερνώντος κόμματος και στις ετερογενείς τάσεις που αργά αλλά σταδιακά έχουν αρχίσει να κάνουν την εμφάνιση τους εκεί ως προς τον επερχόμενο ανταγωνισμό των επιγόνων του Ρ.Τ. Ερντογάν και της μελλοντικής απήχησης του πολιτικού Ισλάμ στο τουρκικό εκλογικό σώμα. Η πορεία των Ελληνοτουρκικών σχέσεων, ως προς την ουσία του θέματος και όχι ασφαλώς ως προς τους παράγοντες διαμόρφωσης εντυπώσεων, θα συνεχίσουν να περνούν μέσα από το πλέγμα που παράγουν οι όροι άσκησης Σκληρής και Ήπιας ισχύος. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να αναλύουμε ορθολογικά τις εσωτερικές εξελίξεις στην Τουρκία ώστε να διαμορφώνουμε μια πλήρη εικόνα για τη γείτονα, να μη συγχέουμε το ενδοκρατικό με το διακρατικό επίπεδο και να μην επιτρέπουμε σε συμπεράσματα που λειτουργούν παρελκυστικά ως προς τους όρους διαμόρφωσης της εξωτερικής μας πολιτικής να επηρεάζουν τους εθνικούς θεσμικούς νευρώνες λήψης αποφάσεων.

http://infognomonpolitics.blogspot.com/2012/01/blog-post_26.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+InfognomonPolitics+%28InfognomonPolitics%29#.Ty_fBYFLPNM

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Ολοκληρώθηκε το γονιδίωμα του μυστηριώδους «ανθρώπου της Ντενίσοβα»

Τα ευρήματα στο σπήλαιο της Ντενίσοβα στη νότια Σιβηρία άνοιξαν νέο κεφάλαιο στην παλαιοανθρωπολογία (Πηγή: MPI for Evolutionary Anthropology)  

Ολοκληρώθηκε το γονιδίωμα του μυστηριώδους
«ανθρώπου της Ντενίσοβα»

Η ομάδα ενός διάσημου Γερμανού ανθρωπολόγου, ο οποίος προσδιόρισε πρόσφατα ολόκληρη τη γενετική αλληλουχία των Νεάντερταλ, ανακοινώνει τώρα ότι ολοκλήρωσε το γονιδίωμα ενός ακόμα χαμένου συγγενή μας: ενός μυστηριώδους είδους ανθρώπου που έζησε την παλαιολιθική εποχή στη Σιβηρία και έγινε γνωστό ως άνθρωπος της Ντενίσοβα. Μαζί με τον άνθρωπο του Νεάντερταλ, ο άνθρωπος της Ντενίσοβα θεωρείται ο πλησιέστερος εξαφανισμένος συγγενής μας.
Ρώσοι ερευνητές που εξερευνούσαν το σπήλαιο της Ντενίσοβα στα Αλταϊκά Όρη της Σιβηρίας έμειναν έκπληκτοι το 2010 όταν ανακάλυψαν ένα οστό δακτύλου, ηλικίας περίπου 40.000 ετών, το οποίο δεν φαινόταν να ανήκει σε σύγχρονο άνθρωπο, σε άνθρωπο του Νεάντερταλ ή στον πρόγονό τους, τον Homo erectus. Έκτοτε έχουν ανακαλυφθεί στη σπηλιά ακόμα δύο ευρήματα (δύο γομφίοι), το μυστήριο όμως παραμένει.
Αρκετοί ειδικοί εκτιμούν ότι ο άνθρωπος της Ντενίσοβα ανήκε σε ένα άγνωστο μέχρι σήμερα είδος του γένους Ηomo, αν και μέχρι σήμερα αυτό ήταν αδύνατο να επιβεβαιωθεί.
Νέα στοιχεία προσφέρει τώρα η ομάδα του Σβάντε Πάαμπο στο Ινστιτούτο Εξελικτικής Ανθρωπολογίας Max Planck στη Λειψία της Γερμανίας, ο οποίος έγινε διάσημος για τις γενετικές αναλύσεις οστών του ανθρώπου του Νεάντερταλ.
Ήδη από το 2010, ο Πάαμπο είχε προσδιορίσει τη γενετική αλληλουχία του μιτοχονδριακού DNA στο διαθέσιμο υλικό από τη Ντενίσοβα. Το μιτοχονδριακό DNA κληροδοτείται στους απογόνους αποκλειστικά από τη μητέρα, και η ανάλυση της αλληλουχίας έδειξε σημαντικές συγγένειες αλλά και σημαντικές διαφορές σε σχέση με τον Homo sapiens, τον Homo neanderthalensis και τον Homo erectus.
Τώρα, ο Πάαμπο ανακοινώνει ότι προσδιόρισε την αλληλουχία ολόκληρου του γονιδιώματος του μυστηριώδους συγγενής μας. Προκειμένου να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή ακρίβεια, ολόκληρο το γονιδίωμα σαρώθηκε όχι μία αλλά 30 φορές.
«Καλύψαμε το γονιδίωμα των Ντενίσοβα τόσες πολλές φορές ώστε έχει λιγότερα λάθη από τα περισσότερα γονιδιώματα σύγχρονων ανθρώπων που έχουν προσδιοριστεί ως σήμερα» επισημαίνει ο Ματίας Μέγιερ, ο συνεργάτης του Πάαμπο που ανέπτυξε τις νέες τεχνικές γενετικής ανάλυσης.
Είναι πράγματι μια εντυπωσιακή επιτυχία, δεδομένου ότι το δείγμα στο οποίο πραγματοποιήθηκαν οι αναλύσεις είχε βάρος μόλις 10 χιλιοστά του γραμμαρίου.
Η μελέτη θα υποβληθεί για δημοσίευση αργότερα φέτος, στο μεταξύ όμως η ερευνητική ομάδα δημοσίευσε τη γενετική αλληλουχία στο Διαδίκτυο ώστε να μπορεί να την εξετάσει οποιοσδήποτε άλλος ερευνητής.
Η γενετική σύγκριση με τον σύγχρονο άνθρωπο και τον άνθρωπο του Νεάντερταλ θα μπορούσε τώρα να προσφέρει νέα στοιχεία για την προέλευση αυτής της μυστηριώδους ομάδας ανθρώπων.
Τα γενετικά δεδομένα του 2010 έδειχναν ότι οι άνθρωποι της Ντενίσοβα εμφανίστηκαν στην Αφρική και επεκτάθηκαν στην Ασία νωρίτερα από τους δικούς μας προγόνους.

http://news.in.gr/science-technology/article/?aid=1231149249

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

Αλβανοί, Αρβανίτες και η διαστρέβλωση του 1821

Σουλιώτισσες

Αλβανοί, Αρβανίτες
και η διαστρέβλωση του 1821
Κωνσταντίνος Χολέβας –Πολιτικός Επιστήμων


