Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Φρυγικές εγκαταστάσεις στην Μακεδονία

Μετακινήσεις Δωριέων και Φρυγών

Φρυγικές εγκαταστάσεις στην Μακεδονία

Με την έναρξη της Εποχής του Σιδήρου στην Μακεδονία (12ος αιώνας π.Χ.), οι πληροφορίες που διαθέτουμε πολλαπλασιάζονται σημαντικά, με αποτέλεσμα να είμαστε σε θέση να αναφερόμαστε με μεγαλύτερη ακρίβεια σε ορισμένα γεγονότα εκείνης της περιόδου που συνέβησαν στον βορειοελλαδικό χώρο.
Έτσι, γνωρίζουμε ότι γύρω στο 1200 π.Χ. σημειώθηκε η μεγάλη Φρυγική μετανάστευση, οι συμμετέχοντες στην οποία, από την κεντρική Ευρώπη, θα φθάσουν στην Μακεδονία (γύρω στο 1150 π.Χ.), όπου θα εγκατασταθεί ένα τμήμα τους, που θα γίνει γνωστό με την ονομασία Βρίγες ή Βρύγες, ενώ οι υπόλοιποι θα συνεχίσουν προς την Μ. Ασία, όπου τελικώς θα εγκατασταθούν και θα γίνουν γνωστοί ως Φρύγες. (1)
Σχεδόν την ίδια περίοδο (γύρω στο 1180 π.Χ.), θα διεισδύσουν στην Μακεδονία από ανατολικά, Θράκες και Πελασγοί, οι οποίοι παράλληλα με τους Φρύγες, θα αφομοιώσουν ή θα εξολοθρεύσουν ή θα εκτοπίσουν τους Παίονες από τις περιοχές εγκατάστασής τους στην Κάτω (νότια) Μακεδονία.
Την ίδια τύχη με τους Παίονες θα έχουν και αυτοί οι λαοί τους επόμενους αιώνες, όταν οι Μακεδόνες, από την αρχική κοιτίδα τους στο Νοτιοδυτικό άκρο της σημερινής Μακεδονίας, θα εξαπλωθούν προς τα Βόρεια και τα Ανατολικά.
Είναι μια περίοδος σοβαρότατων ανακατατάξεων, αλλά και γενικότερης αναταραχής (επιδρομές των «λαών της Θάλασσας» στην Αίγυπτο, «κάθοδος των Δωριέων»), που σημειώθηκε αυτήν την περίοδο στις χώρες γύρω από την ανατολική Μεσόγειο, με σημαντικές πολιτικές και πολιτισμικές συνέπειες.
Οι αρχαιολογικές έρευνες λοιπόν, δείχνουν ότι στα μέσα του 12ου αιώνα π.Χ. εμφανίζεται ένας νέος λαός στον χώρο της αρχαίας Μακεδονίας και των γειτονικών περιοχών, ο οποίος θεωρείται φορέας του λεγομένου Λουσατικού πολιτισμού ή πολιτισμού Λάουζιτς (Lusatian culture, Lausitz kultur). (2)
Η αρχική εμφάνιση του πολιτισμού αυτού, τοποθετείται γύρω στο 1500 π.Χ. και κάλυπτε τις ανατολικές περιοχές της σημερινής Γερμανίας, μεγάλο τμήμα της σημερινής Πολωνίας και σχεδόν ολόκληρη την σημερινή Τσεχία. Η κάθοδος των φορέων του Λουσατικού πολιτισμού στην περιοχή πιστοποιείται λίγο βορειότερα της σημερινής πόλης των Σκοπίων γύρω στο 1200 π.Χ. ενώ τις επόμενες δεκαετίες θα εξαπλωθούν νότια, στην κοιλάδα του Αξιού, νοτιοδυτικά στην σημερινή Αλβανία, στην βόρεια Ήπειρο καθώς και σε περιοχές της βόρειας Μακεδονίας.
______________________________________
(1) Ο Στράβων διευκρινίζει σαφώς ότι οι Βρίγες κατοικούσαν στην Μακεδονία και μερικοί από αυτούς μετανάστευσαν στην Ασία όπου ονομάσθηκαν Φρύγες (Στράβων - Βιβλίο Ζ΄, απόσπασμα 25). Υπενθυμίζουμε πάντως ότι στην Μακεδονική διάλεκτο της αρχαίας Ελληνικής, υπήρχε διαφορετική προφορά του φ ως β όπως Βερενίκη αντί Φερενίκη, Βίλιππος αντί Φίλιππος και πιθανότατα Βρύγες αντί Φρύγες, κατά το αβρούτες = οφρύες (φρύδια). Έτσι πιστεύουμε ότι εξηγείται το γιατί στον χώρο της Μακεδονίας και γενικότερα της νότιας Βαλκανικής συναντάμε πάντα την ονομασία Βρίγες ή Βρύγες, ενώ στην Μικρά Ασία, όπου ο λαός αυτός ήλθε σε επαφή με τους νότιους Έλληνες των αποικιών της Ιωνίας και της Αιολίδος, ονομάζονται πάντοτε Φρύγες.
(2) Πολιτισμός της Ύστερης Εποχής του Ορείχαλκου (Bronze Age) της Κεντρικής Ευρώπης, που ανήκει σε ομάδα συγγενών πολιτισμών οι οποίοι είναι γνωστοί με την ονομασία Ούρνφιλντ (Urnfield cultures = Πολιτισμοί των τεφροδόχων, περίπου 1500/1400 – 700 π.Χ.). Χαρακτηριστικό αυτών των πολιτισμών ήταν το ταφικό έθιμο της καύσης των νεκρών και της τοποθέτησης της τέφρας (στάχτης) σε ειδικά, συνήθως κεραμικά, αγγεία (τεφροδόχοι=urns).

Χαρακτηριστική είναι η μάλλον πρωτόγονη, χειροποίητη (δηλ. χωρίς χρήση τροχού αγγειοπλαστικής) Κεραμική που ταυτίζεται με αυτόν τον πολιτισμό και η οποία περιλαμβάνει μελανά στιλβωμένα Αγγεία, γνωστή στους Αρχαιολόγους ως Buckelkeramik ή Knobbed Ware (=Κεραμική με ρόζους, με εξογκώματα/όζους, οζώδης κεραμική). Οι εισβολείς (προερχόμενοι όπως προαναφέραμε από την Κεντρική Ευρώπη), φαίνεται ότι κατέληξαν βαθμιαία στον Βορειοελλαδικό χώρο, προωθούμενοι σε διαδοχικές φάσεις συνεχώς προς τα νοτιότερα. Έτσι, μέσω των κοιλάδων του Δούναβη και του παραποτάμου του Μοράβα αρχικά και στην συνέχεια μέσα από την διάβαση Κατσάνικ (Kačanik, περίπου 50 χλμ. βορείως της σημερινής πόλης των Σκοπίων), έφθασαν στις περιοχές της Πελαγονίας και της σημερινής κεντρικής Αλβανίας όπου εγκαταστάθηκαν μεταξύ του 1200 - 1150 π.Χ.
Στην επόμενη φάση της εξάπλωσής τους, θα προωθηθούν ακόμη νοτιότερα, αφ’ ενός μεν μέσω της κοιλάδας του Αξιού (ευρήματα στο Αξιοχώρι και Λιμνοχώρι του Νομού Κιλκίς) και αφ’ ετέρου από τα Δυτικά, μέσω Εδέσσης, για να καταλήξουν στις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας (ευρήματα της Βεργίνας).
Αυτή η τελική φάση αρχίζει από το 1150 π.Χ. και γύρω στο 1080 π.Χ. οι εισβολείς θα έχουν κατακτήσει ολόκληρη την Πελαγονία, την περιοχή των λιμνών [Αχρίδα, Μεγάλη και Μικρή Πρέσπα, Βεγορίτιδα, Ορεστιάδα (Καστοριάς), Πετρών (Αμυνταίου) κ.λ.π.], την περιοχή της σημερινής κεντρικής Αλβανίας μέχρι τις ακτές της Αδριατικής, καθώς και όλη την Μακεδονία, δυτικά του Αξιού.Η αρχαία ελληνική γραμματεία βοήθησε σημαντικά να προσδιορισθούν οι εισβολείς και να λάβουν συγκεκριμένη ονομασία.
Πραγματικά, πολλές αρχαίες πηγές μας παρέχουν υλικό για τον προσδιορισμό αυτόν. Έτσι, ο Ευγάμμων (επικός ποιητής που γεννήθηκε στην Κυρήνη και πέθανε το 568 π.Χ.), στην Τηλεγονεία του (όπου έχουν περιληφθεί πολλά στοιχεία της παλαιότερης επικής παράδοσης), αναφέρει ότι ο Οδυσσεύς μετά από την επιστροφή του στην Ιθάκη, θα οδηγήσει τους Θεσπρωτούς σε μια ανεπιτυχή πολεμική επιχείρηση εναντίον ενός λαού που ονομάζονταν Βρύγες.
Παράλληλα, η παράδοση για την ίδρυση της Επιδάμνου (αποικία των Κερκυραίων, σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας) που κατέγραψε ο ιστορικός του 2ου μ.Χ. αιώνα Αππιανός ο Αλεξανδρεύς, αναφέρει τους Βρύγες ως τους παλαιοτέρους κατοίκους της περιοχής, που τους διαδέχθηκαν αργότερα οι Ταυλάντιοι, ένα Ιλλυρικό φύλο, με τους οποίους, όπως σαφώς συμπεραίνεται, οι Βρύγες δεν είχαν καμία σχέση ή συγγένεια. Αλλά και ο Ηρόδοτος (Ζ΄ 73 και Η΄ 138) έχει καταγράψει πληροφορίες από τις πρώϊμες εγκαταστάσεις τους στην Μακεδονία. Αναφέρει λοιπόν ότι τα τρία αδέλφια, Περδίκκας, Γαυάνης και Αέροπος, οι ιδρυτές της μετέπειτα βασιλικής Μακεδονικής δυναστείας, εγκαταστάθηκαν τελικά κοντά στους Βρίγες στην Ημαθία, όπου στις πλαγιές του όρους Βέρμιον, ήταν η πρωτεύουσά τους. Εκεί βασίλευε ειρηνικά ο Μίδας, ο (υιοθετημένος) υιός του Γορδίου (βλ. για τον Γόρδιο: Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις Β΄ 2).
Ανάλογες πληροφορίες, που έχει καταγράψει και ο Νίκανδρος ο Κολοφώνιος στα Γεωργικά του, τα οποία διέσωσε ο Αθήναιος ο Ναυκρατίτης, αναφέρουν τους θαυμαστούς κήπους του Μίδα στην Ημαθία, όπου φύτρωναν τα περίφημα για το άρωμά τους εξηκοντάφυλλα ρόδα (τριαντάφυλλα με εξήντα πέταλα), μέχρι την μετανάστευση των Βρυγών στην Μικρά Ασία.
Αλλά και μετά την αποχώρηση του μεγάλου όγκου των φρυγικών φύλων, φαίνεται ότι παρέμειναν σημαντικά τμήματά τους στις παραπάνω περιοχές, αρκετούς αιώνες αργότερα. Έτσι, στο εσωτερικό των περιοχών γύρω από την Επίδαμνο παρέμειναν Φρύγες καθώς και στην Πελαγονία όπου σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο (τον περίφημο συγγραφέα των «Εθνικών») μία από τις πόλεις τους, έφερε το όνομα Βρύγαι.
Οι Βρύγες ή Βρίγες λοιπόν, είναι ασφαλώς οι Φρύγες της Μικράς Ασίας των ιστορικών χρόνων. Και τούτο διότι τα υπάρχοντα αρχαιολογικά στοιχεία υποδεικνύουν να δεχθούμε ότι ένα σημαντικό τμήμα του λαού που εμφανίσθηκε στις αρχές της Εποχής του Σιδήρου στην Μακεδονία, προχώρησε και εγκαταστάθηκε αρχικά στην περιοχή της Ομηρικής Τροίας (αμέσως μετά την καταστροφή της από τους Μυκηναίους κατά τον Τρωϊκό πόλεμο, γύρω στο 1230 π.Χ.), για να συνεχίσει τις μετακινήσεις του αργότερα και σε άλλες περιοχές του εσωτερικού της Μικράς Ασίας.Πραγματικά , οι αρχαιολογικές έρευνες στον χώρο της Τροίας έδειξαν τα παρακάτω :
Η ομηρική Τροία που κατακτήθηκε και καταστράφηκε σύμφωνα με την παράδοση από τους Αχαιούς (Μυκηναίους) και τους συμμάχους τους, απεδείχθη ότι είναι η έβδομη πόλη της Τροίας και ειδικότερα η πρώτη περίοδος κατοίκησής της, γνωστή στους ειδικούς ως Τροία VIIa. (3)
Μετά την καταστροφή, υπήρξε μια σύντομη σχετικά φάση κατοίκησης, από τον ίδιο (εξαθλιωμένο πλέον, όπως έδειξαν οι ανασκαφές και τα στοιχεία ) πληθυσμό που διασώθηκε και παρέμεινε στην περιοχή. Αυτή είναι η Τροία VΙΙb1.
Αμέσως μετά ακολουθεί η Τροία VΙΙb2, όπου όλα τα ερευνητικά δεδομένα, υποδεικνύουν την εμφάνιση και εγκατάσταση ενός νέου πληθυσμού. Οι νεοφερμένοι ήσαν φορείς του προαναφερθέντος Λουσατικού πολιτισμού (Λάουζιτς) και τα υλικά στοιχεία του – κυρίως η χονδροειδής Κεραμική του – εμφανίζουν εκπληκτική ταύτιση με τα αρχαιολογικά ευρήματα της ίδιας εποχής στην Μακεδονία και την ευρύτερη περιοχή της. Έτσι η Κεραμική που αναφέρουμε χαρακτηρίζεται από τον ίδιο τύπο Αγγείων τον οποίο ήδη έχουμε περιγράψει δηλ. τον τύπο Buckelkeramik ή Knobbed Ware (=Κεραμική με ρόζους, με εξογκώματα/όζους, οζώδης κεραμική. Βλ. C.A.H. Vol. II part 2 σελ. 164). Σύμφωνα λοιπόν με τις εκτιμήσεις των ερευνητών, τα ευρήματα της Τροίας VΙΙb2, αλλά και κάπως μακρινότερων περιοχών (όπως στο Γόρδιον) αυτής της περιόδου, φανερώνουν μετακινήσεις, μεταναστεύσεις κάποιων λαών από την χερσόνησο του Αίμου προς την Μικρά Ασία και οι οποίοι αργότερα, στους ιστορικούς χρόνους, θα γίνουν γνωστοί ως Φρύγες, Μυσοί, Βιθυνοί, Μύγδονες κ.λ.π.
Για την σχέση όμως των Δαρδάνων (στον Όμηρο, μια άλλη ονομασία των Τρώων) της Μικράς Ασίας και των Ιλλυριών Δαρδάνων της Βαλκανικής δεν υπάρχει ακόμη πειστική ερμηνεία παρά το γεγονός ότι το θέμα έχει απασχολήσει συγγραφείς και ερευνητές από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Πάντως, όπως δείχνουν τα στοιχεία, στις μετακινήσεις αυτές των φρυγικών ομάδων προς την Μικρά Ασία, προσκολλήθηκαν στην διάρκεια της πορείας τους και αρκετά θρακικά φύλα των παραλίων, αλλά και του εσωτερικού της Θράκης.
Οι Φρύγες τελικώς, θα δημιουργήσουν τον 9ο αιώνα π.Χ. στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, ένα ισχυρό Βασίλειο με πρωτεύουσα το Γόρδιον, που θα φθάσει στην ακμή του στην διάρκεια του 8ου αιώνα π.Χ.
Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, γύρω στο 1200 π.Χ. σημειώνεται η Φρυγική εισβολή. Την ίδια περίοδο και λίγο νωρίτερα, καταγράφονται εισβολές Θρακικών και Πελασγικών ομάδων από τα ανατολικά, οι οποίες θα προχωρήσουν μέχρι την Ανατολική Στερεά και την Ανατολική Πελοπόννησο (βλ. Ι.Ε.Ε. ό.π. τόμ. Α΄, σελ. 360 και ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ό.π., σελ. 48).
___________________________________________
(3) Όπως είναι γνωστό, ο οικισμός της Τροίας κατοικήθηκε για πρώτη φορά στο τέλος της 4ης χιλιετίας π.Χ. (3100/3000 π.Χ.). Καταστράφηκε αρκετές φορές είτε από φυσικά αίτια (σεισμούς) είτε από ανθρώπινες επεμβάσεις. Κάθε φορά, πάνω από τα ερείπια της παλιάς πόλης, οικοδομούσαν την νέα. Οι αρχαιολόγοι διακρίνουν εννιά κύριες φάσεις (περιόδους) κατοίκησης (Τροία Ι - Τροία ΙΧ) και σε ορισμένες περιπτώσεις διακρίνουν και υποπεριόδους.

