Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010

Ηπειρωτικά (8)



Κεφαλλῆνες: Αρχαιοελληνικό φύλο της Δυτικής (Ηπειρωτικής) ομάδος, αναφερόμενο στα ομηρικά έπη, όπου παρουσιάζεται να κατέχει την Κεφαλληνία, την Ιθάκη, την Ζάκυνθο, πιθανόν την Λευκάδα, καθώς επίσης την Ακαρνανία και να διατηρεί καλές σχέσεις με τους Θεσπρωτούς, που κατείχαν τα παράλια της Ηπείρου. Από την Ακαρνανία θα εκτοπισθούν αργότερα, γύρω στο 1100 π.Χ. από τους Ακαρνάνες. Ο μυθικός ήρωας αυτού του φύλου, ο Οδυσσεύς, εκτός από τον Όμηρο (Ιλιάς, Β 631 και Οδύσσεια), αναφέρεται και σε θεσπρωτικούς μύθους που εντοπίζονται στην Πίνδο, πιθανή περιοχή αρχικής εγκατάστασης και διαμόρφωσης των Κεφαλλήνων.
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι από πολλούς φιλόλογους, αρχαίους και σύγχρονους, Έλληνες και ξένους, έχουν επισημανθεί οι αναφερόμενες στον Οδυσσέα αντιφάσεις μεταξύ του κυρίως κειμένου της Ιλιάδος και του τμήματος της ραψωδίας Β που είναι γνωστό ως «Νηών Κατάλογος». Έτσι η Ιλιάς δημιουργεί την εντύπωση και η Οδύσσεια την ενισχύει, ότι ο Οδυσσεύς ήταν ο πιο μεγάλος από τους ηγεμόνες των νησιών του Ιονίου. Αλλά στον «Κατάλογο», η εικόνα είναι διαφορετική, αφού το μεγαλύτερο Βασίλειο στα Ιόνια νησιά είναι του Μέγη (Ιλιάς, Β 627) που είναι επικεφαλής ενός στόλου από 40 πλοία, ενώ ο Οδυσσεύς συγκεντρώνει μόλις 12 πλοία (Ιλιάς, Β 637) και εξουσιάζει μια ασήμαντη περιοχή, ό,τι περισσεύει από το Βασίλειο του Μέγητος!
Συστηματικές έρευνες πολλών ετών κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο «Νηών Κατάλογος» αποτελεί παρεμβολή στο υπόλοιπο σώμα της Ιλιάδος, χρονολογείται από τα Μυκηναϊκά χρόνια, διασώθηκε με την προφορική παράδοση και ενσωματώθηκε αργότερα στο έπος. Στο εξαιρετικό έργο του Άγγλου καθηγητή Denys L. Page (μεταφρασμένο στα ελληνικά): Η Ιλιάς και η Ιστορία – Εκδόσεις Παπαδήμα – Αθήνα 1986 (β΄ έκδοση), υποστηρίζει με πειστικά επιχειρήματα ότι ο Οδυσσεύς δεν υπήρχε καθόλου στον αρχικό Κατάλογο και παρεμβλήθηκε επειδή είχε σπουδαία θέση στο υπόλοιπο έπος, όπως συνέβη και με τον Αίαντα. Και καταλήγει :
«… εάν ο Οδυσσέας δεν είχε θέση στον μυκηναϊκό Κατάλογο, τότε θα πρέπει να είναι είτε ήρωας της προ-τρωϊκής ποίησης (όπως ο Αίας) είτε μια μορφή μάλλον της Λαογραφίας παρά της Μυθολογίας, που μπήκε στο μαγνητικό πεδίο του Τρωϊκού κύκλου…».
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της νεώτερης έρευνας, οι Κεφαλλήνες πρέπει να εγκαταστάθηκαν στα νησιά που κατείχαν στο τέλος της Μυκηναϊκής Εποχής, κατά την διάρκεια της Μέσης Χαλκοκρατίας (Μεσοελλαδική 1900-1600 π.Χ.), την ίδια περίοδο που μετακινήθηκαν προς τον Νότο οι Λοκροί, οι Φωκείς και οι Αιτωλοί.

Παραυαίοι: Αρχαίο Ηπειρωτικό φύλο της ομάδας των Θεσπρωτών. Η ονομασία του φύλου προήλθε από την αρχική ονομασία του ποταμού Αώου, ο οποίος ονομαζόταν Αίας, Αύας ή Αύος, στην περιοχή του οποίου ήταν εγκατεστημένο. Οι Παραυαίοι, ορεσίβιος ποιμενικός λαός, απομονωμένος στις δύσβατες περιοχές της βορείας Πίνδου, ελάχιστο ρόλο θα διαδραματίσουν στις ιστορικές εξελίξεις της περιοχής. Με την εξάπλωση, στα τέλη του 12ου αιώνα π.Χ. των Μολοσσών, στις κεντρικές περιοχές της Ηπείρου, οι Παραυαίοι θα αποκοπούν από τον κύριο κορμό των Θεσπρωτών και θα παραμείνουν ανεξάρτητοι στην ορεινή περιοχή τους.
Ο Θουκυδίδης τους αναφέρει (Β΄ 80) ως συμμάχους των Σπαρτιατών σε σχέση με τα γεγονότα του έτους 429 π.Χ. και την εισβολή στην Ακαρνανία. Μνημονεύει μάλιστα και το όνομα του Όρoιδος, του ηγεμόνα των Παραυαίων.
Ο Στέφανος Βυζάντιος αναφέρει τους Παραυαίους ως «…έθνος Θεσπρωτικόν. Ριανός εν τετάρτω Θεσσαλικών … καλούνται δε από του παρά τον Αύον ποταμόν οικείσθαι…».
Γύρω στο 350 π.Χ. ο Φίλιππος Β΄ θα τους ενσωματώσει στο Βασίλειο της Μακεδονίας μαζί με τους Τυμφαίους και τους Ορέστες.
Στην διάρκεια των Ελληνιστικών χρόνων, ο Πύρρος, ο βασιλεύς της Ηπείρου, θα αποσπάσει (294 π.Χ.) την Παραυαία από την Μακεδονία και θα την ενσωματώσει στην επικράτειά του.
Μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση, οι Παραυαίοι θα συγχωνευθούν με τα γειτονικά φύλα, κατά την διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας.

Παρωραίοι: Αρχαίο Ηπειρωτικό φύλο, γειτονικό των Τυμφαίων, εντοπιζόμενο στην βόρεια Πίνδο, μεταξύ του όρους Λάκμων και των πηγών των ποταμών Αράχθου και Αώου, στο σημερινό Ζαγόρι (βλ. Αρχ. Κατ. Ηπ. σελ. 24). Αναφέρονται από τον Στράβωνα (Ζ΄ VII. 8) ως ένα από τα Ηπειρωτικά φύλα που βρίσκονται κοντά στους Μακεδόνες.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εμφάνιση του ονόματος ενός εκπροσώπου τους (Αρχίδαμος, Παρωρός) στο τιμητικό ψήφισμα των Μολοσσών, που βρέθηκε στην Δωδώνη (βλ. Αρχ. Κατ. Ηπ. σελ. 70).
Υποστηρίχθηκε παλαιότερα (Αρχ. Κάτ. Ηπ. ό. π. σελ. 62) ότι είχαν σχέση με τους Παρωρεάτας της Τριφυλίας στην δυτική Πελοπόννησο, κάτι που σήμερα δεν είναι αποδεκτό.
Οι Παρωραίοι ή Παρωροί, αποκλεισμένοι στην ορεινή χώρα τους, ελάχιστη συμμετοχή είχαν στα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα της αρχαιότητος και θα εξαφανισθούν την περίοδο της ρωμαιοκρατίας, συγχωνευόμενοι με τα υπόλοιπα φύλα της περιοχής.

Σελλοί: Πανάρχαιο φύλο της Ηπείρου εντοπιζόμενο στην περιοχή της Δωδώνης και το οποίο όπως προκύπτει, εξελίχθηκε σε μια ιερατική κάστα αφιερωμένη στην λατρεία του Δωδωναίου Διός. Οι Σελλοί αναφέρονται στον Όμηρο (Ιλιάς Π 234) με αφορμή την προσευχή του Αχιλλέα προς τον Δία : «…Βασιλιά Δία, Δωδωναίε, Πελασγικέ, που ζεις μακριά και κυβερνάς την Δωδώνη με τις βαρυχειμωνιές της, που γύρω της ζουν λατρεύοντάς σε οι ανιπτόποδες μάντεις Σελλοί που κοιμούνται καταγής…».
Αρκετούς αιώνες αργότερα, ο μεγάλος φιλόσοφος Αριστοτέλης, ο οποίος θεωρείται από όλους τους ερευνητές ως ιδιαίτερα ακριβής στις πληροφορίες του, μνημονεύει τους Σελλούς που κατοικούσαν στην Δωδώνη, αναφερόμενος σε ένα μεγάλο κατακλυσμό ο οποίος συνέβη: «…περί την Ελλάδα την αρχαίαν. Αύτη δ’ εστίν η περί την Δωδώνην και τον Αχελώον…Ώκουν γαρ οι Σελλοί ενταύθα και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί νυν δ’ Έλληνες…» (Μετεωρολογικά, Α΄ 352α).
Ο Στράβων (Ζ΄ VII. 10) παραθέτοντας απόψεις παλαιότερων ιστορικών και συγγραφέων όπως ο Φιλόχορος, ο Πίνδαρος, ο Ησίοδος, ο Απολλόδωρος κ.λ.π. αναφέρει ότι οι Σελλοί λέγονται και Ελλοί και ότι κατοικούσαν στην Ελλοπία, όπως ονομαζόταν η περιοχή της Δωδώνης πολύ παλιά. Τέλος, ο Στέφανος Βυζάντιος στο σχετικό λήμμα αναφέρει τα εξής: «…Σελλοί, οι Δωδωναίοι. «αμφί δε Σελλοί σοί ναίουσ’ υποφήται». λέγεται και δίχα του σ Ελλοί…».
Στο "Λεξικόν Κυρίων Ονομάτων" και στο λήμμα Σελλοί αναφέρονται τα εξής: «…ορεσίβιοι τινές γυμνόποδες, κατά γής κοιμώμενοι, πανάρχαιοι ιερείς του Διός εν Δωδώνη, ού και το ιερόν πρώτοι ελέγοντο ιδρύσαντες, απόγονοι δε των Πελασγών…», ενώ στο "Λεξικόν Ελλ. Αρχαιολ." και στο αντίστοιχο λήμμα «…οι αυτοί και Ελλοί, κατά την ενιαχού τραχείαν προφοράν της δασείας ως σ, οίον έξ = sex (έξη στα Λατινικά σημ. ΔΕΕ) κ.τ.λ., πιθανώς η ρίζα του ονόματος Έλληνες…». Η άποψη αυτή, ότι η ονομασία Έλληνες, προήλθε από τους Σελλούς ή Ελλούς, που αναφέρεται στο Λ.Ε.Α., υποστηρίζεται σήμερα από πολλούς ερευνητές.