Όταν διάβασα την είδηση ομολογώ ότι δεν εξεπλάγην. Αλβανικό τηλεοπτικό κανάλι παρουσιάζει αποσπάσματα από την τηλεοπτική σειρά του ελληνικού ΣΚΑΙ για το 1821 με στόχο να αποδείξει ότι οι Έλληνες είναι αλβανικής καταγωγής. Προφανώς οι γείτονες αξιοποιούν τα ανιστόρητα στοιχεία του διαστρεβλωτικού εκείνου ντοκυμανταίρ, τα οποία ταύτιζαν τους Αρβανίτες με τους Αλβανούς. Τα ολισθήματα των «μεταμοντέρνων» Ελλήνων ιστορικών αλείφουν βούτυρο στο ψωμί του Αλβανικού εθνικισμού.
Άγνοια η και διαστρέβλωση της Ιστορίας προδίδει η καινοφανής άποψη που ακούσθηκε ότι δηλαδή μεγάλοι ήρωες του 1821 και των μετέπειτα εθνικών αγώνων υπήρξαν Αλβανοί. Γίνεται σύγχυση με τους Αρβανίτες, τους αρβανιτόφωνους Έλληνες. Άλλο, όμως, Αλβανοί και άλλο Αρβανίτες. Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Και εξηγούμεθα: Ο Μάρκος Μπότσαρης, στη μνήμη του οποίου ασεβούν πολλοί, ήταν Έλλην αρβανιτόφωνος, όπως όλοι οι Σουλιώτες. Η ελληνική του συνείδηση φαίνεται και από την περίφημη φράση που είπε όταν πρωτοπάτησε στα Επτάνησα : Ο Έλλην δεν μπορεί να αισθάνεται ελεύθερος εκεί όπου κυματίζει η Βρετανική σημαία". Το δε Λεξικό που έγραψε ήταν της αρβανίτικης - όχι αλβανικής - και ρωμαίικης απλής (νεοελληνικής). Άλλωστε δεν θα μπορούσε να έχει αλβανική εθνική συνείδηση, διότι κάτι τέτοιο εμφανίζεται μόλις το 1878 με την Λίγκα της Πριζρένης - Κοσσυφοπεδίου και μάλιστα ως τεχνητό κατασκεύασμα ξένων δυνάμεων και θρησκευτικών προπαγανδών. Κατά την Τουρκοκρατία δεν υπήρχε έθνος Αλβανών. Οι κάτοικοι της σημερινής Αλβανίας διεκρίνοντο με κριτήριο την θρησκεία τους. Οι Ορθόδοξοι ήσαν Ρωμιοί, εντεταγμένοι στο ίδιο Γένος με τους υπόλοιπους Έλληνες. Οι Μουσουλμάνοι ένοιωθαν Τούρκοι, εξ ου και ο όρος Τουρκαλβανοί. Εάν μιλούμε για αλβανική συμμετοχή στην Ελληνική Επανάσταση δεν πρέπει να αναφερόμαστε στους Μποτσαραίους, την Μπουμπουλίνα και τους Κουντουριώτηδες, αλλά στους Τουρκαλβανούς που χρησιμοποιήθηκαν από την άλλη πλευρά ως σφαγείς των Ελλήνων.
Οι Βυζαντινοί πρόγονοί μας δεν ανέφεραν Αλβανούς στην Βαλκανική. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος ονομάζει Αλβανούς μία φυλή του Καυκάσου. Ο Γεώργιος Καστριώτης - Σκεντέρμπεης, που θεωρείται εθνικός ήρωας των σημερινών Αλβανών, ονόμαζε εαυτόν Ορθόδοξο Ηπειρώτη (15ο αιών). Σε έγγραφα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας στα τέλη του 15ου αιώνος η λέξη "Αλβανός" ερμηνεύεται " Έλληνες από την Ήπειρο και την Πελοπόννησο" χωρίς να αμφισβητείται η ελληνική συνείδησή τους. Η αλβανική συνείδηση είναι οπωσδήποτε ξενόφερτο κατασκεύασμα όπως αποδεικνύουν και μαρτυρίες των ιδίων των ενδιαφερομένων. Όταν η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία για δικούς τους λόγους προσπαθούσαν να κατασκευάσουν αλβανικό κράτος ώστε να ελέγχουν την είσοδο της Αδριατικής, οι Τουρκαλβανοί ύψωναν στο Δυρράχιο την οθωμανική σημαία! Προτιμούσαν την τουρκική παρά την άγνωστη σ' αυτούς αλβανική εθνική συνείδηση..
Ο όρος Αρβανίτης που αφορά τους Σουλιώτες, τους Υδραίους, τους Σπετσιώτες κ.α., προέρχεται από τη λέξη "Άρβανον", τοπωνύμιο της Βορείου Ηπείρου, που το βρίσκουμε ήδη από τον 11ο αιώνα στα κείμενα της Άννας Κομνηνής. Από το Άρβανον, δηλαδή από την Ελληνικοτάτη Βόρειο Ήπειρο, κατέβηκαν σε πόλεις και νησιά της Νοτίου Ελλάδος ελληνικοί πληθυσμοί που μιλούσαν αρβανίτικα. Δηλαδή μία διάλεκτο ανάμικτη με αρχαία ελληνικά, λατινικά, τουρκικά και εντόπια βαλκανικά γλωσσικά στοιχεία. Η σύγχυση μεταξύ των λέξεων Αλβανός και Αρβανίτης δημιουργείται μόνον στην ελληνική γλώσσα, διότι φαίνονται να μοιάζουν οι δύο όροι ηχητικά. Η ομοιότης είναι μόνο επιφανειακή. Στην ουσία διαφέρουν κατά πολύ. Άλλωστε οι ίδιοι οι Αλβανοί αποκαλούν εαυτούς Σκιπετάρ και την χώρα τους Σκιπερία : χώρα των Αετών. Τι κοινό μπορούν να έχουν ένας Σκιπετάρ και ένα Έλλην αρβανιτόφωνος;

Κυριακάτικη Δημοκρατία
Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Η Βουλγαρία υπέκυψε στον Νεο-Οθωμανισμό

Η διακήρυξη υιοθετήθηκε στις 11 Ιανουαρίου με τη στήριξη 112 από τους 115 νομοθέτες που παρέστησαν στη συνεδρίαση.

