Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Ποιος είναι ο Σκοπιανός ΥΠΕΞ Νικ. Ντιμιτρώφ;


Ποιος είναι ο Σκοπιανός ΥΠΕΞ Νικ. Ντιμιτρώφ;

Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Υποστηρίζω εδώ και χρόνια ότι όλοι αυτοί οι Σκοπιανοί «μακεδόνες» δεν είναι κάτι διαφορετικό από τους βουλγαρικής συνείδησης σλαβόφωνους της Μακεδονίας, που αποτελούσαν ένα μικρό ποσοστό των σλαβόφωνων (σε αντίθεση με τους σλαβόφωνους Μακεδόνες Έλληνες) και οι οποίοι παρέμειναν στην περιοχή κατά παράβαση των συμφωνιών της Συνθήκης του Νεϊγύ (1919). Ας κάνουμε μια αναδρομή στο παρελθόν για να αντιληφθούμε τι ακριβώς συνέβη. 
Υπενθυμίζεται ότι με την λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ακολούθησε η υπογραφή Συνθηκών των νικητών με κάθε μία από τις ηττημένες χώρες. Έτσι, στις 27 Νοεμβρίου 1919, με την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγύ (Neuilly sur Seine), που καθόριζε τις τύχες της Βουλγαρίας και της ελληνοβουλγαρικής Σύμβασης που επακολούθησε, όλοι οι Έλληνες και Βούλγαροι πολίτες που ανήκαν σε εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες μπορούσαν να μεταναστεύσουν εκατέρωθεν υπό την εποπτεία μικτής διακρατικής επιτροπής. Μπορούσαν, δηλαδή, οι βουλγαρικής συνείδησης Σλαβόφωνοι, να μεταναστεύσουν στη Βουλγαρία ή αλλού, ρευστοποιώντας μάλιστα τις περιουσίες τους. Οι ίδιοι όροι ίσχυσαν και για τους Έλληνες της Βουλγαρίας. Για να δοθεί μια οριστική λύση στο πρόβλημα η Σύμβαση συμπεριέλαβε και όλους εκείνους που είχαν μεταναστεύσει την τελευταία εικοσαετία. Οι ρυθμίσεις αυτές όμως δεν εφαρμόστηκαν παρά μόνον κατόπιν της υπογραφής της Συνθήκης της Λωζάννης το φθινόπωρο του 1923, μεταξύ Ελλάδος-Τουρκίας, η οποία οριοθέτησε επίσημα και την υποχρεωτική ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών. Στο διάστημα που μεσολάβησε, η ελληνοβουλγαρική ανταλλαγή καρκινοβατούσε καθώς, σε αντίθεση με τους Έλληνες, οι βουλγαρίζοντες σλαβόφωνοι ήσαν εξαιρετικά απρόθυμοι να μεταναστεύσουν. Γι' αυτό, επανειλημμένα, παρατάθηκε η ισχύς της σύμβασης, προκειμένου να υπερνικηθούν οι δισταγμοί τους, που όπως διαπιστώθηκε οφείλονταν στις δραστηριότητες της ΕΜΕΟ, η οποία συστηματικά ενεθάρρυνε να παραμείνουν στην Ελλάδα.
Η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ, στα βουλγαρικά: ВМРО, βε-με-ρο) ιδρύθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1893 από τους Νταμιάν Γκρούεφ, τον Γκότσε Ντέλτσεφ, τον Γκόρτσε Πετρώφ,  τον Γιάνε Σαντάνσκι και τον Κρίστο Τατάρτσεφ. Αρχικός στόχος της οργάνωσης φέρεται πως ήταν η απελευθέρωση των χριστιανικών πληθυσμών της Μακεδονίας και της περιοχής Ανδριανούπολης από τον Οθωμανικό ζυγό και η θέσπιση αυτόνομου καθεστώτος, που πιθανόν μελλοντικά να οδηγούσε και σε ένωση αυτών των περιοχών με τη Βουλγαρία, καθώς και η διατήρηση της βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας.
