Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

Η «Μαύρη Αθηνά» και οι «αφροκεντριστές»

Εξώφυλλο του Α΄ τόμου της "Μαύρης Αθηνάς"

Η «Μαύρη Αθηνά» και οι «αφροκεντριστές»
(Από το βιβλίο του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη:«Μη-συμβατικές θεωρίες: Οι κερδοσκόποι του “ελληνισμού” και ο φενακισμός των αφελών» - ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ, Θεσσαλονίκη 2007)

Τον Μάρτιο του 1987 κυκλοφόρησε ο Α΄ τόμος ενός βιβλίου [Martin Bernal: «Black Athena»: The Afroasiatic Roots of Classical Civilization – The Fabrication of Ancient Greece 1785-1985 («Μαύρη Αθηνά»: Οι Αφροασιατικές Ρίζες του Κλασσικού Πολιτισμού - Το «κατασκεύασμα» της Αρχαίας Ελλάδας 1785-1985)] που πέρασε μάλλον απαρατήρητο. Το μόνο έντυπο που δημοσίευσε μια δισέλιδη παρουσίαση του βιβλίου ήταν η παλιά νεοϋρκέζικη εβδομαδιαία εφημερίδα της αμερικανικής μαρξιστικής αριστεράς «Guardian» (που έκλεισε το 1992) και παρ’ όλες τις επίμονες προσπάθειες του συγγραφέα κανένα σοβαρό έντυπο δεν ασχολήθηκε με το βιβλίο.
Το 1991 κυκλοφόρησε ο Β΄ τόμος («Black Athena»: The Archaeological and Documentary Evidence (Οι αρχαιολογικές μαρτυρίες και οι μαρτυρίες των τεκμηρίων), προκαλώντας μια χιονοστιβάδα συζητήσεων, αντεγκλήσεων και αρθρογραφίας τόσο στις Η.Π.Α. όσο και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ενώ αναμένονται τόσο ο Γ΄ τόμος (υπό έκδοση εδώ και 15 χρόνια) με τον προσωρινό τίτλο : «Λύνοντας το αίνιγμα της Σφίγγας και άλλες μελέτες στην Αιγυπτο-Ελληνική μυθολογία» (Γλωσσολογικά επιχειρήματα)*, όσο και ένας Δ΄ τόμος με άγνωστο τίτλο και περιεχόμενο.
Συγγραφέας αυτού του περίεργου και εξ ίσου απροσδόκητου έργου ήταν ο Αγγλοεβραίος Μάρτιν Μπερνάλ, καθηγητής Κυβερνητικών Σπουδών (Government Studies) στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ των Η.Π.Α. Η βασική πανεπιστημιακή του εκπαίδευση ήταν Σινολογία (Κινεζικές σπουδές) και επί 20 χρόνια δίδασκε θέματα σύγχρονης κινεζικής πολιτικής και σχέσεις μεταξύ της διανόησης Κίνας και δυτικού κόσμου στις αρχές του 20ου αιώνα. Όπως αναφέρει ο ίδιος στον Πρόλογο του α΄ τόμου: «…Το 1975 πέρασα την κρίση της μέσης ηλικίας … πολιτικά αυτή η κρίση είχε σχέση με την λήξη του πολέμου στο Βιετνάμ και η συνειδητοποίηση ότι η Μαοϊκή Εποχή στην Κίνα έφθασε στο τέλος της. Ήταν πια φανερό ότι το διεθνές ενδιαφέρον μετατοπίσθηκε και δεν ήταν πια η Ανατολική Ασία, αλλά η Ανατολική Μεσόγειος…» και προσθέτω εγώ : «άρα με κάτι άλλο έπρεπε να ασχοληθώ ώστε να μη μείνω άνεργος με τις κινεζικές σπουδές μου και τις περισπούδαστες αναλύσεις μου για τις οποίες ουδείς πλέον θα ενδιαφερόταν να ανοίξει το πορτοφόλι του». Αυτό βέβαια δεν το ομολογεί ο Μπερνάλ, ο οποίος συνεχίζοντας την αυτοανάλυσή του για να δικαιολογήσει την συγγραφή της «Μαύρης Αθηνάς» αναφέρει παρακάτω: «Αυτή η μετατόπιση (σημ. ΔΕΕ: στα προβλήματα της Ανατολικής Μεσογείου), με οδήγησε να ασχοληθώ με την Εβραϊκή Ιστορία. Το εβραϊκό στοιχείο των προγόνων μου και η εφαρμογή των Νόμων της Νυρεμβέργης (σημ. ΔΕΕ: Οι νόμοι εναντίον των Εβραίων της χιτλερικής Γερμανίας) μου δημιουργούσαν πάντοτε εφιάλτες, αλλά μέχρι τότε δεν είχα ασχοληθεί ιδιαίτερα με το θέμα ή με τον Εβραϊκό πολιτισμό. Σε αυτό ακριβώς το στάδιο άρχισα να αναζητώ, με έναν ρομαντικό τρόπο, τις ρίζες μου και ξεκίνησα να ρίχνω ματιές στην αρχαία εβραϊκή Ιστορία και δευτερευόντως για τις σχέσεις Ισραηλιτών και των γειτονικών τους λαών, ιδιαίτερα με τους Χαναανίτες και τους Φοίνικες…».
Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος μυρίστηκε σωστά με τι έπρεπε να ασχοληθεί. Βεβαίως είχε την εξυπνάδα να αντιληφθεί ότι δεν υπήρχε περίπτωση να βγει από την ανωνυμία ασχολούμενος με κάποιο κοινότοπο θέμα σε έναν χώρο γεμάτο από ειδικούς. Έτσι διάλεξε ένα ανορθόδοξο θέμα με το οποίο αναδείχθηκε επιπλέον και σε «πολιτιστικό υπερασπιστή» των καταπιεσμένων Νέγρων των Η.Π.Α., οι οποίοι ασφαλώς θα αισθάνονταν ενθουσιασμένοι εμφανιζόμενοι ως οι εμπνευστές και δημιουργοί (μέσω των αρχαίων Αιγυπτίων, τους οποίους ο Μπερνάλ παρουσιάζει ως Νέγρους) του ελληνικού κλασσικού πολιτισμού !!!


(*) Ο τρίτος τόμος κυκλοφόρησε τελικά στις 25/11/2006 με τον υπότιτλο The Linguistic Evidence (βλ. Εικόνα εξωφύλλου παραπάνω).

Δεν ήταν λοιπόν καθόλου τυχαία η επιλογή του Μπερνάλ, αλλά μάλλον ατύχησε στις προσδοκίες του για υποστήριξη από τους πανίσχυρους εβραιοαμερικάνικους κύκλους των Η.Π.Α., οι οποίοι όχι μόνον αδιαφόρησαν για τις περίεργες θεωρίες του, αλλά πήραν και αποστάσεις από το αμφιλεγόμενο «έργο» του για τους δικούς τους λόγους, που δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε.
Αντίθετα, το βιβλίο του κέρδισε την ενθουσιώδη αποδοχή από τους Αφροαμερικανούς, οι οποίοι εναγκαλίσθηκαν ασμένως τα Μπερνάλια φληναφήματα που υιοθετήθηκαν και εντάχθηκαν στον «Αφροκεντρισμό», ένα πολιτιστικό κίνημα των Αμερικανών Νέγρων που προσπαθεί να αποδείξει με διάφορα φαιδρά επιχειρήματα [όπως π.χ. ότι ο Αριστοτέλης «έκλεψε» την φιλοσοφία του από την Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, αντιγράφοντας έργα Νέγρων σοφών (;) που υπήρχαν εκεί, αποσιωπώντας ή αγνοώντας ότι ο Αριστοτέλης δεν είχε πάει ποτέ στην Αίγυπτο και ότι η Βιβλιοθήκη ιδρύθηκε μετά τον θάνατό του!] την άποψη ότι η πολιτιστική προσφορά (;) των Νέγρων στην Ανθρωπότητα παραχαράχθηκε από τους Λευκούς (Ευρωπαίους), που διαστρέβλωσαν την Ιστορία εις βάρος των Αφρικανών αποκρύπτοντας π.χ. ότι μεγάλες ιστορικές προσωπικότητες, όπως ο Αίσωπος, ο Σωκράτης, η Κλεοπάτρα, ο Καρχηδόνιος Αννίβας κ.λπ. ήσαν Νέγροι !!!
Ο Μπερνάλ υποδαύλισε αυτές τις ψευδοϊστορικές ανοησίες για προφανείς λόγους και όπως κατά λέξη αναφέρει στις τελευταίες γραμμές της Εισαγωγής του α΄ τόμου : «Ο πολιτικός στόχος της Μαύρης Αθηνάς είναι να ταπεινώσει την Ευρωπαϊκή πολιτιστική αλαζονεία (υπεροψία)» (σημ. ΔΕΕ !!!).
Ο άνθρωπος «δεν παίζεται» και σε σχέση με τους δικούς μας τσαρλατάνους είναι κλάσεις ανώτερος και ομολογώ ότι του βγάζω το καπέλο. Απλά και μόνο διαβάζοντας τις ατέλειωτες σελίδες βιβλιογραφίας που παραθέτει (αν και μεταξύ των αναφερόμενων βιβλίων υπάρχουν και κάποια για τα πανηγύρια) καταλαβαίνεις ότι έχεις να κάνεις με ικανότατο και, κυρίως, καλά διαβασμένο άτομο. Επαναλαμβάνω ότι δεν υπάρχει καμία σύγκριση με τους δικούς μας «συγγραφείς» ή αν θέλετε είναι σαν να συγκρίνεις τον θρυλικό (λογοτεχνικό) απατεώνα Φαντομά με έναν κοινό κλεφτοκοτά! Προκαλώ, όποιον έχει την δυνατότητα, να διαβάσει στο πρωτότυπο τους δύο τόμους της «Μαύρης Αθηνάς». Είμαι βέβαιος ότι τουλάχιστον θα εντυπωσιασθεί από τα επιχειρήματα και την στοιχειοθέτηση αυτών των επιχειρημάτων μια και ο Μπερνάλ χρησιμοποιεί μια συστηματική και εφευρηματική καπηλεία των αρχαίων πηγών και των κειμένων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, που εμφανίζονται να στηρίζουν την άποψη του Μπερνάλ περί αποικισμού της αρχαίας Ελλάδος από Αιγυπτίους και Φοίνικες στην διάρκεια της 2ης χιλιετίας π.Χ. και οι οποίοι δίδαξαν τον πολιτισμό στους ημιβάρβαρους ιθαγενείς Έλληνες. Η θεωρία αυτή βαφτίστηκε από τον Μπερνάλ «Αρχαίο πρότυπο» (Ancient Model), το οποίο, όπως ισχυρίζεται, στην διάρκεια του 19ου και 20ου αιώνα Ευρωπαϊκοί πολιτικοί και ακαδημαϊκοί κύκλοι, εμφορούμενοι από αντισημιτισμό και ρατσιστικές αντιλήψεις, αντικατέστησαν με το αποκαλούμενο κατά Μπερνάλ «Άριο πρότυπο» (Arian Model) θεώρησης της Ιστορίας. Σύμφωνα με τον ίδιο η «Μαύρη Αθηνά» είναι το έργο που επιχειρεί την θεμελίωση / τεκμηρίωση μιας νέας επιστημονικής «αλήθειας» για την αρχαία Ιστορία και Πολιτισμό, που ο Μπερνάλ βαφτίζει «Αναθεωρημένο Αρχαίο πρότυπο» (Revised Ancient Model).
Στην απογύμνωση και κατάρριψη των «Θεωριών Μπερνάλ» πρωτοστάτησε η Εβραιοαμερικάνα ελληνίστρια, καθηγήτρια Μαίρη Λέφκοβιτς, η οποία βέβαια εισέπραξε την μήνιν των Νεγροαμερικανών πανεπιστημιακών και αφροκεντριστών που την κατηγόρησαν (για τι άλλο!) ως ρατσίστρια και μύρια άλλα όσα, αμέσως μετά την δημοσίευση του πρώτου της άρθρου στο (νεοϋρκέζικο) φιλελεύθερο και διανοουμενίστικο εβδομαδιαίο περιοδικό “New Republic” (Mary R. Lefkowitz, “Not Out of Africa” 10. II. 1992), όπου με ακλόνητα επιχειρήματα κατέρριψε τις θεωρίες του Μπερνάλ και των αφροκεντριστών. Όπως έγραψε η ίδια αργότερα στον Πρόλογο του ομότιτλου βιβλίου της (Mary Lefkowitz: Not Out of Africa - How Afrocentrism Became an Excuse to Teach Myth as History, New York: Basic Books, 1996 – «Όχι από την Αφρική» - Πώς ο αφροκεντρισμός αποτέλεσε δικαιολογία ώστε να διδάσκονται (διάφορα) μυθεύματα ως (πραγματική) Ιστορία):
«…έως τότε αγνοούσα πλήρως την ύπαρξη μιας ολόκληρης φιλολογίας που αρνείται πως οι αρχαίοι Έλληνες επινόησαν την Δημοκρατία, την Φιλοσοφία και την Επιστήμη. Πράγματι, κυκλοφορούν βιβλία που ισχυρίζονται ότι ο Σωκράτης και η Κλεοπάτρα ήσαν αφρικανικής καταγωγής και πως η ελληνική φιλοσοφία είναι κλεμμένη από την Αίγυπτο. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι τα βιβλία αυτά, όχι μόνον διαβάζονταν και διαδίδονταν ευρύτατα, αλλά και πως οι ίδιες οι ιδέες τους διδάσκονταν σε σχολεία και Πανεπιστήμια…» (σ.σ. Η επισήμανση δική μου).
Οι διαπιστώσεις αυτές της Λέφκοβιτς σύντομα θα κινητοποιήσουν πολλά μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, οι οποίοι άρχισαν να συνειδητοποιούν το τι συμβαίνει στα αμερικάνικα πανεπιστήμια με την ιδεολογική τρομοκρατία που είχε επιβληθεί από τους αφροκεντριστές και βαθμιαία θα αρχίσουν να βλέπουν το φως της δημοσιότητας ολοένα και περισσότερα άρθρα εναντίον αυτής της κατάστασης χρησιμοποιώντας το βιβλίο του Μπερνάλ ως αφορμή (βλ. μια τέτοια κριτική, ιδιαίτερα σκληρή είναι η αλήθεια, στην ιστοσελίδα http://www.newcriterion.com/archive/08/dec89/gress.htm.).
Η Λέφκοβιτς, παρά τις προσπάθειες ιδεολογικής της τρομοκράτησης από τους ίδιους κύκλους, όχι μόνον δεν οπισθοχώρησε, αλλά αντεπιτέθηκε προχωρώντας στην έκδοση, μαζί με τον καθηγητή Guy MacLean Rogers, ενός μνημειώδους συλλογικού έργου («Black Athena Revisited» University of North Carolina Press - April 1996) όπου κορυφαίοι επιστήμονες σχετικών ειδικοτήτων από το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιταλία και τις Η.Π.Α. εξέτασαν τους ισχυρισμούς του Μπερνάλ και τους απέρριψαν απερίφραστα.
Παραθέτω τα ονόματα αυτών των επιστημόνων και τις θέσεις που κατέχουν/κατείχαν σε διάφορα ιδρύματα :
John Baines, professor of Egyptology, University of Oxford
Kathryn A. Bard, assistant professor of archaeology, Boston University
C. Loring Brace, professor of anthropology and curator of biological anthropology in the Museum of Anthropology, University of Michigan
John E. Coleman, professor of classics, Cornell University
Edith Hall, lecturer in classics, University of Reading, England
Jay H. Jasanoff, Jacob Gould Schurman Professor of Linguistics, Cornell University
Richard Jenkyns, fellow and tutor, Lady Margaret Hall, Oxford, and university lecturer in classics, University of Oxford
Mary R. Lefkowitz, Andrew W. Mellon Professor in the Humanities, Wellesley College
Mario Liverani, professor of ancient near eastern history, Universita di Roma, "La Sapienza"
Sarah P. Morris, professor of classics, University of California at Los Angeles
Robert E. Norton, associate professor of German, Vassar College
Alan Nussbaum, associate professor of classics, Cornell University
David O'Connor, professor of Egyptology and curator in charge of the Egyptian section of the University Museum, University of Pennsylvania
Robert Palter, Dana Professor Emeritus of the History of Science, Trinity College, Connecticut
Guy MacLean Rogers, associate professor of Greek and Latin and history, Wellesley College
Frank M. Snowden, Jr., professor of classics emeritus, Howard University
Lawrence
A. Tritle, associate professor of history, Loyola Marymount University
Emily T. Vermeule, Samuel E. Zemurray, Jr., and Doris Zemurray Stone-Radcliffe Professor Emerita, Harvard University
Frank J. Yurco, Egyptologist, Field Museum of Natural History and the University of Chicago