Στην Μακεδονία, ένα τουλάχιστον θρακικό φύλο θα εγκατασταθεί τότε στην Πιερία όπως συνάγεται από παραδόσεις, διαφόρους μύθους αλλά και αρχαιολογικές ενδείξεις. Το όνομα όμως της περιοχής (Πιερία = πλούσια γη) είναι αναμφισβήτητα ελληνικό, γεγονός που δηλώνει ότι η περιοχή είχε κατοικηθεί προηγουμένως (περίπου 1400-1200 π.Χ.) από κάποιο ελληνικό φύλο, πιθανότατα τους Μάγνητες, τους οποίους ο Ησίοδος τοποθετούσε στην Πιερία.
Οι Μάγνητες θα μετακινηθούν στην Ανατολική Θεσσαλία, όπου θα εγκατασταθούν τελικώς στη Όσσα και στο Πήλιο, δίνοντας το όνομά τους στην περιοχή (Μαγνησία). Φαίνεται ότι τους ακολούθησαν και οι Μακεδόνες, που θα εγκατασταθούν σε κάποια γειτονική ορεινή περιοχή, όπου θα δώσουν και το όνομά τους στον χώρο εγκατάστασής τους, ο οποίος όμως δεν έχει προσδιορισθεί επακριβώς. Έτσι πιθανολογείται ότι το Μακεδονικόν όρος που αναφέρει ο Ηρόδοτος ήταν το σημερινό όρος Τίταρος (Μικρό Φλάμπουρο) που δεσπόζει στα στενά του Σαρανταπόρου :
«Λοιπόν (ο Ξέρξης) παρέμεινε αρκετές μέρες στα μέρη της Πιερίας γιατί το ένα τρίτο του στρατού του έκοβε το δάσος του Μακεδονικού όρους για να περάσει από εκεί όλη η στρατιά στην χώρα των Περραιβών (=Βόρεια Θεσσαλία σ.σ.)...» (Βιβλίο Ζ΄, 131).
Με τις κατακτήσεις λοιπόν του 12ου αιώνα π.Χ. η Φρυγική κυριαρχία θα επεκταθεί σε μια τεράστια έκταση για τα μέτρα της εποχής, από τις Ιλλυρικές ακτές της Αδριατικής μέχρι τον ποταμό Στρυμόνα.
Το χρονικό διάστημα 1150 - 950 π.Χ. αποκαλείται Πρώϊμη Φρυγική Περίοδος και είναι εποχή σταθεροποίησης της Φρυγικής κυριαρχίας. Προς το τέλος αυτής της περιόδου και στις περιοχές δυτικά του Αξιού, η εξουσία ασκείται μέσω ημιανεξάρτητων ηγεμονιών επί των Βοττιαίων, των Θρακών της Πιερίας, των ανατολικών ελληνικών Ηπειρωτικών φύλων (Πελαγόνων, Λυγκηστών, Ορεστών, Ελιμιωτών), καθώς και επί των διαφόρων Παιονικών και Ιλλυρικών φύλων (Εορδών, Αλμώπων και των κυρίως Ιλλυριών, Εγχελέων, Ταυλαντίων, Δαρδάνων κ.λ.π.).
Πρωτεύουσα των Βρυγών έγινε η Έδεσσα και παρέμεινε για 350 χρόνια (1150-800 π.Χ.), σύμφωνα με τον Άγγλο ιστορικό Ν. Χάμμοντ (Ν. G. L. Hammond: «Ιστορία της Μακεδονίας» – «Μάλλιαρης» 1995, τομ. Α΄, σελ. 447), της οποίας η κεντρική και φυσικώς οχυρά θέση συνετέλεσαν ασφαλώς στην επιλογή της. Αυτοί έδωσαν και το όνομα της πόλης από την φρυγική λέξη για το νερό = βέδυ- (Fεδυ). Υπάρχουν όμως και άλλα φρυγικά τοπωνύμια από τις περιοχές εγκατάστασής τους. Αν αληθεύει λοιπόν ότι το όνομα Κύδραρα προέρχεται από τους Φρύγες (Ηροδ. Η΄ 30), τότε έχουμε τα τοπωνύμια Σκόδρα στην σημερινή βόρεια Αλβανία, της αρχαίας πόλης Κύδραι στην Πελαγονία και της Σκύδρας, κοντά στην Έδεσσα (βλ. Cambridge Ancient History “C.U.P.” 1975(3), Vol. II part 2, σελ. 709–710).
Ανατολικά του Αξιού κυριαρχούν οι Σίθωνες στην Χαλκιδική, βορειότερα οι Μύγδονες και ανατολικότερα οι ΄Ηδωνες ή Ηδωνοί, που όπως προαναφέραμε ήσαν μάλλον φρυγικά φύλα. Ανατολικότερα και Βόρεια, κυριαρχούν τα θρακικά φύλα, έξω από την ζώνη εξουσίας των Φρυγών. Δυστυχώς δεν διαθέτουμε άμεσες πληροφορίες και δεν γνωρίζουμε αν τα ορεσίβια ελληνικά φύλα (Μακεδόνες, Τυμφαίοι, Παραυαίοι κ.λ.π.), είχαν υποταγεί στους Φρύγες ή συνέχισαν την ποιμενική ημινομαδική διαβίωσή τους στις απομακρυσμένες και σχετικά απρόσιτες περιοχές τους.
Το δεύτερο μέρος της Φρυγικής κυριαρχίας, η Ύστερη Φρυγική Περίοδος τοποθετείται μεταξύ 950 - 800 π.Χ. Την περίοδο αυτήν σημειώνεται απώλεια της κυριαρχίας των Φρυγών βορείως της λίμνης Αχρίδος και του ποταμού Γενούσου (σημερινός Σκούμπι, στην κεντρική Αλβανία), λόγω της ισχυροποιήσεως και επεκτάσεως των Ιλλυρικών φύλων στις περιοχές αυτές. Οι Φρύγες, θα συνεχίσουν να επικοινωνούν μέχρι το 850 π.Χ. περίπου, με τις Δυτικές περιοχές τους στα παράλια της Αδριατικής και την Ιταλία, μέσω της πεδιάδας της Κορυτσάς, όπου η αρχαιολογική έρευνα διαπίστωσε ότι οι τελευταίες ταφές που αποδίδονται σε Φρύγες διακόπτονται τότε.
Παρ’ όλες αυτές τις δυσμενείς εξελίξεις εις βάρος τους, η οικονομική ζωή των Φρυγών της Μακεδονίας όχι μόνον δεν διαταράσσεται αλλά αντιθέτως η περίοδος της μεγάλης οικονομικής τους ακμής τοποθετείται μεταξύ 900 - 800 π.Χ. όπως αποδεικνύουν τα πλούσια κτερίσματα σε φρυγικούς τάφους εκείνης της εποχής. Πιθανότατα χρησιμοποίησαν άλλους εμπορικούς δρόμους και νέες αγορές, όχι προς την Θεσσαλία και την νότια Ελλάδα, αλλά προς τις περιοχές της σημερινής Βοσνίας και Σκοπίων. Στις περιοχές αυτές ανθεί ο αξιόλογος πολιτισμός του Γκλάζινατς (Glasinac). (4)
Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, τα προϊόντα που εξάγονται από τις Φρυγικές περιοχές της Μακεδονίας ήσαν κυρίως μεταλλικά αντικείμενα (οι Φρύγες αναφέρονται στις αρχαίες παραδόσεις ως σπουδαίοι μεταλλουργοί), υφαντά και γαλακτοκομικά προϊόντα. Πάντως το βασικό θεμέλιο της Οικονομίας τους αποτελούσε η συστηματική κτηνοτροφία, που ήταν και η κύρια πηγή πλούτου.
Γύρω στο 800 π.Χ. σημειώνονται μεγάλες ανακατατάξεις: Οι Φρύγες αποχωρούν από την Μακεδονία και τις γύρω περιοχές και σύμφωνα με την παράδοση, μεταναστεύουν μαζικά προς την Μικρά Ασία, όπου ήδη είχε καταλήξει ένα σημαντικό τμήμα της Φρυγικής μετανάστευσης του 12ου αιώνα π.Χ. όπως προαναφέρθηκε. Οι ακριβείς λόγοι και οι συνθήκες αυτής της μετακίνησης δεν είναι γνωστοί. Ως βασική αιτία πιθανολογείται η εντεινόμενη πίεση των πολεμοχαρών Ιλλυρικών φύλων, τα οποία ήδη χρησιμοποιούν σιδερένια όπλα σε μεγάλες ποσότητες, γεγονός που τους προσέδιδε σαφή πολεμική υπεροχή. Επίσης, η μετανάστευση των Φρυγών προς την Μικρά Ασία, πρέπει να συνδέεται και με την ίδρυση, την ίδια ακριβώς περίοδο, του μεγάλου Φρυγικού Βασιλείου με πρωτεύουσα το Γόρδιον, του οποίου η ακμή θα σημειωθεί τον 8ο αιώνα π.Χ. Το γεγονός πάντως της αποχώρησης των Φρυγών, δημιουργεί κενό εξουσίας και η χώρα είναι πλέον ανοικτή σε εισβολές, οι οποίες δεν αργούν.
Θεωρούμε σκόπιμο στο σημείο αυτό να αναφέρουμε και κάποιες παραδόσεις που έχουν καταγραφεί στις αρχαίες πηγές και αναφέρονται στην επιστροφή των ηρώων του Τρωϊκού πολέμου, μετά την άλωση της Τροίας (γύρω στο 1230 π.Χ.). Σύμφωνα λοιπόν με την παράδοση, Ευβοείς (συγκεκριμένα Άβαντες, οι παλαιότεροι κάτοικοι της Εύβοιας, της οποίας η αρχαιότερη ονομασία εξ άλλου ήταν Αβαντίς), που επέστρεφαν από την Τροία, αποβιβάστηκαν στην Ιλλυρία (στην Αμαντία: Ιλλυριών μοίρα, πλησίον Ωρικού και ΚερκύραςΣτεφ. Βυζ.) και ξεκινώντας για την πατρίδα τους μέσω Μακεδονίας, έμειναν για λίγο κοντά στην Έδεσσα και βοήθησαν αυτούς που τους φιλοξενούσαν σε έναν πόλεμο. Ίδρυσαν μάλιστα και μια πόλη με το όνομα Εύβοια. Δυστυχώς αυτή η αναφορά δεν έγινε δυνατόν να διασταυρωθεί με καταγραφές άλλων αρχαίων συγγραφέων και πολύ περισσότερο να ανιχνευθούν ενδείξεις για την ύπαρξη της πόλης Εύβοια που μνημονεύει ο Στράβων (βλ. «Γεωγραφικών» Βιβλία Ζ΄ VII. 4 και Ι΄ Ι. 15 (5), Στεφ. Βυζ. λέξεις Εύβοια […έστι και πόλις εν Μακεδονία…], Αβαντίς, Αμαντία και λεπτομέρειες στο Ν. Χάμμοντ (N. G. L. Hammond : Ιστορία της Μακεδονίας, ό.π. τόμ. Α΄ σελ. 327).
Στο εξαιρετικό έργο «Κατάλογος των Αρχαϊκών και Κλασσικών πόλεων» (Mogens Herman Hansen - Thomas Heine Nielsen: "An Inventory of Archaic and Classical Poleis" Oxford University Press, 2004) ταυτίζεται με κάποια «Εὔια» που αναφέρει ο Διόδωρος (ΙΘ΄ 11.2) και τοποθετείται, σύμφωνα με πρόσφατες απόψεις, είτε κοντά στην Βέρροια, είτε στον Πολύμυλο της Ελιμείας ή Εορδαίας ή σύμφωνα με άλλη άποψη (ό.π. λήμμα Euia, Euboia) στα Σεβαστιανά, κοντά στην Έδεσσα.

_______________________________
(4) Σπουδαιότατη αρχαιολογική τοποθεσία σε μια ορεινή κοιλάδα κοντά στο Σεράγιεβο της Βοσνίας, όπου ανακαλύφθηκαν αρκετές χιλιάδες τύμβοι οι οποίοι περιείχαν πάνω από 20.000 τάφους χρονολογούμενους από το τέλος της Εποχής του Ορειχάλκου και την Πρώϊμη Εποχή του Σιδήρου. Τα Κεραμικά και μεταλλικά αντικείμενα που βρέθηκαν στους τάφους αποδεικνύουν σχέσεις και εμπορικές επαφές με την Ελλάδα, την Ιταλία και την κοιλάδα του Δούναβη.
(5) «...Από τους Ευβοείς που γυρνούσαν από την Τροία μερικοί κατέληξαν στους Ιλλυριούς και επιστρέφοντας στην πατρίδα τους μέσω Μακεδονίας, έμειναν στα μέρη της Έδεσσας, αφού πολέμησαν με συμμάχους αυτούς που τους υποδέχτηκαν και έχτισαν πόλη Εύβοια...»

Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη: Αρχαία Μακεδονία (Αθήνα, 2012 - "Ινφογνώμων")


Ιστορικός αναθεωρητισμός (6)


Στην σειρά των επιλεγμένων κειμένων για το θέμα του Ιστορικού Αναθεωρητισμού συνεχίζουμε με το άρθρο του συγγραφέα Σπύρου Κουτρούλη, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα «Ρήξη» στις 21-4-2007 (Φύλλο 11).
Ο Σπύρος Κουτρούλης είναι τακτικός αρθρογράφος στο περιοδικό «Άρδην» και την εφημερίδα «Ρήξη» και συγγραφέας, μεταξύ άλλων, των βιβλίων «Ο Θεός-χορευτής: Περιπλάνηση στο λόγο του Νίτσε» («Παπαζήσης») και «Έθνος και Κοινοτισμός» («Εναλλακτικές Εκδόσεις»).
Δ.Ε.Ε.