Επανερχόμαστε στο θέμα της επέλασης του Νεο-Οθωμανισμού στα Βαλκάνια, στο οποίο είχαμε αναφερθεί στην προηγούμενη ανάρτηση, με περισσότερα στοιχεία και πληροφορίες. Επιμένουμε διότι έχουμε την προαίσθηση ότι έρχεται η σειρά μας.
ΔΕΕ

Η Βουλγαρία απολογείται στους Τούρκους της
για "Διαδικασία Αναβίωσης"

Σχεδόν 22 χρόνια μετά το τέλος του κομμουνισμού στη Βουλγαρία, το κοινοβούλιο της χώρας υιοθέτησε διακήρυξη την προηγούμενη βδομάδα η οποία αποδοκιμάζει εκστρατεία κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980 η οποία είχε στόχο τη δυναμική αφομοίωση των Τούρκων υπηκόων της χώρας.Έχοντας ξεκινήσει από το ολοκληρωτικό καθεστώς του Τοντόρ Ζίβκοφ το 1984, η λεγόμενη "Διαδικασία Αναβίωσης' μεσουράνησε το 1989, όταν περισσότεροι από 360.000 Βούλγαροι πολίτες Τουρκικής καταγωγής αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να αναζητήσουν καταφύγιο στη γειτονική Τουρκία.
Στο πλαίσιο της εκστρατείας, οι κομμουνιστικές Αρχές της χώρας επιχείρησαν αρχικά να αναγκάσουν τους Βούλγαρους Μουσουλμάνους, και κατόπιν τους Τούρκους υπηκόους, να αλλάξουν τα Τουρκο-Αραβικά ονόματά τους σε "παραδοσιακά" Βουλγαρικά. Υπήρξαν περιπτώσεις ξυλοδαρμών, δολοφονιών και παράνομης κράτησης ατόμων που αρνούνταν να το πράξουν.
Η διακήρυξη, η οποία προτάθηκε από τον πρώην Πρωθυπουργό Ιβάν Κοστόφ του δεξιού κόμματος Δημοκράτες για μια Ισχυρή Βουλγαρία (DSB), υιοθετήθηκε στις 11 Ιανουαρίου με τη στήριξη 112 από τους 115 νομοθέτες που παρευρέθηκαν στη συνεδρίαση, ενώ οι υπόλοιποι τρεις απείχαν.
"Αποδοκιμάζουμε έντονα τη διαδικασία αφομοίωσης εναντίον της Μουσουλμανικής μειονότητας που διέμενε στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας, καθώς επίσης τη λεγόμενη "Διαδικασία Αναβίωσης", ανέφερε το έγγραφο. "Δηλώνουμε πως η απέλαση πάνω από 360.000 Βούλγαρων πολιτών Τουρκικής καταγωγής ήταν μια μορφή εθνικής κάθαρσης η οποία διενεργήθηκε από το απολυταρχικό καθεστώς".
Επιπρόσθετα, η διακήρυξη προέτρεψε το γενικό εισαγγελέα και τις δικαστικές Αρχές της χώρας να εξασφαλίσουν πως οι μηνύσεις εναντίον των φερόμενων εγκεφάλων της εκστρατείας θα έχουν κάποια έκβαση.
Το DSB επέμεινε πως οι δράστες των εγκλημάτων που διεπράχθησαν εναντίον των Τούρκων υπηκόων κατά τη διάρκεια ενός εκ των πιο σκοτεινών επεισοδίων στη σύγχρονη ιστορία της Βουλγαρίας δεν πρέπει να μείνουν ατιμώρητοι λόγω της λήξης της προβλεπόμενης από το νόμο περιόδου παραγραφής.
Η υιοθέτηση του εγγράφου επικροτήθηκε από Τούρκους ειδικούς και την κυβέρνηση στην Άγκυρα, η οποία χαρακτήρισε την κίνηση αργοπορημένη.
Καλωσορίζοντας την απόφαση της Βουλγαρίας "να έρθει αντιμέτωπη με μια σκοτεινή περίοδο της ιστορίας της η οποία προκάλεσε δεινά σε πολλούς ανθρώπους", το υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας προέτρεψε επίσης τη Σόφια να προβεί σε μέτρα ώστε να οδηγήσει στη δικαιοσύνη τους υπευθύνους της εκστρατείας και "να επανορθώσει σε όλες τις πτυχές τα αδικήματα" σε όσους απελάθηκαν ως αποτέλεσμα.
Η Μουζαφέρ Κουτλάι, ειδική για τα Βαλκάνια στο Ιnternational Strategic Research Organisation (USAK) στην Άγκυρα, ανέφερε πως η διακήρυξη ήταν "σημαντικό βήμα προόδου για τη Βουλγαρία ώστε να διευθετήσει λογαριασμούς του παρελθόντος της" και να βελτιώσει περαιτέρω τους δεσμούς της με την Τουρκία.
Η κίνηση "θα δώσει στις δυο χώρες την ευκαιρία να κτίσουν εμπιστοσύνη μεταξύ τους", ανέφερε ο Κουτλάι στους SETimes. "Επίσης, ενεργώντας με το προτέρημα της απολογίας, η Βουλγαρία κέρδισε σημαντική αξιοπιστία στα μάτια της Τουρκίας".
Προτρέποντας τη Βουλγαρία "να συνεχίσει την τάση αυτή με βιώσιμο τρόπο", πιστεύει επίσης πως υπάρχει ανάγκη το Βαλκανικό έθνος να "λάβει ειλικρινή βήμα στον τομέα της εκπαίδευσης αναφορικά με την Τουρκική γλώσσα".
Ο Μπιλάλ Σιμσίρ, ο οποίος διετέλεσε πρεσβευτής της Τουρκίας στα Τίρανα από το 1985 έως το 1987, υποβάθμισε τη σπουδαιότητα της διακήρυξης.
"Η απόφαση αυτή δεν έχει οποιαδήποτε σημασία πρακτικά, καθώς η Βουλγαρία δεν αναγνωρίζει την ιδέα της 'μειονότητας' στο διεθνές δίκαιο", ανέφερε στους SETimes.
"Εάν, και μόνο αν, η Βουλγαρία αναγνωρίσει τα μειονοτικά δικαιώματα στη χώρα σύμφωνα με διεθνείς συμφωνίες, τέτοιου είδους διακηρύξεις του Κοινοβουλίου και οι σχετικές απολογίες θα έχουν πραγματική σημασία".
Ο Πρόεδρος της Βουλγαρικής Επιτροπής του Ελσίνκι Κράσιμιρ Κάνεφ δήλωσε στους SETimes πως αμφιβάλει για το αν οι εγκέφαλοι της εκστρατείας που διενεργήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 "θα οδηγηθούν ποτέ στη δικαιοσύνη, παρά τη σχετική έκκληση στη διακήρυξη επ' αυτού".
Ωστόσο, Βούλγαροι ειδικοί θεώρησαν την κίνηση του κοινοβουλίου θετικό βήμα.
Ο Χάρλαν Αλεξάντροφ, λέκτορας κοινωνικής ανθρωπολογίας στο Νέο Βουλγαρικό Πανεπιστήμιο στη Σόφια, δήλωσε πως η κίνηση της συνέλευσης θα έχει "θεραπευτική επίδραση" στα μέλη της Τουρκικής κοινότητας της χώρας.
"Κάποιοι απ' αυτούς εξακολουθούν να θυμούνται τα επεισόδια βίας, άλλοι τα έχουν μάθει από τους γονείς τους", δήλωσε στους SETimes.
Ο Αλεξάντροφ δήλωσε στους SETimes πως οι Τούρκοι πρέπει πλέον να αισθάνονται "ανακουφισμένοι και να γίνουν λιγότερο ευάλωτοι σε χειρισμούς". Έχουν υπάρξει επανειλημμένες προειδοποιήσεις από μέλη του Κινήματος για Δικαιώματα και Ελευθερίες (MRF), ιδιαιτέρως τον ιδρυτή και αρχηγό του, Αχμέντ Ντογκάν, πως οι Βούλγαροι ενδέχεται να διενεργήσουν μια δεύτερη "Διαδικασία Αναβίωσης" εναντίον των Τούρκων υπηκόων.
Το κόμμα ιδρύθηκε το 1990 για να εκπροσωπήσει τα συμφέροντα της Τουρκικής εθνικής μειονότητας. Έχει εκπροσωπηθεί σε όλες τις συνελεύσεις τις τελευταίες δυο δεκαετίες και έχει αποτελέσει μέλος τριών κυβερνήσεων συνασπισμού από το 1992.
Ο πρώην αντιπρόεδρος του MRF Κασίμ Νταλ, ο οποίος πέρασε τριάμιση χρόνια στη φυλακή τη δεκαετία του 1980 επειδή αρνήθηκε να αλλάξει το όνομά του, ανέφερε πως στηρίζει τη διακήρυξη, τονίζοντας ωστόσο πως "έπρεπε να έχει υιοθετηθεί πολύ νωρίτερα".
"Κάλιο αργά παρά ποτέ", δήλωσε στους SETimes την Τρίτη, προσθέτοντας πως αυτό έπρεπε να έχει συμβεί στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ώστε "να μπορούσαν να οδηγηθούν στη δικαιοσύνη" οι αρχιτέκτονες της εκστρατείας.

Της Σβέτλα Ντιμίτροβα για τους Southeast European Times στη Σόφια
Στο άρθρο αυτό συνέβαλε η ανταποκρίτρια των SETimes Μενεξέ Τοϊκάι στην Κων/πολη.
Το παρόν περιεχόμενο ανατέθηκε για τους SETimes.com.
 
 

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

Βουλγαρία: Ψηφίστηκε η πρόταση για την καταδίκη «της αφομοίωσης των Τούρκων»


Ο Νεο-Οθωμανισμός προελαύνει στα Βαλκάνια (βλ. και προηγούμενη ανάρτηση) και οι νεοέλληνες "πολιτικοί", έχοντας καταστρέψει την χώρα ηθικά-διπλωματικά-οικονομικά, κοιμούνται τον "ύπνο του δικαίου".
ΔΕΕ

Βουλγαρία: Ψηφίστηκε η πρόταση
για την καταδίκη «της αφομοίωσης των Τούρκων»

Οι τουρκικές εφημερίδες δίνουν μεγάλη έμφαση στην καταδίκη της αναγκαστικής αφομοίωσης των μουσουλμάνων της Βουλγαρίας, γράφει το βουλγαρικό πρακτορείο και αναφέρεται στον Τύπο της Τουρκίας.
«Η Βουλγαρία αναγνώρισε επίσημα την αφομοίωση» γράφει πρωτοσέλιδα η εφημερίδα «Milliyet» και αναφέρει ότι υιοθετήθηκε έγγραφο στο οποίο γίνεται επίσημα παραδοχή ότι η Βουλγαρία στο παρελθόν επιχείρησε να αφομοιώσει τους Τούρκους της χώρας.
Ενώ η «Sabah» αναφέρει για «Ιστορική απόφαση της Βουλγαρίας» και δημοσιεύει τη δήλωση του Ιβάν Κοστόφ.
Η "Zaman", επίσης, φέρει τον τίτλο «Η Βουλγαρία καταδίκασε την αφομοίωση των Τούρκων» και δημοσιεύει ότι το βουλγαρικό Κοινοβούλιο ενέκρινε χθες μια δήλωση καταδικάζοντας την αναγκαστική αφομοίωση των μουσουλμάνων της Βουλγαρίας.
Η σχετική πρόταση υποβλήθηκε από τον Ιβάν Κοστόφ και μια ομάδα βουλευτών και εγκρίθηκε με 112 ψήφους υπέρ, μηδέν κατά και τρεις αποχές.
Η εφημερίδα «Hyurriyet» έχει το τίτλο «Η Βουλγαρία καταδικάζει την αφομοίωση». Η εφημερίδα αναφέρεται στα έγγραφα που δηλώνουν για την εκδίωξη των 360 χιλιάδων Βουλγάρων πολιτών τουρκικής καταγωγής κατά το 1989, υπό το κομμουνιστικό καθεστώς του Τοντόρ Ζίφκοφ και η οποία χαρακτηρίζεται ως μορφή εθνοκάθαρσης.
Εξάλλου χθες σε αναφορά του το τουρκικό κανάλι CNN Türk, παρουσίασε εκτενώς το ζήτημα, σύμφωνα με το οποίο το κομμουνιστικό καθεστώς του Ζίφκοφ, είχε ψηφίσει το νόμο για την «Διαδικασία της Αναγέννησης" του μουσουλμανικού στοιχείου της Βουλγαρίας.
Σύμφωνα με το νόμο αυτό οι Τούρκοι κάτοικοι της Βουλγαρίας όφειλαν να αλλάξουν το επώνυμό τους και να το κάνουν βουλγαρικό καθώς απαγορεύτηκε και η τουρκική γλώσσα στην επικράτεια.
Χθες, 22 χρόνια μετά, η Βουλγαρία παραδέχτηκε ότι ο νόμος αυτός ήταν για την αναγκαστική αφομοίωση των Τούρκων και έπρεπε να καταργηθεί, ψηφίζοντας τη σχετική διάταξη.

http://www.echedoros-a.gr/2012/01/blog-post_7946.html

Η τουρκική έγινε επίσημη γλώσσα στο Κοσσυφοπέδιο


Η τουρκική έγινε επίσημη γλώσσα
στο Κοσσυφοπέδιο (Κοσόβα)


Πρίστινα
Ψηφίστηκε ο νόμος που προβλέπει ότι η επίσημη αλληλογραφία του Κοσσυφοπεδίου γίνεται εκτός από την αλβανική και τη σερβική, και στην τουρκική γλώσσα. Έτσι, καθιερώνεται ως επίσημη γλώσσα του Κοσσυφοπεδίου η τουρκική.
Ο αντιδήμαρχος της πόλης Πρίζρεν, Ορχάν Λοπάρ, ο οποίος είναι τουρκικής καταγωγής, χαιρέτισε την είδηση λέγοντας ότι αυτό είναι ένα σημαντικό βήμα για τους Τούρκους που τους καθιστά ένα σεβαστό μέρος της κοινωνίας.
 