Τυμφαῖοι: Αρχαίο Ηπειρωτικό φύλο, που συμμετείχε στην ομοσπονδία (=φυλετική ομάδα) των Μολοσσών. Οι Τυμφαίοι αποτελούσαν έναν ορεσίβιο ποιμενικό λαό, εγκατεστημένο στην περιοχή του όρους Τύμφη (σημερ. Γκαμήλα) της βόρειας Πίνδου, στις πηγές του Αώου.
Στην διάρκεια της βασιλείας του Αλεξάνδρου Α΄ της Μακεδονίας (498/497-454 π.Χ.), οι Τυμφαίοι, θα ενσωματωθούν στο Μακεδονικό Βασίλειο, όπως και τα υπόλοιπα φύλα της άνω Μακεδονίας, οι Ελιμιώτες, οι Λυγκηστές, οι Ορέστες και οι Πελαγόνες, τα οποία συμμετείχαν μέχρι τότε επίσης στην ομοσπονδία των Μολοσσών δηλ. των ελληνικών φύλων της Ηπείρου (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, σελ. 68). Την έστω και σκιώδη επικυριαρχία επί των φύλων της άνω Μακεδονίας θα προσπαθήσουν να διατηρήσουν οι διάδοχοι του Αλεξάνδρου Α΄, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία όπως αποδείχθηκε. Ορισμένα από αυτά τα φύλα θα επανέλθουν στην ομοσπονδία των Μολοσσών, όπως οι Ορέστες (Ορέστες Μολοσσοί).
Το φυλετικό κράτος των Τυμφαίων είχε επικεφαλής βασιλέα, όπως και τα άλλα γειτονικά φύλα. Γνωρίζουμε ότι γύρω στο 370 π.Χ. βασιλεύς των Τυμφαίων ήταν ο Σιμμίας, γιος του οποίου ήταν ο γνωστός στρατηγός του Φιλίππου και Μ. Αλεξάνδρου, Πολυπέρχων ή Πολυσπέρχων (Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις - Βιβλίο Β΄ 12.2). Μετά την ήττα του βασιλιά των Μολοσσών Αρρύβα από τον Φίλιππο τον Β΄, το 350 π.Χ. η Τυμφαία, η Παραυαία και η Ορεστίδα θα ενσωματωθούν οριστικά στο Βασίλειο της Μακεδονίας.
Ο Στράβων αναφέρει (Ζ΄ VII. 9) την πόλη Αιγίνιον των Τυμφαίων, γειτονικό με την Αιθικία και την Τρίκκη (τα σημερινά Τρίκκαλα).
Οι Τυμφαίοι θα αφομοιωθούν από τους Μακεδόνες στην διάρκεια των Ελληνιστικών χρόνων και μέχρι την αρχή της χριστιανικής εποχής θα εξαφανισθούν ως ξεχωριστό φύλο.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Ήπειρωτικά (7)


Ἓλληνες: Στα ομηρικά έπη, Έλληνες ονομάζονταν τα μέλη ενός μικρού φύλου της Αχαΐας Φθιώτιδας, το οποίο μαζί με τους Μυρμιδόνες, τους Φθίους και τους Δόλοπες, ήσαν υπήκοοι του βασιλιά Πηλέα, πατέρα του Αχιλλέα. Αναφέρονται μάλιστα (Ιλιάς, Β 681-685) και οι οικισμοί τους : Πελασγικό Άργος, Τριχίνα, Άλος και Αλόπη.
Έχουν προταθεί διάφορες ετυμολογίες του ονόματος από τις ρίζες σαλ- (=προσεύχομαι, απ’ όπου και Σελλοί, οι ιερείς του Δία στην Δωδώνη), σελ- (=ξερός, ξεραίνω, απ’ όπου και η πόλη Σελινούς), ελλ- (=ορεινός), σελ- (=φωτίζω, απ’ όπου και σέλας, ήλιος). Έχει υποστηριχθεί (Α. Χατζής, Επιστ. Επετηρ. Φιλοσ. Σχολής Αθηνών 1935-36) ότι το όνομα προήλθε από την πόλη Ελλάδα (ελλάς ροή=ορεινό ρεύμα) κοντά στον ποταμό Σπερχειό, ο οποίος ονομαζόταν και ο ίδιος Ελλάδα.
Μέχρι τώρα δεν έχει υπάρξει οριστική απάντηση στο θέμα της ετυμολογίας, όπως επίσης και στο ζήτημα αν προηγήθηκε το όνομα του φύλου ή το όνομα της περιοχής. Ένα άλλο πρόβλημα που απασχόλησε την επιστημονική κοινότητα, ήταν και το γλωσσικό, δηλ. σε ποια διαλεκτική ομάδα ανήκε το φύλο των Ελλήνων. Εικάζεται ότι ανήκε στα αιολόφωνα φύλα, αλλά έχει υποστηριχθεί (βλ. Παν. Χρήστου: Οι Περιπέτ. εθν. ονομ. σελ. 41-42) ότι «…οι Έλληνες αποτελούσαν μια φυλετική ομάδα της Ηπείρου, η οποία λίγο πριν από τον Τρωϊκό πόλεμο είχε μεταναστεύσει νοτιοανατολικώτερα, στην Φθία…». Εάν όμως δεχθούμε αυτήν την άποψη, τότε θα πρέπει να δεχθούμε ότι και η διάλεκτός του ανήκε στην Δυτική (Ηπειρωτική) ομάδα, όπου ανήκαν μεταξύ άλλων και οι Δωριείς. Κατά την άποψή μας, το ζήτημα παραμένει ανοικτό.
Πώς όμως γενικεύθηκε το όνομα και κάλυψε όλα τα ελληνόφωνα φύλα της Νότιας Ελλάδας και πώς πήρε το όνομα Ελλάδα ολόκληρη η χώρα;
Για το πρώτο ζήτημα υπάρχουν τρεις κατά βάση απόψεις:
α) Η πρώτη άποψη υποστηρίζει ότι το όνομα προέρχεται από ένα μικρό φύλο που ζούσε στην περιοχή της Δωδώνης και τα μέλη του ήσαν γνωστά ως Ελλοί ή Σελλοί. Το φύλο αυτό εξαφανίσθηκε και όσοι απέμειναν, απετέλεσαν μια ιερατική ομάδα αφιερωμένη στην λατρεία του Διός στην Δωδώνη. Σε αυτούς ανάγεται η ονομασία Έλληνες.
β) Η δεύτερη άποψη δέχεται ότι η ονομασία προήλθε από τους Έλληνες της Φθίας των ομηρικών επών, με διαδικασίες των οποίων αγνοούμε τις λεπτομέρειες, αλλά σε γενικές γραμμές πιστεύεται ότι το όνομα επεκτάθηκε από αυτούς τους Έλληνες, αρχικώς στα γειτονικά τους φύλα και από κάποια στιγμή και μετά, σήμαινε το σύνολο των ελληνικών ομάδων ως συλλογικό όνομα.
γ) Τέλος, υπάρχει και η άποψη (Γιοχάνες Βολφ: ΛΕΞΙΚΟΝ ΕΘΝΩΝ, ΕΘΝΟΤΗΤΩΝ, ΛΑΩΝ – «ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ», ΑΘΗΝΑ 1994), ότι η ονομασία ξεκίνησε από την Δελφική Αμφικτυονία. Όσα φύλα ήσαν μέλη της Αμφικτυονίας συμμετείχαν και στους Ολυμπιακούς αγώνες της Ήλιδος και δέχονταν την διαιτησία των Ελλανοδικών (δωρικά) ή Ελληνοδικών (ιωνικά). Υπήρχε λοιπόν η κοινή ονομασία Έλληνες για τα φύλα αυτά. Οι Σπαρτιάτες ήσαν Έλληνες ενώ οι Αθηναίοι, που δεν συμμετείχαν μέχρι τα χρόνια του Σόλωνος και των Αλκμαιωνιδών, όχι. Όταν μπήκαν στην Αμφικτυονία οι Αθηναίοι έγιναν και αυτοί Έλληνες. Ανάλογη διαδικασία ακολούθησαν και οι Μακεδόνες, οι οποίοι αρχικά (επί του βασιλέως Αλεξάνδρου Α΄) ήσαν «φιλέλληνες» και αργότερα, όταν επί Φιλίππου Β΄ έγιναν μέλη της Αμφικτυονίας, θεωρήθηκαν Έλληνες. (Σημ. ΔΕΕ: αρκετά αμφιλεγόμενη θεωρία, η οποία δεν επιβεβαιώνεται από όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα).
Για το άλλο ζήτημα, της ονομασίας όλης της χώρας, ο αείμνηστος καθηγητής Παν. Χρήστου αναφέρει (βλ. Περιπέτ. σελ. 42): «…πολύ ενωρίς, από την Ελλάδα της Φθίας επήρε αυτό το όνομα όλη η Στερεά, ενώ βαθμιαίως τούτο επεκτάθηκε και στις άλλες επαρχίες της Χερσονήσου και σε όλες τις άλλες ελληνοκατοικούμενες χώρες. Η Νότιος Ιταλία και η Σικελία ωνομάσθηκαν, όπως είναι γνωστό, Μεγάλη Ελλάς…».
Από πότε όμως το όνομα αρχίζει να χρησιμοποιείται με την γενικευμένη σημασία του;
«…Για πρώτη φορά το όνομα εμφανίζεται σε επίγραμμα του Αρκάδος αυλωδού Εχέμβροτου, όπου λέγεται ότι ο ίδιος αφιερώνει στον Ηρακλή άγαλμα, αφού νίκησε με τα μέλη του (την μουσική του, σημ. ΔΕΕ) και με τα προς τους Έλληνες ελεγεία του στους αγώνες των Αμφικτυόνων. Το επίγραμμα αναφέρεται στην Ολυμπιάδα 48/3 ήτοι στο έτος 584, αλλά φυσικά αγράφως πρέπει να ήταν σε χρήσι πολύ ενωρίτερα. Ενωρίτερα επίσης απαντάται στον Ησίοδο ο σύνθετος τύπος Πανέλληνες…» (Χρήστου, Περιπέτ. σελ. 42-43).

