(Συνεχίζεται)
Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010
Γλώσσα και Γραφή (1)
Γλώσσα και Γραφή
Μαρία Καραλή (2007)
Η γλώσσα μεταφέρει τις εμπειρίες μας αλλά και τα γραπτά κείμενα μπορούν να το πετύχουν αυτό με πολύ ισχυρό τρόπο. Το υπερβολικό ενδιαφέρον για θέματα γραφής και ανάγνωσης, γραμματισμού και αναλφαβητισμού, πρέπει να οφείλεται και στο ότι οι δικές μας, δυτικού τύπου, κοινωνίες είναι έντονα γραφοκεντρικές.
1. Γραμματισμός
είναι γλωσσική επικοινωνία σε γραπτή μορφή ή, διαφορετικά, η ικανότητα ανάγνωσης και γραφής. H γραφή και η ανάγνωση αποτελούν την οπτική καταγραφή ήχων και τη φωνητική αποκωδικοποίηση οπτικών συμβόλων αντίστοιχα. Ένας τέτοιος ορισμός όμως του γραμματισμού είναι επικίνδυνα απλός. Πρόκειται για διττή δεξιότητα που εμπεριέχει διαβάθμιση και για τις δύο πλευρές της, και χαρακτηρίζεται από χρονική, τοπική, κοινωνική, πολιτισμική διαφοροποίηση. Ένας ομιλητής είναι δυνατό να κατέχει τη μία από τις δύο πλευρές σε διαφορετικό βαθμό: π.χ. να διαβάζει κείμενα, αλλά να μην μπορεί να συμπληρώσει ούτε μια απλή αίτηση. Η προφορική ή μη φύση μιας κοινωνίας καθορίζεται και από τις χρήσεις του γραμματισμού: τί και πότε πρέπει να διεξαχθεί υποχρεωτικά προφορικά ή γραπτά, πόσοι είναι οι εγγράμματοι, πόσο συχνά ασκούν αυτές τις δεξιότητες. Ακόμη διαφορετικές μορφές γραμματισμού μπορεί να προκύψουν από το γένος του ομιλητή: τα περιεχόμενο των πρώτων παιδικών βιβλίων διαφέρει αν το παιδάκι είναι αγόρι ή κορίτσι.
Η εποχή και ο πολιτισμός μεταβάλλουν το περιεχόμενο της έννοιας. Γενικά, ο ορισμός του γραμματισμού επιδέχεται διαφοροποιήσεις. Σήμερα προτεραιότητα έχει σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες ο γραπτός λόγος, και εκτός από την εκμάθηση ανάγνωσης και γραφής, αριθμητικών πράξεων, χρήσης ηλεκτρονικών μέσων, η επιδίωξη είναι να γνωρίζει από κοινωνιογλωσσικής πλευράς ο ομιλητής σε επίπεδο παραγωγής το είδος των κειμένων που χρησιμοποιούνται σε διαφορετικά κοινωνικά συμφραζόμενα. Αντίθετα, στην αρχαία Ελλάδα, παρά την ύπαρξη πολλών κειμένων, ο προφορικός λόγος αποτελούσε το ιδεώδες στον πολιτικό βίο, την εκπαίδευση, την καλλιτεχνική δραστηριότητα.
Η κατάκτηση αυτής της δεξιότητας είναι κεντρικό θέμα στην εκπαιδευτική διαδικασία και εγείρει πρακτικά και θεωρητικά ερωτήματα: Ποια είναι η αλληλεπίδρασή της με τη γνωστική ανάπτυξη; Πώς επηρεάζει την κατάκτηση της γλώσσας; Υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε παιδιά και ενηλίκους; Πώς επηρεάζεται από την εκπαιδευτική μέθοδο; Πώς επηρεάζει τη γλωσσική αντίληψη, την ικανότητα να συνειδητοποιεί κανείς τις γλωσσικές μονάδες; Έχει αποδειχτεί ότι η αντίληψη των γλωσσικών μονάδων, η αναπαράσταση στο νοητικό λεξικό και οι διαδικασίες επεξεργασίας που χρησιμοποιούνται κατά την ανάγνωση επηρεάζονται, αν δεν εξαρτώνται, από τη φύση της ορθογραφίας με την οποία είναι κάποιος εξοικειωμένος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη στροφή της γλωσσολογικής έρευνας εν γένει. Τον 20ό αι. ο γραπτός λόγος εθεωρείτο δευτερογενής, αν όχι ατελής αναπαράσταση του προφορικού. Η επίγνωση όμως του ότι κάποιες μονάδες γλωσσικής ανάλυσης είναι παράγωγα μονάδων του γραπτού λόγου κατέστησε σημαντική τη μελέτη των δομικών ιδιοτήτων της γραφής για τη γλωσσική ανάλυση.
Παρά το ότι σήμερα θεωρούμε την υπεροχή του γραμματισμού δεδομένη, η καλύτερη κατανόηση της προφορικής παράδοσης από ιστορική και ανθρωπολογική πλευρά και οι εργασίες των ψυχολόγων για τη μνήμη μάς έχουν οδηγήσει σε επανεκτίμηση της σημασίας της προφορικότητας σε μια κοινωνία (που και στην εποχή μας είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη). Κοινωνικά συστήματα με και χωρίς γραμματισμό διαφέρουν στο πώς οργανώνουν τη νομοθεσία τους, την εκπαίδευση, την οικονομία και πώς διαφέρουν σε γνωστικές διαδικασίες. Η μελέτη του M. Parry είναι κλασική ένδειξη για τη μετάβαση από την προφορικότητα στον γραμματισμό. Το μέτρο επανερμηνεύεται όχι ως αισθητικό στοιχείο, αλλά ως μνημοτεχνικό βοήθημα. Γενικά πάντως τώρα δεν είναι αποδεκτή η ρομαντική αίσθηση πως οι έντονα προφορικές κοινωνίες είναι καθυστερημένες ή «αγνές».
Η σύνδεση του γραμματισμού με έννοιες ισχύος είναι ένα από τα πιο συζητημένα θέματα Σε γενικό επίπεδο, η γραφή κατά καιρούς έχει θεωρηθεί ως υπεύθυνος παράγοντας για πνευματική, οικονομική, κοινωνική, πολιτική πρόοδο και διαφοροποίηση. Για παράδειγμα, η εισαγωγή του αλφαβήτου στην αρχαία Ελλάδα θεωρήθηκε υπεύθυνη για πιο λογική σκέψη αλλά αναρωτιέται κανείς γιατί δεν συνέβη κάτι ανάλογο και στη Ρώμη. Και σήμερα που η γραφή είναι παγκόσμια διαδεδομένη, εξακολουθούν να υπάρχουν τεράστιες διαφορές μεταξύ κρατών. Οι ακραίες θεωρίες που υποστηρίζουν έναν τεχνολογικό ντετερμινισμό, πως η είσοδος της γραφής δηλαδή ως ικανότητας θα έχει προκαθορισμένα αποτελέσματα ή αλλαγές ανεξαρτήτως κοινωνίας (το λεγόμενο «αυτόνομο» μοντέλο) έχουν απορριφθεί. Η γραφή θεωρείται πλέον μια τεχνολογική δυνατότητα, όπως πολλές άλλες, σαν τον ηλεκτρισμό και δεν έχει απόλυτα προβλέψιμες και πανομοιότυπες συνέπειες στις κοινωνίες που εισέρχεται, παρά το ότι η είσοδός της δεν μπορεί να αποτραπεί. Η επενέργειά της είναι απολύτως εξαρτημένη από τις συνήθειες, τις αντιλήψεις και την πολιτική δομή της κοινωνίας, και ενισχύει αλλά δεν μεταβάλλει ισχύουσες τάσεις και ιδεολογίες (το λεγόμενο ιδεαλιστικό μοντέλο).
Η γραφή πάντως έχει χρησιμοποιηθεί για να εκφράσει ή να οδηγήσει σε πολιτική και κοινωνική δύναμη. Σε αρχαίες κοινωνίες αυτοί που ήξεραν να γράφουν ήταν πολιτικά ή θρησκευτικά κυρίαρχοι. Η ζωή του Δαρείου κυκλοφορούσε σε λογοτεχνική μορφή στους υπηκόους του. Η σχέση εξουσίας και κειμένων έχει δύο αξιοπρόσεκτες πλευρές: την εξουσία επί των κειμένων και την εξουσία που ασκείται μέσω αυτών. Η πρώτη διάσταση περιλαμβάνει περιορισμούς σχετικά με το τί γράφεται, στην προσέγγιση, στην κατοχή και κυρίως στην ανάγνωση κειμένων. Στη πιο θεμελιώδη του μορφή αυτό σημαίνει ότι μια ελίτ καθορίζει το status των κειμένων. Και αυτή η μορφή εξουσίας περιλαμβάνει και την επιλογή συστήματος γραφής. Ο λόγος για τον οποίο μια γλώσσα καταγράφεται με ένα συγκεκριμένο σύστημα γραφής μπορεί να μην οφείλεται σε γλωσσικούς παράγοντες (βλ. παρακάτω) αλλά σε πολιτική σκοπιμότητα. Ένας χάρτης που θα έδειχνε την έκταση της καταγραφής με βάση το αγγλικό αλφάβητο ή τον αραβικό ή κινεζικό τρόπο καταγραφής είναι ουσιαστικά η πολιτική ισχύς που αναδεικνύει η οικολογία των συστημάτων γραφής. Οι γλωσσικές συνθήκες στην πρώην Γιουγκοσλαβία είναι επίσης διδακτικές. Πριν τον διαχωρισμό η σερβοκροατική γραφόταν ταυτόχρονα και σε κυριλλικό και λατινικό αλφάβητο. Στην Κροατία υπερείχε το λατινικό, αντανάκλαση της δύναμης της καθολικής εκκλησίας, στη Σερβία το κυριλλικό, έκφραση της δύναμης της ορθόδοξης εκκλησίας. Μετά τον διαχωρισμό, η συσχέτιση μεταξύ αλφαβήτου και εθνικής ομάδας έχει κορυφωθεί, με αποτέλεσμα το κυριλλικό να έχει απομακρυνθεί σχεδόν εντελώς από τα σχολεία της Κροατίας. Τα παραδείγματα μπορούν να πολλαπλασιαστούν σχεδόν επ' αόριστον.
Η δεύτερη διάσταση περιλαμβάνει περιπτώσεις νομοθετικής έκδοσης κειμένων για να νομιμοποιηθούν ενέργειες πολιτικές, κρατικές.
2. Προέλευση γραφής
Η προέλευση της γραφής είναι θέμα που έχει συζητηθεί πολύ. Θα καταλαβαίναμε πολλά για τη φύση των συστημάτων γραφής αν γνωρίζαμε τον λόγο που οδήγησε στη γέννηση της γραφής και αν αποτελούν ατομική ή συλλογική επινόηση. Η επικοινωνιακή άποψη που εκφράζεται στις ιστορίες γραφής, ότι το γράψιμο επινοήθηκε για να αποστέλλονται μηνύματα σε μακρινή απόσταση, δεν είναι πια αποδεκτή. Κάτι τέτοιο θεωρείται παραπροϊόν, αποτελεί μεταγενέστερη χρησιμοποίηση της γραφής. H πρόταση των Daniels και Cooper παραπέμπει σε πρακτική ανάγκη, αν και κατά τρόπο όχι άμεσα αναγνωρίσιμο. Oι πρώτες χρήσεις της γραφής εμφανίζονται για την αναμετάδοση εννοιών που δεν έχουν πρόσφορο και έτοιμο προφορικό ισοδύναμο (π.χ. το αποτέλεσμα του συλλογισμού 5.864.379 επί 9.273.952). Aυτό αποκαλύπτεται από τα πρώτα είδη κειμένων: στη Mεσοποταμία καταγράφονται ποσότητες ζώων, εμφανίζονται κατάλογοι εργατών με διαβάθμιση κατά καθήκον· στην Aμερική αστρονομικές και ημερολογιακές πληροφορίες, έννοιες που δεν μπορούν να ανακληθούν χωρίς να έχουν χρησιμοποιηθεί κάποιας μορφής οπτικά σύμβολα.
(Συνεχίζεται)
Ετικέτες
Γλωσσολογία
Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010
ΟΧΙ στην διδασκαλία της τουρκικής
ΣΤΟΠ, ΣΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ - ΝΑΙ, ΣΤΗΝ ΠΟΜΑΚΙΚΗ!
Άρθρο του φοιτητή Χασάν Κάλφα
("Ζαγάλισα" τεύχος 41, Μάιος 2010)
Η δίγλωσση μειονοτική εκπαίδευση (ελληνικά-τουρκικά), στηριγμένη σε παρωχημένα ελληνοτουρκικά πρωτόκολλα έχει ξεπεραστεί σήμερα από την ίδια την πραγματικότητα και αποτελεί σύστημα αλλοίωσης της εθνοτικής ταυτότητας των Πομάκων πολιτών. Παρά τα κάποια βήματα που έχουν γίνει στο χώρο της διαπολιτισμικής αγωγής, σημαντικά προβλήματα όπως η σχολική διαρροή και οι μαθησιακές δυσκολίες παραμένουν έντονα στα Πομακοχώρια. Οι μαθησιακές δυσκολίες οφείλονται κυρίως στη μη διδασκαλία της μητρικής μας γλώσσας, της Πομακικής.
Η προβληματική ελληνομάθεια των μαθητών σχετίζεται με τα υλικά και τη μέθοδο διδασκαλίας, τη στάση των διδασκόντων, την περιορισμένη χρήση της ελληνικής στο οικείο περιβάλλον των μαθητών αλλά και με άλλους παράγοντες όπως η κοινωνικο-οικονομική διαστρωμάτωση. Για όλα αυτά ευθύνεται η διείσδυση της τουρκικής γλώσσας και κουλτούρας στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις. Ήταν μια επιθυμητή προοπτική για την ελληνική, τη Νατοϊκή και φυσικά την τουρκική πολιτική.
Πηγή: http://www.zagalisa.gr/content/stop-sti-didaskalia-tis-toyrkikis-nai-stin-pomakiki
Ετικέτες
Θράκη,
Παιδεία-Εκπαίδευση,
Πομάκοι
Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010
Αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι
Αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι
Νίκος Παντελίδης (2007) Αν. Καθηγητής Ιστορικο-συγκριτικής Γλωσσολογίας στο Παν/μιο Αθηνών
Προϊστορία και γένεση των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων
Η ελληνική γλώσσα εμφανίζεται από την αυγή της ιστορίας της διασπασμένη σε πολυάριθμες τοπικές παραλλαγές, δηλαδή σε διαλέκτους. Εξαιτίας όμως της έλλειψης επαρκών γραπτών μαρτυριών από την εποχή προ του 8ου π.Χ. αιώνα δεν είναι εύκολο να παρακολουθήσουμε λεπτομερώς και να τοποθετήσουμε χρονικά τη σταδιακή διαδικασία διάσπασης της πρωτοελληνικής (δηλαδή της προϊστορικής αμάρτυρης μορφής της ελληνικής) σε διαλέκτους. Η γλώσσα των μυκηναϊκών κειμένων (1400-1200 π.Χ.) και των ομηρικών επών (8ος π.Χ. αιώνας και παλαιότερα) -στη γλώσσα των οποίων μπορούμε σαφώς να διακρίνουμε δύο διαφορετικές διαλέκτους- καθώς και συγκεκριμένες ενδείξεις οδηγούν πάντως στο συμπέρασμα ότι μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά των διαλέκτων, τα οποία εντοπίζονται σε πηγές των ιστορικών χρόνων, είχαν στο δεύτερο ήμισυ της 2ης π.Χ. χιλιετίας ήδη οδηγήσει στη διαμόρφωση τοπικών παραλλαγών στην ελληνική γλώσσα. Είναι όμως πιθανό ότι την εποχή εκείνη η διαδικασία αυτή δεν είχε προχωρήσει ακόμη τόσο ώστε να μιλάμε ήδη για πλήρως διαμορφωμένες ομάδες διαλέκτων, δηλαδή των κατοπινών ιωνικής, αρκαδικής, αιολικής και δυτικής ελληνικής (σημ. ΔΕΕ: εννοεί την Βορειοδυτική, όπως αλλιώς ονομάζεται). Για παράδειγμα, η ιωνική και η αρκαδική, οι οποίες εμφανίζουν σημαντικά κοινά στοιχεία, πιθανόν δεν είχαν την εποχή εκείνη πλήρως διαμορφωθεί και αποτελούσαν μέρη μίας σε γενικές γραμμές ενιαίας ακόμη διαλέκτου, στην οποία μπορεί να συμπεριληφθεί και η ελληνική των μυκηναϊκών κειμένων. Η διαλεκτική πολυδιάσπαση της (αρχαίας) ελληνικής θεωρείται γενικά προϊόν των πληθυσμιακών μετακινήσεων που έλαβαν χώρα στον ευρύτερο ελλαδικό-αιγαιακό χώρο κατά τη γεωμετρική εποχή (11ος-8ος π.Χ. αι.), αλλά και της αποικιστικής δραστηριότητας των Ελλήνων κατά την αρχαϊκή εποχή (7ος-6ος π.Χ. αι.), όταν τμήματα πληθυσμών του κυρίως ελληνικού χώρου εγκαταστάθηκαν σε πολλές παράκτιες περιοχές της λεκάνης της Μεσογείου και αποκόπηκαν έτσι από την άμεση επικοινωνία με τις μητροπόλεις. Το γεγονός αυτό θα οδήγησε με την πάροδο του χρόνου στην απομάκρυνση των διαλέκτων των αποίκων από τις αντίστοιχες των μητροπόλεων, ενώ ο συχνά μεικτός πληθυσμός των αποικιών (από αποίκους προερχόμενους από διαφορετικές περιοχές δηλαδή) θα οδήγησε σε δημιουργία νέων μεικτών διαλέκτων.
Η κατά τόπους διαφοροποίηση της αρχαίας ελληνικής, και μάλιστα σε μικρή κλίμακα, φαίνεται πως ήταν έντονη, γεγονός που συνδέεται και με τον γεωγραφικό και πολιτικό κατακερματισμό της χώρας. Σε λίγες σχετικά περιπτώσεις διαφαίνεται στις πηγές η σε μικρή κλίμακα κατά τόπους διαφοροποίηση της διαλέκτου μιας ευρύτερης περιοχής. Έτσι, για παράδειγμα, οι σωζόμενες επιγραφές της θεσσαλικής αιολικής αφήνουν να διαφανούν τρεις τοπικές παραλλαγές, ενώ τοπικές διαφορές διαφαίνονται και σε άλλες περιπτώσεις, όπως της βοιωτικής αιολικής, της κρητικής δωρικής κλπ. Σε ό,τι αφορά την αττική διάλεκτο, οι σωζόμενες από διάφορες περιοχές της Αττικής επιγραφές μάς παρουσιάζουν μια ομοιογενή διάλεκτο χωρίς κατά τόπους διαφορές. Το γεγονός αυτό σχετίζεται προφανώς και με τη φύση των (εκτενέστερων) κειμένων της, τα οποία στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι επίσημα κείμενα γραμμένα σε μία «υψηλή» ενιαία μορφή γλώσσας, που απέχει βέβαια από την ομιλούμενη. Από ελάχιστες διαλέκτους διαθέτουμε στοιχεία για πιθανές κοινωνικές τους παραλλαγές και για τα διάφορα γλωσσικά ύφη (επίσημο ύφος, καθημερινό ύφος, χυδαίο ύφος, γλώσσα των γυναικών, παιδική γλώσσα κλπ.). Οι γνώσεις μας περιορίζονται συνήθως στο επίσημο/υψηλό ύφος κάθε διαλέκτου. Στην αρχαία Ελλάδα η τοπική διάλεκτος απολάμβανε το καθεστώς της «επίσημης γλώσσας» της κάθε πόλης, δηλαδή της γλώσσας στην οποία συντάσσονταν τα δημόσια κείμενα. Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει από τον 4ο π.Χ. αι., όπως θα δούμε πιο κάτω. Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι μεταξύ των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων δεν υπήρχαν στεγανά. Αντιθέτως οι διάλεκτοι βρίσκονταν σε μια διαρκή διαδικασία αλληλεπίδρασης.
Κατάταξη, γεωγραφική τοποθέτηση και χαρακτηριστικά των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων
Οι αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι κατατάσσονται συνήθως σε τέσσερις μεγάλες ομάδες: ιωνική, αρκαδική, αιολική και δυτική ελληνική. Κατά καιρούς έχουν βέβαια προταθεί εναλλακτικές ταξινομήσεις.
α. Ιωνική
Πρόκειται για τη διάλεκτο του φύλου των Ιώνων, το οποίο κατά τη 2η π.Χ. χιλιετία φέρεται εγκατεστημένο σε εκτεταμένα τμήματα της νοτιότερης ηπειρωτικής Ελλάδας. Αργότερα απωθήθηκαν ή αφομοιώθηκαν από άλλα φύλα για να περιοριστούν τελικά στην Αττική και την Εύβοια. Εγκαταστάθηκαν επίσης στο μεγαλύτερο μέρος των Κυκλάδων (εκτός των νησιών Ανάφης, Θήρας, Φολεγάνδρου, Μήλου και Κιμώλου), σε τμήμα της Δωδεκανήσου (Πάτμος, Λέρος), στη Σάμο, την Ικαρία και τη Χίο, και τέλος στις απέναντι μικρασιατικές ακτές (Ιωνία) ιδρύοντας αρκετές πόλεις, με σημαντικότερες τη Μίλητο και την Έφεσο. Οι ευβοϊκές πόλεις, και κυρίως η Χαλκίδα και η Κύμη, ανέπτυξαν έντονη αποικιστική δραστηριότητα ιδρύοντας αποικίες στη Χαλκιδική (το όνομα της χερσονήσου προέρχεται από το όνομα της μητρόπολης Χαλκίδας) και στη Μεγάλη Ελλάδα (Κάτω Ιταλία-Σικελία). Ιωνικές αποικίες ιδρύθηκαν επίσης στις ακτές της Μακεδονίας και της Θράκης (Θάσος, Άβδηρα, Μαρώνεια κλπ.), στις νότιες ακτές της Γαλατίας (σημερινής Γαλλίας) με σημαντικότερη τη Μασσαλία, και στις ανατολικές ακτές της Ιβηρικής χερσονήσου και στις ακτές του Ευξείνου Πόντου, όπου κυριάρχησε με την αποικιστική της δραστηριότητα η Μίλητος. Παρακλάδι της ιωνικής είναι η αττική διάλεκτος, η οποία παρά τη σαφή ιωνική καταγωγή της εμφανίζει αρκετές ιδιαιτερότητες που της προσδίδουν ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα στα πλαίσια της ιωνικής ομάδας. Η ιωνική των Κυκλάδων («κεντρική» ιωνική) πλησιάζει περισσότερο τη μικρασιατική («ανατολική») ιωνική, ενώ η ιωνική της Εύβοιας («δυτική» ιωνική) πλησιάζει περισσότερο την αττική.
Μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά της ιωνικής ομάδας είναι: Τροπή του παλαιού μακρού α σε η (= μακρό ε): φᾱ́μα > φήμη, νᾶσος > νῆσος, δᾶμος > δῆμος. Σίγηση του φθόγγου που συμβολιζόταν με το γράμμα F(δίγαμμα): Fέργον > ἔργον, Fοῖκος > οἶκος. Τροπή της συλλαβής τι σε σι: δίδωσι, εἴκοσι, διακόσιοι (αντίστοιχα δωρικά: δίδωτι, Fίκατι, διακάτιοι). Κλίση του πληθυντικού των προσωπικών αντωνυμιών ως εξής: ἡμέες ἡμέων ἡμέας (αττικά με συναίρεση ἡμεῖς ἡμῶν ἡμᾶς). Απαρέμφατα σε -ναι: εἶναι, τιθέναι, λελυκέναι. Τα δύο τελευταία χαρακτηριστικά η ιωνική τα μοιράζεται με την αρκαδική. Ειδικότερα η αττική διάλεκτος εμφανίζει τροπή του διπλού σ σε ττ (θάλαττα, φυλάττω), τροπή του συμπλέγματος ρσ σε ρρ (θάρσος > θάρρος, ἄρσεν > ἄρρεν), συναίρεση των εα, εο, εω σε η,ου, ω αντίστοιχα (γένεα > γένη, φιλέομεν > φιλοῦμεν, γενέων > γενῶν) κλπ.
β. Αρκαδική (και κυπριακή) ή αρκαδοκυπριακή
Η διάλεκτος του φύλου των Αρκάδων. Η διάλεκτος αυτή, η οποία κατά τη μυκηναϊκή εποχή φαίνεται ότι μιλιόταν σε σημαντικά μεγαλύτερη έκταση, με τη λεγόμενη «κάθοδο των Δωριέων» περιορίστηκε στο εσωτερικό της Πελοποννήσου. Αρκαδόφωνοι πληθυσμοί εγκαταστάθηκαν κατά τον 11ο π.Χ. αι. στην Κύπρο, η διάλεκτος της οποίας, παρά τη γεωγραφική αποκοπή της από την Αρκαδία, εμφανίζει σαφή συγγένεια με τη διάλεκτο της τελευταίας. Η κυπριακή διάλεκτος υπήρξε η μόνη αρχαία ελληνική διάλεκτος των ιστορικών χρόνων, η οποία αποδόθηκε γραπτώς όχι όπως οι υπόλοιπες, με κάποια παραλλαγή του ελληνικού αλφαβήτου, αλλά με μια συλλαβογραφική γραφή, ατελή για την απόδοση της ελληνικής γλώσσας, γνωστή ως κυπριακό συλλαβάριο. Η γραφή αυτή συγγενεύει με τη μυκηναϊκή γραμμική Β΄ γραφή και η χρήση της εγκαταλείφθηκε τον 4ο π.Χ. αι. μαζί με τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου στις επιγραφές. Η αρκαδοκυπριακή ομάδα εμφανίζει σημαντικά και παλαιά κοινά στοιχεία με την ιωνική ομάδα, και στενή συγγένεια με την ελληνική των μυκηναϊκών κειμένων, χωρίς να είναι σαφής η ακριβής σχέση μεταξύ τους. Στην αρκαδοκυπριακή ομάδα περιλαμβάνεται συνήθως και η παμφυλιακή, η διάλεκτος των ελληνικών αποικιών της Παμφυλίας στις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας απέναντι από την Κύπρο. Η διάλεκτος αυτή εμφανίζει και δωρικές προσμείξεις. Μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά της αρκαδοκυπριακής είναι: Διατήρηση του παλαιού μακρού α (βλ. πιο πάνω). Διατήρηση του φθόγγου που συμβολίζεται με το F(βλ. πιο πάνω). Οι παλαιοί φθόγγοι *r̥ και *m̥ τράπηκαν σε ορ/ρο και ο αντίστοιχα (αντί αρ/ρα και α): τέτορτος,δέκοτος (αττ. τέταρτος, δέκατος). Τροπή της συλλαβής τι σε σι (π.χ. φέροντι > φέρονσι). Τροπή του ληκτικού ο σε υ (προφ. u): ἄλλυ, γένοιτυ κλπ. Κατάληξη -ής αντί -εύς (ἰερής = ἱερεύς). Κλίση των «συνηρημένων ρημάτων» κατά τα εις -μι (π.χ. πόημι = ποιέω/ῶ). Καταλήξεις της μέσης φωνής -τοι και -ντοι (αντί -ται,-νται, π.χ. κεῖτοι = κεῖται, διαδικάσωντοι = διαδικάσωνται). Απαρέμφατα σε -ναι (βλ. πιο πάνω). Ο σύνδεσμος κάς = καί. Προθέσεις: πός = πρός, ἀπύ = ἀπό, ὀν = άνά κλπ.
γ. Αιολική
Η διάλεκτος του φύλου των Αιολέων, η οποία κατά τους ιστορικούς χρόνους μιλιόταν στη Βοιωτία, τη Θεσσαλία, τη Λέσβο και τις απέναντι μικρασιατικές ακτές (την «Αιολίδα»). Εμφανίζει αρκετά κοινά στοιχεία με την αρκαδική, γι' αυτό και παλαιότερα περιλαμβανόταν από τους επιστήμονες μαζί με την τελευταία σε μια ευρύτερη ομάδα, την οποία ονόμαζαν αχαϊκή. Σήμερα γίνεται γενικά δεκτό ότι πρόκειται για δύο ξεχωριστές ομάδες. Σημαντικά κοινά στοιχεία εμφανίζουν επίσης η βοιωτική και η θεσσαλική αιολική με τις δυτικές ελληνικές διαλέκτους (δηλ. τις δωρικές με την ευρύτερη έννοια). Μερικά από τα χαρακτηριστικά της αιολικής ομάδας είναι: Διατήρηση του παλαιού μακρού α (βλ. πιο πάνω). Οι παλαιοί φθόγγοι *r και *m̥ τράπηκαν σε ορ/ρο και ο αντίστοιχα (αντί αρ/ρα και α): στρότος, βρόχυς,δέκο, ἑκοτόν. Οι παλαιοί χειλοϋπερωικοί φθόγγοι εξελίχθηκαν πριν από πρόσθια φωνήεντα σε χειλικούς (και όχι σε οδοντικούς όπως στην ιωνική και τη δυτική ελληνική): πέτταρες/πέσυρες (αττικά τέτταρες, δωρικά τέτορες = τέσσερις), Βελφοί = Δελφοί, Πετθαλοί/Φετταλοί = Θεσσαλοί, φήρ = θήρ, πέμπε = πέντε. Δοτική πληθυντικού της γ΄ κλίσης σε -εσσι: παίδεσσι = παισί (ὁ παῖς). Κλίση, μόνο στη λεσβιακή και στη θεσσαλική, των «συνηρημένων ρημάτων» κατά τα εις -μι: κάλημι, ἀξίωμι (καλέω/ῶ, ἀξιόω/ῶ). Μετοχή ενεργητικού παρακειμένου σε -ων (γενική -οντος) αντί σε -ώς/ -ότος: ἐπεστᾱ́κοντα = αττ. ἐφεστηκότα. Απαρέμφατα σε -μεν(αι) αντί -ναι (ἦμεν/εἶμεν/ἔμμεν(αι) = εἶναι, τιθέμεν = τιθέναι). Το αριθμητικό ἴα = μία. Προθέσεις: ἀπύ = ἀπό, πεδά = μετά, ὀν = ἀνά κλπ.
δ. Δυτική ελληνική ή δωρική (με την ευρύτερη έννοια)
Η διάλεκτος των Δωριέων, του αρχαίου ελληνικού φύλου, στην κάθοδο του οποίου προς νότο (η «κάθοδος των Δωριέων») αποδίδεται παραδοσιακά η κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού κατά το 12ο π.Χ. αι. Δωριείς εγκαταστάθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου (πλην της Αρκαδίας) και στην περιοχή των Μεγάρων απωθώντας, υποτάσσοντας ή αφομοιώνοντας παλαιότερους ελληνόφωνους πληθυσμούς. Δυτικού τύπου διάλεκτοι μιλιόνταν και σε ολόκληρη την ηπειρωτική βορειοδυτική Ελλάδα (Ήπειρος και σημερινή Στερεά Ελλάδα: Φωκίδα/Δελφοί, Λοκρίδα, Φθιώτιδα, Αιτωλία, Ακαρνανία). Οι τελευταίες περιλαμβάνονται από τους γλωσσολόγους σε μια ιδιαίτερη υποομάδα, την οποία ονομάζουν βορειοδυτική, η οποία εμφανίζει χαρακτηριστικούς αλλά όχι παλαιούς νεωτερισμούς και επομένως θεωρείται ως το αποτέλεσμα νεότερων εξελίξεων. Σε αυτήν περιλαμβάνονται συνήθως και οι διάλεκτοι της Ηλείας και της Αχαΐας. Δωριείς εγκαταστάθηκαν και στην Αίγινα, σε νησιά των Κυκλάδων (Μήλος, Θήρα κλπ.), στα περισσότερα νησιά των Δωδεκανήσων (Ρόδος, Κως, Κάρπαθος κ.ά.) και στην Κρήτη. Επίσης ίδρυσαν αποικίες στην απέναντι από τα Δωδεκάνησα μικρασιατική ακτή (Αλικαρνασσός, Κνίδος κλπ.), στη βόρειο Αφρική (Κυρήνη κλπ.) και τη Μεγάλη Ελλάδα. Ορισμένες δωρικές πόλεις της μητροπολιτικής Ελλάδας, όπως η Κόρινθος, τα Μέγαρα και η Ρόδος, ανέπτυξαν έντονη αποικιστική δραστηριότητα ιδρύοντας πολλές αποικίες κυρίως στις ακτές του Ιονίου και τη Σικελία (Κέρκυρα, Συρακούσες, Γέλα, Σελινούς, Ακράγας κλπ.), ενώ δωρικές αποικίες υπήρξαν η Ποτίδαια στη Χαλκιδική (της Κορίνθου) και το Βυζάντιο, δηλ. η μετέπειτα Κωνσταντινούπολη (των Μεγάρων). Τέλος, διάλεκτο δυτικού τύπου πιθανότατα μιλούσαν και οι Μακεδόνες, αν και τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν ακόμη τη σαφή κατάταξη της μακεδονικής.
Μερικά βασικά χαρακτηριστικά της δυτικής ελληνικής, της συντηρητικότερης από τις ομάδες των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων, είναι: Διατήρηση του παλαιού μακρού α: φᾱ́μᾱ= φήμη, νᾶσος = νῆσος, ἀρχᾱ́ = ἀρχή. Διατήρηση της συλλαβής τι: πρᾱ́σσοντι = πράττουσι, δίδωτι = δίδωσι, διακάτιοι = διακόσιοι. Πληθυντικός του οριστικού άρθρου τοί, ταί (= οἱ, αἱ). Κατάληξη -μες του α΄ προσώπου πληθυντικού των ρημάτων: ἔχομες = ἔχομεν. Αόριστος σε -ξα των ρημάτων σε -ζω: ἐψᾱ́φιξα = ἐψήφισα, ἐκόμιξα = ἐκόμισα. Απαρέμφατα σε -μεν: ἦμεν/εἶμεν = εἶναι, διδόμεν = διδόναι, στᾶμεν = στῆναι, γραφῆμεν = γραφῆναι. Μέλλοντας σε -σέω: δωσέω = δώσω. Διάφορα: πρᾶτος = πρῶτος, τέτορες = τέτταρες, οι αντωνυμίες τύ = σύ και τῆνος = ἐκεῖνος, το δυνητικό μόριο κα = ἄν, η πρόθεση ποτί = πρός κλπ.
Πηγές των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων
Ο βαθμός, στον οποίο γνωρίζουμε τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους ποικίλλει ανάλογα με την περιοχή και συνδέεται προφανώς με τη θέση του γραπτού λόγου σε κάθε τοπική κοινωνία της αρχαίας Ελλάδας, την ισχύ και τη σημασία της καθεμιάς, την πολιτιστική της ανάπτυξη και ακτινοβολία, αλλά πιθανότατα και με άλλους, ιδιαίτερους για κάθε περίπτωση, παράγοντες. Έτσι, ενώ διαθέτουμε ένα ογκώδες σώμα πηγών κάθε είδους για την αττική και τη μικρασιατική ιωνική διάλεκτο, οι γνώσεις μας για άλλες τοπικές διαλέκτους, όπως π.χ. της Ηπείρου ή πολλών νησιών είναι από ανύπαρκτες έως πολύ περιορισμένες. Επίσης σε λίγες σχετικά περιπτώσεις (π.χ. αττική, λακωνική δωρική, βοιωτική αιολική) διαθέτουμε επαρκείς πηγές από διάφορες εποχές ώστε να παρακολουθήσουμε μέσα από αυτές την εξέλιξη μιας τοπικής διαλέκτου διαμέσου των αιώνων.
Τις γνώσεις μας για τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους αντλούμε κυρίως από τις εξής πηγές:
α. Επιγραφές: Η αμεσότερη, αυθεντικότερη και πολυτιμότερη πηγή για τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους και την εξέλιξή τους. Για ορισμένες μάλιστα διαλέκτους, όπως π.χ. η αρκαδική ή η μεσσηνιακή δωρική, αποτελούν τη μοναδική σχεδόν (ή την κυριότερη) πηγή πληροφοριών. Είναι χαραγμένες σε πέτρα, μέταλλο, μάρμαρο και αγγεία και έχουν ποικίλο περιεχόμενο, που ως ένα βαθμό καθορίζει και τη γλωσσική τους μορφή. Με τις ορθογραφικές διακυμάνσεις τους μπορούν να μας παράσχουν πολύτιμες πληροφορίες για την προφορά της διαλέκτου που καταγράφουν.
β. Τα αρχαία λογοτεχνικά κείμενα: Ολόκληρη η γραμματεία της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής είναι γραμμένη σε κάποια αρχαία ελληνική διάλεκτο, γεγονός που συνδέεται με την απουσία μέχρι τον 4ο π.Χ. αι. (γραπτής και προφορικής) «κοινής» ή «επίσημης» γλώσσας-προτύπου για ολόκληρο τον ελληνόφωνο κόσμο, στην οποία θα συντάσσονταν τα πάσης φύσεως γραπτά κείμενα (επίσημα, λογοτεχνικά κ.ά.). Έτσι τα λογοτεχνικά κείμενα, με όλα τα γνωστά στη φιλολογική επιστήμη προβλήματα παράδοσης των κειμένων, αναδεικνύονται σε σημαντική πηγή για τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους. Τα λογοτεχνικά κείμενα γενικά συντάσσονταν σε ιδιαίτερη για κάθε λογοτεχνικό είδος μορφή γλώσσας και όχι στη μητρική γλώσσα του συγγραφέα/ποιητή (εκτός βέβαια από τις περιπτώσεις που αυτές συνέπιπταν). Η γλωσσική μορφή του κάθε λογοτεχνικού είδους [video 2: Ο. Δ. Ν. Μαρωνίτης μιλάει για τις λογοτεχνικές διαλέκτους• "Βαβυλωνία" Channel X]. είχε γενικά ως βάση μία από τις μεγάλες διαλεκτικές ομάδες της αρχαίας ελληνικής (π.χ. ιωνική, δωρική), συνήθως χωρίς συγκεκριμένο τοπικό χρώμα (π.χ. δωρική της Κορίνθου), περιλάμβανε όμως και προσμείξεις από άλλες διαλέκτους, και ανάλογα με το είδος της ποίησης, από στοιχεία της ιδιαίτερης μητρικής τοπικής διαλέκτου του ποιητή. Π.χ. ο σπαρτιάτης ελεγειακός ποιητής Τυρταίος (7ος π.Χ. αι.) έγραψε τις ελεγείες του στην καθιερωμένη για το είδος αυτό (ομηρική) ιωνική διάλεκτο ανάμεικτη με στοιχεία της μητρικής του δωρικής διαλέκτου της Σπάρτης.
γ. Οι γραμματικοί της αλεξανδρινής και ρωμαϊκής εποχής στα πλαίσια της φιλολογικής ενασχόλησής τους με τα κείμενα της παλαιότερης γραμματείας, πολλά από τα οποία ήταν γραμμένα σε διαλέκτους εκτός της Αττικής, μας διέσωσαν σε διάφορα έργα τους πολύτιμες πληροφορίες για τις διαλέκτους. Πολλά από τα γλωσσικά στοιχεία που μας διέσωσαν προέρχονται από κείμενα που δεν διασώθηκαν ως τις μέρες μας. Έτσι σε γραμματικούς, όπως π.χ. τον Απολλώνιο τον Δύσκολο (2ος μ.Χ. αι.) οφείλουμε τις πληροφορίες μας σχετικά με τον ιδιόρρυθμο τονισμό της δωρικής διαλέκτου, ενώ επίσης σε γραμματικούς όπως ο Ηρωδιανός (2ος μ.Χ. αι.) οφείλουμε την πληροφορία σχετικά με τη «βαρυτονία» (μέρους) της αιολικής ομάδας, δηλαδή την τάση της για απομάκρυνση του τόνου από τη λήγουσα όσο το επιτρέπουν οι τονικοί κανόνες της αρχαίας ελληνικής (π.χ. γύναικες, πόταμος κλπ.). Τα παραπάνω στοιχεία θα ήταν αδύνατο να φτάσουν ως εμάς μέσω των επιγραφών, αφού στο αρχαίο ελληνικό σύστημα γραφής δεν γινόταν χρήση τονικών σημείων. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το Λεξικό του γραμματικού και λεξικογράφου Ησύχιου του Αλεξανδρέως (5ος μ.Χ. αι.). Το πολύτιμο αυτό έργο περιέχει πλήθος λέξεων και (εκ)φράσεων από την αρχαία ελληνική γραμματεία διασώζοντας και πολλά στοιχεία από τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους. Η συμβολή του στη γνώση των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων είναι σημαντική.
Παρακμή και υποχώρηση των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων
Οι αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι από τον 4ο π.Χ. αι. βαθμιαία υποχώρησαν και τελικά εξαφανίστηκαν και αντικαταστάθηκαν από την αλεξανδρινή κοινή, τη μορφή δηλαδή της ελληνικής γλώσσας, η οποία κυριάρχησε στον ελληνικό κόσμο από τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. και βασίστηκε σε μια μορφή της αττικής διαλέκτου εμπλουτισμένη με στοιχεία από την άμεση συγγενή της, την ιωνική. Τη μακραίωνη αυτή διαδικασία μπορούμε να τη φανταστούμε ανάλογη εν πολλοίς με τη διαδικασία η οποία βρίσκεται σήμερα εν εξελίξει και οδηγεί στην εξαφάνιση των τοπικών παραλλαγών της νέας ελληνικής και την αντικατάστασή τους από μια σε σημαντικό βαθμό ενιαία μορφή γλώσσας, την οποία ονομάζουμε κοινή νεοελληνική. Ήδη από τα τέλη του 5ου π.Χ. αι. κάνουν την εμφάνισή τους σε επιγραφές της ιωνικής αττικά στοιχεία, τα οποία πυκνώνουν κατά τη διάρκεια του 4ου π.Χ. αι. Τον 3ο π.Χ. αι. η ιωνική αντικαθίσταται πλήρως στον γραπτό λόγο από την αλεξανδρινή κοινή. Ακολουθούν, νωρίτερα ή αργότερα, και οι υπόλοιπες διάλεκτοι. Αρκετές από αυτές, όπως π.χ. η λακωνική δωρική ή η δωρική της Ρόδου εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται στις επιγραφές μέχρι και στη ρωμαϊκή αυτοκρατορική εποχή (δηλαδή στους πρώτους μ.Χ. αιώνες). Στον προφορικό λόγο η διαδικασία αυτή, όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, προχώρησε με πιο αργούς ρυθμούς. Οι διάλεκτοι εξακολούθησαν να μιλιούνται και ύστερα από την παύση της χρήσης τους στον γραπτό λόγο, έστω και πολύ επηρεασμένες πλέον από την αλεξανδρινή κοινή. Είναι επίσης σχεδόν βέβαιο ότι η αντικατάσταση των διαλέκτων ολοκληρώθηκε νωρίτερα στις πόλεις και πιο αργά στην ύπαιθρο. Οι σημερινές διάλεκτοι και τα ιδιώματα της ελληνικής -με εξαίρεση την τσακωνική- δεν ανάγονται στις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους αλλά έχουν τις ρίζες τους στην κατά τόπους διαφοροποίηση της αλεξανδρινής κοινής και της μεσαιωνικής (βυζαντινής) ελληνικής, οι οποίες με τη σειρά τους κατάγονται, όπως είδαμε, από την αρχαία αττική διάλεκτο. Ποικίλα κατάλοιπα πάντως των αρχαίων διαλέκτων διασώθηκαν μέχρι σήμερα σε νεοελληνικές διαλέκτους και ιδιώματα κυρίως σε τοπωνύμια και μεμονωμένα λεξιλογικά στοιχεία.
Βιβλιογραφία
1. Buck, C.D. 1955. The Greek Dialects. Chicago: The University of Chicago Press.
2. Hodot, R. 2000. Αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι και νεοελληνικές διάλεκτοι. Στο Η ελληνική γλώσσα και οι διάλεκτοί της, επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης et al., 29-34. Αθήνα: Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων & Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
3. Hoffmann, O. & Α. Scherer. 1994. Ιστορία της ελληνικής γλώσσας. 1oς τόμ: Ως το τέλος της κλασικής εποχής. Μτφρ. Χ. Π. Συμεωνίδης. Θεσσαλονίκη: Α/φοί Κυριακίδη.
4. Χόρροκς, Τζ. 2006. Ελληνικά: Ιστορία της γλώσσας και των ομιλητών της. Εισαγωγή-μετάφραση M. Σταύρου & M. Τζεβελέκου. Αθήνα: Εστία. Τίτλος πρωτοτύπου Greek: A History of the Language and its Speakers(Λονδίνο & Νέα Υόρκη: Longman, 1997)
5. Κοπιδάκης, Μ. Ζ., επιμ. 1999. Ιστορία της ελληνικής. Αθήνα: ΕΛΙΑ.
6. Μαγουλάς, Γ. 1997. Αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι. Στο Ελλάς: Η ιστορία και ο πολιτισμός του ελληνικού έθνους μέχρι σήμερα, 71-80, 1ος τόμ. του Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα. Αθήνα: Πάπυρος.
7. Μπαμπινιώτης, Γ. 2002. Συνοπτική ιστορία της ελληνικής γλώσσας. 5η έκδ. Αθήνα.
8. Χριστίδης, Α.-Φ. επιμ., 2001. Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη].
Πηγή: http://www.greek-language.gr/greekLang/studies/history/thema_07/index.html
Ετικέτες
Γλωσσολογία,
Ελληνική γλώσσα
Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010
Εγκληματίας πολέμου ο πρωθυπουργός του Κοσσόβου;
Για εγκλήματα πολέμου και εμπόριο οργάνων
κατηγορείται ο Χ. Θάτσι
Ενώπιον των μελών της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης θα παρουσιαστεί, σήμερα, η έκθεση που συνέταξε ο ειδικός εισηγητής του Συμβουλίου της Ευρώπης, Ντικ Μάρτι και στην οποία ο πρωθυπουργός του Κοσόβου, Χασίμ Θάτσι κατηγορείται ότι υπήρξε επικεφαλής εγκληματικής οργάνωσης διακίνησης όπλων, ναρκωτικών και ανθρωπίνων οργάνων.
Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση θα συνεδριάσει, σήμερα, στο Παρίσι και στη συνέχεια αναμένεται να παραχωρηθεί συνέντευξη Τύπου από τον κ. Μάρτι. Στην περίπτωση που υιοθετηθεί η έκθεση του κ. Μάρτι, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης θα συζητήσει το θέμα στην επόμενη συνάντησή της, στις 25 Ιανουαρίου 2011.
Ο ειδικός εισηγητής του Συμβουλίου της Ευρώπης Ντικ Μάρτι -που συνέταξε την έκθεση- τονίζει ότι, ειδική μονάδα του Απελευθερωτικού Στρατού του Κοσόβου (UCK), της οποίας ηγείτο ο Χασίμ Θάτσι, ενεπλάκη, στη διάρκεια των συγκρούσεων στο Κόσοβο, σε οργανωμένο έγκλημα κυρίως σε θέματα εμπορίας ανθρώπινων οργάνων.
Σύμφωνα με τον κ. Μάρτι, η έκθεση περιλαμβάνει στοιχεία από πηγές τις υπηρεσιών πληροφοριών του ΝΑΤΟ και τουλάχιστον τεσσάρων χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ιταλίας, της Ελλάδας, της Γερμανίας και της Βρετανίας.
Οι υπηρεσίες πληροφοριών και ασφαλείας του ΝΑΤΟ και των τεσσάρων χωρών-μελών της Ε.Ε. «αναφέρουν συνεχώς το όνομα του κ. Θάτσι και συνεργατών του, ως ‘‘παίκτες-κλειδιά’’ σε δομές οργανωμένου εγκλήματος στο Κόσοβο» υπογραμμίζεται στην έκθεση.
Ο κ. Μάρτι κατηγορεί τον κ. Θάτσι ότι «προσωπικά διέταξε - και σε ορισμένες περιπτώσεις επέβλεψε - δολοφονίες, κρατήσεις, ξυλοδαρμούς και ανακρίσεις» Σέρβων αιχμαλώτων στη διάρκεια του πολέμου στο Κόσοβο και έπειτα από τη λήξη του πολέμου, ο κ. Θάτσι και οι συνεργάτες του έκαναν «ξέπλυμα χρημάτων», ασχολήθηκαν με λαθρεμπόριο τσιγάρων και εμπορία ανθρώπων.
«Λαμβάνουμε υπόψη μας, αυτές τις κατηγορίες σοβαρά, αλλά προσκαλούμε τον κ. Μάρτι να διαβιβάσει τα στοιχεία στην EULEX», δήλωσε η εκπρόσωπος της εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής Κάθριν Άστον, Μάγια Κοτσίγιανσιτς.
Στην ίδια έκθεση τονίζεται ότι «πολλά στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι όργανα αφαιρέθηκαν από κάποιους φυλακισμένους και μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό για να χρησιμοποιηθούν για μεταμοσχεύσεις».
Μάλιστα, σύμφωνα με την έκθεση, η ομάδα του Θάτσι μετέφερε στην Αλβανία Σέρβους αιχμαλώτους, όπου τους δολοφονούσαν και τους έπαιρναν τα όργανα.
Για περισσότερες πληροφορίες και ενημέρωση για το γενικότερο ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου (Κόσσοβο) προτρέπουμε τους αναγνώστες να διαβάσουν την ανάρτησή μας "Kossova: Το κράτος-μαφία" http://ethnologic.blogspot.com/2010/04/kossova.html και τις συγκλονιστικές αποκαλύψεις γι το τι ακριβώς συμβαίνει εκεί.
ΔΕΕ
Ετικέτες
Βαλκάνια,
Επικαιρότητα
Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010
Περί εξωτερικής πολιτικής
Η "μεγάλη" Αλβανία!
Η εξωτερική πολιτική ως φιλανθρωπία
ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ
Δικηγόρος - Επ. καθηγητής Διεθνούς Δικαίου
«Έθνος» 11/12/2010
Την άνοιξη του 2009 Ελλάδα και Αλβανία υπέγραψαν μία συμφωνία για την οριοθέτηση των μεταξύ τους θαλάσσιων ζωνών στο Ιόνιο. Η συμφωνία αποτελεί, χωρίς υπερβολή, πρότυπο θαλάσσιας οριοθέτησης. Οι δύο χώρες μπορούσαν να είναι απολύτως ικανοποιημένες από το τελικό και ισοβαρές αποτέλεσμα.
Η αλβανική κυβέρνηση, όμως, επέλεξε να ακολουθήσει άλλες ατραπούς. Εγκλωβίστηκε σε αντιπολιτευτική διαμάχη και παρέπεμψε τη συμφωνία στο αλβανικό ανώτατο δικαστήριο. Το τελευταίο έκρινε τη συμφωνία ως αντισυνταγματική. Το βασικό του εύρημα ήταν ότι η αλβανική αντιπροσωπεία, που προχώρησε στις διαπραγματεύσεις, δεν είχε τη σχετική εξουσιοδότηση! Αρκετά σημεία της επιχειρηματολογίας του αλβανικού δικαστηρίου μοιάζουν να έχουν βγει από τουρκική ρηματική διακοίνωση για το νομικό καθεστώς του Αιγαίου. Είναι προφανές ότι η τουρκική πλευρά είχε το μερίδιό της στην αποκαθήλωση μίας συμφωνίας που θα συνιστούσε προηγούμενο για τις θαλάσσιες οριοθετήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Έκτοτε η Αθήνα αντιμετωπίζει αμήχανα το θέμα. Ενδεικτικό είναι ότι η σχετική συμφωνία δεν έχει ακόμη κατατεθεί προς κύρωση στην ελληνική Βουλή. Τα πράγματα, βεβαίως, είναι απλά. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε αποκλειστικώς από την αλβανική πλευρά. Η Ελλάδα πρέπει να απαιτήσει από την Αλβανία να τιμήσει την υπογραφή της. Είναι παντελώς αδιάφορο για την Αθήνα το εσωτερικό ζήτημα εξουσιοδότησης της αλβανικής αντιπροσωπείας. Οι δύο χώρες υπέγραψαν μία διεθνή συμφωνία. Δεν ασκήθηκε βία ή απειλές προκειμένου τα δύο κράτη να πειστούν για να υπογράψουν. Ούτε τα πραγματικά και νομικά δεδομένα της οριοθετημένης θαλάσσιας περιοχής έχουν μεταβληθεί για να τίθεται θέμα επαναδιαπραγμάτευσης της υπογραφείσας συμφωνίας.
Έκτοτε η Αθήνα αντιμετωπίζει αμήχανα το θέμα. Ενδεικτικό είναι ότι η σχετική συμφωνία δεν έχει ακόμη κατατεθεί προς κύρωση στην ελληνική Βουλή. Τα πράγματα, βεβαίως, είναι απλά. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε αποκλειστικώς από την αλβανική πλευρά. Η Ελλάδα πρέπει να απαιτήσει από την Αλβανία να τιμήσει την υπογραφή της. Είναι παντελώς αδιάφορο για την Αθήνα το εσωτερικό ζήτημα εξουσιοδότησης της αλβανικής αντιπροσωπείας. Οι δύο χώρες υπέγραψαν μία διεθνή συμφωνία. Δεν ασκήθηκε βία ή απειλές προκειμένου τα δύο κράτη να πειστούν για να υπογράψουν. Ούτε τα πραγματικά και νομικά δεδομένα της οριοθετημένης θαλάσσιας περιοχής έχουν μεταβληθεί για να τίθεται θέμα επαναδιαπραγμάτευσης της υπογραφείσας συμφωνίας.
Θα περίμενε κανείς ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη θα δημιουργούσε ψυχρότητα στις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Ουδέν αναληθέστερον. Η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει γίνει σταυροφόρος της ένταξης των δυτικών Βαλκανίων, περιλαμβανομένης και της Αλβανίας, στην Ευρωπαϊκή Ενωση το 2014. Το αυτονόητο μίνιμουμ για μια τέτοια υποστήριξη θα έπρεπε να είναι η απαίτηση να μην υπάρχουν στις ελληνοαλβανικές σχέσεις τέτοια σοβαρά προβλήματα.