Ο ιστορικός αναθεωρητισμός του κ. Βερέμη
Ο κ. Βερέμης, ως γνωστόν, έχει αναλάβει κεντρικό ρόλο στην διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής στον χώρο της παιδείας. Παράλληλα ως από καθέδρας ιστορικός επανερμηνεύει την νεώτερη ελληνική ιστορία για τις ανάγκες της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και του νέο-οθωμανισμού. Όπως γράφει στον πρόλογο του βιβλίου του (Ελλάς η σύγχρονη ιστορία. Από το 1821 μέχρι σήμερα, εκδ. Καστανιώτη) και επαναλαμβάνει σε συνέντευξή του στο «Βήμα»(25/2/2007), η ιστοριογραφία του είναι αναθεωρητική. Όμως ο αναθεωρητισμός είναι ένας όρος επιβαρυμένος, διότι ονοματίζει την προσπάθεια ορισμένων ιστορικών να ερμηνεύσουν τα σημαντικότερα γεγονότα του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου με τέτοιο τρόπο ώστε να δικαιώνεται τελικά ο ναζισμός.
Βέβαια η περίπτωση του κ. Βερέμη δεν είναι τέτοια. Ο λόγος του όμως είναι βαθύτατα ιδεοληπτικός και μανιχαϊστικός, δεν γνωρίζει αποχρώσεις. Παρουσιάζει δε αξιοπρόσεκτη ταύτιση στην ερμηνεία της ιστορίας με κάποιους άλλους νεώτερους ιστορικούς ή δημοσιογράφους που δηλώνουν «αριστεροί». Ελιτιστής, εχθρεύεται τον λαό ως επιστημονική κατηγορία και ως ζωντανή πραγματικότητα. Όπως λέγει στον δημοσιογράφο του «Βημάτος» «Μέσα σε κάθε Έλληνα παραμονεύει ένας βραχυπρόθεσμος αρματολός, ο οποίος θέλει να κρατήσει τα κεκτημένα». Με αυτόν τον τρόπο συκοφαντείται ο αντιστασιακός χαρακτήρας του νεώτερου ελληνισμού. Διότι οι «αντάρτες» είτε ανέβηκαν στα βουνά, είτε έζησαν μέσα στις πόλεις, έχουν ένα προσωπικό κόστος για τις επιλογές, που δεν έχουν βέβαια όσοι θωπεύουν την εκάστοτε εξουσία, ή επωφελούνται από τα διάφορα σχέδια Marshall ή τα ευρωπαϊκά προγράμματα.
Όπως και ο Ράμφος, θεωρεί την ελληνική οικογένεια μεγάλο εμπόδιο για το θρυλούμενο εκσυγχρονισμό. Αλλά το σημαντικότερο πρόβλημα γι’ αυτόν είναι η «κατατμημένη κοινωνία». Βεβαίως το αντίθετο της είναι ο ισοπεδωτισμός, η ομοιομορφία της ολοκληρωτικής κοινωνίας. Φυσικά από τον αναθεωρητισμό του κ. Βερέμη δεν μπορούσε να λείψει η προσπάθεια να εξιδανικευτεί η τουρκοκρατία. Όπως λέγει ένας από τους μύθους του νεοελληνικού κράτους είναι η «δίωξη της ελληνοφωνίας από τους Οθωμανούς, πράγμα που δεν είναι αλήθεια».
Ο κ. Βερέμης εμπνέεται, όπως ισχυρίζεται, από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, τον Κοραή, τον Ρήγα Φεραίο, τον Καποδίστρια. Εμπόδιο σε μια διαφωτισμένη Ελλάδα είναι, λέει, «οι έχοντες μικρό ή μεγάλο κομμάτι της τοπικής ή κρατικής εξουσίας, άνθρωποι που δεν θέλουν να αλλάξει το κεκτημένο. Ήταν οι πρόκριτοι, οι κοτζαμπάσηδες, οι αρματολοί, οι τοπικοί λαϊκιστές ηγέτες που κολάκευαν το θυμικό του πληθυσμού, ο Παπουλάκος ως θρησκευόμενος λαϊκιστής» (Βήμα 25.2.2007). Πρότυπό μας πρέπει να είναι η Δύση «έστω η Ιταλία» έστω και αν σε αυτή την χώρα ξεχειλίζει η διαφθορά, η μαφία, η αρπαγή του δημόσιου χρήματος.
Η πραγματικότητα βέβαια είναι περισσότερο πολύπλοκη από τα σχήματα που χρησιμοποιεί ο κ. Βερέμης. Δίχως την αποφασιστικότητα των κλεφταρματολών δεν θα είχε ξεσπάσει καν η ελληνική επανάσταση, θα περίμεναν μαζί με τον Κοραή να «ωριμάσουν οι συνθήκες». Ο Ρήγας Φεραίος θεωρούσε ως προϋπόθεση για απελευθέρωση από την τουρκική κυριαρχία, την ενότητα των βαλκανικών λαών, που φυσικά όλοι οι δυτικόπληκτοι δεν μπορούν να δεχθούν. Ο Καποδίστριας είχε θεμελιώσει το κοινοτικό σύστημα στην Ελβετία, ενώ όπως απέδειξε ο καθηγητής Ν. Πανταζόπουλος αποδέχθηκε την ισοτιμία του εθιμικού και του θετού δικαίου, γεγονός που ευνοούσε τον κοινοτισμό. Ο κοινοβουλευτισμός, πέρα από την κριτική που μπορεί να του ασκηθεί από την πλευρά της άμεσης δημοκρατίας. έπαιξε στην Ελλάδα ένα τελείως διαφορετικό ρόλο από την Δύση. Όπως γράφει ο Π. Κονδύλης ο κοινοβουλευτισμός στην μετεπαναστατική Ελλάδα, «όχι μόνον ήταν όργανο ιμπεριαλιστικής επιρροής, αλλά και αγωγός των παραδοσιακών, ενάντιος προς τον ριζικό εκσυγχρονισμό πατριαρχικών δυνάμεων και νοοτροπιών» (Π. Κονδύλη: «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού» Εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 26). Δηλαδή η πραγματικότητα, είναι εντελώς διαφορετική από ότι φαντασιώνεται ο κ. Βερέμης. Οι αντιδραστικές δυνάμεις στον νεοελληνισμό, δεν βρέθηκαν εκτός του κοινοβουλίου, αλλά μέσα σε αυτό.
Αυτά πλέον είναι αρκετά γνωστά, ώστε και στο πιο απομακρυσμένο ελληνικό καφενείο να ρωτήσεις θα πληροφορηθείς για εκείνους που κατασπατάλησαν τα δάνεια στην ελληνική επανάσταση και για κείνους που λεηλατούν το δημόσιο ταμείο σήμερα ατιμώρητα.
Το σύγγραμμα του κ. Βερέμη, το εγχειρίδιο της ιστορίας του δημοτικού, τα αντίστοιχα του Λιάκου και άλλων εντάσσονται σε μια προσπάθεια που ξεκίνησε από την κυβέρνηση Σημίτη και συνεχίζεται με συνέπεια από την κυβέρνηση Καραμανλή να αναθεωρηθεί η ελληνική ιστορία. Οι στόχοι δεν είναι επιστημονικοί, αλλά αποκλειστικά πολιτικοί: να δικαιωθούν τα πλέον αντιδραστικά νεοφιλελεύθερα μέτρα, να γίνει αποδεκτή η διπλή υποτέλεια στην Δύση και στην Τουρκία.
Πέρα από μια δήθεν «διεθνιστική αριστερά» που είναι πρόθυμη να υπηρετήσει τα σχέδια της Αυτοκρατορίας στην περιοχή και να υμνολογήσει τον Κεμάλ Ατατούρκ, η ψύχραιμη επιστημονική έρευνα από στοχαστές σαν τον Σβορώνο, τον Ν. Πανταζόπουλο ή τον Π. Κονδύλη, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν είναι ο δωσιλογισμός και η υποταγή, αλλά η αντισταση, το αντάρτικο, το κυριότερο στοιχείο του νεοελληνισμού. Έτσι δε, ακόμα αντάρτες θα πρέπει να συνεχίσουμε να είμαστε, παρά τις επιθυμίες του κ. Βερέμη, των οργανικών διανοουμένων, και των καθεστωτικών δημοσιογράφων δήθεν δεξιάς ή αριστερής απόχρωσης.

(Σημ. Δ.Ε.Ε. : Οι επισημάνσεις δικές μου)

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

Περι-ελλαδικοί λαοί: Φρύγες

Από το «Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων» – ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ (β΄ έκδοση συμπληρωμένη) Θεσσαλονίκη 2004, [Κεντρική διάθεση: Βιβλιοπωλείο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ Ερμού 61 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]

Φρύγες: Συλλογική ονομασία μιας μεγάλης ομάδας αριοευρωπαϊκών φύλων, που μετανάστευσε από την κεντρική Ευρώπη προς την χερσόνησο του Αίμου στα τέλη του 13ου αιώνα π.Χ. Ένα σημαντικό μέρος αυτής της ομάδας θα εγκατασταθεί στις βόρειες περιοχές του ελλαδικού χώρου, ενώ η υπόλοιπη θα συνεχίσει και θα καταλήξει αρχικά στην περιοχή της Τρωάδος, στην ΒΔ Μικρά Ασία. Λεπτομέρειες για τα αρχαιολογικά δεδομένα και για τις πρώϊμες εγκαταστάσεις τους στον χώρο της Μακεδονίας (όπου ήσαν γνωστοί με το όνομα Βρύγες ή Βρίγες), δίνονται στο «Ιστορικό Περίγραμμα» του "Λεξικού των αρχαίων ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων" καθώς και στα αντίστοιχα λήμματα: Βισάλτες, Βίστωνες, Ηδωνοί, Μύγδονες, Οδόμαντες και Σίθωνες, που σύμφωνα με τις τελευταίες απόψεις θεωρούνται πλέον ως φύλα φρυγικής καταγωγής. Βλ. Λαοί και φύλα της αρχαίας Μακεδονίας (3) (1-5).
Η φρυγική μεταναστευτική ομάδα, που θα συνεχίσει την πορεία της προς τα ανατολικά, παράλληλα με τις θρακικές ακτές του Αιγαίου, θα συνενωθεί κατά τα φαινόμενα με τμήματα θρακικών φύλων και θα καταλήξει, όπως προαναφέραμε, στην περιοχή της Τρωάδος. Εκεί, ορισμένοι από τους εισβολείς, θα εγκατασταθούν στον χώρο της ένδοξης πόλης της Τροίας (βλ. λήμμα Τρώες), δημιουργώντας τον οικισμό που είναι γνωστός στην αρχαιολογική στρωματογραφία ως Τροία VΙΙb2 (1200/1190-1150/1130 π.Χ.).
Φρυγικές επιγραφές σε θραύσματα αγγείου
Γόρδιον, 5ος αιώνας π.Χ.


Από τα θρακικά φύλα που συμμετείχαν στην φρυγική εισβολή στην Μ. Ασία, μας είναι γνωστοί οι Μοισοί, οι οποίοι θα εγκατασταθούν στα νότια της Τρωάδος και θα γίνουν αργότερα γνωστοί με το όνομα Μυσοί και η χώρα τους ως Μυσία. Φαίνεται ότι στην Τρωάδα θα παραμείνει ένα μέρος μόνον από τους Φρύγες εισβολείς ή πιθανόν κάποιο φρυγικό φύλο, ενώ οι υπόλοιποι θα συνεχίσουν προς τα ανατολικά, προκαλώντας, σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή ή κατά μία άλλη, απλώς επωφελούμενοι της κατάρρευσης της αυτοκρατορίας των Χετταίων και των αναστατώσεων που ακολούθησαν. Ο κύριος όγκος των Φρυγών θα εγκατασταθεί στην περιοχή του ποταμού Σαγγάριου, όπου αργότερα η πόλη Γόρδιον θα αναδειχθεί σε πρωτεύουσα του Φρυγικού Βασιλείου. Η περιοχή θα ονομασθεί Φρυγία (βλ. Χάρτη). Για την Εποχή που ακολούθησε την κατάρρευση της Χιττιτικής αυτοκρατορίας και την εγκατάσταση των Φρυγών στην Μ. Ασία ελάχιστα είναι γνωστά. Είναι οι λεγόμενοι «Σκοτεινοί Αιώνες» (12ος – 10ος αιώνας π.Χ.). Ευτυχώς όμως, διαθέτουμε κάποια ψήγματα πληροφοριών, από τα Αρχεία της Ασσυριακής αυτοκρατορίας της εποχής εκείνης. Έτσι γνωρίζουμε, ότι γύρω στο 1160 π.Χ. ένας μεγάλος στρατός των Μούσκι (Mushki), προερχόμενος από την κατεύθυνση της Μ. Ασίας, αφού διασχίσουν τα βουνά του Ταύρου, θα καταλάβουν περιοχές της Ασσυριακής επικράτειας.
Πενήντα χρόνια περίπου αργότερα, το έτος 1115 π.Χ. τα ασσυριακά στρατεύματα κάτω από την διοίκηση του νέου αυτοκράτορά τους, Τιγλάθ-Φαλασάρ Ι (Tiglath-pileser 1115-1077 π.Χ.), θα νικήσουν αποφασιστικά και θα ανακόψουν την επιδρομή μιας μεγάλης στρατιάς («20.000 άνδρες», αναφέρουν τα Αρχεία) Μούσκι σε μια θέση στην κοιλάδα του ποταμού Τίγρη, ΒΑ της ασσυριακής πρωτεύουσας Νινευΐ και θα συλληφθούν 6.000 αιχμάλωτοι, οι οποίοι θα μεταφερθούν πιθανόν στην ΒΑ Συρία (C.A.H. Vol. II part 2, σελ. 421 και 457-458).
Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Στράβων μνημονεύει (ΙΑ΄ ΧΙV. 2) την ύπαρξη στην εποχή του (1ος αιώνας π.Χ.), κάποιων «…Μυγδόνων, γύρω από την Νίσιβη…» δηλ. στην ΒΑ Συρία, πιθανότατα (σύμφωνα με τους νεώτερους ερευνητές) απογόνων εκείνων των αιχμαλώτων, γεγονός που συνδέεται με αυτές τις επιδρομές των Μούσκι. Υπενθυμίζουμε ότι οι Μύγδονες, ήσαν ένα από τα φρυγικά φύλα, που ένα μέρος τους παρέμεινε στην Μακεδονία, ενώ οι υπόλοιποι συνέχισαν την μεταναστευτική τους πορεία με τα άλλα φρυγικά φύλα προς την ΒΔ Μ. Ασία, όπου και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή ανατολικά της Τρωάδος, η οποία ονομάσθηκε Μυγδονία.

Χάρτης
Φρυγία, Λυδία και Καρία

Οι ερευνητές συγκεντρώνοντας διάφορα στοιχεία όπως το παραπάνω, κατέληξαν, ότι ο λαός αυτός των επιδρομέων εναντίον της Ασσυρίας, οι Μούσκι, ταυτίζεται με τους Φρύγες και τους συμμάχους τους, Μυσούς. Πιθανολογείται ότι η ομάδα αυτή των Μούσκι, των Ασσυριακών πηγών, αποτελέσθηκε από φρυγικά και θρακικά φύλα που δεν εγκαταστάθηκαν στην Φρυγία μαζί με τους υπολοίπους, αλλά συνέχισαν την μεταναστευτική τους πορεία ανατολικότερα, μέχρι τα όρια της Ασσυριακής επικράτειας, όπου τελικά αποκρούσθηκαν (βλ. Καταγ. Αρ. - Κεφ. 6 γ΄ - Από την εμφάνιση των Φρυγών στην Μ. Ασία μέχρι την πτώση του Φρυγικού Βασιλείου 1200-700 π.Χ.).
Υποστηρίζεται πάντως, ότι την περίοδο των «Σκοτεινών Αιώνων», οι Φρύγες θα δημιουργήσουν ένα εκτεταμένο κράτος στην Μ. Ασία με την μορφή ομοσπονδίας διαφόρων λαών, που έφθανε μέχρι τα σύνορα της Αρχαίας Ασσυριακής αυτοκρατορίας. Στην ομοσπονδία αυτήν οι Φρύγες φαίνεται ότι εκπροσωπούσαν το δυτικό στοιχείο με την πρωτεύουσά τους στο Γόρδιον. Το ανατολικό «φρυγικό» στοιχείο εκπροσωπούσαν οι Μούσκι, με πρωτεύουσα την Μάζακα (η μετέπειτα Καισάρεια Μάζακα και σημερινό Kayseri της Καππαδοκίας) και το Νέο-χιττιτικό κρατίδιο του Ταμπάλ (Tabal), ανατολικότερα. Οι κάτοικοι αυτού του κρατιδίου αντιπροσώπευαν τα παλαιότερα Λουβικά στοιχεία της περιοχής βορείως της οροσειράς του Ταύρου, που επέζησαν μετά την κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Χετταίων (C.A.H. Vol. II part 2, σελ. 421-422).
Τους επόμενους αιώνες πληθαίνουν οι αναφορές στους Μούσκι και στον ηγεμόνα τους Μίτα), όχι μόνον από τις καταγραφές των Ασσυρίων, αλλά και από επιγραφές του πρώτου μισού του 8ου αιώνα π.Χ. στην λουβική ιερογλυφική γραφή (βλ. Λούβιοι), που χρησιμοποιούσαν τα Νεο-χιττιτικά κρατίδια με τα οποία είχαν σχέσεις οι Μούσκι (οι οποίοι αναφέρονται ως Mushka).
Οι Μούσκι είχαν επίσης σχέσεις και με το περίφημο Βασίλειο της Ουραρτού, όπως συμπεραίνουμε από άλλες πηγές, δεδομένου ότι η μόνη αναφορά στους Μούσκι προέρχεται από μία επιγραφή του 7ου αιώνα π.Χ. του βασιλιά της Ουραρτού, Ρούσα ΙΙ (685-645 π.Χ.).
Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι οι ονομασίες Φρύγες και Φρυγία είναι εντελώς άγνωστες στις καταγραφές των ανατολικών γειτόνων των «Μούσκι», γεγονός που παλαιότερα είχε προκαλέσει σύγχυση στους ερευνητές, δημιουργώντας την εντύπωση ότι πρόκειται για δυο διαφορετικούς λαούς.
Το φρυγικό Βασίλειο