Καδμείοι: Συμβατική ονομασία του λαού που σύμφωνα με την παράδοση, με αρχηγό τον Κάδμο, κατέλαβε την Θήβα και κατέκτησε το μεγαλύτερο τμήμα της Βοιωτίας. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Ηρόδοτο (Α΄ 57).
Ο Στέφανος Βυζάντιος υποστηρίζει ότι ο όρος προέρχεται από την ακρόπολη των Θηβών, που κατά την παράδοση, ίδρυσε ο Κάδμος, την Καδμεία: «…Καδμεία πόλις = Θηβών ακρόπολις, αφ’ ης οι Θηβαίοι Καδμείοι και Καδμίωνες και Καδμείαι και το τείχος Καδμεία…».
Όπως απεδείχθη, πρόκειται για ένα προελληνικό αριοευρωπαϊκό φύλο, που έφθασε στην Βοιωτία από την Ήπειρο, για το οποίο υπήρχε μέχρι πρόσφατα αρκετή σύγχυση ως προς την καταγωγή του. Πολλοί ερευνητές, παρασυρμένοι από λανθασμένες ετυμολογίες αλλά και ασαφή χωρία αρχαίων κειμένων, θεωρούσαν τον επώνυμό τους ήρωα Κάδμο και τον λαό του, τους Φοίνικες, ως Σημίτες, φθάνοντας στο σημείο να θεωρούν ότι και το όνομα της Ευρώπης ανάγεται σε σημιτική ρίζα!
Ο καθηγητής και Ακαδημαϊκός Μ. Σακελλαρίου αντέκρουσε με πειστικά επιχειρήματα αυτές τις απόψεις και υποστήριξε ότι οι Φοίνικες του Κάδμου ήσαν ένα προελληνικό φύλο αριοευρωπαϊκής καταγωγής (βλ. Ιστορία Ελληνικού Έθνους - τόμος Α΄, σελ. 361).
Παραθέτουμε περιληπτικά στην συνέχεια, τα σπουδαιότερα αυτών των επιχειρημάτων:
«… Το όνομα του Κάδμου δινόταν σε ένα βουνό και σε ένα ποτάμι στα σύνορα της Καρίας με την Λυδία και την Φρυγία, σε έναν βράχο στα παράλια της νότιας Ιλλυρίας και σε έναν παραπόταμο του Θυάμιδος (Καλαμά) στην Ήπειρο. Είναι επίσης γνωστό ότι οι Κρήτες των ιστορικών χρόνων χρησιμοποιούσαν την λέξη κάδμος με τρεις σημασίες: «δόρυ, λόφος, ασπίς» που όλες τους σχετίζονται με την έννοια ύψος. Έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί το όνομα Κάδμος δόθηκε σε βουνά και σε βράχους. Το γιατί δόθηκε και σε ποτάμια προκύπτει από την ετυμολογία της λέξεως που παράγεται από την ίδια ρίζα που υπάρχει και στο ελληνικό ρήμα κέκαδμαι, κέκασμαι «εξέχω, λάμπω». Η έννοια «εξέχω» ταιριάζει με το ύψος ενώ η έννοια «λάμπω» με την αντανάκλαση του φωτός στο νερό
το εθνικό Φοίν-ικες έχει θέμα που απαντά στην ελληνική (φοιν-ός = βαθυκόκκινος, φοιν-ίξαι, συνώνυμο με το αιμάξαι = φόνος με αρχική σημασία αίμα) και ένα επίθημα γνωστό από άλλα εθνικά ιδοευρωπαϊκών (αριοευρωπαϊκών) φύλων (Αίθικες, Τέμμικες, Γράϊκες ή Γραικοί, Θράϊκες ή Θράκες). Το όνομα Φοινίκη δινόταν επίσης στην Καρία και το όνομα Φοίνιξ δήλωνε βουνό και οχυρό της ιδίας χώρας («…κώμη ορεινή της Καρίας επί του ομωνύμου όρους…» κατά το Λεξ. Κυρ. Ονομ. - σημ. ΔΕΕ), καθώς και ποτάμι της Λυκίας, όπου ποτέ δεν εισχώρησαν Σημίτες Φοίνικες. Επίσης η Φοινίκη της Ηπείρου […πόλις παραθαλασσία και εμπορική της εν Ηπείρω Χαονίας…(Λ.Κ.Ο.) - σημ. ΔΕΕ], βρίσκεται έξω από τα όρια εξαπλώσεώς τους. Την ίδια ρίζα έχει και το εθνικό Φοινατοί που έφερε ένα Ηπειρωτικό φύλο. Το όνομα Φοίνικες επομένως δεν γεννήθηκε στα παράλια του Λιβάνου, αλλά δόθηκε από τους Έλληνες στον λαό που κατοικούσε εκεί, επειδή επιδιδόταν στην βαφή υφασμάτων με ένα βαθυκόκκινο χρώμα, το «φοινόν». Προηγουμένως όμως είχε ήδη χρησιμοποιηθεί ως εθνικό ενός ινδοευρωπαϊκού φύλου εγκατεστημένου στον ελλαδικό χώρο.
Η Φοινίκη του Κάδμου δεν ήταν λοιπόν η χώρα των Σημιτών Φοινίκων, αλλά η Φοινίκη της Ηπείρου, που δεν απέχει πολύ από τον Κάδμο, τον παραπόταμο του Καλαμά (από εκεί κατάγονται οι Φοίνικες της Βοιωτίας). Οι Φοινατοί που αναφέραμε προηγουμένως, θα ήταν πιθανόν απόγονοι των αριοευρωπαίων Φοινίκων της Ηπείρου: τα δύο ονόματα διαφέρουν μόνον στα επιθήματα, Φοίν – ικ – ς, Φοιν – ατ – ός.

Χάλκινο νόμισμα Φοινίκης της Ηπείρου
(επιγραφή: Φοινικαίων-τέλη 3ου αιώνα π.Χ.)

Σύμφωνα με τα παραπάνω, αυτοί οι Φοίνικες έπρεπε να θεωρηθούν ελληνικό φύλο. Υπάρχουν όμως δύο αντενδείξεις: α) Όταν οι Έλληνες εισχώρησαν στο εσωτερικό της Καρίας στην διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων διαπίστωσαν ότι τα ονόματα Κάδμος και Φοίνιξ χρησιμοποιούνταν ήδη ως ονόματα ποταμών, βουνών και πόλεων, αλλά και στην ίδια την Καρία παλαιότερα (Φοινίκη). Άρα οι ονοματοθέτες αυτών των γεωγραφικών όρων θα ήσαν κάποια άλλα ινδοευρωπαϊκά στοιχεία εγκατεστημένα εκεί παλαιότερα και β) Ο Καδμίλος, θεία μορφή των μυστηρίων της Σαμοθράκης, έχει όνομα παραπλήσιο του Κάδμου και το γεγονός αυτό ερμηνεύεται αν λάβουμε υπ’ όψη ότι ταυτιζόταν με τον ιθυφαλλικό Ερμή. Αλλά αυτά τα μυστήρια ήσαν αρχαιότερα από την εκεί εγκατάσταση των Ελλήνων. Για τους λόγους αυτούς θεωρούμε τους Φοίνικες του Κάδμου όχι ελληνικό φύλο, αλλά στοιχείο άλλου ινδοευρωπαϊκού λαού…». (Ι.Ε.Ε. τομ. Α΄ σελ. 361)
Σύμφωνα με τις παραδόσεις, οι Καδμείοι δηλ. οι Φοίνικες του Κάδμου, κατέκτησαν την Βοιωτία, αφού υπέταξαν τους παλαιότατους κατοίκους της περιοχής, σχετικά με τους οποίους όμως υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ των αρχαίων πηγών.
Έτσι, ο μεν Εκαταίος υποστηρίζει ότι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής υπήρξαν οι Λέλεγες και οι Πελασγοί και στην συνέχεια ήλθαν από την θάλασσα μέσω Αττικής οι Άονες, οι Τέμμικες και οι Ύαντες, τους οποίους νίκησε ο Κάδμος με τους Φοίνικές του, ο δε Ελλάνικος θεωρεί ως πρώτους κατοίκους τον αυτόχθονα Ώγυγο και τους Έκτηνες που ίδρυσαν την Θήβα. Οι Άονες και οι Ύαντες θεωρούνται επίσης αυτόχθονες, που τους υπέταξε ο Κάδμος, ο οποίος ίδρυσε την Καδμεία (την ακρόπολη των Θηβών).
Τέλος ο Στράβων αναφέρει ( Θ΄ ΙΙ.3) ότι την Βοιωτία κατέκτησαν οι Φοίνικες με επικεφαλής τον Κάδμο που οχύρωσε την Καδμεία.
Η σύγχρονη έρευνα έχει προσδιορίσει ότι η μετανάστευση των Καδμείων από την Ήπειρο στην Βοιωτία πρέπει να πραγματοποιήθηκε το ενωρίτερο κατά την μετάβαση από την Μεσοελλαδική στην Υστεροελλαδική Εποχή δηλ. γύρω στο 1600 π.Χ.

Κασσωπαίοι: Οι αρχαίοι κάτοικοι της Κασσωπίας της Ηπείρου, οι οποίοι ήσαν εγκατεστημένοι σε κώμες κατά μήκος της ακτής μεταξύ των Κεραυνίων ορέων, Θεσπρωτίας και Αμβρακικού κόλπου. Πρωτεύουσα των Κασσωπαίων ήταν η Κασσώπη, η οποία αναφέρεται για πρώτη φορά σε επιγραφή του 4ου αιώνα π.Χ.
Ο Στράβων αναφέρει (Ζ΄ VII. 5) ότι οι Κασσωπαίοι ήσαν φύλο των Θεσπρωτών. Η περιοχή των Κασσωπαίων δόθηκε από τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας στον βασιλιά των Μολοσσών, τον Αλέξανδρο Α΄ (342-331 π.Χ.). Το 168/167 π.Χ. η περιοχή κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους.

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Ηπειρωτικά (6)



Δασσαρήτες ή Δασσαρήτιοι: Αρχαίο φύλο, εντοπιζόμενο στην περιοχή ΝΑ της λίμνης Αχρίδος (αρχ. Λυχνίτις), η οποία έφερε την ονομασία Δασσαρήτις. Ο ιστορικός του 2ου αιώνα π.Χ. Πολύβιος, αναφέρει (Ε΄ 108) ως πόλεις αυτής της χώρας την Αντιπάτρεια (πιθανόν το σημερινό Μπεράτι), την Χρυσονδύωνα, την Γερτούντα ή Γερούντα και το Κρεώνιον.
Ο Στράβων, αναφέρει (Ζ΄ V. 7 και 12) απλώς τους Δασσαρήτιους, χωρίς όμως να δίνει περισσότερες λεπτομέρειες για την καταγωγή τους.
Ο Στέφανος Βυζάντιος μνημονεύει τις διάφορες ονομασίες τους: «…Δασσαρήται ή Δασσαρήτιοι ή Δασσαρηνοί…» και τους αναφέρει ως «έθνος Ιλλυρίας, Πολύβιος ογδόω». Η διατύπωση αυτή, παρ' όλον που αναφέρει "έθνος Ιλλυρίας" και όχι "έθνος Ιλλυριών", δημιούργησε σύγχυση με αποτέλεσμα παλαιότερα, να έχει υποστηριχθεί ότι οι Δασσαρήτες ήσαν Ιλλυρικό φύλο. Την σύγχυση ασφαλώς επέτειναν τα αναφερόμενα και σε άλλες αρχαίες πηγές περί της καταγωγής των Δασσαρητών. Έτσι, ο ιστορικός του 2ου μ.Χ. αιώνα Αππιανός ο Αλεξανδρεύς, περιέλαβε στο ιστορικό του έργο (Ρωμαϊκά), ένα βιβλίο για τους Ιλλυριούς και τους πολέμους των Ρωμαίων εναντίον τους, το οποίο περιέχει πληροφορίες για τα διάφορα ιλλυρικά φύλα. Εκεί παραδίδεται και μια γενεαλογία των λαών της εποχής εκείνης που ήσαν εγκατεστημένοι στην Ιλλυρία (ελάχιστα αξιόπιστη, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι θεωρεί τους Περραιβούς ιλλυρικό φύλο!) και όπου αναφέρεται ότι η Δασσαρώ ήταν μία από τις κόρες του Ιλλυριού, γιου του Κύκλωπα Πολύφημου. Οι απόγονοι της, κατά τον Αππιανό, ονομάσθηκαν Δασσαρήτιοι (Dassaretii).
Η νεώτερη όμως έρευνα, απέδειξε ότι όχι μόνον δεν ήσαν Ιλλυριοί, αλλά ότι επρόκειτο για το ελληνικό (ηπειρωτικό) φύλο της ομάδας των Χαόνων, που αναφέρει ο Εκαταίος με την ονομασία Δέξαροι (βλ. John Wilkes: The Illyrians – “Blackwell” London, 1996, σελ. 98). Τέλος, σύμφωνα με τον γνωστό ιστορικό Ν. Χάμμοντ, η ονομασία Δέξαροι αποτελεί μια μορφή της ονομασίας Δασσαρήται, από τους οποίους ονομάσθηκε ολόκληρη η περιοχή ΝΑ της λίμνης Αχρίδος, γύρω από τον άνω ρου του Δεβόλη, παραπόταμου του Άψου (Σεμένη) και του άλλου μεγάλου παραποτάμου του, Βερατικού (Osum), δυτικά της περιοχής που καλύπτει ο σημερινός Νομός Φλωρίνης (βλ. C.A.H. Vol. III part 3 σελ. 265). Ο ίδιος ιστορικός σε ένα άλλο βιβλίο (βλ. Χάμμοντ: Ιστορία Μακεδονίας, τομ Α΄ σελ. 112) αναφέρει τα εξής: «Συμπεραίνω λοιπόν ότι οι Δασσαρήτιοι ήταν ένας ελληνόφωνος λαός προσκείμενος στην Ήπειρο, συγγενής π.χ. προς τους Λυγκηστές και τους Ορέστες και προς τις νοτιότερες φυλές των Χαόνων». Και παρακάτω (σελ. 117): «Οι Δασσαρήτιοι ήταν από καταγωγή Χάονες, μια ηπειρωτική ομάδα φύλων». Οι Δασσαρήτες έπαυσαν να υπάρχουν ως ξεχωριστό φύλο γύρω στον 3ο αιώνα μ.Χ.

