Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Ιστορικός αναθεωρητισμός (1)

Ο περίφημος πίνακας του Thomas Couture (1815-79), Decadence (Παρακμή) 1847


Από την ιστοσελίδα http://www.anixneuseis.gr/?p=2761 αναδημοσιεύω μια παλιά ανάρτηση (20/5/09), με θέμα τον λεγόμενο "Ιστορικό Αναθεωρητισμό" των θεωρητικών της παγκοσμιοποίησης και της "Νέας Τάξης". Πρόκειται για ένα κείμενο, που αποκαλύπτει την σύγχυση, αλλά και την ασάφεια που υπάρχει στην νεοελληνική κοινωνία, ως προς βασικά θέματα που συνδέονται άμεσα με την επιβίωσή μας ως λαού με συγκεκριμένη ιστορική διαδρομή και συνείδηση. Πιστεύω ότι πρέπει να διαβαστεί, όχι μόνον για τους λόγους που προανέφερα, αλλά επειδή είναι και αρκούντως αποκαλυπτικό, βοηθώντας έτσι να γίνει αντιληπτό ευρύτερα το τί "παίζεται" στα κέντρα λήψεως αποφάσεων και πως συνδέονται κάποια γεγονότα π.χ. το "βιβλίο" της Ρεπούση, που υιοθετήθηκε ασμένως από την Υπουργό Εθνικής (;) Παιδείας της Ν.Δ.. η τοποθέτηση από το ΠΑΣΟΚ του διδύμου Διαμαντοπούλου-Δραγώνα στο Υπουργείο (σκέτο) Παιδείας, οι "μελέτες" της Κουλούρη, τα άρθρα του Λιάκου στο ΒΗΜΑ, το φαιδρό, όμως προβεβλημένο "συγγραφικό έργο" της Καρακασίδου κ.λπ., κ.λπ.
Δ.Ε.Ε.


Ιστορικός αναθεωρητισμός και διεθνής πολιτική
της Μαρίας Μ.


Κλασικοί και σημερινοί όροι ιστοριογραφίας
Ο κλασικός ορισμός στηρίζεται στο διαχρονικό Θουκυδίδη, επειδή κατά την άποψή του πρέπει να καταγράφονται τα γεγονότα που είναι «σημαντικά», δηλαδή που σημαίνουν κάτι σύμφωνα με διαχρονικές αξίες και έχουν αξιολογηθεί ως τέτοια σύμφωνα με διαχρονικούς ηθικούς κανόνες. Η σημερινή άποψη θέλει τα γεγονότα «ασήμαντα», απαξιώνοντας κάθε αξιολογική διάκριση και αμφισβητώντας τα πανανθρώπινα κριτήρια, επειδή επικρατεί η ταύτιση του πολιτισμού με τις ιδεολογίες σε επίπεδο κουλτούρας. Και επειδή όλοι οι ‘νορμάλ’ άνθρωποι θεωρούν αυτονόητο ότι η ιστορία δεν πρέπει να παραχαράσσεται από ρατσιστικές, ναζιστικές, φασιστικές, ολοκληρωτικές, εθνικιστικές προκαταλήψεις καθιερώθηκε ως ‘νόρμα’ (υιοθετήθηκε δηλαδή θεσμικά η κυρίαρχη ακαδημαϊκή πρακτική) ο «παροντικός χαρακτήρας της ιστορίας». Έγινε δηλαδή ευρέως αποδεκτός ο ιστορικός αναθεωρητισμός ως ‘ιδεολογική αποφόρτιση’, χωρίς να εξεταστεί τί ακριβώς σημαίνει η πρακτική της ‘αποδόμησης’, γιατί το νόημα της αποφυγής προκαταλήψεων έγινε εχθρότητα κατά της διάκρισης και κατά της κριτικής σκέψης, πώς υπηρετεί τους νέους πολιτικούς στόχους, ποιοι ευθύνονται για την πολιτικοποίηση του αναθεωρητισμού και ποιοι τη χρησιμοποιούν σαν νέα ιδεολογική τρομοκρατία. Είναι όμως απαραίτητο να προβληματιστούμε όλοι γιατί ο αναθεωρητισμός γεννήθηκε και αναπτύχθηκε μαζί με την παγκοσμιοποίηση. Γιατί παρά τις καλές προθέσεις υπηρετεί κακές πολιτικές πρακτικές. Γιατί παρά τον ‘προοδευτικό’ χαρακτήρα του καλλιεργεί φαινόμενα ολοκληρωτισμού.


Γέννηση δύο αναθεωρητικών φαινομένων
Στην εικοσαετία ’60 – 70, που σηματοδοτείται από το ‘τέλος των ιδεολογιών’, αριστεροί διανοούμενοι στράφηκαν στην ιστορία, η οποία στη μαρξιστική θεωρία δεν είναι παρά ένα ιδεολογικό φαινόμενο. Ο αριστερός αυτός χαρακτήρας της αναθεώρησης συνεπάγεται ότι η επιβεβλημένη αποδόμηση του περιεχομένου της σαν ιδεολογικής αφήγησης συνεπάγεται αφαίρεση κάθε στοιχείου σημαντικό πολιτισμού, δηλαδή ‘πολιτιστικού εποικοδομήματος’.
Η εποχή όμως αυτή σηματοδοτείται και από την κοινωνική ‘απελευθέρωση’ (εξ αιτίας της κοινωνικής απορρύθμισης που προκάλεσε η οικονομική) με την αίσθηση του ‘χαοτικού’ Όλα επιτρέπονται (εξ αιτίας της πολυπλοκότητας του νέου περιβάλλοντος). Στις συνθήκες αυτές, ο νέος τύπος κοινωνικής προσωπικότητας, ο ναρκισσιστικός, απεχθάνεται πιο πολύ να τον κρίνουν από όσο φοβάται να τον τιμωρήσουν. Διαμορφώθηκε έτσι η νέα κουλτούρα, η λεγόμενη ναρκισσιστική ηθική, ως συλλογική εχθρότητα απέναντι στις αξιολογικές κρίσεις και τις δεσμεύσεις, ως συλλογική καταδίκη των ηθικών διακρίσεων.Κυριαρχεί έκτοτε μια νέα εκδοχή του πολιτισμικού σχετικισμού, η οποία αφενός, νομιμοποιεί και ενισχύει τον ιστορικό αναθεωρητισμό και αφετέρου, διαμόρφωσε τον αναθεωρητισμό όλων των υπολοίπων κοινωνικών επιστημών. Με αποτέλεσμα, από τη μια μεριά να οδηγεί στην αποδόμηση και της εθνικής ταυτότητας και από την άλλη, στην αποδόμηση της πολιτιστικής ταυτότητας.

Εξέλιξη των φαινομένων
Η αντίθεση προθέσεων και πράξεων είναι σημαντικό να επισημαίνεται με κάθε ευκαιρία επειδή πρόκειται για την κατ’ εξοχήν ανθρώπινη αδυναμία, η οποία σε ένα περιβάλλον ατομικής ανωριμότητας και συλλογικής ανυπαρξίας αξιών και μέτρων αυτό-περιορισμού γίνεται καταστροφική. Έχει σημασία επίσης να διευκρινιστεί ότι για την ανυπαρξία αυτή ευθύνεται η απαξία του πολιτισμού τόσο στο μαρξιστικό πρίσμα όσο και στο διάχυτο ναρκισσιστικό. Να υπογραμμίζεται επίσης πόσο εκρηκτικό είναι το μείγμα όταν συνδυάζονται τα δύο και ότι το μείγμα αυτό είναι το κυρίαρχο στο χώρο των ‘ειδικών’ της εξουσιαστικής ελίτ. Ο πολιτισμικός σχετικισμός δημιουργήθηκε στο μεσοπόλεμο από το φόβο του ανερχόμενου ρατσισμού-ναζισμού με την προσπάθεια να εξηγηθούν οι φυλετικές προκαταλήψεις στο πεδίο της κουλτούρας. Ξεκίνησε δηλαδή στο πλαίσιο της ανθρωπολογίας, με τη μελέτη της κουλτούρας των πρωτόγονων φυλών, αλλά μετά το ’60 στρεβλώθηκε και επεκτάθηκε σε όλες τις κοινωνικές επιστήμες (ιστορία, κοινωνιολογία, πολιτική επιστήμη, ψυχολογία, ανθρωπολογία, εθνολογία). Μέχρι όμως την εποχή της Μαύρης Αθηνάς (αφρο-ασιατικές ρίζες του ελληνικού πολιτισμού) περιοριζόταν στον ακαδημαϊκό χώρο. Η πολιτικοποίηση του αναθεωρητισμού έφτασε στην Αμερική σε νομοθετήματα για την ‘πολυπολιτισμική’ κοινωνία και διεθνώς στην επίσημη υιοθέτηση της καταδίκης των αξιακών διακρίσεων ως της πολιτικά ορθής στάσης. Η δε διάχυση της καταδίκης αυτής έχει οδηγήσει στο να θεωρείται η ίδια «η δημοκρατία ως ασήμαντη (!) πολιτική», όπως αναφέρεται στον τίτλο πρόσφατου άρθρου του Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Αντώνη Μανιτάκη. Στο άρθρο αυτό καταδεικνύεται πώς η αποδόμηση της αντίληψης της Δημοκρατίας με τη σχετικοποίησή της σε ιδεολογία (από το μαρξιστή ιστορικό αναθεωρητή Λ. Κάμφορα) συμπυκνώνεται στην πολιτική θεωρία ‘τι δημοκρατία, τι δικτατορία’.

Εξουσία της ελίτ και ελληνική περίπτωση
Σήμερα, είναι γεγονός ότι ο σχετικισμός των αξιών του πολιτισμού και της δημοκρατίας επιβάλλεται είτε ως ιδεολογική τρομοκρατία / ‘πολιτικά ορθός’ είτε ως ‘εκσυγχρονιστικός’/ ‘δημοκρατικός’. Γιατί είναι γεγονός ότι η εξουσία σήμερα ανήκει στην ελίτ, στους μηχανισμούς της οποίας οι αναθεωρητές – ‘ειδικοί’ καθαρίζουν τους θεσμούς (σχολεία, ΜΜΕ, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, κέντρα αποφάσεων, δραστηριότητες διεθνών σχέσεων) από κάθε αντιφρονούντα λόγο. Στην ελληνική επικράτεια, αναφορικά με τον ιστορικό αναθεωρητισμό, παρατηρούνται δύο πόλοι εξουσιαστικής ελίτ. Ο ένας είναι εξωτερικός, με πολιτικό στόχο τον κατευνασμό του εθνικισμού στις βαλκανικές χώρες και τις σχέσεις Ελλάδας- Τουρκίας. (Σημ. ΔΕΕ = Νεο-Οθωμανισμός). Ο εσωτερικός έχει ως εκτελεστικό όργανο την ελίτ των διανοουμένων της ευρωπαϊκής Αριστεράς (με χαρακτηριστική Κατοχή -‘διοίκηση’ σύμφωνα με την ιδεολογική αποφόρτιση στο αναθεωρημένο σχολικό βιβλίο ιστορίας- στα Πανεπιστήμια, τον Τύπο, σε Κρατικές υπηρεσίες, όπως και η προώθηση της Φιλίας των αδελφών λαών). Δεν είναι τυχαίο ότι σε μέλη της απευθύνθηκε το αίτημα για αποδόμηση του σχολικού εγχειριδίου ιστορίας, σύμφωνα με τις συστάσεις του ‘δημοκρατικού’ ευρωπαϊκού κέντρου για τη ‘συμφιλίωση στη ΝΑ Ευρώπη’. (Σημ. ΔΕΕ Το γνωστό χρηματοδοτούμενο, κυρίως από τον Σόρος, ίδρυμα).

Τι δεν πρέπει να κάνουμε
Το ιδεολογικό εγχείρημα αποδόμησης της εθνικής μας ταυτότητας στο όνομα της ιδεολογικής αποκάθαρσης υπονομεύει την αυτονομία της Ελλάδας αλλά και τις ατομικές ταυτότητες των Ελλήνων με την απαγόρευση ανθρωπιστικών θέσεων ακόμα και ορολογίας. Δεδομένης όμως της εδραιωμένης βούλησης της ελίτ που ασκεί την επιστασία μας και δεδομένου ότι η διεκδίκηση της εθνικής ταυτότητας υπήρξε ανέκαθεν προβληματική για ιστορικούς, πολιτισμικούς, εσωτερικούς και εξωτερικούς λόγους, θα είναι ατυχής κάθε προσπάθεια παρέμβασης στο θεσμοποιημένο στη χώρα μας ιστορικό αναθεωρητισμό. Δεν ισχύει το ίδιο για την αποδόμηση της πολιτισμικής μας ταυτότητας, η οποία δεν αποτελεί ισχυρό κρίκο δεδομένου ότι ο πολιτισμικός σχετικισμός για την οικειοποίηση της ταυτότητάς μας από τη δυτική έχει αμβλυνθεί ως αιωνόβιος. Αλλά και η άμεση διεκδίκηση της πολιτισμικής ταυτότητας ως ‘ελληνικότητας’ θα ήταν ομοίως ατυχής γιατί κάθε διαφορά ερμηνεύεται ως ρατσιστική ή εθνικιστική. Σύμφωνα όμως με τα επιχειρήματα του ανωτέρω άρθρου του Α. Μανιτάκη, μπορούμε έμμεσα να διαφοροποιηθούμε στην πράξη προτάσσοντας το ζήτημα της Δημοκρατίας αφού έτσι κι αλλιώς ο ελληνικός πολιτισμός δεν είναι μόνο πανανθρώπινος και κοσμοπολιτικός αλλά (εμείς ξέρουμε ότι) αποτελεί προϋπόθεση και συνέπεια της αληθινής δημοκρατίας.