Θα πρότεινα, σε όσους έχουν την διάθεση και τον χρόνο, να περιπλανηθούν στο Διαδίκτυο και να παρακολουθήσουν την βαθμιαία απομόνωση του Μπερνάλ από την διεθνή επιστημονική κοινότητα και την γελοιοποίησή του, μέσα από τις σχετικές κριτικές και αρθρογραφίες, στην οποία καταλυτικό ρόλο, υποθέτω, διεδραμάτισε η ευρύτατη κυκλοφορία του παραπάνω συλλογικού έργου.
Μια προσπάθεια του Μπερνάλ να ανακτήσει το κύρος του με την κυκλοφορία ενός νέου βιβλίου (αντί του πολυαναμενόμενου Γ΄τόμου της «Μαύρης Αθηνάς») με τον τίτλο «Black Athena Writes Back: Martin Bernal Responds to His Critics» - Duke University Press (October 2001), μάλλον έπεσε στο κενό και κρίνοντας από τις κριτικές των αναγνωστών (βλ. σχετική ιστοσελίδα στο amazon.com για το βιβλίο), η απόρριψη των θεωριών του και από το ευρύ κοινό είναι πλέον γεγονός, εκτός βεβαίως από τους αφροκεντριστές, για τους οποίους τα «έργα» του Μπερνάλ αποτελούν κάτι σαν «ιερά κείμενα». Έτσι, αξίζει τον κόπο να διαβάσει κάποιος στην παραπάνω ιστοσελίδα του διεθνούς ηλεκτρονικού βιβλιοπωλείου Amazon την κριτική ενός (και μοναδικού) αναγνώστη από την Ζιμπάμπουε, ο οποίος εκθειάζει το βιβλίο του Μπερνάλ και βρίσκει την αφορμή να επιτεθεί στην «ευρωπαϊκή υπεροψία», ως παράδειγμα της οποίας αναφέρει τις δηλώσεις Ευρωπαίων Χριστιανοδημοκρατών εναντίον της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση !!!
Ποιες υπήρξαν οι αντιδράσεις στην Ελλάδα (*) όλα αυτά τα χρόνια για ένα θέμα που έθιγε τα ίδια τα θεμέλια του αρχαιοελληνικού πολιτισμού;
Θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν από μηδαμινές έως ανύπαρκτες και ελάχιστες προβλήθηκαν στα μεγάλα ΜΜΕ, κυρίως κάποια σκόρπια άρθρα από τον συντηρητικό χώρο με μάλλον ρηχές αναλύσεις (π.χ. Περιοδικό Ἐποπτεία, Ἰούνιος 1992), πατριωτικές κορώνες και ουσία μηδέν. Δυστυχώς, οι «μη-συμβατικές» θεωρίες και οι θιασώτες τους έκαναν και στο θέμα αυτό την βαθμιαία εμφάνισή τους σε έναν απίθανο αχταρμά όπου οι επιθέσεις εναντίον του Μπερνάλ συνδυάζονταν με εξ ίσου φαιδρά επιχειρήματα για άσχετα θέματα, όπως η Ινδοευρωπαϊκή καταγωγή (sic) των Ελλήνων (!!!), κάτι που μόνον οι «μη-συμβατικοί» μπουρδολόγοι υποστηρίζουν.
_______________________________
(*) Εκείνο πάντως που πρέπει να τονιστεί είναι ότι ελαχιστότατοι Έλληνες διάβασαν τον Μπερνάλ στο πρωτότυπο, τα βιβλία του οποίου δεν έχουν μεταφραστεί ακόμα και ως εκ τούτου δεν έχουν κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα (2006) στα ελληνικά, αν και έχω πια σοβαρές επιφυλάξεις για την σκοπιμότητα ενός τέτοιου αργοπορημένου εγχειρήματος.

Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση και ιδιαίτερα αποκαλυπτική για τον τρόπο διάδοσης των «μη-συμβατικών» ψευδοθεωριών αποτελεί και η «ανακοίνωση» ενός πολυπράγμονος Δικηγόρου στις 30/5/2000 στο Γ' Πανελλήνιο Συνέδριο Φιλοσοφίας (!) με θέμα "ΑΘΗΝΑ & ΕΣΠΕΡΙΑ" και τίτλο «Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ "ΜΑΥΡΗΣ ΑΘΗΝΑΣ"». Δεν είμαι σε θέση να αξιολογήσω τις επιδόσεις του εν λόγω συγγραφέως στην Φιλοσοφία και να εκτιμήσω τις «…δεκάδες πρωτότυπες φιλοσοφικές και άλλες εργασίες που έχουν δημοσιευθεί σε επιστημονικά περιοδικά ή έχουν παρουσιασθεί σε πανελλήνια και διεθνή επιστημονικά συνέδρια…» όπως αναφέρει σεμνά ο ίδιος στην ιστοσελίδα του, αλλά οι γνώσεις του σε θέματα ανθρωπολογίας, γλωσσολογίας και …ορθογραφίας είναι μάλλον αξιοδάκρυτες.
Αξίζει τον κόπο να μεταφέρω μερικά από τα «μαργαριτάρια» που αλίευσα για να γίνει αντιληπτό το πόσο εύκολα μπορεί να γελοιοποιηθεί κάποιος μη ειδικός όταν καταπιάνεται με θέματα για τα οποία είναι «βαθιά νυχτωμένος» σε σχέση με τις προεκτάσεις τους, τα επιστημονικά συμφραζόμενα, τις ιστορικές, πολιτικές, εθνικές, ιδεολογικές κ.λπ. διαστάσεις που εκφράζουν, αλλά και το πόσο καταστροφικές μπορεί να γίνουν οι «μη-συμβατικές» σαχλαμάρες στην προσπάθεια στήριξης ενός σοβαρού ζητήματος ή στην καταπολέμηση μιας βαθιά ανθελληνικής ψευδοθεωρίας :
«…Είναι γεγονός ότι η επιστημονική μελέτη της προελεύσεως του Ελληνικού έθνους δεν έχει καταλήξει σε μία πλήρως αποδεκτή θεωρία από όλους τους μελετητές. Έχουν εμφανισθεί τρεις βασικές σχετικές θεωρίες:
α΄) Η θεωρία της ινδοευρωπαϊκής καταγωγής των Ελλήνων, η οποία βασίζεται μόνο σε επιδέξιες γλωσσολογικές συγκρίσεις και αναλύσεις χωρίς αρχαιολογικές, φιλολογικές ή άλλες αποδείξεις. Την υποστηρίζουν κυρίως διάφοροι Συγκριτικοί Γλωσσολόγοι.
β΄) Η θεωρία της αυτοχθονίας, την οποία υπεστήριζαν οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες και επαληθεύεται από την σύγχρονη Ανθρωπολογία. Κύριος εκφραστής αυτής της θεωρίας είναι ο Colin Renfrew στην ιστορική επιστήμη και ο Άρης Πουλιανός στην Ανθρωπολογία.
γ΄) Η σύγχρονη αφροκεντρική θεωρία, κατά την οποία η αρχαία Ελλάς ήταν το αποτέλεσμα Αιγυπτιακού και Φοινικικού εποικισμού κατά την δευτέρα χιλιοετηρίδα (sic!) προ Χριστού. Ο μεγαλύτερος υποστηρικτής αυτής της θεωρίας σήμερα είναι ο Martin Bernal
…».
Όταν πέφτω πάνω σε τέτοιες πομπώδεις και δογματικές αερολογίες που βρίθουν από ανατριχιαστικές ανακρίβειες πρέπει να παραδεχθώ ότι γίνομαι εκτός εαυτού.
Πρώτα-πρώτα το θέμα της εθνογένεσης των Ελλήνων (*) είναι τόσο περίπλοκο και ακανθώδες, που μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει επιστημονικά κατασταλαγμένη τοποθέτηση, πλην βεβαίως των «μη-συμβατικών» τσαρλατάνων. Αναφέρομαι προφανώς στους σύγχρονους Έλληνες, μια και η εθνογένεση των αρχαίων Ελλήνων θεωρείται ότι έχει διευκρινισθεί σε σημαντικό βαθμό. Έτσι, το να ισχυριζόμαστε ότι υπάρχουν μόνον τρεις θεωρίες για την καταγωγή των Ελλήνων είναι τουλάχιστον λάθος, διότι αν συμπεριλάβουμε και τις «μη-συμβατικές» θεωρίες τύπου Μπερνάλ και αφροκεντριστών, τότε έχουμε μπόλικες, μια και πρέπει να αναφέρουμε και τις θεωρίες για καταγωγή από «…ανθρωποειδείς 3.000.000 ετών που βρέθηκαν στην Πτολεμαΐδα, στην θέση Περδίκα…», για καταγωγή από τον Σείριο, τον Βέγα, το Δ του Ωρίωνα, το Ε του Λαγού, την Ατλαντίδα και ένα σωρό ακόμα.
Όσο για τα περί «ινδοευρωπαϊκής καταγωγής των Ελλήνων», που την «υποστηρίζουν κυρίως διάφοροι Συγκριτικοί Γλωσσολόγοι» είναι τόσο αστεία που τα αντιπαρέρχομαι. Παρακαλώ όμως τους αναγνώστες, πριν συνεχίσουν, να μελετήσουν το κείμενο με τίτλο «Η μεθοδολογία της ιστορικής γλωσσολογίας» που βρίσκεται στα Παραρτήματα, στο τέλος του βιβλίου (έχει αναρτηθεί παραπάνω στο ιστολόγιο), ώστε να έχουν άποψη για το τι υποστηρίζεται σήμερα από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα για το ζήτημα των Ινδοευρωπαϊκών (σωστότερα Αριοευρωπαϊκών, όπως επιμένω) γλωσσών και για την μεθοδολογία που χρησιμοποιείται από τους ειδικούς επιστήμονες στα γλωσσολογικά ζητήματα και που δεν έχουν βεβαίως καμιά σχέση με τους «μη-συμβατικούς» γλωσσολόγους των σαλονιών και τους τσαρλατάνους τύπου Μπερνάλ.
____________________________________
(*) Προφανώς αυτό εννοεί με την εκλαϊκευμένη έκφραση «προέλευση του Ελληνικού έθνους», που μπορεί μεν να την χρησιμοποιούμε στο καφενείο για λόγους ευκολίας, αλλά από την στιγμή που αναφερόμαστε σε «επιστημονικές μελέτες» πρέπει να προσδιορίσουμε τι εννοούμε με την λέξη προέλευση (γεωγραφική; ανθρωπολογική; πολιτιστική;) και το κυριότερο να ξεκαθαρίσουμε σαφώς τον όρο έθνος, για τον οποίον υπάρχουν δεκάδες ορισμοί.