Δέξαροι: Αρχαίο φύλο, εντοπιζόμενο στα δυτικά της λίμνης Αχρίδος (αρχ. Λυχνίτις), μεταξύ των παραποτάμων του Άψου (Σεμένη, Seman), του Δεβόλη (σημερ. Devoll) και του Βερατικού (σημερ. Osum). Ο περίφημος γεωγράφος του 6ου αιώνα π.Χ. Εκαταίος ο Μιλήσιος, σε ένα διασωθέν απόσπασμα (103), αναφέρει ότι οι Δέξαροι ήσαν «έθνος Χαόνων», που ζεί κάτω από το όρος Άμυρον (σημερ. Τόμοριτ της Βορείου Ηπείρου. Δεν πρέπει να συγχέεται με το όρος Τόμαρος, στα ΝΑ των Ιωαννίνων) και που γειτόνευαν με τους Εγχελείς, ένα ιλλυρικό ίσως φύλο εγκατεστημένο στα βόρεια της Λυχνίτιδος. Οι Δέξαροι, όπως απέδειξε η νεώτερη έρευνα, ταυτίζονται με τους Δασσαρήτες (βλ. για τα παραπάνω και C.A.H. Vol. III part 3 - σελ. 263, 265-266, 268).

Ἐγχελείς: Ένα απροσδιόριστης και αμφιλεγόμενης καταγωγής αρχαίο φύλο, εντοπιζόμενο (βλ. Illyrians σελ. 98 και N. Hammond: C.A.H. Vol. III part 3, σελ. 265) στην περιοχή της λίμνης Αχρίδος (αρχ. Λυχνίτις). Παλαιότερα, κατέτασσαν τους Εγχελείς στα ιλλυρικά φύλα, στα οποία τους συμπεριελάμβαναν ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς. Υπενθυμίζουμε, ότι η αρχαιότερη περιγραφή των ιλλυρικών φύλων, αναφέρεται στον Περίπλου, ο οποίος γράφτηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. και λανθασμένα αποδίδεται στον θαλασσοπόρο και γεωγράφο Σκύλακα τον Καρυανδέα (Ψευδο-Σκύλαξ). Στο έργο αυτό αναφέρεται (Περίπλους 17) ότι: «Ιλλυρίων έθνος εισίν οι Εγχελείς, εχόμενοι του Ριζούντος».
Σύμφωνα όμως με άλλες απόψεις, υποστηρίζεται αφ’ ενός μεν (βλ. ΗΠΕΙΡΟΣ, σελ. 145, όπου αναφέρεται σχετική επιχειρηματολογία της ιστορικού Nada Proeva, 1993) ότι οι Εγχελείς δεν ήσαν Ιλλυριοί, αλλά φρυγικό φύλο και αφ’ ετέρου ότι κατοικούσαν στην πραγματικότητα στην περιοχή της λίμνης της Σκόδρας (αρχ. Λαβαιάτις), στο βορειότερο σημείο της σημερινής Αλβανίας και όχι στην περιοχή βορείως της Αχρίδας (βλ. Illyrians σελ. 99). Η τελευταία άποψη ενισχύεται και από το γεγονός ότι και στον προαναφερθέντα Περίπλου, οι Εγχελείς τοποθετούνται βορείως των Ταυλαντίων, άρα στα νότια της λίμνης Σκόδρας.
Οι Εγχελείς μνημονεύονται τόσο από τον Ηρόδοτο (Ε΄ 61 και Θ΄ 43), όσο και από τον Στράβωνα (Ζ΄ VII. 8), ο οποίος τους αναφέρει ως «Εγχέλειους» και μάλιστα τονίζει ότι αποκαλούνται και «Σεσαρήθιοι», πληροφορία που μάλλον έχει παραλάβει από τον περίφημο γεωγράφο Εκαταίο (6ος αιώνας π.Χ.).
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ηγεμόνες των Εγχελέων, θεωρούσαν τους εαυτούς τους απογόνους του μυθικού ήρωος Κάδμου (βλ. Καδμείοι) και της συζύγου του Αρμονίας (κόρης του Άρεως και της Αφροδίτης), οι οποίοι εγκατέλειψαν την Θήβα και εγκαταστάθηκε στην χώρα των Εγχελέων.
Κατά τις μυθολογικές παραδόσεις (Απολλόδωρος, Γ΄ V. 4 - Υγίνος, Μύθοι 184 και 240 – Απολλώνιος Ρόδιος Δ΄ 517), οι Εγχελείς υπέφεραν από τις επιθέσεις των Ιλλυριών και πήραν χρησμό να δεχτούν ως κυβερνήτες τον Κάδμο και την Αρμονία, αν επιθυμούν να νικήσουν. Εκείνοι υπάκουσαν και τους δέχτηκαν ως αρχηγούς. Η κόρη του Κάδμου, Αγαυή, η οποία μετά την δολοφονία του γιου της Πενθέα (που είχε διαδεχθεί τον Κάδμο στον θρόνο της Θήβας), είχε καταφύγει στην αυλή του βασιλιά των Ιλλυριών, του Λυκοθήρση, μόλις έμαθε ότι οι γονείς της ανέλαβαν την ηγεσία των Εγχελέων, δολοφονεί τον Λυκοθήρση (τον οποίο είχε πάρει σύζυγο) και προσφέρει το βασίλειο των Ιλλυριών στον Κάδμο. Έτσι, ο Κάδμος θα κυβερνήσει αυτές τις χώρες και θα αποκτήσει μάλιστα σε μεγάλη ηλικία έναν γιο, τον Ιλλυριό, ο οποίος θα τον διαδεχθεί.
Ο Κάδμος θεωρείται επίσης ο μυθικός οικιστής των αρχαίων πόλεων Βουθόης (σημερ. Budva, στο νότιο τμήμα του κόλπου του Καττάρου-Boka Kotorska, στο Μαυροβούνιο της Γιουγκοσλαβίας) και Λυχνιδού, κοντά στην σημερινή πόλη της Αχρίδας, στην ομώνυμη λίμνη.
Η νεώτερη έρευνα, δεν έχει καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα, όπως ήδη τονίσαμε, όχι μόνον στο θέμα του ακριβούς εντοπισμού της χώρας των Εγχελέων, αλλά και στο θέμα των εθνο-γλωσσικών του σχέσεων και συγγενειών. Πιθανολογείται λοιπόν, ότι πρόκειται μάλλον για κάποιο Παλαιο-Βαλκανικό φύλο, εγκατεστημένο αρχικά στα βόρεια της πλούσιας σε αλιεύματα και κυρίως χέλια (με αυτά σχετίζεται ετυμολογικά και η ονομασία του φύλου), λίμνη της Αχρίδος, το οποίο βαθμιαία επεκτάθηκε κατά μήκος του ποταμού Δρίλωνος (σημερ. Drin), μέχρι την περιοχή της λίμνης Σκόδρας, με αποτέλεσμα να υπάρχει σύγχυση στις αρχαίες πηγές.
Ο Ν. Χάμμοντ έχει υποστηρίξει (βλ. C.A.H. Vol. III part 1, σελ. 629), ότι η εγκατάσταση των Εγχελέων στα βόρεια της Αχρίδος πρέπει να τοποθετηθεί στα τέλη του 11ου ή στις αρχές του 10ου αιώνα π.Χ. και ότι στους κλασσικούς και ελληνιστικούς χρόνους αποτελούσαν μάλλον ιστορική ανάμνηση.
Η παρουσία τους μαρτυρείται τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 6ου αιώνα, αν λάβουμε υπ’ όψιν ένα διασωθέν απόσπασμα του Εκαταίου, ο οποίος τους μνημονεύει ως γείτονες με τους Δέξαρους. Αυτήν μάλιστα την περίοδο είχαν θέσει υπό τον έλεγχό τους την ευρύτερη περιοχή των λιμνών της άνω Μακεδονίας (βλ. Χάμμοντ: Ιστορία Μακεδονίας τομ. Α΄, σελ. 114).
Οι μετέπειτα αναφορές τους από τον Ηρόδοτο, τον Στράβωνα, αλλά και τον Πολύβιο (Ε΄ 108), αναπαράγουν προφανώς τις πληροφορίες του Εκαταίου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Πολύβιος τους μνημονεύει (εξιστορώντας τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Φιλίππου Ε΄ της Μακεδονίας στην περιοχή), με την ονομασία τους στην Δυτική ελληνική διάλεκτο που χρησιμοποιούσε, ως «Εγχελάνες». Δεν αποκλείεται λοιπόν, κάποιο υπόλειμμά τους να επιβίωσε μέχρι τον 2ο ή 1ο αιώνα π.Χ. Θα εξαφανισθούν οριστικά στην διάρκεια της ρωμαιοκρατίας.