Τι μπορούμε να κάνουμε
Αρκεί να αντιταχθούμε στον αναθεωρητισμό εν γένει (όχι άμεσα στον ιστορικό). Να αντισταθούμε στη σχετικοποίηση των αξιών που κάνει τη διαφθορά και τον ολοκληρωτισμό μονόδρομο, αλλά και στη σχετικοποίηση του λόγου που ταυτίζει την κρίση με τον ωφελιμισμό της υπολογιστικής σκέψης. Δείχνοντας ότι εμείς ξέρουμε πως η ιστορία είναι ανθρώπινη δημιουργία (κανενός νόμου και καμιάς θεωρίας) και πως η δημοκρατία απαιτεί ηθικούς κανόνες και αξίες διάκρισης, πείθουμε εαυτούς και άλλους ότι μπορούμε να μην είμαστε παθητικοί από το φόβο ενός αόρατου συστήματος που επιβάλλει στο ‘λαουτζίκο’ πολιτιστική εξαχρείωση. Δείχνοντας το πρόσωπο της ελίτ (που έχει ονοματεπώνυμο, με τον πειστικό αλλά διακριτικό και αξιοπρεπή τρόπο του Α. Μανιτάκη), πείθουμε εαυτούς και άλλους πως καταλαβαίνουμε ότι η μη αναγνώριση μιας διακριτής ύπαρξης οδηγεί αναπόδραστα και συλλογικά σε παραβατική κοινωνική συμπεριφορά (κλασική αρχή της κοινωνιολογίας). Μπορούμε άμα θέλουμε να υπερβούμε σε μεγάλο βαθμό τα χάλια μας (αφού δεν πρόκειται για φυλετικό προσδιορισμό) αρκεί να καταλάβουμε ότι γίναμε μικρολωποδύτες και μεγαλοϊδεάτες από παντελή στέρηση ταυτότητας. Να καταλάβουμε ότι η αντιπαλότητα με το (δυτικό και ελληνικό) Διαφωτισμό δεν είναι εθνικισμός και φονταμενταλισμός αλλά επίγνωση της αντιδημοκρατικής υποτίμησης του λαού και της ικανότητας του δικού μας να συγκροτεί αυτόνομη κοινότητα. Αρκεί να διαμορφώσουμε τη δική μας ιστορική αναθεώρηση και, αντί να την αντιτάξουμε στο εθνικιστικό ιδεολογικό πλαίσιο, να την εντάξουμε στο δημοκρατικό πλαίσιο αντίστασης στον πολιτιστικό σχετικισμό.

Παγκόσμια διάσταση
Μπορεί στην εξωτερική πολιτική να μετράει η δύναμη αλλά στην ιστορία μετράει ο κρίσιμος αριθμός των συνειδητοποιημένων ανθρώπων. Δεν απαιτείται αφύπνιση όλων ούτε επαναστατικές διαδικασίες. Αρκεί μια κρίσιμη μάζα και το ρεύμα δημιουργεί μόνο τους σε συνθήκες ανατροπής. Οι σημερινές εκδηλώσεις αναθεωρητισμού θα μπορούσαν μάλιστα να αποδειχθούν μια ‘ευτυχής συγκυρία’, όχι μόνο γιατί καθιστούν ορατό δια γυμνού οφθαλμού ποιος και πώς ευθύνεται για την κακοδαιμονία μας, αλλά γιατί παράλληλα αναπτύσσεται ισχυρό ένα παγκόσμιο ρεύμα αντίδρασης στην ασημαντότητα της ζωής και στον κίνδυνο ολοκληρωτισμού....

********
(Σημ. Δ.Ε.Ε. Οι επισημάνσεις δικές μου)

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

Λαοί και φύλα της αρχαίας Μακεδονίας (5)

Ο κόσμος κατά τον Ηρόδοτον
Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Ὀρέσται: Σύμφωνα με το "Λεξικόν Ελληνικής Αρχαιολογίας": «…Λαός Ηπειρωτικός εν Μολοσσίδι, εν τη μεταξύ των ποταμών Αώου και Αλιάκμονος χώρα, ήτις κατ’ αυτήν εκαλείτο Ορεστίς ή Ορεστιάς. Ανεξάρτητοι το πριν, υπετάγησαν έπειτα εις τους Μακεδόνας, αλλ’ οι Ρωμαίοι τοις απέδωκαν την ελευθερίαν. Ελέγοντο δε την επωνυμίαν λαβόντες εκ του Ορέστου, καταφυγόντος παρ’ αυτοίς αφ’ ου εφόνευσε την μητέραν του…».
Οι πληροφορίες που διαθέτουμε σήμερα για τους Ορέστες, δυστυχώς δεν είναι σημαντικά περισσότερες από όσες αναφέρονται στο παραπάνω λήμμα, παρ’ όλο που έχει περάσει παραπάνω από ένας αιώνας από την συγγραφή του. Έτσι, αυτά που είναι γνωστά με βεβαιότητα είναι ότι οι Ορέστες αποτελούσαν ένα ορεσίβιο φύλο, όπως υποδηλώνει και η ονομασία τους, αλλά και το όνομα της χώρας τους, που σημαίνει «ορεινή περιοχή/ χώρα». Επιβεβαιώθηκε επίσης ότι ανήκαν στα φύλα των Μολοσσών της Ηπείρου, κάτι που ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ. είχε επισημάνει ο περίφημος Γεωγράφος της αρχαιότητος, Εκαταίος ο Μιλήσιος (απόσπασμα 107).
Οι Ορέστες ήσαν εγκατεστημένοι στις περιοχές της λίμνης Ορεστιάδος (Καστοριάς), των πηγών και του άνω ρου του Αλιάκμονα, ενώ στα δυτικά μοιράζονταν τις εκτάσεις μέχρι τον ποταμό Αώο με τους Παραυαίους βόρεια και τους Τυμφαίους νότια, επίσης ορεσίβια ποιμενικά φύλα.
Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ορέστης, μετά τον φόνο της μητέρας του Κλυταιμνήστρας και του εραστή της Αίγισθου, που είχαν δολοφονήσει τον πατέρα του Αγαμέμνονα μετά την επιστροφή του από την Τροία, καταδιωκόμενος από τις Ερινύες, εγκατέλειψε τις Μυκήνες και μετά από περιπλάνηση θα καταλήξει στην άνω Μακεδονία όπου θα ιδρύσει την πόλη Άργος Ορεστικόν και θα ονομάσει την περιοχή Ορεστίδα (Στράβων, Ζ΄ VII. 8).
Όπως προαναφέραμε όμως, Ορεστίς σημαίνει ορεινή χώρα, μάλλον αρχική ονομασία της περιοχής, παρά τον προαναφερθέντα μύθο.
Οι Ορέστες, αποσπάσθηκαν από τους Μολοσσούς και πέρασαν στην επικυριαρχία των Μακεδόνων, στην διάρκεια της βασιλείας του Αλεξάνδρου Α΄ (498/497-454 π.Χ.). Οι διάδοχοί του όμως δεν θα μπορέσουν να επιβάλουν την πλήρη εξουσία τους και οι Ορέστες, όπως και τα άλλα φύλα της άνω Μακεδονίας, θα αποτελέσουν ημιανεξάρτητες ηγεμονίες με ιθαγενείς δυναστείες.
Σε μια επιγραφή του 415 π.Χ. (βλ. Hammond: Macedonian State, σελ. 85) η οποία αναφέρεται σε μια συνθήκη μεταξύ των Αθηναίων, του βασιλιά της Μακεδονίας Περδίκκα Β΄ και των συμμάχων του και του ηγεμόνα των Λυγκηστών Αρραβαίου και των συμμάχων του, μνημονεύονται ως σύμμαχοι του Περδίκκα Β΄, εκτός από τον ηγεμόνα των Ελιμιωτών, Δέρδα και ο ηγεμών των Ορεστών Αντίοχος.
Το όνομα του ηγεμόνα των Ορεστών Αντιόχου αναφέρεται και από τον Θουκυδίδη (Β΄ 80), σε σχέση με τα γεγονότα του έτους 429 π.Χ. στην Ακαρνανία, στις αρχές του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Μεταξύ των ετών 370 και 365 π.Χ. οι Ορέστες θα αποχωρήσουν επισήμως από την (σκιώδη ούτως ή άλλως) επικυριαρχία του βασιλέα της Μακεδονίας και θα αποτελέσουν τμήμα του Μολοσσικού κράτους (=φυλετικής ομοσπονδίας) και από Ορέστες Μακεδόνες θα ξαναγίνουν Ορέστες Μολοσσοί.
Το 350 π.Χ. ο Φίλιππος Β΄, μετά την νίκη του επί του βασιλέως των Μολοσσών Αρύββα, θα προσαρτήσει οριστικά στην Μακεδονία την Παραυαία, την Τυμφαία και την Ορεστίδα. Κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, υπήρχε στην περιοχή η Ορεστία: «…πόλις εν Ορέσταις, εν όρει υπερκειμένω της Μακεδονικής γης, εξ ης Πτολεμαίος ο Λάγου πρώτος βασιλεύσας Αιγύπτου…».
Άλλη πόλη της περιοχής ήταν και το Κέλετρον [Celetrum, κατά τον Τίτο Λίβιο: oppidum (ΧΧΧΙ. 40.1)] ή Κήλητρον (σημερινή Καστοριά), αιολική αποικία και πρωτεύουσα της Ορεστίδος, η οποία πολιορκήθηκε το 200 π.Χ. και παραδόθηκε στους Ρωμαίους, στην διάρκεια του Β΄ Μακεδονικού πολέμου (200-197 π.Χ.). Στην συνέχεια ο Ρωμαίος στρατηγός και Ύπατος Π. Σουλπίκιος Γάλβας προσπαθεί να διεισδύσει στην άνω Μακεδονία και παραβιάζοντας μια ορεινή δίοδο διατρέχει στη Λυγκηστίδα και φτάνει στην Εορδαία όπου επιδίδεται σε καταστροφές και λεηλασίες. Τον προλαβαίνει όμως ο Φίλιππος ο Ε΄ και μετά από σφοδρότατη σύγκρουση τον εξαναγκάζει να εκκενώσει την περιοχή. Αργότερα ο Φίλιππος Ε' αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να αφήσει την περιοχή του ποταμού Εριγώνος και κατέλαβε τα στενά μεταξύ Λυγκηστίδος και Εορδαίας, Στο μέρος εκείνο των στενών μετά από πολλές αψιμαχίες συνήφθη μάχη, κατά την οποία οι Μακεδόνες έπαθαν φοβερή καταστροφή, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν χρήση όλων των δυνάμεων που είχαν λόγω της στενότητας και του δασώδους του τόπου.
Μετά την μάχη της Πύδνας το 168 π.Χ. και την διάλυση του Μακεδονικού Βασιλείου από τους Ρωμαίους, οι Ορέστες θα αποσπασθούν και πάλι από την Μακεδονία σκόπιμα, με στόχο την εξασθένιση των Μακεδόνων. Ήδη όμως οι Ορέστες είχαν συγχωνευθεί με τους Μακεδόνες σε μεγάλο ποσοστό και τους επόμενους αιώνες θα παύσουν να εμφανίζονται ως ξεχωριστά φύλα.

Σίθωνες ἤ Σιθωνοί: Αρχαίο φύλο, εγκατεστημένο στην Χαλκιδική και ειδικότερα στην χερσόνησο της Σιθωνίας που πήρε το όνομά της από αυτούς.
Κατά μία μυθολογική παράδοση (Τζέτζης, εις Λυκόφρονα, 583), η Σιθωνία ονομάσθηκε έτσι από τον βασιλέα του θρακικού φύλου των Οδομάντων, Σίθωνα, γιο του θεού Ποσειδώνα και της Όσσας. Ο Σίθων, απέκτησε από την νύμφη Μενδηΐδα δύο κόρες, την Παλλήνη και την Ροιτεία. Την Παλλήνη, θα κερδίσει ως σύζυγο σε μονομαχία με έναν από τους μνηστήρες, ο Κλείτος, ο οποίος θα διαδεχθεί τον Σίθωνα στον θρόνο. Από την Παλλήνη ονομάσθηκε αργότερα η ομώνυμη χερσόνησος της Χαλκιδικής (σημερινή χερσόνησος Κασσάνδρας).
Οι Σίθωνες μνημονεύονται και από τον Στράβωνα (αποσπ. 11, εκ του Ζ΄): «…Οι Ηδωνοί και οι Βισάλτες κατείχαν την υπόλοιπη Μακεδονία έως τον Στρυμόνα. Από τους λαούς αυτούς, οι Βισάλτες ονομάζονταν έτσι, Βισάλτες, ενώ από τους Ηδωνούς, άλλοι λέγονταν Μύγδονες, άλλοι Ήδωνες κι άλλοι Σίθωνες…».
Σύμφωνα με τα πορίσματα νεωτέρων ερευνών, υποστηρίζεται σήμερα ότι οι Σίθωνες υπήρξαν αρχικά ένα φρυγικό φύλο (βλ. τόμο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ «Εκδοτικής Αθηνών» σελ. 48-49), το οποίο στην συνέχεια συγχωνεύθηκε με τους Θράκες (ίσως με ένα συγκεκριμένο θρακικό φύλο, τους Δέρρωνες), που είτε ήσαν εγκατεστημένοι ήδη στην περιοχή είτε εγκαταστάθηκαν αργότερα εκεί, πιθανότατα τον 8ο αιώνα π.Χ. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Σίθωνες παλαιότερα αναφέρονταν ως θρακικό φύλο.
Πελαγόνες: Αρχαίο Ηπειρωτικό φύλο της ομάδας των Μολοσσών, σύμφωνα με τον Γεωγράφο του 6ου π.Χ. αιώνα Εκαταίο (Μολοσσικά έθνη), τις απόψεις του οποίου ενστερνίζεται και ο Στράβων στα Γεωγραφικά του (C.A.H. Vol. III part 3 - σελ. 266). Ο Λατίνος Ιστορικός Τίτος Λίβιος, αναφέρει ότι υπήρχε η Πελαγονική Τρίπολις που την αποτελούσαν οι πόλεις Άζωρον, Πύθιον και Δολίχη (XLII 53), κάτι που επαναλαμβάνει και ο Στράβων (Ζ΄ VII. 9), αλλά μάλλον λανθασμένα αφού οι πόλεις αυτές ανήκαν στην Περραιβική Τρίπολι (βλ. "An Inventory of Archaic and Classical Poleis"-Oxford University Press, 2004 σελ. 1402).
Κατά τον N. G. L. Hammond (Macedonian State, σελ. 38-39) οι Πελαγόνες, αποτελούσαν ένα ορεσίβιο ποιμενικό φύλο, το οποίο μαζί με τους Ελιμιώτες, τους Τυμφαίους, τους Ορέστες και τους Λυγκηστές, ανήκε στην ομοσπονδία (=φυλετική ομάδα) των Ηπειρωτικών φύλων, κάτω από την ηγεσία των Μολοσσών. Όλα τα παραπάνω φύλα είχαν τους δικούς τους ηγεμόνες και μιλούσαν την βορειοδυτική διάλεκτο της Ελληνικής.
Την περίοδο των Περσικών πολέμων, ο Αλέξανδρος Α΄ της Μακεδονίας θα θέσει αυτά τα φύλα κάτω από την επικυριαρχία του, κάτι που θα διεκδικήσουν στην συνέχεια και οι διάδοχοί του.
Πάντως, μεταξύ των ετών 454 π.Χ. (θάνατος Αλεξάνδρου Α΄) και 359 π.Χ. (άνοδος στον θρόνο της Μακεδονίας του Φιλίππου Β΄), οι Πελαγόνες ήσαν ουσιαστικά ανεξάρτητοι και συχνά συμμαχούσαν με τους εχθρούς των Μακεδόνων.
Οι Πελαγόνες αποτελούσαν το βορειότερα εγκατεστημένο αρχαιοελληνικό φύλο, γεγονός που οδήγησε παλαιότερους ερευνητές να τους θεωρούν ως ένα παιονικό ή ιλλυρικό φύλο.
Στα νότια των Πελαγόνων ήταν εγκατεστημένο το μικρό φύλο των Δευριόπων ή Δουριόπων, το οποίο συμμαχούσε άλλοτε με τους Πελαγόνες και άλλοτε με τους Λυγκηστές (Hammond - Macedonian State, σελ. 89).
Οι Πελαγόνες θα ενσωματωθούν οριστικά το 359 π.Χ. στο Βασίλειο της Μακεδονίας και στην διάρκεια των χρόνων του Φιλίππου Β΄ και του Μ. Αλεξάνδρου θα αφομοιωθούν από τους Μακεδόνες.