Το σύνθημα της οργάνωσης ήταν «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες». Οι πραγματικές της επιδιώξεις, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα από τον Τατάρτσεφ, τον Πρόεδρο (από το 1894) της ΕΜΕΟ ήσαν στην πραγματικότητα εντελώς διαφορετικές: «Δεν ήταν δυνατόν να υιοθετήσουμε το σύνθημα της άμεσης προσάρτησης της Μακεδονίας στη Βουλγαρία, γιατί βλέπαμε ότι τούτο θα συναντούσε μεγάλες δυσκολίες λόγω της αντίδρασης των Μεγάλων Δυνάμεων και των επί της Μακεδονίας βλέψεων των γειτονικών κρατών και της Τουρκίας. Κάνουμε τη σκέψη ότι μια αυτόνομη Μακεδονία θα ηδύνατο ευκολότερα να ενωθεί με την Βουλγαρία».
(Βλ. Λιούμπομιρ Παναγιότωφ «Το Μακεδονικό ζήτημα και οι Βούλγαρο-Γιουγκοσλαβικές σχέσεις» Σόφια 1991, σελ 102 και Κρασιμίρ Καρακατσάνωφ «ΒΜΡΟ-100 χρόνια αγώνας για την Μακεδονία», Σόφια, 1996 σελ. 17-18).

Στην διάρκεια της τριπλής γερμανο-ιταλο-βουλγαρικής Κατοχής της Ελλάδος, την ημέρα εορτής των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, στις 24 Μαΐου 1941, ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη η βουλγαρική λέσχη. Η Βουλγαρία διεκδικούσε πέρα από την ανατολ. Μακεδονία της οποίας είχε αναλάβει την διοίκηση και την υπόλοιπη Μακεδονία. Η βουλγαρική λέσχη υπήρξε ουσιαστικά το ορμητήριο της βουλγαρικής προπαγάνδας στην κεντρικο-δυτική Μακεδονία. Παρουσιάστηκε ως πολιτιστικός σύλλογος, ενώ ο κύριος σκοπός της λέσχης ήταν η δημιουργία βουλγαρικής προπαγάνδας. Βασικό μέλημα της λέσχης ήταν να δελεάσει με την διανομή ειδικών δελτίων όσους ήθελαν να πολιτογραφηθούν Βούλγαροι. Οι κάτοχοι των δελτίων και μόνον παραλάμβαναν τρόφιμα, τα οποία προέρχονταν από τον Ερυθρό Σταυρό και προορίζονταν για τους φτωχούς.

Με την εμφάνιση τέλη 1942-αρχές 1943 αντιστασιακών ομάδων στην ΚΔ Μακεδονία οι Γερμανο-Ιταλοί αποδέχονται τα πιεστικά αιτήματα των Βουλγάρων και στις 5 Μαρτίου του 1943 ιδρύεται στην Καστοριά το «Βούλγαρο-Μακεδονικό Επαναστατικό Κομιτάτο», μια λαϊκή αστυνομική δύναμη στην δυτική Μακεδονία, που έφτασε σε δύναμη περί τους 1600 βουλγαρίζοντες.
Παράλληλα, στις αρχές του 1944 οι Βούλγαροι με την κάλυψη των Γερμανών (η Ιταλία μετά την ανακωχή που υπογράφτηκε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1943 αποσύρθηκε από τον Άξονα) σχημάτισαν μία νέα πολιτοφυλακή αποτελούμενη από σλαβόφωνους βουλγαρικής συνείδησης, με την επωνυμία «Οχράνα», που σήμαινε «αυτοάμυνα». Αυτή ήταν η διάδοχη κατάσταση του Κομιτάτου που είχαν ιδρύσει πρωτύτερα οι Ιταλοί και εν πολλοίς στηριζόταν στο ανθρώπινο δυναμικό του Κομιτάτου. Για τον λόγο αυτό τα μέλη της Οχράνα παρέμεναν γνωστοί σαν κομιτατζήδες. Ακολουθεί τον Ιούνιο του 1944 στην Έδεσσα, η ίδρυση ανάλογης ομάδας οπλισμένων σωμάτων από βουλγαρίζοντες. Επίσης, η βουλγαρική επιρροή στην Οχράνα ήταν αρκετά ισχυρότερη απ΄ότι ήταν στο Κομιτάτο, επειδή οι Γερμανοί άφηναν στους Βούλγαρους μεγαλύτερα περιθώρια δράσης απ’ ότι οι Ιταλοί, που κατείχαν την περιοχή ως τον Σεπτέμβριο του 1943. Αυτό οφειλόταν στο ότι οι Γερμανοί δεν είχαν βλέψεις στην δυτική Μακεδονία, σε αντίθεση με τους Ιταλούς.