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Ηπειρωτικά (5)



Ἀτιντᾶνες: Οι αρχαίοι κάτοικοι της Ατιντανίας, μιας περιοχής στην βορειοδυτική Ήπειρο (βλ. Χάρτη Ηπείρου), οι οποίοι αναφέρονται για πρώτη φορά από τον Θουκυδίδη (Β΄ 80) ως σύμμαχοι των Μολοσσών το 429 π.Χ. στην εκστρατεία τους εναντίον των Ακαρνάνων. Σύμφωνα με την παράδοση που μνημονεύει ο Στέφανος Βυζάντιος, οι Ατιντάνες ή Ατιντάνιοι, όπως τους αναφέρει, ήσαν απόγονοι «…Ἀτιντᾶνος, υἱοῦ Μακεδόνος…».
Αναφορά στους Ατιντάνες γίνεται και στον «Περίπλου», ένα έργο που δημιουργήθηκε στα μέσα περίπου του 4ου αιώνα π.Χ. ως συμπίλημα έργων παλαιοτέρων συγγραφέων και συνήθως αποδίδεται (λανθασμένα) στον περίφημο γεωγράφο και θαλασσοπόρο του 6ου αιώνα π.Χ. Σκύλακα, από τα Καρύανδα της Καρίας ή σε έναν άλλο ομώνυμό του Σκύλακα Καρυανδέα των τελών του 5ου αιώνα π.Χ. και είναι γνωστό σήμερα ως «Ψευδο-Σκύλαξ». Στον Ψευδο-Σκύλακα οι Ατιντάνες αναφέρονται ως λαός του εσωτερικού της χώρας (=μεσογειακός) και τοποθετούνται στα ανατολικά των κατοίκων του Ωρικού και της Αμαντίας και βόρειοανατολικά των Χαόνων, μέχρι την Δωδώνη. Στην ίδια περιοχή τοποθετούνται και από τους νεώτερους ερευνητές (βλ. Δ. Ευαγγελίδη: Αρχαίοι Κατοικοι Ηπείρου, σελ. 24), εντοπιζόμενοι στην σημερινή περιοχή του Αργυροκάστρου μέχρι το Τεπελένι, νοτίως του άνω ρου του ποταμού Αώου, ο οποίος τους χώριζε από τους γείτονές τους στα βορειοανατολικά, Παραυαίους.
Εκτός όμως από τους Ατιντάνες της Ηπείρου, υπήρχε και ένα άλλο φύλο με την ίδια ονομασία που εντοπίζεται να κατέχει τις βόρειες και ΒΑ περιοχές της λίμνης Λυχνίτιδος (σημερ. Αχρίς), στην Άνω Μακεδονία, που συχνά αναφέρονται και ως Ατιντανοί. Ο Στράβων (Ζ΄ VII. 8), τους αναφέρει μαζί με άλλα Ηπειρωτικά φύλα, αλλά δυστυχώς δεν προσδιορίζει την περιοχή εγκατάστασής τους.
Μέχρι σήμερα υπάρχει μεγάλη διχογνωμία μεταξύ των ερευνητών εάν πρόκειται για τον ίδιο λαό ή διαφορετικούς. Εικάζεται ότι τμήμα του αρχικού φύλου των Ατιντάνων, επεκτάθηκε από την Ήπειρο μέχρι την περιοχή των λιμνών της Μακεδονίας και στην συνέχεια αποκόπηκε και αναμείχθηκε με Ιλλυρικά φύλα που ήσαν εγκατεστημένα γύρω από την Λυχνίτιδα λίμνη, χάνοντας την γνησιότητά του.
Ο Ν. Χάμμοντ (N. G. L. Hammond), αναφέρεται κυρίως στους Αντιντάνες / Ατιντάνες/Ατιντανούς της Άνω Μακεδονίας και μάλιστα υποστηρίζει (Ιστορία της Μακεδονίας, τομ. B΄ σελ. 89) ότι ταυτίζονται με το φύλο των Τυντηνών, για το οποίο το μόνο που γνωρίζουμε είναι τα ωραιότατα βαριά ασημένια νομίσματά του, που χρονολογούνται γύρω στο 500 π.Χ. με την επιγραφή ΤΥΝΤΕΝΟΝ. Ο ίδιος (τομ. Α΄ σελ. 97), ταυτίζει τους Ατιντανούς και με ένα άλλο φύλο, τους Αντανούς, η κύρια πόλη των οποίων, η Αντανία (Antania), τοποθετείται βορείως της Μεγάλης Πρέσπας (αρχ. Βρυγηίς) και δυτικά της σημαντικότατης αρχαίας πόλης της περιοχής, της Ηράκλειας Λυγκηστών, κοντά στο σημερινό Μοναστήρι (Βιτώλια-Bitola). Όπως αναφέρει: «…οι Αντανοί ήταν ένα φύλο από την ομάδα των φυλών που καλούνται Ατιντανοί και πως άλλοι από αυτούς ζούσαν στην Ιλλυρίδα και άλλοι στην Μακεδονία, προς βορράν της Λυχνιδού και της Ηρακλείας…».
Σύμφωνα με τον J. Wilkes (The Illyrians 1996, σελ. 97), η πλέον συμβατή λύση στο ζήτημα αυτό είναι η αποδοχή της ύπαρξης δύο διαφορετικών φύλων, των Ατιντάνων της Ηπείρου και των Ιλλυριών Ατιντανών στα βόρεια του Ελμπασάν και της Λυχνίτιδος λίμνης, μια άποψη που δεν δέχονται άλλοι ερευνητές (όπως η ελληνικής καταγωγής καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Βελιγραδίου Φαν. Παπάζογλου, που υποστηρίζει την ταύτιση των δύο φύλων).
Με το ζήτημα των Αντιντάνων ασχολήθηκε και ο Ιστορικός και καθηγητής του Α.Π.Θ. Κων/τίνος Π. Χρήστου, ο οποίος υποστήριξε μια εξαιρετικά ελκυστική άποψη για το θέμα. Σύμφωνα με αυτήν, οι Ατιντάνες υπήρξαν ένας ορεσίβιος ποιμενικός λαός, ο οποίος ουδέποτε εξελίχθηκε σε ένα συγκροτημένο φύλο με μόνιμη εγκατάσταση και αυτόνομη πολιτειακή οργάνωση. Αντίθετα παρέμειναν σε ένα πατριαρχικό, νομαδικό στάδιο κοινωνικής εξέλιξης, μετακινούμενοι κατά περιστάσεις από περιοχή σε περιοχή. Πιθανολογείται λοιπόν ότι οι Ατιντάνες των βορειότερων περιοχών ήσαν οι πρώτοι που ήλθαν σε επαφή με τους Ρωμαίους και εκλατινίστηκαν γλωσσικά, με αποτέλεσμα να αποτελέσουν ένα προδρομικό φύλο των σημερινών Βλάχων (βλ. Κ. Χρήστου: Αρωμούνοι, Θεσσαλονίκη 1996).

Βυλλίονες: Αρχαίο φύλο της Ηπείρου, εντοπιζόμενο στα βόρεια του κάτω ρου του ποταμού Αώου (βλ. Χάρτη Ηπείρου). Οι Βυλλίονες θεωρούνται άλλοτε ως Ιλλυριοί και άλλοτε ως ελληνικό Ηπειρωτικό φύλο. Έτσι, παλαιότερα υποστηριζόταν η άποψη ότι το νοτιότερα εγκατεστημένο φύλο των Ιλλυριών ήσαν οι Βυλλίονες (Bylliones), στην ενδοχώρα της ελληνικής αποικίας της Απολλωνίας, στην κοιλάδα του ποταμού Αώου, που γειτόνευε στα νότια του με το ελληνικό Ηπειρωτικό φύλο των Χαόνων. Σήμερα πάντως, από την σύγχρονη έρευνα υποστηρίζεται ότι οι Βυλλίονες ήσαν ελληνικό και όχι ιλλυρικό φύλο (C.A.H. Vol. III part 3 p. 268). Στην περιοχή τους αναφέρεται μια καθαρά ελληνική πόλις, η Βύλλις ή Βυλλίς με ευρήματα επιγραφών σε δωρική διάλεκτο (βλ. Αρχ. Κατ. Ηπ. σελ. 33). Ο Στέφανος Βυζάντιος την μνημονεύει ως πόλη παραθαλάσσια την οποία ίδρυσαν οι Μυρμιδόνες του Νεοπτολέμου.
Γενικά, δεν έχουμε ακριβείς πληροφορίες από τις αρχαίες πηγές. Ο Στράβων π.χ. αναφέρει (Ζ΄ V. 8) αόριστα την «Βυλλιακή χώρα» μετά την Απολλωνία, μνεία που σήμερα αμφισβητείται και έχει διορθωθεί Βαλλιακή και ορθότερα Βαλαιακή (βλ. ΗΠΕΙΡΟΣ σελ. 143). Παρακάτω όμως (Ζ΄ VII. 8), μνημονεύει τους Βυλλίονες και τους τοποθετεί στα Ιλλυρικά γένη. Όπως έχει εύστοχα παρατηρηθεί (ΗΠΕΙΡΟΣ σελ. 144), η Βυλλίς και η γειτονική της Νίκαια, «…θέτουν δυσεπίλυτα προβλήματα…», όχι μόνον ως προς την θέση τους, αφού οι ανασκαφές τις εντόπισαν 25 χλμ. από την θάλασσα, παρά την περιγραφή τους από τον Στέφανο Βυζάντιο ως πόλεων παραθαλασσίων, αλλά και ως πολλά ακόμη αντιφατικά ευρήματα.
Ο Ν. Χάμμοντ επιχειρεί να τα ξεπεράσει εν μέρει, υποστηρίζοντας ότι η Βυλλίς ήταν ελληνική αποικία, που ιδρύθηκε στην χώρα των Ιλλυριών Βυλλιόνων, αρχικά παραλιακή, που αργότερα μεταφέρθηκε στο εσωτερικό. Από τις δύο σειρές νομισμάτων που βρέθηκαν, εκείνη με την επιγραφή «Βυλλίς» ανήκε κατά την άποψή του στην ελληνική πόλη, ενώ η άλλη με την επιγραφή «Βυλλιόνων» στο ομώνυμο ιλλυρικό φύλο (Hammond, Epirus 471-472).
Μετά το 232 π.Χ. και την κατάργηση της Βασιλείας στην Ήπειρο, εμφανίζεται το «Κοινόν των Βυλλιόνων», για το οποίο υποστηρίχθηκε (βλ. Wilkes, 1996 σελ. 97) ότι ανήκε στους Ιλλυριούς Ατιντανούς (βλ. Ατιντάνες), αλλά η θεωρία αυτή περί «μεγάλης Ατιντανίας», που προβλήθηκε κυρίως από Αλβανούς ιστορικούς, έχει από καιρό αντικρουσθεί (ΗΠΕΙΡΟΣ, σελ. 144) και απορριφθεί.