Πίερες: Θρακικό φύλο, που πήρε το όνομά του από την Πιερία, μια περιοχή της Μακεδονίας, στους πρόποδες του Ολύμπου.
Σύμφωνα με το Λεξ. Ελλ. Αρχ. οι Πίερες ήσαν «…αρχαίος λαός Θρακικός, οικών εν τη Πιερία, είτα δε επί του Παγγαίου, πλησίον των Αβδήρων. Οι Πίερες εξώσθησαν υπό των Μακεδόνων, τη ζ΄ εκατονταετηρίδι, μετέβησαν προς ανατολάς και κατέλαβον τα παρά το όρος Πάγγαιον, πέραν του Στρυμόνος ποταμού ένθα ίδρυσαν πόλεις…».
Υπενθυμίζουμε, ότι γύρω στο 1200 π.Χ. σημειώθηκε στον χώρο της Μακεδονίας, η Φρυγική εισβολή και η εγκατάσταση φρυγικών φύλων σε διάφορες περιοχές της. Λίγο νωρίτερα, καταγράφονται και εισβολές Θρακικών και Πελασγικών ομάδων από τα ανατολικά, οι οποίες θα προχωρήσουν μέχρι την Ανατολική Στερεά και την Ανατολική Πελοπόννησο.
Στην Μακεδονία, ένα τουλάχιστον θρακικό φύλο θα εγκατασταθεί στην Πιερία όπως συνάγεται από παραδόσεις, διαφόρους μύθους αλλά και αρχαιολογικές ενδείξεις. Το όνομα όμως της περιοχής (Πιερία=πλούσια γη) είναι αναμφισβήτητα Ελληνικό, γεγονός που δηλώνει ότι η περιοχή είχε κατοικηθεί προηγουμένως (περίπου 1400-1200 π.Χ.) από κάποιο ελληνικό φύλο, πιθανότατα τους Μάγνητες, τους οποίους ο Ησίοδος τοποθετούσε στην Πιερία.
Αξίζει να επιμείνουμε λίγο περισσότερο στο σημείο αυτό. Το όνομα Πιερία προέρχεται από την ίδια ρίζα με το πίαρ=πάχος, είναι δε ιδιαίτερα εύστοχο σε σχέση με την παχειά, εύφορη γη, την σχεδόν λιπαρή πεδιάδα της Πιερίας, αλλά και την πλούσια γη των ορεινών της περιοχών με τα πυκνά δάση. Στον Όμηρο εξ άλλου συναντούμε το επίθετο πίων-πίειρα-πίον=παχύς, εύφορος πλούσιος [(Ιλιάς) Α40, Β549, Ε 710, Ι 577, Μ 283, Μ 319, Σ 342, Σ 541, Τα 180, Ψ 750, Ψ 832 (Οδύσσεια) δ 757, δ 764, μ 346, ν 322, ρ 180, τ 173, ω 66].
Ανάλογα είναι τα αναφερόμενα στις μυκηναϊκές πινακίδες: pi-we-ri-di και pi-we-ri-ja-ta. Το τελευταίο υπενθυμίζει το «Πιεριώτας», μακεδονικό εθνικό της Πιερίας, που αναφέρεται στα λεξικά του Στεφάνου Βυζαντίου (Πιερία=πόλις εν ομωνύμω χωρίω. Ο πολίτης Πιεριώτης και Πιερίτης και Πιεριεύς) και Σούδα (Σουΐδα), καθώς και από τον Στράβωνα (Γεωγραφικά, Θ΄ V.22), ο οποίος, αναφερόμενος στους Μάγνητες της Ιλιάδος, μνημονεύει ότι ήσαν γείτονες με τους Μακεδόνες Πίερες, που τους ονομάζει Πιεριώτας, διαφοροποιώντας τους από τους ακόμα παλαιότερους κατοίκους της περιοχής, τους ΠίερεςΘράκες»], εκείνους που απώθησαν και εξεδίωξαν οι Μακεδόνες. Εκτός από την χώρα «Πιερία» παραδίδεται μια ομώνυμη πόλη και χώρα [Πιερία και Πιερίς] και συχνότερα ένα όρος με το ίδιο ακριβώς όνομα, από το οποίο προφανώς πήραν το όνομά τους στα νεώτερα χρόνια και τα Πιέρια.
Οι ερευνητές δέχονται ότι αυτό το θρακικό φύλο θα παραμείνει στην Πιερία μέχρι τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. (βλ. Macedonian State, σελ. 8) και στην συνέχεια θα εκδιωχθεί από τους Μακεδόνες, οι οποίοι κατέλαβαν την περιοχή, ενώ οι επιζήσαντες Πίερες κατέφυγαν «…πέραν του Στρυμόνος εις την πόλιν Φάγρητα και άλλους τόπους εις τους πρόποδας του Παγγαίου…» (Θουκυδίδης Β΄ 99), όπου μνημονεύεται η ύπαρξή τους τον 5ο π.Χ. αιώνα και από τον Ηρόδοτο (Ζ΄ 112).
Από τότε η Πιερία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της Μακεδονίας.

Σίντοι ἤ Σιντοί: Θρακικό φύλο το οποίο σύμφωνα με το Λ.Ε.Α. κατοικούσε στην Σιντική, την περιοχή ανατολικώς της Κρηστωνίας και βορείως της Βισαλτίας, μέχρι τον Στρυμόνα και την λίμνη Πρασιάδα (Κερκινίτις), στο ΒΑ τμήμα περίπου του σημερινού Νομού Σερρών, στην ανατολική Μακεδονία (βλ. Αρχαία Μακεδονία). Η άποψη ότι κατείχαν και την περιοχή της κοιλάδας του Στρυμόνα βορείως των στενών του Ρούπελ, όπως υποστηρίχθηκε παλαιότερα (βλ. Fanoula Papazoglou: The Macedonian Cities in the Roman Period, Skopje 1957) δεν γίνεται πλέον αποδεκτή από την νεώτερη έρευνα (βλ. G. Mihailov: Thrace – C.A.H. Vol. III part 2, σελ. 601).
Ο Θουκυδίδης (Β΄ 98) μάλιστα, διευκρινίζει ότι το όρος Κερκίνη (σημερινό Μπέλες), χωρίζει τους Σιντούς από τους Παίονες.
Κατά τον Στράβωνα, οι Σιντοί, όπως τους αναφέρει (Αποσπ. 45 εκ του Ζ΄), ταυτίζονται με τους ομηρικούς Σίντιες, κάτι που είναι αδύνατον να επιβεβαιωθεί από την έρευνα. Αξίζει να μνημονευθεί το αξιοπερίεργο γεγονός που καταγράφεται από τον Στέφανο Βυζάντιο στο λήμμα Σιντία (μια πόλη των Σιντών), όπου παραθέτει την παρατήρηση του Αριστοτέλη (Ψευδο-Αριστοτέλης, Περί Θαυμασίων Ακουσμάτων), σχετικά με κάποιες πέτρες που κατεβάζει ο ποταμός της περιοχής, Πόντος και οι οποίες όταν καίονται συμπεριφέρονται αντίθετα από τα ξυλοκάρβουνα δηλ. όταν τις φυσάς σβήνουν, ενώ όταν ραντίζονται με νερό ανάβουν περισσότερο και μάλιστα καιόμενες, μυρίζουν όπως η άσφαλτος τόσο άσχημα, ώστε κανένα ερπετό δεν μπορεί να αντέξει.
Δ.Ε.Ε.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Λαοί και φύλα της αρχαίας Μακεδονίας (4)

Απόσπασμα χάρτη της αρχαίας Μακεδονίας επί Ρωμαιοκρατίας (D'Isle 1708)

Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη


Λυγκησταί: Αρχαίο φύλο της άνω (ορεινής) Μακεδονίας. Κατά το Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας (Αλεξάνδρου Ρ. Ραγκαβή - Αθήναι 1888), οι Λυγκηστές ήσαν: «…Λαός αυτόνομος, την Λυγκηστίδα οικών, χώραν Β.Δ. της Μακεδονίας κειμένην. Κατ’ αρχάς είχον ιδίους βασιλείς εκ του γένους των Βακχιαδών, είτα δε ηνώθησαν μετά της Μακεδονίας. Πρωτεύουσα αυτών ην ο Λύγκος (Θουκυδ. Β, 93 και Δ, 8) ή Λύκος…».
Σύμφωνα με το Λεξικό των Κυρίων Ονομάτων (Ανέστη Κωνσταντινίδου - Κωνσταντινούπολις 1900) ο Λύγκος παλαιότερα ονομαζόταν Πιερία.
Κατά τον Στέφανο Βυζάντιο «Λύγκος, πόλις Ηπείρου, Στράβων εβδόμη. εκλήθη από Λυγκέως. το εθνικόν Λυγκησταί. το θηλυκόν Λυγκηστίς…».

Η χώρα των Λυγκηστών εκτεινόταν στα ανατολικά των Πρεσπών, νότια του ποταμού Εριγόνος και περιελάμβανε τις πεδιάδες της Φλωρίνης και του Μοναστηρίου (Βιτώλια).
(Βλ. Χάρτη Αρχαία Μακεδονία). Παλαιότερα είχε υποστηριχθεί ότι οι Λυγκηστές ήσαν Ιλλυρικό φύλο, αλλά η νεώτερη έρευνα έχει ανατρέψει πλήρως αυτή την άποψη. Σήμερα είναι βεβαιωμένο ότι οι Λυγκηστές ήσαν ένα από τα Δυτικά (Ηπειρωτικά) ελληνικά φύλα (βλ. N. Hammond: The Macedonian State, σελ. 39).
Ο ηγεμονικός οίκος των Λυγκηστών διεκδικούσε την καταγωγή του από το αριστοκρατικό γένος των Βακχιαδών (Στράβων Ζ΄ VII. 8), που βασίλευσε στην Κόρινθο από τον 9ο π.Χ. αιώνα μέχρι το 657 π.Χ. οπότε ανατράπηκε από τον Κύψελο, ο οποίος κατέλαβε την εξουσία ως τύραννος (=κυβερνήτης) της Κορίνθου, για να τον διαδεχθεί στην εξουσία το 587 π.Χ. ο γιος του Περίανδρος, ένας από τους επτά σοφούς της Αρχαίας Ελλάδος.
Ουσιαστικά όμως, ιδρυτής του βασιλικού οίκου των Λυγκηστών θεωρείται ο Αρραβαίος Α΄ (μέσα του 5ου αιώνα π.Χ.), ο οποίος αντιτάχθηκε σθεναρά στις προσπάθειες του βασιλέως των Μακεδόνων Περδίκκα Β΄ (448-413 π.Χ.), να επαναπροσαρτήσει την περιοχή στο Μακεδονικό Βασίλειο, κάτι που είχε επιτευχθεί επί της βασιλείας του Αλεξάνδρου Α΄ του Φιλέλληνος (498/497 – 454 π.Χ.). Ο Αρραβαίος Α΄ επωφελήθηκε από τις δυναστικές διαμάχες που είχαν ξεσπάσει στην Μακεδονία μετά την δολοφονία του Αλεξάνδρου Α΄, για να εδραιώσει την θέση του. Ο Περδίκκας Β΄ θα εγκαταλείψει την συμμαχία με την Αθήνα και θα στραφεί στους Σπαρτιάτες για να πετύχει την υποταγή των Λυγκηστών (424 π.Χ.). Το 423 ο ένδοξος στρατηγός των Σπαρτιατών Βρασίδας θα φθάσει στην Μακεδονία και θα συνεκστρατεύσει μαζί με τον Περδίκκα Β΄ εναντίον του Αρραβαίου Α΄ (Θουκυδ. Δ΄ 124. 1). Τα στρατεύματα των συμμάχων θα πετύχουν να κατατροπώσουν τις δυνάμεις του Αρραβαίου στην μάχη που δόθηκε κοντά στο σημερινό Μοναστήρι (Βιτώλια). Διαφωνίες θα ξεσπάσουν μεταξύ του Περδίκκα και του Βρασίδα και η πληροφορία ότι οι Ιλλυριοί συμμάχησαν με τον Αρραβαίο θα έχει ως τελικό αποτέλεσμα να αποτύχει πλήρως η εκστρατεία και ο Περδίκκας Β΄ να διαλύσει την συμμαχία του με την Σπάρτη και να ζητήσει την βοήθεια των Αθηναίων, οι οποίοι θα τον εξαναγκάσουν να συμφιλιωθεί με τον Αρραβαίο Α΄. 

Οι προσπάθειες των Αργεαδών-Τημενιδών βασιλέων της Μακεδονίας να υποτάξουν τους Λυγκηστές θα συνεχισθούν και επί της βασιλείας του γιου και διαδόχου του Περδίκκα Β΄, Αρχελάου (413 – 399 π.Χ.), ο οποίος για να εξασφαλίσει την στρατιωτική υποστήριξη των Ελιμιωτών και του περίφημου ιππικού τους, θα παντρέψει την μεγαλύτερη κόρη του με τον ηγεμόνα τους Δέρδα Β΄ (το 400 π.Χ.).
Πιθανόν ο γάμος αυτός να έγινε στα πλαίσια μιας μεγάλης εκστρατείας εναντίον του Αρραβαίου Β΄ και του γαμπρού του, ηγεμόνα των Ορεστών Σίρρα ή Ίρρα, που σχεδίαζε ο Αρχέλαος, αλλά θα τον προλάβει η δολοφονία του το 399 π.Χ. Μετά τον θάνατο του Αρχελάου θα προκληθεί χάος από τις δυναστικές διαμάχες στην αυλή των Αργεαδών. Στο διάστημα 399-391 π.Χ. έξη βασιλείς συνολικά (Ορέστης, Αέροπος Β΄, Αμύντας Β΄ ο Μικρός, Παυσανίας, Αμύντας Γ΄ και Αργαίος Β΄) θα καταλάβουν τον θρόνο της Μακεδονίας και ένας από αυτούς (ο Αργαίος Β΄ 392/1) θα ανέλθει στον μακεδονικό θρόνο με την βοήθεια των Ιλλυριών και των Λυγκηστών, απομακρύνοντας τον νόμιμο βασιλέα Αμύντα Γ΄.
Ο Αμύντας Γ΄ θα υποχρεωθεί να συνδιαλλαγεί με τους Λυγκηστές και θα πάρει ως σύζυγο την εγγονή του Αρραβαίου Α΄ και κόρη του Σίρρα, την δυναμική Ευριδίκη, την μητέρα του Φιλίππου Β΄. Έτσι θα ανακτήσει τον θρόνο (το 391 π.Χ.) και θα λήξει η μακρόχρονη εχθρότητα στις σχέσεις μεταξύ Λυγκηστών και Αργεαδών.
Όταν αργότερα θα ανέβει στον θρόνο ο Φίλιππος Β΄, ο γιος της Ευρυδίκης, θα συντρίψει την δύναμη των Ιλλυριών και θα προσαρτήσει οριστικά την Λυγκηστίδα στο μακεδονικό κράτος.

Σπουδαιότερη πόλη της Λυγκηστίδας ήταν η Ηράκλεια (Ηράκλεια Λυγκηστών/Λύγκου), που κτίσθηκε από τον Φίλιππο, νοτιότερα του σημερινού Μοναστηρίου το 358 π.Χ.
Αναφορικά με τις πόλεις της περιοχής μόνο η Ηράκλεια Λύγκου θεωρείται σήμερα ότι έχει ταυτιστεί με σιγουριά. Για τον προσδιορισμό της υπήρξε διχογνωμία ανάμεσα σε εκείνους που την τοποθετούσαν στο Λόφο του Αγ. Παντελεήμονα (Αντ. Κεραμόπουλος) στην σημερινή πόλη της Φλώρινας και σε όσους τη συσχέτιζαν με τη σημερινή πόλη του Μοναστηρίου (F.Y.R.O.M.). Η διάσταση απόψεων οφείλεται και σε μνεία του Συνεκδήμου του Ιεροκλέους (ένα είδος γεωγραφικού εγχειριδίου, το οποίο πιθανώς εγράφη κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του Ιουστινιανού μεταξύ 528-535 μ.Χ.) σύμφωνα με την οποία υπάρχουν δύο Ηράκλειες η Λύγκου και η Πελαγονίας. Η σύγχυση αυτή θα πρέπει να αποδοθεί στις διοικητικές μεταβολές που επέφεραν οι Ρωμαίοι οι οποίοι υπήγαγαν την πόλη της Ηράκλειας Λύγκου στην περιοχή της Πελαγονίας και οδήγησαν στην ταύτιση πόλης και περιοχής. Σήμερα επικρατούσα και βεβαιωμένη θεωρείται η άποψη ότι η Ηράκλεια Λύγκου βρίσκεται δύο χιλιόμετρα νότια από το Μοναστήρι στα μετόχια του μοναστηριού του Μπουκόβου (Βλ. Κατερίνα Τρανταλίδου: «Αρχαιολογική τοπογραφία του νομού Φλώρινας» Συνοπτική Επισκόπηση – Πρέσπες 1995, σ. 21 και L. Heuzey – H. Daumet: Mission archaeologique de Macedoine – 1876, σελ. 300). Λεπτομέρειες για τις αναφορές στην Ηράκλεια στο ογκώδες και πολύτιμο έργο "An Inventory of Archaic and Classical Poleis" (Oxford University Press, 2004).

Από την Λυγκηστίδα κατάγονταν και τα παρακάτω πρόσωπα, σχετιζόμενα με τον ηγεμονικό της οίκο, που διεδραμάτισαν κάποιον ρόλο στα γεγονότα της περιόδου του Μ. Αλεξάνδρου:
α. Ο Λυγκηστής ευγενής Αέροπος, ο οποίος - κατα πάσα πιθανότητα - είναι το ίδιο πρόσωπο, με τον εξορισθέντα από το βασίλειο της Μακεδονίας, για την εμπλοκή του μαζί με τον Μακεδόνα Δαμάσιππο, με μια γυναίκα κατά την περίοδο της μάχης στην Χαιρώνεια. [Πολυαιν. Στρατηγ. 4.2.3]. Είχε τρεις γιους, τον Ηρομένη, τον Αρραβαίο και τον Αλέξανδρο . Οι δύο πρώτοι εκτελέστηκαν από τον Μ. Αλέξανδρο ως εμπλεκόμενοι στην δολοφονία του Φιλίππου [Αρριανός 1.25.1-2; Ιουστίνος 11.2.1]. Ο W. Heckel (Prosopography of Alexander's Empire, 2006) επισημαίνει για την εκτέλεση "...Οι κατηγορίες ήσαν προφανώς αστήρικτες, εκτός εάν οι Λυγκηστές έτρεφαν ελπίδες να τοποθετήσουν στον θρόνο τον Αμύντα τον γιο του Περδίκκα Γ΄...". Πρόκειται για τον ανήλικο Αμύντα (Δ΄), του οποίου επίτροπος υπήρξε, σύμφωνα με μια εκδοχή, ο Φίλιππος Β΄ μέχρι την αντικατάστασή του στον θρόνο από τον ίδιο.
β. Νεοπτόλεμος, γιος του Αρραβαίου. Πιθανώς μετά τον θάνατο του πατέρα του κατέφυγε στην Περσία και σκοτώθηκε, πολεμώντας εναντίον των Μακεδόνων, στο πλευρό των Περσών [Αρριανός 1.20.10].
γ. Αμύντας, γιός του Αρραβαίου. Ακολούθησε την εκστρατεία του Αλέξανδρου και τα ίχνη του χάνονται μυστηριωδώς στα πρώτα χρόνια της εκστρατείας [Αρρ. 1.27.4]. Εκτός απο την πιθανότητα να σκοτώθηκε σε μάχη, υπάρχει και η σοβαρή υποψία να έχασε την ζωή του για συμμετοχή σε συνομωσία, ως επακόλουθο της εκτέλεσης του θείου του, Αλέξανδρου Λυγκηστή.
δ. Αλέξανδρος ο "Λυγκηστής". Ο τρίτος γιος του Αερόπου. Είχε μια πολύ ενδιαφέρουσα και πολυτάραχη σταδιοδρομία (βλ. σχετικό λήμμα στο Heckel: Prosopography σελ. 19). Έλαβε ως σύζυγο μια από τις θυγατέρες του Αντιπάτρου και πιθανότητα το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι υπήρξε από τους πρώτους που ζητωκραύγασαν ως βασιλέα τον Μ. Αλέξανδρο αμέσως μετά την δολοφονία του πατέρα του Φιλίππου Β΄ του έσωσαν την ζωή και δεν ακολούθησε άμεσα την τύχη των αδελφών του. Εκτελέστηκε πάντως το 330 π.Χ. με την κατηγορία της συνομωσίας εναντίον του Μ. Αλεξάνδρου, κατα την διάρκεια της εκστρατείας στην Ασία (Διόδωρος ΙΖ΄80.2, Ιουστίνος ΧΙΙ.14.1).

Μύγδονες: Αρχαίος λαός εγκατεστημένος στην Μακεδονία, για τον οποίο υπήρχε παλαιότερα η άποψη ότι επρόκειτο για θρακικό φύλο. Σύμφωνα όμως με νεώτερες απόψεις (βλ. τόμο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, σελ. 48-49) θεωρούνται φρυγικό φύλο που εγκαταστάθηκε στην Μακεδονία, όταν ένα μέρος από τους Φρύγες παρέμεινε στην χώρα, στην διάρκεια της μεγάλης φρυγικής μετανάστευσης (γύρω στο 1200 π.Χ.).
Η περιοχή εγκατάστασής τους θα ονομασθεί Μυγδονία και περιελάμβανε τις εκτάσεις γύρω από τις λίμνες Βόλβη και Κορώνεια. Μετά την αποχώρηση των Φρυγών από την Μακεδονία γύρω στο 800 π.Χ., το μεγαλύτερο μέρος από τους Μύγδονες θα παραμείνει στην περιοχή τους. Μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ. φαίνεται ότι ήσαν γνωστοί με την γενική ονομασία Βρύγες(Φρύγες), Βρύγοι ή Βρίγες. Έτσι αναφέρονται στον Ηρόδοτο (ΣΤ΄ 45 και Ζ΄ 185, αλλά και 73), ο οποίος όμως τους θεωρεί θρακικό φύλο, πιθανόν λόγω της ανάμειξής τους με γειτονικά θρακικά φύλα.
Στην χώρα των Μυγδόνων θα εξαπλωθούν οι επίσης φρυγικής καταγωγής Ήδωνες ή Ηδωνοί (περιορίζοντας τους εναπομείναντες Μύγδονες στην περιοχή μεταξύ του μυχού του Θερμαϊκού και του Αξιού) και οι οποίοι θα εκδιωχθούν από τους Μακεδόνες, ίσως στην διάρκεια της βασιλείας του Αλεξάνδρου Α΄ του Φιλέλληνος (498/497-454 π.Χ.).
Ο Στράβων (αποσπ. 11, εκ του Ζ΄) θεωρούσε τους Μύγδονες φύλο των Ηδωνών: «…Οι Ηδωνοί και οι Βισάλτες κατείχαν την υπόλοιπη Μακεδονία έως τον Στρυμόνα. Από τους λαούς αυτούς, οι Βισάλτες ονομάζονταν έτσι, Βισάλτες, ενώ από τους Ηδωνούς, άλλοι λέγονταν Μύγδονες, άλλοι Ήδωνες κι άλλοι Σίθωνες…».
Τέλος, πρέπει να αναφέρουμε και την παράδοση (Στέφανος Βυζάντιος) σύμφωνα με την οποία ο Ηδωνός, ο Μύγδων, ο Οδόμας και ο Βιστωνός ήσαν αδέλφια.
Μύγδονες θα εγκατασταθούν και στην περιοχή βορείως της μεγάλης Φρυγίας στην Μ. Ασία, όπου η περιοχή θα ονομασθεί επίσης Μυγδονία (βλ. Στέφανος Βυζάντιος στο σχετικό λήμμα). Αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι ένας από τους αρχηγούς των Φρυγών, συμμάχων των Τρώων, ονομαζόταν Μύγδων (Ιλιάς, Γ 185), τότε πρέπει να δεχθούμε ότι ένα μέρος από τους Μύγδονες δεν παρέμεινε στην Μακεδονία, αλλά συνέχισε με το υπόλοιπο κύμα της φρυγικής μετανάστευσης και πέρασε στην Μικρά Ασία, όπου εγκαταστάθηκε στην περιοχή βορείως του όρους Όλυμπος της Μυσίας, στην Προποντίδα, μεταξύ των λιμνών Ασκανίας και Δασκυλίτιδος (Στράβων, ΙΒ΄ VIII. 10).
Πιθανόν αργότερα, με την αποχώρηση των Φρυγών από την Μακεδονία, ένα μέρος από τους Μύγδονες της Μακεδονίας να μετακινήθηκαν και να εγκαταστάθηκαν στην περιοχή των συγγενών τους της Μ. Ασίας .
Οι Μύγδονες της Μακεδονίας θα αφομοιωθούν και θα εξαφανισθούν στην διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων, ενώ οι Μύγδονες της Μ. Ασίας υπήρχαν μέχρι την εποχή του Στράβωνος (1ος αιών π.Χ.) και αφομοιώθηκαν το αργότερο μέχρι τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους.