Ήδη όμως τον Νοέμβριο του 1943 στελέχη του μακεδονικού γραφείου του ΚΚΕ σε συνδιάσκεψη της περιφερειακής επιτροπής του ΚΚΕ Φλωρίνης στο χωριό Δροσοπηγή ίδρυσαν το ΣΝΟΦ. Αποφασίστηκε να μην υπαχθεί τυπικά το ΣΝΟΦ στον ΕΛΑΣ αλλά να διαθέτει δικές του ένοπλες μονάδες. Μέσω του ΣΝΟΦ κύριος σκοπός των κομμουνιστών ήταν να προσεταιριστούν τους βουλγαρίζοντες σλαβόφωνους της Μακεδονίας, καθώς έως τότε οι κατακτητές είχαν κατορθώσει να πάρουν με το μέρος τους και να εξοπλίσουν ένα τμήμα της συγκεκριμένης κοινότητας. Αντίστοιχες προσπάθειες προσεταιρισμού των σλαβόφωνων της Βαρντάρσκα (σημερινά Σκόπια) έκαναν και οι αντάρτες του Τίτο. Το ΣΝΟΦ εξαρχής είχε σκοπούς αυτονομιστικούς, δηλαδή στόχευε στην απόσπαση της ελληνικής Μακεδονίας απ’τον εθνικό κορμό. Αυτό φυσικά ήταν εν γνώσει της ηγεσίας του ΚΚΕ/ΕΑΜ/ΕΛΑΣ που επεδείκνυε χαρακτηριστική ανοχή στην αυτονομιστική δραστηριότητα των σνοφιτών, παρά το ότι επισήμως δεν υιοθετούσε τις ανθελληνικές θέσεις τους. Λόγω αυτής της ανοχής της κομμουνιστικής ηγεσίας, τα στελέχη του ΣΝΟΦ απέκτησαν μία ελευθερία κινήσεων στην περιοχή και προπαγάνδιζαν ανοιχτά τις θέσεις τους για ανεξάρτητη Μακεδονία προσπαθώντας να προσελκύσουν σλαβόφωνους ρευστής εθνικής συνείδησης που έτειναν είτε προς την Βουλγαρία είτε προς τον Τίτο.

Τον Ιούλιο του 1944 το ΚΚΕ επέτρεψε την ίδρυση ξεχωριστών σλαβομακεδονικών τμημάτων στα πλαίσια του ΕΛΑΣ, κυρίως για να έχει την πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη του Τίτο μετά την υπογραφή της συμφωνίας του Λιβάνου. Αλλά τόσο το τάγμα Φλώρινας-Καστοριάς με επικεφαλής τον Goce (Ηλίας Δημάκης) όσο και το τάγμα Αριδαίας-Έδεσσας συνέχιζαν την ίδια πολιτική, με αποτέλεσμα τον Οκτώβριο του 1944 ο ΕΛΑΣ να συγκρουστεί με το τάγμα του Goce και να το απωθήσει στην Γιουγκοσλαβία.

Γενικότερα πάντως, το ΣΝΟΦ απέτυχε να δημιουργήσει δικούς του οπαδούς και αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία ακόμα και από τους βουλγαρίζοντες σλαβόφωνους. Αυτό που κατάφερε ήταν το ότι λειτούργησε σαν καθαρτήριο για πολλούς πρώην φιλο-αξονικούς βουλγαρόφιλους σλαβόφωνους που εν μία νυκτί μετετράπησαν σε δήθεν "αντιστασιακούς" αυτονομιστές. Παρέμεναν όμως σταθεροί στον ανθελληνισμό. Αυτό συνέβαινε κυρίως μέσα στο 1944 οπότε και η τροπή του πολέμου έγερνε ολοένα σε βάρος του Άξονα και τα καιροσκοπικά βουλγαρίζοντα στοιχεία έσπευδαν να αλλάξουν αφεντικό. Βέβαια, προσχωρήσεις κομιτατζήδων στον ΕΛΑΣ είχαν ήδη ξεκινήσει από τον Ιούνιο 1943 όταν γύρω στους 50-60 κομιτατζήδες από την ευρύτερη περιοχή του Άργους Ορεστικού εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ. Το ίδιο έγινε και τον Οκτώβριο με άλλους 47 κομιτατζήδες από τον Απόσκεπο και άλλους 10 από το Βατοχώρι. Ο Πασχάλης Καλλιμάνης, που ήταν αρχηγός των κομιτατζήδων του Καλοχωρίου, τον Ιούλιο του 1943 με άλλους 16 συνεργάτες του πέρασαν στον ΕΛΑΣ.