Γραικοί ἤ Γράϊκες: Κατά τον Αριστοτέλη (Μετεωρολ. Α, 352α), Γραικοί ονομάζονταν οι Έλληνες πριν από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνος, ο οποίος συνέβη «…περί την Ελλάδα την αρχαίαν. Αύτη δ’ εστίν η περί την Δωδώνην και τον Αχελώον… Ώκουν γαρ οι Σελλοί ενταύθα και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί νυν δ’ Έλληνες…». Οι αρχαίοι θεωρούσαν γενικά το όνομα Γραικός αρχαιότερο από το όνομα Έλλην (Απολλοδ. 1, 7, 7) και το εντόπιζαν στην Θεσσαλία ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή, θεωρούσαν τον Γραικό υιό του Θεσσαλού (Πάριο χρονικό, αλλά και Στεφ. Βυζ. στην λέξη Γραικός). Η νεώτερη έρευνα όμως, ξεκινώντας από τις παρατηρήσεις του Αριστοτέλους που προαναφέραμε αλλά και νεώτερα επιστημονικά στοιχεία, τείνει να επιβεβαιώσει την άποψη ότι κοινή κοιτίδα των δύο ονομάτων (Γραικός-Έλλην) ήταν η περιοχή γύρω από την Δωδώνη και την πεδινή περιοχή των σημερινών Ιωαννίνων.
Η εγκυρότερη (κατά την άποψή μας, αλλά και κατά το Λεξικό Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα) εργασία στο θέμα αυτό, έγινε από τον αείμνηστο καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου όπου εξετάζεται η διαχρονική πορεία του εθνικού ονόματος Γραικός (βλ. Π. Χρήστου: Οι Περιπέτειες των εθνικών ονομάτων των Ελλήνων, 1960). Υποστηρίζεται και στην εργασία αυτήν η Ηπειρωτική κοιτίδα αυτού του φύλου, το οποίο αργότερα μετακινήθηκε στην περιοχή της Θεσσαλίας που ήταν γνωστή ως Αχαΐα Φθιῶτις εξ οὗ και η σύγχυση ως προς την θεσσαλική καταγωγή των Γραικών.
Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από το παραπάνω έργο:
«...επρόκειτο για ένα φύλο διφυές, που απετέλεσε μια ενότητα με δύο κατά περιστάσεις ονόματα (Γραικοί και Έλληνες). Ένα μέρος του επέρασε από την Δωδώνη προς τον Αχελώο και τη Θεσσαλία κι’ έγινε ένδοξο στη Φθία υπό τον ηγεμόνα του Αχιλλέα και με το όνομα Έλληνες. Μερικές ομάδες που έφυγαν προς τα νοτιώτερα ίδρυσαν την πόλι Γραῖα της Βοιωτίας, την Γραῖα της Ευβοίας και το Πάριον. Ίσως μια ομάδα τους απετέλεσε τον πυρήνα του αττικού δήμου Γραῆς της Πανδιονίδος φυλής. Άλλο μέρος παρέμεινε στην Ήπειρο, όπου συγχωνεύθηκε με άλλα ισχυρά ελληνικά φύλα που μετακινήθηκαν στον χώρο του αργότερα, αλλά δεν έχασε τελείως το όνομά του. Κι’ από αυτό το τμήμα μετακινήθηκαν ομάδες δυτικά, στην Ιταλία, μαζί με περαστικούς λατινόφωνους, αλλά πριν από τους Νοτιοέλληνες αποίκους. Οι Λατίνοι που εγνώρισαν τους ελληνόφωνους στα πρόσωπα αυτών των ομάδων, είτε στην ίδια την Ιταλία είτε στην Ήπειρο, ωνόμασαν από τότε όλους τους Έλληνες Graeci και το όνομα τούτο μετέδωσαν σε όλους τους ευρωπαϊκούς και τους άλλους λαούς…».

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Ηπειρωτικά (4)

Αρχαίο θέατρο Δωδώνης

Ἄβαντες : Σύμφωνα με το «Λεξικόν Κυρίων Ονομάτων», οι Άβαντες ήσαν λαός της Θράκης «…μετοικίσας πρῶτον εἰς Φωκίδα καὶ εἶτα εἰς Εὒβοιαν».
Κατά τόν Ραγκαβῆ (Λεξ. Ελλ. Αρχαιολ.), ἦσαν λαός «…ἐκ Θράκης ὁρμώμενος ἢ ἀνήκων εἰς τὸν Ἰωνικόν δεσμόν ( Ἡροδ. Α΄,146). Διά τῆς Φωκίδος εἰσῆλθον εἰς Εὒβοιαν καὶ ἐθεωροῦντο τῆς νήσου οἱ ἀρχαιότεροι κάτοικοι (Στρβ. Βιβλ.10 Κεφ.Ι .3). Ἐκεῖθεν δέ μετά 40 νηῶν καὶ ὑπό τήν ὁδηγίαν τοῦ Ἐλεφήνορος, ἒπλευσαν μετά τῶν λοιπῶν Ἑλλήνων κατά τῆς Τροίας (Ὁμηρ. Ἰλ. Β 536) συμπεριλαβόντες και τούς υἱούς τοῦ Θησέως (Πλουτ. Θησ. ΙΣΤ΄ ). Κατά τήν ἐπιστροφήν, πλανηθέντες μετά 8 πλοίων ἐρρίφθησαν εἰς τά Κεραύνια ὂρη. Περιγράφονται δ’ ὡς ἂγριοί τινες καί μακράν τρέφοντες κόμην (ὂπισθεν κομόωντες)».
Το «Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν ΗΛΙΟΣ» περιέχει αρκετές πληροφορίες, όχι πάντοτε αξιόπιστες (όπως π.χ. τα περί καταγωγής των Αβάντων από την Θράκη) στο σχετικό λήμμα για τους Άβαντες, αναφέροντας μάλιστα πολλές λεπτομέρειες, τις σπουδαιότερες από τις οποίες παραθέτουμε στην συνέχεια:
«…Το φυλετικόν όνομα Άβαντες έφερον οι αρχαιότατοι κάτοικοι της Ευβοίας, καταγόμενοι από την Θράκην, απ’ όπου ήλθον μετά του βασιλέως των Άβαντος και αφού διεσκορπίσθησαν ανά την Πελοπόννησον και έπειτα ανά την Φωκίδα, όπου ίδρυσαν την πόλιν Άβαι (ή Αβαί ή Άβα, μεταξύ Οπούντος και Ορχομενού επί του βοιωτικού Κηφισσού σημ. ΔΕΕ) , μετώκησαν εις την Εύβοιαν όπου και οριστικώς εγκατεστάθησαν. Ως εκ τούτου η Εύβοια επωνομάσθη Αβαντιάς ή Αβαντίς.
Ετυμολογικώς το επίθετον «άβας» σημαίνει : «εκείνος που δεν φεύγει», δηλαδή που δεν αποχωρεί ή δεν υποχωρεί (άρα ο ατρόμητος). Ορισμένοι γλωσσολόγοι (όπως ο Γάλλος Φεέρ) σχετίζουν την ελληνικήν αυτήν ονομασίαν με την σανσκριτική λέξη «άβαντι» που σημαίνει «εκείνοι που επιμένουν ή που υπερασπίζουν». Πάντως όλοι οι Άβαντες δεν έμειναν καθηλωμένοι εις την Εύβοιαν, αλλ’ εξηπλώθησαν και εις την Αττικήν ως και εις την μικρασιατικήν Ιωνίαν, ταυτισθέντες με τους Ίωνας, μολονότι είχον ορισμένας φυλετικάς διακρίσεις.
Οι Άβαντες εκείνοι που μετά του Ελεφήνορος εξεστράτευσαν κατά της Τροίας (Ιλιάς, Β 536 και Δ 464), επεχείρησαν να επιστρέψουν μετά την άλωσιν του Ιλίου εις τας πατρίδας των και επέβησαν «ναυσί οκτώ» (Παυσανίας Ε΄ 22,3), δηλ. εις 8 πλοία, αλλ’ απεπλανήθησαν προς τα παράλια της Ηπείρου και τέλος εγκατεστάθησαν εις την Θεσπρωτίαν, αναμιχθέντες με τους γηγενείς και ιδρύσαντες την πόλιν Θρόνιον. Εξ αυτών ωνομάσθη ένα τμήμα της Ηπείρου «Αβαντίς». Βραδύτερον όμως υπέταξαν ή εξετόπισαν τους Άβαντας οι άποικοι της Κέρκυρας Απολλωνιάται.
Άβαντες επίσης υπήρχον και εις τας νήσους του Αιγαίου, ιδίως εις την Χίον, την Κρήτην και ακόμη εις την Καρίαν …».
Θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι ο επώνυμος γενάρχης των Αβάντων Άβας, κατά την μυθολογία, ήταν υιός του Λυγκέως, υιού του Αιγύπτου και της Αργυφίας και ο μόνος διασωθείς μεταξύ των αδελφών του, χάρη στην αγάπη της συζύγου του Υπερμνήστρας, η οποία απετέλεσε εξαίρεση στις συζυγοκτόνους αδελφές της, τις κόρες του Δαναού. Ο Άβας ήταν πατέρας των διδύμων αδελφών Προίτου και Ακρισίου, άρα προπάππος του ήρωος Περσέως.
Η νεώτερη επιστημονική έρευνα, συνδυάζοντας τις αρχαίες παραδόσεις με τα τελευταία ευρήματα της Αρχαιολογίας, της Γλωσσολογίας κ.λ.π. κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Άβαντες ήσαν ένα πανάρχαιο ελληνόφωνο φύλο, από τα πρώτα που εμφανίσθηκαν (μαζί με τους Δαναούς) στον Ελλαδικό χώρο και για αυτόν τον λόγο τα δύο αυτά φύλα χαρακτηρίζονται ως Πρωτοέλληνες.
Η πλέον πειστική ερμηνεία για την προέλευση και την εμφάνιση των Αβάντων, στηριγμένη στα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, προέρχεται από τον καθηγητή και Ακαδημαϊκό Μιχ. Σακελλαρίου (Ιστορία Ελληνικού Έθνους - τομ. Α΄ σελ. 362-364 ) και αναφέρει τα εξής :
«…Το όνομα των Αβάντων είναι ινδοευρωπαϊκό τόσο στη μορφή (με επίθημα – ντ -) όσο και στο θέμα. Με το όνομα Άβας μας είναι γνωστοί δύο ποταμοί, ο ένας νότια από τον Καύκασο, ο άλλος στην Ιταλία. Άρα σ’ αυτό το όνομα περιέχεται το ινδοευρωπαϊκό θέμα ab- «νερό, ποτάμι». Από την άλλη πλευρά, τα τοπωνύμια Αρέθουσα και Κάναθος, στην Εύβοια και σ’ άλλα μέρη της Ελλάδος όπου κατοίκησαν Άβαντες, παρουσιάζουν θ στη θέση του ινδοευρωπαϊκού dh, σύμφωνα με ελληνικό φωνητικό νόμο, ενώ η θρακική και άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες έχουν στην ίδια θέση δ. Άρα η «Ιλιάς» μας δίνει μια πραγματική και αληθινή μαρτυρία για την εθνική θέση των Αβάντων και επομένως ο Αριστοτέλης (και ο Αρριανός σημ. ΔΕΕ), έσφαλαν που τους θεωρούσαν Θράκες, παρασυρμένοι, φαίνεται, από το γεγονός ότι η πόλη Άβα, όπως και άλλες θέσεις της Φωκίδος, κατοικήθηκαν πραγματικά από Θράκες που επέδραμαν στην Ελλάδα στο τέλος της Μυκηναϊκής Εποχής (σημ. ΔΕΕ: γύρω στο 1200 π.Χ.).
Έξω από την Εύβοια, Άβαντες εντοπίζονται σε πολλές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδος : στο Άργος, στη Σικυώνα, στη Φωκίδα, στην Ήπειρο. Επίσης στη νοτιοδυτική Ιλλυρία αναφέρονται Άβαντες και Άμαντες (η εναλλαγή του μ και β είναι συνηθισμένο φαινόμενο, τόσο στην ελληνική όσο και σε άλλες γλώσσες). Μπορεί λοιπόν να υποθέσει κάποιος ότι οι Άβαντες συμπίπτουν με Δαναούς στο Άργος και στη Φωκίδα. Γι’ αυτό το λόγο και επειδή το όνομα Άβας απαντά στον Καύκασο ως υδρωνύμιο, δηλ. σε λειτουργία που είναι σύμφωνη με τη σημασία της ρίζας ab- μπορεί να διατυπωθεί η υπόθεση ότι οι Άβαντες έφθασαν στην Ελλάδα με τα ίδια κύματα που έφεραν τους Δαναούς. Τα τμήματα των Αβάντων που βρίσκουμε στην νοτιοδυτική Ιλλυρία και στην Ήπειρο, ακολούθησαν άλλο δρόμο μαζί με τον κύριο κορμό των Ελλήνων…».

Ἀθαμᾶνες: Αρχαιοελληνικό φύλο, το οποίο όπως φαίνεται διαμορφώθηκε στον χώρο των Αθαμανίων ορέων (Τζουμέρκα). Μετά το 1900 π.Χ. μετακινήθηκε μαζί με τους Βοιωτούς και Θεσσαλούς, προς την Πίνδο και τις γύρω περιοχές και εγκαταστάθηκαν ενδιάμεσα, γεωγραφικά και διαλεκτολογικά, μεταξύ των αιολικών φύλων της Θεσσαλίας και των δυτικών φύλων της Ηπείρου.
Κατά τον καθηγητή Μιχ. Σακελλαρίου «…το όνομα του ποταμού Ίναχου (παραπόταμος του Αχελώου, διαρρέων την Ακαρνανία. Δεν πρέπει να συγχέεται με τον ομώνυμο ποταμό της Αργολίδος σημ. ΔΕΕ) που διασχίζει την Αθαμανία, μας διδάσκει ότι οι Αθαμάνες επεκάθησαν σε ένα πρωτο-αχαϊκό στρώμα. Από αυτό πήραν την λατρεία της Ιναχούς, δηλαδή της κόρης του Ίναχου, που την έκαμαν σύζυγο του δικού τους θεού επωνύμου, του Αθάμαντα. Η Ιναχώ έχει γίνει γνωστή με το συντομευμένο όνομα Ινώ. Ο εντοπισμός μύθων για τον Αθάμαντα και την Ινώ στην Αχαΐα Φθιώτιδα (νότια Θεσσαλία σημ. ΔΕΕ) εξυπακούει μια εγκατάσταση Αθαμάνων, αρχαιοτέρα του 1600 π.Χ., γιατί η διάδοση της Ινούς στη νοτιώτερη Ελλάδα συμπίπτει με τη διάδοση των Αχαιών. Ινώ και Αθάμας μαζί εμφανίζονται πάλι μόνο στη δυτική Βοιωτία και μάλιστα με ολόκληρο τον μυθικό κύκλο τους. Άρα έχουν μεταφερθεί εκεί όχι από τους Αχαιούς, αλλά από τους αρχικούς φορείς τους, τους Αθαμάνες. Μια εγκατάσταση Αθαμάνων μαρτυρείται από φιλολογικές πηγές στην κοιλάδα του Σπερχειού…»(Ι.Ε.Ε. τομ. Α΄ σελ. 376).
Μετά τα παραπάνω, είμαστε πλέον σε θέση να αποκαταστήσουμε πλήρως την ιστορική διαδρομή και τις μετακινήσεις των Αθαμάνων:
Όπως προαναφέρθηκε, περιοχή διαμόρφωσης αυτού του φύλου θεωρείται η Πίνδος και συγκεκριμένα τα Αθαμάνια ή Αθαμανικά όρη (Τζουμέρκα). Γύρω στο 1900 π.Χ. σημειώνονται οι μεταναστεύσεις των φορέων της λεγομένης Κεντρικής διαλέκτου της πρωτο-Ελληνικής από την δυτική Μακεδονία προς νοτιότερες περιοχές του ελλαδικού χώρου. Από τα φύλα αυτά, ορισμένα θα εγκατασταθούν στην περιοχή που αργότερα θα γίνει γνωστή ως Θεσσαλία, αφού υποτάξουν ή εκδιώξουν από εκεί τους παλαιότερους κατοίκους της, τους Πελασγούς. Είναι οι λεγόμενοι Πρωτο-Αιολείς, οι οποίοι ομιλούν μια πρώτη μορφή της μετέπειτα γνωστής ως Αιολικής διαλέκτου της Ελληνικής γλώσσας.
Οι Αθαμάνες θα μετακινηθούν ταυτόχρονα ή λίγο αργότερα και θα εγκατασταθούν αρχικά στην νοτιο-ανατολική Θεσσαλία (Αχαΐα Φθιώτις) όπου θα έλθουν σε επαφή με το προελληνικό Αριοευρωπαϊκό φύλο των Πρωτο-Αχαιών και παρέλαβαν πιθανόν την λατρεία του Ίναχου και της Ιναχούς. Αργότερα, μετά την εκδίωξη των Μινύων από την κεντρική Θεσσαλία (Πελασγιώτιδα) και την αρχική εγκατάστασή τους στην Αχαΐα Φθιώτιδα, οι Αθαμάνες θα συνδεθούν και θα συνεργασθούν στενά μαζί τους (αυτή είναι και η πιθανότερη ερμηνεία του μύθου του γάμου του Αθάμαντα με την Νεφέλη). Από την περιοχή οι Αθαμάνες και οι Μινύες θα εκδιωχθούν από τους Λαπίθες και θα καταφύγουν στην Βοιωτία, στον Ορχομενό. Εδώ θα έλθουν σε σύγκρουση με τους Μινύες με αποτέλεσμα να επιστρέψουν αρχικά μεν στην δυτική Θεσσαλία και τελικά στον χώρο της αρχικής τους εξόρμησης, τα Αθαμανικά όρη.
Γλωσσολογικά, η διάλεκτος των Αθαμάνων θεωρείται ενδιάμεση, όπως των Βοιωτών και των Θεσσαλών, μεταξύ των κυρίως αιολόφωνων της Θεσσαλίας και της Δυτικής διαλέκτου των φύλων της Ηπείρου.
Οι Αθαμάνες εμφανίζονται για πρώτη φορά στα ιστορικά γεγονότα του Ελλαδικού χώρου το 395 π.Χ. όταν μαζί με τους Ακαρνάνες και τους Λοκρούς θα πολεμήσουν εναντίον των Φωκέων (Εγκυκλοπ. Π-Λ-Μπ). Λίγο αργότερα εμφανίζονται να συμμετέχουν στην Β΄ Αθηναϊκή Συμμαχία. Στον Β΄ Ιερό πόλεμο (356-346 π.Χ.) θα πολεμήσουν και πάλι εναντίον των Φωκέων, κάτω από την αρχηγία του βασιλιά των Μολοσσών Αρρύβα, ως σύμμαχοι των Μακεδόνων. Στα χρόνια της ακμής του Μακεδονικού Βασιλείου θα γίνουν υποτελείς του και στην συνέχεια θα περάσουν στην εξουσία του βασιλέως της Ηπείρου, Πύρρου.
Οι Αθαμάνες θα αναδειχθούν σε σημαντική πολιτική και στρατιωτική δύναμη προς τα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. με τον βασιλιά τους Αμύνανδρο, όπως μνημονεύει και ο Στράβων (Θ΄ ΙV. 11), ο οποίος μάλιστα τους θεωρεί ως υπαίτιους (μαζί με τους Αιτωλούς) της εξαφάνισης των Αινιάνων: «…τότε που οι Αθαμάνες, τελευταίοι από όλους τους Ηπειρώτες, πήραν την εξουσία και έγιναν δυνατοί στα χρόνια του βασιλιά Αμύνανδρου…».
Στα χρόνια αυτά της ακμής των Αθαμάνων τοποθετείται και η δημιουργία «Κοινού», όπως μαρτυρείται σε σχετική επιγραφή που αναφέρει το "Κοινόν των Αθαμάνων".
Οι Αθαμάνες θα εξαφανισθούν ως ξεχωριστό φύλο, ήδη τον 1ο αιώνα π.Χ., από τα πρώτα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας και  όπως ρητά αναφέρει ο Στράβων (Θ΄ ΙV. 17) «…Αθαμάνες δε και αυτοί εκλελοίπασι…».

Από το βιβλίο του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη: Λεξικό των αρχαίων ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων (βλ. http://ethnologic.blogspot.com/2009/10/61.html).

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

Ηπειρωτικά (3)


Αἴθικες: Ηπειρωτικό φύλο γνωστό από την Μυκηναϊκή εποχή. Αναφέρονται στον Όμηρο, στον περίφημο «Νηών κατάλογο» της ραψωδίας Β της Ιλιάδος (Β 744), ως ένα (ορεσίβιο) φύλο στο οποίο κατέφυγαν οι Κένταυροι (μετά την καταδίωξή τους από τους Λαπίθες).
Κατά τον Στράβωνα (Ζ΄ VII . 8), οι Αίθικες ήσαν Ηπειρώτες, γείτονες των Αθαμάνων και των Τυμφαίων, που κατοικούσαν στα ορεινά (…τραχεῖαν οἰκοῦντες χώραν…) και ειδικότερα στο όρος «Ποῖον» και την Πίνδο, κοντά στις πηγές του Πηνειού (Ζ΄ VII . 9). Ο Στέφανος Βυζάντιος τους χαρακτηρίζει βαρβάρους και ληστές. Μετά τον 1ο αιώνα π.Χ. οι Αίθικες εξαφανίζονται ως ιδιαίτερο φύλο. Κατά τις σύγχρονες αντιλήψεις θεωρούνται ως γνήσιο Ηπειρωτικό φύλο.