Ὀδόμαντες: Αρχαίος λαός εγκατεστημένος στην περιοχή μεταξύ Στρυμόνος και Νέστου, βορείως του Παγγαίου, η οποία έγινε γνωστή ως Οδομαντίς ή Οδομαντική. Παλαιότερα επικρατούσε η αντίληψη ότι ανήκαν στα θρακικά φύλα, αλλά σύμφωνα με τις νεώτερες απόψεις (βλ. τόμο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, σελ. 48-49), θεωρούνται φρυγικής καταγωγής λαός, ο οποίος στην συνέχεια αναμίχθηκε πιθανόν με γειτονικά θρακικά φύλα. Οι Οδόμαντες σχετίζονταν στενά με τα φύλα των Ηδωνών, των Βιστώνων, των Μυγδόνων και των Βισαλτών. Εξ άλλου, στην αρχαιότητα υπήρχε η παράδοση (Στεφ. Βυζ.) σύμφωνα με την οποία ο Ηδωνός, ο Μύγδων, ο Οδόμας και ο Βιστωνός ήσαν αδέλφια.

Η σύγχρονη έρευνα τέλος, έχει επισημάνει ότι η ίδια ρίζα Οδο-, Ωδο- ή Οδω- περιέχεται τόσο στο όνομα και άλλων φύλων (Ώδονες, Ήδωνες), όσο και στην παλαιότερη ονομασία της Θάσου (Οδωνίς, κατά τον Ησύχιο). Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι όλοι αυτές οι ονομασίες άρα και οι λαοί, σχετίζονται στενά μεταξύ τους (βλ. και C. A. H. Vol. III part 2, σελ. 602).
Οι Οδόμαντες μνημονεύονται για πρώτη φορά από τον Ηρόδοτο, ο οποίος αναφέρει (Ζ΄ 112) ότι εκμεταλλεύονταν τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου του Παγγαίου.
Το 422 π.Χ. στην διάρκεια της εκστρατείας του Αθηναίου στρατηγού Κλέωνος στην Θράκη, ο βασιλιάς των Οδομάντων Πόλλης, έθεσε στην διάθεσή του τους πολεμιστές του (Θουκυδίδης, Ε΄ 6, 2).
Οι Οδόμαντες θα υποταχθούν οριστικά στον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας και θα αποτελέσουν τμήμα του Μακεδονικού Βασιλείου, οπότε θα αφομοιωθούν βαθμιαία και θα εξαφανισθούν ως ξεχωριστό φύλο.

Δ.Ε.Ε.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Λαοί και φύλα της αρχαίας Μακεδονίας (3)


Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Συνεχίζουμε με την παρουσίαση και άλλων λαών και φύλων που εντοπίζονται στον χώρο της αρχαίας Μακεδονίας (Βλ. Χάρτη Αρχαία Μακεδονία).

Βίστωνες ή Βίστονες: Αρχαίος λαός της ανατολικής Μακεδονίας, που οι παλαιότερες αντιλήψεις τον κατέτασσαν στα θρακικά ή παιονικά φύλα:
«…Θράκες προς τω Αιγαίω, παρά τη Βιστωνίδι λίμνη, ανατολικώς των Αβδήρων (Ηροδ. Ζ΄, 137 – Στρβ. Ζ΄, 331)…» (Αλεξάνδρου Ρ. Ραγκαβή: Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας - Αθήναι 1888).
«…Αρχαίος φιλοπόλεμος λαός της Θράκης, κατοικών μεσημβρινώς του όρους Ροδόπης…» (Ανέστη Κωνσταντινίδου: Λεξικό των Κυρίων Ονομάτων, Κωνσταντινούπολις 1900).
Ο Στέφανος Βυζάντιος (Εθνικά), στο σχετικό λήμμα αναφέρει τα εξής: «…Βιστονία, πόλις Θράκης, από Βιστόνος του Άρεος και Καλλιρρόης του Νέστου. Αδελφός δε ήν Οδόμαντος και Ηδωνού. Ένιοι δε Παίονος του Άρεος παιδός…».
Σύμφωνα με τις νεώτερες αντιλήψεις, οι Βίστωνες θεωρούνται φρυγικό φύλο, το οποίο αναμείχθηκε στην συνέχεια με τους Θράκες στην περιοχή εγκατάστασής τους, που ήταν γύρω από την λιμνοθάλασσα στα βόρεια του κόλπου που σήμερα είναι γνωστός ως Πόρτο-Λάγος και με τον οποίον επικοινωνεί με αβαθή δίαυλο.
Κοντά τους ήσαν εγκατεστημένα τα γνήσια θρακικά φύλα των Κικόνων και των Σαππαίων. Λάτρευαν κυρίως τις πολεμικές θεότητες Άρη, Αθηνά και Ενυώ.
Φημίζονταν για την αγριότητά τους και την αγάπη τους για τον πόλεμο και γενικώς στην αρχαιότητα θεωρούνταν πολεμοχαρείς και επιθετικοί. Χαρακτηριστική αυτών των αντιλήψεων είναι και η αναφορά στους ελληνικούς μύθους, όπου μνημονεύεται ο βασιλιάς τους Διομήδης, ο οποίος έτρεφε ανθρωποφάγα άλογα. Συγκεκριμένα, οι Βίστωνες αναφέρονται στον όγδοο άθλο του Ηρακλέους, ο οποίος μετά από μάχη, πήρε τις φοράδες του βασιλιά τους Διομήδη αφού τον σκότωσε:
«…Όγδοον άθλον επέταξεν αυτώ τας Διομήδους ίππους εις Μυκήνας κομίζειν˙ ήν δε ούτος Άρεος και Κυρήνης, βασιλεύς Βιστόνων έθνους Θρακίου και μαχιμωτάτου, είχε δε ανθρωποφάγους ίππους…» (Απολλοδωρος Β΄ V. 8)
Οι Βίστωνες, εξαφανίσθηκαν σχετικά νωρίς από το ιστορικό προσκήνιο, πιθανόν λόγω των συνεχών συγκρούσεων με τα γειτονικά τους φύλα.

Βοττιαῖοι: Οι αρχαιότατοι κάτοικοι της Βοττιαίας. Βοττιαία, Βοττία ή Βοττιαιΐς, στην αρχαιότητα ονομαζόταν η χώρα γύρω από την Πέλλα και την ευρύτερη περιοχή της, μεταξύ των ποταμών Λουδία και Αξιού. Την ονομασία της την έλαβε από τους Βοττιαίους που κατοικούσαν εκεί.
Σύμφωνα με την παράδοση, οι Βοττιαίοι, ήσαν απόγονοι αποίκων από την Κρήτη, που μετά από παραμονή τους στην Σικελία, απεχώρησαν και κατέληξαν στην Μακεδονία με επικεφαλής τον ηγεμόνα τους Βόττωνα (Στρβ. ΣΤ΄ ΙΙΙ.2 και Ζ΄, απόσπ. 11) και οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην βόρεια ακτή του Θερμαϊκού, μεταξύ των εκβολών του Λουδία και του Εχέδωρου ποταμού (σημερ. Γαλλικός. Θα πρέπει βεβαίως να υπενθυμίσουμε, ότι η διαμόρφωση της ακτογραμμής, αλλά και της περιοχής κατά την αρχαιότητα ήταν τελείως διαφορετική από την σημερινή).
Εικάζεται ότι οι άποικοι αυτοί ήσαν φυγάδες που εγκατέλειψαν την Κρήτη γύρω στο 1400 π.Χ. μετά την κατάκτησή της από τους Αχαιούς.
Τα παραπάνω γεγονότα επιβεβαιώνονται από αρχαία κρητικά τοπωνύμια στην περιοχή καθώς και από την διάδοση της παράστασης του διπλού πέλεκυ με την μορφή ορειχάλκινων εμβλημάτων στις γύρω περιοχές (Βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - Εκδοτική Αθηνών – Αθήνα 1982, σελ. 48).

Αργυρός στατήρ Βοττιαίων, περίπου 500 π.Χ.

Οι Βοττιαίοι θα εκτοπισθούν, αρκετά αργότερα (στην διάρκεια του 7ου αιώνα π.Χ.), από τους Μακεδόνες και θα καταφύγουν στην Χαλκιδική, όπου η περιοχή της εγκατάστασής τους θα ονομαστεί Βοττική, με πρωτεύουσά τους πιθανόν την Σπάρτολο (Θουκυδίδης, Β΄ 79 και Ε΄ 18), κοντά στην Όλυνθο.
Η ετυμολογία του ονόματος της περιοχής, κατά μία ερμηνεία, προέρχεται από την αρχαϊκή (Ομηρική) λέξη βοτήρ και βότης ή βούτης που σημαίνει βοσκός. Επομένως Βοττιαία σημαίνει χώρα, περιοχή βοσκών, περιοχή με βοσκοτόπια. Αν λάβουμε υπόψη ότι ακόμη και σήμερα η πεδινή περιοχή ανάμεσα σε Λουδία και Αξιό, με τις πεδινές της εκτάσεις και τα άφθονα νερά, είναι ιδανικός χώρος για εκτροφή κοπαδιών μικρών και ιδίως μεγάλων ζώων, νομίζουμε ότι η ονομασία της υπήρξε ιδιαίτερα εύστοχη.

Δέρρωνες: Λαός που συνδέεται με το ακρωτήριο Δέρρις της Σιθωνίας στην Χαλκιδική (Π-Λ-Μπ) και πιθανόν με την αρχαία πόλη της Σιθωνίας Τορώνη ή Τερόνη. Είναι γνωστός μόνον από νομίσματα του 5ου π.Χ. αιώνα.
Εικάζεται ότι πρόκειται περί θρακικού φύλου, του ιδίου ή συγγενούς με τους Δερραίους που αναφέρει ο Στέφανος Βυζάντιος «…Δερραῖοι, Θράκιον έθνος. Ηρόδοτος Δερσαίους αυτούς φησί…».

Αργυρό δωδεκάδραχμο με την επιγραφή ΔΕΡΟΝΙΚΟΝ
Περίπου 500-480 π.Χ.



Αντίθετα ο N. G. L. Hammond (The Macedonian State, σελ. 40), τους θεωρεί Παίονες και τους τοποθετεί ανατολικά του μέσου ρου του Αξιού, στην περιοχή του παραποτάμου του, Άστιβου (σημερ. Bregalnitsa). Κατά τον ίδιο συγγραφέα οι Δέρρωνες πήραν το όνομά τους από τον Δάρρωνα ή Δέρρωνα, μια ιαματική θεότητα.

Αργυρό δωδεκάδραχμο Δερρώνων
(αρχές 5ου αιώνα π.Χ.)



Ἢδωνες: Αρχαίο φύλο εγκατεστημένο μεταξύ των ποταμών Στρυμόνος και Νέστου, το οποίο σύμφωνα με τις παλαιότερες αντιλήψεις, θεωρούσαν ως θρακικό. Έτσι το Λεξικό Κυρίων Ονομάτων αναφέρει στο σχετικό λήμμα: «…Ήδωνες και Ηδωνοί: Έθνος θρακικόν παρά τω ποταμώ Στρυμόνι, κατοικούν την Ηδωνίδα χώραν …», κατά δε τον Στέφανο Βυζάντιο: «…έθνος Θράκης, από Ηδωνού του Μύγδονος αδελφού…».
Ο ίδιος συγγραφεύς αναφέρει και τους Ώδονες, ένα άλλο θρακικό φύλο, που είτε ταυτίζεται με τους Ήδωνες, είτε έχει στενή συγγένεια μαζί τους. Εξ άλλου εάν λάβουμε υπόψη ότι η ίδια ρίζα Οδο- (Ωδο- ή Οδω-) περιέχεται τόσο στο όνομα ενός ακόμη θρακικού φύλου (Οδόμαντες), όσο και στην παλαιότερη ονομασία της Θάσου (Οδωνίς, κατά τον Ησύχιο), συμπεραίνουμε ότι όλοι αυτές οι ονομασίες άρα και οι λαοί, σχετίζονται στενά μεταξύ τους (βλ. Cambridge Ancient History Vol. III part 2, σελ. 602).
Ο Στράβων (αποσπ. 11, εκ του Ζ΄) είναι πιο κατατοπιστικός, δίνοντας μεν περισσότερες πληροφορίες, αλλά μάλλον περιπλέκει τα πράγματα, αφού διακρίνει τους Ήδωνες από τους Ηδωνούς, κάτι που δεν μαρτυρείται από αλλού :
«…Οι Ηδωνοί και οι Βισάλτες κατείχαν την υπόλοιπη Μακεδονία έως τον Στρυμόνα. Από τους λαούς αυτούς, οι Βισάλτες ονομάζονταν έτσι, Βισάλτες, ενώ από τους Ηδωνούς, άλλοι λέγονταν Μύγδονες, άλλοι Ήδωνες κι άλλοι Σίθωνες…».
Επίσης, πρέπει να αναφέρουμε και την παράδοση σύμφωνα με την οποία ο Ηδωνός, ο Μύγδων, ο Οδόμας και ο Βιστωνός ήσαν αδέλφια.
Τέλος, δεν πρέπει να παραλείψουμε τον σχετικό μύθο (βλ. Απολλοδ. Γ΄ V. 1) για τον θεό Διόνυσο όπου μνημονεύονται οι Ηδωνοί και ο βασιλιάς τους Λυκούργος (βλ. και Ιλιάς Ζ 130-140). Υπήρχε μάλιστα και έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή Αισχύλου με τον τίτλο «Ηδωνοί», καθώς και η τραγωδία «Λυκούργος» του ιδίου, με θέμα τον προαναφερθέντα μύθο.
Συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω, αλλά και τα πορίσματα νεωτέρων ερευνών, υποστηρίζεται σήμερα ότι οι Ήδωνες υπήρξαν αρχικά ένα φρυγικό φύλο (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ – «Εκδοτική Αθηνών», σελ. 48-49), που εγκαταστάθηκε στην περιοχή ανατολικά του ποταμού Στρυμόνα, γύρω από το όρος Παγγαίον, μέσα στα όρια περίπου του σημερινού Νομού Καβάλας. Φαίνεται ότι στην συνέχεια αναμείχθηκαν με γειτονικά τους θρακικά φύλα, από τα οποία πιθανόν παρέλαβαν θρησκευτικά και άλλα έθιμα, με αποτέλεσμα αργότερα να θεωρούνται Θράκες.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από σχετική μνεία του Στράβωνος (Ι΄ ΙΙΙ. 16) στους Ηδωνούς και την αναφορά στίχων του Αισχύλου (από το χαμένο έργο του "Ηδωνοί") για την πόλη τους Κότυ και τις τελετουργίες τους, καταλήγοντας με τα λόγια: «…όλα αυτά μοιάζουν φρυγικά, και δεν είναι παράξενο αφού οι Φρύγες είναι άποικοι Θρακών…». Η άποψη αυτή βεβαίως περί καταγωγής από τους Θράκες δεν είναι αποδεκτή σήμερα και έχει ανατραπεί από καιρό. Σπουδαιότερη πόλη των Ηδωνών ήταν η Μύρκινος, την οποία αναφέρουν τόσον ο Ηρόδοτος (Ζ΄ 11), όσο και ο Στέφανος Βυζάντιος, ο οποίος κατέγραψε και μια διαφορετική γραφή της «…Παρθένιος δε Μυρκιννίαν αυτήν φησι…».


Αργυρό οκτάδραχμο του βασιλέως των Ηδωνών
Γέτα (475 – 465 π.Χ.)


Ἠδωνοί: Άλλη ονομασία με την οποία ήσαν γνωστοί οι Ήδωνες. Κατά τον Στράβωνα (αποσπ. 11, εκ του Ζ΄), οι Ηδωνοί υποδιαιρούντο σε Μύγδονες, Σίθωνες και Ήδωνες.

Κρήστωνες ή Κρηστωναίοι: Αρχαίο πελασγο – θρακικό φύλο, εγκατεστημένο στην ορεινή περιοχή μεταξύ των ποταμών Αξιού και Στρυμόνα, η οποία στην αρχαιότητα ήταν γνωστή ως Κρηστωνία, Γρηστωνία ή Κρηστωνική.
Αναφέρονται από πολλούς κλασσικούς συγγραφείς (Ηροδτ. Ε΄ 3,5 και Ζ΄ 124 Θουκυδ. Β΄ 99.6 Στράβων Ζ΄ αποσπ. 41) άλλοτε ως Θράκες και άλλοτε ως Πελασγοί. Κατά τον ΄Οθωνα Άβελ (Ιστορία της Μακεδονίας, σελ. 177) ήσαν Πελασγοί που αφομοιώθηκαν από τους Βισάλτες.
Σύμφωνα με τις νεώτερες απόψεις οι Κρήστωνες προέκυψαν από την συγχώνευση Θρακών με Πελασγούς, οι οποίοι είτε είχαν εγκατασταθεί εκεί στα τέλη της Νεολιθικής είτε είχαν προέλθει από το κύμα των Θρακο-Πελασγών, που εισέβαλαν στον ελλαδικό χώρο γύρω στο 1200 π.Χ. (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, σελ. 48).

Δ.Ε.Ε.

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

ΓΛΩΣΣΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ... (2)



Η ΔΗΜΟΤΙΚΟΦΑΝΗΣ ΚΑΘΑΡΕΥΟΥΣΑ…

Υποθέτω πως είναι γνωστό, σε όλους όσους έχουν ασχοληθεί κάπως περισσότερο με την γλώσσα μας, ότι στην αρχαία και στην καθαρεύουσα (συνθετικής δομής) κυριαρχεί το ουσιαστικό και η γενική πτώση, σε αντίθεση με την δημοτική (αναλυτικής δομής), όπου δεσπόζει το ρήμα και η αιτιατική. Αυτά βέβαια είναι μάλλον ψιλά γράμματα για πάμπολλους δημοσιογράφους και δημοσιογραφούντες (και όχι μόνον), με αποτέλεσμα να συναντούμε συχνότατα εκφράσεις και διατυπώσεις, που βγάζουν μάτια. Όπως παρατηρεί ο Γιάννης Καλλιόρης (ψευδώνυμο του εξαίρετου φιλόλογου και γλωσσολόγου Γιάννη Καλεώδη) στο βιβλίο του «Παρεμβάσεις» (ΚΕΔΡΟΣ–Αθήνα 1981, σελ. 123):
«…π.χ. η φρικιαστική διατύπωση “…το αποτέλεσμα της άρνησης της δυνατότητας ανοικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια χώρα…”, όπου ο εγκλωβισμός της ρηματικής ενέργειας στο ουσιαστικό, είναι φανερό ότι δεν ανήκει στη δημοτική…».
Αυτήν λοιπόν την ξύλινη γλώσσα (δήθεν δημοτική, με 4 γενικές στην σειρά!), που ορισμένοι εξακολουθούν να θεωρούν το απαύγασμα της προοδευτικότητας και της αριστεροσύνης, ο Καλλιόρης την χαρακτήρισε, ιδιαίτερα εύστοχα, ως «καθαρευουσιάνικο δημοτικισμό» σε ένα περιεκτικότατο και γλαφυρό μελέτημα («Ο γλωσσικός αφελληνισμός: Πέραν του μισοξενισμού και της υποτέλειας» ΠΟΛΥΤΥΠΟ, Αθήνα 1984), ασκώντας δριμεία κριτική στον γλωσσοπολιτικό φανατισμό, που τελικώς κατέστρεψε την γλώσσα μας.
Συγκρίνοντας το παραπάνω δημοτικοφανές κατασκεύασμα με την ίδια πρόταση σε σωστή δημοτική («…με αποτέλεσμα να αρνιούνται την δυνατότητα να ανοικοδομηθεί ο σοσιαλισμός σε μια χώρα…»), είναι νομίζω σαφέστατη όχι μόνον η γλωσσική ορθότητα, αλλά και η αισθητική της, όπως και η υπεροχή της από πλευράς νοήματος. Φαντάζομαι ότι αν όλοι μας προσέχαμε λίγο περισσότερο τον προφορικό και κυρίως τον γραπτό μας λόγο, το αποτέλεσμα θα ήταν απείρως πιο ικανοποιητικό, από κάθε πλευρά.

…ΣΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ


Η δημοτικοφανής καθαρεύουσα, στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως, εξακολουθεί να κυριαρχεί στους «γλωσσικούς μαργαρίτες», που ξεστομίζουν μιας ορισμένης κατηγορίας πολιτικοί, ιδιαίτερα εκείνοι που νομίζουν ότι μιλώντας σε «πλέρια δημοτικιά», κερδίζουν πόντους «προοδευτισμού».
Από πρόσφατες τηλεοπτικές εκπομπές περισυνέλεξα τα εξής αμίμητα:
«…Καλώ όλους στις 11 του Νοεμβρίου να πάρουν μέρος στη διαδικασία της εκλογής Προέδρου…» Βάσω Παπανδρέου.
«…Ας θυμηθούμε την επέτειο της 18 Οκτώβρη…» Βαγγέλης Βενιζέλος.

Η αγραμματοσύνη προφανώς δεν είναι προνόμιο κανενός. Εάν λοιπόν τα παραπάνω προβεβλημένα στελέχη του ΠΑΣΟΚ είχαν φροντίσει να μάθουν ένα-δυο πραγματάκια για την γλώσσα, ίσως απέφευγαν αυτά τα τραγελαφικά. Και τούτο διότι αυτές οι εκφράσεις όχι μόνον είναι για γέλια, αλλά καταστρέφουν και το γλωσσικό αισθητήριο πολλών από τους ακροατές τους, που τα αναμασούν με την πρώτη ευκαιρία, σκεπτόμενοι (όχι άδικα) ότι έτσι είναι τα σωστά μια και τα λένε κοτζάμ υπουργοί (έστω και πρώην).
Για να εξηγούμαι: Ή θα πεις 11 Νοεμβρίου, εάν θέλεις να δώσεις μια περισσότερο λόγια «πινελιά» στον λόγο σου ή εάν επιθυμείς να εκφραστείς στην τρέχουσα καθημερινή γλώσσα θα πεις 11 του Νοέμβρη. Το «11 του Νοεμβρίου» (πιο σπάνια) και κυρίως το «18 Οχτώβρη» και «3 Σεπτέμβρη» ή «17 Νοέμβρη», αποτελούν χαρακτηριστικά και απαράδεκτα δείγματα (και δήγματα) του καθαρευουσιάνικου δημοτικισμού. Όπως μάλιστα έχει ειπωθεί: «Όλα αυτά δεν ανήκουν ούτε στη δημοτική, ούτε στην καθαρεύουσα. Ανήκουν απλώς στην αγλωσσία». Και στην γλωσσική ακαλαισθησία, προσθέτω εγώ…

ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΙΚΑ

Διάβασα σχετικά πρόσφατα στο «Ιστολόγιο» του «Άρδην» το παλιό άρθρο του Αλέκου Αλαβάνου «Η γη των Πακτών», που είχε δημοσιευθεί στο τεύχος 32 του περιοδικού, τότε που ο σημερινός Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ υποστήριζε διαφορετικές θέσεις από τις τωρινές. Αυτή όμως είναι μια άλλη συζήτηση, που μπορεί να γίνει κάπου αλλού. Η στήλη αυτή έχει να κάνει πάντως κάποιες παρατηρήσεις, «πραγματολογικές» όπως λέγαμε παλιά στο σχολείο και όχι γλωσσικές.
Γράφει λοιπόν ο κ. Αλαβάνος σε κάποιο σημείο του άρθρου του:
«…ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς, από ένα νησί που είναι στα σημερινά Δωδεκάνησα. Τότε ονομάζονταν Καρία αλλά δεν μπόρεσα να μάθω πως είναι η σημερινή του ονομασία. Αυτός λοιπόν ήταν ένας Έλληνας της Μ. Ασίας, ναύαρχος του Δαρείου…» (σ.σ. οι υπογραμμίσεις δικές μου).
Μπορεί βεβαίως να συνηθίζεται, να θεωρείται μάλιστα πολύ της μόδας και ασφαλώς πολύ «κουλτουριάρικο», να παραθέτει κάποιος στα κείμενά του αποσπάσματα αρχαίων συγγραφέων ή παραπομπές σε κείμενά τους. Με μια όμως βασική προϋπόθεση: Να είναι βέβαιος γι’ αυτά που παραθέτει, αλλιώς «γελάει και το παρδαλό κατσίκι» που λένε!
Στο παραπάνω τμήμα από το κείμενο του cher Alabanos, για τον περίφημο θαλασσοπόρο και γεωγράφο του 6ου αιώνα π.Χ. Σκύλακα από τα Καρύανδα, διαπίστωσα ότι δυστυχώς ισχύουν απόλυτα τα παραπάνω. Όπως αναφέρει ο αναντικατάστατος Στέφανος ο Βυζάντιος (στην πολυτιμότατη διασωθείσα επιτομή του τεράστιου, αλλά ατυχέστατα, χαμένου έργου του, «Εθνικά»), για τα Καρύανδα: «πόλις και λιμήν ομώνυμος πλησίον Μύνδου και Κω. Εκαταίος Καρύανδαν αυτήν φησι…» και για την Μύνδο «πόλις Καρίας». Σήμερα τα μεν Καρύανδα ταυτίζονται με τα ερείπια που βρέθηκαν κοντά στο χωριό Göltürkbükü, στην βόρεια πλευρά της χερσονήσου της Αλικαρνασσού (τμήμα της Καρίας, κατά την αρχαιότητα), η δε Μύνδος με το χωριό Gümüşlük, επίσης στην ίδια χερσόνησο, απέναντι από την Κάλυμνο και την Κω.




Συμπερασματικά:
1. Ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς καταγόταν από την πόλη Καρύανδα της Καρίας και όχι από κάποιο νησί (!) των Δωδεκανήσων.
2. Τα Δωδεκάνησα δεν ανήκουν στην Μικρά Ασία.
3. Η Καρία ήταν η χώρα των Καρών (που μόνιμα συγχέονται με τους Λέλεγες) και όχι βέβαια το αρχαίο όνομα που είχαν τα Καρύανδα! 
4. Ελπίζω να διαβάσει το κείμενό μου και να πληροφορηθεί ποιο είναι το σημερινό τους όνομα (=Göltürkbükü)
5. Ο Σκύλαξ, όπως προανέφερα, ήταν ένας θαλασσοπόρος που τον προσέλαβε ο Δαρείος Ι για να χαρτογραφήσει τις θαλάσσιες περιοχές της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών από τον Ινδό ποταμό μέχρι τον Αραβικό (Περσικό) κόλπο και είναι βέβαιο ότι δεν ήταν Ναύαρχος του Δαρείου (αν ήταν δυνατόν!).
6. Ο Σκύλαξ έγραψε μεν στα ελληνικά, όμως για το «Έλληνας» δεν είμαι και τόσο σίγουρος. Πιθανολογείται ότι ήταν καρικής καταγωγής. Υπενθυμίζω εξ άλλου ότι και ο φανατικός Ιουδαίος Φλάβιος Ιώσηπος (1ος αιώνας μ.Χ.) έγραψε στα ελληνικά, αλλά δεν νομίζω ότι από αυτό και μόνο το γεγονός θα μπορούσε κάποιος να τον χαρακτηρίσει Έλληνα!
Μετά τα παραπάνω, πιστεύω ότι δικαιούμαι να ισχυριστώ, ότι λίγο περισσότερη μελέτη Ιστορίας και Γεωγραφίας (πιθανόν και Εθνολογίας), δεν βλάπτει…

ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΑΦΑΣΙΑ

Μια από τις λέξεις που θεωρώ ότι προσβάλλουν βάναυσα το γλωσσικό μου αισθητήριο είναι και η (ανύπαρκτη στα σωστά ελληνικά) λέξη κόστη. Όπως αναφέρει και το εξαίρετο Λεξικό του Δημητρίου Β. Δημητράκου (Αθήνα 1955) στο σχετικό λήμμα: *κόστος –ους, τό (ἄνευ πληθυντικοῡ): […]
Με άλλα λόγια αυτός ο ξένος όρος (όπως υποδηλώνει ο αστερίσκος πριν από την λέξη) δεν έχει πληθυντικό. Ακόμα και ο πολύς Μπαμπινιώτης, με τις περίεργες απόψεις του σε κάποια θέματα (όπως π.χ. το ότι μια λέξη λεξικογραφείται, άσχετα αν είναι λάθος, αρκεί να χρησιμοποιείται από μεγάλο τμήμα του πληθυσμού!) στο Λεξικό του, αναφέρει: κόστος (το) /κόστους/ συνήθ. χωρίς πληθ. – μερικοί χρησιμοποιούν τον τύπο κόστη.
Ποιοι όμως είναι αυτοί οι «μερικοί»; Δυστυχώς, πάρα πολλοί πανεπιστημιακοί (!), θετικών κυρίως επιστημών (μηχανικοί, οικονομολόγοι, μαθηματικοί κ.λπ.), συνήθως σπουδαγμένοι στο εξωτερικό και των οποίων η γλωσσική παιδεία σταμάτησε στο νηπιαγωγείο, άντε στο δημοτικό. Ακόμα και ένας μέτριος γνώστης της νεοελληνικής, θα έλεγε οι δαπάνες, τα έξοδα, τα κοστολόγια, αλλά αυτές οι λέξεις είναι μάλλον άγνωστες στους πανεπιστημιακούς μας. Ελπίζω πάντως ότι ακόμα και αυτοί δεν λένε τα στυλά, μια και η λέξη χρησιμοποιείται μόνον στον ενικό (το στυλό).
Προφανώς δεν γνωρίζουν (και μάλλον δεν τους ενδιαφέρει) για το πρόβλημα που δημιουργείται με τους χιλιάδες φοιτητές τους (δυστυχώς αναλόγου γλωσσικού επιπέδου), που την ξεφουρνίζουν ανυποψίαστα και ανερυθρίαστα, έχοντας πρόχειρη την δικαιολογία (και το θράσος) να δηλώνουν όταν τους γίνει (σπανιότατα) παρατήρηση: Εγώ δεν είμαι φιλόλογος!!! Είμαι περίεργος τι δηλώνουν όταν κάποιος τους κάνει την παρατήρηση ότι η σούπα χρειάζεται κουτάλι και όχι πηρούνι; Πιθανολογώ ότι η απάντησή τους (κατ’ αναλογία) θα είναι: Εγώ δεν διαβάζω σαβουάρ βιβρ!

Σημείωση Υπενθυμίζω ότι τα παραπάνω κείμενα πρωτοδημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα "Ρήξη" πριν από ένα χρόνο περίπου, οπότε κάποιοι χαρακτηρισμοί (π.χ. ο σημερινός Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ) ίσως δημιουργούν απορίες στον αναγνώστη.
Δ.Ε.Ε.

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009

Λαοί και φύλα της αρχαίας Μακεδονίας (2)

Ο αρχαιολογικός χώρος της Αιανής


Ἐλιμιῶται ἤ Ἐλιμειῶται: Οι κάτοικοι της Ελίμειας ή Ελιμιώτιδος, περιοχής της αρχαίας άνω Μακεδονίας, η οποία κάλυπτε το νότιο τμήμα του σημερινού Νομού Κοζάνης και το ανατολικό του Νομού Γρεβενών, στην κοιλάδα του μέσου ρου του ποταμού Αλιάκμονος (Βλ. Χάρτη Αρχαία Μακεδονία). Στην αρχαιότητα ανήκε στο ομώνυμο βασίλειο, το οποίο μαζί με τα υπόλοιπα ''άνωθεν βασίλεια'' (Τυμφαίας, Ορεστίδος, Εορδαίας, Λυγκηστίδος, Πελαγονίας και Δερριόπου) αποτελούσαν την λεγόμενη Άνω Μακεδονία, όπως προαναφέρθηκε.
Σύμφωνα με τις νεώτερες αντιλήψεις θεωρούνται Δυτικό (Ηπειρωτικό) φύλο, που συμμετείχε στην ομοσπονδία των Ηπειρωτών Μολοσσών μαζί με τους Ορέστες, τους Λυγκηστές, τους Πελαγόνες και τους Τυμφαίους, πριν από την δημιουργία του μακεδονικού βασιλείου.
Σπουδαιότερη πόλη της περιοχής και πιθανότατα η πρωτεύουσα ήταν η Αιανή, η οποία γνώρισε μεγάλη ακμή στα αρχαϊκά και κλασσικά χρόνια (6ος και 5ος αι. π.Χ.). Κατά τον Στέφανο Βυζάντιο ονομάσθηκε έτσι «…από Αιανού παιδός Ελύμου, του βασιλέως Τυρρηνών…». Από τον ίδιο συγγραφέα αναφέρεται και πόλη Ελιμία: «…πόλις Μακεδονίας, Στράβων εβδόμω. από Ελύμου του ήρωος ή από Ελένου ή από Ελύμα του Τυρρηνών βασιλέως…».
Η γεωγραφική θέση της Αιανής ορίζεται δυτικά από το βουνό Βούρινος, νοτιοανατολικά από τα όρη των Καμβουνίων και βορειοανατολικά από την τεχνητή λίμνη του Πολυφύτου. Βρίσκεται 23 χλμ. νότια της Κοζάνης και απέχει 5 χιλ. από τον ποταμό Αλιάκμονα. Η αρχαία πόλη βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο του διεθνούς επιστημονικού, αρχαιολογικού και ιστορικού ενδιαφέροντος εξαιτίας των πολυσήμαντων αρχαιολογικών ευρημάτων που βρέθηκαν σε αυτή: μνημεία, δημόσια κτήρια, πλούσιες ιδιωτικές κατοικίες, μοναδικά αγάλματα και βασιλικοί τάφοι που περιείχαν πλήθος κτερισμάτων όπως χάλκινα σκεύη, όπλα, σιδερένια ομοιώματα αμαξιών με πήλινα και χάλκινα αλογάκια, πήλινα μελανόμορφα και ερυθρόμορφα αγγεία, πήλινα ειδώλια, οστέινα περίτμητα πλακίδια που είναι αριστουργήματα της μικροτεχνίας, γυάλινα και αλαβάστρινα αγγεία. Οι συστηματικές ανασκαφές άρχισαν το 1983 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΑΡΑΜΗΤΡΟΥ-ΜΕΝΤΕΣΙΔΗ

Η οργανωμένη ζωή στην περιοχή ξεκινά από την Ύστερη Εποχή του Ορειχάλκου, ενώ στα μέσα περίπου της πρώτης χιλιετίας η Ελίμεια καθιστά την ύπαρξη της αισθητή στον ελλαδικό χώρο. Περίφημο στην αρχαιότητα υπήρξε το βαρύ ιππικό των Ελιμιωτών που θα διακριθεί σε πολλές μάχες για την πειθαρχία του και την γενναιότητά του.
Ο πρώτος ηγεμών των Ελιμιωτών και πιθανόν ιδρυτής της βασιλικής δυναστείας της περιοχής, για τον οποίο έχουμε ιστορική αναφορά (σχολιαστής στον Θουκυδίδη Ι. 57. 3) ήταν ο Δέρδας Α΄, γιος του μέλους της μακεδονικής βασιλικής δυναστείας των Αργεαδών, Αρριδαίου. Ο Αρριδαίος ήταν γιος του βασιλέως των Μακεδόνων Αμύντα Α΄ (540 – 498/497 π.Χ.) και επομένως αδελφός του ιδιαίτερα γνωστού από την δράση του στους Περσικούς πολέμους Αλεξάνδρου Α΄ του Φιλέλληνος (498/497 – 454 π.Χ.). Φαίνεται ότι στον Αρριδαίο είχε ανατεθεί η διοίκηση της Ελιμιώτιδος είτε από τον Αμύντα Α΄ είτε το πιθανότερο από τον ίδιο τον Αλέξανδρο Α΄, ο οποίος είχε συνάψει σχέσεις επιγαμίας (ο ίδιος ή η αδελφή του) με τον προϋπάρχοντα βασιλικό οίκο της Ελίμειας (βλ. E. Borza: The Emergence of Macedon, σελ. 124). Ο Δέρδας Α΄ κληρονόμησε λοιπόν το βασίλειο της Ελιμιώτιδος από τον πατέρα του και θα σπεύσει να ανεξαρτητοποιηθεί πλήρως από το Βασίλειο της Μακεδονίας, μάλλον κατά την διάρκεια των ταραγμένων χρόνων που ακολούθησαν την δολοφονία του Αλεξάνδρου Α΄. Ο Δέρδας Α΄ θα εμπλακεί μάλιστα και στην δυναστική διαμάχη των εξαδέλφων του (των υιών του Αλεξάνδρου Α΄), Φιλίππου και Περδίκκα, στηρίζοντας στρατιωτικά τον Φίλιππο εναντίον του αδελφού του, ο οποίος είχε καταλάβει τον θρόνο της Μακεδονίας (Περδίκκας Β΄). Ο διάδοχος του Περδίκκα Β΄, ο Αρχέλαος (413 – 399 π.Χ.), θα ανανεώσει τους συγγενικούς δεσμούς των Αργεαδών με τους Ελιμιώτες δίνοντας την κόρη του ως σύζυγο (το 400 π.Χ. σύμφωνα με τους υπολογισμούς του N. Hammond. Αναφέρεται στο The Emergence of Macedon, σελ. 164) στον Δέρδα Β΄ που ήδη είχε διαδεχθεί τον πατέρα του, Δέρδα Α΄ (σύμφωνα με άλλους ιστορικούς ήταν παππούς του και όχι πατέρας του), στον θρόνο της Ελίμειας.
Ο Δέρδας Β΄ θα αποκτήσει από την κόρη του Αρχελάου δυο γιους, τον Δέρδα και τον Μαχάτα και μια κόρη, την Φίλα, την οποία θα πάρει (σύμφωνα με τις νεώτερες απόψεις των ιστορικών) ως πρώτη σύζυγο ο Φίλιππος Β΄ (και όχι την Ιλλυρίδα Αυδάτα, η οποία θεωρείται πλέον ως η δεύτερη κατά σειράν σύζυγός του).
Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον κορυφαίο Γερμανό ιστορικό και μελετητή της περιόδου του Μεγ. Αλεξάνδρου Ντρόϋζεν (Johann Gustav Droysen, 1808 – 1884), ο γενάρχης της μακεδονικής Δυναστείας των Αντιγονιδών, ο Αντίγονος Α΄ ο ονομαζόμενος Μονόφθαλμος ή Κύκλωψ (382-301 π.Χ.), προερχόταν από το γένος των ηγεμόνων της Ελιμιώτιδος και ήταν γιος του Φιλίππου, γιου του προαναφερθέντα Μαχάτα.* Υπενθυμίζουμε ότι ο Φίλιππος διορίστηκε από τον Μ. Αλέξανδρο ως Σατράπης (διοικητής) του τμήματος των Ινδιών, που κατακτήθηκε στην διάρκεια της σχετικής εκστρατείας. Δολοφονήθηκε το 326 π.Χ. μετά την ανταρσία των μισθοφορικών στρατευμάτων που διοικούσε (Αρριανού, Ανάβασις VI.27.2).
Το βασίλειο της Ελιμιώτιδος θα ενσωματωθεί οριστικά επί Φιλίππου Β΄ στο Μακεδονικό Βασίλειο και θα αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα αυτού σε όλη την υπόλοιπη διάρκεια της ύπαρξής του, μέχρι την ρωμαϊκή κατάκτηση (168/167 π.Χ.).
___________________

(*) Βλ. σχετικά J. G. Droysen: Geschichte des Hellenismus Τόμ. Ι σελ. 43, καθώς και στο εξαιρετικό Smith, Dictionary of Greek and Roman Biography and Mythology. Πρέπει όμως να αναφέρουμε ότι υπάρχουν αμφισβητήσεις για την καταγωγή του από άλλους ιστορικούς (Edson, Τατάκη), ενώ ο Χέκελ (Waldemar Heckel: Who's who in the Age of Alexander the Great-Prosopography of Alexander's Empire, 2006) δεν αναφέρει τίποτε.


Ἐορδοί: Αρχαίο φύλο εντοπιζόμενο στην άνω Μακεδονία. Κατά τις απόψεις των νεώτερων ερευνητών οι Εορδοί ή Εορδαίοι (βλ. Στεφ. Βυζ. στην λέξη Εορδαίαι), διείσδυσαν στην Μακεδονία και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή δυτικά του Βερμίου, στην διάρκεια της Εποχής του Ορειχάλκου. Θεωρούνταν ως Ιλλυρικό φύλο και σωστότερα Πρωτο - Ιλλυρικό. Σύμφωνα όμως με νεώτερες απόψεις (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ σελ. 66), θεωρούνται πλέον ως Παίονες.
Κατά την πρώτη περίοδο της επέκτασης του Μακεδονικού βασιλείου, η περιοχή των Εορδών θα κατακτηθεί από τους Μακεδόνες, οι οποίοι θα τους εξοντώσουν. Όσοι επέζησαν θα καταφύγουν στην Φύσκα της Μυγδονίας (Θουκυδίδης Β΄ 99), απ’ όπου είχαν ήδη εκδιωχθεί οι κάτοικοί της Ήδωνες, που είχαν καταλάβει την χώρα μετά την παλαιότερη (γύρω στο 800 π.Χ.) αποχώρηση του μεγαλύτερου τμήματος του φρυγικού φύλου των Μυγδόνων, ενώ στην Εορδαία θα εγκατασταθούν Μακεδόνες. Από τότε η περιοχή θεωρείται ως μια από τις βασικές επαρχίες του Μακεδονικού βασιλείου.
Γύρω στο 350 π.Χ. ο Φίλιππος Β΄ θα ενσωματώσει στην Μακεδονία τους Παραυαίους, τους Τυμφαίους και τους Ορέστες, ενώ στην περιοχή των Πρεσπών (σημερ. πεδιάδα της Κορυτσάς), θα δημιουργήσει από τους κατοίκους της περιοχής και Μακεδόνες αποίκους, ένα νέο φύλο που τους ονόμασε Εορδαίους (N.G.L. Hammond:Macedonian State, σελ.192, καθώς και N.G.L.Hammond “The march of Alexander the Great on Thebes in 335 B.C.” στο συλλογικό έργο «Μέγας Αλέξανδρος: 2300 χρόνια από το θάνατό του» Θεσσαλονίκη 1980, 172-175). Πιθανόν να ταυτίζονται με τους Εορδήτες, που αναφέρονται από τον Κλαύδιο Πτολεμαίο (Γ΄ 13. 26) στην περιοχή του άνω ρου του ποταμού Δεβόλη (ο ένας από τους δύο μεγάλους παραπόταμους του Άψου-Semeni) και του παραποτάμου του, Εορδαϊκού. Από αυτήν την (μακεδονική πλέον) Εορδαία, καταγόταν (σύμφωνα με τα Λεξικά «ΗΛΙΟΥ» και «Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα») ο στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου Πτολεμαίος ο Λάγου, ο ιδρυτής της περίφημης δυναστείας των Πτολεμαίων της Αιγύπτου, γνωστότερος με το όνομα Πτολεμαίος Α΄ ο Σωτήρ, αλλά κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, ο Πτολεμαίος κατήγετο από μια πόλη των Ορεστών, την Ορεστία.

Δ.Ε.Ε.

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Λαοί και φύλα της αρχαίας Μακεδονίας (1)


'Αλμωπες, Βισάλτες, Βρίγες-Βρύγοι ή Βρύγες (Φρύγες)
Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Πολλά από τα τοπωνύμια της αρχαίας Μακεδονίας (βλ. Χάρτη Αρχαία Μακεδονία) χρησιμοποιήθηκαν (μετά την απελευθέρωσή της το 1912) και πάλι από την ελληνική Πολιτεία, για την ονομασία κυρίως επαρχιών, σύμφωνα με την παλαιότερη διοικητική διαίρεση της χώρας μας.
Μόνον για τους Νομούς Πέλλας, Πιερίας, Ημαθίας και Χαλκιδικής χρησιμοποιήθηκαν αρχαίες ονομασίες, για τον μεν πρώτο το όνομα της νεώτερης πρωτεύουσας του Μακεδονικού βασιλείου, για τον δεύτερο η αρχαία ονομασία της περιοχής, που είχε δοθεί από τους Μάγνητες, για τον τρίτο το αρχαίο τοπωνύμιο [Ημαθία/Ψαμαθία (Ησύχιος) = αιγιαλός, αμμώδης περιοχή/χώρα] με το οποίο ήταν γνωστή σε παλαιότερες εποχές η Μακεδονία (πριν από την εγκατάσταση του φύλου των Μακεδόνων) και για τον τέταρτο η αρχαία ονομασία, που προήλθε από τους αρχαίους Χαλκιδείς αποίκους των παραλίων.
Στις περισσότερες επαρχίες των Νομών της Μακεδονίας χρησιμοποιήθηκαν, όπως προαναφέραμε τα αρχαία τοπωνύμια, τα οποία είχαν προκύψει, στην συντριπτική τους πλειονότητα, από τα ονόματα διαφόρων φύλων που είχαν εγκατασταθεί στις περιοχές αυτές. Προφανώς, τα αρχαία τοπωνύμια δεν συνέπιπταν εδαφικά απολύτως με τις νεώτερες επαρχίες, αλλά κάλυπταν σε γενικές γραμμές τις αντίστοιχες περιοχές της αρχαιότητας. Μέχρι πρόσφατα λοιπόν υπήρχαν στους διάφορους Νομούς της Μακεδονίας «Επαρχίες» με αρχαίες ονομασίες όπως Επαρχία Αλμωπίας (στον Νομό Πέλλας), Επαρχίες Σιντικής, Βισαλτίας (στον Νομό Σερρών), Παιονίας (στον Νομό Κιλκίς), Επαρχία Εορδαίας (Νομός Κοζάνης).
Ποιοι ήσαν όμως οι Άλμωπες, οι Βισάλτες, οι Παίονες, οι Εορδοί, οι Σίντοι ή Σιντοί, αλλά και οι Πίερες, οι Σίθωνες, οι Οδόμαντες, οι Ηδωνοί, οι Ορέστες, οι Λυγκηστές, οι Ελιμιώτες, οι Πελαγόνες, οι Μάγνητες κ.λπ.;
Στις αναρτήσεις που θα ακολουθήσουν θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε όσες πληροφορίες έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα για αυτούς τους αρχαίους λαούς και τα φύλα, που κατοικούσαν στον χώρο της αρχαίας Μακεδονίας. Υπενθυμίζουμε ότι για Παίονες και Παιονία υπάρχει πρόσφατη ανάρτηση (Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009).

Για περισσότερες πληροφορίες, αλλά και για την πληρέστερη ενημέρωση των αναγνωστών, συστήνουμε την ανάγνωση του εισαγωγικού κεφαλαίου με τον τίτλο «Ιστορικό Περίγραμμα» από το βιβλίο: «Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων» – ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ (β΄ έκδοση συμπληρωμένη) Θεσσαλονίκη 2004, [Κεντρική διάθεση: Βιβλιοπωλείο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ Ερμού 61 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ] καθώς και το βιβλίο των Σάκη Τότλη-Δημήτρη Ευαγγελίδη: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ χθες και σήμερα (Έκδόσεις Μέτρο, 2009), το οποίο εκδόθηκε αρχικά από την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πέλλας και διανεμήθηκε σε Σχολεία, Συλλόγους και πολίτες.

Ἂλμωπες: Στο εξαιρετικό και αναντικατάστατο, παρά την παλαιότητά του, Λεξικό των Κυρίων Ονομάτων (Ανέστη Κωνσταντινίδου, Κωνσταντινούπολις 1900) αποκαλούνται Ἀλμῶπες και όπως αναφέρει, ήσαν «…Έθνος πελαγονικόν της Μακεδονίας…». Σύμφωνα με την παράδοση η Αλμωπία έλαβε το όνομα από τον γίγαντα Άλμωπο, υιό του Ποσειδώνος και της Έλλης (Στέφανος Βυζάντιος, Εθνικά). Η Αλμωπία υπήρξε η πρώτη χώρα που κατακτήθηκε (Θουκυδίδης, Β΄ 99) από τους Τημενίδες βασιλείς της Μακεδονίας (αμέσως μετά το 550 π.Χ.). Αξίζει να σημειωθεί ότι στους Βυζαντινούς χρόνους ονομαζόταν Μογλενά (=χώρα της ομίχλης) ενώ επί Τουρκοκρατίας Καρατζόβα από την τουρκική ονομασία του όρους Βόρας (Λεξικό Παπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, Αθήνα 1997).
Σύμφωνα με τις νεώτερες αντιλήψεις, οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Αλμωπίας θεωρούνται ως παιονικής καταγωγής φύλο (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ – «Εκδοτική Αθηνών» 1982, σελ. 48), το οποίο εγκαταστάθηκε στην περιοχή, όπου συγχωνεύθηκε με τους γηγενείς κατοίκους (απογόνους Νεολιθικού πληθυσμού) στην διάρκεια της Μέσης Εποχής του Ορειχάλκου(1900-1600 π.Χ.).
Ο γεωγράφος Κλαύδιος Πτολεμαίος (Γ΄ 13. 24) τους αποδίδει τις πόλεις Όρμα, Ευρωπό και Άψαλο. Γύρω στο 1150 π.Χ., η περιοχή θα κατακτηθεί από τους Βρίγες (Φρύγες) και μετά την αποχώρηση των Φρυγών (περί το 800 π.Χ.), θα υποταχθεί στους Ιλλυριούς. Τελικώς, στη διάρκεια του 6ου αιώνα π.Χ. η χώρα των Αλμώπων θα κατακτηθεί από τους Μακεδόνες, οι οποίοι θα τους αφομοιώσουν ή εκδιώξουν από την περιοχή και από τότε θα αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα της Μακεδονίας.

Βισάλτες: Αρχαίο μη-ελληνικό φύλο, θεωρούμενο παλαιότερα ως θρακικό, που εγκαταστάθηκε, γύρω στα τέλη της Χαλκοκρατίας (περίπου 1200 π.Χ.), κυρίως στις δυτικές περιοχές του κάτω ρου του ποταμού Στρυμόνα, αφομοιώνοντας ένα τμήμα του πελασγικού φύλου των Κρηστωναίων και απωθώντας τους υπόλοιπους δυτικότερα, αλλά υπό την κυριαρχία του ηγεμόνα των Βισαλτών (βλ. Ο. Άβελ: Ιστορία της Μακεδονίας, σελ. 177). Σύμφωνα όμως με νεώτερες απόψεις (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ – «Εκδοτική Αθηνών» 1982, σελ. 48), οι Βισάλτες θεωρούνται ως ένα αρχικά φρυγικό φύλο, που αναμίχθηκε στην συνέχεια με τους Θράκες.
Η αρχαία πάντως Βισαλτία, κάλυπτε κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. την περιοχή μεταξύ του όρους Βερτίσκος προς Δυσμάς, της Κερκινίτιδος λίμνης προς Ανατολάς, του Στρυμονικού κόλπου προς Νότον και του ποταμού Στρυμόνος προς Α-ΒΑ (Βλ. Χάρτη Αρχαία Μακεδονία ).
Οι Βισάλτες αναφέρονται από τον Ηρόδοτο (Η΄ 116) και από τον Θουκυδίδη (Β΄ 99 – Δ΄ 106). Ο Ηρόδοτος συγκεκριμένα διηγείται, ότι κατά την εκστρατεία του Ξέρξη εναντίον της Ελλάδος, ο βασιλεύς των Βισαλτών δεν δέχθηκε να τον ακολουθήσει και κατέφυγε στην Ροδόπη. Οι έξη υιοί του όμως τον παράκουσαν και συνεξεστράτευσαν με τους Πέρσες, αλλά όταν επέστρεψαν τους τιμώρησε σκληρά, τυφλώνοντάς τους.


Αργυρό οκτάδραχμο Βισαλτών (περίπου 475-465 π.Χ.)


Η Βισαλτία κατελήφθη από τον Βασιλέα της Μακεδονίας Αλέξανδρο τον Α΄, μετά την μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.) και εκτός από μικρά διαστήματα, θα παραμείνει από τότε επαρχία του Μακεδονικού Βασιλείου. Οι Βισάλτες, στην διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας, θα εξελληνισθούν και θα αφομοιωθούν πλήρως.

Βρίγες, Βρύγοι ἤ Βρύγες: Με την ονομασία Βρίγες και Βρύγοι (βλ. Στράβων Ζ΄ VΙΙ. 8), μνημονεύεται στις αρχαίες πηγές ένα μικρό φύλο στην Ιλλυρία. Τα μέλη αυτού του φύλου αναφέρονται ως οι παλαιότεροι κάτοικοι της περιοχής, σύμφωνα με την παράδοση για την ίδρυση της Επιδάμνου (αποικία των Κερκυραίων, σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας), την οποία κατέγραψε ο Αλεξανδρινός ιστοριογράφος του 2ου μ.Χ. αιώνα Αππιανός και που τους διαδέχθηκαν αργότερα οι Ταυλάντιοι, με τους οποίους, όπως σαφώς συμπεραίνεται, οι Βρίγες δεν είχαν καμιά σχέση ή συγγένεια.
Η νεώτερη έρευνα προσδιόρισε ότι το φύλο αυτό ταυτίζεται με τους Βρίγες του Ηροδότου (Ζ΄ 73), που εντοπίζονται στην Μακεδονία, πριν από την μαζική τους αναχώρηση και εγκατάσταση στην Μικρά Ασία, όπου θα γίνουν γνωστοί με την ονομασία Φρύγες. Θα πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι ο Ηρόδοτος αναφέρει (ΣΤ΄ 45 και Ζ΄ 185) και κάποιους άλλους Βρύγες, «Βρύγοι Θρήικες», οι οποίοι επιτέθηκαν στον στρατό του Μαρδονίου, σε μια νυκτερινή επιχείρηση, κάπου στην «Μακεδονία», χωρίς να προσδιορίζεται ακριβώς η περιοχή (σύμφωνα με τον Ν. Χάμμοντ – «Ιστορία της Μακεδονίας» τομ. Α΄ σελ. 329 - μάλλον στην βόρεια Χαλκιδική), κατά την εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδος (492 π.Χ.). Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που ο Στέφανος Βυζάντιος διακρίνει τους Βρίγες «έθνος Θρακικόν», από τους Βρύγες, που τους θεωρεί «Μακεδονικόν έθνος, προσεχές Ιλλυριοίς». Φαίνεται ότι αυτοί οι Βρύγες ή Βρίγες ή Βρύγοι, ήσαν υπόλειμμα των εκτεταμένων φρυγικών εγκαταστάσεων στον βορειοελλαδικό χώρο (βλ. Ιστορικό Περίγραμμα στο «Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων»). Όσο για τον χαρακτηρισμό τους, «Θράκες», αυτός οφείλεται μάλλον στις συγκεχυμένες απόψεις του Ηροδότου και της εποχής του, που επαναλαμβάνονται και από άλλους αρχαίους συγγραφείς (π.χ. Στράβων Ζ΄ ΙΙΙ. 2).

Δ.Ε.Ε.