Στην διάρκεια του ανταρτοπολέμου 1946-49 όλοι σχεδόν οι βουλγαρίζοντες σλαβόφωνοι πέρασαν στο πλευρό του «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας», ενώ υπήρξαν και αρκετές περιπτώσεις βίαιης στρατολόγησης σλαβοφώνων που δεν ήσαν βουλγαρόφρονες.
Μετά την ήττα του ΔΣΕ τα υπολείμματά του κατέφυγαν στην Γιουγκοσλαβία κυρίως και λίγοι στην Αλβανία. Στην περιοχή των Σκοπίων παρέμειναν όλοι οι σλαβόφωνοι που υποχρεώθηκαν να δηλώσουν «μακεδονική» εθνικότητα. Όσοι αρνήθηκαν, παρά τις πιέσεις που τους ασκήθηκαν, προωθήθηκαν μαζί με τους προσφυγικής καταγωγής (Μικρασιάτες και Ποντίους) σε άλλες περιοχές και χώρες.

Έρχομαι τώρα στο κυρίως θέμα, που αποκάλυψε μετά από συστηματικές και επίπονες έρευνες, ο δραστήριος δημοσιογράφος Χρήστος Νικολαΐδης, σχετικά με την καταγωγή του σημερινού Υπουργού Εξωτερικών των Σκοπίων, Νίκολα Ντιμιτρώφ.
Όπως γράφει στο πολύ ενδιαφέρον άρθρο του:
«…Ο  υπουργός Εξωτερικών της Π.Γ.Δ.Μ., που με τη συμπαθητική και νεανική του παρουσία δεσπόζει σε κάθε είδηση για τις διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα για το όνομα, κατάγεται από ένα μικρό χωριό που βρίσκεται έξω από την Αριδαία! Ο πατέρας του, που διετέλεσε υπουργός της γειτονικής χώρας, έφυγε από τους Τσάκους, σε ηλικία 10 ετών, μέσα σε εκείνα τα ταραγμένα χρόνια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου. Τότε λεγόταν Δημήτριος Παπαδημητρίου, ήταν γιος αντάρτη και εγγονός του παπά του χωριού! Πολιτογραφήθηκε ως Ντίμιταρ Ντιμιτρώφ στα Σκόπια, όπου σπούδασε και διέπρεψε αργότερα ως δημοσιογράφος, συγγραφέας, φιλόσοφος, διπλωμάτης και πολιτικός. Δήλωνε Βούλγαρος, όχι Έλληνας και πολύ αργότερα «Μακεδόνας»...
Τα στοιχεία αυτά σίγουρα σήμερα ενυπάρχουν στη συγκρότηση του γιου του, που είναι υπεύθυνος για τις διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα και ακολουθεί πολύ συχνά σκληρή στάση και αιχμηρή ρητορική! Ίσως τον βαραίνουν στη δουλειά του... Ίσως τα βιώματα και οι μνήμες που έχει για τον πατέρα του και τον αντάρτη παππού του (που φέρει το όνομά του) τον επηρεάζουν!
Ερευνώντας αυτήν την οικογενειακή πορεία των Παπαδημητρίου ή Ντιμιτρώφ σκοντάφτει κανείς πάνω σε τρομερά ιστορικά στοιχεία, σε γεγονότα που μαύρισαν την πορεία αυτού του τόπου, στοίχειωσαν τις μνήμες του, οδήγησαν στον θάνατο ή την προσφυγιά χιλιάδες ανθρώπους! Πόλεμοι, αναγκαστικές εκτοπίσεις πληθυσμών, διχασμός, εθνοτικές διαφορές, ξεκαθάρισμα προσωπικών και πολιτικών διαφορών με το λεπίδι... Είναι η εποχή που ο πόλεμος ζώνει την περιοχή. Η διπλή κατοχή ξεκληρίζει οικογένειες. Η πείνα θερίζει. Ο κατακτητής είναι αμείλικτος. Η προσφυγιά συχνά αποτελεί την προτιμότερη διαφυγή. Ο εμφύλιος ολοκληρώνει την καταστροφή. Περιέχει από βίαιη στρατολόγηση μέχρι παιδομάζωμα, ομαδικές και ατομικές εκτελέσεις, αντεκδικήσεις, κλεψιές και προσφυγιά! Πολλή προσφυγιά... Και τελικά οι φριχτές αυτές εμπειρίες εγγράφονται στη συλλογική συνείδηση ως κάποιες από τις πιο μαύρες σελίδες και πικρές εμπειρίες που μπορεί να ζήσει ποτέ ένα λαός!