Και όμως ο «συγγραφέας» μας συνεχίζει ακάθεκτος: «…Παρά την ευρεία διάδοσή της, η ινδοευρωπαϊκή θεωρία δεν στηρίζεται στις πηγές και στα αρχαιολογικά ευρήματα παρά μόνο στην Συγκριτική Γλωσσολογία…». Αφού λοιπόν έχει «ευρεία διάδοση» και την αποδέχονται όλοι οι σοβαροί επιστήμονες, Γλωσσολόγοι, Ανθρωπολόγοι, Ιστορικοί, Αρχαιολόγοι κ.λπ. ως βάση για τις δικές τους εργασίες, υποθέσεις ή θεωρίες τότε ποιος λογικός άνθρωπος θα την απέρριπτε; Επειδή δεν στηρίζεται στις «πηγές»; Μα είναι δυνατόν να υποστηρίζει κάποιος ένα τέτοιο γελοίο επιχείρημα; Μα και ο ηλεκτρισμός, η βόμβα υδρογόνου, η κινητή τηλεφωνία, η θεωρία της εξέλιξης των ζωντανών οργανισμών, της ισοδυναμίας μάζας και ενέργειας και ένα σωρό ακόμη επιστημονικές θεωρίες και ανακαλύψεις δεν αναφέρονται στις αρχαίες πηγές. Και λοιπόν; Θα πρέπει να τις αγνοήσουμε και να δεχθούμε ότι δεν υπάρχουν; Είμαι βέβαιος ότι ο κ. Δικηγόρος δεν χρησιμοποιεί τέτοια αστεία επιχειρήματα στα Δικαστήρια όταν δικάζονται υποθέσεις πελατών του γιατί σίγουρα θα έμενε σύντομα χωρίς δουλειά. Νομιμοποιείται λοιπόν να τα χρησιμοποιεί σε άλλους επιστημονικούς κλάδους των οποίων αγνοεί βασικά στοιχεία, όπως αποδεικνύει και ο ισχυρισμός του ότι «…η ινδοευρωπαϊκή θεωρία δεν στηρίζεται (…) στα αρχαιολογικά ευρήματα παρά μόνο στην Συγκριτική Γλωσσολογία…»;
Ο ισχυρισμός αυτός είναι κατ’ αρχάς ψευδέστατος (ή προϊόν παχυλής αμάθειας). Μια από τις μεγάλες προσωπικότητες διεθνούς κύρους που συνεισέφεραν αποφασιστικά στην θεμελίωση της νεώτερης Ινδοευρωπαϊκής θεωρίας ήταν η διάσημη (για τις μελέτες της σχετικά με την προϊστορική Ευρώπη) Αμερικανίδα (Λιθουανικής καταγωγής) αρχαιολόγος Marija Gibutas, γνωστή και από τις ανασκαφές της στις σημαντικές νεολιθικές θέσεις των Σιταγρών (Φωτολείβος) της Δράμας (1968-69) και στο Αχίλλειον (κοντά στα Φάρσαλα) της Θεσσαλίας (1973-75). Θα ήταν κουραστικό να αναφέρω δεκάδες άλλους επιστήμονες όχι μόνον Αρχαιολόγους, αλλά και Ιστορικούς, Εθνολόγους, Ανθρωπολόγους κ. ά. που όχι μόνον αποδέχονται, αλλά έχουν συνεισφέρει με τις μελέτες και τις εργασίες τους στην καθιέρωση παγκοσμίως της Ινδοευρωπαϊκής (Αριοευρωπαϊκής) θεωρίας. Δεν θέλω να γίνω ιδιαίτερα κακός, αλλά αναρωτιέμαι αν ο εν λόγω κύριος γνωρίζει τι ακριβώς είναι η «Συγκριτική Γλωσσολογία» και ποιο είναι το επιστημονικό της αντικείμενο.
Είναι λοιπόν δυνατόν να κάνει κάποιος «ανακοινώσεις» σε επιστημονικά Συνέδρια, έστω φιλοσοφίας, και να υποστηρίζει ότι :
«…Το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν αυτόχθονες και οι μετακινήσεις των ποικίλλων (sic) Ελληνικών φύλλων (sic) και γενών εντός και πέριξ της Αιγηΐδος (σ.σ. !!!) προκάλεσαν φαινόμενα και αναστατώσεις, όπως η κάθοδος - επιστροφή των Δωριέων στην Πελοπόννησο…»; Ή ότι «…η κρητική γλώσσα της μινωικής εποχής ήταν Ελληνική, όπως αποδεικνύεται από την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β γραφής…» συγχέοντάς την προφανώς με την Γραμμική Α, η οποία χρησιμοποιήθηκε όντως για καταγραφές της κρητικής γλώσσας της μινωικής εποχής που δεν ήταν ελληνική και γι’ αυτό οι πινακίδες της Γραμμικής Α δεν πρόκειται να αποκρυπτογραφηθούν ποτέ, εκτός εάν κάποια νέα αρχαιολογική ανακάλυψη φέρει στο φως συγκλονιστικά στοιχεία;
Είναι δυνατόν κάποιος να γλωσσολογεί εκ του προχείρου και να εκτοξεύει στους δύστυχους φιλοσόφους-αναγνώστες της «ανακοίνωσής» του, γλωσσολογικές αστειότητες του τύπου: «… Αιγυπτίους, οι οποίοι έγιναν γνωστοί με την ελληνική τους ονομασία, που, κατά την άποψή μας, σημαίνει υπτίως του Αιγαίου πελάγους…»;
Είναι δυνατόν κάποιος να ισχυρίζεται σε Συνέδριο (οποιουδήποτε επιπέδου και σοβαρότητος) φάσκοντας και αντιφάσκοντας ότι : «… η αρχική μορφή της Ελληνικής συνταυτίζεται με την υποθετική ινδοευρωπαϊκή πρωτογλώσσα. Έτσι, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι διαδοχικά μεταναστευτικά, εκστρατευτικά ή εμπορικά-εκπολιτιστικά κύματα των νεολιθικών κατοίκων της Αιγηίδος ξεκίνησαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους με κατεύθυνση όλη την Ευρασία…»;
Είναι δυνατόν κάποιος κραυγαλέα ημιμαθής να έχει το θράσος να υποδεικνύει και να απαιτεί ώστε : «… η Ελληνική πανεπιστημιακή κοινότης με πρώτους τους Γλωσσολόγους οφείλει να απομακρυνθεί από την ατυχή ινδοευρωπαϊκή θεωρία και να αναπτύξει την θεωρία της αυτοχθονίας των Ελλήνων, προς την οποία δείχνουν και κραυγάζουν όλα τα διαθέσιμα στοιχεία. Δεν υπάρχει κανένας λόγος οι Έλληνες επιστήμονες να επηρεάζονται από αβάσιμες θεωρίες και θεωρήσεις της Ιστορίας μόνο και μόνο επειδή διδάσκονται σε κάποια ξένα πανεπιστήμια (ινδοευρωπαϊκή θεωρία, φοινικικό αλφάβητο κλπ.) …»;
Και όμως, ναι, διότι στον χώρο των «μη-συμβατικών» θεωριών και στην χώρα του «είμαι ό,τι δηλώσω», τα πάντα είναι δυνατά!
Δυστυχώς, τέτοιες «ανακοινώσεις», επιβεβαιώνοντας πλήρως το «φαυλοκυκλικό αεικίνητο» (αναφορές στην Αιγηΐδα και παραπομπές σε ανάλογα «έργα») που αναλύσαμε και περιγράψαμε στο πρώτο μέρος αυτού του Κεφαλαίου, αποτελούν σημείο αναφοράς για κάποιους επίδοξους «διανοούμενους» της επαρχίας, οι οποίοι τις αναπαράγουν παρουσιάζοντάς ’τες ως δικά τους «πονήματα» και ο «χορός καλά κρατεί». Αναφέρομαι στο άρθρο της καθημερινής Βεροιώτικης εφημερίδας ΗΜΕΡΗΣΙΑ της 21ης Ιουλίου 2006 όπου ο αρθρογράφος (Δάσκαλος Δημοτικού Σχολείου στην περιοχή της Βέροιας) αντιγράφει (ακόμα και τα ορθογραφικά λάθη! – ποικίλλων, ελληνικά φύλλα, Άρειο μοντέλο) ουσιαστικά την παραπάνω «ανακοίνωση» που σχολιάσαμε, προσθέτοντας βέβαια και κάποιες δικές του «μη-συμβατικές» σάλτσες για την «πινακίδα της Καστοριάς» του 5260 π.Χ. χαραγμένη με σύμβολα «…κοινά με της Γραμμικής Β΄ της Κυπριακής γραφής και του Ιωνικού αλφαβήτου…» (!) και άλλα τινά.
Στον χώρο της Αριστεράς τώρα, με καθυστέρηση δεκαετίας (βλ. π.χ. ειδικό αφιέρωμα στο περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα» τ. 64 Δεκέμβριος 1997), υπήρξε κάποια ενασχόληση, ίσως λόγω της (τότε) πρόσφατης κυκλοφορίας στα ελληνικά («Κάκτος» 1997) του βιβλίου-καταπέλτη της Μαίρης Λέφκοβιτς «Όχι από την Αφρική» στο οποίο θα αναφερθούμε παρακάτω. Στο εν λόγω περιοδικό εμφανίστηκε μια σειρά από άρθρα (μεταξύ των οποίων και άρθρο του ίδιου του Μπερνάλ!) με εμφανείς και συστηματικές προσπάθειες «διεθνιστικής προσέγγισης», με τους περισσότερους μαρξιστές και μαρξιστογενείς αρθρογράφους μάλλον να επικροτούν έστω και συγκεκαλυμμένα τις θέσεις του Μπερνάλ. Ανάμεσα στα άρθρα ξεχωρίζει και το κακομεταφρασμένο (*) κείμενο της φανατικής σιωνίστριας Sarah P. Morris, καθηγήτριας κλασσικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες, από το συλλογικό έργο «Black Athena Revisited», ίσως επειδή θεωρήθηκε ως το μόνο φιλικό πρόσωπο προς τον Μπερνάλ, μια και την αναφέρει ευχαριστώντας την στον Πρόλογο του Β΄ τόμου της «Μαύρης Αθηνάς».
_________________________________
(*) Αναφέρω πρόχειρα δύο παραδείγματα : Κατ’ αρχάς ο τίτλος του βιβλίου «Black Athena Revisited» μόνον από έναν αδαή μεταφραστή είναι δυνατόν να αποδοθεί στα ελληνικά ως «Η Επιστροφή στην Μαύρη Αθηνά» (!), όχι μόνον διότι δεν είναι συμβατός, λόγω της αμφισημίας της λέξης «επιστροφή», με τον σκοπό για τον οποίο γράφτηκε (αντίκρουση θεωριών Μπερνάλ), αλλά είναι και εννοιολογικά λανθασμένος. Νομίζω ότι γίνεται εύκολα αντιληπτό το λάθος εάν λάβουμε υπ΄ όψη την ελληνική έκφραση «επιστροφή στις ρίζες». Με άλλα λόγια οι συγγραφείς του βιβλίου δεν απέτυχαν στις γενικότερες θεωρήσεις και τις θέσεις τους ώστε να «επιστρέφουν» στην θεωρία της «Μαύρης Αθηνάς»! Απεναντίας, στο συγκεκριμένο έργο «ξετινάζουν» τους ισχυρισμούς του Μπερνάλ.
Μια καλή λοιπόν ελεύθερη μετάφραση του τίτλου θα ήταν «Η επαναπροσέγγιση της Μαύρης Αθηνάς». Η σωστότερη όμως από κάθε άποψη είναι αυτή που συνυπολογίζει και το γεγονός ότι οι επιμελητές του έργου (Mary R. Lefkowitz και Guy MacLean Rogers) είναι κορυφαίοι κλασσικιστές, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και διανοούμενοι και είτε σκόπιμα είτε υποσυνείδητα επέλεξαν την λέξη revisited όχι με την συνήθη έννοια (to visit again), αλλά σε μια περισσότερο εκλεπτυσμένη γραφή («σοφιστικέ» θα την έλεγαν οι γλωσσομαθείς δημοσιογράφοι μας) αναφερόμενοι στην έννοια αναθεωρώ (to revise) που σύμφωνα με το Λεξικό Webster έχει περιπέσει σε αχρηστία (obsolete). Επομένως πιστεύω ότι η ακριβέστερη μετάφραση είναι «Η Αναθεώρηση της Μαύρης Αθηνάς».
Και για μεν το παραπάνω η άγνοια του μεταφραστή μπορεί να είναι δικαιολογημένη ως ένα βαθμό, αλλά στα υπόλοιπα είναι επιεικώς απαράδεκτος και οι απόπειρές του να μεταφράσει κατά λέξη με την βοήθεια κάποιου λεξικού, μόνον καγχασμούς προκαλούν :
«…some more plausible scenarios in reconstructing Aegean relations with the Eastern Mediterranean in the Bronze Age…» δεν μεταφράζεται, σε καμιά περίπτωση ως «…κάποια περισσότερο αληθοφανή σενάρια για την ανακατασκευή (σ.σ. !!!) των σχέσεων ανάμεσα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο κατά την Εποχή του Χαλκού…» παρά μόνον σκόπιμα, ώστε να γελάσει κάθε πικραμένος. Είναι δυνατόν να μεταφράζει κάποιος «to reconstruct a crime» ως «ανακατασκευάζω ένα έγκλημα» ; Έλεος ! «Αναπαράσταση» και σωστότερα «ανασύνθεση» είναι η κατάλληλη λέξη. Το «plausible» δεν μεταφράζεται «αληθοφανή», αλλά «ευλογοφανή» για ευνόητους λόγους. «Bronze Age» δεν είναι η «Εποχή του Χαλκού» (ή αλλιώς Χαλκολιθική), αλλά η Εποχή του Ορειχάλκου, που είναι ακριβώς το επόμενο στάδιο πολιτισμικής ανάπτυξης σύμφωνα με την Αρχαιολογία. «Tradutore traditore» όπως λένε και οι Ιταλοί !