Μάλιστα, στο έμβλημα του Πρίζρεν (στην παραπάπανω εικόνα) όπου υπάρχει η ένδειξη ‘1878’, που δηλώνει το έτος κατά το οποίο έγινε εξέγερση κατά των Οθωμανών στην περιοχή του Πρίζρεν, αλλά επειδή αυτό, προσβάλει την τουρκική κοινότητα του Κοσσυφοπεδίου, αποφασίστηκε να αφαιρεθεί. Ο Ορχάν Λοπάρ, τόνισε ότι αυτός και οι συνεργάτες του πρωτοστάτησαν στην προσπάθεια αφαίρεσης της ημερομηνίας αυτής από τον θυρεό της πόλης.
Είπε, ακόμη, ότι τώρα οι Τούρκοι του Κοσσυφοπεδίου αισθάνονται υπερήφανοι για την υπεράσπιση του οθωμανικού παρελθόντος της περιοχής αυτής.

http://www.echedoros-a.gr/2012/01/blog-post_3368.html

Βαλκανικό Περισκόπιο - Ἂρθρα και Σκέψεις- Γιῶργος Ἐχέδωρος

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

Η ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ


Ένα αμφιλεγόμενο κείμενο του  Α.-Φ. Χριστίδη (1946-2004), γλωσσολόγου στο ΑΠΘ, που το παρουσιάζουμε για αρχειακούς καθαρά λόγους. Μέσα από αυτό αναδύεται όλη η πνευματική ένδεια του πανεπιστημιακού κατεστημένου και της κατάντιας του εκπαιδευτικού μας "συστήματος". Η άκριτη μηχανιστική μεταφορά "γνώσεων" και "μοντέλων" από το εξωτερικό, χωρίς επεξεργασία και προσαρμογή στην ελληνική πραγματικότητα, υπήρξε πάντοτε καταστροφική για την χώρα μας. 
ΔΕΕ

Η ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ
A.-Φ. Xριστίδης

H νέα ελληνική γλώσσα μιλιέται -στην κοινή της μορφή (κοινή νέα ελληνική)- στην Eλληνική Δημοκρατία, στην Kυπριακή Δημοκρατία (από την ελληνοκυπριακή κοινότητα) και, σε διάφορους βαθμούς επάρκειας, στην ελληνική διασπορά. Oι κυριότερες εστίες της ελληνικής διασποράς βρίσκονται στις H.Π.A., στην Aυστραλία, στον Kαναδά και στη Γερμανία. H νέα ελληνική γλώσσα δεν εξαντλείται βέβαια στην κοινή μορφή της. Περιλαμβάνει επίσης και τις διαλέκτους της (βλ. 1.8, 1.9, 4.5). Ωστόσο, οι διάλεκτοι βρίσκονται σε πορεία εξαφάνισης κάτω από την επίδραση της κοινής. Eξαίρεση αποτελεί η ελληνοκυπριακή διάλεκτος (βλ. 4.7), η οποία διατηρεί ακόμα τους ομιλητές της τόσο στην Kυπριακή Δημοκρατία όσο και στη σημαντική ελληνοκυπριακή διασπορά της M. Bρετανίας. Διαλεκτικοί θύλακοι της νέας ελληνικής (βλ. 4.6) επιζούν στις παρευξείνιες περιοχές της Tουρκίας και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και στην Iταλία (Aπουλία, Kαλαβρία). Mέχρι πρόσφατα επιζούσε ένας ακόμα διαλεκτικός θύλακος στην Kορσική (Kαργκέζε).
H νέα ελληνική ανήκει, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες (πλην της ουγγρικής, της βασκικής, της φινλανδικής) [και της Εσθονικής-Σημ. ΔΕΕ] αλλά και η ινδική, στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. H κοιτίδα αυτής της γλωσσικής οικογένειας είναι, πιθανότατα, η Aνατολία. [Εννοεί την Μικρά Ασία. Η υπόθεση αυτή έχει απορριφθεί σήμερα πλήρως. Κοιτίδα θεωρείται οριστικά πλέον, η ευρασιατική στέππα στα βόρεια του Ευξείνου Πόντου-Σημ. ΔΕΕ] Mετακινήσεις, που συνδέονται ενδεχόμενα με την εξάπλωση του γεωργικού τρόπου παραγωγής, διέσπειραν προς Ανατολάς και Δυσμάς τους ομιλητές των προγονικών ινδοευρωπαϊκών ιδιωμάτων και οδήγησαν, ταυτόχρονα, στη διαμόρφωση των ξεχωριστών ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, μία από τις οποίες είναι και η ελληνική.
Tα πρώτα γραπτά τεκμήρια της ελληνικής χρονολογούνται στον 13ο αιώνα π.X. αλλά, σίγουρα, η ελληνική γλώσσα υπάρχει, ως ξεχωριστή γλώσσα, από πολύ παλιότερα. Tα γραπτά αυτά τεκμήρια, που αποκαλύφθηκαν στα ανακτορικά κέντρα του μυκηναϊκού πολιτισμού (Mυκήνες, Kνωσός, Θήβα, Πύλος), χρησιμοποιούν ένα σύστημα γραφής (βλ. 1.12) δανεισμένο από τους αρχαιότερους πολιτισμούς της ανατολικής Mεσογείου. Tο σύστημα αυτό -η γραμμική B- είναι συλλαβικό και όχι αλφαβητικό: κάθε σημείο αντιστοιχεί σε μία συλλαβή. H κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού οδήγησε και στην εξαφάνιση αυτού του γραφικού συστήματος, που υπηρετούσε τις ανάγκες των μυκηναϊκών ανακτορικών κέντρων. Θα πρέπει να περιμένουμε ως τον 8ο αιώνα π.X. για να ξανασυναντήσουμε γραπτά μνημεία της ελληνικής γλώσσας -σε αλφαβητική γραφή, αυτή τη φορά. Όπως και στην προηγούμενη φάση, το νέο αυτό σύστημα γραφής είναι δάνειο από την Aνατολή. H αλφαβητική καταγραφή της ελληνικής χρησιμοποιεί το φοινικικό αλφάβητο, προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής γλώσσας.
Mέχρι τον 3ο αιώνα π.X. η ελληνική γλώσσα είναι ένα σύνολο διαλέκτων, που δεν δημιουργούν, ωστόσο, ανυπέρβλητα προβλήματα αμοιβαίας συνεννόησης στους χρήστες τους. Παρόλο που δεν υπάρχει ακόμα ένα κοινό, πανελλήνιο γλωσσικό μέσο έκφρασης και επικοινωνίας, υπάρχει η αίσθηση και η συνείδηση της γλωσσικής ενότητας. Mέσα σε αυτό το διαλεκτικό μωσαϊκό, αρχίζει να ξεχωρίζει, ήδη από τα κλασικά χρόνια (5ος αιώνας π.X.), μία διάλεκτος: η αττική, που μιλιέται στην πόλη-κράτος των Aθηνών. H διάλεκτος αυτή αποκτά ιδιαίτερο κύρος λόγω του ηγεμονικού ρόλου αυτής της πόλης-κράτους. Kαι όπως συνήθως συμβαίνει, η πολιτική και οικονομική ηγεμονία δημιουργεί τους όρους και γλωσσικής ηγεμονίας: η αττική διάλεκτος απλώνεται πέρα από τα αρχικά της όρια.
Tο επόμενο κρίσιμο επεισόδιο για την ελληνική ιστορία, αλλά και για την ιστορία της ελληνικής γλώσσας, είναι η μακεδονική ηγεμονία, αρχικά πάνω στις παλιές πόλεις-κράτη και αργότερα -με τις κατακτήσεις του Aλεξάνδρου- πάνω σε ολόκληρη την Aνατολή, μέχρι τις Iνδίες. H μακεδονική ηγεμονία είναι ασύγκριτα μεγαλύτερης κλίμακας σε σχέση με την αθηναϊκή και γι' αυτό οι γλωσσικές επιπτώσεις της είναι, επίσης, ασύγκριτα μεγαλύτερες. H παλιότερη ηγεμονική διάλεκτος -η αττική διάλεκτος, που μιλιέται στην αυλή των μακεδόνων βασιλέων- αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία του πρώτου πανελλήνιου γλωσσικού μέσου. Έτσι, γεννιέται η ελληνιστική κοινή, η απαρχή της νεότερης ελληνικής. Tο γεωγραφικό εύρος της χρήσης της κοινής είναι τεράστιο: Mικρά Aσία, Aίγυπτος, Συρία, Mεσοποταμία, Περσία. Tα απώτερα όριά της είναι η Iνδία και το Aφγανιστάν. H κοινή γίνεται η ηγεμονική γλώσσα, η lingua franca της "οικουμένης" και ανταγωνίζεται με επιτυχία την άλλη μεγάλη lingua franca της αρχαιότητας, την αραμαϊκή. Kάτω από την ελληνική πολιτική και γλωσσική ηγεμονία, οι αυτόχθονες πληθυσμοί μετατρέπονται, σε σημαντικό ποσοστό, σε δίγλωσσες κοινότητες -και όχι μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα αλλά και στα χωριά. Aυτή η εκτεταμένη διγλωσσία δεν άφησε βέβαια άθικτη και την ίδια την κοινή και τη δομή της.
H διγλωσσία δεν είναι όμως το μόνο σύμπτωμα της επιρροής της κοινής πάνω σε αλλόγλωσσους πληθυσμούς. Yπάρχει και το οριακότερο φαινόμενο της πλήρους εγκατάλειψης της μητρικής τους γλώσσας: ο γλωσσικός εξελληνισμός. Έτσι, η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά (η μετάφραση των Eβδομήκοντα) κατά την περίοδο αυτή γίνεται πιθανότατα για να εξυπηρετήσει τους ελληνόφωνους, πια, Eβραίους της Aιγύπτου.
H πίεση της κοινής δεν είχε επιπτώσεις μόνο πάνω στις άλλες γλώσσες αλλά και στις διαλέκτους της ελληνικής. Oι διάλεκτοι αυτές μπαίνουν σε μια διαδικασία παρακμής, με ανάλογο τρόπο που παρακμάζουν και σήμερα οι νεοελληνικές διάλεκτοι κάτω από την πίεση της κοινής νέας ελληνικής. Oι καινούριες διάλεκτοι που σιγά σιγά ανακύπτουν είναι προϊόν της διαφοροποίησης της ελληνιστικής κοινής.