[…]
Σύμφωνα με τους κατοίκους του χωριού, στη δεκαετία του ’80 με τον Νίκολα μικρό αγοράκι, ο Ντιμίτρι Ντιμιτρώφ ξαναβρέθηκε στους Τσάκους και με δάκρυα στα μάτια ξαναπερπάτησε στα σοκάκια του. Ο ίδιος είχε απαγορευτικό. Δεν μπορούσε να επαναπατριστεί, όπως χιλιάδες πολιτικοί πρόσφυγες, γιατί δήλωνε «Μακεδόνας» και όχι Έλληνας, με τόπο καταγωγής τη «Μακεδονία του Αιγαίου» και όχι την Ελλάδα. Η χώρα, ήδη από το 1950, απαγόρευε την επιστροφή τέτοιων ατόμων, γιατί θεωρούσε ότι έτσι θα εισάγει μία μειονότητα, η οποία θα αποσταθεροποιήσει την περιοχή.
«Πολλοί δικοί μας έφυγαν στα Σκόπια. Το μισό χωριό από τους εντόπιους. Εκεί τους πολιτογράφησαν ως Μακεδόνες, όχι ως Έλληνες. Με το ζόρι. Εγώ έχω ακόμη συγγενείς μου στα Σκόπια, ένας θείος μου έφυγε από εδώ ως Δούδης και έγινε εκεί Μίτσκο. Του έλεγα συχνά “θείο, άμα σου το επέτρεπαν, θα γυρνούσες στο χωριό;” “Άμα με άφηναν, θα κινούσα με τα πόδια από το βουνό, δε θα περίμενα το διαβατήριο”, μου απαντούσε πονεμένος και δακρυσμένος», θυμάται ο κ. Δημήτρης.
Οι επίγονοι των πρώτων προσφύγων έγιναν οι χειρότεροι μισέλληνες, γενίτσαροι πραγματικοί. Όπως λέει ο μπαρμπα-Δημήτρης, μίσησαν την Ελλάδα επειδή θεώρησαν αρχικά ότι τους έδιωξε κακήν κακώς! Μετά ήρθε ο διχασμός του Εμφυλίου, που έστρεψε πολλούς κατά της Ελλάδας. Και στη συνέχεια τη μίσησαν ακόμη περισσότερο, επειδή δεν τους επετράπη να επιστρέψουν. Εκεί που υπήρχε αγάπη για τον τόπο και λόγω αυτής κάποιος θέλει να γυρίσει πίσω, γεννιέται μίσος λυσσαλέο έναντι αυτών που απαγορεύουν τον νόστο. Λόγω της ψυχολογικής αυτής κατάστασης, πολλοί εύκολα προσχώρησαν στον «Μακεδονισμό»...
[…]
Ο πατέρας του σημερινού υπουργού Εξωτερικών, Δημήτρης Παπαδημητρίου ή Ντίμιταρ Ντιμιτρώφ, κάπου στα 1947 βρίσκεται, δεκάχρονο παιδί, ξεριζωμένος στα Σκόπια! Εάν δεν πήγε εκεί με τον πατέρα του, όπως ισχυρίζονται κάποιοι γηραλέοι κάτοικοι του Τσάκου, είναι «παιδί του παιδομαζώματος»! Βρέθηκε δηλαδή αναγκαστικά στην άλλη πλευρά των συνόρων, στο πλαίσιο των επιχειρήσεων που έκανε ο «Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας» για να πυκνώσει τις τάξεις του. Σύμφωνα με απόρρητη έκθεση που συντάσσει το 1951 το προξενείο της Γιουγκοσλαβίας της Θεσσαλονίκης, στην τότε Ομόσπονδη «Δημοκρατία της Μακεδονίας», κατέφυγαν από το 1941 έως το 1950 συνολικά 24.595 σλαβόφωνοι από την ελληνική Μακεδονία!