Εκείνο πάντως που με προβλημάτισε ήταν η παρεμβολή μιας ολόκληρης παραγράφου στο μεταφρασμένο κείμενο, όπου η Sarah Morris αναρωτιέται, σε σχέση με τα ελληνοσκοπιανά εκείνης της εποχής, πώς θα αντιδρούσαν οι Αμερικανοί εάν η μετα-κομμουνιστική Κούβα αποφάσιζε να ονομαστεί Φλόριντα και η οποία δεν υπάρχει στο πρωτότυπο! Τι ακριβώς συνέβη αδυνατώ να εξηγήσω. Φαντασίωση του μεταφραστή, μπέρδεψε τις μεταφράσεις ή μετέφρασε από άλλο κείμενο και όχι από το πρωτότυπο άρθρο που βρίσκεται στο βιβλίο «Black Athena Revisited»; «Μυστήρια πράγματα» όπως θα έλεγε και ο Χάρυ Κλιν !
Σε μια εξαιρετική και εξ ίσου αυστηρή κριτική (βλ. Το ΒΗΜΑ, 30/05/1999 Το μουστάκι και το χρώμα - Οι αφροκεντριστές ξαναχτυπούν) για το (τότε) πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο του δημοσιογράφου της γνωστής (και μη εξαιρετέας) εφημερίδας «The New York Times» Ρίτσαρντ Πόου «Black Spark, White Fire» («Μαύρη σπίθα, λευκή φωτιά»), όπου υποστηρίζονται αφροκεντρικές και ανθελληνικές ανοησίες, ο εκδότης του περιοδικού «Mondo Greco» Ντίνος Σιώτης αναφέρει μεταξύ των άλλων και τα εξής ενδιαφέροντα για την εν λόγω κυρία:
«… Τίποτε δεν αφήνει όρθιο ο μέχρι πρότινος δημοσιογράφος που έγινε εμβριθής μελετητής του αρχαίου κόσμου… (Έτσι, στο βιβλίο του Πόου) μαθαίνουμε για τον Οδυσσέα ότι ήταν ήρωας φοινικικής καταγωγής και ότι η Οδύσσεια του Ομήρου δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα συνονθύλευμα παλαιών παραμυθιών που κληρονόμησαν οι Έλληνες από τους Φοίνικες. Αυτή η θεωρία ανήκει στον γάλλο επιστήμονα Βικτόρ Μπεράρ («Οι Φοίνικες και η Οδύσσεια», δύο τόμοι, Librairie Armand Colin, Paris, 1902) και επί δεκαετίες εθεωρείτο γελοία. Σήμερα, όμως, υποστηρίζει ο Πόου, έχει ξανακερδίσει τον σεβασμό της επιστήμης και για να μας πείσει αναφέρει το άρθρο της Sarah Morris: Greece and the Levant, στο περιοδικό «Journal of Mediterranean Archaeology», Ιούνιος 1990…» (σ.σ. Oι επισημάνσεις δικές μου).
Εν πάση περιπτώσει και για να τελειώνουμε, οι αρθρογράφοι του περιοδικού «Σύγχρονα Θέματα» παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειές τους δεν κατάφεραν να ασκήσουν κάποια ουσιαστική κριτική (θετική ή αρνητική, αδιάφορο) στις θέσεις του Μπερνάλ, περιοριζόμενοι σε κάποιες δυσνόητες, γενικόλογες και μάλλον άσχετες «αναλύσεις» περί της «Πολυπολιτισμικής ανάγνωσης της αρχαιότητας» και άλλων τινών με την γνωστή και απωθητική «ξύλινη γλώσσα» της πλειονότητας των άρθρων, χαρακτηριστικής της ψευδοαριστερής θολοκουλτούρας των τελευταίων δεκαετιών, εκφυλίζοντας το θέμα σε μια αντι-εθνικιστική ρητορεία.
Για να μη είμαι όμως τόσο αυστηρός και δογματικός πιστεύω ότι το μόνο θετικό και η όλη συνεισφορά του αφιερώματος μπορεί να συμπυκνωθεί στην παρακάτω τοποθέτηση ενός αρθρογράφου με την οποία συμφωνώ απόλυτα :
«…Η απουσία μιας σοβαρής κριτικής παρουσίασης των θέσεων του Bernal από τους έλληνες επιστήμονες και μελετητές της αρχαιολογίας, της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, της ιστορίας και του πολιτισμού θα μπορούσε να αποδοθεί στο ότι η ελληνική αρχαιογνωστική επιστήμη, επειδή αισθάνεται ακόμη την προστασία των μεγάλων ευρωπαϊκών παραδόσεων που την ανέθρεψαν από τον 19ο αιώνα, καθώς και την ασφάλεια που παρέχει η ελληνική γλώσσα της κλασικής γραμματείας και η ιδιοκτησία των αρχαίων τόπων, δεν ένιωσε μέσα στην αυτάρκειά της την ανάγκη να κατακτήσει κάποια σημαντική θέση στη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Η παρατεταμένη απουσία από τις εξελίξεις στον διεθνή διάλογο των τελευταίων τριών δεκαετιών για ζητήματα θεωρίας και μεθόδου, που έχουν αναμορφώσει τη φυσιογνωμία των αρχαιογνωστικών επιστημών, έχει εντείνει την εσωστρέφεια και την απομόνωση…» (σ.σ. Η επισήμανση δική μου).
Είναι πράγματι γεγονός ότι πλην σπανιοτάτων εξαιρέσεων ο πανεπιστημιακός και ακαδημαϊκός χώρος γενικότερα τήρησε αιδήμονα σιγή, πιθανότατα υποθέτω, μη τυχόν κατηγορηθούν ως «συντηρητικοί», «ρατσιστές» ή ακόμη χειρότερα «αντισημίτες».
Κλείνοντας το θέμα δεν μπορώ να αφήσω ασχολίαστα τα κατορθώματα ενός εκδοτικού οίκου (ο οποίος θα μας απασχολήσει και στο επόμενο Κεφάλαιο), ο ιδιοκτήτης του οποίου κόπτεται συχνά-πυκνά για την «μνημειώδη» προσπάθεια που ανέλαβε ώστε να εκδώσει τον πλούτο της αρχαιοελληνικής γραμματείας (υπήρξαν και άλλες προσπάθειες στο παρελθόν πολύ περισσότερο αξιόπιστες), για την ανάγκη να γνωρίσουν οι νεοέλληνες τα έργα των προγόνων μας (αγοράζοντας βεβαίως τις συγκεκριμένες εκδόσεις) και άλλα τέτοια, τα οποία διακηρύττει με κάθε αφορμή εμφανιζόμενος κατά καιρούς στην γνωστή μεταμεσονύκτια εκπομπή του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου.
Εκείνο όμως που δεν ανέφερε ποτέ είναι τα ατοπήματα (μάλλον μετριοπαθής χαρακτηρισμός) του εκδοτικού του οίκου με πλέον χαρακτηριστική περίπτωση την μετάφραση στα ελληνικά του βιβλίου της Μ. Λέφκοβιτς “Not Out of Africa” («Όχι από την Αφρική»), το οποίο κυκλοφόρησε (1997) με τον παραπλανητικό τίτλο «Η Μαύρη Αθηνά – Μύθοι και πραγματικότητα», που συμπληρώθηκε (!) στο εσώφυλλο : «ή οι παραποιήσεις του αφροκεντρισμού». Μεταφραστής ήταν κάποιος απίθανος «διδάκτορας φιλολογίας» (αυτό υποθέτω σημαίνει το δ.φ. δίπλα στο όνομά του), ο οποίος ασέλγησε κατά τρόπο απαράδεκτο εναντίον του ιδίου του βιβλίου που ανέλαβε να μεταφράσει, επιχειρώντας να ανατρέψει βλακωδώς ολόκληρη την φιλοσοφία και το πνεύμα με το οποίο γράφτηκε!
Όπως εύστοχα αναφέρθηκε σε σχετική κριτική:
«…μέσα σέ δυόμισι σελίδες:
- Προβάλλει τό κίνημα τοῦ ἀφροκεντρισμοῦ ὡς «...σημαντική συνιστῶσα τῶν ἀρχαιογνωστικῶν σπουδών».
- Ἐκθειάζει τόν Μάρτιν Μπέρναλ ὡς «...ἀνήσυχο καί "αἰσιόδοξο" προοδευτικό στοχαστή».
- Οἰκτίρει τό ἑλληνικό κοινό πού ἡ «Μαύρη Ἀθηνᾶ» δέν ἔχει ἐκδοθεῖ στή γλῶσσα μας.
- Περιορίζει τήν ἀξία τοῦ ἔργου τῆς Λέφκοβιτς ἐκτιμώντας ὅτι ἀπαντᾶ στίς «ἀκρότητες ὁρισμένων ἐκπροσώπων» τοῦ ἀφροκεντρισμοῦ, ἐνῶ αὐτή ἐπιτίθεται ἐναντίον τοῦ ἀφροκεντρισμοῦ συνολικά…
- Ἀναπαράγει ἐπιχειρήματα τῶν ἀφροκεντριστῶν, ἀνατρέποντας (πρίν τεθοῦν στόν ἀναγνώστη) βασικές θέσεις τοῦ βιβλίου πού ὁ ἴδιος μεταφράζει…» (βλ. Παραρτήματα, όπου το πλήρες κείμενο της κριτικής)


Όσο για τα μεταφραστικά «κατορθώματα» αυτού του πιθανού ομοϊδεάτη του Μπερνάλ δεν θέλω να κουράσω και πάλι τους αναγνώστες και θα περιορισθώ να αναφέρω απλώς ένα δείγμα:
Υπάρχει κάποιος γαλλόφωνος συγγραφέας, ο Αντά Ντιόπ από την πρώην γαλλική αποικία της Σενεγάλης στην Δυτ. Αφρική, ο οποίος παριστάνει τον νέγρο διανοούμενο και φιλόσοφο, στα «έργα» του οποίου μπορείς να διαβάσεις ένα πλήθος από αφροκεντρικές παλαβομάρες. Ο Ντιόπ χαίρει μεγάλης εκτίμησης (προφανώς!) στους αμερικάνικους αφροκεντρικούς κύκλους και είναι ο εμπνευστής και θεωρητικός καθοδηγητής πολλών αφροαμερικανών «στοχαστών» και «συγγραφέων». Η Λέφκοβιτς απέδειξε με ακλόνητα επιχειρήματα ότι όχι μόνον οι απόψεις του είναι φαιδρές, αλλά πρόκειται και για συνειδητό ψεύτη και συκοφάντη.
Ο εν λόγω σενεγαλέζος «μελετητής» αυτοαποκαλείται «σεΐχης», ένας τιμητικός τίτλος ανάμεσα στους Άραβες και γενικότερα στους μουσουλμάνους (κυρίως στον Σουφισμό), με την σημασία του ηγέτη, του (σοφού) γέροντα ή ατόμου ευγενικής καταγωγής. Ο Ντιόπ, χρησιμοποιώντας αυθαίρετα αυτόν τον τίτλο και προτάσσοντάς τον στο όνομά του, αναφέρεται στα γαλλικά ως Cheikh Anta Diop, αλλά και στα αγγλικά, όπου κανονικά ο τίτλος έπρεπε να μεταγράφεται ως Sheikh.
Από όλα αυτά βέβαια ο μεταφραστής δεν έχει ιδέα και μάλλον νομίζει ότι το Cheikh (Σσεΐκ) είναι …το μικρό όνομα του Ντιόπ και το μεταφράζει ως Χεΐκχ !!!
Πολλές φορές πάντως αισθάνθηκα θλίψη για το γεγονός ότι το εκπληκτικό έργο «Black Athena Revisited» («Η Αναθεώρηση της Μαύρης Αθηνάς»), που αποτελεί την αντεπίθεση της Λέφκοβιτς και ένα καίριο πλήγμα στις μωρολογίες του αφροκεντρισμού δεν μεταφράστηκε ποτέ στα ελληνικά και παραμένει ουσιαστικά άγνωστο στην Ελλάδα. Θα ήταν ένα πολύτιμο απόκτημα για τον καθένα, όχι τόσο ως έργο πολεμικής, αλλά κυρίως ως έργο επιστημονικής σκέψης και μεθοδολογίας.
Από την άλλη μεριά, αναλογιζόμενος την μεταχείριση που επιφυλάχθηκε στο αρχικό βιβλίο της Λέφκοβιτς, πιστεύω ότι ίσως έτσι ήταν καλύτερα, προκειμένου και αυτό το σπουδαίο συλλογικό επιστημονικό έργο να κατακρεουργηθεί στα χέρια αδίστακτων «εκδοτών» που επιλέγουν κακοπληρωμένους (άρα άσχετους) μεταφραστές ώστε να έχουν χαμηλό κόστος, αλλά δυστυχώς και φτηνιάρικες εκδόσεις. Θεώρησα πάντως χρήσιμο για τους αναγνώστες να συμπεριλάβω στα Παραρτήματα (-δ.) το κείμενο μιας κατατοπιστικής συνέντευξη της Μ. Λέφκοβιτς στα "TA NEA" (Σάββατο, 14 Ιουλίου 2001) από την οποία πιστεύω ότι θα αποκομίσουν χρήσιμα διδάγματα.
Τέλος, φαίνεται ότι η «μη-συμβατική ιστορία» δεν ευδοκιμεί μόνον στην χώρα μας, αλλά ανθεί και στις Η.Π.Α. με ιδιαίτερη ένταση, ένα κοινωνικοπολιτικό φαινόμενο παρακμής και κοινωνικής αποσύνθεσης, για το οποίο θα αναφερθούμε σε επόμενο Κεφάλαιο. Ευτυχώς όμως εκεί υπάρχουν εξέχουσες προσωπικότητες και άνθρωποι του πνεύματος που δεν διστάζουν να ορθώσουν το ανάστημά τους, καταγγέλλοντας αυτές τις παρεκτροπές. Περιπτώσεις όπως της Λέφκοβιτς δεν αποτελούν εξαίρεση, αλλά δεν απολαμβάνουν και την ίδια δημοσιότητα.
Αξίζει έτσι να επισημάνουμε μια αντίστοιχη προσπάθεια που ανέλαβε ο Αμερικανός καθηγητής Bruce Thornton του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, Fresno, με τα βιβλία του «Plagues of the mind», 1999 («Πανούκλες του μυαλού») και «Greek Ways», 2000 («Ελληνικοί δρόμοι»), που απαξιώνοντας να ασχοληθεί με τον Μπερνάλ, καταγγέλλει τις διδασκαλίες της Ψευδοϊστορίας και τις επιθέσεις διαφόρων «μεταμοντερνιστών» εναντίον της αρχαίας Ελλάδας στα αμερικάνικα Πανεπιστήμια, ενώ προβάλλει παράλληλα τις αρχαιοελληνικές αξίες. Και για να μη θεωρηθεί ότι τα βγάζω από το μυαλό μου, παραθέτω στο πρωτότυπο σχετική κριτική από το Amazon.com :
«Bruce Thornton (Professor of classics and humanities, California State University - Fresno) reasserts the crucial role of Greek city-states of 2,500 years ago in the subsequent history of the Europe and its diaspora. He is reacting to contemporary academics that question the traditional view of Greek primacy» (Ο Μπρους Θόρντον – Καθηγητής κλασσικών και ανθρωπιστικών σπουδών στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας του Φρέσνο - επαναβεβαιώνει τον καίριο (κρίσιμο) ρόλο των Ελληνικών πόλεων-κρατών πριν από 2500 χιλιάδες χρόνια στην μετέπειτα ιστορία της Ευρώπης και στις μετεγκαταστάσεις της. Αντιδρά επίσης στους σύγχρονους πανεπιστημιακούς που αμφισβητούν την παραδοσιακή άποψη για την ελληνική υπεροχή).
Μπορούμε λοιπόν ακόμα να ελπίζουμε …
Δ.Ε.Ε.

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009

Φυλές, φύλα, έθνη και το φυλετικό κράτος στην Αρχαία Ελλάδα


Δημήτριος E. Ευαγγελίδης: Λεξικό των αρχαίων ελληνικών και περιελλαδικών φύλων (Dictionary of ancient peoples of Greece and adjacent areas) -  "Κυρομάνος" Θεσσαλονίκη 2005 (2nd edition).

ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ
Για την πλήρη κατανόηση των θεμάτων του παρόντος Λεξικού, θεωρήσαμε απαραίτητες κάποιες διευκρινίσεις όρων και εννοιών, τις οποίες οι μεν ειδικοί και οι ασχολούμενοι με ζητήματα Ανθρωπολογίας, Γενετικής, Εθνολογίας κ.λ.π. ίσως αντιμετωπίσουν ως περιττές, αλλά είναι πολύ πιθανόν να αποδειχθούν απαραίτητες στον μέσο αναγνώστη, ο οποίος δεν είναι βέβαια υποχρεωμένος να γνωρίζει οπωσδήποτε την χρήση των όρων φυλή, φύλο, έθνος από τους αρχαίους συγγραφείς, οι οποίοι τους χρησιμοποιούσαν με άλλη έννοια και επομένως είναι αναμενόμενο να του δημιουργούνται συχνά απορίες και παρανοήσεις.
Η πλέον συνηθισμένη παρανόηση και σύγχυση δημιουργείται γύρω από τον όρο φυλή, τον οποίο γνωρίζει με την σημερινή τρέχουσα γενική χρήση του, που υποδηλώνει ευρύτερα ανθρώπινα σύνολα π.χ. η ελληνική φυλή, η ιαπωνική φυλή, η Μαύρη φυλή, η Κίτρινη φυλή κ.λ.π.
Είναι όμως σχεδόν βέβαιο ότι έχει διαβάσει ή έχει ακούσει επίσης ότι οι Ίωνες, αποτελούσαν μια από τις 4 φυλές στις οποίες διακρίνονταν οι αρχαίοι Έλληνες. Ανατρέχοντας στο λήμμα Ίωνες του παρόντος Λεξικού θα διαβάσει ότι αποτελούσαν ένα αρχαιοελληνικό φύλο δηλ. μια υποδιαίρεση της φυλής των Ελλήνων και επί πλέον ότι οι Ίωνες υποδιαιρούνταν σε τέσσερα μικρότερα υποσύνολα που ονομάζονταν επίσης φυλές: Τους Αιγικορείς, τους Αργαδείς, τους Γελέοντες και τους Όπλητες.
Είναι πολύ πιθανόν επίσης να έχει διαβάσει ότι στην αρχαία Αθήνα όταν ο Κλεισθένης μεταρρύθμισε την νομοθεσία του Σόλωνος, κατήργησε τις 4 αρχικές Ιωνικές φυλές και προχώρησε στην διαίρεση των Αθηναίων πολιτών σε 10 «φυλές» από επωνύμους ήρωες, που ήσαν οι ακόλουθες: Ερεχθηΐς, Αιγηΐς, Πανδιονίς, Λεοντίς, Ακαμαντίς, Οινηΐς, Κεκροπίς, Ιπποθοοντίς, Αιαντίς, Αντιοχίς. Κάθε «φυλή» τέλος, υποδιαιρέθηκε σε 10 Δήμους.
Μετά από αυτά, θεωρούμε κάτι παραπάνω από βέβαιο, ότι ήδη έχει δημιουργηθεί πρόβλημα και σύγχυση σχετικά με το τι ακριβώς είναι φύλο, τι είναι φυλή και ποιες οι διαφορές τους. Πιστεύουμε λοιπόν ότι γίνεται προφανής η ανάγκη να υπάρξουν κάποιες απαραίτητες διευκρινίσεις.
Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν την λέξη «έθνος» για να δηλώσουν μια ευρύτερη ομάδα όπως οι Ίωνες, οι Δωριείς, οι Αχαιοί, οι Μολοσσοί, οι Μακεδόνες. Τα βασικά γνωρίσματα που διέκριναν ένα τέτοιο «έθνος» από ένα άλλο, ήσαν η διαφορετική ελληνική διάλεκτος και τα ιδιαίτερα ήθη και έθιμα, αλλά και θρησκευτικές λατρείες που είχε αναπτύξει στους κόλπους του αυτό το «έθνος», κυρίως όμως η διαφορετική προέλευσή του. Η διαφορετική προέλευση αποτυπωνόταν στην γενεαλογία αυτού του φύλου, δηλαδή ποιος ήταν ο γενάρχης του, ο οποίος συνήθως ήταν και ο επώνυμος του συγκεκριμένου «έθνους».
Γενάρχης των Ελλήνων ήταν ο γιος του Δευκαλίωνος και της Πύρρας ο Έλλην, στον οποίον ανήγαγαν όλοι οι αρχαίοι Έλληνες την καταγωγή τους, άρα και την συγγένεια μεταξύ τους. Από τον Έλληνα και την νύμφη Ορσηΐδα γεννήθηκαν ο Δώρος, ο Ξούθος και ο Αίολος, από δε τον Ξούθο και την Κρέουσα (την κόρη του βασιλέα της Αθήνας Ερεχθέα), ο Αχαιός και ο Ίων. Αυτοί υπήρξαν οι γενάρχες των τεσσάρων μεγάλων υποδιαιρέσεων - «εθνών»- της αρχαίας ελληνικής φυλής.
Έτσι οι Ίωνες θεωρούσαν γενάρχη τους, αλλά και επώνυμό τους, τον Ίωνα, οι Δωριείς τον Δώρο κ.λ.π. Κατά τον Ησίοδο, γιοι του Δία και της Θυΐας (αδελφής του Δευκαλίωνα) ήσαν ο Μάγνης και ο Μακεδών, οι γενάρχες αντίστοιχα των Μαγνήτων και των Μακεδόνων.
Κάθε μία μεγάλη φυλετική υποδιαίρεση («έθνος»), συνήθως είχε μικρότερες υποδιαιρέσεις, τις Φυλές (θα χρησιμοποιούμε τον όρο με κεφαλαίο όταν αναφερόμαστε στην αρχαιοελληνική του χρήση). Οι Ίωνες π.χ. χωρίζονταν σε 4 Φυλές όπως προαναφέραμε, οι Δωριείς σε 3, στους Υλλείς, τους Δυμάνες και τους Παμφύλους. Οι Αρκάδες σε 5, στους Ευτρησίους, τους Κυνουρίους, τους Μαιναλίους, τους Παρρασίους και τους Αζάνες.
Τα υπόλοιπα μικρότερα αρχαιοελληνικά φύλα χωρίζονταν σε υπο-ομάδες για τις οποίες χρησιμοποιούνταν οι όροι «φρατρία», «φράτρα» (δωρ.) ή «φρήτρη» (ιων.), «πάτρα», «πατριά».
Οι λέξεις φυλή και φύλο σήμαιναν αρχικώς φύτρα, καταγωγή (από το ρήμα φύομαι), στον Όμηρο και αλλού η λέξη «φύλον» είναι συνώνυμη του γένους. Η λέξη «έθνος» δήλωνε εκτός από ανθρώπινες ομάδες και άλλες κατηγορίες ομάδων όπως «έθνεα μελισσάων», «έθνος χηνών ή γεράνων ή κύκνων», «έθνος νεκρών» κ.λ.π. Παρατηρούμε ότι οι όροι δεν είχαν αυστηρά προσδιορισμένο περιεχόμενο και δεν ήσαν ιεραρχημένοι μεταξύ τους. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι να δημιουργείται σύγχυση και ασάφεια.
Για να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο, θα επιχειρήσουμε την διευκρίνιση και τον προσδιορισμό όρων και εννοιών σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες επιστημονικές αντιλήψεις.
Θα ξεκινήσουμε με τον όρο φυλή, όπως αυτός χρησιμοποιείται από την σύγχρονη Βιολογία και Ανθρωπολογία. Στην κλίμακα ταξινόμησης των οργανισμών, η φυλή αποτελεί την αμέσως κατώτερη υποδιαίρεση του είδους, της βασικής βιολογικής και συστηματικής μονάδας. Ειδικότερα στην Ανθρωπολογία ο σύγχρονος άνθρωπος (Homo sapiens = Άνθρωπος ο σοφός), αποτελεί εδώ και 20.000 χρόνια περίπου, το μοναδικό είδος ανθρώπου, μετά την εξαφάνιση του Ανθρώπου του Νεάντερταλ (Homo neanderthalensis). Ο σύγχρονος άνθρωπος αποτελεί πολυτυπικό είδος, δηλ. διακρίνεται σε περισσότερους του ενός τύπους, από τους οποίους ο καθένας αποτελεί και μια μεγάλη ανθρώπινη ομάδα που καλείται από τους Ανθρωπολόγους Φυλετική Ομάδα. Τέτοιες Φυλετικές Ομάδες είναι σήμερα η Λευκή, η Μαύρη (Νεγρική), η Κίτρινη (Μογγολική) κ.λ.π. Κάθε Φυλετική Ομάδα διακρίνεται σε επιμέρους φυλές, όπως π.χ. η Λευκή Φυλετική Ομάδα διακρίνεται στην Μεσογειακή φυλή, την Διναρική φυλή, την Βόρεια (Νορδική), την Αλπική κ.λ.π.
Συνδυασμός ανθρωπολογικών και πολιτιστικών στοιχείων θα εξειδικεύσει τις φυλές και βαθμιαία θα προκύψουν τα έθνη με την σύγχρονη έννοια. Ο πλέον σύγχρονος ορισμός του έθνους είναι ο ακόλουθος: Μια ομογενής (κατά το μάλλον ή ήττον) ανθρωπολογικά και πολιτιστικά κοινότητα ανθρώπων, την οποία χαρακτηρίζουν η κοινή καταγωγή, η κοινά διαμορφωμένη ιστορική συνείδηση, το κοινό εθνικό αίσθημα και χαρακτήρας και τέλος, η κοινή εθνική βούληση. Υπάρχουν και ορισμένα άλλα χαρακτηριστικά ενός έθνους, τα λεγόμενα δευτερεύοντα, που συντελούν μεν στην ενδυνάμωση των δεσμών μεταξύ των μελών του, αλλά δεν θεωρούνται αποφασιστικής σημασίας. Τέτοια είναι η γλώσσα, η θρησκεία, τα κοινά ήθη και έθιμα κ.λ.π. Παρατηρούμε ότι υπάρχει διαφοροποίηση από τον παλαιότερο ορισμό που αναφερόταν σε τέσσερα βασικά γνωρίσματα του έθνους: Τα όμαιμον, το ομόγλωσσον, το ομόθρησκον και το ομότροπον (Ηρόδοτος, Η΄144).
Σε σχέση με τον ορισμό της φυλής που προαναφέραμε, έχει τονισθεί, ότι το έθνος δημιουργείται με την άνοδο μιας φυλής σε ανώτερο επίπεδο συνειδητοποίησης και πολιτισμού. Η δημιουργία ενός Έθνους είναι φαινόμενο διαχρονικό και ψυχολογικό, αποτελεί δε πνευματικό γεγονός που συντελείται εντός των κόλπων μιας ομογενούς, κατά το μάλλον ή ήττον, ανθρωπολογικώς ομάδος. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η δημιουργία της εθνικής συνείδησης. Χρησιμοποιούμε στο παρόν Λεξικό τον όρο φυλή με την έννοια που περιγράψαμε παραπάνω (ως αποτέλεσμα συνδυασμού ανθρωπολογικών και πολιτιστικών στοιχείων) όταν αναφερόμαστε π.χ. στην Ελληνική φυλή, η οποία προέκυψε από την συγχώνευση τριών τουλάχιστον στοιχείων: Από τους αυτόχθονες ολιγάριθμους Μεσολιθικούς κατοίκους του ελλαδικού χώρου, τους Νεολιθικούς κατοίκους της χώρας (Μινωΐτες, Λέλεγες, Κυλικράνες κ.λ.π.) που ανήκαν στο λεγόμενο «Μεσογειακό υπόστρωμα» και τέλος τα Αριοευρωπαϊκά φύλα που θα εγκατασταθούν σε δύο κύματα στον ελλαδικό χώρο. Το πρώτο κύμα εγκαταστάσεων τοποθετείται στο τέλος της Νεολιθικής – αρχές της Εποχής του Χαλκού (γύρω στο 3000 π. Χ.). Οι λαοί αυτού του κύματος θα διεισδύσουν βαθμιαία και θα αναμιχθούν, χωρίς πολεμικές συγκρούσεις (όπως φαίνεται), με τους παλαιότερους κατοίκους του ελλαδικού χώρου. Θα αποτελέσουν την ομάδα λαών που αναφέρεται με τον όρο «προελληνικοί αριοευρωπαϊκοί λαοί» και θα γίνουν γνωστοί ως Πελασγοί, Αίμονες, Καύκωνες, Ύαντες κ.λ.π. Θα συγχωνευθούν σταδιακά με τους προϋπάρχοντες κατοίκους από τους οποίους θα παραλάβουν αρκετά πολιτιστικά στοιχεία και κυρίως την Θρησκεία της «Μεγάλης Θεάς» και τις μητριαρχικές δομές της κοινωνίας τους.
Όπως έχει αναφερθεί και στο Ιστορικό Περίγραμμα, στην αρχή του παρόντος Λεξικού και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, το δεύτερο κύμα εγκαταστάσεων πραγματοποιήθηκε γύρω στο 2200 / 2100 π.Χ. γύρω από τον ορεινό όγκο της Πίνδου.
Οι νεοφερμένοι (Πρωτοέλληνες), μιλούσαν μια πρώτη μορφή της Ελληνικής γλώσσας (Πρωτο-ελληνική), η οποία βαθμιαία θα διαφοροποιηθεί σε τρεις μεγάλες διαλεκτικές ομάδες: Την Δυτική (Ηπειρωτική), την Νοτιοανατολική (Ιωνική) και την λεγομένη Κεντρική, η οποία διακρινόταν σε δύο παραλλαγές και από τις οποίες θα προκύψουν δύο ακόμη ομάδες, η Πρωτο-αιολική και η πρόδρομος της Αρκαδοκυπριακής (βλ. Χάρτη 1).

Χάρτης 1

Οι φορείς αυτών των διαλέκτων υπήρξαν οι βασικοί κλάδοι από τους οποίους θα προκύψουν αργότερα τα διάφορα ελληνικά φύλα: Τρεις από αυτές τις μεγάλες ομάδες-κλάδους οι Ίωνες, οι (Πρωτο-) Αιολείς και οι Αρκάδες, μετά το 1900 π.Χ. θα αρχίσουν να μετακινούνται νοτιότερα και η τέταρτη (Ηπειρωτική) νοτιοδυτικά.
Οι φορείς της μιας από τις δύο παραλλαγές της Κεντρικής διαλέκτου (της Πρωτο-αιολικής), θα εγκατασταθούν αρχικά στην ΝΑ Θεσσαλία, στην περιοχή που θα γίνει αργότερα γνωστή ως Αχαΐα Φθιώτις, όπου θα αφομοιώσουν ένα προελληνικό αριοευρωπαϊκό φύλο (το οποίο ονομάζουμε συμβατικά Πρωτο-Αχαιούς), από το οποίο θα πάρουν την ονομασία τους και ορισμένα λατρευτικά στοιχεία. Γύρω στο 1600 π.Χ. θα μετακινηθούν και πάλι νοτιότερα και θα εγκατασταθούν οριστικά στην Πελοπόννησο. Αυτοί υπήρξαν οι περίφημοι Αχαιοί, οι δημιουργοί του εκπληκτικού Μυκηναϊκού Πολιτισμού. Αποκαλούνται συνήθως Μυκηναίοι προς αποφυγήν συγχύσεως (οι κάτοικοι της Αχαΐας των κλασσικών χρόνων ομιλούσαν μια Δυτική διάλεκτο, συγγενή με την Δωρική, η οποία αποκαλείται Νέο-Αχαΐκή) και η γλώσσα τους Μυκηναϊκή, η οποία έγινε γνωστή μετά την αποκρυπτογράφηση των πινακίδων με την Γραμμική Β.
Γύρω στο 1125 π.Χ. θα σημειωθεί η Δωρική μετανάστευση και η κατάκτηση της Πελοποννήσου, η οποία θα επιφέρει σοβαρότατες ανακατατάξεις στον ελλαδικό χώρο αλλά και στις περιοχές του Αιγαίου και των ακτών της Δυτ. Μικράς Ασίας. Όλες αυτές οι συγχωνεύσεις, οι διασπάσεις και οι αναδιατάξεις μεταξύ των πληθυσμών του ελλαδικού χώρου θα έχουν ως τελικό αποτέλεσμα την αποκρυστάλλωση των ελληνικών φύλων των Ιστορικών χρόνων που περιγράφονται στο παρόν Λεξικό. Για τις υποδιαιρέσεις των φύλων σε Φυλές, θα ήταν σκοπιμότερη η χρήση του όρου «υπο-φύλα» που έχει ήδη προταθεί (βλ. Ι.Ε.Ε. τομ. Β΄ σελ. 35) ώστε να αποφεύγεται η σύγχυση με τον σύγχρονο όρο φυλή, αλλά επειδή στο κείμενο προτιμήθηκε ο αρχαιοελληνικός όρος, προχωρήσαμε στις επεξηγήσεις αυτού του Επιμέτρου.