Στην Δύση, οι Φρύγες μετά το 900 π.Χ. αρχίζουν να βάζουν τα θεμέλια ενός κεντρικά οργανωμένου, ακμαίου και πλούσιου Βασιλείου, που θα φθάσει στο αποκορύφωμα της δυνάμεώς του μεταξύ του 9ου και 8ου αιώνα π.Χ.
Αυτοί είναι οι Φρύγες που θα γνωρίσουν οι Έλληνες των αποικιών της Μ. Ασίας και στους οποίους αναφέρεται ο Ηρόδοτος με την τραγική ιστορία του Άδραστου «…γιου του Γορδία, γιου του Μίδα…» (Α΄ 35-45).
Οι βασιλείς των Φρυγών φέρουν όλοι εναλλάξ τα (πιθανώς τελετουργικά) ονόματα ΓόρδιοςΓορδίας στον Ηρόδοτο) και Μίδας, τα οποία δεν αποκλείεται να ήσαν δυναστικοί τίτλοι (βλ. Greek Myths, 83f).
Οι πληροφορίες πάντως των αρχαίων κειμένων για την μετανάστευση των φρυγικών και θρακικών φύλων στην ΒΔ Μ. Ασία, πριν από τον Τρωϊκό πόλεμο, ελέγχονται ως ανακριβείς. Έτσι, οι αναφορές του Ομήρου για τους Φρύγες που κατοικούσαν στον ποταμό Σαγγάριο (Ιλιάς, Π 717-719) και ήσαν σύμμαχοι των Τρώων (Β 862-863), θεωρούνται πλέον αναχρονισμοί και προϊόντα σύγχυσης και λανθασμένων πληροφοριών.
Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του θρακικού φύλου των Μοισών/Μυσών, οι οποίοι στον μεν Κατάλογο των συμμάχων του Πριάμου (Ιλιάς Β 858) φαίνεται ότι ζουν στην Μ. Ασία, παρακάτω (Ν 5) αναφέρεται ότι κατοικούν στην Θράκη.
Ο Ηρόδοτος αναφέρεται (Ζ΄ 73 και Η΄ 138) και στις παλαιότερες εγκαταστάσεις των Φρυγών στην Μακεδονία, στους περίφημους κήπους του βασιλιά τους Μίδα στο όρος Βέρμιον και διευκρινίζει ότι τότε ονομάζονταν Βρίγες (ή Βρύγες) και στην συνέχεια μετανάστευσαν στην Μ. Ασία. Μνημονεύει επίσης (Α΄ 14) τον βασιλικό θρόνο που καθόταν ο Μίδας όταν δίκαζε και τον οποίον αφιέρωσε στους Δελφούς.
Ο Αρριανός, αναφέρεται επίσης (Αλεξάνδρου Ανάβασις, Β΄ ΙΙΙ) στην επίσκεψη που πραγματοποίησε ο Μ. Αλέξανδρος στην ακρόπολη του Γορδίου, όπου υπήρχε η άμαξα με τον περίφημο «Γόρδιο δεσμό» και που ο Αλέξανδρος Γ΄ έκοψε συμβολικά με το σπαθί του, για να εκπληρώσει τον χρησμό που έλεγε ότι αυτός που θα λύσει τον δεσμό θα γίνει κύριος της Ασίας.
Είναι γεγονός ότι ο Μίδας είχε εξάψει την φαντασία των Ελλήνων της εποχής του με τα θρυλούμενα ανεξάντλητα πλούτη του (που είχε αποκτήσει από την εκμετάλλευση των χρυσοφόρων κοιτασμάτων του ποταμού Πακτωλού, παραπόταμου του Έρμου), με αποτέλεσμα η ύπαρξή του να περάσει στην σφαίρα του μύθου και να δημιουργηθεί σωρεία παραδόσεων γύρω από το όνομά του, ώστε να συγχωνευθεί τελικώς η ανάμνηση του υπαρκτού προσώπου με μυθικές θεότητες και δαίμονες των δασών.
Είναι πάντως επιβεβαιωμένη ιστορικώς η ύπαρξη του τελευταίου Μίδα και η βασιλεία του τοποθετείται μεταξύ των ετών 738-695 π.Χ. Η παράδοση αναφέρει ότι η σύζυγός του ήταν η Ελληνίδα Δημοδίκη ή Ερμοδίκη, κόρη του ηγεμόνα της αιολικής Κύμης, Αγαμέμνονα.
Ο Μίδας, δεν είναι άλλος (όπως αποδείχθηκε), από τον Μίτα των Μούσκι των ασσυριακών αναφορών και έτσι μας είναι γνωστές οι δραστηριότητές του στις ανατολικές περιοχές της Μ. Ασίας. Μεταξύ των ετών 717-709 π.Χ. ο Μίδας σε συνεργασία με τους ηγεμόνες διαφόρων Νέο-χιττιτικών κρατιδίων της περιοχής θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην Ασσυρία.
Υποστηρίζεται ότι τα φρυγικά φύλα, οι Μούσκι, που είχαν εγκατασταθεί στην ανατολική Μ. Ασία στις περιοχές του άνω ρου του Ευφράτη από τα μέσα περίπου του 12ου αιώνα π.Χ., δεν είχαν σχέσεις με τους Δυτικούς Φρύγες μέχρι τον 9ο αιώνα π.Χ. Οι Μούσκι είχαν εγκατασταθεί και στο κεντρικό οροπέδιο της Μ. Ασίας, στην εσωτερική καμπή του ποταμού Άλυ, τον παλιό πυρήνα της αυτοκρατορίας των Χετταίων, όπου ήταν και η πρωτεύουσα, η περίφημη Χαττούσα. Ο Μίδας θα επεκτείνει το Βασίλειό του αρχικά στην περιοχή αυτήν και οι κάτοικοί του θα γίνουν υπήκοοι και σύμμαχοί του στην μετέπειτα επέκταση προς Ανατολάς, μέχρι την ασσυριακή επικράτεια.
Όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα στοιχεία, ο Μίδας θα αναγκασθεί να στείλει μια διπλωματική αποστολή στον Ασσύριο αυτοκράτορα Σαργών ΙΙ το 709 π.Χ. ζητώντας ειρήνη. Η λαίλαπα των Κιμμερίων, έχει επιπέσει στην Μ. Ασία και οι πληροφορίες για τις καταστροφές που προκαλούν στην Καππαδοκία και στις ανατολικές περιοχές της χώρας, ασφαλώς έχουν φθάσει στην αυλή του Μίδα, ο οποίος σπεύδει να οργανώσει την άμυνα του Βασιλείου του.
Oι Κιμμέριοι, το 696/695 π.Χ. θα εισβάλουν στην Φρυγία, λεηλατώντας και καταστρέφοντας την χώρα. Μέχρι το 670 π.Χ. οι Κιμμέριοι θα καταλύσουν το βασίλειο της Φρυγίας, έχοντας καταλάβει ήδη την πρωτεύουσα Γόρδιον, που κατέστρεψαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε η θέση θα παραμείνει ακατοίκητη για περισσότερο από έναν αιώνα. Σύμφωνα με την παράδοση, ο βασιλεύς των Φρυγών Μίδας από την απελπισία του θα αυτοκτονήσει πίνοντας αίμα ταύρου (Στράβων, Α΄ ΙΙΙ.21). Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τις ακριβείς συνθήκες και τον τρόπο που πέθανε ο Μίδας. Η διήγηση του Στράβωνος, σύμφωνα με τις νεώτερες απόψεις, θεωρείται μεταγενέστερη δραματοποίηση των γεγονότων από τους Έλληνες (C.A.H. Vol. III part 2, σελ. 634).
Ο λεγόμενος «Τάφος του Μίδα»

Η κατάλυση όμως του Φρυγικού Βασιλείου θα δώσει την δυνατότητα στους Λυδούς να αναδειχθούν στην νέα δύναμη της περιοχής και να ιδρύσουν το δικό τους Βασίλειο. Φαίνεται ότι την Φρυγία θα εξακολουθήσουν να κυβερνούν τοπικοί ηγεμόνες (C.A.H. Vol. II part 2, σελ. 646), τα ονόματα των οποίων αγνοούμε, ίσως φόρου υποτελείς στο Λυδικό Βασίλειο.
Το 546 π.Χ. οι Πέρσες θα κατακτήσουν την Λυδία, η οποία μαζί με την Φρυγία και την υπόλοιπη Μ. Ασία, θα περάσουν στην περσική κυριαρχία. Οι Πέρσες θα διαιρέσουν την Φρυγία σε Μεγάλη Φρυγία που περιελάμβανε τις περιοχές του εσωτερικού και σε Μικρά Φρυγία ή Ελλησποντική, που περιελάμβανε την περιοχή της Τρωάδος μέχρι τα παράλια του Ελλησπόντου.
Το 333 π.Χ. ο Μ. Αλέξανδρος θα ενοποιήσει την Φρυγία και θα την μετατρέψει σε σατραπεία με επικεφαλής τον Αντίγονο. Μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου, οι Βιθυνοί θα αποσπάσουν ένα τμήμα της βόρειας Φρυγίας, ενώ το 275 π.Χ. τα κελτικά φύλα (Γαλάτες) που εισέβαλαν στην Μ. Ασία θα εγκατασταθούν σε ένα τμήμα της ανατολικής Φρυγίας που θα αποσπασθεί και στην συνέχεια θα γίνει ξεχωριστή επαρχία με το όνομα Γαλατία. Το 190 π.Χ. η Φρυγία έγινε τμήμα του Βασιλείου της Περγάμου, ο ηγεμών της οποίας Ευμένης Β΄ θα ανακαταλάβει το 188 π.Χ. το τμήμα που είχαν αποσπάσει οι Βιθυνοί και το οποίο από τότε θα ονομασθεί Επίκτητος Φρυγία.
Το 133 π.Χ. ολόκληρη η Φρυγία περιήλθε στους Ρωμαίους με την διαθήκη του τελευταίου ηγεμόνα της Περγάμου, Αττάλου Γ΄ και ενσωματώθηκε στην ρωμαϊκή επαρχία της Ασίας.
Στην διάρκεια της ρωμαιοκρατίας ο εξελληνισμός και η αφομοίωση των Φρυγών θα ολοκληρωθεί και θα παύσουν να εμφανίζονται ως ξεχωριστό φύλο.
Οι ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν (1950-1973) στην πρωτεύουσα της Φρυγίας Γόρδιον, στην Πόλη του Μίδα (Midas City, πιθανότατα το αρχαίο Μιδάειον) και σε άλλους φρυγικούς οικισμούς, μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε μια αρκετά καλή εικόνα για τον υλικό πολιτισμό των Φρυγών.
Η φρυγική κεραμική είναι χαρακτηριστική στα μονόχρωμα γκρίζα και μελανά αγγεία κατασκευασμένα με χρήση τροχού, που βρέθηκαν σε στρώματα της Εποχής του Σιδήρου, συνήθως πάνω από στρώματα της Χιττιτικής περιόδου. Η οχυρωματική τεχνική καθώς και η οικοδομική δεξιοτεχνία των Φρυγών θα φθάσει σε υψηλά επίπεδα τελειότητος. Το ίδιο ισχύει και για τις καλλιτεχνικές τους επιδόσεις στην μεταλλουργία, στην ξυλογλυπτική, καθώς και στην επεξεργασία του ελεφαντόδοντος.
Τέλος, η εξαιρετική ποιότητα των φρυγικών (κυρίως μάλλινων) υφασμάτων, όπως μας πληροφορούν οι αρχαίοι συγγραφείς, μαρτυρεί την σημαντική ανάπτυξη της υφαντουργίας αλλά και ότι το ποιοτικό επίπεδο της παραγωγής ήταν εκπληκτικά υψηλό. Εξ άλλου, οι λέβητες που απεκάλυψαν οι ανασκαφές σε φρυγικούς τάφους (όπως στον μεγάλο μνημειώδη τάφο στο Γόρδιο που είναι σχεδόν βέβαιο ότι πρόκειται για τον τάφο του Μίδα), με τις επικολλημένες χαρακτηριστικές διακοσμητικές κεφαλές ταύρων, φανερώνουν μεν την επίδραση των περίφημων μεταλλοτεχνιτών της Ουραρτού, αλλά υπάρχουν αρκετές διαφορές που υποδεικνύουν την ύπαρξη μιας ιδιαίτερα επιδέξιας τοπικής Σχολής στην επεξεργασία του ορείχαλκου. Άλλα μεταλλικά τεχνουργήματα αντανακλούν Ασσυριακές επιδράσεις, όμως μεταξύ ενός μεγάλου αριθμού ορειχάλκινων αντικειμένων που ήλθαν στο φως, ξεχωρίζουν για την τέχνη τους οι χαρακτηριστικές πόρπες που θεωρούνταν παραδοσιακά ως φρυγική επινόηση.
Η φρυγική γλώσσα μας είναι μερικώς γνωστή από ενδείξεις που υπάρχουν στον Ηρόδοτο και άλλους συγγραφείς, αλλά και από λέξεις που καταγράφηκαν στο πολυτιμότατο λεξικό του Αλεξανδρινού γραμματικού του 5ου μ.Χ. αιώνα, Ησύχιου. Η κύρια όμως πηγή των γνώσεών μας είναι ασφαλώς οι επιγραφές με φρυγικά κείμενα που έχουμε στην διάθεσή μας και οι οποίες εμπλουτίζονται κατά καιρούς με νέα ευρήματα.
Τα φρυγικά κείμενα διαιρούνται σε δυο μεγάλες κατηγορίες, που χωρίζονται μεταξύ τους από ένα τεράστιο χρονικό διάστημα, μισής περίπου χιλιετίας.
Τα παλαιότερα ή Παλαιο-Φρυγικά κείμενα, προέρχονται από μια ευρύτατη γεωγραφική περιοχή: Από την κυρίως Φρυγία και ιδιαίτερα από την πόλη του Μίδα (Midas City), από την Βιθυνία, από την ανατολική Φρυγία την Άγκυρα και το Γόρδιον, από την Γαλατία και την Πτερία (η παλιά πρωτεύουσα των Χετταίων, Χαττούσα), μέχρι την Καππαδοκία και τα Τύανα.
Χρονολογικά, τα κείμενα ανήκουν στο πρώτο μισό του 8ου αιώνα π.Χ. (750-720) τα παλαιότερα και φθάνουν μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ. Είναι γραμμένα στην Παλαιο-Φρυγική γραφή που αποτελείται από 17 γράμματα του Ελληνικού αλφαβήτου, με δύο ακόμη γράμματα που τα συναντάμε στις δυτικές περιοχές, καθώς και δύο ακόμη σύμβολα άγνωστης προέλευσης. Χάρη στις εργασίες του Γάλλου γλωσσολόγου Michel Lejeune, αποδείχθηκε ότι το Φρυγικό αλφάβητο προήλθε από το Ελληνικό.
Μετά από ένα χάσμα πέντε περίπου αιώνων, επανεμφανίζονται φρυγικές επιγραφές στην περίοδο της ρωμαιοκρατίας, στον 2ο και 3ο αιώνα μ.Χ. γραμμένες στο Ελληνικό αλφάβητο εκείνης της εποχής. Η σύγχρονη γλωσσολογική έρευνα, έχει αποδείξει ότι η Φρυγική γλώσσα είναι χωρίς αμφιβολία μέλος της Αριοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών.
Δυστυχώς, το περιορισμένο λεξιλόγιο που διαθέτουμε, η απουσία ή έστω η σπανιότητα εκτεταμένων κειμένων που θα μας αποκάλυπταν περισσότερα για την γραμματική και το συντακτικό, καθιστούν την Φρυγική μια ελάχιστα γνωστή γλώσσα. Από εδώ ξεκινούν και τα προβλήματα κατάταξής της μέσα στην οικογένεια των Αριοευρωπαϊκών γλωσσών. Παλαιότερα, πολλοί αναφέρονταν στην «Θρακοφρυγική» ομάδα ή κλάδο της Αριοευρωπαϊκής οικογένειας. Σήμερα αποδείχθηκε ότι η Θρακική και η Φρυγική ανήκουν σε δυο τελείως διαφορετικές ομάδες.
Υπενθυμίζουμε ότι η Αριοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών διακρίνεται σε δύο βασικές κατηγορίες, ανάλογα με την λέξη για τον αριθμό εκατό: Στις γλώσσες centum της Δυτικής ομάδας και τις γλώσσες satem της Ανατολικής ομάδας.
Η Φρυγική αποδείχθηκε ότι ανήκει όπως και η Ελληνική, στην Δυτική ομάδα centum, μαζί με τις Ιταλικές (αρχαίες: Λατινο-Φαλισκική, Οσκο-Ουμβρική, Πικεντική και σύγχρονες Ρωμανικές-Λατινογενείς: Ιταλική, Ισπανική, Γαλλική κ.λ.π.) και Τευτονικές (Γερμανική, Ολλανδική, Σκανδιναβικές) γλώσσες.
Αντίθετα, η Θρακική ανήκει στην Ανατολική ομάδα, στην λεγόμενη ομάδα satem, όπου κατατάσσονται επίσης οι Σλαβικές, οι Ιρανικές (Περσική, Κουρδική, Αφγανική) και οι Ινδικές γλώσσες (την προγονική Σανσκριτική και τις σύγχρονες Hindi, Bengali, Punjabi, Urdu κ.λ.π.).
Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του καθηγητή της Ελληνικής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων O. Masson, ο οποίος επισημαίνοντας τα πολλά κοινά γλωσσικά στοιχεία στην σύνταξη και στο λεξιλόγιο μεταξύ Φρυγικής και Ελληνικής γλώσσας, καταλήγει στο θεμελιώδες ερώτημα: «…Οι εκπληκτικές ομοιότητες αυτές, που μέχρι ένα σημείο δικαιολογούνται διότι ανάγονται στους στενούς προϊστορικούς δεσμούς μεταξύ των δύο γλωσσών, οφείλονται απλώς στο γεγονός ότι οι δύο λαοί συνοικούσαν επί αιώνες στον ίδιο γεωγραφικό χώρο ή στο γεγονός ότι Φρυγική και Ελληνική ανήκουν στον ίδιο κλάδο της Αριοευρωπαϊκής;». Κατά τον ίδιο επιστήμονα, με τον μελλοντικό εμπλουτισμό των γνώσεών μας για την Φρυγική, πιθανόν να καταλήξουμε κάποια μέρα να αναφερόμαστε στον «Ελληνο–Φρυγικό» κλάδο της Αριοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών (βλ. C.Α.Η. Vol. III part 2, σελ. 669).
Δ.Ε.Ε.

