Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009

Λαοί και φύλα της αρχαίας Μακεδονίας (2)

Ο αρχαιολογικός χώρος της Αιανής


Ἐλιμιῶται ἤ Ἐλιμειῶται: Οι κάτοικοι της Ελίμειας ή Ελιμιώτιδος, περιοχής της αρχαίας άνω Μακεδονίας, η οποία κάλυπτε το νότιο τμήμα του σημερινού Νομού Κοζάνης και το ανατολικό του Νομού Γρεβενών, στην κοιλάδα του μέσου ρου του ποταμού Αλιάκμονος (Βλ. Χάρτη Αρχαία Μακεδονία). Στην αρχαιότητα ανήκε στο ομώνυμο βασίλειο, το οποίο μαζί με τα υπόλοιπα ''άνωθεν βασίλεια'' (Τυμφαίας, Ορεστίδος, Εορδαίας, Λυγκηστίδος, Πελαγονίας και Δερριόπου) αποτελούσαν την λεγόμενη Άνω Μακεδονία, όπως προαναφέρθηκε.
Σύμφωνα με τις νεώτερες αντιλήψεις θεωρούνται Δυτικό (Ηπειρωτικό) φύλο, που συμμετείχε στην ομοσπονδία των Ηπειρωτών Μολοσσών μαζί με τους Ορέστες, τους Λυγκηστές, τους Πελαγόνες και τους Τυμφαίους, πριν από την δημιουργία του μακεδονικού βασιλείου.
Σπουδαιότερη πόλη της περιοχής και πιθανότατα η πρωτεύουσα ήταν η Αιανή, η οποία γνώρισε μεγάλη ακμή στα αρχαϊκά και κλασσικά χρόνια (6ος και 5ος αι. π.Χ.). Κατά τον Στέφανο Βυζάντιο ονομάσθηκε έτσι «…από Αιανού παιδός Ελύμου, του βασιλέως Τυρρηνών…». Από τον ίδιο συγγραφέα αναφέρεται και πόλη Ελιμία: «…πόλις Μακεδονίας, Στράβων εβδόμω. από Ελύμου του ήρωος ή από Ελένου ή από Ελύμα του Τυρρηνών βασιλέως…».
Η γεωγραφική θέση της Αιανής ορίζεται δυτικά από το βουνό Βούρινος, νοτιοανατολικά από τα όρη των Καμβουνίων και βορειοανατολικά από την τεχνητή λίμνη του Πολυφύτου. Βρίσκεται 23 χλμ. νότια της Κοζάνης και απέχει 5 χιλ. από τον ποταμό Αλιάκμονα. Η αρχαία πόλη βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο του διεθνούς επιστημονικού, αρχαιολογικού και ιστορικού ενδιαφέροντος εξαιτίας των πολυσήμαντων αρχαιολογικών ευρημάτων που βρέθηκαν σε αυτή: μνημεία, δημόσια κτήρια, πλούσιες ιδιωτικές κατοικίες, μοναδικά αγάλματα και βασιλικοί τάφοι που περιείχαν πλήθος κτερισμάτων όπως χάλκινα σκεύη, όπλα, σιδερένια ομοιώματα αμαξιών με πήλινα και χάλκινα αλογάκια, πήλινα μελανόμορφα και ερυθρόμορφα αγγεία, πήλινα ειδώλια, οστέινα περίτμητα πλακίδια που είναι αριστουργήματα της μικροτεχνίας, γυάλινα και αλαβάστρινα αγγεία. Οι συστηματικές ανασκαφές άρχισαν το 1983 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΑΡΑΜΗΤΡΟΥ-ΜΕΝΤΕΣΙΔΗ

Η οργανωμένη ζωή στην περιοχή ξεκινά από την Ύστερη Εποχή του Ορειχάλκου, ενώ στα μέσα περίπου της πρώτης χιλιετίας η Ελίμεια καθιστά την ύπαρξη της αισθητή στον ελλαδικό χώρο. Περίφημο στην αρχαιότητα υπήρξε το βαρύ ιππικό των Ελιμιωτών που θα διακριθεί σε πολλές μάχες για την πειθαρχία του και την γενναιότητά του.
Ο πρώτος ηγεμών των Ελιμιωτών και πιθανόν ιδρυτής της βασιλικής δυναστείας της περιοχής, για τον οποίο έχουμε ιστορική αναφορά (σχολιαστής στον Θουκυδίδη Ι. 57. 3) ήταν ο Δέρδας Α΄, γιος του μέλους της μακεδονικής βασιλικής δυναστείας των Αργεαδών, Αρριδαίου. Ο Αρριδαίος ήταν γιος του βασιλέως των Μακεδόνων Αμύντα Α΄ (540 – 498/497 π.Χ.) και επομένως αδελφός του ιδιαίτερα γνωστού από την δράση του στους Περσικούς πολέμους Αλεξάνδρου Α΄ του Φιλέλληνος (498/497 – 454 π.Χ.). Φαίνεται ότι στον Αρριδαίο είχε ανατεθεί η διοίκηση της Ελιμιώτιδος είτε από τον Αμύντα Α΄ είτε το πιθανότερο από τον ίδιο τον Αλέξανδρο Α΄, ο οποίος είχε συνάψει σχέσεις επιγαμίας (ο ίδιος ή η αδελφή του) με τον προϋπάρχοντα βασιλικό οίκο της Ελίμειας (βλ. E. Borza: The Emergence of Macedon, σελ. 124). Ο Δέρδας Α΄ κληρονόμησε λοιπόν το βασίλειο της Ελιμιώτιδος από τον πατέρα του και θα σπεύσει να ανεξαρτητοποιηθεί πλήρως από το Βασίλειο της Μακεδονίας, μάλλον κατά την διάρκεια των ταραγμένων χρόνων που ακολούθησαν την δολοφονία του Αλεξάνδρου Α΄. Ο Δέρδας Α΄ θα εμπλακεί μάλιστα και στην δυναστική διαμάχη των εξαδέλφων του (των υιών του Αλεξάνδρου Α΄), Φιλίππου και Περδίκκα, στηρίζοντας στρατιωτικά τον Φίλιππο εναντίον του αδελφού του, ο οποίος είχε καταλάβει τον θρόνο της Μακεδονίας (Περδίκκας Β΄). Ο διάδοχος του Περδίκκα Β΄, ο Αρχέλαος (413 – 399 π.Χ.), θα ανανεώσει τους συγγενικούς δεσμούς των Αργεαδών με τους Ελιμιώτες δίνοντας την κόρη του ως σύζυγο (το 400 π.Χ. σύμφωνα με τους υπολογισμούς του N. Hammond. Αναφέρεται στο The Emergence of Macedon, σελ. 164) στον Δέρδα Β΄ που ήδη είχε διαδεχθεί τον πατέρα του, Δέρδα Α΄ (σύμφωνα με άλλους ιστορικούς ήταν παππούς του και όχι πατέρας του), στον θρόνο της Ελίμειας.
Ο Δέρδας Β΄ θα αποκτήσει από την κόρη του Αρχελάου δυο γιους, τον Δέρδα και τον Μαχάτα και μια κόρη, την Φίλα, την οποία θα πάρει (σύμφωνα με τις νεώτερες απόψεις των ιστορικών) ως πρώτη σύζυγο ο Φίλιππος Β΄ (και όχι την Ιλλυρίδα Αυδάτα, η οποία θεωρείται πλέον ως η δεύτερη κατά σειράν σύζυγός του).
Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον κορυφαίο Γερμανό ιστορικό και μελετητή της περιόδου του Μεγ. Αλεξάνδρου Ντρόϋζεν (Johann Gustav Droysen, 1808 – 1884), ο γενάρχης της μακεδονικής Δυναστείας των Αντιγονιδών, ο Αντίγονος Α΄ ο ονομαζόμενος Μονόφθαλμος ή Κύκλωψ (382-301 π.Χ.), προερχόταν από το γένος των ηγεμόνων της Ελιμιώτιδος και ήταν γιος του Φιλίππου, γιου του προαναφερθέντα Μαχάτα.* Υπενθυμίζουμε ότι ο Φίλιππος διορίστηκε από τον Μ. Αλέξανδρο ως Σατράπης (διοικητής) του τμήματος των Ινδιών, που κατακτήθηκε στην διάρκεια της σχετικής εκστρατείας. Δολοφονήθηκε το 326 π.Χ. μετά την ανταρσία των μισθοφορικών στρατευμάτων που διοικούσε (Αρριανού, Ανάβασις VI.27.2).
Το βασίλειο της Ελιμιώτιδος θα ενσωματωθεί οριστικά επί Φιλίππου Β΄ στο Μακεδονικό Βασίλειο και θα αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα αυτού σε όλη την υπόλοιπη διάρκεια της ύπαρξής του, μέχρι την ρωμαϊκή κατάκτηση (168/167 π.Χ.).
___________________

(*) Βλ. σχετικά J. G. Droysen: Geschichte des Hellenismus Τόμ. Ι σελ. 43, καθώς και στο εξαιρετικό Smith, Dictionary of Greek and Roman Biography and Mythology. Πρέπει όμως να αναφέρουμε ότι υπάρχουν αμφισβητήσεις για την καταγωγή του από άλλους ιστορικούς (Edson, Τατάκη), ενώ ο Χέκελ (Waldemar Heckel: Who's who in the Age of Alexander the Great-Prosopography of Alexander's Empire, 2006) δεν αναφέρει τίποτε.


Ἐορδοί: Αρχαίο φύλο εντοπιζόμενο στην άνω Μακεδονία. Κατά τις απόψεις των νεώτερων ερευνητών οι Εορδοί ή Εορδαίοι (βλ. Στεφ. Βυζ. στην λέξη Εορδαίαι), διείσδυσαν στην Μακεδονία και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή δυτικά του Βερμίου, στην διάρκεια της Εποχής του Ορειχάλκου. Θεωρούνταν ως Ιλλυρικό φύλο και σωστότερα Πρωτο - Ιλλυρικό. Σύμφωνα όμως με νεώτερες απόψεις (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ σελ. 66), θεωρούνται πλέον ως Παίονες.
Κατά την πρώτη περίοδο της επέκτασης του Μακεδονικού βασιλείου, η περιοχή των Εορδών θα κατακτηθεί από τους Μακεδόνες, οι οποίοι θα τους εξοντώσουν. Όσοι επέζησαν θα καταφύγουν στην Φύσκα της Μυγδονίας (Θουκυδίδης Β΄ 99), απ’ όπου είχαν ήδη εκδιωχθεί οι κάτοικοί της Ήδωνες, που είχαν καταλάβει την χώρα μετά την παλαιότερη (γύρω στο 800 π.Χ.) αποχώρηση του μεγαλύτερου τμήματος του φρυγικού φύλου των Μυγδόνων, ενώ στην Εορδαία θα εγκατασταθούν Μακεδόνες. Από τότε η περιοχή θεωρείται ως μια από τις βασικές επαρχίες του Μακεδονικού βασιλείου.
Γύρω στο 350 π.Χ. ο Φίλιππος Β΄ θα ενσωματώσει στην Μακεδονία τους Παραυαίους, τους Τυμφαίους και τους Ορέστες, ενώ στην περιοχή των Πρεσπών (σημερ. πεδιάδα της Κορυτσάς), θα δημιουργήσει από τους κατοίκους της περιοχής και Μακεδόνες αποίκους, ένα νέο φύλο που τους ονόμασε Εορδαίους (N.G.L. Hammond:Macedonian State, σελ.192, καθώς και N.G.L.Hammond “The march of Alexander the Great on Thebes in 335 B.C.” στο συλλογικό έργο «Μέγας Αλέξανδρος: 2300 χρόνια από το θάνατό του» Θεσσαλονίκη 1980, 172-175). Πιθανόν να ταυτίζονται με τους Εορδήτες, που αναφέρονται από τον Κλαύδιο Πτολεμαίο (Γ΄ 13. 26) στην περιοχή του άνω ρου του ποταμού Δεβόλη (ο ένας από τους δύο μεγάλους παραπόταμους του Άψου-Semeni) και του παραποτάμου του, Εορδαϊκού. Από αυτήν την (μακεδονική πλέον) Εορδαία, καταγόταν (σύμφωνα με τα Λεξικά «ΗΛΙΟΥ» και «Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα») ο στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου Πτολεμαίος ο Λάγου, ο ιδρυτής της περίφημης δυναστείας των Πτολεμαίων της Αιγύπτου, γνωστότερος με το όνομα Πτολεμαίος Α΄ ο Σωτήρ, αλλά κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, ο Πτολεμαίος κατήγετο από μια πόλη των Ορεστών, την Ορεστία.