Χάρτης 2

Θεωρούμε τέλος χρήσιμη και την παράθεση ορισμένων πληροφοριών για την πολιτειακή-κρατική συγκρότηση και εσωτερική οργάνωση των αρχαιοελληνικών φύλων. Τα φύλα αυτά προχώρησαν στην θέσμιση δύο τύπων κρατικής συγκρότησης: Ο ένας τύπος, περισσότερο αρχέγονος, ήταν η μορφή του «φυλετικού κράτους», όπως ονομάζεται από τους νεώτερους ερευνητές (βλ. Ι.Ε.Ε. τομ. Β΄ σελ. 34). Ο άλλος τύπος, που προέκυψε εξελικτικά από τον προηγούμενο ήταν η «πόλις», η οργάνωση της οποίας θα φθάσει το αποκορύφωμά της στην διάρκεια των κλασσικών χρόνων.
Φυλετικά κράτη σχημάτιζαν τόσο τα προελληνικά αριοευρωπαϊκά φύλα, όσο και τα Πρωτο-ελληνικά, πριν ακόμη εγκατασταθούν στον ελλαδικό χώρο.
Νέος τύπος κράτους εμφανίσθηκε στον ελλαδικό χώρο στην διάρκεια της Μυκηναϊκής Εποχής (Υστεροελλαδική 1600-1100 π.Χ.), αλλά εξαφανίσθηκε μετά την κατάρρευση του Μυκηναϊκού κόσμου. Τον ονομάζουμε συμβατικά Ανακτορικό. Είναι αυτός που έγινε γνωστός από την αποκρυπτογράφηση και ανάγνωση των πινακίδων της Πύλου, αλλά φαίνεται ότι επικράτησε και σε άλλα κράτη του Μυκηναϊκού κόσμου. Τα ελληνικά φύλα που παρέμειναν έξω από τα όρια του Μυκηναϊκού Πολιτισμού, καθώς και ορισμένα που κατοικούσαν σε απομονωμένες και δυσπρόσιτες περιοχές, διατήρησαν τον τύπο του φυλετικού κράτους.
Σε όσες επίσης περιοχές οι Μυκηναίοι επέβαλαν την κυριαρχία τους, δεν έθιξαν τις δομές της φυλετικής οργανώσεως των πληθυσμών που κυβέρνησαν, όπως στους Ίωνες της Αττικής και τους Αρκάδες. Ο τύπος του φυλετικού κράτους παρέμεινε αμετάβλητος και στην διάρκεια των αναστατώσεων και μεταναστεύσεων που ακολούθησαν την Δωρική κατάκτηση. Διατηρήθηκε όχι μόνον στα φύλα που παρέμειναν ανεπηρέαστα από τις μετακινήσεις και δεν διασπάσθηκαν, αλλά και στα νέα φύλα που διαμορφώθηκαν από συγχωνεύσεις και αναδιατάξεις άλλων φύλων μεταξύ 1100 και 800 π.Χ. περίπου. Από τους κλάδους των Δωριέων και των Ιώνων θα σχηματισθούν δεκάδες νέων φυλετικών κρατών. Στον βαθμό που γνωρίζουμε πλέον την εσωτερική δομή και λειτουργία ορισμένων από τα ελληνικά κράτη φυλετικού τύπου, όπως και θεσμούς φυλετικής καταγωγής που επιβίωσαν σε κράτη του τύπου της «πόλεως», αλλά και σε διάφορα «κοινά», είμαστε σε θέση να αποκαταστήσουνε σήμερα τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού φυλετικού κράτους και να τα συγκρίνουμε με τα χαρακτηριστικά αναλόγων κρατών άλλων αριοευρωπαϊκών λαών.
Από την αρχή της συγκροτήσεώς του, συνήθως με την συνένωση δύο, τριών ή περισσοτέρων συγγενών κατά κανόνα πατριών, ένα αρχαιοελληνικό φύλο αποτελούσε ένα είδος κράτους: Είχε έναν αρχηγό, διέθετε άλλα όργανα διοικήσεως, στελέχωση, εθιμικό δημόσιο δίκαιο, διεξήγαγε πολέμους και πραγματοποιούσε άλλες επιχειρήσεις που αποφασίζονταν από τους φορείς της εξουσίας σύμφωνα με καθιερωμένη διαδικασία (βλ. Ι.Ε.Ε. τομ. Β΄ σελ. 34).
Η μόνιμη εγκατάσταση δεν αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την σύσταση του φυλετικού κράτους. Ένα φύλο που μετανάστευε ήταν ένα κινούμενο κράτος.
Τα όρια της επικράτειας και κυριαρχίας ενός φύλου συνέπιπταν με τα όρια του φυλετικού του κράτους, γεγονός που συνέβαλλε στην ενίσχυση της ιδιομορφίας του και στην ισχυροποίηση της ενότητός του.
Όταν ένα τμήμα φύλου απομακρυνόταν αμετάκλητα από τα υπόλοιπα, για οποιονδήποτε λόγο, συγκροτούσε νέο φυλετικό κράτος, απαιτούσε όμως μεγάλο χρονικό διάστημα για να αποκτήσει νέα πολιτιστικά χαρακτηριστικά και συνείδηση ξεχωριστής φυλετικής ενότητος.
Η ίδια διαδικασία συνέβαινε και όταν προέκυπτε νέο φύλο από την πολιτική ένωση δύο ή περισσοτέρων φύλων ή τμημάτων από περισσότερα φύλα.
Το φυλετικό κράτος λειτουργούσε κατά κύριο λόγο ως πολεμικός μηχανισμός. Πιθανόν όμως να παρενέβαινε ρυθμιστικά και σε διαφορές ή προστριβές που δημιουργούνταν μεταξύ των μικροτέρων υποδιαιρέσεών του, Φυλών (=υπο-φύλων) ή φρατριών (=πατριών).
Επικεφαλής του φυλετικού κράτους ήταν ένας αρχηγός, του οποίου ο αρχικός τίτλος δεν μας είναι γνωστός. Στους Ιστορικούς χρόνους είχε τον τίτλο αρχαγέτας, ταγός, βασιλεύς. Ο όρος βασιλεύς, είναι κληρονομιά της Μυκηναϊκής Εποχής και σήμαινε έναν τοπικό ηγεμόνα, έναν τοπάρχη, ενώ γνωρίζουμε ότι ο τίτλος του ανωτάτου άρχοντος ήταν Άναξ (Fάναξ). Για τους άλλους δύο τίτλους δεν μας είναι γνωστή η αρχική τους χρήση.
Η εξουσία του αρχηγού πήγαζε από την συνέλευση των πολεμιστών. Φαίνεται ότι σε παλαιότερες εποχές μάλιστα, εκλεγόταν από αυτήν την συνέλευση. Αργότερα έγινε κληρονομικός, αλλά αναγορευόταν από το ίδιο σώμα.
Μετά το τέλος της Μυκηναϊκής Εποχής και των αναστατώσεων που ακολούθησαν, το έθιμο της εκλογής αναβίωσε, λόγω της ανάγκης που προέκυψε να υπάρξουν βασιλείς στα νέα φυλετικά κράτη που δημιουργήθηκαν.
Η υπεροχή του φύλου έναντι του ηγεμόνα του, αποκαλύπτει το γεγονός ότι η γη ανήκε στο φύλο συνολικά. Έπειτα από μια εδαφική επέκταση ή μετά την εγκατάστασή του σε νέα χώρα, το φύλο εκχωρούσε στον βασιλέα ένα κτήμα, που λεγόταν «τέμενος» και ήταν αρκετό ώστε να εξασφαλισθεί στον ίδιο και στον οίκο του επίπεδο διαβίωσης σημαντικά υψηλότερο από οποιαδήποτε άλλη οικογένεια. Άλλα τεμένη αφιερώνονταν στους θεούς του φύλου και αυτά τα «ιερά τεμένη» ήσαν τα πιο γνωστά. Η υπόλοιπη έκταση μοιραζόταν σε δυο μέρη από τα οποία το ένα παρέμεινε ιδιοκτησία του φύλου, ενώ το άλλο μοιραζόταν στις αμέσως μικρότερες υποδιαιρέσεις του φύλου, Φυλές (=υπο-φύλα) ή φρατρίες (= πατριές).
Μετά από την ανάρρησή του, ο αρχηγός του φύλου ήταν ανώτερος από την συνέλευση των πολεμιστών. Την συγκαλούσε όποτε έκρινε ο ίδιος, όχι για να την συμβουλευτεί, αλλά για της ανακοινώσει τις αποφάσεις του. Αυτές όμως έπαιρναν το χρίσμα της νομιμότητος όταν είχαν την επιδοκιμασία της συνέλευσης που εκδηλωνόταν δια βοής.
Παρ’ όλο όμως που ο αρχηγός ενός φύλου ασκούσε την εξουσία του χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, εν τούτοις δεν μπορούσε να παραβεί τους άγραφους νόμους της κοινότητας. Έτσι τελικώς ήταν υποχρεωμένος να υποταχθεί στην ολότητα που είχε διαμορφώσει και καθιερώσει αυτούς τους νόμους.
Ως επικεφαλής του φύλου, ο αρχηγός-βασιλεύς εκτελούσε και θρησκευτικά καθήκοντα όπως δημόσιες θυσίες, για να εξασφαλίσει την εύνοια των Θεών ή για να τους ευχαριστήσει εκ μέρους όλων. Πρέπει να τονίσουμε όμως ότι οι βασιλείς των ελληνικών φύλων ουδέποτε θεωρήθηκαν ως φορείς θεϊκών δυνάμεων και ουδέποτε τους αποδόθηκαν θεϊκές ιδιότητες όπως συνέβη σε άλλους λαούς. Παρέμειναν όμως ισχυρές μερικές από τις πανάρχαιες αντιλήψεις που συνέδεαν την ευημερία της κοινότητος με την αρετή, την δικαιοσύνη, την ευσέβεια των βασιλέων και με το χάρισμα της αποτροπής των κακών που το έπαιρναν από τους Θεούς.
Ο αρχηγός του φύλου έπρεπε να συγκεντρώνει στο πρόσωπό του σωματική αλκή, ανδρεία και όσο το δυνατόν περισσότερα προσόντα και ικανότητες μεγάλου πολεμιστή. Επί πλέον έπρεπε να διαθέτει ηγετικές ικανότητες, ορθή κρίση, ευγλωττία και να έχει τέλος και την εύνοια των Θεών.
Επειδή οι άνδρες που συγκέντρωναν όλα τα προσόντα που προαναφέραμε ήσαν αν όχι σπάνιοι, τουλάχιστον λίγοι και προέρχονταν συνήθως από συγκεκριμένες οικογένειες που καλλιεργούσαν κληρονομικά αυτές τις αρετές και επί πλέον ισχυρίζονταν ότι είχαν προγόνους θεούς ή ήρωες, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι την περίοδο της αιρετής βασιλείας, ο κύκλος των υποψηφίων βασιλέων ήταν πολύ στενός και περιορισμένος.
Από τα πανάρχαια χρόνια, δίπλα στον βασιλιά υπήρχε ένα συμβούλιο, που τα μέλη του - κατά κανόνα ηλικιωμένα - φαίνεται πως εκπροσωπούσαν τις μικρότερες υποδιαιρέσεις του φύλου. Αυτό το σώμα συνεργαζόταν με τον βασιλιά και τα μέλη του διατύπωναν γνώμες και απόψεις για σημαντικά θέματα, είχε δε την εξουσία να χαρίζει τεμένη από την περιουσία του φύλου.
Επί πλέον οι υποδιαιρέσεις ενός φύλου, οι Φυλές (=υπο-φύλα), είχαν επικεφαλής έναν άρχοντα, ο οποίος στην Αθήνα έφερε τον τίτλο «φυλοβασιλεύς».
Οι ακόμη μικρότερες υποδιαιρέσεις, οι οποίες συνήθως χαρακτηρίζονται με τον όρο «φρατρίαι», διεδραμάτιζαν έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο και αποτελούσαν την βάση της πυραμίδας που σχημάτιζε ένα φυλετικό κράτος. Ένα άτομο ανήκε πρωταρχικά σε μια φρατρία, μετά σε μια Φυλή και τέλος σε ένα φύλο. Οι γεννήσεις και οι υιοθεσίες δηλώνονταν στις φρατρίες, κάτι που διατηρήθηκε σε πολλά ελληνικά κράτη μέχρι τους κλασσικούς χρόνους. Η δήλωση αυτή ήταν το σπουδαιότερο γεγονός στην ζωή κάποιου αφού έτσι θεμελίωνε την ιδιότητα του πολίτη. Όσοι δεν ήσαν μέλη φρατριών δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα. Οι φρατρίες περιλάμβαναν έναν αριθμό γενών, που σε μερικά μέρη ονομάζονταν «πάτραι» ή «πατριαί», όρους που ήσαν συνώνυμοι με την ίδια την φρατρία.
Όπως έχουμε αναφέρει το φυλετικό κράτος κυριάρχησε ως θεσμός μέχρι τον 8ο αιώνα π.Χ. Τότε αρχίζει η διαμόρφωση ενός άλλου τύπου κράτους, γνωστό με τον όρο «πόλις». Πρέπει όμως να αναφερθεί ότι οι βασικές αρχές του φυλετικού κράτους περιείχαν τα σπέρματα όλων των θεσμών που συναντούμε σε μεταγενέστερα ελληνικά πολιτεύματα όπως την βασιλεία, που σε ορισμένα κράτη θα εξελιχθεί σε μοναρχία, ενώ σε άλλα θα καταργηθεί, την βουλή, την συνέλευση δηλ. όλων των πολιτών, που θα παραμείνει σε όλα τα πολιτειακά συστήματα, την συνέλευση των πολεμιστών, που θα εξελιχθεί στην εκκλησία του δήμου και τέλος την οργάνωση του κράτους μέχρι το επίπεδο του γένους, του βασικού κυττάρου ενός αρχαιοελληνικού φύλου.
Δ. Ε. Ε.