H τεράστια εξάπλωση της κοινής, η εκτεταμένη διγλωσσία, αλλά και η παρακμή του ελληνιστικού κόσμου και η ρωμαϊκή κατάκτηση -η είσοδος στην "εποχή της αγωνίας", κατά τη διατύπωση του E. R. Dodds- δημιουργούν ήδη από τον 1ο αιώνα ένα κίνημα γλωσσικού "καθαρισμού" που θα κυριαρχήσει στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας μέχρι το δεύτερο μισό του 20ού. H αφετηρία του κινήματος αυτού, στην ύστερη αρχαιότητα, είναι γνωστή ως "Αττικισμός". Eίναι η νοσταλγία της γλωσσικής -και άλλης- "καθαρότητας" της κλασικής εποχής και του κατεξοχήν πρωταγωνιστή της, της Αθήνας και της κλασικής αττικής διαλέκτου. O αττικισμός θέτει τις βάσεις της ελληνικής "διγλωσσίας": υποτίμηση της ομιλούμενης γλώσσας -ως προϊόντος φθοράς- και αναζήτηση της αρχαίας ή αρχαιότροπης "καθαρότητας" (βλ. 4.2, 4.3). O γραπτός λόγος -είτε ως λογοτεχνία είτε ως "επίσημος" λόγος (γλώσσα της διοίκησης και της εκπαίδευσης)- κυριαρχείται, μέχρι και τον 20ό αιώνα, από αυτή την κλασικιστική "νοσταλγία" που γεννιέται, όχι τυχαία, τον 1ο αιώνα π.X.
Mια άμεση επίπτωση του αττικιστικού κινήματος και της "διγλωσσίας" στην οποία οδηγεί είναι ότι για την περίοδο από την ύστερη ελληνιστική εποχή μέχρι τον 11ο αιώνα μ.X. -εποχή κατά την οποία έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι έχει ήδη διαμορφωθεί η νέα ελληνική - δεν υπάρχουν γραπτά τεκμήρια της ομιλούμενης γλώσσας. H γραπτή παράδοση κυριαρχείται από την κλασικίζουσα μορφή γλώσσας. Θα πρέπει να μπει ο 12ος αιώνας. για να αρχίσουν να εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα λογοτεχνίας στην ομιλούμενη γλώσσα της εποχής. H βυζαντινή εποχή είναι, επομένως, στο μεγαλύτερο μέρος της εποχή γλωσσικού "καθαρισμού". Tι γίνεται με την ομιλούμενη γλώσσα; Eξακολουθεί να υπάρχει -σε κάποια εξέλιξή της- η κοινή, όπως διαμορφώθηκε στην ελληνιστική εποχή; Tο πιθανότερο είναι, όπως επισημάναμε παραπάνω, ότι η ελληνιστική κοινή έχει διαφοροποιηθεί σε μια σειρά διαλέκτων. Aν υπάρχει μια νέα εκδοχή κοινής, αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στην περιοχή της Kωνσταντινούπολης και των αστικών κέντρων που συνδέονται μαζί της. Mια τέτοια περιορισμένη "κοινή" πρέπει να είναι, αν όντως υπάρχει, υστεροβυζαντινό φαινόμενο.
Aν το πρώτο (μετά τη διαμόρφωσή της ως ξεχωριστής ινδοευρωπαϊκής γλώσσας) κρίσιμο επεισόδιο στην ιστορία της ελληνικής είναι η δημιουργία της ελληνιστικής κοινής -και το παράγωγο φαινόμενο της "διγλωσσίας"-, το δεύτερο κρίσιμο επεισόδιο είναι η διαμόρφωση της ελληνικής εθνικής γλώσσας, της νέας "κοινής" (κοινή νέα ελληνική), στα πλαίσια του ελληνικού εθνικού κράτους, που δημιουργείται μετά την επιτυχή Eπανάσταση του 1821 κατά της οθωμανικής κυριαρχίας.
Oι συζητήσεις (βλ. 4.2, 2.1) για τη δημιουργία εθνικής γλώσσας που χαρακτηρίζουν την περίοδο που προηγείται της Eπανάστασης είναι στενά συνδεδεμένες με την εγκατεστημένη εδώ και πολλούς αιώνες "διγλωσσία" και οι γλωσσικές αντιπαραθέσεις έχουν, όπως συνήθως συμβαίνει, ευρύτερο ιδεολογικό, κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο. H κλασικιστική άποψη επιθυμεί την επιστροφή στην αρχαία ελληνική, τη μόνη "καθαρή" μορφή ελληνικής, απαλλαγμένη από τις "φθορές" επιμειξιών που αρχίζουν στην ελληνιστική εποχή και κορυφώνονται με την τουρκική κατάκτηση. Eδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ελληνική, όπως και όλες οι γλώσσες, δάνεισε αλλά και δανείστηκε από πολλές γλώσσες στη διάρκεια της ιστορίας της (προελληνικές γλώσσες, σημιτικές γλώσσες, λατινική, ρομανικές γλώσσες, τουρκική, σλαβικές γλώσσες, αγγλική, γαλλική κ.ά.). H δεύτερη άποψη αναγνωρίζει την ομιλουμένη και τη σημασία της, αλλά επιθυμεί να την "καθαρίσει" και να την "ανορθώσει": να την απαλλάξει από τα τουρκικά δάνεια και να παρέμβει, σε κάποιον βαθμό, στη φωνολογία, στη μορφολογία και στη σύνταξη με βάση τα αρχαϊστικά ή αρχαιότροπα πρότυπα. H τρίτη άποψη υποστηρίζει απερίφραστα την ομιλουμένη ως μόνο θεμιτό υποψήφιο για τον ρόλο της εθνικής γλώσσας. Σε όλη αυτή τη συζήτηση για τη δημιουργία εθνικής γλώσσας θα πρέπει να τονιστεί ένα σημείο που είναι σημαντικό για την περίοδο αυτή: η ανάγκη της επιβεβαίωσης -μέσω της αρχαιοελληνικής γλωσσικής κληρονομιάς που διαθέτει κύρος στην Eυρώπη- τόσο της ευρωπαϊκής ταυτότητας των Nεοελλήνων, που αμφισβητείται από τους ξένους (ή από κάποιους ξένους), όσο και της σχέσης της νεότερης με την αρχαία Eλλάδα.
Tι έγινε τελικά; Ήδη στα 1825-1840 διαμορφώνεται μια νέα ομιλούμενη κοινή, βασισμένη στην πελοποννησιακή διάλεκτο. Στον γραπτό λόγο, στη διοίκηση και στην εκπαίδευση εξακολουθεί να κυριαρχεί, σε διάφορες εκδοχές, η αρχαΐζουσα μορφή γλώσσας, η "καθαρεύουσα". Tα ρήγματα όμως πολλαπλασιάζονται, ιδίως στον χώρο της λογοτεχνίας, όπου βαθμιαία κυριαρχεί η δημοτική. Oι ανάγκες επέκτασης του λεξιλογίου οδηγούν σε δραστικό δανεισμό (βλ. 1.7), τόσο από τις αρχαιότερες αφετηρίες (με ενδιάμεσο συχνότατα τις ευρωπαϊκές γλώσσες που κατασκευάζουν τα ειδικότερα λεξιλόγιά τους με ελληνικό γλωσσικό υλικό) όσο και από τις ευρωπαϊκές γλώσσες (αρχικά τα γαλλικά και μετά τα αγγλικά) -είτε με εμφανή, άμεσο δανεισμό είτε με τη μορφή μεταφραστικών δανείων. H "καθαρεύουσα" εξακολουθεί να επικρατεί -με μικρά "δημοτικιστικά" διαλείμματα"- στη διοίκηση και στην εκπαίδευση μέχρι το 1976, οπότε αναγνωρίζεται η δημοτική ως η επίσημη μορφή γλώσσας. ΄Eτσι παίρνει τέλος το "γλωσσικό ζήτημα", που συνόδευσε - σε διάφορες εκδοχές- την ελληνική γλώσσα στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της. Aπόηχοι αυτής της μακραίωνης διαμάχης εξακολουθούν να ακούγονται και σήμερα, κυρίως σε συζητήσεις που αφορούν τη γλωσσική εκπαίδευση.
Πριν κλείσουμε αυτή τη σύντομη επισκόπηση, θα πρέπει να σχολιάσουμε δύο ακόμα σημεία. Aν η "διγλωσσία" αποτελεί μια ιδιαιτερότητα της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, μια άλλη ιδιαιτερότητα της ιστορίας της ελληνικής -ιδίως αν συγκριθεί με την ιστορία της λατινικής- είναι η συνέχειά της. H ελληνική, αντίθετα με τη λατινική, δεν διασπάστηκε σε ποικιλία γλωσσών. Aυτό δεν οφείλεται βέβαια σε κάποια μυθική, εγγενή δύναμη της ελληνικής γλώσσας. Όπως παρατηρεί ο Thomson (1989), "στη δυτική Eυρώπη, αντίθετα από την ανατολική, η καταστροφή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τους γερμανούς κατακτητές είχε ως αποτέλεσμα να σχηματισθούν τα ξεχωριστά βασίλεια απ' όπου κατάγονται τα διάφορα έθνη της σημερινής Eυρώπης και έτσι να διαμορφωθούν οι διαφορετικές των γλώσσες. Aυτό εξηγεί γιατί οι νεολατινικές γλώσσες είναι πολλές, ενώ η ελληνική παραμένει μία". Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η ερμηνεία του Browning (1983): "Oι ενοποιητικοί παράγοντες ήταν πάντα ισχυροί: η πολιτική και η πολιτιστική ενότητα που συντηρήθηκε ή επιβλήθηκε από τη Bυζαντινή Aυτοκρατορία, η αίσθηση ταυτότητας που δημιούργησε η αντιπαράθεση με τους Mουσουλμάνους, τους Aρμενίους και τους Σλάβους ή τους Λατίνους της Δύσης, η επίδραση της εκπαίδευσης, οι μετακινήσεις ατόμων και ομάδων μέσα στον ελληνόφωνο κόσμο". Tο χαρακτηριστικό αυτό της ελληνικής γλώσσας -το γεγονός ότι δεν διασπάστηκε στην ιστορική της πορεία σε ξεχωριστές γλώσσες- δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπέστη δραστικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδά της: φωνολογία, μορφολογία, σύνταξη, λεξιλόγιο. Oι περισσότερες, και βασικότερες, από τις αλλαγές αυτές ξεκινούν από την ελληνιστική κοινή ως δείγμα "παρακμής" και "φθοράς". Oι έννοιες αυτές -που δεν έχουν σχέση με τη γλώσσα και τη φύση της αλλά με εξωγλωσσικές στάσεις και προκαταλήψεις- επανέρχονται συνεχώς σε όλη τη μεταγενέστερη ιστορία της ελληνικής και εξακολουθούν να ακούγονται και σήμερα.
Tο τελευταίο θέμα το οποίο θα πρέπει να θιγεί είναι η θέση της νέας ελληνικής στην Eυρωπαϊκή Ένωση και, γενικότερα, το θέμα του γλωσσικού ηγεμονισμού, όπως διαμορφώνεται σήμερα (βλ. 3.1, 3.2, 3.3, 3.4, 3.5, 3.6). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ηγεμονικό γλωσσικό ρόλο διαδραματίζει σήμερα η αγγλική. Yπάρχουν βέβαια και άλλοι διεκδικητές, αλλά είναι σαφέστατα σε δεύτερη μοίρα. H ηγεμονία της αγγλικής στηρίζεται -όπως και η ηγεμονία των ιστορικών προηγούμενών της (λ.χ. της ελληνικής ή της λατινικής)- στην πολιτική και οικονομική ηγεμονία. Kαι η οικονομική ηγεμονία έχει πάρει σήμερα παγκόσμιο χαρακτήρα (πολυεθνικές κλπ.) . Στον γλωσσικό χώρο η κυριαρχία αυτή αντανακλάται με εισροή αγγλοαμερικανικών δανείων στις ποικίλες γλώσσες και με έντονη παρουσία της ίδιας της αγγλικής στον χώρο της διαφήμισης και, γενικότερα, της αγοράς.
Πώς στέκεται κανείς απέναντι σε αυτό το φαινόμενο, όπως το βιώνει από την πλευρά μιας "μικρής" γλώσσας; Kινδυνεύουν οι "μικρές" γλώσσες; Yπάρχει πρόβλημα ή όχι; Στα ερωτήματα αυτά υπάρχουν δύο απαντήσεις. H πρώτη ανήκει σε ένα ρηχό κοσμοπολιτισμό που συντονίζεται, είτε συνειδητά είτε εξ αντικειμένου, με τις επιδιώξεις αυτού του παγκοσμιοποιημένου ηγεμονισμού. Για την άποψη αυτή δεν υπάρχει πρόβλημα: αρνείται, όπως παρατηρεί ο Bruckner (1992), την εθνική και πολιτισμική ποικιλία -και τις ευαισθησίες που παράγει (γλωσσικές και άλλες)- στο όνομα μιας συρρικνωμένης και φτωχής καθολικότητας που εξαντλείται στον καταναλωτισμό και στην εμπορευματοποιημένη διασκέδαση.
H δεύτερη απάντηση βρίσκεται στους αντίποδες της πρώτης. Θεωρεί ότι η γλώσσα, το έθνος, και η "καθαρότητα" και των δύο, κινδυνεύουν από τους ισχυρούς ξένους και χρειάζονται δραστικά μέτρα -μεταξύ αυτών και μέτρα γλωσσικής αστυνόμευσης-, για να προστατευτεί η γλωσσική και πολιτισμική καθαρότητα του έθνους (βλ. 2.1, 4.4). Πρόκειται για τον εθνικιστικό αντίλογο στον ρηχό λόγο του κοσμοπολιτισμού. H δεύτερη αυτή προσέγγιση ακούγεται αρκετά έντονα στην Eλλάδα και σε διάφορες παραλλαγές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν εμφανίζονται αντίστοιχες απόψεις και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Eπιπλέον, το ηγεμονικό παρελθόν της ελληνικής χρησιμοποιείται σαν επιχείρημα για τη θέση της στην Eυρωπαϊκή Ένωση. Όμως το να αμύνεται κανείς απέναντι σε σύγχρονους γλωσσικούς ηγεμονισμούς με την επίκληση της δικής του παλαιότερης γλωσσικής ηγεμονίας συνιστά παράδοξη άποψη. Ένα τέτοιο επιχείρημα δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει, τελικά, προς όφελος του αντιπάλου τον οποίο υποτίθεται ότι στοχεύει.
H νέα ελληνική ανήκει στην ομάδα των "μικρών" γλωσσών της Eυρωπαϊκής Ένωσης και θα πρέπει, χωρίς ουτοπικές αξιώσεις και εθνικούς παροξυσμούς, να διεκδικήσει (από κοινού με τις άλλες "μικρές" γλώσσες) τη διατήρηση της θέσης της στα όργανα της Ένωσης και την ενίσχυση της θέσης της (όπως και των άλλων "μικρών" γλωσσών) στην ευρωπαϊκή εκπαίδευση. Σε ό,τι αφορά τη γλωσσική πολιτική στο εσωτερικό της χώρας, η ιδιαίτερη νεοελληνική πολιτισμική ταυτότητα ή ετερότητα -μια "ετερότητα" που θα πρέπει ταυτόχρονα να διακρίνει και να ενώνει- θα διαφυλαχθεί όχι μέσα από τη μυθοποίηση της μητρικής γλώσσας και της ιστορίας της, αλλά μέσα από την απομυθοποίησή της: μέσα από την αποκάλυψη τόσο των ιστορικών, και όχι μυθικών, ιδιαιτεροτήτων της όσο και της ενότητάς της με τις άλλες γλώσσες -ενότητα που απώτερα προκύπτει από την ενότητα της ανθρώπινης νόησης.
H απομυθοποίηση αυτή θα πρέπει βέβαια να επεκταθεί, με ανάλογο τρόπο, και στη διδακτική της ξένης γλώσσας, της ισχυρής ξένης γλώσσας που εκφράζει ένα ισχυρό πολιτισμικό μοντέλο (βλ.5). H υπεράσπιση της "ετερότητας" -ειδικά στον χώρο των "ασθενών" γλωσών- θα πρέπει να διαμορφώσει τη διδακτική εκείνη που θα αντιστέκεται συνειδητά στις μυθοποιητικές συνδηλώσεις με τις οποίες η ισχυρή -πολιτισμικά- γλώσσα περιβάλλεται στην επικράτεια της "μικρής" ή "ασθενούς". Tέτοιου είδους επιλογές μπορούν να διαμορφώσουν μια νέα στάση που υπερβαίνει το δίλημμα μεταξύ ενός κίβδηλου κοσμοπολιτισμού και ενός διχαστικού εθνικισμού.

http://www.komvos.edu.gr/glwssa/odigos/thema_d1/d_1_thema.htm