Δ.Ε.Ε.

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Λαοί και φύλα της αρχαίας Μακεδονίας (1)


'Αλμωπες, Βισάλτες, Βρίγες-Βρύγοι ή Βρύγες (Φρύγες)
Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Πολλά από τα τοπωνύμια της αρχαίας Μακεδονίας (βλ. Χάρτη Αρχαία Μακεδονία) χρησιμοποιήθηκαν (μετά την απελευθέρωσή της το 1912) και πάλι από την ελληνική Πολιτεία, για την ονομασία κυρίως επαρχιών, σύμφωνα με την παλαιότερη διοικητική διαίρεση της χώρας μας.
Μόνον για τους Νομούς Πέλλας, Πιερίας, Ημαθίας και Χαλκιδικής χρησιμοποιήθηκαν αρχαίες ονομασίες, για τον μεν πρώτο το όνομα της νεώτερης πρωτεύουσας του Μακεδονικού βασιλείου, για τον δεύτερο η αρχαία ονομασία της περιοχής, που είχε δοθεί από τους Μάγνητες, για τον τρίτο το αρχαίο τοπωνύμιο [Ημαθία/Ψαμαθία (Ησύχιος) = αιγιαλός, αμμώδης περιοχή/χώρα] με το οποίο ήταν γνωστή σε παλαιότερες εποχές η Μακεδονία (πριν από την εγκατάσταση του φύλου των Μακεδόνων) και για τον τέταρτο η αρχαία ονομασία, που προήλθε από τους αρχαίους Χαλκιδείς αποίκους των παραλίων.
Στις περισσότερες επαρχίες των Νομών της Μακεδονίας χρησιμοποιήθηκαν, όπως προαναφέραμε τα αρχαία τοπωνύμια, τα οποία είχαν προκύψει, στην συντριπτική τους πλειονότητα, από τα ονόματα διαφόρων φύλων που είχαν εγκατασταθεί στις περιοχές αυτές. Προφανώς, τα αρχαία τοπωνύμια δεν συνέπιπταν εδαφικά απολύτως με τις νεώτερες επαρχίες, αλλά κάλυπταν σε γενικές γραμμές τις αντίστοιχες περιοχές της αρχαιότητας. Μέχρι πρόσφατα λοιπόν υπήρχαν στους διάφορους Νομούς της Μακεδονίας «Επαρχίες» με αρχαίες ονομασίες όπως Επαρχία Αλμωπίας (στον Νομό Πέλλας), Επαρχίες Σιντικής, Βισαλτίας (στον Νομό Σερρών), Παιονίας (στον Νομό Κιλκίς), Επαρχία Εορδαίας (Νομός Κοζάνης).
Ποιοι ήσαν όμως οι Άλμωπες, οι Βισάλτες, οι Παίονες, οι Εορδοί, οι Σίντοι ή Σιντοί, αλλά και οι Πίερες, οι Σίθωνες, οι Οδόμαντες, οι Ηδωνοί, οι Ορέστες, οι Λυγκηστές, οι Ελιμιώτες, οι Πελαγόνες, οι Μάγνητες κ.λπ.;
Στις αναρτήσεις που θα ακολουθήσουν θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε όσες πληροφορίες έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα για αυτούς τους αρχαίους λαούς και τα φύλα, που κατοικούσαν στον χώρο της αρχαίας Μακεδονίας. Υπενθυμίζουμε ότι για Παίονες και Παιονία υπάρχει πρόσφατη ανάρτηση (Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009).

Για περισσότερες πληροφορίες, αλλά και για την πληρέστερη ενημέρωση των αναγνωστών, συστήνουμε την ανάγνωση του εισαγωγικού κεφαλαίου με τον τίτλο «Ιστορικό Περίγραμμα» από το βιβλίο: «Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων» – ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ (β΄ έκδοση συμπληρωμένη) Θεσσαλονίκη 2004, [Κεντρική διάθεση: Βιβλιοπωλείο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ Ερμού 61 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ] καθώς και το βιβλίο των Σάκη Τότλη-Δημήτρη Ευαγγελίδη: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ χθες και σήμερα (Έκδόσεις Μέτρο, 2009), το οποίο εκδόθηκε αρχικά από την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πέλλας και διανεμήθηκε σε Σχολεία, Συλλόγους και πολίτες.

Ἂλμωπες: Στο εξαιρετικό και αναντικατάστατο, παρά την παλαιότητά του, Λεξικό των Κυρίων Ονομάτων (Ανέστη Κωνσταντινίδου, Κωνσταντινούπολις 1900) αποκαλούνται Ἀλμῶπες και όπως αναφέρει, ήσαν «…Έθνος πελαγονικόν της Μακεδονίας…». Σύμφωνα με την παράδοση η Αλμωπία έλαβε το όνομα από τον γίγαντα Άλμωπο, υιό του Ποσειδώνος και της Έλλης (Στέφανος Βυζάντιος, Εθνικά). Η Αλμωπία υπήρξε η πρώτη χώρα που κατακτήθηκε (Θουκυδίδης, Β΄ 99) από τους Τημενίδες βασιλείς της Μακεδονίας (αμέσως μετά το 550 π.Χ.). Αξίζει να σημειωθεί ότι στους Βυζαντινούς χρόνους ονομαζόταν Μογλενά (=χώρα της ομίχλης) ενώ επί Τουρκοκρατίας Καρατζόβα από την τουρκική ονομασία του όρους Βόρας (Λεξικό Παπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, Αθήνα 1997).
Σύμφωνα με τις νεώτερες αντιλήψεις, οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Αλμωπίας θεωρούνται ως παιονικής καταγωγής φύλο (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ – «Εκδοτική Αθηνών» 1982, σελ. 48), το οποίο εγκαταστάθηκε στην περιοχή, όπου συγχωνεύθηκε με τους γηγενείς κατοίκους (απογόνους Νεολιθικού πληθυσμού) στην διάρκεια της Μέσης Εποχής του Ορειχάλκου(1900-1600 π.Χ.).
Ο γεωγράφος Κλαύδιος Πτολεμαίος (Γ΄ 13. 24) τους αποδίδει τις πόλεις Όρμα, Ευρωπό και Άψαλο. Γύρω στο 1150 π.Χ., η περιοχή θα κατακτηθεί από τους Βρίγες (Φρύγες) και μετά την αποχώρηση των Φρυγών (περί το 800 π.Χ.), θα υποταχθεί στους Ιλλυριούς. Τελικώς, στη διάρκεια του 6ου αιώνα π.Χ. η χώρα των Αλμώπων θα κατακτηθεί από τους Μακεδόνες, οι οποίοι θα τους αφομοιώσουν ή εκδιώξουν από την περιοχή και από τότε θα αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα της Μακεδονίας.

Βισάλτες: Αρχαίο μη-ελληνικό φύλο, θεωρούμενο παλαιότερα ως θρακικό, που εγκαταστάθηκε, γύρω στα τέλη της Χαλκοκρατίας (περίπου 1200 π.Χ.), κυρίως στις δυτικές περιοχές του κάτω ρου του ποταμού Στρυμόνα, αφομοιώνοντας ένα τμήμα του πελασγικού φύλου των Κρηστωναίων και απωθώντας τους υπόλοιπους δυτικότερα, αλλά υπό την κυριαρχία του ηγεμόνα των Βισαλτών (βλ. Ο. Άβελ: Ιστορία της Μακεδονίας, σελ. 177). Σύμφωνα όμως με νεώτερες απόψεις (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ – «Εκδοτική Αθηνών» 1982, σελ. 48), οι Βισάλτες θεωρούνται ως ένα αρχικά φρυγικό φύλο, που αναμίχθηκε στην συνέχεια με τους Θράκες.
Η αρχαία πάντως Βισαλτία, κάλυπτε κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. την περιοχή μεταξύ του όρους Βερτίσκος προς Δυσμάς, της Κερκινίτιδος λίμνης προς Ανατολάς, του Στρυμονικού κόλπου προς Νότον και του ποταμού Στρυμόνος προς Α-ΒΑ (Βλ. Χάρτη Αρχαία Μακεδονία ).
Οι Βισάλτες αναφέρονται από τον Ηρόδοτο (Η΄ 116) και από τον Θουκυδίδη (Β΄ 99 – Δ΄ 106). Ο Ηρόδοτος συγκεκριμένα διηγείται, ότι κατά την εκστρατεία του Ξέρξη εναντίον της Ελλάδος, ο βασιλεύς των Βισαλτών δεν δέχθηκε να τον ακολουθήσει και κατέφυγε στην Ροδόπη. Οι έξη υιοί του όμως τον παράκουσαν και συνεξεστράτευσαν με τους Πέρσες, αλλά όταν επέστρεψαν τους τιμώρησε σκληρά, τυφλώνοντάς τους.


Αργυρό οκτάδραχμο Βισαλτών (περίπου 475-465 π.Χ.)


Η Βισαλτία κατελήφθη από τον Βασιλέα της Μακεδονίας Αλέξανδρο τον Α΄, μετά την μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.) και εκτός από μικρά διαστήματα, θα παραμείνει από τότε επαρχία του Μακεδονικού Βασιλείου. Οι Βισάλτες, στην διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας, θα εξελληνισθούν και θα αφομοιωθούν πλήρως.

Βρίγες, Βρύγοι ἤ Βρύγες: Με την ονομασία Βρίγες και Βρύγοι (βλ. Στράβων Ζ΄ VΙΙ. 8), μνημονεύεται στις αρχαίες πηγές ένα μικρό φύλο στην Ιλλυρία. Τα μέλη αυτού του φύλου αναφέρονται ως οι παλαιότεροι κάτοικοι της περιοχής, σύμφωνα με την παράδοση για την ίδρυση της Επιδάμνου (αποικία των Κερκυραίων, σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας), την οποία κατέγραψε ο Αλεξανδρινός ιστοριογράφος του 2ου μ.Χ. αιώνα Αππιανός και που τους διαδέχθηκαν αργότερα οι Ταυλάντιοι, με τους οποίους, όπως σαφώς συμπεραίνεται, οι Βρίγες δεν είχαν καμιά σχέση ή συγγένεια.
Η νεώτερη έρευνα προσδιόρισε ότι το φύλο αυτό ταυτίζεται με τους Βρίγες του Ηροδότου (Ζ΄ 73), που εντοπίζονται στην Μακεδονία, πριν από την μαζική τους αναχώρηση και εγκατάσταση στην Μικρά Ασία, όπου θα γίνουν γνωστοί με την ονομασία Φρύγες. Θα πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι ο Ηρόδοτος αναφέρει (ΣΤ΄ 45 και Ζ΄ 185) και κάποιους άλλους Βρύγες, «Βρύγοι Θρήικες», οι οποίοι επιτέθηκαν στον στρατό του Μαρδονίου, σε μια νυκτερινή επιχείρηση, κάπου στην «Μακεδονία», χωρίς να προσδιορίζεται ακριβώς η περιοχή (σύμφωνα με τον Ν. Χάμμοντ – «Ιστορία της Μακεδονίας» τομ. Α΄ σελ. 329 - μάλλον στην βόρεια Χαλκιδική), κατά την εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδος (492 π.Χ.). Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που ο Στέφανος Βυζάντιος διακρίνει τους Βρίγες «έθνος Θρακικόν», από τους Βρύγες, που τους θεωρεί «Μακεδονικόν έθνος, προσεχές Ιλλυριοίς». Φαίνεται ότι αυτοί οι Βρύγες ή Βρίγες ή Βρύγοι, ήσαν υπόλειμμα των εκτεταμένων φρυγικών εγκαταστάσεων στον βορειοελλαδικό χώρο (βλ. Ιστορικό Περίγραμμα στο «Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων»). Όσο για τον χαρακτηρισμό τους, «Θράκες», αυτός οφείλεται μάλλον στις συγκεχυμένες απόψεις του Ηροδότου και της εποχής του, που επαναλαμβάνονται και από άλλους αρχαίους συγγραφείς (π.χ. Στράβων Ζ΄ ΙΙΙ. 2).

Δ.Ε.Ε.

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

ΓΛΩΣΣΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ... (1)


Είναι πεποίθησή μου ότι πέρα από τα θέματα Ιστορίας, Αρχαιολογίας, Πολιτισμού κ.λπ. ή τα εξωτερικά προβλήματα της χώρας μας, η βελτίωση της γλώσσας μας και η ανάδειξη σοβαρών γλωσσικών ζητημάτων είναι μέσα στα καθήκοντα εκείνων που πιστεύουν ότι ενδιαφέρονται για τον λαό μας και αυτόν τον τόπο.
Θεωρώ λοιπόν σκόπιμο να αναλύονται κατά διαστήματα και ορισμένα γλωσσικά θέματα που πιθανότατα μας ενοχλούν, μας εξοργίζουν ή μας προβληματίζουν. Για να έχουμε όμως μια συνολική εικόνα νομίζω ότι πρέπει να παρουσιάζουμε και κάποια θεωρητικά κείμενα που μας βοηθούν να γίνουμε συμμέτοχοι στο γλωσσικό γίγνεσθαι.
Το κείμενο που ακολουθεί πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Ρήξη" στις 3-11-2007 φ. 22 και ήταν το πρώτο σε μια σειρά άρθρων που ακολούθησαν.


Η πανάθλια κατάσταση του σημερινού εκπαιδευτικού μας συστήματος είναι γνωστή σε όλους, με αποτέλεσμα η γλώσσα μας να κακοποιείται σε αφάνταστο βαθμό, όχι μόνον ορθογραφικά (ίσως το μικρότερο κακό), αλλά και συντακτικά. Επί πλέον υπάρχει σοβαρότατο πρόβλημα με τους τηλεπαρουσιαστές, «ρεπόρτερ» κ.ά. (και όχι μόνον) που καταστρέφουν το γλωσσικό αισθητήριο των δύστυχων ακροατών με τα όσα «ξεφουρνίζουν» κάθε τόσο. Δεν διεκδικώ το αλάθητο, αλλά πιστεύω ότι έχω κάθε δικαίωμα, ως μέλος αυτής της γλωσσικής κοινότητας, να κατακρίνω όσα με ενοχλούν και που κατά την ταπεινή μου γνώμη πρέπει να διορθωθούν, γιατί με την φόρα που έχουμε πάρει σε λίγα χρόνια θα συνεννοούμαστε σε Greeklish για να μπορούμε να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον…

ΚΡΙΤΗΡΙΟ
Ένα εύκολο και χαρακτηριστικό κριτήριο της επιπολαιότητας διαφόρων «συγγραφέων» είναι η γραφή της πρόθεσης εξ με απόστροφο (εξ’ άλλου, εξ’ ίσου, εξ’ ανάγκης κ.λπ.). Πολλοί, νομίζουν ότι είναι το ίδιο γραμματικό φαινόμενο (έκθλιψη) που παρατηρείται π.χ. στην πρόθεση από, στην οποία, όταν ακολουθεί λέξη που αρχίζει με φωνήεν, προς αποφυγήν χασμωδίας αποκόπτεται το α (συναλοιφή = εξάλειψη) και στην θέση του μπαίνει απόστροφος. Έτσι, το «από όπου» γράφεται «απ’ όπου», το «από εκεί» γράφεται «απ’ εκεί». Αυτό όμως δεν έχει καμιά σχέση με τις προθέσεις εκ (όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από σύμφωνο) και εξ (όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από φωνήεν), στις οποίες δεν χρειάζεται η απόστροφος, απλούστατα, διότι δεν υπάρχει εξάλειψη κάποιου φωνήεντος. Εκείνο που μου κάνει εντύπωση είναι γιατί οι ίδιοι δεν γράφουν π.χ. «εκ’ προθέσεως», «εκ’ του ιδίου» κ.λπ. Υποθέτω ότι αυτό συμβαίνει διότι δεν γνωρίζουν ότι πρόκειται για την ίδια πρόθεση! (*)

ΠΟΣΕΣ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΕΧΟΥΜΕ;
Ακούω πολύ συχνά στις περισπούδαστες και βαρύγδουπες αναλύσεις πολιτικών και δημοσιογράφων να πιπιλίζουν μια ανόητη έκφραση, που πιθανότατα θεωρούν ότι είναι «κουλτουριάρικη» και πνευματώδης. Αναφέρομαι στο φαιδρότατο «Έχω την αίσθηση…», που εκφωνούν βαθυστόχαστα «ενώπιος ενωπίω» πριν μας λούσουν με το απαύγασμα της σκέψης τους.
Ερώτημα πρώτον: Ποια ακριβώς αίσθηση έχετε αγαπητοί; Την αφή, την γεύση, την όραση, την ακοή ή την όσφρηση; Προφανώς καμιά από αυτές. Μάλλον θα αναφέρεστε σε κάποια έκτη αίσθηση ή όχι;
Ερώτημα δεύτερον: Μια και κάθε φυσιολογικός άνθρωπος διαθέτει μόνον πέντε αισθήσεις, μήπως αγαπητοί θέλετε να μας πείσετε ότι διαθέτετε κάτι παραπάνω από τον μέσο πολίτη εσείς οι επώνυμοι και συνήθεις φιλοξενούμενοι της μικρής οθόνης;
Ερώτημα τρίτον: Μήπως δεν ξέρετε τι λέτε;
Η έκφραση αυτή μας προέκυψε από τα πρώτα χρόνια του ΠΑΣΟΚ, τότε που ο Αντρέας είχε την έμπνευση να μας κουβαλήσει δεκάδες και εκατοντάδες αμερικανοσπουδαγμένους για να μας εκπολιτίσουν. Οι περισσότεροι από αυτούς ήσαν μάλλον «κουμπούρες» στα ελληνικά, αλλά με τις τότε συνθήκες του γλωσσοπολιτικού φανατισμού, τα λεγόμενά τους αποτελούσαν ιερές φράσεις για τους κεχηνότες οπαδούς τους, που τις αναπαρήγαγαν αφειδώς. Λόγω λοιπόν αυτής της αδυναμίας τους, μετέφραζαν με μεγάλη ευκολία λέξεις και εκφράσεις από τα αγγλικά και μας τις πετούσαν κατάμουτρα.
Στα αγγλικά (ή σωστότερα στα αμερικάνικα, για να ακολουθήσω τον Όσκαρ Ουάϊλντ που είχε δηλώσει ότι «με τους Αμερικανούς, εμείς οι Βρετανοί έχουμε πολλά κοινά, αλλά μας χωρίζει ένα βασικό: Η γλώσσα»!) υπάρχει η έκφραση “I have the feeling”, που λέγεται με την έννοια: νομίζω, μου φαίνεται, πιθανολογώ κ.λπ.
Στα ελληνικά υπάρχει η ωραιότατη έκφραση «Έχω την εντύπωση», που αποδίδει ακριβώς αυτήν την αμερικανιά. Προφανώς όμως θεωρείται οπισθοδρομική, ξεπερασμένη, χωριάτικη, κατινίστικη και δεν ξέρω τι άλλο. Στο κάτω-κάτω πώς θα δείξουμε ότι ξέρουμε και τα αγγλικούλια μας!
_______________________________
(*) Μάλλον βιάστηκα να βγάλω συμπεράσματα για την πρόθεση "εκ". Σχετικά πρόσφατα (21-6-09), σε ανακοίνωση πολιτικού γραφείου τ. Υπουργού, διάβασα το αδιανόητο «…όταν εκ’ των πραγμάτων…»!!!
Δεν πάμε καθόλου, μα καθόλου καλά…

Δ.Ε.Ε.

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

ΙΛΛΥΡΙΟΙ

Η ρωμαϊκή επαρχία του "Ιλλυρικού" (Illyricum)

Ιλλυριοί: Ομάδα φύλων του δυτικού τμήματος της χερσονήσου του Αίμου. Η ονομασία τους αυτή, με την οποία έγιναν γνωστοί στις αρχαιοελληνικές πηγές, φαίνεται ότι προήλθε αρχικά από ένα μικρό φύλο της Ιλλυρίδος (*), δηλ. της περιοχής της σημερινής κεντρικής Αλβανίας, με το οποίο ήλθαν σε επαφή για πρώτη φορά οι Έλληνες και στην συνέχεια η χρήση του διαδόθηκε και περιέλαβε όλα τα «ιλλυρικά» φύλα. Μια ένδειξη για την ύπαρξη αυτού του φύλου προέρχεται από το έργο του Πλίνιου του Πρεσβύτερου «Φυσική Ιστορία», που γράφτηκε στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. και στο οποίο αναφέρεται (ΙΙΙ. 144) η ύπαρξη ενός λαού στην περιοχή των εκβολών του ποταμού Δρίλωνος (σημερ. Drin) στην Αδριατική, που τον αποκαλεί «οι λεγόμενοι κυρίως Ιλλυριοί» (Illyrii proprie dicti).
Οι πρόγονοι των Ιλλυριών υποστηρίζεται ότι προήλθαν από την συγχώνευση των Νεολιθικών κατοίκων της περιοχής με τους Αριοευρωπαίους εισβολείς, η οποία σημειώθηκε στην διάρκεια της Χαλκολιθικής Εποχής (4η χιλιετία π.Χ.), κυρίως στις περιοχές της κεντρικής και ανατολικής χερσονήσου του Αίμου. Στο δυτικό τμήμα θα διεισδύσουν αργότερα, με αποτέλεσμα η περιοχή να εμφανίζει καθυστέρηση και η Εποχή του Ορειχάλκου να αρχίσει μόλις το 2100/2000 π.Χ.
Η φάση πάντως του σχηματισμού των λεγομένων Πρωτο-Ιλλυριών (Proto-Illyrians) καλύπτει ολόκληρη την Εποχή του Ορειχάλκου (Bronze Age, 2100/2000 – 1100 π.Χ.), ενώ στην διάρκεια των πρώτων αιώνων της Εποχής του Σιδήρου (1100 – 700 π.Χ.), έχουμε την διαμόρφωση των Πρώϊμων Ιλλυριών (First Illyrians). Από το 700 π.Χ. και μετά αναφερόμαστε πλέον στα ήδη σχηματισμένα φύλα των Ιλλυριών που αναφέρονται στους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους συγγραφείς (βλ. λεπτομέρειες στην Αρχαία Ιστορία του Πανεπιστημίου Καίημπριτζ–Cambridge Ancient History, C.A.H. Vol. III, part 1 σελ. 585).
Θα πρέπει πάντως να τονίσουμε, ότι οι συστηματικές έρευνες των τελευταίων δεκαετιών, που συγκέντρωσαν έναν τεράστιο όγκο αρχαιολογικού και γλωσσολογικού υλικού, απέδειξαν ότι οι Ιλλυριοί δεν απετέλεσαν ποτέ μια ομοιογενή εθνική και φυλετική οντότητα (Illyrians, 1996 σελ. 38). Η ανομοιογένεια αυτή ερμηνεύεται όχι μόνον από την ανάμειξη των ιθαγενών Νεολιθικών πληθυσμών με τους Αριοευρωπαίους εισβολείς όπως προαναφέραμε, αλλά και από την είσοδο κεντροευρωπαϊκών λαών των λεγομένων «πολιτισμών των Τεφροδόχων» (Urnfield cultures**) στις κεντρικές και δυτικές περιοχές της χερσονήσου του Αίμου.
__________________________________
(*) Γεωγραφικός όρος, που διαφέρει από τους όρους «Ιλλυρία» (=γενικά, οι σημερινές περιοχές της Αλβανίας και της πρώην ενιαίας Γιουγκοσλαβίας) και «Ιλλυρικόν» (= η ρωμαϊκή επαρχία ειδικότερα, Illyricum).
(**) Πολιτισμός της Μέσης Εποχής του Εποχής Ορείχαλκου (Bronze Age) της Κεντρικής Ευρώπης (περίπου 1800 π.Χ.), που ανήκει σε ομάδα συγγενών πολιτισμών οι οποίοι είναι γνωστοί με την ονομασία Ούρνφιλντ (Urnfield cultures = Πολιτισμοί των τεφροδόχων). Χαρακτηριστικό αυτών των πολιτισμών ήταν το ταφικό έθιμο της καύσης των νεκρών και της τοποθέτησης της τέφρας (στάχτης) σε ειδικά, συνήθως κεραμικά, αγγεία (τεφροδόχοι, Urns).