[…]
Ο Δημήτρης/ Ντίμιταρ μεγαλώνει στα Σκόπια, όπου σπουδάζει φιλοσοφία και παντρεύεται μία διάσημη μουσικό της χώρας. Από μικρός όμως δεν είναι ούτε Έλληνας, καθώς αποστρέφεται τη χώρα στην οποία γεννήθηκε, αφού θεωρεί ότι του συμπεριφέρθηκε εχθρικά. Αλλά ούτε και «Μακεδόνας»! Ο ίδιος δηλώνει φανατικός Βούλγαρος και εντάσσεται από φοιτητής ακόμη στους Βουλγαρόφιλους συλλόγους και κύκλους της χώρας. Το 1957 μάλιστα αναδεικνύεται σε ηγετική μορφή τους, με το βιβλίο «Belomorska Makedonija», στο οποίο αναδεικνύει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά και ντοκουμέντα σύμφωνα με τα οποία η περιοχή έχει βουλγαρική ιστορική και πολιτισμική παράδοση και σ’ αυτήν πρέπει να επιμείνει.
Ακόμη και ο τίτλος του προκαλεί τους υπέρμαχους του Μακεδονισμού, αφού χρησιμοποιεί για τη Μακεδονία όχι τον προσδιορισμό «Αιγαιατική» (Σημ ΔΕΕ: Egejska), όπως επιβάλλει το αφήγημά τους, αλλά το «Belomorska», που είναι η βουλγαρική λέξη για το Αιγαίο!
Αργότερα εντάσσεται στο κόμμα VMRO, που τότε ήταν φιλοβουλγαρικό, και γίνεται ο βασικός εκφραστής αυτής της άποψης στη χώρα. Γίνεται διπλωμάτης και αναλαμβάνει πρέσβης στη Ρωσία. Το κόμμα του τον ανέδειξε σε υπουργό Πολιτισμού και Παιδείας το 1991, στην πρώτη κυβέρνηση μετά την ανεξαρτητοποίηση από την ενιαία Γιουγκοσλαβία.

Ντ. Ντιμιτρώφ-Βλ. Πούτιν
Μόσχα, 9 Νοεμβρίου 2000

Ο ίδιος σταδιακά αποκήρυξε τον φιλοβουλγαρισμό του και προσχώρησε στο αφήγημα του Μακεδονισμού, παρά την προϊστορία του. Με υπερηφάνεια πια, δηλώνει «Αιγαιάτης Μακεδόνας», με καταγωγή από τους Τσάκους Αριδαίας, όπως φαίνεται και στο αφιέρωμα που του κάνει η Wikipedia (Φωτό). Ακόμη και σ’ αυτό χαρακτηρίζεται φιλοβούλγαρος!
Μάλιστα, τον περασμένο Ιούλιο, όταν το αντιπολιτευόμενο VMRO θέλει να ασκήσει κριτική στον γιο του, Νίκολα, για τις διαπραγματεύσεις που κάνει με τη Βουλγαρία για πολιτιστικά και ιστορικά θέματα, τον κατηγορεί ότι κληρονόμησε τον φιλοβουλγαρισμό του πατέρα του!
«Όταν ο Νίκολα Ντιμιτρόφ, πηγαίνει στη Σόφια, αισθάνεται σαν στο σπίτι του», δηλώνει ο Αλεξάντερ Πάντωβ, πρώην βουλευτής του κόμματος και δημοσιογράφος.  «Ο πατέρας του ήταν ηγετικό στέλεχος του VMRO-DPMNE και ευρέως γνωστός για τη φιλοβουλγαρική του θέση. Σε διατριβή του μάλιστα υποστήριξε ότι το ‘μακεδονικό’ έθνος αποτελούσε μέρος του βουλγαρικού έθνους. Ο γιος του δεν μπορεί να υπερασπισθεί τα μακεδονικά συμφέροντα στις διαπραγματεύσεις με τη Βουλγαρία».
Μάλιστα, η ηλεκτρονική έκδοση της «Ρεπούμπλικα» (των Σκοπίων) θυμήθηκε την ημέρα εκείνη ένα κείμενο του Σάσο Ορντανόφσκι του 2004, που έγραφε ότι «στο μυαλό του χθεσινού καθηγητή του μαρξισμού, Ντιμίταρ Ντιμιτρόφ, το «μακεδονικό έθνος» ήταν πάντοτε αποτέλεσμα της κουζίνας του  Βελιγραδίου σύμφωνα με τις οδηγίες του κομμουνιστή Τίτο».
Οι επισημάνσεις είναι δικές μου και δεν υπάρχουν στο αρχικό άρθρο.
ΔΕΕ



Δεν υπάρχουν σχόλια: