Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

Γέτες και Δάκες


Οι περιοχές γύρω από την ανατολική Μεσόγειο και Εύξεινο Πόντο περί το 200 π.Χ.

Γέται: Θρακικό έθνος, κατά τον Ηρόδοτο (Δ΄ 93-94, Ε΄ 3), εγκατεστημένο νοτίως του Δουνάβεως. Οι Γέτες αναφέρονται και από πολλούς άλλους αρχαίους συγγραφείς (Εκαταίο, Ελλάνικο, Πλίνιο και κυρίως από τον Στράβωνα Z΄ ΙΙΙ. 1-5, ο οποίος δίνει αρκετές πληροφορίες για αυτούς). Σήμερα γνωρίζουμε ότι αποτελούσαν την βορειότερα εγκατεστημένη ομάδα φύλων θρακικής καταγωγής. Κατοικούσαν σε μία εκτεταμένη περιοχή, όχι μόνον νοτίως του Δούναβη αλλά και στις δύο όχθες του, κυρίως στις εκβολές του, στην σημερινή Δοβρουτσά (βλ. Χάρτη ).
Οι Γέτες μνημονεύονται για πρώτη φορά στην Ιστορία κατά την περιγραφή της εκστρατείας του Μεγάλου Βασιλέως των Περσών Δαρείου Ι το 512/511 π.Χ., εναντίον των Σκυθών, από τον Ηρόδοτο, όπως προαναφέραμε. Οι επαφές πάντως των Γετών με τον ελληνικό κόσμο ανάγονται στον 7ο αιώνα π.Χ. Αργότερα, κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα, λόγω της εξάπλωσης των Σκυθών νοτίως του Δουνάβεως, ένα τμήμα των Γετών θα υποδουλωθεί σ’ αυτούς.
Οι συνεχιζόμενες εχθροπραξίες μεταξύ Σκυθών και Γετών θα διευκολύνουν την επέμβαση του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας στην βορειοανατολική Βαλκανική, ο οποίος θα επιτύχει να απωθήσει τους Σκύθες προς Βορρά. Εναντίον των Γετών θα πολεμήσει νικηφόρα και ο Μέγας Αλέξανδρος το 335 π.Χ. κατά την εκστρατεία του εναντίον ενός άλλου θρακικού φύλου, των Τριβαλλών.
Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει και η διήγηση του Στράβωνος (Ζ΄ ΙΙΙ.8) για την αιχμαλωσία του Λυσιμάχου, στρατηγού και ενός εκ των Διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου του οποίου το κράτος περιελάμβανε και την Θράκη (323-281 π.Χ.). Ο Λυσίμαχος θα πολεμήσει εναντίον του βασιλέως των Γετών Δρομιχαίτη, θα νικηθεί και θα συλληφθεί, αλλά ο Δρομιχαίτης θα τον φιλοξενήσει και τελικά θα τον απελευθερώσει (291 π.Χ.). Οι Γέτες θα συμμαχήσουν με τους Έλληνες των αποικιών των δυτικών ακτών του Ευξείνου Πόντου εναντίον των Ρωμαίων αλλά θα ηττηθούν και θα υποταχθούν.
Περίφημος υπήρξε ο βασιλεύς των Γετών (ή κατ’ άλλους των Δακών) Βοιρεβίστας ή Βυρεβίστας, ο οποίος κατόρθωσε γύρω στο 50 π.Χ. να συνενώσει πολλές θρακικές φυλές (μεταξύ αυτών και τους Δάκες) και να δημιουργήσει ένα τεράστιο κράτος που επεκτεινόταν και στις δύο πλευρές του κάτω ρου του Δούναβη. Με τις συνεχείς επιδρομές του εναντίον των ρωμαϊκών επαρχιών της Ιλλυρίας, Θράκης και Μακεδονίας (Στρβ. Ζ΄ ΙΙΙ.11), δημιουργούσε συνεχώς προβλήματα στους Ρωμαίους, με αποτέλεσμα ο Ιούλιος Καίσαρ να σχεδιάσει εκστρατεία τιμωρίας του, αλλά τον πρόλαβε η δολοφονία του Βοιρεβίστα από στασιαστές Θράκες. Το κράτος των Γετών σύντομα διελύθη και το 29 π.Χ. ο Μάρκος Λικίνιος Κράσσος (Marcus Licinius Crassus) εξεστράτευσε εναντίον των Βαστάρνων που πραγματοποιούσαν συχνές επιδρομές στην περιοχή. Με την βοήθεια ενός πρίγκιπα των Γετών, του Ρόλη (Rholes) θα κατανικήσει και θα εκδιώξει τους Βαστάρνους. Στην συνέχεια ο Κράσσος υποστήριξε τον Ρόλη εναντίον ενός άλλου ηγεμόνα, του Δάπυγος (Dapyx) και τελικώς θα επιτύχει την ανάδειξη του Ρόλη ως ηγεμόνος των Γετών (βλ. Δίων Κάσσιος: Ρωμαϊκή Ιστορία, Βιβλίο 51). Το 16 π.Χ. σημειώθηκε εκτεταμένη εισβολή των Σαρματών στην περιοχή των Γετών, αλλά απωθήθηκαν από τα ρωμαϊκά στρατεύματα. Οι Γέτες θα τεθούν στην δικαιοδοσία του υποτελούς στην Ρώμη ηγεμόνα της Θράκης, του Ροιμητάλκη Ι (12 π.Χ.-12 μ.Χ.). Η ευρύτερη περιοχή προσαρτήθηκε οριστικά στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία με την ίδρυση το 45 μ.Χ. της ρωμαϊκής επαρχίας της Μοισίας (Moesia) στην Θράκη.
Οι Γέτες θεωρούνταν λαός γενναίος και πολεμικός, αλλά όπως έχει υποστηριχθεί, ορισμένα φύλα των Γετών είχαν εξαιρετικά χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο και ζούσαν σε τρύπες που έσκαβαν στο χώμα (βλ. C.A.H. Vol. III part 2 σελ. 598), κάτι που είχε ήδη παρατηρήσει και καταγράψει ο Στράβων (Ζ΄ V. 12), ο οποίος ανέφερε αυτά τα φύλα ως Τρωγλοδύτες.
Αξιομνημόνευτες ήσαν οι δοξασίες τους περί αθανασίας, οι οποίες φαίνεται ότι συστηματοποιήθηκαν από τον μεγάλο θρησκευτικό τους ηγέτη και νομοθέτη Ζάμολξη (κατά τον Ηρόδοτο, Σάμολξις), ο οποίος κατά την παράδοση (Ηροδ. Δ΄ 94-96 και Στρβ. Ζ΄ ΙΙΙ.5) υπήρξε δούλος του Πυθαγόρα στην Σάμο.