Θεσπρωτοί: Αρχαιοελληνικό φύλο της Ηπείρου, γνωστό στους νοτιότερους Έλληνες από πολύ παλιά, όπως αποδεικνύει η μνεία τους στα ομηρικά έπη (Οδύσσεια, Ξ 315-316, 335). Εκεί αναφέρεται ότι κατείχαν τα παράλια της Ηπείρου, είχαν φιλικές σχέσεις με τους άλλους Έλληνες των Ιονίων νήσων (με τους οποίους συμμαχούσαν εναντίον των Ταφίων πειρατών) και επέτρεπαν στους προσκυνητές που πήγαιναν στην Δωδώνη να διασχίζουν την χώρα τους.
Ο Ευγάμμων (επικός ποιητής που γεννήθηκε στην Κυρήνη και πέθανε το 568 π.Χ.), στην Τηλεγονεία του (όπου έχουν περιληφθεί πολλά στοιχεία της παλαιότερης επικής παράδοσης), αναφέρει ότι ο Οδυσσεύς μετά από την επιστροφή του στην Ιθάκη, θα οδηγήσει τους Θεσπρωτούς σε μια ανεπιτυχή πολεμική επιχείρηση εναντίον ενός λαού της Ηπείρου που ονομάζονταν Βρύγες.
Αναφέρονται επίσης και από τον Ηρόδοτο (Η΄ 47). Οι Θεσπρωτοί φαίνεται ότι πριν από το τέλος της Χαλκοκρατίας (=Εποχή Ορειχάλκου) έφθαναν μέχρι την κεντρική Πίνδο όπου γειτόνευαν με τους Θεσσαλούς. Πιθανολογείται ότι εμφανίσθηκαν στο νότιο τμήμα της σημερινής Ηπείρου στην αρχή της Μεσοελλαδικής Εποχής (περίπου 1900 π.Χ.) και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή που θα πάρει το όνομά της από αυτό το φύλο. Πρέπει όμως να διευκρινίσουμε ότι η αρχαία Θεσπρωτία καταλάμβανε πολύ μεγαλύτερη έκταση από τον σημερινό Νομό και από το Ιόνιο πέλαγος έφθανε μέχρι την Πίνδο και από τον Αμβρακικό κόλπο μέχρι τον ποταμό Θύαμι (Καλαμάς) και βορειότερα. Οι Θεσπρωτοί αποτελούσαν ένα είδος ομοσπονδίας συγγενικών φύλων όπως οι Γράϊκες ή Γραικοί, οι Παραυαίοι, οι Κασσωπαίοι, οι Έλλοπες, οι Δωδωναίοι, στην οποία είχαν προσχωρήσει και οι προέλληνες Δρύοπες, οι οποίοι προφανώς ακολούθησαν τους Θεσπρωτούς στις μετακινήσεις τους. Οι παλαιότεροι κάτοικοι της περιοχής εκδιώχθηκαν ή απορροφήθηκαν.
Όπως αποκαλύπτουν τα αρχαιολογικά ευρήματα υπήρχαν στενές επαφές με την νότια Ελλάδα στην διάρκεια της Υστεροελλαδικής (Μυκηναϊκής 1600-1100 π.Χ.) Εποχής. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι οι Θεσπρωτοί δημιούργησαν τον ρυθμό των λεγομένων Μινυακών αγγείων μεταφέροντας στο πηλό ξύλινα πρότυπα (βλ. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, τομ. 28 σελ. 79). Την ίδια περίοδο θα επεκταθούν στην Ιθάκη, στην Λευκάδα και στην Ακαρνανία.
Με την έναρξη της εποχής των αναστατώσεων στον Ελλαδικό χώρο που σημειώθηκαν στο τέλος της Χαλκοκρατίας (γύρω στο 1100 π.Χ.) στην Ήπειρο θα προωθηθούν από την σημερινή Βόρειο Ήπειρο και την Δυτική Μακεδονία τα φύλα των Μολοσσών, περιορίζοντας σημαντικά τους Θεσπρωτούς, ένα τμήμα των οποίων θα αναγκαστεί να μετακινηθεί στην Θεσσαλία. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να διακοπεί η επικοινωνία αυτών που παρέμειναν στην Ήπειρο με την νότια Ελλάδα. Η απομόνωση θα διακοπεί μόλις το 730-700 π.Χ., στην αρχή δηλαδή της λεγομένης Αρχαϊκής περιόδου, όταν στα νότια της Θεσπρωτίας θα ιδρυθούν ορισμένες αποικίες Ηλείων.
Ως το 429 π.Χ. είχαν βασιλεία και συγκροτούσαν «φυλετικό κράτος» (Βλ. http://ethnologic.blogspot.com/2009/10/blog-post_10.html). Η αυξανόμενη δύναμη των Μολοσσών θα αφαιρέσει όμως σημαντικές περιοχές από τους Θεσπρωτούς στα ανατολικά, στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. ενώ στην συνέχεια αποσπάστηκε και η Κασσωπαία (σημερινή περιοχή Πρεβέζης). Τέλος, οι Μολοσσοί θα τους αποσπάσουν και την περιοχή του Μαντείου της Δωδώνης, γύρω στο 400 π.Χ.
Στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. φαίνεται ότι συγκρότησαν Κοινό. Το «Κοινόν των Θεσπρωτών» θα συμμαχήσει με τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας, ενώ το 330 π.Χ. περίπου θα προσχωρήσει στην Συμμαχία των Ηπειρωτών που ηγεμόνευαν οι Μολοσσοί.
Η Συμμαχία θα μετασχηματισθεί γύρω στο 233/232 π.Χ. στο περίφημο «Κοινόν των Ηπειρωτών». Οι Θεσπρωτοί ενώ αρχικά τάχθηκαν με το μέρος των Ρωμαίων, θα πολεμήσουν τελικά στο πλευρό του τελευταίου βασιλιά της Μακεδονίας Περσέα, ο οποίος θα ηττηθεί το 168 π.Χ. στην Πύδνα από τον Ρωμαίο στρατηγό Αιμίλιο Παύλο. Ο τελευταίος, μετά από απόφαση της ρωμαϊκής Συγκλήτου, θα επιτεθεί αιφνιδιαστικά εναντίον της Ηπείρου. Αναφέρεται ότι οι Ρωμαίοι κατέσφαξαν σχεδόν ολόκληρο τον άρρενα πληθυσμό των πόλεων και εγκατέστησαν εποίκους από άλλες περιοχές. Μετά από αυτό το πλήγμα οι Θεσπρωτοί θα εξαφανισθούν σύντομα και δεν μνημονεύονται ξανά στην Ιστορία.

Χάονες: Μια από τις τρεις μεγάλες φυλετικές ομάδες της αρχαίας Ηπείρου. Οι Χάονες μετακινήθηκαν προς τα παράλια της Ηπείρου μετά το 1900 π.Χ. από την περιοχή της αρχικής εγκατάστασής τους στον ελλαδικό χώρο, που πρέπει να ήταν η περιοχή βορείως του ποταμού Αώου.
Αρχαιολογικώς, έχει διαπιστωθεί η εγκατάσταση ενός νέου λαού στο στρώμα Maliq IIIa (το οποίο χρονολογείται γύρω στο 2100/2000 π.Χ.), ο οποίος δεν κατέστρεψε τον αυτόχθονα Χαλκολιθικό πληθυσμό, αλλά αναμείχθηκε μαζί του, επιφέροντας συγκεκριμένες αλλαγές στις οικονομικές και εθνο-πολιτιστικές δομές του (Cambridge Ancient History vol. III part 1, σελ. 213).
Εάν συνδυάσουμε αυτά τα στοιχεία με το γεγονός ότι γύρω στο 2200/2100 π.Χ. έχουμε τις εγκαταστάσεις των Πρωτο-ελληνικών φύλων στις περιοχές γύρω από την Πίνδο, τότε είναι εύκολο να υποθέσουμε ότι ο λαός που εγκαταστάθηκε στο Maliq IIIa ήταν ένα από αυτά τα φύλα, τα οποία αργότερα θα γίνουν γνωστά ως Χάονες και έτσι από τα αρχαιολογικά δεδομένα αποκτούμε τις πρώτες πληροφορίες για τις παλαιότερες μετακινήσεις τους (βλ. ΗΠΕΙΡΟΣ «ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ» σ. 36).
Υπενθυμίζουμε ότι η τοποθεσία Μαλίκ (10 χλμ. βορείως της σημερινής Κορυτσάς στην Β. Ήπειρο) αποτελεί τοποθεσία-οδηγό, δεδομένου ότι προσφέρει μια σαφή διαδοχή ανασκαφικών οριζόντων, που μας βοηθούν να αντιληφθούμε την πολιτιστική εξέλιξη της ευρύτερης περιοχής των λιμνών, της δυτικής Μακεδονίας και της Ηπείρου.
Όπως προαναφέρθηκε, μετά το 1900 π.Χ. οι Χάονες θα προωθηθούν προς τις παραλιακές περιοχές της Ηπείρου, εκτοπίζοντας και περιορίζοντας προς τις νοτιότερες περιοχές, τους Θεσπρωτούς. Στην διάρκεια της Μεσοελλαδικής περιόδου (1900-1600 π.Χ.) αρκετά φύλα ή τμήματα φύλων θα μεταναστεύσουν στην νότια Ελλάδα όπου την επόμενη περίοδο (Υστεροελλαδική 1600-1150 π.Χ.) θα ανθίσει ο Μυκηναϊκός πολιτισμός.
Τον 13ο αιώνα π.Χ. σημειώνεται η μεγάλη Φρυγική μετανάστευση (βλ. http://ethnologic.blogspot.com/2009/12/blog-post_06.html) από την κεντρική Ευρώπη προς τις νότιες περιοχές της χερσονήσου του Αίμου. Το πρώτο κύμα αυτής της κίνησης θα εμφανισθεί στην περιοχή της Ηπείρου στην διάρκεια της περιόδου που είναι γνωστή αρχαιολογικά ως Υστεροελλαδική ΙΙΙ Β (1300-1180 π.Χ.). Είναι οι πρώτες εγκαταστάσεις των Φρυγών στην περιοχή, τις οποίες θα ακολουθήσουν και νεώτερες, που θα φέρει το δεύτερο κύμα (1120-1050 π.Χ.) και οι οποίες θα εξαναγκάσουν μια ομάδα φύλων να περάσει την Αδριατική και να εγκατασταθεί στο ΝΑ τμήμα της Ιταλικής χερσονήσου. Ανάμεσα στα φύλα αυτής της ομάδας, που είναι γνωστή ως Μεσσαπική (βλ. Ιλλυριοί), υπήρχε και ένα φύλο που έφερε την ονομασία Χώνες (Chonians), για το οποίο πιστεύεται ότι σχετίζεται με τους Χάονες (βλ. C.A.H. Vol. III part 1, σελ. 229).
Η παράδοση επιβεβαιώνει αυτές τις εγκαταστάσεις των φρυγικών φύλων που θα γίνουν γνωστά εδώ με την ονομασία Βρύγες ή Βρίγες. Έτσι, ο Ευγάμμων (ποιητής του 6ου αιώνα π.Χ.), στην Τηλεγονεία του (όπου έχουν περιληφθεί πολλά στοιχεία της παλαιότερης επικής παράδοσης), αναφέρει ότι ο Οδυσσεύς μετά από την επιστροφή του στην Ιθάκη, θα οδηγήσει τους Θεσπρωτούς σε μια ανεπιτυχή πολεμική επιχείρηση εναντίον ενός λαού που ονομάζονταν Βρύγες.
Τέλος, η παράδοση για την ίδρυση της Επιδάμνου (αποικία των Κερκυραίων, σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας) που κατέγραψε ο Αππιανός (Αλεξανδρινός Ιστορικός του 2ου μ.Χ. αιώνα) αναφέρει τους Βρίγες ως τους παλαιοτέρους κατοίκους της περιοχής, που τους διαδέχθηκαν αργότερα οι Ταυλάντιοι, ένα Ιλλυρικό φύλο, με τους οποίους, όπως σαφώς συμπεραίνεται, οι Βρίγες δεν είχαν καμία σχέση ή συγγένεια.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Μουσική από την Φλώρινα


Παραδοσιακή μουσική από μια ξεχασμένη γωνιά της Ελλάδος. Για μια αντίστοιχη ανάρτηση εδώ: http://ethnologic.blogspot.com/2009/10/blog-post_24.html