Η είσοδος αυτών των λαών έγινε σε δύο κύματα: Το πρώτο σημειώθηκε γύρω στο 1200 π.Χ. και ταυτίζεται με την μεγάλη «Φρυγική μετανάστευση», ενώ το δεύτερο πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 12ου αιώνα και στην διάρκεια του 11ου αιώνα π.Χ. Αυτό το δεύτερο κύμα είχε αξιοσημείωτη επίδραση ειδικά στις δυτικές περιοχές, όχι μόνον στα υλικά στοιχεία των τοπικών πολιτισμών, αλλά κυρίως στο ότι προκάλεσε νέες μετακινήσεις λαών από τα ανατολικά παράλια της Αδριατικής προς την ιταλική χερσόνησο και ειδικότερα το νοτιοανατολικό της άκρο (αρχ. Ιαπυγία ή Καλαβρία, σημερινή Απουλία).
Οι λαοί που εγκαταστάθηκαν στις ιταλικές ακτές της Αδριατικής ήσαν οι Ιάπυγες (δεν πρέπει να συγχέονται με τους Ιάζυγες, ένα Σαρματικό φύλο και τους Κελτο-Ιλλυριούς Ιάποδες των βορειοανατολικών παραλίων της Αδριατικής), οι Μεσσάπιοι και οι Χώνες (Chonians). Για τους τελευταίους, πιστεύεται ότι σχετίζονται με το Δυτικό (Ηπειρωτικό) ελληνικό φύλο των Χαόνων (βλ. C.A.H. Vol. III part 1, σελ. 229).
Γλώσσα των προαναφερθέντων αυτών λαών ήταν η συμβατικά ονομαζόμενη Μεσσαπική, η οποία θεωρείται συγγενής της Ιλλυρικής γλώσσας, αλλά επειδή προήλθε από μια προγονική μορφή της Ιλλυρικής (την λεγόμενη Προ-ιλλυρική, pre-Illyrian), διαφοροποιήθηκε έντονα στην διάρκεια των ιστορικών χρόνων με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται σήμερα ως ξεχωριστή οντότητα μεταξύ των πρώϊμων γλωσσών της ιταλικής χερσονήσου. Είναι γνωστή από περισσότερες από 300 επιγραφές, γραμμένες σε μια μορφή του ελληνικού αλφαβήτου που υιοθετήθηκε γύρω στο 500 π.Χ.
Τα νότια όρια εξάπλωσης των ιλλυρικών φύλων τοποθετούνται στην κοιλάδα του ποταμού Αώου, στην σημερινή νότια Αλβανία, ενώ ορισμένοι τα τοποθετούν βορειότερα, στην κοιλάδα του ποταμού Γενούσου (σημερ. Shkumbi).
Το θέμα αυτό έχει επιλυθεί πλέον μετά από τα νεώτερα ευρήματα και τις πρόσφατες έρευνες, οι οποίες απέδειξαν ότι μέχρι τον 9ο αιώνα π.Χ. τα όρια μεταξύ ιλλυρικών και Δυτικών (Ηπειρωτικών) ελληνικών φύλων προσδιορίζονταν από τον ποταμό Γενούσο. Αυτή η περίοδος όμως, ήταν η εποχή κυριαρχίας στην ανατολική Αδριατική ενός ισχυρού λαού της περιοχής, των Λιβουρνών (Liburnians). Οι Λιβουρνοί ανήκαν στους λεγόμενους Βενετικούς (Venetic) λαούς (βλ. παρακάτω), που ήσαν εγκατεστημένοι στον μυχό της Αδριατικής και στις Δαλματικές ακτές και αποτελούσαν το νοτιότερο φύλο τους. Το πρώτο μισό του 8ου αιώνα π.Χ. είχαν εγκατασταθεί στην Κέρκυρα, την οποία μοιράζονταν με τους Έλληνες αποίκους από την Ερέτρια της Εύβοιας, μέχρι την εκδίωξή τους από την περιοχή και την οριστική απώθησή τους, στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. από τον πανίσχυρο στόλο των Κορινθίων, που θα καταλάβουν την Κέρκυρα και θα αποκτήσουν έτσι τον έλεγχο της νότιας Αδριατικής και των επικερδών θαλάσσιων επικοινωνιών με την Ιταλία.
Φαίνεται ότι την περίοδο της κυριαρχίας των Λιβουρνών, οι Ταυλάντιοι και άλλα ιλλυρικά φύλα προωθήθηκαν νοτιότερα και κατέλαβαν τις εύφορες παραλιακές πεδιάδες μεταξύ Γενούσου και Αώου (βλ. λεπτομέρειες για τα παραπάνω στο Illyrians, σελ.183-188 και C.A.H. Vol. III part 3 σελ. 266-267). Στην συνέχεια όμως, τα ελληνικά φύλα των Χαόνων φαίνεται ότι απώθησαν και πάλι τα ιλλυρικά φύλα βορειότερα, στον ποταμό Γενούσο, ο οποίος μέχρι τα τέλη περίπου του 5ου αιώνα π.Χ. θα παραμείνει το όριο μεταξύ τους. Στην διάρκεια του 4ου και 3ου αιώνα π.Χ., εποχή ισχυροποίησης και επέκτασης των ιλλυρικών κρατών της περιοχής, ο Αώος θα ξαναγίνει το όριο ιλλυρικών και ελληνικών φύλων (βλ. Dragoslav Srejović: The Illyrians and the Thracians-Malta 1998, σελ. 14).
Ο ιστορικός του 2ου μ.Χ. αιώνα Αππιανός ο Αλεξανδρεύς, περιέλαβε στο ιστορικό του έργο (Ρωμαϊκά), ένα βιβλίο για τους Ιλλυριούς και τους πολέμους των Ρωμαίων εναντίον τους, το οποίο περιέχει σημαντικές πληροφορίες για τα διάφορα ιλλυρικά φύλα. Εκεί παραδίδεται και μια μυθολογική γενεαλογία των λαών της εποχής εκείνης που ήσαν εγκατεστημένοι στην Ιλλυρία. Σύμφωνα με αυτήν, από τον Κύκλωπα Πολύφημο και την γυναίκα του Γαλάτεια, γεννήθηκαν τρεις γιοι, ο Κελτός, ο Ιλλυριός και ο Γάλας, οι οποίοι μετανάστευσαν από την πατρίδα τους Σικελία και εγκαταστάθηκαν σε διάφορες χώρες όπου οι υπήκοοί τους ονομάσθηκαν αντίστοιχα Κέλτες, Ιλλυριοί και Γαλάτες, γεγονός που αποκαλύπτει την σύγχυση και την άγνοια εθνολογικών δεδομένων του Αππιανού, ο οποίος διαχωρίζει τους Κέλτες από τους Γαλάτες!
Ο Ιλλυριός απέκτησε έξη γιους, τον Εγχελέα (Encheleus), τον Αυταριέα (Autarieus), τον Δάρδανο (Dardanus), τον Μαίδο (Maedus), τον Ταύλα (Taulas) και τον Περραιβό (Perrhaebus), αλλά και κόρες όπως την Παρθώ (Partho), την Δαορθώ (Daortho), την Δασσαρώ (Dassaro) και άλλες. Από τα παιδιά αυτά του Ιλλυριού κατάγονται οι Ταυλάντιοι, οι Περραιβοί, οι Εγχελείς, οι Αυταριάτες, οι Δάρδανοι, οι Παρθίνοι, οι Δασσαρήτες και οι Δάρσιοι (σημ. ΔΕΕ μάλλον εννοούνται οι Δαόρσοι). Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι ο Αυταριεύς είχε ένα γιο, τον Παννόνιο ή Παίονα και αυτός είχε γιους, τον Σκορδίσκο και τον Τριβαλλό, από τους οποίους κατάγονται οι αντίστοιχοι λαοί.
Προφανώς, η γενεαλογία του Αππιανού και η «μεγάλη Ιλλυρία» του, στην οποία περιελάμβανε λαούς εθνικά και γεωγραφικά άσχετους με τους Ιλλυριούς, ήσαν τεχνητά κατασκευάσματα, τα οποία εξυπηρετούσαν συγκεκριμένους πολιτικούς, δημοσιονομικούς και διοικητικούς στόχους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μετά την ενσωμάτωση των δυτικών περιοχών της χερσονήσου του Αίμου (βλ. και Srejović, 1998 σελ. 13).
Η αρχαιότερη πάντως περιγραφή των ιλλυρικών φύλων, γίνεται στον Περίπλου, ο οποίος γράφτηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. και λανθασμένα αποδίδεται στον θαλασσοπόρο και γεωγράφο Σκύλακα τον Καρυανδέα (Ψευδο-Σκύλαξ). Τους Ιλλυριούς μνημονεύει και ο μεγάλος Γεωγράφος της αρχαιότητος (3ος αιώνας π.Χ.) Ερατοσθένης, καθώς και ο Γεωγράφος του 2ου αιώνα π.Χ. Σκύμνος ο Χίος. Το νοτιότερα εγκατεστημένο φύλο των Ιλλυριών φαίνεται ότι ήσαν οι Βυλλίονες (Bylliones), στην ενδοχώρα της ελληνικής αποικίας της Απολλωνίας, στην κοιλάδα του ποταμού Αώου, που γειτόνευε στα νότια του με το ελληνικό Ηπειρωτικό φύλο των Χαόνων. Σήμερα πάντως υποστηρίζεται ότι οι Βυλλίονες ήσαν ελληνικό και όχι ιλλυρικό φύλο (C.A.H. Vol. III part 3, σελ. 268).

Ρωμαϊκή Ιλλυρία

Για το φύλο των Ατιντάνων/Αντιντάνων/Ατιντανών, εξακολουθεί να υπάρχει σύγχυση και ως προς την καταγωγή του όσο και ως προς την ακριβή θέση εγκατάστασής του. Η σύγχρονη έρευνα πάντως τείνει να καταλήξει στην παραδοχή ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά φύλα: Το ελληνικό φύλο των Ηπειρωτών Ατιντάνων, εγκατεστημένο μεταξύ των Χαόνων και των Μολοσσών και το ιλλυρικό φύλο των Ατιντανών, στα βόρεια της σημερινής πόλης του Ελβασάν.
Οι Ταυλάντιοι, αποτελούσαν μια ομάδα ιλλυρικών φύλων, που κατά καιρούς κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της παραλιακής πεδιάδας μεταξύ των ποταμών Αώου στα νότια και Δρίλωνος (σημερ. Drin) στον βορρά. Η παράδοση για την ίδρυση (γύρω στο 627 π.Χ.) της Επιδάμνου (αποικία των Κερκυραίων, σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας), την οποία κατέγραψε επίσης ο Αππιανός, αναφέρει τους Βρίγες ως τους παλαιοτέρους κατοίκους της περιοχής, που τους διαδέχθηκαν αργότερα οι Ταυλάντιοι, με τους οποίους, όπως σαφώς συμπεραίνεται, οι Βρίγες δεν είχαν καμιά σχέση ή συγγένεια.
Ο περίφημος αρχαίος Γεωγράφος του 6ου αιώνα π.Χ. Εκαταίος ο Μιλήσιος, μνημονεύει ως φύλο των Ταυλαντίων, τους Άβρους (Abri), οι οποίοι γειτόνευαν ανατολικά με ένα άλλο ιλλυρικό φύλο, τους Χελιδόνες, εγκατεστημένους στο εσωτερικό, στα νότια του μέσου ρου του ποταμού Δρίλωνος.

Αργυρός στατήρ της Επιδάμνου (Δυρράχιον)
Κόπηκε για λογαριασμό του ηγεμόνος των Ιλλυριών Μονουνίου (περίπου 300-280 π.Χ.)
Στα ανατολικά των Ταυλαντίων, στο εσωτερικό, ήσαν εγκατεστημένοι, οι Παρθεινοί (Λεξικό Κυρίων Ονομάτων, Κωνσταντινούπολις 1893) ή Παρθίνοι (Στέφανος Βυζάντιος), οι ανατολικοί γείτονες των οποίων ήσαν οι Εγχελείς, στην περιοχή της λίμνης Αχρίδος. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ηγεμόνες των Εγχελέων, θεωρούσαν τους εαυτούς τους απογόνους του μυθικού ήρωος Κάδμου και της συζύγου του Αρμονίας (κόρης του Άρεως και της Αφροδίτης).
Σύμφωνα όμως με νεώτερες απόψεις, οι Εγχελείς κατοικούσαν στην πραγματικότητα στην περιοχή της λίμνης Σκόδρας (αρχ. Λαβαιάτις), στο βορειότερο σημείο της σημερινής Αλβανίας και όχι στην περιοχή βορείως της Αχρίδας. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι και στον προαναφερθέντα Περίπλου, οι Εγχελείς τοποθετούνται βορείως των Ταυλαντίων, άρα στα νότια της λίμνης Σκόδρας. Το θέμα αυτό πάντως σήμερα έχει ξεκαθαρίσει. Υποστηρίζεται λοιπόν, ότι πρόκειται μάλλον για κάποιο Παλαιο-Βαλκανικό φύλο, εγκατεστημένο αρχικά στα βόρεια της πλούσιας σε αλιεύματα και κυρίως χέλια (με αυτά σχετίζεται ετυμολογικά και η ονομασία του φύλου), λίμνη της Αχρίδος, το οποίο βαθμιαία επεκτάθηκε κατά μήκος του ποταμού Δρίλωνος (σημερ. Drin), μέχρι την περιοχή της λίμνης Σκόδρας, με αποτέλεσμα να υπάρχει σύγχυση στις αρχαίες πηγές.
Βορείως της λίμνης Σκόδρας αναφέρονται τα φύλα των Αρδιαίων (Ardiaei), ενώ στα ανατολικά της λίμνης τα φύλα των Γραβαίων (Grabaei) και των Λαβαιατών (Labeates). Ακόμη βορειότερα, στα παράλια της Αδριατικής, ήσαν εγκατεστημένοι οι Δαόρσοι και βορειότερα οι Νεστοί. Ανατολικοί γείτονες αυτών των λαών στο εσωτερικό, ήσαν οι Δαλματοί ή Δελμέτες, οι οποίοι μετά τον 2ο αιώνα π.Χ. θα κυριαρχήσουν στην περιοχή που θα πάρει και το όνομά της από αυτό το φύλο (Δαλματία).
Στις εκτεταμένες περιοχές του εσωτερικού της Ιλλυρίας, κυριαρχούσαν οι μεγάλες ομάδες φύλων όπως οι Αυταριάτες, οι Δάρδανοι και στην συμβολή των ποταμών Μοράβα, Σαύου και Δούναβη το κελτικό φύλο των Σκορδίσκων, οι οποίοι αργότερα θα αναμειχθούν με Ιλλυριούς.
Για τους Παίονες, πρέπει να τονίσουμε ότι σύμφωνα με τις νεώτερες απόψεις (βλ. N. G. L. Hammond: The Macedonian State, Oxford University Press, 1989 και Dragoslav Srejović: The Illyrians and the Thracians, Malta 1998), δεν θεωρούνται πλέον ιλλυρικό φύλο, όπως πίστευαν παλαιότερα.
Επίσης για τα φύλα των Ενετών (Veneti), των Λιβουρνών ή Λιβυρνών (Liburni), των Κάρνων (Carni) και των Ιστρίων (Histri), που ζούσαν στις περιοχές της σημερινής Β.Α. Ιταλίας (κοιλάδα του Πάδου), στις βορειότερες ακτές της Δαλματίας, στην σημερινή ΒΔ Σλοβενία και στην χερσόνησο της Ιστρίας (στον μυχό της Αδριατικής) αντίστοιχα, είναι πλέον γενικά αποδεκτό ότι δεν είχαν σχέση με τους Ιλλυριούς.
Θεωρούνται ως φύλα ενός ιδιαίτερου Αριοευρωπαϊκού λαού, των Βενετών, φορέων της Βενετικής γλώσσας (Venetic language), οι οποίοι κατά την παράδοση (Στράβων Δ΄ IV. 1, Ε΄ Ι. 4 και ΙΒ΄ ΙΙΙ. 25), κατάγονταν από τους Ενετούς της Παφλαγονίας, που με επικεφαλής τον Τρώα αρχηγό Αντήνορα, μετανάστευσαν στην Αδριατική μετά την άλωση της Τροίας. Τέλος οι Ιάποδες, στις ΒΑ ακτές της Αδριατικής, οι νότιοι γείτονες των Ιστρίων, θεωρούνται Κελτο-ιλλυρικός λαός.

ΙΛΛΥΡΙΣ και γύρω περιοχές

Οι Ιλλυριοί έγιναν γνωστοί κυρίως από τις μόνιμες και επίφοβες επιδρομές τους εναντίον των Μακεδόνων, το βασίλειο των οποίων συχνά έφθασε στα όρια της εξαφάνισης και της υποδούλωσης στους Ιλλυριούς. Θα συντριβούν οριστικά από τον Φίλιππο Β΄ και τον Μ. Αλέξανδρο, αλλά στα χρόνια των Διαδόχων και των Ελληνιστικών κρατών, το φύλο των Δαρδάνων, θα ισχυροποιηθεί και θα αρχίσει και πάλι τις επιδρομές εναντίον της Μακεδονίας.
Οι Ιλλυριοί θα υποκύψουν στις αλλεπάλληλες εκστρατείες των Ρωμαίων και μέχρι το 9 μ.Χ. θα ενταχθούν οριστικά στο ρωμαϊκό κράτος, όπου βαθμιαία θα αφομοιωθούν και θα χάσουν ακόμη και την γλώσσα τους, ενώ παράλληλα ένα τμήμα τους εξελληνίσθηκε και συγχωνεύθηκε με τα γειτονικά ελληνικά φύλα. Ο κύριος όγκος τους πάντως αφομοιώθηκε από τα κύματα των Σλάβων που θα εγκατασταθούν στα Βαλκάνια μετά τον 6ο αιώνα μ.Χ.
Αξίζει να σημειωθεί ότι από την γλώσσα των Ιλλυριών (η οποία δεν απέκτησε ποτέ γραπτή μορφή), ελάχιστα ίχνη έχουν απομείνει σήμερα, με αποτέλεσμα να είμαστε βέβαιοι μόνον για το γεγονός ότι η Ιλλυρική ανήκει σαφώς στις Αριοευρωπαϊκές (Ινδοευρωπαϊκές) γλώσσες.
Ιλλυρική πόρπη

Κρίσιμο σημείο παραμένει η θέση τις Ιλλυρικής σε σχέση με τις δύο βασικές ομάδες των Αριοευρωπαϊκών γλωσσών: Την Ανατολική ή ομάδα satem, που περιλαμβάνει την Θρακική, τις Σλαβικές, Ιρανικές (Περσική, Κουρδική, Αφγανική) και Ινδικές γλώσσες (την προγονική Σανσκριτική και τις σύγχρονες Hindi, Bengali, Punjabi, Urdu κ.λ.π.) και την Δυτική ή ομάδα centum στην οποία ανήκουν η Ελληνική και η Φρυγική καθώς και οι Κελτικές, οι Ιταλικές (αρχαίες: Λατινο-Φαλισκική, Οσκο-Ουμβρική, Πικεντική και οι σύγχρονες Ρωμανικές-Λατινογενείς: Ιταλική, Ισπανική, Γαλλική κ.λ.π.) και Τευτονικές (Γερμανική, Αγγλική, Ολλανδική, Σκανδιναβικές) γλώσσες.
Η κρισιμότητα του ζητήματος προκύπτει από το γεγονός ότι η σημερινή Αλβανική γλώσσα (που είναι γνωστή από γραπτές πηγές μόλις από τον 15ο αιώνα μ.Χ.) και η οποία ανήκει στην ομάδα satem (Ανατολική ομάδα), διεκδικεί την καταγωγή της από την Ιλλυρική, η οποία, όπως τείνει να αποδείξει η σύγχρονη έρευνα, ανήκει μάλλον στην Δυτική ομάδα centum και επομένως αποκλείεται να είναι προγονική γλώσσα της Αλβανικής, άρα και οι Ιλλυριοί πρόγονοι των Αλβανών.
Νεώτερες απόψεις (βλ. σχετικό λήμμα από τον Βαλκανιολόγο Αχ. Λαζάρου στο Π-Λ-Μπ) θέλουν τους Αλβανούς να κατάγονται από κάποιο θρακικό φύλο της ενδοχώρας και να εγκαταστάθηκαν στην σημερινή Αλβανία τους πρώτους αιώνες του Βυζαντινού κράτους. Πιθανότερη πάντως φαίνεται η καταγωγή του αρχικού φυλετικού πυρήνα (από τον οποίον προέκυψαν οι σημερινοί Αλβανοί και ιδίως οι Γκέγκηδες του βορείου τμήματος της χώρας) από το αρχαίο Δακικό φύλο των Κάρπων, το οποίο εικάζεται ότι μετακινήθηκε από τα βόρεια των Καρπαθίων, όπου εντοπίζεται τον 2ο-3ο αιώνα μ.Χ. και εγκαταστάθηκε τελικώς στην περιοχή γύρω από την Σκόδρα, κάποια περίοδο μεταξύ του 5ου-10ου αιώνα.
Χάρτης Παν-Ιλλυρικών φαντασιώσεων, με την εξάπλωση των ιλλυρικών φύλων να φθάνει μέχρι τον Αμβρακικό κόλπο!
Δ.Ε.Ε.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Σκιάποδες και Πανώτιοι

The Nuremberg Chronicle (by Hartman Schedel, a Nuremberg physician and humanist scholar), more properly known as the Liber Chronicarum, is a history of the world from creation to its publication in 1493. While on the one hand it demonstrates the influence of Renaissance humanism, it also shows a society in the process of transformation from medieval to modern, and from a scribal culture to a print culture.

Τερατολόγοι και "Μη-Συμβατική" Ιστορία

Στα μέσα περίπου του 5ο αιώνα π.Χ. γεννήθηκε στην Κνίδο της ΝΔ Μικράς Ασίας (στην Καρία, απέναντι από την Ρόδο), ο περίφημος γιατρός και ιστορικός Κτησίας, ο επονομαζόμενος Κνίδιος, από την πόλη της καταγωγής του.
Από το 404 π.Χ. (ίσως και νωρίτερα) έζησε στην Περσική Αυλή ως προσωπικός γιατρός του Πέρση αυτοκράτορα Αρταξέρξη ΙΙ (404-358 π.Χ.), γνωστού από τα γεγονότα της αποτυχημένης εκστρατείας του αδελφού του Κύρου του Νεώτερου εναντίον του και των περιπετειών της επιστροφής των ελλήνων μισθοφόρων (τους οποίους είχε προσλάβει ο Κύρος να τον βοηθήσουν να καταλάβει τον θρόνο) στην πατρίδα (Κάθοδος των Μυρίων, Ξενοφών: Κύρου Ανάβασις). Ο Κτησίας, ο οποίος εκτός από τις ιατρικές, προσέφερε και διπλωματικές υπηρεσίες στον Αρταξέρξη ΙΙ, θα επιστρέψει μετά από πολλά χρόνια στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου άρχισε να ασχολείται με την συγγραφή του περίφημου έργου του, «Περσικά». Το έργο αυτό αποτελούσε μια Ιστορία της Περσίας σε 23 βιβλία, που άρχιζε με τους Ασσυρίους και τον μυθικό βασιλιά τους Νίνο (Βιβλία 1-3), στην οποία όμως υπήρχαν πλήθος παρεκβάσεων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ξεχωριστά έργα, όπως τα «Ινδικά», περιγραφή της Ινδίας, η «Περίοδος ή Περίπλους», γεωγραφική περιγραφή της Αιγύπτου και του Ευξείνου Πόντου κ.λ.π.
Το έργο του θα χρησιμεύσει ως πηγή για αρκετούς από τους μετέπειτα ιστοριογράφους και συγγραφείς, όπως ο Θεόπομπος ο Χίος, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ο Πλούταρχος κ. ά.
Ο Κτησίας φιλοδοξούσε να είναι ο συνεχιστής του Ηροδότου, στο έργο του οποίου άσκησε έντονη κριτική, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να τον φτάσει, γιατί δεν επεδίωξε να καταγράψει τα ιστορικά γεγονότα με κριτικό πνεύμα και αυστηρότητα στην επιλογή των πηγών του. Ήταν περισσότερο ένας αφηγητής, που απέβλεπε κυρίως στην δημιουργία εντυπώσεων στους αναγνώστες του, με αποτέλεσμα το έργο του να αποκτήσει μυθιστορηματικό χαρακτήρα και να είναι μεν ευκολοδιάβαστο, αλλά εις βάρος της αξιοπιστίας και της σοβαρότητας. Οι διηγήσεις του όμως και οι τερατολογίες του για την ύπαρξη απίθανων λαών και τόπων, θα έχουν ως τελικό αποτέλεσμα να μείνει γνωστός όχι ως ιστορικός, αλλά ως ένας ευφάνταστος παραμυθάς.
Ο Κτησίας, όπως και ο νεώτερός του κατά έναν αιώνα περίπου, αλλά εξ ίσου αμφιλεγόμενος Μεγασθένης (περίπου 350-290 π.Χ.), ο πρεσβευτής του Σελεύκου Α΄ στην αυλή του Ινδού ηγεμόνα Σανδράκοττου (Τσαντραγκούπτα Μωρύα), θα γίνουν οι κύριες πηγές αναφοράς για τους συγγραφείς του Μεσαίωνα, οι οποίοι θα αναπτύξουν ολόκληρο κλάδο, την Τερατολογία, που αντικείμενό της ήταν η καταγραφή κάθε είδους υπερφυσικών όντων και η προσπάθεια για την επιβεβαίωση της ύπαρξής τους: Οι Κυνοκέφαλοι, άνθρωποι με κεφάλι σκύλου, οι Σκιάποδες, που είχαν μόνο ένα πόδι (κατά μία εκδοχή) με τεράστια πατούσα και το χρησιμοποιούσαν για να τους κάνει σκιά όντας ξαπλωμένοι στο έδαφος, μια άλλη φυλή με την ονομασία Βλέμες που ήσαν ακέφαλοι και τα μάτια, στόμα, μύτη κ.λ.π. τα είχαν στο στήθος τους, οι περίφημοι Πανώτιοι ή Ωτολίκνοι ή Ενωτοκοίται με τεράστια αυτιά που τα χρησιμοποιούσαν ως ρούχα και κλινοσκεπάσματα, το μυθικό πτηνό Φοίνιξ που ξαναγεννιόταν από την στάχτη του, οι Κένταυροι, οι Νύμφες, οι Γοργόνες και άλλα πολλά.


Μυθικά όντα από το Χρονικό της Νυρεμβέργης
(Σκιάπους και Βλέμας)


Αυτό το πνευματικό κλίμα μεσαιωνικής αμάθειας και σκοταδισμού μετέφερε με επιτυχία ο διάσημος Ιταλός συγγραφέας και Σημειολόγος Ουμπέρτο Έκο, στο εκπληκτικό μυθιστόρημά του «Μπαουντολίνο» (“Baudolino”, 2000), που θα συνιστούσα την ανάγνωσή του σε οπαδούς και φανατικούς θιασώτες του είδους.
Γιατί άραγε τα αναφέρω όλα αυτά; Για τον απλούστατο λόγο ότι τον τελευταίο καιρό οι προθήκες των Βιβλιοπωλείων γεμίζουν με ανάλογα έργα, τα οποία προφανώς δεν είναι δυνατόν, σε καμιά περίπτωση, να απολαμβάνουν την ίδια κατανόηση, ανοχή και συμπάθεια με το έργα του Κτησία του Κνίδιου, του Μεγασθένη ή των Τερατολόγων του Μεσαίωνα.Μια περιδιάβαση στα «έργα» αυτά θα αποκάλυπτε μια ανθούσα παραλογοτεχνία με κύρια θέματά της, σε μεγάλο ποσοστό, την παραποίηση της ελληνικής Ιστορίας και Προϊστορίας από ημιμαθείς ερασιτέχνες, την «ερμηνεία» διαφόρων γεγονότων και συμβάντων του παρελθόντος με εξωφρενικούς ισχυρισμούς και παρερμηνείες, την τυμβωρυχία των αρχαίων ελληνικών παραδόσεων και μύθων για να δικαιολογηθούν παιδαριώδεις «θεωρίες» και την κατακεραύνωση επιστημονικών απόψεων και τοποθετήσεων, που δεν συμφωνούν με τα κάθε είδους πνευματικά απόνερα αυτής της παραφιλολογίας.


(Από το βιβλίο του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη: «Μη-συμβατικές θεωρίες»: Οι κερδοσκόποι του “ελληνισμού” και ο φενακισμός των αφελών» - ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ Θεσσαλονίκη 2007)

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

Δάρδανοι και Δαρδανία


Περί Δαρδάνων και Δαρδανίας

Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησής μας, υπενθυμίζουμε ότι έχει υποστηριχθεί συχνά στο παρελθόν και μια άλλη πρόταση (εξ ίσου ουτοπική και αμφιλεγόμενη με την πρόταση περί Παιόνων και Παιονίας), ότι δηλ. μια δίκαιη ονομασία για το κράτος των Σκοπίων θα ήταν η ονομασία Δαρδανία, μια και στην αρχαιότητα στην περιοχή κατοικούσε ένας λαός αναφερόμενος στις αρχαίες πηγές ως Δάρδανοι. Ποιοι όμως ακριβώς ήσαν αυτοί οι Δάρδανοι; Τα άρθρο που ακολουθεί επιχειρεί να δώσει κάποιες απαντήσεις.

Δάρδανοι: Ονομασία δύο λαών με άγνωστη την ακριβή σχέση μεταξύ τους, εκ των οποίων ο ένας κατοικούσε στο κεντρικό τμήμα της χερσόνησο του Αίμου, ενώ ο άλλος εντοπίζεται στην βορειοδυτική Μ. Ασία, στην περιοχή της Τρωάδος.
Στον Όμηρο ταυτίζονται με τους Τρώες, ενώ ο Στράβων (Ζ΄ V. 6, 7 και 12) τους αναφέρει ως Ιλλυριούς. Εάν παλαιότερα, στα τέλη ίσως της Χαλκοκρατίας, ένα τμήμα των Δαρδάνων της Βαλκανικής, πέρασε στο Β.Δ. άκρο της Μικράς Ασίας και έδωσε το όνομα σε μια περιοχή της Τρωάδος, όπως πιθανολογείται, μένει να αποδειχθεί. Σύμφωνα πάντως με νεώτερες απόψεις ερευνητών (βλ. John Wilkes: The Illyrians, “Blackwell” – Oxford, 1996 σελ. 144-145), υποστηρίζεται η αντίθετη διαδρομή, δηλ. ότι ένα τμήμα Δαρδάνων, συγγενικού λαού με τους Τρώες, μετανάστευσε από την Μ. Ασία και εγκαταστάθηκε στην Ιλλυρία, όπου θα εκφυλισθούν, ξεπέφτοντας σε ένα αξιοθρήνητο στάδιο βαρβαρότητας.
Υπενθυμίζουμε πάντως ότι με το όνομα Δάρδανος, υπήρχε ελληνική πόλη, που ιδρύθηκε από Αιολείς αποίκους στην ακτή του Ελλησπόντου, μεταξύ της Αβύδου και του Ιλίου (Τροίας). Από την πόλη αυτή ονομάσθηκε ο Ελλήσποντος και Δαρδανέλλια.
Κατά τις απόψεις άλλων ερευνητών (βλ. Robert Graves: The Greek Myths, No 158), οι Δάρδανοι ή Δαρδάνιοι των ομηρικών επών, ήσαν ένα τυρρηνικής καταγωγής φύλο, που κατοικούσε στην περιοχή του όρους Ίδη της Τρωάδος. Επώνυμός τους ήρωας, ήταν ο Δάρδανος, ο οποίος κατά την παράδοση ήταν γιoς του Δία και της κόρης του Άτλαντος, Ηλέκτρας.
Όπως αναφέρεται στο εξαιρετικό «Λεξικό της Ελληνικής Αρχαιολογίας» του Αλέξανδρου Ρ. Ραγκαβή (Αθήναι, 1888), ο Δάρδανος «…μεταβάς εξ Αρκαδίας εις Σαμοθράκην και εκείθεν εις Φρυγίαν, ένθα ο βασιλεύς Τεύκρος τω έδωκε χώραν προς οικοδομήν της πόλεως Δαρδανίας. Υιός του Δαρδάνου φέρεται ο Εριχθόνιος, ο πλουσιώτατος των ανθρώπων και υιός του (ή αδελφός του), ο Τρώς, ο επώνυμος γενάρχης των Τρώων (Ιλιάς Υ, 215). Άλλοι δ’ έλεγον τον Δάρδανον εκ της Τρωϊκής χώρας καταγόμενον ή εκ Κρήτης ή εξ Ιταλίας (Πλουτ. Καμ. Κ). Οι απόγονοι αυτού Πρίαμος, Ίλος και Αγχίσης, λέγονται Δαρδανίδαι παρ’ Ομήρω…».
Οι Δάρδανοι της Βαλκανικής, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούσαν ένα ιλλυρικό φύλο εντοπισμένο στις κεντρικές περιοχές της σημερινής πρώην ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Φαίνεται ότι στην συνέχεια αναμίχθηκαν με θρακικά φύλα.
Θα πρέπει ίσως στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να εμφανίζεται συχνά μια νέα άποψη με ισχυρή επιχειρηματολογία (βλ. τις θέσεις του Σέρβου αρχαιολόγου του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου Ντραγκοσλάβ Σρέγιοβιτς-Dragoslav Srejović: The Illyrians and the Thracians – Malta 1998), σύμφωνα με την οποία τα φύλα των κεντρικών περιοχών της χερσονήσου του Αίμου Παίονες, Τριβαλλοί, Δάρδανοι κ.λ.π. δεν ανήκαν ούτε στους Θράκες ούτε στους Ιλλυριούς. Τα φύλα αυτά αποτελούσαν μια ιδιαίτερη αυτοτελή ομάδα Παλαιο-Βαλκανικών λαών, που κατείχαν τις περιοχές μεταξύ Θρακών και Ιλλυριών, με αποτέλεσμα να αποτραπεί οποιαδήποτε στενότερη πολιτιστική επαφή, αλλά και ουσιαστική πολιτική συνεργασία μεταξύ των δύο τελευταίων.
Η θεωρία αυτή κερδίζει σήμερα έδαφος και αν αποδειχθεί οριστικά θα θέσει τέρμα στις διενέξεις του παρελθόντος που θεωρούσαν τα φύλα των κεντρικών περιοχών άλλοτε Θράκες, άλλοτε Ιλλυριούς και άλλοτε Φρύγες, παρ’ όλο που το φρυγικό στοιχείο αναμφισβήτητα συμμετείχε στην διαμόρφωση των φύλων που ήσαν εγκατεστημένα στις κεντρικές περιοχές της χερσονήσου του Αίμου.
Κατά τον Στράβωνα (Ζ΄ V. 7): «…Οι Δαρδάνιοι είναι τελείως άγριος λαός· τόσο, ώστε σκάβουν σπηλιές μέσα στην κοπριά και κατοικούν μέσα σε αυτές, αλλά ασχολούνται με την μουσική· πάντοτε χρησιμοποιούν αυλούς και έγχορδα. Αυτοί βρίσκονται στα μεσόγεια…».
Θα εμφανισθούν στο ιστορικό προσκήνιο ως εχθρικός λαός των αρχαίων Μακεδόνων εναντίον των οποίων πραγματοποιούσαν συχνές επιδρομές, στις βόρειες περιοχές του Μακεδονικού Βασιλείου. Ο βασιλιάς τους Βάρδυλις (πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ.), θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις υποθέσεις της Μακεδονίας, μέχρι την τελική του ήττα από τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας το 358 π.Χ.
Θα τον διαδεχθεί ο γιος του Κλείτος και οι Δάρδανοι θα εξακολουθήσουν να απειλούν την Μακεδονία, μέχρι την συντριβή τους από τον Μέγα Αλέξανδρο, που αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει μια δύσκολη επιχείρηση καθυπόταξης των επίφοβων Ιλλυρικών και Θρακικών φύλων (335 π.Χ.), στα βόρεια του Μακεδονικού βασιλείου (στην οποία μάλιστα είχε και την βοήθεια του Λάγγαρου, ηγεμόνα των Αγριάνων), εν όψει της εκστρατείας του στην Ασία (βλ. για λεπτομέρειες στο The Illyrians, 1996 – ό.π. σελ. 120-124 με άφθονες παραπομπές σε αρχαίους συγγραφείς).
Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πάντως, ότι σε όλες τις ιστορικές πηγές της αρχαιότητας, ο Βάρδυλις αναφέρεται πάντοτε ως ηγεμόνας των Ιλλυριών, γενικά και αόριστα, χωρίς να προσδιορίζεται το συγκεκριμένο φύλο που κυβερνούσε. Νεώτεροι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η εξουσία του είχε ως βάση τους νότιους Δάρδανους της περιοχής του σημερινού Κοσσυφοπεδίου (The Illyrians, 1996 – ό.π. σελ. 120).
Οι Δάρδανοι φαίνεται ότι δεν υπέφεραν ιδιαίτερα από τις κελτικές επιδρομές που μετά τον θάνατο του Λυσιμάχου το 281 π.Χ. δήωσαν την χερσόνησο του Αίμου. Μετά την αποχώρηση των Γαλατών θα δημιουργήσουν βαθμιαία ένα ισχυρό βασίλειο που θα επεκταθεί μέχρι την Αδριατική. Επί της βασιλείας του Δημητρίου Β΄ (υιού και διαδόχου του ιδρυτού της δυναστείας των Αντιγονιδών, Αντιγόνου Γονατά) οι Δάρδανοι, με επικεφαλής τον πρώτο ιστορικά επιβεβαιωμένο ηγεμόνα τους Λόγκαρο (δεν πρέπει να συγχέεται με τον προαναφερθέντα ηγεμόνα των Αγριάνων Λάγγαρο), θα πολεμήσουν και πάλι εναντίον των Μακεδόνων. Ο ίδιος ο Δημήτριος Β΄ θα πεθάνει (229 π.Χ.) από τα τραύματά του, πολεμώντας εναντίον τους. Παρά τις ήττες τους, θα εξακολουθούν να παρενοχλούν την Μακεδονία με τις επιδρομές τους, ακόμη και στην εποχή του Φιλίππου Ε΄ (221-179 π.Χ.).
Θα υποταχθούν οριστικά στους Ρωμαίους στην διάρκεια του 1ου αιώνα π.Χ. και η χώρα τους θα αποτελέσει τμήμα της επαρχίας της Μοισίας. Η πρωτεύουσά τους Scupi (σημερινά Σκόπια) θα εξελιχθεί σε σημαντικό εμπορικό και διοικητικό κέντρο. Στα χρόνια του ρωμαίου αυτοκράτορος Μάρκου Αυρηλίου (161-180 μ.Χ.), θα στρατολογηθούν μαζικά στον ρωμαϊκό στρατό ώστε να σταματήσουν τις εξεγέρσεις τους. Από τότε, σταδιακά θα εξαφανισθούν ως ξεχωριστός λαός.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ονομασία τους, υποστηρίχθηκε (βλ. The Illyrians, 1996 – ό.π. σελ. 85 και 244) ότι προέρχεται από την ιλλυρική λέξη που σημαίνει αχλάδι και διατηρήθηκε και στην σημερινή Αλβανική γλώσσα (dardhë), ετυμολογία όχι ιδιαίτερα πειστική.
Κατά τον Ρόμπερτ Γκραίηβς (The Greeek Myths) όμως, υποστηρίζεται ότι προέρχεται από το ρήμα δαρ-δαίω=πυρπολώ, άρα Δάρδανοι = αυτοί που πυρπολούν. Η ετυμολογία αυτή καλύπτει σημασιολογικά όχι μόνον τους Δάρδανους της Τροίας, οπότε φαίνεται να είναι και η σωστότερη.

Δ.Ε.Ε.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Παίονες και Παιονία





Περί Παιόνων και Παιονίας


Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Το τελευταίο χρονικό διάστημα ακούγεται συχνά η πρόταση να πάρουν οι κάτοικοι της περιοχής των Σκοπίων το όνομα των αρχαίων κατοίκων της περιοχής, που ονομάζονταν Παίονες (κάτι όχι απόλυτα ακριβές). Προσωπικώς θεωρώ ότι η άποψη αυτή είναι μάλλον ουτοπική και πολύ συζητήσιμη για πολλούς λόγους, πέρα από το γεγονός ότι οι ιθύνοντες των Σκοπίων θα την απορρίψουν (εάν ποτέ γίνει επισήμως) μετά βδελυγμίας χωρίς δεύτερη σκέψη. Παρ’ όλα αυτά θεωρώ ότι είναι χρήσιμη η ενημέρωση των επισκεπτών της ιστοσελίδας σχετικά με το φύλο των Παιόνων. Αντιγράφω το σχετικό λήμμα από το «Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου».

Παίονες: Ένα από τα μεγαλύτερα και ισχυρότερα φύλα των κεντρικών περιοχών της χερσονήσου του Αίμου, κατά την αρχαιότητα. Οι Παίονες μνημονεύονται από τον Όμηρο ως σύμμαχοι των Τρώων, με αρχηγό τον Πυραίχμη (Ιλιάς, Β 848) «…που οδηγούσε τους Παίονες με τα κυρτά τόξα, μακριά από την Αμυδόνα, από τον πλατύ Αξιό…» και στην συνέχεια, μετά τον θάνατο του Πυραίχμη από το δόρυ του Πατρόκλου (Π 284-293), τον γιο του Ίππασου, Απισάονα, (Ρ 347-351) «…τον κυβερνήτη του στρατού, που είχε έλθει από την εύφορη Παιονία…», ο οποίος σκοτώθηκε από τον Λυκομήδη. Βασιλιάς τους ήταν ο Αστεροπαίος, ο γιος του Πηλεγόνα, που τον γέννησε ο Αξιός. Ο Αστεροπαίος θα βρεί τον θάνατο από τον Αχιλλέα, όπως και άλλοι Παίονες που αναφέρονται ονομαστικά: Θερσίλοχος, Μύδων, Αστύπυλος, Μνήσος, Θράσιος, Αίνιος και Οφελέστης (Φ 139-212).
Ο Ηρόδοτος (Ιστορίαι, Ε΄ 1 και 12-17 Ζ΄ 113, 124) αναφέρει τους Παίονες ως κατοίκους της βόρειας περιοχής μεταξύ του Αξιού και του Στρυμόνα, καθώς και τα παιονικά φύλα των Αγριάνων, Λαιαίων, Παιόπλων, Σιριοπαιόνων και Δοβήρων.Ο Στράβων (Γεωγραφικά, Ζ΄ αποσπ. 4 και 38) τους ταυτίζει με τους Πελαγόνες, τονίζοντας μάλιστα ότι οι Παίονες παλαιότερα λέγονταν Πελαγόνες και συσχετίζει το όνομα του πατέρα του Αστεροπαίου, του Πηλεγόνα (βλ. παραπάνω), με τους Πελαγόνες (Πηλεγόνας-Πελαγόνας), ενώ αναφέρει και την άποψη ότι οι Παίονες θεωρούνται άποικοι Φρυγών ή σύμφωνα με άλλους, αρχηγοί τους. Σε άλλο όμως σημείο (Ζ΄ απόσπασμα 11) τους θεωρεί Θράκες.
Τέλος, ο Θουκυδίδης (Ιστορία, Β΄ 96) αναφέρει τα παιονικά φύλα των Αγριάνων και Λαιαίων ως υπηκόους του βασιλιά των Οδρυσών, του Σιτάλκη.
Η νεώτερη έρευνα δεν έχει καταλήξει ακόμη οριστικά στο ζήτημα της καταγωγής των Παιόνων. Άλλοι τους θεωρούν Θράκες (βλ. Λεξικό Ελληνικής Αρχαιολογίας), άλλοι Ιλλυριούς (βλ. R. A. Crossland - Cambridge Ancient History, Vol. III part 1, σελ. 837), ενώ τελευταίως υποστηρίζεται η φρυγική καταγωγή των Παιόνων (βλ. Λεξικό Π-Λ-Μπ).
Κατά τον N. G. L. Hammond (Macedonian State, σελ. 40) οι Παίονες δεν ήσαν Ιλλυριοί ούτε Θράκες και φυσικά ούτε Έλληνες, αφού μιλούσαν μια διαφορετική γλώσσα από τους λαούς αυτούς. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει (βλ. C.A.H. Vol. III. part 3, σελ. 278-279) ότι οι Παίονες εκτόπισαν τους Ιλλυριούς και εξαπλώθηκαν σε μεγάλες εκτάσεις μεταξύ των ετών 750-530 π.Χ.


Αργυρό τετράδραχμο του βασιλέως των Παιόνων
Πατράου (340-315 π.Χ.)



Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να εμφανίζεται συχνά μια νέα άποψη με ισχυρή επιχειρηματολογία (βλ. τις θέσεις του Σέρβου αρχαιολόγου του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου Ντραγκοσλάβ Σρέγιοβιτς-Dragoslav Srejović: The Illyrians and the Thracians-Malta 1998), σύμφωνα με την οποία τα φύλα των κεντρικών περιοχών της χερσονήσου του Αίμου Παίονες, Τριβαλλοί, Δάρδανοι κ.λ.π. δεν ανήκαν ούτε στους Θράκες ούτε στους Ιλλυριούς. Τα φύλα αυτά αποτελούσαν μια ιδιαίτερη αυτοτελή ομάδα Παλαιο-Βαλκανικών λαών, που κατείχαν τις περιοχές μεταξύ Θρακών και Ιλλυριών, με αποτέλεσμα να αποτραπεί οποιαδήποτε στενότερη πολιτιστική επαφή, αλλά και ουσιαστική πολιτική συνεργασία μεταξύ των δύο τελευταίων.


Η θεωρία αυτή κερδίζει σήμερα έδαφος και αν αποδειχθεί οριστικά θα θέσει τέρμα στις διενέξεις του παρελθόντος, που θεωρούσαν τα φύλα των κεντρικών περιοχών άλλοτε Θράκες, άλλοτε Ιλλυριούς και άλλοτε Φρύγες, παρ’ όλο που το φρυγικό στοιχείο αναμφισβήτητα συμμετείχε στην διαμόρφωση των φύλων που ήσαν εγκατεστημένα στις κεντρικές περιοχές της χερσονήσου του Αίμου (βλ. Χάρτη).




Η πρωτεύουσα των Παιόνων ηγεμόνων ήταν αρχικά η Άστιβος – Astibus (βλ. Ν. Χάμμοντ «Ιστορία της Μακεδονίας» τομ. Β΄ σελ. 68 και 113 - «Μάλλιαρης» 1995), το μετέπειτα Στίπειον (σημερ. Ištip ή Štip), στις όχθες του παραπόταμου του Αξιού Άστιβου (σημερινός Bregalnitsa) ή σύμφωνα με άλλη όχι τόσο αξιόπιστη πηγή (ιστοσελίδα Wikipedia - λήμμα Stobi) τα Βυλάζωρα (σημερ. Veles, πρώην Tito Veles, τα βυζαντινά Βελεσά), απ’ όπου αργότερα μετακινήθηκε στην πόλη Στόβοι στην συμβολή του Αξιού με τον Εριγόνα (σημερινός Cerna).

Οι Παίονες ήσαν κατ’ εξοχήν γεωργικός λαός και η εκμετάλλευση των εύφορων περιοχών ανατολικά του Αξιού, καθώς και των πλούσιων μεταλλείων χρυσού, αργύρου, χαλκού και σιδήρου θα τους αποφέρει μεγάλο πλούτο, όπως αποτυπώνεται στα βαριά ασημένια πρώϊμα νομίσματά τους με χαρακτηριστικές παραστάσεις μεγαλόσωμων βοδιών (βλ. αντίστοιχες εκδόσεις νομισμάτων από τους Δέρρωνες και Ήδωνες).

Αργυρό οκτάδραχμο του Παιονικού φύλου των Ορεσκίων

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι Παίονες κατείχαν στην διάρκεια της Ύστερης Εποχής του Ορειχάλκου και ειδικότερα προς το τέλος της, την Αμφαξίτιδα (τις εκτάσεις γύρω από τις δυο όχθες του κάτω ρου του Αξιού), την Ημαθία, την Αλμωπία, την Εορδαία, την Πιερία, την Πελαγονία και βορειότερα την κοιλάδα του Αξιού μέχρι την περιοχή της σημερινής πόλης των Σκοπίων. Με την έναρξη της εποχής του Σιδήρου και τις μετακινήσεις λαών που σημειώθηκαν, οι Παίονες θα αφομοιωθούν, θα εκτοπισθούν ή θα εξολοθρευτούν από τους Φρύγες, τους Θράκες και τους Πελασγούς, που θα εισβάλουν στις περιοχές τους (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, «Εκδοτική Αθηνών» 1982 σελ. 48-49).
Οι Άλμωπες και οι Εορδοί, ενώ παλαιότερα θεωρούνταν Ιλλυρικά φύλα, σήμερα θεωρούνται ότι ήσαν φύλα των Παιόνων, που αργότερα αναμίχθηκαν ως ένα βαθμό με Ιλλυριούς, που κατέλαβαν αυτές τις περιοχές πριν από την εξάπλωση των Μακεδόνων (βλ. πληροφορίες για τα φύλα αυτά στο: Δημ. Ε. Ευαγγελίδη «Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων» - Θεσσαλονίκη 2002).
Οι Ιλλυριοί κυριάρχησαν στον χώρο της Μακεδονίας, μετά την αποχώρηση των Φρυγών γύρω στο 800 π.Χ. Οι Παίονες, με επικεφαλής το πολεμοχαρές φύλο των Λαιαίων, θα επανέλθουν βαθμιαία και από το 750 π.Χ. όπως προαναφέρθηκε θα εκτοπίσουν τους Ιλλυριούς από την κοιλάδα του Αξιού και θα ισορροπήσουν την πίεση των θρακικών φύλων πέρα από τον Στρυμόνα, μέχρι τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ.
Στις περιοχές αυτές θα εγκατασταθεί ένα ισχυρό παιονικό φύλο, οι Σιριοπαίονες, από το όνομα του οποίου προήλθε και η σημερινή ονομασία της πόλης των Σερρών (βλ. λεπτομέρειες στο Macedonian State, ό.π. σελ. 40-41).
Με την Περσική εισβολή στην Ευρώπη (512/511 π.Χ.), οι Παίονες θα δεχθούν ισχυρό πλήγμα και τα επόμενα χρόνια θα υποχωρούν διαρκώς κάτω από την αυξανόμενη πίεση των θρακικών φύλων από τα ανατολικά και των Μακεδόνων από τα δυτικά. Στα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου (δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ.) φαίνεται ότι ήσαν σύμμαχοι ή υπήκοοι του βασιλιά των Οδρυσών, όπως προαναφέραμε. Λίγο αργότερα, πιθανόν να αποσύρθηκαν στην άνω κοιλάδα του Αξιού και των πηγών του Στρυμόνα, όπου συγκρότησαν ενιαίο ανεξάρτητο βασίλειο. Μας είναι γνωστός ένας βασιλιάς τους από την περίοδο αυτήν, ο Άγις (δεύτερο τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ.). Οι Παίονες θα διατηρήσουν την ουσιαστική ανεξαρτησία τους μέχρι τον θάνατο του Άγι (358 π.Χ.). Τότε, ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας, εισέβαλε στην Παιονία, κερδίζοντας μια αποφασιστική νίκη, η οποία του έδωσε την δυνατότητα να επιβάλλει στον νέο ηγεμόνα των Παιόνων ΛύππειοΛύκκειο, όπως αναγράφεται στα νομίσματα, περίπου 358-340 π.Χ.), μια συνθήκη ειρήνης ευνοϊκή για τους Μακεδόνες (βλ. Ν. Χάμμοντ - Ιστορία της Μακεδονίας, "Μάλλιαρης" 1995 τόμ. Β΄ σελ. 247). Δύο χρόνια μετά, ο Λύππειος/Λύκκειος, μαζί με τον Κετρίπορι, ηγεμόνα των Οδρυσών και τον Γράβο, ηγεμόνα των Γραβαίων, με την υποκίνηση των Αθηναίων θα συμπήξουν συμμαχία εναντίον της Μακεδονίας, αλλά ο στρατηγός του Φιλίππου Β΄, ο ικανότατος Παρμενίων, θα τους συντρίψει το 356 π.Χ. (βλ. Macedonian State, ό.π. σελ. 110-111 και Διόδωρος ΙΣΤ΄ 22.3). Το βασίλειό τους θα γίνει από τότε υποτελές στους Μακεδόνες.


Νόμισμα Παιόνων (ΛΥΚΚΕΙΟΣ)

Θα πάρουν μέρος στην εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου με δική τους μονάδα ελαφρά οπλισμένων ιππέων-ανιχνευτών. Σύμφωνα με τον Λατίνο ιστορικό Κούρτιο (Quintus Curtius Rufus, 1ος αιών μ.Χ.), οι Παίονες και ο διοικητής τους Αρίστων θα πολεμήσουν ηρωϊκά και θα συντρίψουν ένα τμήμα περσικού ιππικού που προσπάθησε να παρεμποδίσει την διάβαση του ποταμού Τίγρη από τον στρατό του Μ. Αλεξάνδρου, λίγες μέρες πριν από την μάχη των Γαυγαμήλων (Historiae ΙV. 9. 24-25). Οι Παίονες θα επωφεληθούν των εμφυλίων συγκρούσεων που ακολούθησαν τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου και θα αποκτήσουν και πάλι την ανεξαρτησία τους, μέχρι την υποταγή τους το 281 π.Χ. στον Λυσίμαχο και στην συνέχεια στους Γαλάτες (Κέλτες) επιδρομείς που θα κατακτήσουν την περιοχή. Μας είναι γνωστοί οι ηγεμόνες των Παιόνων αυτής της περιόδου Πατράος (340–315 π.Χ.), Αυδωλέων (310–286 π.Χ.), Αρίστων (286–285), Λέων (278–250 π.Χ.) και Δρωπίων (250–225 π.Χ.).


Αργυρό νόμισμα Παιόνων με την επιγραφή ΑΥΔΩΛΕΟΝ[ΤΟΣ]

Για τον βασιλέα Αυδωλέοντα ή Αυδολέοντα (= αυτός που έχει φωνή λιονταριού, μεγαλόφωνος), γνωρίζουμε ότι όταν το 310 π.Χ. η ανεξαρτησία της Παιονίας διέτρεξε κίνδυνο από τους Αυταριάτες Ιλλυριούς, σώθηκε με τη βοήθεια του βασιλέως της Μακεδονίας Κασσάνδρου. Υπήρξε φίλος και σύμμαχος των Αθηναίων κατά του Δημητρίου του Πολιορκητή και γι΄ αυτό το λόγο είχε τιμηθεί με ψήφισμα από την εκκλησία του δήμου. Για τον βασιλέα Δρωπίονα πρέπει να αναφερθεί ότι το 1877 ανακαλύφθηκε στην αρχαία Ολυμπία ένα βάθρο ανδριάντα με επιγραφή ότι είχε στηθεί από τους Παίονες προς τιμήν του.
Γύρω στο 225 π.Χ. η Παιονία θα υποταχθεί στον Αντίγονο Γ΄ τον Δώσοντα (229-221 π.Χ.) και ο διάδοχός του, Φίλιππος Ε΄ (221-179 π.Χ.), θα την ενσωματώσει οριστικά στο Βασίλειο της Μακεδονίας, όπου θα παραμείνει μέχρι την ρωμαϊκή κατάκτηση. Οι Παίονες θα συγχωνευθούν με τους γειτονικούς τους λαούς και στην διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας θα παύσουν να αναφέρονται ως ξεχωριστό φύλο.
Δ.Ε.Ε.