Δᾶκες ἤ Δακοί: Δυτικό και για την ακρίβεια, αρχικά βορειοδυτικό, θρακικό φύλο εγκατεστημένο βορείως του Δουνάβεως, που θα επεκταθεί στην συνέχεια ανατολικότερα. Ήσαν οι προς δυσμάς γείτονες των Γετών με τους οποίους, σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς είχαν κοινή γλώσσα (Στρβ. Ζ΄ III. 12,13). Στα νότια της περιοχής των Δακών ζούσαν (κατά τον 5ο αιώνα π.Χ.) οι Μοισοί, ένα άλλο συγγενικό τους θρακικό φύλο (βλ. Χάρτη).  

Τα Γετικά και Δακικά φύλα τον 3ο αιώνα π.Χ.

Στους Έλληνες έγιναν γνωστοί από τον 4ο π.Χ. αιώνα, όταν μέλη αυτού του φύλου εμφανίσθηκαν στην αθηναϊκή αγορά δούλων (Λεξ. Πάπ.-Λαρούς-Μπριτάν.). Αργότερα ανέπτυξαν εμπορικές σχέσεις με τις ελληνικές αποικίες της Θράκης εισάγοντας κυρίως κρασί. Σύμφωνα όμως με μια άλλη άποψη (βλ. Barry Cunliffe: The Ancient Celts – 1999, σελ. 222) οι πρώτες αναφορές στους Δάκες χρονολογούνται στο πρώτο μισό του 2ου αιώνα (200-150 π.Χ.).
Από τα τέλη του 2ου αιώνα π.Χ. έρχονται σε συχνές συγκρούσεις και πολέμους με τους Ρωμαίους. Την περίοδο 60-50 π.Χ. θα συμπεριληφθούν στο μεγάλο βασίλειο που δημιούργησε ο βασιλεύς των Γετών (κατ’ άλλους των Δακών) Βοιρεβίστας, ο οποίος κατόρθωσε να συνενώσει σε ένα ενιαίο κράτος τους Γέτες, τους Δάκες και άλλα θρακικά φύλα (βλ. Γέτες). Από την εποχή εκείνη οι Δάκες αναφέρονται ως το κυρίαρχο φύλο της περιοχής σε αντίθεση με τους Γέτες που βαθμιαία υποχωρούν από το προσκήνιο.
Οι Δάκες θα συνεχίσουν να πολεμούν εναντίον των Ρωμαίων επί των αυτοκρατόρων Οκταβιανού Αυγούστου (27 π.Χ.-14 μ.Χ.), Βεσπασιανού (69-79 μ.Χ.) και κυρίως επί Δομιτιανού (81-96 μ.Χ.), ο οποίος είχε να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη δύναμη του βασιλέως των Δακών Δεκέβαλου. Ο Δεκέβαλος είχε κατορθώσει να ισχυροποιήσει το βασίλειό του και ουσιαστικά να ανασυστήσει το κράτος των Δακών – Γετών της εποχής του Βοιρεβίστα. Μετά από κάποιες αρχικές επιτυχίες του εναντίον των Ρωμαίων στρατηγών που είχαν σταλεί να υποτάξουν τους Δάκες και τους οποίους κατενίκησε (Δακικοί πόλεμοι, 85-89 μ.Χ.), η στρατιωτική κατάσταση εξελίχθηκε τελικώς εις βάρος του Δεκέβαλου, ο οποίος διεσώθη λόγω των εξελίξεων στην Ρώμη, που κατέληξαν στην δολοφονία του Δομιτιανού. Οι συγκρούσεις θα επαναληφθούν επί του αυτοκράτορος Τραϊανού (98-117 μ.Χ.), ο οποίος μετά από δύο πολέμους και μεγάλης κλίμακας εκστρατείες (101-106 μ.Χ.), θα καταλάβει και θα καταστρέψει την πρωτεύουσα των Δακών, την Σαρμιζεγέθουσα (Sarmizegethusa), συντρίβοντας παράλληλα την στρατιωτική ισχύ τους στις μάχες. Ο Δεκέβαλος θα εξαναγκασθεί να αυτοκτονήσει και η Δακία θα μετατραπεί και επισήμως σε Ρωμαϊκή επαρχία (Dacia).
Ως προς την γλώσσα των Δακών οι γλωσσολόγοι δεν έχουν καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα. Οι περισσότεροι υποστηρίζουν την άποψη ότι οι Δάκες και οι Μοισοί χρησιμοποιούσαν την λεγομένη Δακομοισική, την οποία θεωρούν ως μια σαφώς διακριτή διάλεκτο της Θρακικής. Άλλοι όμως ερευνητές υποστηρίζουν ότι η Δακομοισική ήταν συγγενής μεν της κυρίως Θρακικής, αλλά τελείως ξεχωριστή γλώσσα.
Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί η ύπαρξη ενός δακικού φύλου, των Κάρπων, αναφερόμενο και ως Καρποδάκες, το οποίο απέφυγε την υποταγή στους Ρωμαίους, όπως και ορισμένα άλλα μικρά φύλα της περιοχής που είχαν αποσυρθεί στον στρατιωτικά απρόσιτο ορεινό όγκο των Καρπαθίων.
Έχει υποστηριχθεί σχετικά πρόσφατα και προσκομίζονται ολοένα και περισσότερα στοιχεία από την έρευνα, τα οποία συγκλίνουν στην ταυτοποίηση αυτού του φύλου με τους σημερινούς Αλβανούς, θεωρούμενο ως προγονικό τους φύλο, απορρίπτοντας έτσι οριστικά την αμφιλεγόμενη και αμφισβητούμενη ούτως ή άλλως καταγωγή των σημερινών Αλβανών από τους Ιλλυριούς. Οι Κάρποι ή ένα μεγάλο τμήμα τους, φαίνεται ότι μετανάστευσαν γύρω στον 5ο αιώνα μ.Χ. μαζί με στοιχεία και άλλων δακικών φύλων και εγκαταστάθηκαν αρχικά στην ευρύτερη περιοχή των Σκοπίων, απ' όπου άρχισαν να μετακινούνται τον 10ο αιώνα μ.Χ. στο βόρειο τμήμα της σημερινής Αλβανίας (Σκόδρα). Εκεί απορρόφησαν τους ολιγάριθμους πληθυσμούς εκρωμαϊσμένων Ιλλυριών και από την συγχώνευση αυτήν προέκυψαν οι σημερινοί Γκέγκηδες (βόρειοι Αλβανοί), ενώ η εθνογένεση των Τόσκηδων (νότιοι Αλβανοί) ακολούθησε διαφορετική εξέλιξη.
ΔΕΕ

1 σχόλιο:

ΑΡΧΑΙΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ είπε...

Αξιόλογη είδηση από το echedoros-a.blogspot.com:

28.5.10
Πρίστινα: Διάσκεψη για ενιαία αλβανική γλώσσα σε Αλβανία και Κοσσυφοπέδιο
Μάιος 28, 2010

Πρίστινα.

Η ενοποίηση ή η τυποποίηση της αλβανικής γλώσσας της Αλβανίας και του Κοσσυφοπεδίου ήταν το αντικείμενο συζήτησης αλβανών και κοσοβάρων, γλωσσολόγων και καθηγητών, για τη δημιουργία ενός νέου μορφωτικού πεδίου και στις δύο πλευρές των συνόρων.


Τα παραπάνω δημοσιεύει σήμερα το αλβανικό «Τοπ Τσάνελ ΤV».


Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε στην πρωτεύουσα του Κοσσυφοπεδίου, Πρίστινα, όπου τονίστηκαν τα μεγάλα γλωσσολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η αλβανική γλώσσα.


Σύμφωνα με τον ακαδημαϊκό Ρετζέπ Γκόσια (Rexhep Qosja), « ο αλβανικός αετός βρίσκεται ανάμεσα σε δύο μέτωπα και διέρχεται μια ηθική κρίση», υπονοώντας το έμβλημα της αλβανικής σημαίας.


«Οι προσπάθειες για την αλλαγή των αρχών του πρότυπου της αλβανικής γλώσσας ή η δημιουργία δύο γλωσσών, αποτελούν το διαλεκτικό αντικείμενο μιας συγκεκριμένης πολιτικής και ιδεολογίας που στοχεύει στην εθνική ενοποίηση και την ενοποίηση του πολιτισμού μας εν γένει, και ειδικότερα την ενοποίηση της γλώσσας μας» τόνισε στην ομιλία του ο προαναφερόμενος ακαδημαϊκός.


Οι Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου ομιλούν την κοσοβάρικη διάλεκτο της αλβανικής γλώσσας και στη διάσκεψη των γλωσσολόγων –Πρίστινας και Τιράνων- τονίστηκε η ανάγκη ενός ενιαίου προτύπου διδασκαλίας της γλώσσας και στις δύο πλευρές.