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

Οι Yaunâ takabarâ (Γιαούνα τακαμπάρα) και οι αρχαίοι Μακεδόνες

Χάρτης της περιοχής Naqsh-i-Rustam

Οι Γιαούνα τακαμπάρα
των αρχαιοπερσικών επιγραφών

Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Για την εθνολογική κατάταξη του φύλου των Μακεδόνων, η νεώτερη έρευνα προσκόμισε αδιαμφισβήτητα στοιχεία και από μια άλλη πηγή εκτός ελλαδικού χώρου, τα οποία εξάλειψαν κάθε ενδοιασμό που υπήρχε για την ελληνικότητα αυτού του φύλου. Το απροσδόκητο αυτής της πηγής είναι ασφαλώς το γεγονός ότι προέρχεται από την Περσική αυτοκρατορία, τους Πέρσες, τους άσπονδους εχθρούς των Ελλήνων κατά την αρχαιότητα.
Στα βόρεια των ερειπίων της Περσέπολης, της πρωτεύουσας των Αχαιμενιδών ηγεμόνων της περσικής αυτοκρατορίας, σε απόσταση περίπου 5 χλμ, βρίσκεται η τοποθεσία Naqsh–i Rustam [=τα ανάγλυφα του (μυθικού ήρωα) Ρουστάμ], όπου υπάρχουν οι τάφοι του Δαρείου Ι (521–486 π.Χ.), του γιου του, Ξέρξη (486–465) και άλλων δύο Αχαιμενιδών βασιλέων (Αρταξέρξη Ι και Δαρείου ΙΙ), σκαλισμένοι στον βράχο, καθώς και άλλα οκτώ ανάγλυφα της εποχής των Σασσανιδών (η Δυναστεία που κυβέρνησε, μετά τους Αχαιμενίδες και τους Πάρθους, το ιρανικό οροπέδιο μεταξύ 224 – 651 μ.Χ. και είναι γνωστή για τους πολέμους της εναντίον του Βυζαντίου).

Ο τάφος του Δαρείου στο Naqsh–i Rustam

Η πρόσοψη του τάφου του Δαρείου Ι έχει σχήμα σταυρού (βλ. παραπάνω Εικόνα), με την είσοδο του τάφου να βρίσκεται στο κέντρο, ενώ στο επάνω τμήμα υπάρχει ένα μνημειακό ανάγλυφο το οποίο παριστάνει τον Δαρείο Ι να προσεύχεται μπροστά σε έναν βωμό στον υπέρτατο θεό των Περσών, τον Ωρομάσδη (Ahuramazda), επάνω σε μια βάση την οποία υποβαστάζουν 28 υποτελείς λαοί της Περσικής αυτοκρατορίας. Μια επιγραφή στο επάνω αριστερά άκρο (βλ. Εικόνα), γνωστή στους αρχαιολόγους με την συντομογραφία DNa [=Darius Naqsh (επιγραφή) a] κατονομάζει αυτούς τους λαούς, ενώ παρουσιάζει τον Δαρείο ως ευσεβή και ισχυρό ηγέτη. Μια άλλη επιγραφή στο κεντρικό τμήμα του «σταυρού», το οποίο αποτελεί μια αναπαράσταση της νοτίας εισόδου των ανακτόρων της Περσέπολης, γνωστή ως DNb, αποτελεί την περίφημη «Διαθήκη» του Δαρείου Ι, η οποία έχει αντιγραφεί και υπάρχει επίσης, ελαφρά προσαρμοσμένη, στην πρόσοψη του τάφου του Ξέρξη, γνωστή ως XPl.

Η επιγραφή με τους υποτελείς λαούς (DΝa)

Τα κείμενα είναι γραμμένα στην αρχαία Περσική γλώσσα (old Persian) σε μια γραφή εμπνευσμένη από την Σουμερο-Ακκαδική σφηνοειδή γραφή, αλλά με απλούστερους χαρακτήρες. Όπως έχει υποστηριχθεί (βλ. σχετικά στο D. T. Potts: The Archaeology of Elam, 1999 σελ. 317), η γραφή αυτή δημιουργήθηκε επί τούτου από τον Δαρείο Ι για την καταγραφή των κειμένων της περίφημης μνημειακής επιγραφής του Μπεχιστούν (Behistun, περίπου 80 χλμ ΝΔ από την αρχαία πρωτεύουσα των Μήδων, τα Εκβάτανα, σημερ. Χαμαντάν). Η γραφή αυτή ήταν συλλαβική αποτελούμενη από 36 μόνον σημεία και διατηρούσε επί πλέον και τέσσερα ιδεογράμματα για την απόδοση των λέξεων Βασιλεύς, Χώρα, Επαρχία και Αχούρα-Μάζντα (=ο υπέρτατος θεός του ιρανικού Πανθέου). Η φορά της γραφής ήταν από τα αριστερά προς τα δεξιά.
Η γραφή αυτή είναι γνωστή ως «Συλλαβικό σύστημα της Περσεπόλεως» (βλ. Εικόνα παρακάτω) και χρησιμοποιήθηκε από τον 6ο έως τον 4ο αιώνα π.Χ. για τις μνημειακές επιγραφές των Αχαιμενιδών αυτοκρατόρων. Μετά την βασιλεία του Αρταξέρξη ΙΙΙ (359/358-338 π.Χ.), οι επιγραφές στην γραφή της «Περσεπόλεως» εκλείπουν τελείως και μετά την κατάλυση της Περσικής αυτοκρατορίας από τον Μ. Αλέξανδρο, η γραφή αυτή δεν ξαναχρησιμοποιήθηκε μια και ήταν συνδεδεμένη με το συγκεκριμένο καθεστώς (βλ. Charles Higounet: Η γραφή, Αθήναι 1964 σελ. 37-38).




Στην προαναφερθείσα επιγραφή DΝa που αναφέρει τους υποτελείς λαούς, διαβάζουμε τα εξής:

...\ Dârayavauš \ xšâya
thiya \ vašnâ \ Auramazdâhâ \ imâ \
dahyâva \ tyâ \ adam \ agarbâyam \
apataram \ hacâ \ Pârsâ \ adamšâm \
patiyaxšayaiy \ manâ \ bâjim \ abara
ha \ tvašâm \ hacâma \ athahya \ ava \ a
kunava \ dâtam \ tya \ manâ \ avadiš \
adâraiya \ Mâda \ Ûvja \ Parthava \ Harai
va \ Bâxtriš \ Suguda \ Uvârazm
iš \ Zraka \ Harauvatiš \ Thataguš \ Ga
dâra \ Hiduš \ Sakâ \ haumavargâ \ Sa
kâ \ tigraxaudâ \ Bâbiruš \ A
thurâ \ Arabâya \ Mudrâya \ Armina
\ Katpatuka \ Sparda \ Yauna \ Sakâ \ tyaiy \ pa
radraya \ Skudra \ Yaunâ \ takabarâ \ Putây
â \ Kûšiyâ \ Maciyâ \ Karkâ…

[«…Ο Βασιλεύς Δαρείος λέγει: Με την χάρη του Αχουραμάσδα αυτές είναι οι χώρες που κατέκτησα έξω από την Περσία. Τις κυβέρνησα. Μου προσκόμισαν φόρο υποτελείας. Έπραξαν ότι τους ειπώθηκε από εμένα. Κράτησαν σταθερά (=υπάκουσαν) τον Νόμο μου. (Αυτές οι χώρες είναι:) Μηδία, Ελάμ, Παρθία, Αρεία, Βακτρία, Σογδιανή, Χωρασμία, Δραγγιανή, Αραχωσία, Σατταγυδία (=Παροπαμισάδαι), Γανδαρίτις, Ινδία, οι Σκύθες που πίνουν το (ιερό ποτό) χάομα, οι Σκύθες με τους μυτερούς σκούφους, η Βαβυλωνία, η Ασσυρία, η Αραβία, η Αίγυπτος, η Αρμενία, η Καππαδοκία, η Λυδία, οι Έλληνες (της Μικράς Ασίας), οι παραθαλάσσιοι Σκύθες (των ακτών του Ευξείνου Πόντου), η Θράκη, οι Έλληνες που φορούν καλύμματα κεφαλής παρόμοια με ασπίδες, η Λιβύη, η Νουβία, η Μάκα (= πιθανόν η παραθαλάσσια ζώνη στα νότια της Καρμανίας-Γεδρωσίας), η Καρία…»].

Η επιγραφή στον τάφο του Δαρείου Ι (DΝa)

Στο παραπάνω κείμενο με την απαρίθμηση των υποτελών λαών παρατηρούμε ότι περιλαμβάνονται οι Έλληνες (εννοούνται οι Έλληνες των αποικιών της Μικράς Ασίας), που ονομάζονται στα αρχαία περσικά Yaunâ δηλ. Ίωνες, μια ονομασία που θα διαδοθεί στην συνέχεια σε όλους τους λαούς της Ανατολής (Yavanas, Yunani, Javan, Yunan κ.λπ.). Αυτοί οι Yaunâ = Ίωνες, αναφέρονται για πρώτη φορά σε ένα κατάλογο υποτελών λαών στην περίφημη μνημειακή επιγραφή του Δαρείου Ι στο Μπεχιστούν, όπως προαναφέραμε (λεπτομέρειες για την επιγραφή βλ. Δ. Ε. Ευαγγελίδη: Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου, ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ – Θεσσαλονίκη 2006, λήμμα Πέρσες).

Γενική άποψη των τάφων του Naqsh–i Rustam

Στο συγκεκριμένο όμως κείμενο του Naqsh–i Rustam γίνεται αναφορά και σε κάποιους Yaunâ takabarâ στα αρχαία Περσικά, «Έλληνες με καλύμματα της κεφαλής παρόμοια με ασπίδα», όπως περιγράφονται. Ποιοι είναι αυτοί οι Έλληνες λοιπόν; Θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η επιγραφή του Μπεχιστούν χρονολογείται γύρω στο 520 π.Χ. όταν ο Δαρείος Ι κατέπνιξε το κύμα των εξεγέρσεων που είχε σημειωθεί με την άνοδό του στον περσικό θρόνο και σταθεροποιήθηκε στη εξουσία. Το 513/512 π.Χ. ο Δαρείος Ι πραγματοποίησε την πασίγνωστη (λόγω Ηροδότου) «Σκυθική εκστρατεία» με την οποία κατέκτησε την Θράκη (Skudra), τον βορειοελλαδικό χώρο (=Μακεδονία) και τις περιοχές γύρω από τις εκβολές του Δούναβη, όπου κατοικούσαν κάποια σκυθικά φύλα (=οι παραθαλάσσιοι Σκύθες).
Προσδιορίστηκε λοιπόν ότι αυτοί οι μυστηριώδεις Yaunâ takabarâ = «Έλληνες με καλύμματα της κεφαλής παρόμοια με ασπίδα», δεν ήσαν άλλοι από τους αρχαίους Μακεδόνες και τα σχετικά γεγονότα της υποταγής του Αμύντα Α΄, πατέρα του Αλεξάνδρου Α΄, είναι καταγεγραμμένα από τον Ηρόδοτο (Ιστορίαι, Ε΄ 18–21).
Για τους Πέρσες λοιπόν οι Μακεδόνες ήσαν Έλληνες (ίδια γλώσσα, ίδια ήθη και έθιμα) και γι’ αυτό κατατάχθηκαν στους Yaunâ, αλλά ξεχώριζαν από τους άλλους Έλληνες της Μ. Ασίας, που ήσαν επίσης υποτελείς, λόγω του γεγονότος ότι κατοικούσαν στην ευρωπαϊκή πλευρά του Αιγαίου και προς διάκριση, τους ονόμασαν από ένα χαρακτηριστικό τους, το είδος των καλυμμάτων που φορούσαν. Το ίδιο παρατηρούμε ότι έκαναν και με τους Σκύθες, τους οποίους διέκριναν σε αυτούς που κατασκεύαζαν/έπιναν το ιερό ποτό χάομα (Sakâ haumavargâ, οι Αμύργιοι Σκύθαι του Ηροδότου), νομάδες στα βόρεια της Σογδιανής και του ποταμού Ιαξάρτη, σε άλλους Σάκες (=Σκύθες), αυτούς που φορούσαν «μυτερούς σκούφους» (Sakâ tigraxaudâ, οι Ορθοκορυβάντιοι Σκύθαι κατά τον Ηρόδοτο) και κατοικούσαν μεταξύ λιμνών Κασπίας και Αράλης και τέλος στους Σκύθες «που ζούσαν κοντά στην θάλασσα» (Sakâ tyaiy paradraya), αυτούς που συνάντησαν οι Πέρσες στην περιοχή των εκβολών του Δούναβη.

Ορθοκορυβάντιοι Σκύθες
Sakâ tigraxaudâ, [Σάκες (=Σκύθες), που φορούσαν «μυτερούς σκούφους»]
Ανάγλυφο στο ανατολικό κλιμακοστάσιο της μεγάλης Αίθουσας Ακροάσεων (Apadana) στο ανάκτορο της Περσεπόλεως




Η είσοδος στην μεγάλη Αίθουσα Ακροάσεων (=Apadana)
Αναπαράσταση

Επί πλέον όμως οι Μακεδόνες φορούσαν ένα χαρακτηριστικό κάλυμμα της κεφαλής, την "καυσία" (Πολύβιος IV. 4-5, Αρριανός Αλεξάνδρου Ανάβασις, VII. 22), που τους ξεχώριζε από τους λοιπούς Έλληνες [Η λέξη "καυσία" προέρχεται από την Ελληνική ρίζα (καύσ–) = ζέστη, εξ ου και καύση, καύσων]. Γι’ αυτόν το λόγο οι Πέρσες τους αποκαλούσαν «Yaunâ takabarâ», δηλ. «Έλληνες με καλύμματα της κεφαλής παρόμοια με ασπίδα». Το Μακεδονικό καπέλο ήταν πολύ πιο διαφορετικό από τα καλύμματα που φορούσαν οι Έλληνες της Μ. Ασίας και αυτό το στοιχείο χρησιμοποίησαν οι Πέρσες για να ξεχωρίσουν τους υποτελείς Έλληνες μεταξύ τους.

Το εκπληκτικής τέχνης μωσαϊκό από την αρχαία Πέλλα
όπου επάνω δεξιά (βέλος) διακρίνεται η καυσία



Νόμισμα Αλεξάνδρου Α΄με ιππέα φέροντα την μακεδονική καυσία

Το γεγονός όμως που επιβεβαίωσε απόλυτα την παραπάνω ανάλυση προήλθε και αυτό από ξένη προς τους Έλληνες πηγή. Πραγματικά, στην σχετική επιγραφή που υπάρχει στον τάφο του Ξέρξη, που προαναφέραμε, διαπιστώθηκε ότι από τον κατάλογο των υποτελών λαών απουσιάζουν οι «Yaunâ takabarâ», κάτι που συμβαδίζει με όσα γνωρίζουμε από τις ιστορικές πηγές. Οι Πέρσες μετά τις αποτυχίες τους να καταλάβουν την Ελλάδα και μετά την μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.) αποσύρθηκαν από τις ευρωπαϊκές τους κτήσεις, άρα και την Μακεδονία. Επομένως ήταν αδύνατον την εποχή του θανάτου του Ξέρξη (465 π.Χ.) να αναφέρονται οι Yaunâ takabarâ = Μακεδόνες, ως υποτελείς της Περσικής αυτοκρατορίας.

Σημειώσεις - Βιβλιογραφία

1. Ο N. Hammond επιχειρηματολογεί για τους Γιαούνα τακαμπάρα στο Cambridge Ancient History Vol. IV, 19882 σελ. 246-7. Ο ίδιος παραπέμπει στον E. E. Herzfeld: The Persian Empire: Studies in the Geography and Ethnography of the ancient Near East, Wiesbaden, 1968. O Χάμμοντ επανέρχεται στο θέμα και πάλι στο: The Macedonian State, Oxford 1989 σελ. 13, όπου παραπέμπει στον J. M. Balcer: Historia 37 (1988) 7.

2. Οι επιγραφές έχουν δημοσιευθεί στο ειδικό έργο για τις βασιλικές επιγραφές των Αχαιμενιδών: Pierre Lecoq, Les inscriptions de la Perse achéménide (1997 Paris) και υπάρχουν στην ιστοσελίδα Achaemenid Royal Inscriptions - http://www.livius.org/aa-ac/achaemenians/inscriptions.html.


3. Rüdiger Schmitt, The Old Persian inscriptions of Naqsh-i Rustam and Persepolis, CORPUS INSCRIPTIONUM IRANICARUM. Part 1, Inscriptions of Ancient Iran, Vol.1, The Old Persian inscriptions (Texts II), School of Oriental and African Studies (SOAS), University of London, London 2000. (ISBN 0-7286-0314-4)

Δ. Ε. Ε.


Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009

"Λεξικό των αρχαίων ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων"

Κεντρική διάθεση: Βιβλιοπωλείο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ Ερμού 61 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Αρχαία Μακεδονία


Αρχαία Μακεδονία

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

Η χρονολόγηση του παρελθόντος

(Από το βιβλίο του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη:«Μη-συμβατικές θεωρίες»: Οι κερδοσκόποι του “ελληνισμού” και ο φενακισμός των αφελών» - ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ Θεσσαλονίκη 2007)


Η πιο συνηθισμένη περίπτωση αλληλογρονθοκοπήματος μεταξύ επιστημονικών δεδομένων και των ποικίλων απόψεων που εκτρέφει η «μη - συμβατική» Ιστορία είναι οι αναφερόμενες αυθαίρετα από διαφόρους «συγγραφείς» χρονολογίες, που γίνονται κυριολεκτικά «λάστιχο» για να καλύψουν οποιονδήποτε παραλογισμό.
Διαβάζουμε έτσι για «θεωρίες» περί ελληνικού πολιτισμού που άνθισε το 10.000 π.Χ. και ειδικά την 9η χιλιετηρίδα (sic!), που η πτώση του σημειώνεται την 7η χιλιετηρίδα και που αναβιώνει και πάλι την 5η χιλιετηρίδα όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας, άλλος περισσότερο άκαμπτος και απόλυτος βεβαιώνει ότι η ελληνική γλώσσα είναι 50.000 ετών (!!!), ενώ στο Διαδίκτυο εμφανίζονται ισχυρισμοί για τον ελληνικό πολιτισμό του 100.000 π.Χ. και δεν ξέρουμε τι άλλο θα δουν τα μάτια μας!
Δυστυχώς όμως για τους ευφάνταστους αυτούς συγγραφείς, οι Επιστήμες και η Τεχνολογία έχουν προχωρήσει σε τέτοιο σημείο που δεν επιτρέπουν πλέον στον οποιοδήποτε αμαθή, επιτήδειο ή φαντασιόπληκτο να υποστηρίζει ό,τι θέλει, επικαλούμενος μάλιστα θρασύτατα την επιστημονική τεκμηρίωση.
Έτσι, οι διαθέτοντες κάποια στοιχειώδη νοημοσύνη και αντιλαμβανόμενοι ότι οι φαντασιοπληξίες τους είναι παντελώς αβάσιμες, αποδεσμεύονται από τους επιστημονικούς περιορισμούς, τους οποίους εύσχημα απορρίπτουν και ξεχύνονται έτσι ακάθεκτοι στις αχανείς πεδιάδες των «μη-συμβατικών» θεωριών όπου «πεδίον δόξης λαμπρόν».
Θα επιχειρήσω λοιπόν, όσο πιο σύντομα μπορώ, να ξεκαθαρίσω ορισμένα πράγματα για το θέμα της χρονολόγησης του παρελθόντος, αποκλειστικά και μόνο για εκείνους που επιθυμούν να γνωρίσουν τι δέχεται σήμερα η συμβατική Επιστήμη και η παγκόσμια ακαδημαϊκή κοινότητα.
Όπως αναφέρεται στο προκαταρκτικό Κεφάλαιο της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους» («Εκδοτική Αθηνών» - τόμ. Β΄ σελ. 8):
«Η ζωή και τα επιτεύγματα κάθε λαού χωρίζονται σε δύο μεγάλες περιόδους: την προϊστορική και την Ιστορική εποχή. Την ιστορική εποχή χαρακτηρίζουν οι γραπτές πηγές που είναι δυνατόν να διαβασθούν και να γίνουν καταληπτές (σ.σ. η υπογράμμιση δική μου). Αυτές οι πηγές μαζί με τα κατάλοιπα που άφησαν κληρονομιά οι άνθρωποι, επιτρέπουν τη μελέτη και την παρακολούθηση των γεγονότων της ιστορικής περιόδου. Οι γνώσεις μας για την προϊστορική εποχή βασίζονται αναγκαστικά στα ανθρώπινα κατάλοιπα που διασώθηκαν θαμμένα στη γη…».
Με άλλα λόγια, μπορούμε να αναφερόμαστε πλέον σε ελληνική Ιστορία από τον 15ο αιώνα π.Χ. μέχρι σήμερα, δεδομένου ότι από τότε χρονολογούνται οι πινακίδες της Γραμμικής γραφής Β, που αποκρυπτογραφήθηκαν την δεκαετία του 1950 και αποδείχθηκε ότι ήσαν γραμμένες σε μια παλαιότατη μορφή της ελληνικής γλώσσας. Το χρονικό διάστημα πριν από την Ιστορική περίοδο που μόλις προσδιορίσαμε, αναφέρεται ως Προϊστορία, ενώ κάποιο απροσδιόριστο διάστημα της αρχής των Ιστορικών χρόνων, αναφέρεται συνήθως ως Πρωτοϊστορία (Για την Ελλάδα π.χ. η Πρωτοϊστορία τελειώνει με την κάθοδο των Δωριέων που συμβατικά μεν τοποθετείται στο 1200 π.Χ. και σε απόλυτη χρονολόγηση στο 1125/1120 π.Χ.). Παλαιότερα, πριν την εφαρμογή τεχνολογικών καινοτομιών στην χρονολόγηση του παρελθόντος, η ανασύσταση και ο προσδιορισμός των χρονολογιών των παλαιότερων εποχών στηριζόταν σε εμπειρικές μεθόδους, με χρονολογήσεις αρχαίων Δυναστειών (κυρίως της Αιγύπτου), γενεαλογιών, συγκρίσεις μεταξύ τους κ.λ.π.
Υπήρχαν λοιπόν μεγάλα περιθώρια λαθών και όσο βαθύτερα προχωρούσαμε στο παρελθόν τόσο περισσότερα μεγάλωνε ο κίνδυνος να καταλήξουμε σε τελείως ανυπόστατα συμπεράσματα. Οι Ιστορικοί βάδιζαν σε εξαιρετικά ολισθηρό έδαφος και αυτή ήταν η αιτία συχνών και μεγάλων ανατροπών ή αναθεωρήσεων, όταν μια νέα αρχαιολογική ή γλωσσολογική ανακάλυψη ερχόταν στο φως.
Από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά, η κατάσταση στον χώρο των Επιστημών του Παρελθόντος (Αρχαιολογία, Παλαιοντολογία, Παλαιοανθρωπολογία, Παλαιοβοτανική κ.λ.π.) άλλαξε ριζικά προς το καλύτερο. Την επανάσταση έφερε η περίφημη ραδιοχρονολόγηση με Άνθρακα-14 που άρχισε να εφαρμόζεται από την δεκαετία του 1950 και η οποία λίγο αργότερα έγινε περισσότερο ακριβής με την βοήθεια της δενδροχρονολόγησης. Έτσι έχουμε πλέον απόλυτες χρονολογίες και όχι σχετικές ή συγκριτικές όπως παλαιότερα, όπου γινόταν προσπάθεια τα γεγονότα στον ελλαδικό ή μικρασιατικό χώρο να συσχετισθούν με τις Δυναστείες της Αιγύπτου ή της Βαβυλώνος και έτσι να γίνει η χρονολόγησή τους.
Σύντομα προστέθηκαν και νέες τεχνικές. Η μέθοδος Άνθρακα-14 (ή C-14, όπως συχνά αναφέρεται για λόγους συντομίας), συμπληρώθηκε με την χρονολόγηση Καλίου-Αργού, μια και το όριο της μεθόδου C-14 έφθανε το πολύ τα 50.000 χρόνια, ενώ η μέθοδος K-Ar καλύπτει το διάστημα 100.000 μέχρι 4,5 δις έτη (ηλικία της Γης). Η μέθοδος της θερμοφωταύγειας (thermoluminescence), έδωσε πολύτιμες πληροφορίες στην χρονολόγηση της Κεραμικής, εξαιρετικά χρήσιμη στις έρευνες των Αρχαιολόγων.
Εκτός όμως από την Αρχαιολογία, προχώρησε επίσης σημαντικά και η Γλωσσολογία, η οποία με την επεξεργασία περίπλοκων μεθόδων, όπως η Γλωσσοχρονολόγηση, αναδείχθηκε πολύτιμος βοηθός των Ιστορικών και σε ορισμένες περιπτώσεις, περισσότερο και από την Αρχαιολογία. Στην Ανθρωπολογία έγιναν άλματα, όχι μόνον λόγω των σπουδαιοτάτων ευρημάτων των τελευταίων δεκαετιών, όσο με τις προόδους που σημειώθηκαν στην μελέτη του μιτοχονδριακού DNA και στην αποκρυπτογράφηση του ανθρώπινου γενετικού υλικού. Οι γνώσεις των Ανθρωπολόγων και πάλι επικουρούν συχνά το έργο των Αρχαιολόγων και Ιστορικών. Αστρονομικές παρατηρήσεις αρχαίων λαών, αποκρυπτογραφούνται και βοηθούν στην ακριβέστερη και πάλι χρονολόγηση.
Η Γεωλογία και η Σεισμολογία, με τις έρευνές τους έρχονται να επιβεβαιώσουν ή να απορρίψουν παλαιότερα ιστορικά συμπεράσματα, όπως και η Παλαιοντολογία (Παλαιοζωολογία και Παλαιοβοτανική) με τις αντίστοιχες μελέτες και έρευνές τους.
Έχουμε λοιπόν σήμερα στην διάθεσή μας ένα αξιόπιστο πλέον χρονολογικό πλαίσιο του ελληνικού παρελθόντος, όχι μόνον για την ανθρώπινη Ιστορία, αλλά και το Γεωλογικό παρελθόν της χώρας μας (Βλ. Πίνακες ΙΙ και V).
Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να κάνουμε κάποιες γενικότερες παρατηρήσεις:
Ένας Ιστορικός του 18ου ή του 19ου αιώνα, με τις περιορισμένες δυνατότητες πού είχε και με τις ακόμη πιο περιορισμένες γνώσεις, ήταν πολύ εύκολο να υποπέσει σε χονδροειδή λάθη ή να διατυπώσει θεωρίες που σήμερα μόνον παράξενες ή περίεργες θα μπορούσαν να μας φανούν. Το να διατυπώνει όμως σήμερα κάποιος επιστήμων αναπόδεικτες υποθέσεις και να επιχειρεί να ανατρέψει επιστημονικές θέσεις χωρίς αποδείξεις και σοβαρά στοιχεία, μόνον τον χλευασμό θα προκαλέσει.
Και τούτο διότι στους περισσότερους επιστημονικούς κλάδους έχει παγιωθεί ένα σώμα (corpus) γνώσεων, στο οποίο λίγο ή πολύ έχει κατασταλάξει η παγκόσμια ακαδημαϊκή και επιστημονική κοινότητα μετά από συσσωρευμένη πείρα αν όχι αιώνων, τουλάχιστον δεκαετιών, με την βοήθεια όλων των σύγχρονων τεχνικών μέσων.
Μόνον μια θεμελιωδώς νέα επιστημονική ανακάλυψη θα μπορέσει να ανατρέψει τις υφιστάμενες θεωρητικές παραδοχές των βασικών αρχών.

Για να το πούμε απλούστερα: Υπάρχει περίπτωση να ανατραπεί η άποψη ότι η Γη είναι σφαιρική και να πεισθούμε ότι είναι επίπεδη; Υπάρχει περίπτωση να δεχθούμε ότι η Γη δεν κινείται γύρω από τον Ήλιο, αλλά ο Ήλιος γύρω από την Γη; Ότι οι επιδημικές ασθένειες δεν οφείλονται σε ιούς και μικρόβια, αλλά στο κακό μάτι ή στα μάγια; Ότι δεν ισχύει ο Νόμος της Βαρύτητας, η Θεωρία της Απροσδιοριστίας, η ισοδυναμία μάζας και ενέργειας, η Θεωρία της Εξέλιξης των ζωντανών οργανισμών; Ασφαλώς όχι!
Έτσι, οποιοσδήποτε επιστήμων (ή και απλός πολίτης με μέσο μορφωτικό επίπεδο και κοινή λογική) αποδέχεται, έστω και κριτικά, την υπάρχουσα κατάσταση των επιστημονικών δεδομένων και παραδοχών και το σημερινό (τρέχον) επίπεδο γενικών γνώσεων, όπως καταγράφεται στις επιστημονικές εργασίες και ελέγχεται στα επιστημονικά Συνέδρια. Εκτός, φυσικά, από τους οπαδούς των «μη-συμβατικών» θεωριών που θα σας διαβεβαιώσουν ότι όλα όσα υποστηρίζουν οι «συμβατικοί» επιστήμονες δεν ισχύουν και ότι μόνον αυτοί γνωρίζουν την «αλήθεια», ότι όλα τα άλλα είναι προϊόντα συνομωσιών σκοτεινών κύκλων, σκόπιμης παραπληροφόρησης, «μεγάλης πλάνης» και προσπάθειας συσκότισης, ότι η ελληνική γλώσσα ήταν η μόνη ομιλουμένη γλώσσα στον Παράδεισο, ότι ο ελληνικός πολιτισμός υπάρχει από το 100.000 π.Χ., ότι οι Σκιάποδες και οι Πανώτιοι κυκλοφορούν ανάμεσά μας και εμείς φταίμε που δεν τους βλέπουμε.
Βεβαίως, κάπου εδώ σταματάει η συζήτηση, τουλάχιστον στην δική μου περίπτωση.

Δ.Ε.Ε.