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

Η Διεθνής ειδησεογραφία στα …αρχαία ελληνικά! (1)

(δεξί κλικ επάνω στην εικόνα για να μεγαλώσει)


Ναι, είναι γεγονός. Ο Καταλανός καθηγητής κλασσικής φιλολογίας Joan (= Ιωάννης, στα ισπανικά Juan = Χουάν) Coderch-i-Sancho δημιούργησε την ιστοσελίδα “Akropolis World News” (http://www.akwn.net/) στην οποία ειδήσεις από την Διεθνή επικαιρότητα παρουσιάζονται στα αρχαία ελληνικά! Στην πρώτη περίοδο λειτουργίας της ιστοσελίδας (2003-2007) υπήρχε ανανέωση και ενημέρωση κάθε 2-3 μέρες. Από το 2007 μέχρι σήμερα, λόγω πολλών υποχρεώσεών του, η ενημέρωση της ιστοσελίδας γίνεται σε αραιότερα διαστήματα.
Ο Joan Coderch-i-Sancho αποφοίτησε το 1985 από την Σχολή Κλασσικής Φιλολογίας (5ετούς φοίτησης) του Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης.
Το 1986 πήρε Μάστερ στα αρχαία ελληνικά (Ομηρικές Σπουδές) από το Πανεπιστήμιο του Σέφφηλντ (Sheffield) στην Βρετανία.
Το 1991 πήρε το διδακτορικό του από το Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης με την εργασία του «Παράδοση και προσωπική συνεισφορά (συμβολή) στον Απολλώνιο τον Ρόδιο».
Σήμερα είναι εγκατεστημένος στην Σκωτία, όπου διδάσκει στο γνωστό Κολλέγιο «Άγ. Ανδρέας» (St. Andrews, Scotland).
Στις ειδήσεις που έχω αναρτήσει, η πρώτη αναφέρεται στις συζητήσεις που γίνονται στο Βατικανό για πώληση ναών που παραμένουν σε αχρησία ώστε να εξοικονομηθούν χρήματα για την συντήρηση των λειτουργούντων ναών, στην δεύτερη η απόφαση της αυστραλιανής κυβέρνησης να θανατώσει 6.000 καμήλες που είχαν εισαχθεί παλαιότερα στην ήπειρο και σήμερα δημιουργούν προβλήματα λόγω της ανομβρίας και η τρίτη είδηση αναφέρεται στην τρομοκρατική επίθεση σε τραίνο στην Ρωσσία.
Μια επίσκεψη στην εν λόγω ιστοσελίδα είμαι βέβαιος ότι θα σας εντυπωσιάσει.


Δ.Ε.Ε.

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Ιστορικός αναθεωρητισμός (5)


Συνεχίζοντας τις αναρτήσεις για το θέμα του Ιστορικού Αναθεωρητισμού, παρουσιάζω ένα σχετικά πρόσφατο άρθρο του κ. Γ. Βοσκόπουλου, επίκουρου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, δημοσιευμένο στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ στις 22 Φεβρουαρίου 2009 . Πρόκειται για ένα σύνηθες ακαδημαϊκό κείμενο με γενικόλογη επιχειρηματολογία, αναμάσημα γνωστών «πολιτικά ορθών» τοποθετήσεων και την αποδεδειγμένα αναποτελεσματική επωδό περί της «κακής» πολιτικής των Σκοπίων που: «…δεν μπορεί να την καταστήσει μέλος της ευρωπαϊκής κοινότητας ασφαλείας, συμμέτοχο στους κοινούς ευρωπαϊκούς θεσμούς και κοινωνό των κοινών αξιών». Το θεωρώ ως χαρακτηριστικό δείγμα μιας γενικότερης φιλοσοφίας που μας έχει οδηγήσει σε έναν ενδοτικό «καθωσπρεπεισμό»με αποτέλεσμα την αποθράσυνση της ηγετικής ομάδας του σκοπιανού προτεκτοράτου, αλλά και των πατρώνων του.
Εκτός από τα παραπάνω, θα πρέπει να επισημανθούν και δύο στοιχεία ακόμα: Το πρώτο είναι η επίκληση θέσεων και ορισμών του γνωστού φιλοσκοπιανού Hugh Poulton, συγγραφέα του αμφιλεγόμενου βιβλίου “Who are the Macedonians?” (Ποιοι είναι οι Μακεδόνες;), που συντάχθηκε με την βοήθεια της διαβόητης εθνομηδενίστριας Αναστασίας Καρακασίδου. Το δεύτερο είναι η χρήση των όρων «Μακεδονικό» και «Σλαβομακεδόνες», οι οποίοι εκτός από λανθασμένοι είναι και σημειολογικά απαράδεκτοι. Τα συντακτικά λάθη του κειμένου («…η βάση των οποίων θεμελιώνεται επί ενός κοινού νοηματικού και στρατηγικού άξονα, τον αναθεωρητισμό..») αποφεύγω να τα σχολιάσω διότι θα αναγκαστώ να χρησιμοποιήσω εκφράσεις όχι κόσμιες…
Δ.Ε.Ε.

Μακεδονικό, ακρότητες και παραλογισμοί.
Του Γιώργου Βοσκόπουλου*
Η ανάδειξη του Μακεδονικού σε παράγοντα αποσταθεροποίησης της νοτιοανατολικής Ευρώπης έφερε εκ νέου στην επιφάνεια τις εγγενείς αδυναμίες του βαλκανικού υποσυστήματος ασφαλείας: ρεβιζιονισμό, μεγάλη ιδέα και εμμονή σε λογικές που παραπέμπουν σε ένα μακρινό, τουλάχιστον για την Ελλάδα, παρελθόν.
Με την εμφάνιση νεόφυτων κρατών στη περιοχή προέκυψε η ανάγκη αυτοπροσδιορισμού των σλαβομακεδόνων γειτόνων μας. Η διαδικασία απογαλακτισμού τους από το Βελιγράδι και ο υφέρπων επί δεκαετίες ρεβιζιονισμός των Σκοπίων ενίσχυσε μία διαδικασία εθνογένεσης που επιβάρυνε σημαντικά την ατζέντα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Είναι σαφές σήμερα ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει δύο προκλήσεις, η βάση των οποίων θεμελιώνεται επί ενός κοινού νοηματικού και στρατηγικού άξονα, τον αναθεωρητισμό. Η Τουρκία αποτελεί μία υπαρκτή στρατιωτική απειλή, ενώ η ΠΓΔΜ μία μη στρατιωτική απειλή. Στην πρώτη περίπτωση η απειλή χρήσης στρατιωτικής βίας αποτελεί την αιχμή του δόρατος της τουρκικής πολιτικής. Στη δεύτερη, η ιστορία και το κανονιστικό, δικαιικού χαρακτήρα πλαίσιο δράσης που παρέχει η Ε.Ε. εκτιμήθηκε ως ένας διευκολυντικός παράγοντας για την προώθηση αιτημάτων που παραπέμπουν σε αμφισβήτηση του εδαφικού καθεστώτος. Εντέλει αυτός ο αναθεωρητισμός οικοδομεί γέφυρες συνεργασίας μεταξύ Σκοπίων και Άγκυρας.

ΚΡΑΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Ο μαξιμαλισμός της πολιτικής των γειτόνων μας προκύπτει από το γεγονός ότι ο Μακεδονισμός αποτελεί κρατική ιδεολογία με στόχο το εδαφικό καθεστώς και παράπλευρη απώλεια τη σταθερότητα, την ασφάλεια και τη διαβαλκανική συνεργασία. Δύο είναι τα θεμελιώδη συστατικά αυτής της στρατηγικής: Πρώτον η ενίσχυση της “καθαρότητας” ως ποιοτικού και διακριτού γνωρίσματος του εθνοτικού προσδιορισμού των γειτόνων μας και δεύτερον η συστηματική παραποίηση της ιστορίας σε βάρος της Ελλάδας και της Βουλγαρίας. Στη πρώτη περίπτωση η διαδικασία αποσλαβοποίησης αποτέλεσε σημαντική πτυχή του μακεδονισμού, πολιτικού εφευρήματος του Τίτο, με στόχο την εκτιμώμενη από τον ίδιο ανάσχεση της βουλγαροφιλίας. Με επιστολές διαμαρτυρίας στον “Economist” οι γείτονες μας αξιολόγησαν τον προσδιορισμό “Σλάβος” στον όρο Σλαβομακεδόνας ως “ύβρη, μειωτικό χαρακτηρισμό και έκφραση ρατσισμού”. Η παραπάνω αντίληψη αποτελεί πρόκληση και ισοπεδωτικό αφορισμό. Ουδείς, ίσως πλην του Σ. Χάντιγκτον, μπορεί να ισχυρισθεί ότι αποτελεί ύβρη ο χαρακτηρισμός “Σλάβος”. Μία τέτοια ρατσιστική αντίληψη δεν είναι αποδεκτή από κανένα σλαβικό έθνος της νοτιοανατολικής Ευρώπης και πρέπει να απορρίπτεται από κάθε Έλληνα.
Το δεύτερο συστατικό της στρατηγικής των Σλαβομακεδόνων θεμελιώνεται σε καινοφανείς επιστημολογικές προσεγγίσεις και μία διαδικασία εθνογένεσης σε συνδυασμό με την ανάγκη τεκμηρίωσης της παρουσίας τους στην περιοχή. Όπως υπογραμμίζεται, “στο πέρασμα της ιστορίας οι σύγχρονοι εθνικιστές προπαγανδίζουν ξαναγράφοντας την ιστορία, διαμορφώνοντάς τη σύμφωνα με καθορισμένους στόχους. Στη σύγχρονη εποχή και υπό ορισμένες προϋποθέσεις και συνθήκες μπορούν να δημιουργηθούν έθνη μέσα από μία διαδικασία εθνογένεσης”.
Αυτή καθίσταται προβληματική όταν λαμβάνει χώρα σε βάρος μίας άλλης εθνικής ταυτότητας, καθώς η γέννηση ενός έθνους μπορεί να συνιστά απειλή για ένα άλλο έθνος αφού οι εθνοκρατικές προσεγγίσεις ταυτίζουν, όχι άδικα, τα έθνη με εδαφικές βάσεις. Η δημιουργία ενός έθνους μπορεί να λάβει χώρα σε βάρος της ιστορικής αλήθειας και των ιστορικών γεγονότων τα οποία καθίστανται στόχος των εθνικιστών. Η αναθεωρητική πολιτική των Σλαβομακεδόνων αποτελεί “νεωτερική” έκφραση ενός επιθετικού εθνικισμού, οριζόμενου ως “ένα μαχητικό ιδεολογικό κίνημα”, το οποίο σύμφωνα με τον Hugh Poulton “στοχεύει να ενώσει τα μέλη μίας ομάδας ανθρώπων που μοιράζονται μία κοινή κουλτούρα”. Αυτό υπαγορεύει τη σύζευξη με υπαρκτές ή ανύπαρκτες μειονότητες σε όμορες χώρες προκειμένου να κατατεθούν αιτήματα για μεταβολή του εδαφικού καθεστώτος. Υπό αυτό το πρίσμα η ιστορία αποτελεί το μέσο, την πρωτογενή ύλη του αναθεωρητισμού, και όχι έναν στόχο από μόνη της.

ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ο εθνικισμός οδήγησε τους γείτονες μας στην παραχάραξη της ιστορίας, προκειμένου να ενισχυθεί ένας υποδόριος αναθεωρητισμός. Ενισχυτική αυτής της άποψης είναι η αξιολόγηση του Hugh Poulton ότι “η ιστορία συχνά αποκτά τεράστια σημασία για τους εθνικιστές, οι οποίοι τη χρησιμοποιούν για να αποδείξουν την πρότερη κατοχή εδαφών από μία χώρα με την οποία το νεόφυτο έθνος ισχυρίζεται ότι έχει συγγένεια”.
Η παραπάνω διατύπωση παρέχει την αιτιολογική σχέση ανάμεσα στην προπαγάνδα, την ιστορία και τον αναθεωρητισμό, καθώς οι εθνικιστές Σλαβομακεδόνες προσπάθησαν να διαμορφώσουν ένα ιστορικό πλαίσιο στήριξης, “τεκμηρίωσης” των πολιτικών και εθνικών τους βλέψεων.

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ
Ο ιστορικός παραλογισμός των Σλαβομακεδόνων και η εμμονή τους σε λογικές που παραπέμπουν σε ένα συγκρουσιακό παρελθόν συνιστούν μία κανονικότητα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Το 1970 η ηγεσία της διασποράς μιλούσε δημόσια για την ατομική και συλλογική ευθύνη υλοποίησης του στόχου “απελευθέρωσης και ενοποίησης ολόκληρης της Μακεδονίας”, ενώ οι ίδιοι στόχοι τέθηκαν και το 2000. Όπως υπογραμμίστηκε, “καθώς φτάνουμε στο τέλος της χιλιετίας το μακεδονικό έθνος βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με την περασμένη χιλιετία… Είναι ευθύνη μας να αποτελέσουμε τη συνείδηση και ραχοκοκαλιά των απανταχού Μακεδόνων, ειδικά αυτών στην ελεύθερη Δημοκρατία της Μακεδονίας και όσων διαβιούν στις υπό κατοχή περιοχές από την Αλβανία, τη Βουλγαρία, την Ελλάδα και τη Σερβία”.

ΖΗΤΗΜΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
Το Μακεδονικό δεν αποτελεί ζήτημα καθαρότητας των εθνών και ιστορικής τεκμηρίωσης αλλά πρωτίστως ζήτημα ασφαλείας. Δεν συνιστά νομικής υφής διαφορά αλλά μία τυπική αντιπαράθεση ανάμεσα σε μία χώρα, που παρά τις όποιες λανθασμένες επιλογές του παρελθόντος, στηρίζει το εδαφικό καθεστώς και μία αναθεωρητική χώρα που χρησιμοποιεί την ιστορία ελλείψει εναλλακτικών πηγών ισχύος. Η ηγεσία της ΠΓΔΜ αδυνατεί να αδράξει την ευκαιρία και να εκμεταλλευτεί τη γενναιόδωρη προσφορά της ελληνικής πλευράς. Βρίσκεται εγκλωβισμένη στο παρελθόν αδυνατώντας να κατανοήσει τις προκλήσεις του μέλλοντος. Η πολιτική αυτή δεν μπορεί να την καταστήσει μέλος της ευρωπαϊκής κοινότητας ασφαλείας, συμμέτοχο στους κοινούς ευρωπαϊκούς θεσμούς και κοινωνό των κοινών αξιών, που οδήγησαν στη δημιουργία μίας προεκταμένης ζώνης ειρήνης στην Ευρώπη.

* Ο Γιώργος Βοσκόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

ΓΛΩΣΣΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ... (4)


ΓΛΩΣΣΟΘΕΩΡΗΤΙΚΑ

Πολλοί αναγνώστες αυτής της στήλης αναρωτιούνται πιθανότατα για ποιόν λόγο δίνεται τόση σημασία στα καθημερινά περιστατικά του ευτελισμού και διαστρέβλωσης της γλώσσας μας. Στο κάτω-κάτω ο καθένας έχει το δικαίωμα να μιλάει όπως θέλει και ας κρίνουν οι άλλοι την ποιότητα του λόγου του. Από την στιγμή που μπορεί και επικοινωνεί άνετα με τους άλλους και γίνεται κατανοητός, ας κάνει και κάποια λάθη βρε αδελφέ, δεν χάθηκε ο κόσμος!
Διαφωνώ με αυτήν την επιχειρηματολογία, όχι τόσο επειδή γενικότερα με ενοχλούν τέτοιες «ωχαδερφιστικές» αντιμετωπίσεις, αλλά κυρίως διότι υπάρχει κάτι βαθύτερο, πίσω από αυτά τα φαινόμενα. Κάτι, που έχει να κάνει με μια σχολή σκέψης, η οποία, ξεκινώντας από μια σαθρή επιστημολογική αντίληψη για την γλώσσα, την λεγόμενη «εργαλειακή», υπερτονίζει τον επικοινωνιακό-δηλωτικό της χαρακτήρα (παραγνωρίζοντας ταυτόχρονα τον συστατικό-οργανωτικό) και την θεωρεί ως «…έκφραση ή ένδυμα της σκέψης και όχι ως τρόπο με τον οποίο η γλώσσα υπάρχει και τελείται…». Με άλλα λόγια: «…την αντιμετωπίζουν σαν όργανο του ανθρώπου και όχημα, και μοιραία τη θεωρούν διαμορφώσιμη κατά το δοκούν, περιστέλλοντας έτσι σε όργανο και τον ίδιο τον άνθρωπο. Όσο και αν φαίνεται απίστευτο, όλοι οι γλωσσικοί αγώνες μέχρι σήμερα στον τόπο μας, καθαρευουσιάνων και δημοτικιστών, σε μια τέτοια μηχανιστική βάση ακούμπησαν…», όπως εύστοχα έχει επισημανθεί, ενώ παράλληλα έχει ασκηθεί κριτική εδώ και καιρό (βλ. Γ. Καλιόρη: Παρεμβάσεις ΙΙ – Αθήνα 1986, σελ. 137), σε όσους υποστηρίζουν αυτήν την εργαλειακή αντίληψη για την γλώσσα
Η γλώσσα μας λοιπόν, όπως και κάθε γλώσσα εξ άλλου, δεν είναι ένα απλό μέσο έκφρασης ή ένα απλό εργαλείο επικοινωνίας, ώστε να μας αφήνει αδιάφορους η κακοποίησή της από τα μαζικά μέσα επικοινωνίας, τα οποία την ευτελίζουν, αλλοιώνοντας έτσι το γλωσσικό αισθητήριο, κυρίως των νεαρότερων ηλικιών.
Παρακαλώ θερμά τους αναγνώστες να μελετήσουν προσεκτικά το παρακάτω κείμενο και στην συνέχεια ας προβληματιστούν για το θέμα:
«…(Η γλώσσα) οργανώνει τον κόσμο μέσα στην συνείδηση, υποβάλλοντάς τον σε ταξινόμηση λογική και εσωτερικεύοντας τα στοιχεία του. Δεν είναι απλώς τρόπος με τον οποίο η σκέψη εξωτερικεύεται και αντικειμενοποιείται, αλλά η ίδια της η δυνατότητα να υπάρχει και να τελείται, είναι “η άμεση πραγματικότητά της” κατά την έκφραση του Μαρξ, που την κάνει να μπορεί να σκέφτεται τον εαυτό της, να είναι δηλαδή σκέψη εσκεμμένη και έτσι να οδηγεί στην αυτοσυνείδηση. Καίριος τρόπος εκκοινωνισμού, η γλώσσα εγκαθιστά το άτομο στον κόσμο, θέτοντας τα πρώτα όρια ανάμεσά τους, και το συνιστά ως υποκείμενο, συνεπώς δεν είναι απλό όργανο ή μέσο που μαζί του ο άνθρωπος συνδέεται με σχέση εξωτερική ή αποστάσεως, κατά τον τύπο του έχω, αλλά τον χαρακτηρίζει στην ίδια του την ουσία.
Για έναν λαό η γλώσσα ενσαρκώνει τη βαθύτερη φυσιογνωμία του, αποτελεί σημείο όπου ανακεφαλαιώνονται κάθε φορά και συναιρούνται όλες οι στιγμές της προηγούμενης διαδρομής του, είναι απόσταγμα από μνήμες και καταβολές, που δένονται καίρια με το είναι του και τον βοηθούν να συνειδητοποιεί διάρκεια ιστορική και ιδιοπροσωπία και να καθορίζει το στίγμα του μέσα στον κόσμο.
Και βέβαια, η γλώσσα δεν είναι κάτι το αυτοτέλεστο, συνεπώς η ασθενικότητα ή η ευρωστία της είναι πρωτίστως ζήτημα πνευματικού πολιτισμού και ευρωστίας σημασιών που εδραιώνουν τη ζωή ενός λαού ως αυτοσήμαντη…
…Μ’ αυτόν τον τρόπο, η απαίτηση για διατήρηση και ανέβασμα της εκφραστικής δυνατότητος της γλώσσας, έστω και ανεξάρτητα από μιαν αναμόχλευση σε βάθος, μπορεί, ως συνεχής διάγνωση, αξίωση υπερβάσεως και θεραπεία συμπτωματική, να συγκρατήσει για ορισμένο διάστημα τα πράγματα, και να κρατήσει κατάλληλο και διαθέσιμο τον γλωσσικό ιστό για την ύφανση των μελλοντικών σημασιών που θα συνθέτουν την αιτιολογική αντιμετώπιση
…».
(Γ. Καλιόρη: Παρεμβάσεις ΙΙ – Αθήνα 1986, σελ. 102-103. Οι υπογραμμίσεις δικές μου)
Κλείνοντας, θα ήθελα να υπενθυμίσω τόσο την περίφημη ρήση του φιλόσοφου Ludwig Wittgenstein ("Tractatus Logico-philosophicus"): The limits of my language mean the limits of my world (=Τα όρια της γλώσσας μου αποτελούν τα όρια του κόσμου μου), όσο και τα λόγια του μεγάλου ποιητή μας Οδυσσέα Ελύτη, που γράφει στο «Άξιον Εστί»:
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα πρώτα Δόξα σοι
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου…

ΤΟ …ΤΣΟΥΝΑΜΙ ΤΗΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣΥΝΗΣ

Έγραφα σε προηγούμενο σημείωμα για μια λανθασμένη έκφραση, προϊόν αγραμματοσύνης, η οποία εξαπλώνεται συνεχώς και περισσότερο, χάρη στην αδιαφορία των υπευθύνων στα ΜΜΕ και κυρίως την τηλεόραση:
[…Ακούω ή διαβάζω τελευταίως την έκφραση «ανεξαρτήτου» (!), την οποία χρησιμοποιούν πολιτικοί και δημοσιογράφοι, ολοένα και συχνότερα, αντί του επιρρήματος «ανεξαρτήτως» ή «ανεξάρτητα από». Προφανέστατα, την θεωρούν φιλολαϊκή, προοδευτική και ίσως δείγμα αριστεροσύνης. Υποστηρίζω ότι πρόκειται απλώς για δείγμα αγραμματοσύνης…].
Είχα μάλιστα παραθέσει και σχετικό σκληρό σχόλιο γνωστού βιβλιοκριτικού, ο οποίος «έκραζε» και χαρακτήριζε όσους την χρησιμοποιούν ως άτομα χαμηλής μόρφωσης διότι, όπως σωστά υποστήριζε: «…Δεν υπάρχει ανεξάρτητη ηλικία, υπάρχουν καταστάσεις ανεξάρτητες από την ηλικία…».
Φαίνεται ότι αυτά είναι «ψιλά γράμματα» για κάποιους, με αποτέλεσμα το «κύμα της αγραμματοσύνης», όπως είχε παλαιότερα χαρακτηριστεί, να μετατρέπεται πλέον σε «τσουνάμι», με όλες τις καταστρεπτικές επιπτώσεις αυτού του φυσικού φαινομένου στο γλωσσικό μας αισθητήριο.
Γιατί επιμένω; Στην διάρκεια της αναμετάδοσης από την δήθεν σοβαρή και υπεύθυνη κρατική τηλεόραση (που την χρυσοπληρώνουμε όλοι μας) της κηδείας του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, οι εκφωνητές και εκφωνήτριες ξεσάλωσαν κυριολεκτικά, αναφερόμενοι συνεχώς στα πλήθη κόσμου «ανεξαρτήτου» ηλικίας, που πήγαν να προσκυνήσουν ή ακολούθησαν την νεκρική πομπή!
Θα μου πείτε με τι ασχολούμαι τώρα! Και όμως… Πιστεύω ότι από αυτά, τα μικρά και ασήμαντα για κάποιους, πρέπει να αρχίσουμε, ώστε να έχουμε την απαίτηση στην συνέχεια να διορθωθούν τα μεγάλα και σοβαρά. Ισχυρίζομαι λοιπόν ότι αυτός ο καταστροφικός κατήφορος της γλώσσας μας πρέπει κάποτε να σταματήσει για πολλούς και διαφόρους λόγους, η ανάλυση των οποίων εκφεύγει από τα πλαίσια αυτών των σημειωμάτων, μια και θα απαιτούσε μακροσκελέστατα κείμενα και σύγκλιση/σύνθεση περισσοτέρων απόψεων. Ένας από αυτούς τους λόγους είχε αναφερθεί στο προηγούμενο ακριβώς σημείωμα:
«…Μ’ αυτόν τον τρόπο, η απαίτηση για διατήρηση και ανέβασμα της εκφραστικής δυνατότητος της γλώσσας, μπορεί, ως συνεχής διάγνωση, αξίωση υπερβάσεως και θεραπεία συμπτωματική, να συγκρατήσει για ορισμένο διάστημα τα πράγματα, και να κρατήσει κατάλληλο και διαθέσιμο τον γλωσσικό ιστό για την ύφανση των μελλοντικών σημασιών που θα συνθέτουν την αιτιολογική αντιμετώπιση…».


ΣΥΜΠΕΡΑΙΝΟΥΜΕ Ή ΑΝΑΡΩΤΙΟΜΑΣΤΕ;

Παρακολουθούσα, πρόσφατα, μια εκπομπή στην κρατική ΕΤ3, όπου μια υποτιθέμενη σοβαρή δημοσιογράφος, η οποία ασχολείται με εξωτερικά θέματα και ειδήσεις, ξεφούρνισε το εξής φοβερό: «Στην Πολιτεία του Οχάϊο πολλές οργανώσεις ανέργων τάχθηκαν ανοικτά υπέρ της υποψηφιότητας της κας Κλίντον. Άραγε (sic) η Χίλαρυ Κλίντον θα έχει την στήριξη των ανέργων, κάτι που ανεβάζει τις πιθανότητές της τα να κερδίσει περισσότερους εκλέκτορες».
Υποστήριζα πάντοτε ότι τουλάχιστον στα κρατικά κανάλια, που τα ακριβοπληρώνει ο ελληνικός λαός, έπρεπε να υπάρχει μεγαλύτερη ευαισθησία στα γλωσσικά, μια και διαμορφώνουν το γλωσσικό αισθητήριο των τηλεθεατών, ιδιαίτερα των νεωτέρων, στους οποίους, το αποτυχημένο εκπαιδευτικό σύστημα, όχι μόνον δεν το καλλιεργεί, αλλά απεναντίας το υποβαθμίζει. Προφανώς, με την συνεχώς ογκούμενη αναξιοκρατία που επικρατεί παντού, είναι φυσικό να γίνονται τηλεπαρουσιαστές και δημοσιογράφοι όχι εκείνοι που μιλούν έστω υποφερτά ελληνικά, αλλά εκείνοι που έχουν «δόντι».
Τα λέγω αυτά διότι θεωρώ ότι είναι αδιανόητο για κάποιον, έστω και με μέτριο μορφωτικό επίπεδο, να μη μπορεί να χρησιμοποιήσει σωστά το ερωτηματικό «άραγε» μπερδεύοντάς το με το συμπερασματικό «άρα».
Επιμένω, γιατί συναντώ ολοένα και περισσότερα άτομα, συνήθως χαμηλής μόρφωσης, τα οποία χρησιμοποιούν παντού και πάντοτε το «άραγε», ακόμα και εκεί που έπρεπε να χρησιμοποιήσουν το «άρα». Πιθανολογώ ότι το «άραγε» τους φαίνεται πιο καθωσπρέπει ή κουλτουριάρικο και το «κοπανάν» σε κάθε ευκαιρία.
Υπενθυμίζω λοιπόν ότι το «άραγε» το χρησιμοποιούμε όταν αναρωτιόμαστε για κάτι και δεν είμαστε σίγουροι ή έχουμε αμφιβολίες:
Άραγε (αναρωτιόμαστε) θα βρέξει σήμερα;
Άραγε θα προλάβουμε το λεωφορείο;
Άραγε θα μπουν οι Οικολόγοι στην Βουλή;
Αντίθετα, όταν είναι κάτι βέβαιο ή σχεδόν σίγουρο, τότε συμπεραίνουμε με το «άρα» και ποτέ με το «άραγε»:
– Αφού «υπέρ της κας Κλίντον τάχθηκαν πολλές οργανώσεις ανέργων» άρα (συμπεραίνουμε) θα έχει την στήριξή τους.
– Οι Τράπεζες αύριο θα είναι κλειστές. Άρα αποκλείεται να πληρωθώ.
– Ο Πέτρος είναι μεγαλύτερος από τον Τάκη τουλάχιστον 5 χρόνια. Άρα δεν υπάρχει περίπτωση να ήσαν συμμαθητές.
Προτείνω να βάλετε στις παραπάνω προτάσεις το «άραγε» και είμαι βέβαιος ότι θα γίνει αμέσως αντιληπτό το πόσο γελοίες ακούγονται…

Δ.Ε.Ε.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Ιστορικός αναθεωρητισμός (4)


Στην προηγούμενη ανάρτηση είχα παρουσιάσει το άρθρο κάποιου δημοσιογράφου στην κάποτε «Δεξιά», «συντηρητική» και «φιλοβασιλική» εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ο οποίος «πυροβολούσε» κατά του Ιστορικού Αναθεωρητισμού, διότι άνοιγε ο δρόμος για την αμφισβήτηση του Ολοκαυτώματος και κυρίως επειδή «…Στον επικίνδυνο χορό του ιστορικού αναθεωρητισμού, μπήκε τελευταία και το Συμβούλιο της Ευρώπης με το μνημόνιο «για την διεθνή καταδίκη των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων» που εγκρίθηκε από την Πολιτική Επιτροπή της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης και θα τεθεί για έγκριση στην Ολομέλειά της, στα τέλη Ιανουαρίου. Το μνημόνιο αναφέρει ότι ήταν λάθος που ποινικοποιήθηκαν, με τη δίκη της Νυρεμβέργης, μόνον οι Ναζί και οι φασίστες και όχι οι κομμουνιστές, αποδοκιμάζει δε το γεγονός ότι συνεχίζουν να δρουν ελεύθερα στην Ευρώπη κομμουνιστικά κόμματα που δεν έχουν αποδοκιμάσει το ένοχο κομμουνιστικό παρελθόν…».
Προφανώς ο εν λόγω κύριος προσπαθούσε να «περάσει» στους αναγνώστες της εφημερίδας την «γραμμή» της ΚΟΕ (Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας), μιας από τις «περίεργες» συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ. Οι θέσεις της ΚΟΕ είχαν παρουσιαστεί σε ένα μακροσκελέστατο άρθρο με την γνωστή μαρξιστική μακαρονοειδή φλυαρία, τον Αύγουστο του 2005 εν όψει της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης.
Όσοι έχουν την υπομονή και αντέξουν να το διαβάσουν όλο, να προσέξουν τα σημεία που έχω με κόκκινο χρώμα. Πιστεύω ότι θα βγάλουν χρήσιμα και ενδιαφέροντα συμπεράσματα.
Δ.Ε.Ε.

Για τον ιστορικό αναθεωρητισμό
και την εμπέδωση του αντικομμουνισμού
Ιστορικός Αναθεωρητισμός: μια «σύγχρονη» προσπάθεια για την εμπέδωση του αντικομουνισμού στην ιστορική μνήμη
Η Νέμεση της ιστορίας
«…Είναι ασφαλώς ορθή η κρίση του Βρετανού ιστορικού Eric Hobsbawm, σύμφωνα με την οποία ο κομμουνισμός είναι το φαινόμενο που σημάδεψε τον 20ό αιώνα. Ασφαλώς, όμως, έχει δίκιο και ο Γάλλος ιστορικός Francois Furet, όταν γράφει ότι ο κομμουνισμός ήταν μια παρένθεση στην εξέλιξη της ανθρωπότητας, μια συλλογική χίμαιρα, "η ψευδαίσθηση της εποχής", για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Μαρξ. Το κομμουνιστικό σύστημα κατέρρευσε στην Ευρώπη. Καταδικάστηκε ιστορικά, με τα κριτήρια που το ίδιο όρισε στον εαυτό του: της πρακτικής του εφαρμογής και της επικράτησής του σε παγκόσμια κλίμακα. Η κατάρρευσή του επιβεβαιώνει με τον πιο πανηγυρικό τρόπο τη διάψευση της θεωρίας που τον στήριζε και αποδεικνύει τον χιμαιρικό του χαρακτήρα. Όμως, ο κομμουνισμός δεν ήταν μόνο ένα λάθος, αλλά κάτι περισσότερο: ήταν ένα έγκλημα και μάλιστα γιγαντιαίων διαστάσεων.
Αυτό συμβαίνει διότι στην καρδιά του κομμουνισμού, ως συστήματος σκέψης και πράξης, βρίσκεται η βία. Όπως γράφει ο Merleau-Ponty, το θέμα της βίας είναι κεντρικό ζήτημα στον κομμουνισμό. Και πέρα από την άσκηση άμεσης φυσικής βίας, κάθε πράξη που γίνεται με πρόθεση να βλάψει τον άλλο περιλαμβάνεται στην έννοια της βίας: το ψέμα, η απάτη, η επιβολή ενός ανελεύθερου καθεστώτος.
Για καιρό, πολλοί διανοούμενοι, ανάμεσα στους οποίους και ο Merleau-Ponty, πίστεψαν ότι, παρά το τρομοκρατικό στοιχείο με το οποίο είναι συνυφασμένος ο κομμουνισμός, παρά τα εγκλήματα που έχει διαπράξει, το κίνημα αυτό ανταποκρίνεται στις "ανθρωπιστικές προθέσεις" που έχει, εφόσον "κύρια αποστολή του μαρξισμού είναι να αναζητήσει εκείνη τη μορφή της βίας που υπερβαίνει τον εαυτό της προς την κατεύθυνση του μέλλοντος της ανθρωπότητας". Δεν είναι δυνατόν να γίνει αυτό αποδεκτό σήμερα: όχι διότι χειροτέρεψε η πρακτική του κομμουνισμού τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά διότι η εμπειρία μας μας αναγκάζει να δεχθούμε το αντίθετο συμπέρασμα από αυτό που υιοθετεί ο Merleau-Ponty, ότι δηλαδή, ο κομμουνισμός ήταν και είναι εγκληματικός, παρά τις διακηρυγμένες ανθρωπιστικές του προθέσεις οι οποίες είναι γενεσιουργές ψευδαισθήσεων σε πολλούς, ενδεχομένως καλοπροαίρετους ανθρώπους

Αυτό είναι το μήνυμα της Μαύρης Βίβλου του Κομμουνισμού».

Πρόκειται για την αρχή του προλόγου της «Μαύρης Βίβλου του Κομμουνισμού», μιας ανθολογίας «των εγκλημάτων του κομμουνισμού» που εκδόθηκε στη Γαλλία το 1997 και μεταφράστηκε στην Ελλάδα το 2001. Αυτή η «συλλογική» ανθολογία υπό το γάλλο Στεφάν Κουρτουά, γνώρισε την παγκόσμια αναγνώριση των ΜΜΕ και των διανοούμενων πρώην Ανατολής και Δύσης. Διαφημιστές αυτής της έκδοσης στη χώρα μας ήταν δημοσιογράφοι καταξιωμένοι στη συνείδηση των αρχουσών τάξεων, όπως οι Γ. Πρετεντέρης και Ρ. Σωμερίτης, που ανέλαβαν εργολαβικά την προώθηση της αντίληψης που περιγράφεται στον πρόλογο. Ακόμα και πρώην αριστεροί τύπου Σ. Κούλογλου την προέβαλαν μετά δόξης και τιμής. Η έκδοση αυτού του βιβλίου αποτέλεσε σταθμό στη «νέα» αντίληψη της ιστορίας που επιχειρείται να επικρατήσει. Παρουσίασε ως νέα στοιχεία αναμασήματα μυστικών υπηρεσιών της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου προσπαθώντας να πείσει το αναγνωστικό κοινό, ούτε λίγο ούτε πολύ ότι το κομμουνιστικό κίνημα «χρωστάει» στην ανθρωπότητα 80 με 100 εκατομμύρια νεκρούς μες στον 20ο αιώνα. (Σημ. ΔΕΕ Δηλαδή τα εκατομμύρια των νεκρών του κομμουνισμού ήσαν απλώς αποκυήματα μυστικών πρακτόρων και Υπηρεσιών του Καπιταλισμού!).
Η έκταση που πήρε η δημοσιότητα αυτής της έκδοσης (μέσα σε 2 χρόνια πούλησε 200000 αντίτυπα μόνο στη Γαλλία) μαρτυράει την ύπαρξη μιας εκστρατείας σε παγκόσμια διάσταση που την αντιθετική ενότητα λογικής και ιστορίας (ό,τι φαίνεται λογικό στην ιστορική εξέλιξη δε σημαίνει ότι επικρατεί με αυτοματισμούς, αλλά ό,τι εμπεδώνεται στην ίδια ιστορική στιγμή εξηγείται με τη μελέτη των νόμων της κοινωνικής εξέλιξης και της ταξικής πάλης) θέλει να την μεταβάλλει, με μια γραμμική λογική, σε κριτική των ιστορικών αποτελεσμάτων. Αυτό φαίνεται αθώο, μια «άλλη» άποψη για την ιστορία. Μόνο που είναι η μεθοδολογία των «νικητών», η μεταφυσική αντίληψη για την ιστορία που προωθεί η αστική τάξη και ανάγει την ιστορική εξέλιξη σε ιστορία των ατόμων και των σχέσεών τους όταν δεν παρεμβαίνει και ο θεϊκός ...δάκτυλος. Οι «νικητές» ξαναγράφουν την ιστορία, (Σημ. ΔΕΕ Όταν την ξανάγραφε ο Στάλιν εξαφανίζοντας από τις φωτογραφίες πρώην συντρόφους του που είχε εκτελέσει, τότε δεν ήταν κακό προφανώς) εξομοιώνοντας το απελευθερωτικό όραμα των λαών έτσι όπως πραγματώθηκε μέσα από την ύπαρξη του κομμουνιστικού κινήματος με τα αίσχη της ναζιστικής και φασιστικής θηριωδίας. Μιας θηριωδίας που η ίδια η αστική τάξη εξαπέλυσε στα μέσα του προηγούμενου αιώνα προκειμένου να προλάβει την αφύπνιση των καταπιεζόμενων μαζών που με γρήγορους ρυθμούς ριζοσπαστικοποιούνταν μέσα από το καμίνι του Α’ Π.Π., του κραχ του ’29 και της απελευθερωτικής δράσης του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος στο φως της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στο όνομα του αντιολοκληρωτισμού, ενοχλητικές συγχύσεις καθιστούν κοινοτοπία την απόλυτη φρίκη του ναζισμού. Συσκοτίζοντας τη φύση της αντιφασιστικής συμμαχίας που θριάμβευσε το 1945, και επωφελούμενο της ρευστότητας που περιβάλλει ορισμένες ιστορικές έννοιες, ένα νέο χρηματιστήριο αξιών τείνει να εξομοιώσει τις «διαστρεβλώσεις» του κομμουνισμού με το εθνικοσοσιαλιστικό δόγμα, το οποίο κατέστησε τη φυλή ακρογωνιαίο λίθο του.
Ο ολοκληρωτισμός σαν έννοια επικράτησε στη δυτική ορολογία αμέσως μετά την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου το 1947. Σήμαινε την ταυτοποίηση φασισμού-κομμουνισμού. Αντικαταστάθηκε η λέξη-ύβρις φασισμός στην πολιτική επιστήμη με την πιο πλατιά της (ολοκληρωτισμός) προκειμένου να ενταχθεί ο κομμουνισμός στις δυνάμεις του «απόλυτου κακού» ενώ μέχρι πριν λίγο είχε διολισθήσει στο «μικρότερο κακό» του συμμάχου για την αντιφασιστική νίκη. Ο κομμουνισμός δαιμονοποιείται, ο Στάλιν παρουσιάζεται σαν ιερέας του Βεελζεβούλ, τα ανατολικά καθεστώτα καταγγέλλονται σαν στυγνές δικτατορίες που ο φασισμός ωχριά μπροστά τους (Σημ. ΔΕΕ Δηλαδή όλα αυτά ήσαν ψέμματα των κακών καπιταλιστών;).
Ο Ιμπεριαλισμός παίρνει τη θέση του θεματοφύλακα της Δημοκρατίας παγκόσμια, προωθώντας με γοργούς ρυθμούς την εξάλειψη από την ιστορική μνήμη των εγκλημάτων του σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Α’ Π.Π., Β’ Π.Π., Χιροσίμα, Ναγκασάκι, Κορέα, Βιετνάμ, Αφρική, Χιλή, Αργεντινή, Γουατεμάλα, Κύπρος, Νικαράγουα, Παναμάς, Γιουγκοσλαβία, Παλαιστίνη, Αφγανιστάν, Ιράκ και ο κατάλογος συνεχώς μακραίνει…
Θα ‘λεγε κανείς πως ένας είναι ο στόχος όλων αυτών των κέντρων «αναθεώρησης της Ιστορίας»: η αφαίρεση από τη συλλογική συνείδηση του ρόλου των μαζών στο γράψιμο της παγκόσμιας ιστορίας, των προσπαθειών για μια κοινωνία χωρίς την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, χωρίς ιμπεριαλισμό, χωρίς πόλεμο.
Η πάλη για τον Κομμουνισμό φαντάζει σα μια σκοτεινή παρένθεση-σφήνα στην ανάπτυξη των δυνάμεων της ελεύθερης αγοράς και του «λεζέ [sic] φερ» που η αστική τάξη υπήρξε, πάλεψε γι’ αυτό. Το «Τέλος της Ιστορίας» που εξαγγέλθηκε με την αναίμακτη πτώση του ανατολικού μπλοκ το ‘89-’90 («πατέρας» της έκφρασης ο Φράνσις Φουκουγιάμα) χρησιμοποιήθηκε με την έννοια ότι ο κόσμος έφτασε στο ανώτερο και αρμονικότερο σημείο πολιτικής και οικονομικής ολοκλήρωσης, αφού το τερατώδες σχίσμα που επέφερε στην πορεία ολοκλήρωσης η μπολσεβίκικη και κομμουνιστική ουτοπία αποτελεί πλέον παρελθόν.
Διάφορα, λοιπόν, μέτωπα αναθεώρησης έχουν κάνει την εμφάνισή τους την τελευταία εικοσαετία ιδίως: κατ’ αρχήν, όπως ειπώθηκε παραπάνω, η ουσία και τα γεγονότα που περιλαμβάνουν το Β’ Π.Π. και την αντιφασιστική νίκη. Η «εγκληματολογία» της περιόδου της Μετάβασης. Η βία των εθνικοαπελευθερωτικών και κοινωνικών κινημάτων του 2ου μισού του 20ου αιώνα. Η αμφισβήτηση των κατακτήσεων του σοσιαλισμού. Η από-ενοχοποίηση του ναζισμού. Και άλλα πολλά που θ’ ανοίξουν την επόμενη περίοδο. Στη χώρα μας η ιστορία της Κατοχής και του Εμφυλίου αποτελεί πεδίο δόξης λαμπρόν για ξαναγράψιμο.

Οι πηγές αυτού του «νέου» ρεύματος. Η επιστημονική του βάση.
Παραδείγματα ..εξ Εσπερίας

Ποιος γράφει την ιστορία; Πως πρέπει να ερμηνεύεται η ιστορία; Υπό το φως του παρόντος; Η κρίση, η ανεργία, ο ρατσισμός, η κατάρρευση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας είναι φαινόμενα που έπειτα από ένα διάλειμμα 50 χρόνων επαναλαμβάνονται. Η αρχή και το τέλος του 20ου αιώνα φαίνεται τώρα να συναντώνται. Κι όλα αυτά την ώρα που οι μαζικές εξοντώσεις, όλο και πιο βιομηχανοποιημένες, θέτουν σε κίνδυνο την ιδέα μιας ανθρωπότητας που μαθαίνει και απελευθερώνεται. Αυτοί που ξανα-γράφουν την ιστορία –η αστική τάξη δηλαδή- στηρίζονται σε πάρα πολύ παλιά υλικά και μεθόδους: την απόκρυψη, τη διαστρέβλωση, το ψέμα, την κατασκευή γεγονότων, τις ελεεινότητες των απελευθερωτικών προσπαθειών (κι εδώ ο άλλος ρεβιζιονισμός, αυτός του κομμουνιστικού κινήματος, έχει συμβάλλει σε εξαιρετικό βαθμό).
Πρακτικά, δεν πρόκειται για κάτι νέο στην ιστορική επιστήμη. Ούτε εμπλουτίστηκαν ιδιαιτέρως οι πηγές που επικαλείται η αναθεωρητική σχολή, ούτε συνέβησαν συνταρακτικά γεγονότα στην εξέλιξη της ιστορικής μεθοδολογίας.
Αυτό που συνέβη είναι η αλλαγή των πολιτικών και ιδεολογικών συσχετισμών στις κοινωνίες, άρα και στους διανοούμενους, διαδικασία που συνδέεται άμεσα με τις εξελίξεις στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα τα τελευταία 30 χρόνια τουλάχιστον.
Με καίρια στιγμή γι αυτό την κατάρρευση του ’89-’91, η πίεση για ξαναδιάβασμα της ιστορίας κόντρα στο «αριστερό κατεστημένο» (όπως με πολλή ειλικρίνεια ομολογούν οι εντόπιοι αναθεωρητές) οδηγεί στην υιοθέτηση ψυχροπολεμικών εικασιών. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί η ιστορία σαν «συλλογή ατομικών ιστοριών» ξεκομμένες από το πολιτικό πλαίσιο της εποχής, τους συσχετισμούς, τα πολιτικά προτάγματα είναι το καινούργιο σ’ αυτή την υπόθεση. Θα το δούμε πιο συγκεκριμένα στην ελληνική εκδοχή του. Κατά τα’ άλλα, πρόκειται για χοντροκομμένα αναμασήματα αντικομουνιστικών θεωριών που κυκλοφορούν στην ιστορική πιάτσα πολλές δεκαετίες τώρα. (Μια προσεκτική μελέτη της Μαύρης Βίβλου ή έστω της πολεμικής που άνοιξε με την έκδοση αυτού του πονήματος δείχνει του λόγου το αληθές).
Η «αναθεωρητική σχολή» έχει τις ρίζες της στη δεκαετία του ‘80 και στον «αρνητιστή» καθηγητή Ερνστ Νόλτε. Αναθεώρηση του αριθμού των θυμάτων του ναζισμού προς τα κάτω, αποενοχοποίηση του φασισμού που «αναγκάστηκε να προσφύγει στον πόλεμο προκειμένου να μην επικρατήσει ο κομμουνισμός», αμφισβήτηση της ύπαρξης και λειτουργίας των στρατοπέδων εξόντωσης των ναζί κλπ. Αυτό δεν αφορούσε μόνο την γερμανική υπόθεση αλλά και τους υπόλοιπους «εταίρους» του άξονα. Η εξαφάνιση των εγκλημάτων των Ιαπώνων μιλιταριστών ιδίως στην Κίνα από το ’33 ως το ’45. Η «αθωότητα» του ιταλικού φασισμού –λίγα τα θύματα εκεί…- Η υποβάθμιση του ρόλου της Σ.Ε. στην αντιφασιστική νίκη με την ταυτόχρονη αναβάθμιση μαχών ή στιγμών του Β’ Π.Π. (Νορμανδία, Β. Αφρική).
(Σημ. ΔΕΕ Ο Ιστορικός Αναθεωρητισμός είναι κακός όταν πρόκειται για τους "άλλους", τους κακούς ναζιστές. Αλλά όταν τον εφαρμόζουν για να αναθεωρήσουν τα περί καλού κομμουνισμού, για την αγία Σοβιετική Ένωση και τον καλοκάγαθο πατερούλη Στάλιν, τότε ο Ιστορικός Αναθεωρητισμός είναι απαράδεκτος. Ωραία λογική και συνεπέστατη!).
Αυτό δεν αφορά μόνο τις «σχολές»: το 1994 αγνοήθηκε στην επέτειο της αντιφασιστικής νίκης ο ρώσος πρόεδρος, έστω κι αν επρόκειτο για τον Γέλτσιν (Σημ. Για δες πράγματα!). Φέτος στην ίδια επέτειο, οι εκπρόσωποι των Βαλτικών χωρών (οι ίδιοι που απαγόρευσαν τα σύμβολα του κομμουνισμού και συνεργάστηκαν με τους ναζί το ’41) δε δέχτηκαν να συμμετέχουν στους εορτασμούς γιατί οι Σοβιετικοί «τους κατέλαβαν» το ’45 (σημ. Δηλαδή τι έπερεπε να κάνουν; Να χρωστούν ευγνωμοσύνη στους Ρώσσους που τους κατέκτησαν;).
Η σχολή αυτή εκτράφηκε από ποικίλα κέντρα της Δύσης, ιδίως αμερικάνικα. Στη σχολή αυτή συμμετείχαν και ξακουστά ονόματα της αριστεράς –ανανήψαντες διανοούμενοι- όπως ο Ροζέ Γκαρωντί, ο Φρανσουά Φουρέ και άλλοι. Και συνεχίζει, με συνέδρια, σεμινάρια, σωματεία να ποτίζει με την «αλήθεια» της την ιστορική επιστήμη.

Αναθεωρητισμός και Ελλάδα (Κατοχή – Αντίσταση - Εμφύλιος).
Η περίπτωση Καλύβα - Μαραντζίδη

Την άνοιξη του 2004 άρχισε ένας δημόσιος διάλογος μέσα από το ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ των ΝΕΩΝ. Οι ανερχόμενοι αστέρες της Ελληνικής ιστορικής επιστήμης Στάθης Καλύβας (καθηγητής στο Γέιλ) και Νίκος Μαραντζίδης (καθηγητής στην Κρήτη) με άρθρο τους στη συλλογική εργασία που επιμελήθηκε ο Μαρκ Μαζάουερ «Μετά τον Πόλεμο» αναφέρθηκαν στην κόκκινη τρομοκρατία του ΚΚΕ.
Ως εδώ καλά. Ούτε οι πρώτοι ήταν ούτε οι τελευταίοι. Το θέμα είναι πως αυτή τους τη δουλειά την ενέταξαν σ’ ένα νέο ρεύμα που θέλει να βλέπει την ιστορία με μια άλλη ματιά, πιο ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη και να λαμβάνει υπ’ όψιν της μαρτυρίες ατόμων που ενεπλάκησαν αλλά πέρασαν αρκετά χρόνια και τα πάθη κατασίγασαν.
Πάλι καλά ως εδώ. Ας πάμε στη μέθοδο. Μαρτυρίες θυμάτων του ΚΚΕ σε μια περιοχή της Αργολιδοκορινθίας το 1943, ενός πράκτορα των Εγγλέζων, λίγα σκόρπια έγγραφα της εποχής και να η φρέσκια ματιά για την ιστορία: το ΚΚΕ έσφαζε ως μη όφειλε όπως και οι άλλοι, κανένα ρόλο δεν έπαιξε η ιδεολογική τοποθέτηση, αλλά όλα ήταν αποτέλεσμα προσωπικής βεντέτας, οι κατακτητές δεν ήταν άμεσα εμπλεκόμενοι, άρα ο εμφύλιος άρχισε το ’43, αντίσταση δεν υπήρξε και το ΚΚΕ πάλευε μόνο για την εξουσία του και χρησιμοποιούσε εγκληματικά στοιχεία.
Ας δούμε τη θεωρητική τους κατάρτιση:
«Αξίζει λοιπόν να αναφερθούμε εν συντομία στα καινοτόμα στοιχεία που συνεισφέρουν οι έρευνες αυτές και που συνδέονται: α) με σύγχρονες μεθόδους (διεπιστημονική προσέγγιση, συστηματική εμπειρική έρευνα), β) με μια φρέσκια ματιά, καινούργιες ευαισθησίες και γόνιμα ερωτήματα, γ) με νέα πορίσματα. Τα στοιχεία αυτά θα μπορούσαμε να τα συνοψίσουμε στα εξής δέκα σημεία:
1. Μετακίνηση της χρονολογικής έναρξης του εμφυλίου πολέμου στα χρόνια της κατοχής (1943-1944). Έχει πλέον γίνει συνείδηση πως όταν μιλάμε για εμφύλιο αναφερόμαστε σε ολόκληρη την περίοδο 1943-1949. Σειρά πρόσφατων ερευνών έχουν αναδείξει τόσο την έκταση των εμφυλίων συγκρούσεων στη διάρκεια της κατοχής όσο και τη σύνδεση τους με τις μετακατοχικές εξελίξεις. Είναι χαρακτηριστικό πως οι πλέον πολύνεκρες μάχες στη διάρκεια της κατοχής δεν έγιναν ανάμεσα σε Έλληνες και ξένους αλλά αποκλειστικά μεταξύ Ελλήνων και πως τα γεγονότα της κατοχής σηματοδοτούν και επηρεάζουν αποφασιστικά την πορεία των πραγμάτων μετά την απελευθέρωση. Για παράδειγμα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνδεση της «λευκής τρομοκρατίας» με τα γεγονότα της κατοχής.
2. Αποφόρτιση και αποστασιοποίηση. Ο καταγγελτικός, ηθικοπλαστικός και εν τέλει έντονα ιδεολογικός λόγος αποτελεί παρελθόν. Προφανώς κανείς δεν ισχυρίζεται ότι οι νέοι ερευνητές δεν έχουν τις δικές τους ευαισθησίες και ιδεολογικές αναφορές. Όμως άλλο είναι αυτό και άλλο είναι η μόνιμη και έμμονη προσπάθεια να δικαιωθεί η μία ή η άλλη παράταξη και να απαξιωθεί η αντίπαλη. Όπως άλλο είναι η σωστή εφαρμογή κάποιων βασικών ερευνητικών εργαλείων και άλλο η αγνόησή τους ή η επιλεκτική εφαρμογή τους.
3. Αποφυγή ηρωοποίησης και δαιμονοποίησης. Οι πρωταγωνιστές δεν αντιμετωπίζονται ως ήρωες ή προδότες, ως πατριώτες ή όργανα των ξένων. Από την άποψη αυτή, πρόσφατες εκδόσεις που κινήθηκαν προς αυτήν την κατεύθυνση, διόλου δεν εκφράζουν το νέο ερευνητικό ρεύμα.
4. Έρευνα θεμάτων ταμπού, όπως η βία και η συνεργασία με τις αρχές κατοχής. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν πως η βία δεν υπήρξε μονοπώλιο μίας παράταξης και πως αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο για την ανάλυση και ερμηνεία του φαινομένου της συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις και των πολιτικών εξελίξεων που ακολούθησαν. Αναγνωρίζεται επίσης πως η αντίσταση δεν υπήρξε το καθολικό φαινόμενο που περιγράφουν τα σχολικά εγχειρίδια. Τα φαινόμενα αυτά έλαβαν χώρα σε περίοδο που η χώρα ήταν μεν υπό κατοχή αλλά βασικό διακύβευμα - ειδικότερα μετά το καλοκαίρι του 1943 - υπήρξε η φύση και το περιεχόμενο της εξουσίας στη μετακατοχική Ελλάδα. Σημαντική είναι επίσης η παρατήρηση πως η «πολιτική βία» συχνά συγκαλύπτει τοπικές και οικογενειακές βεντέτες: οι άνθρωποι λύνουν συχνά τις διαφορές τους με τα όπλα υπό το πρόσχημα πολιτικών και ιδεολογικών αντιπαραθέσεων.
5. Αλλαγή του χαρακτήρα της έρευνας. Παρατηρείται μια μετάβαση από το ογκώδες εγκυκλοπαιδικό έργο που παρουσιάζει τη «μια αλήθεια» σε αυτό της συλλογικής, μερικής και αλληλοσυμπληρούμενης έρευνας που αποφεύγει τα μεγαλόπνοα ερμηνευτικά ανοίγματα όταν αυτά δεν στηρίζονται σε λεπτομερή και πλήρη τεκμηρίωση. Παλαιότερα, πολλές εργασίες υπηρετούσαν προϋπάρχουσες ερμηνείες οι οποίες υπαγόρευαν και τα αρχικά ερωτήματα με αποτέλεσμα τον εξοστρακισμό των ερευνητικών αντικειμένων που τις υπονόμευαν ή δεν τις εξυπηρετούν. Τα ερευνητικά ερωτήματα υπαγορεύονται πλέον κυρίως από σειρά γενικότερων προβληματισμών: π.χ. πώς κινητοποιούνται οι άνθρωποι. Πώς διαιρούνται οι μικρές κοινωνίες. Πώς δομείται η πολιτική συμπεριφορά σε συνθήκες εμφυλίου. Πότε και πώς ασκείται η βία. Ποιος είναι ο ρόλος της ιδεολογίας και ποιος της ανάγκης επιβίωσης. Πώς λειτουργεί η ατομική και συλλογική μνήμη.
6. Τάση προς το μερικό και το τοπικό. Έχει γίνει κατανοητό ότι οι γενικεύσεις χωρίς λεπτομερή εμπειρικό έλεγχο, χωρίς σαφή εικόνα των δεδομένων σε κοινωνικό και τοπικό επίπεδο, όχι μόνο δεν προσφέρουν αλλά συσκοτίζουν την εικόνα. Έχει, λοιπόν, ξεκινήσει μια προσπάθεια λεπτομερούς «χαρτογράφησης» του εμφυλίου με σοβαρές τοπικές έρευνες, βασισμένες σε πολύχρονες κοπιαστικές έρευνες πεδίου και πηγές από τα τοπικά αρχεία, οι οποίες συχνά αναδεικνύουν πολλές άγνωστες ώς τώρα πτυχές του Εμφυλίου και σχηματίζουν ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό που σιγά-σιγά συμπληρώνεται.
7. Ξεπέρασμα απλουστευτικών εννοιολογικών σχημάτων. Αυτό ξεκινά από τις πιο απλές και διαδεδομένες αντιλήψεις (π.χ. η αποκλειστική έμφαση στον ρόλο των ξένων δυνάμεων στις οποίες καταλογίζονται όλα τα δεινά) και προχωράει στις πιο σύνθετες (αναγνωρίζεται πλέον πως η κατοχή και η αντίσταση παρήγαγαν δυναμικές που διαίρεσαν τον πληθυσμό από πολύ νωρίς και πως η διαίρεση αυτή είχε σύνθετες και πολλαπλές κοινωνικές αναφορές).
8. Ανάδειξη της πολυμορφίας του Εμφυλίου. Διαπιστώνεται πως ο εμφύλιος είναι ένα σύνθετο φαινόμενο που καλύπτει πλειάδα μικρότερων και συχνά ημι-αυτοτελών εμφυλίων. Είναι αδύνατο π.χ. να ερμηνευθούν οι εξελίξεις στη Μακεδονία αγνοώντας τη δράση (ή και την ίδια ύπαρξη) ομάδων όπως οι Τουρκόφωνοι Πόντιοι και οι Σλαβόφωνοι. Το ίδιο ισχύει για τη γεωγραφική έκφραση του εμφυλίου που παρουσιάζει τεράστιες διαφοροποιήσεις από περιοχή σε περιοχή καθιστώντας πολλές γενικεύσεις προβληματικές. Άλλη η εμπειρία του βουνού και άλλη της πεδιάδας, άλλη του χωριού και άλλη της πόλης, άλλη του Βορά και άλλη του Νότου, κ.ο.κ.
9. Στροφή προς το μαζικό επίπεδο και μελέτη των απλών ανθρώπων μέσα σε ένα πλαίσιο ανασφάλειας. Οι έρευνες μέχρι τώρα ασχολούνταν σχεδόν αποκλειστικά με τις ηγεσίες και τις αποφάσεις τους. Είναι πλέον αποδεκτό πως οι εξελίξεις δεν είναι δυνατό να κατανοηθούν ερήμην και των δυναμικών στη βάση. H οπτική «από τα κάτω» επικεντρώνει στην καθημερινότητα των ανθρώπων και αποκαλύπτει συμπεριφορές που δεν καθορίζονται αποκλειστικά από την πολιτική και την ιδεολογία. H αντίληψη πως η ατομική «στράτευση» σε κάποια οργάνωση είναι καθαρά ιδεολογική υπόθεση ή πως εξηγείται με ένα κοινό κίνητρο για τους πάντες έχει ανατραπεί. Αντίστοιχα έχει γίνει αντιληπτό πως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα το σκηνικό της περιόδου ως απόλυτα διαμορφωμένο από τα αντίπαλα στρατόπεδα, όπου απουσιάζει αυτό που θα αποκαλούσαμε «γκρίζες ζώνες» όπου κυριαρχούν στάσεις όπως η ουδετερότητα, οι μετατοπίσεις, ο καιροσκοπισμός κ.λπ. Στην πραγματικότητα οι νέες έρευνες δείχνουν ότι υπάρχει μια τεράστια «γκρίζα» ζώνη στην οποία κάποιοι μετακινούνται ανάμεσα στις παρατάξεις ανάλογα με το ποιος κυριαρχεί στην περιοχή τους, κάποιοι προσπαθούν να παραμείνουν ουδέτεροι, κάποιοι ενδιαφέρονται να βρεθούν με την πλευρά του (όποιου) νικητή κ.λπ.
10. Ένταξη του εμφυλίου σε ευρύτερα θεωρητικά και συγκριτικά πλαίσια. Ο Εμφύλιος δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία και η σύγκρισή του με άλλους εμφυλίους (και την έρευνά τους) έχει ανοίξει γόνιμες προοπτικές. Το ίδιο ισχύει και για ευρύτερα θέματα που αναδεικνύει η μελέτη του εμφυλίου και τα οποία ξεφεύγουν από το πλαίσιό του, όπως π.χ. η διαμόρφωση πολιτικών ταυτοτήτων και συμπεριφορών, η ταξική και εθνοτική συμπεριφορά, η δυναμική της βίας, κ.λπ.»
Στη θέση των εν λόγω ιστορικών, στο «δεκάλογο» αυτό, ας παραθέσουμε μια πρώτη ακατέργαστη απάντηση του καθηγητή Βασίλη Κρεμμύδα (Σημ. Πρόκειται για τον γνωστό εθνομηδενιστή "καθηγητή"):
«Ποιες είναι όμως αυτές οι «νέες» θέσεις; Ότι μια νέα γενιά ιστορικών, κοινωνικών ανθρωπολόγων και πολιτικών επιστημόνων αντιμετωπίζει το παρελθόν με «φρέσκια» ματιά (ήτοι: ιστορικός είναι όποιος έτσι νομίζει!)· ότι ο Εμφύλιος άρχισε το 1943 και όχι τότε που νομίζαμε (ήτοι: δεν υπήρξε Αντίσταση!), αφού «οι πιο πολύνεκρες μάχες στη διάρκεια της Κατοχής έγιναν ανάμεσα σε Έλληνες» και όχι ανάμεσα σε Έλληνες και «ξένους» (ήτοι: πρόκειται για «ξένους» όχι για συγκεκριμένο κατακτητή!)· ότι «η βία δεν υπήρξε μονοπώλιο μιας παράταξης (ήτοι: κατακτητής και κατακτημένος είναι απλώς παρατάξεις!) και ότι κακώς νομίζουμε ότι η Αντίσταση ήταν καθολική, όπως «περιγράφουν τα σχολικά εγχειρίδια»· ότι η «πολιτική βία» «συχνά συγκαλύπτει τοπικές και οικογενειακές βεντέτες» (ήτοι: μη μας μιλάτε για ιδεολογίες, ταξικές διαφορές και υπεράσπιση της ελευθερίας, γιατί απλώς κάποιοι εκτέθηκαν στη μήνιν του κατακτητή για να λύσουν τις οικογενειακές τους διαφορές - όχι ότι αυτές, που ασφαλώς υπήρχαν, εντάχθηκαν σε ταξικού - ιδεολογικού τύπου προϋποθέσεις!)· ότι η «έρευνα πεδίου» έδειξε... (ήτοι: η έρευνα πεδίου είναι εργαλείο της Ιστοριογραφίας - τα Αρχεία;)· ότι ο Εμφύλιος «δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία» - το είπε κάποιος αυτό; - και ότι, τέλος, ο Άρης Βελουχιώτης πρέπει να αντιμετωπίζεται χωρίς «ηρωοποιήσεις και δαιμονοποιήσεις» και άλλα πολλά.»
Η συζήτηση έχει ανοίξει και θα συνεχίσει για αρκετό καιρό ακόμα. Η προσπάθεια ανατροπής του «αριστερού» καταστημένου στην ιστορία του εμφυλίου θα συνεχιστεί. Η συμβολή των αριστερών ανθρώπων όμως στην αντίσταση του ξανα-γραψίματος της ιστορίας του εμφυλίου πριν αυτή ακόμα γραφτεί καλά καλά, είναι ένα καθήκον που δεν πρέπει να παραβλεφτεί.

Αναθεωρητισμός και Αριστερά:
Ρεβιζιονισμός και Ιστορικός Αναθεωρητισμός

Στην εισαγωγή μιλήσαμε για «πάτημα» της αναθεώρησης της ιστορίας στις «ελεεινότητες» των προσπαθειών για μια άλλη κοινωνία. Εδώ ο ρεβιζιονισμός έχει δώσει πολύ ψωμί σ’ αυτή την πολεμική.
Από τις τροτσκιστικές κατηγορίες, (Σημ. Κακός φασίστας ή καπιταλιστης ο Λ. Τρότσκυ, ο δημιουργός του Ερυθρού Στρατού με τον οποίο επιβλήθηκε ο κομμουνισμός στην Ρωσσία!!!) την έκθεση του Χρουτσώφ (Σημ. Ποιος ήταν ο Χρουστσώφ ρε παιδιά; Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ ή της Σοβιετικής Ένωσης;) στο 20ο συνέδριο του ’56 για τα σταλινικά εγκλήματα (παρεπιπτόντως, κυκλοφόρησε στη Δύση πριν καν την ακούσουν οι σύνεδροι), το ερμητικό κλείσιμο των αρχείων του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος από τους «διαχειριστές-ιδιοκτήτες του» ως την απολογητική των επιλογών τους μετά τον ψυχρό πόλεμο που οδήγησαν στη διάλυση.
Αυτή την περίοδο παρακολουθούν αυτή την πολεμική σαν εξωτερικοί συνεργάτες, αφήνοντας το βάρος της επίθεσης να το σηκώσουν ακόμα και οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας (περίπτωση Μοντ Ντιπλοματίκ) ή έντιμοι ιστορικοί όσον αφορά στην ελληνική περίπτωση.
Ο «σύντομος 20ος αιώνας» κατά τον Έρικ Χομπσμπάουμ (Σημ. ο γνωστός αποδομητής και εθνομηδενιστής "ιστορικός") καθορίστηκε από την ύπαρξη και δράση του κομμουνιστικού κινήματος.
Η προσωρινή υποχώρησή του δίνει τα περιθώρια στους αστούς να προσπαθούν να σκυλεύσουν «το πτώμα του».
Η διάλυση της συλλογικής συνείδησης των καταπιεσμένων όπου γης είναι ο στόχος τους.
Η προετοιμασία μας θα προσανατολίσει εμάς και τις μάζες.

Βιβλιογραφία-Φιλμογραφία
Στεφάν Κουρτουά κ.ά. «Η Μαύρη Βίβλος του Κομμουνισμού» (Αθήνα 2001, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»). Η ελληνική εκδοχή του περιβόητου έργου που κυκλοφόρησε το 1997 στη Γαλλία, επιχειρώντας να «αποδείξει» πως ο κομμουνισμός, ως ενιαία διαχρονική πρακτική σε ολόκληρη την υδρόγειο, υπήρξε πολύ χειρότερος από το ναζισμό.
Michel Dreyfus κ.ά «Le siecle des communismes» (Ο αιώνας των κομμουνισμών) (Παρίσι 2000, εκδ. Les Editions de l' Atelier). Η επιστημονική «απάντηση» στην πρόκληση της «Μαύρης Βίβλου» αναδεικνύει την πολυπλοκότητα -αλλά και την εσωτερική ποικιλομορφία- του κομμουνιστικού φαινομένου στον εικοστό αιώνα. Επιμέρους κεφάλαια για τη διαδικασία της ανάδυσης του κομμουνιστικού κινήματος μετά το 1914, για τις κατά καιρούς ερμηνείες του, για τον κομμουνισμό ως κρατικό σύστημα αλλά και ως αντιπολιτευτικό κοινωνικό κίνημα.
Erick Hobsbaum «Ο αιώνας των άκρων» (εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης)
Γιώργος Μαργαρίτης «Ο Εμφύλιος Πόλεμος»
Γιάννης Χοντζέας «Το ‘τέλος’ του Κομμουνισμού»

ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ των ΝΕΩΝ 20/3/2004-27/11/2004 και άλλα δημοσιεύματα της ίδιας περιόδου

Ελένη (Eleni) του Πίτερ Γέιτς (1985) Κινηματογραφική μεταφορά του γνωστού μυθιστορήματος του Νικ Γκέιτζ, με θέμα τις βιαιότητες των ελλήνων κομμουνιστών το 1948-49. Προϊόν του «Δεύτερου Ψυχρού Πολέμου», έκανε διεθνή αντικομμουνιστική καριέρα.

«Κομμουνισμός, η μεγάλη ουτοπία του εικοστού αιώνα» του Στέλιου Κούλογλου (2000) Σειρά ρεπορτάζ της ΝΕΤ, με τον Στεφάν Κουρτουά στο ρόλο του βασικού «εμπειρογνώμονα».