Στις 8 Νοεμβρίου 2010 προχωρήσαμε ένα βήμα πιο πέρα. Συναινέσαμε στο Συμβούλιο υπουργών της ΕΕ να καταργηθεί η απαίτηση προξενικής θεώρησης (βίζα) για τους κατοίκους της Αλβανίας. Οι Αλβανοί θα μπορούν να μπαίνουν ελεύθερα στις χώρες-μέλη της ΕΕ. Ο πρόεδρος της χώρας τη χαρακτήρισε ως το τρίτο σημαντικότερο επίτευγμα μετά την ανεξαρτησία της χώρας το 1913 και την απαλλαγή από το κομμουνιστικό καθεστώς το 1992.
Η Αθήνα δεν συνέδεσε την κατάργηση της βίζας με την ολοκλήρωση της συμφωνίας για την υφαλοκρηπίδα. Μία εξαιρετική ευκαιρία χάθηκε. Στην Τουρκία δεν ασκούμε πιέσεις διότι, υποτίθεται ότι, λόγω νοοτροπίας είναι αναποτελεσματικές. Στην Αλβανία γιατί δεν χρησιμοποιήσαμε αυτήν την εξαιρετική συγκυρία;
Το ΥΠΕΞ δεν είναι μη κυβερνητική οργάνωση που σπεύδει να διορθώσει τις αδικίες αυτού του κόσμου. Η εξωτερική πολιτική καθορίζεται από τα εθνικά συμφέροντα και όχι από φιλανθρωπία. Μην απορούμε πλέον όταν διαπιστώνουμε ότι «ανεπαισθήτως» έχουν σηκωθεί «μεγάλα και υψηλά τριγύρω μας τείχη».
Το ΥΠΕΞ δεν είναι μη κυβερνητική οργάνωση που σπεύδει να διορθώσει τις αδικίες αυτού του κόσμου. Η εξωτερική πολιτική καθορίζεται από τα εθνικά συμφέροντα και όχι από φιλανθρωπία. Μην απορούμε πλέον όταν διαπιστώνουμε ότι «ανεπαισθήτως» έχουν σηκωθεί «μεγάλα και υψηλά τριγύρω μας τείχη».
Σημ. ΔΕΕ: Οι επισημάνσεις είναι δικές μου και δεν υπήρχαν στο αρχικό κείμενο.
Ετικέτες
Εθνικές διεκδικήσεις,
Παρακμή,
Πολιτικά ατοπήματα
Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010
Ευχές
Αντί καρτών και τυπικών ευχών, για τις γιορτές των Χριστουγέννων και του καινούργιου χρόνου, επιτρέψτε μας να μοιραστούμε μαζί σας την ακόλουθη προσ-Ευχή:
Μια µη αιρετική Προσευχή για κάθε θρησκεία
Εκεί όπου η σκέψη είναι άφοβη και το κεφάλι στέκει ψηλά.
Εκεί όπου η γνώση είναι λεύτερη.
Εκεί όπου ο κόσµος δεν έχει κομματιαστεί από τους στενούς τοίχους των σπιτιών.
Εκεί όπου οι λέξεις πηγάζουν
απ' τα βάθη της αλήθειας.
Εκεί όπου ακάµατη η προσπάθεια απλώνει τα χέρια προς την τελειότητα.
Εκεί όπου το καθαρό ρυάκι της λογικής; δεν έχει χάσει το δρόµο του στην άγονη έρηµο της νεκρής συνήθειας.
Εκεί όπου ο Νους οδηγηµένος από Σένα σε διαρκώς ευρύτερη σκέψη
και καρποφόρο δράση.
Σ' αυτόν τον Ουρανό της Λευτεριά. βοήθησε πατέρα, ν' αναστηθεί
η πατρίδα µου.
Αυτή είναι η προσευχή µου σε Σένα Κύριε.
Χτύπα, χτύπα στη ρίζα κάθε μικροπρέπεια στην καρδιά µου
Δώσ' µου τη δύναµη ν' αποδέχοµαι ελαφρά τις χαρές και τις λύπες.
Δώσ' µου τη δύναµη να προσφέρω και να υπηρετώ µόνον
απ' αγάπη.
Δώσ' µου τη δύναµη να µην εγκαταλείψω ποτέ τους φτωχούς και να µη λυγίσω ποτέ τα γόνατα µπροστά στην αλαζονεία των ισχυρών.
Δώσ' µου τη δύναµη να υψώνω την σκέψη µου πάνω απ' τις καθηµερινές µικρότητες.
Κι' ακόµα δώσ' µου τη δύναµη να υποτάξω τη δύναµή µου, µε αγάπη, στην δικιά ΣΟΥ θέληση.
R. Τagor
Μετάφραση από τα αγγλικά:
Αλκίνοος Ιονικός
Για το Κέντρο UNESCO του Ιονίου Γ. Ι. Σκλαβούνος
Εθν. Οδός Κερκύρας-Λευκίμμης 3Ο χιλ. Τ.Κ 49100 Κέρκυρα
Τηλ.-Φαξ: 2661031505/Κιν. 6972319970
e-mail : georgesklavounos@gmail.com
Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010
ΤΑ ΛΕΞΙΚΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ (6)
«TO ΠPΩTON BIBΛION EKAΣTOY EΘNOYΣ»
Γ. Μπαμπινιώτης(συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)
TO ΛEΞIKO TOY ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ
Σταθμός στη νεοελληνική λεξικογραφία είναι το Λεξικὸν τῆς Nέας Ἑλληνικῆς γλώσσης, καθαρευούσης καὶ δημοτικῆς, καὶ ἐκ τῆς Nέας Ἑλληνικῆς εἰς τὴν Ἀρχαίαν τού καθηγητή τής κλασικής φιλολογίας Ιωάννη Σταματάκου (1896-1968). ΄Εχοντας υπηρετήσει στο Ιστορικό Λεξικό τής Ακαδημίας Αθηνών, έχοντας εργασθεί στο Λεξικό τού Δημητράκου και έχοντας συνείδηση των πραγματικών αναγκών τού εκπαιδευτικού και τού μαθητή (από τη θητεία του στη Μ. Εκπαίδευση), ο Σταματάκος συνέταξε δύο λεξικά ευρύτερης και σήμερα χρήσεως: το Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης και το μνημονευθέν λεξικό τής Νέας Ελληνικής.
Tο Λεξικό τής αρχαίας εξέδωσε ο Σταματάκος το 1949. Ως πρότυπο για το Λεξικό αυτό φαίνεται ότι είχε το «Μικρό Liddell-Scott», ενώ για την ετυμολογία των λέξεων τής αρχαίας πρέπει να βασίστηκε στο «Dictionnaire etymologique de la langue grecque» (1916) τού E. Boisacq και στο Λεξικό τής αρχαίας των Liddell-Scott. Ωστόσο, εκεί που αξιοποιήθηκε πλήρως η λεξικογραφική πείρα και αίσθηση τού Σταματάκου, ήταν το τρίτομο Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς (α΄ τόμ. 1952, β΄ τόμ. 1953, γ΄ τόμ. 1955). Μολονότι στη διαμάχη για το γλωσσικό ζήτημα ο Σταματάκος ήταν υποστηρικτής τής λόγιας γλώσσας, είχε βαθύτατη γνώση τής δημοτικής και μάλιστα τής γνήσιας λαϊκής μας γλώσσας, όπως αποδεικνύεται από τα οικεία λήμματα και από την όλη αξιοποίηση (σε ερμηνεύματα, συνώνυμα, παροιμίες κ.λπ.) τής δημοτικής στο Λεξικό. Tο Λεξικό τού Σταματάκου μαζί με το Λεξικό τής Πρωίας ήταν για πολλά χρόνια τα κύρια έργα αναφοράς κατά την αναζήτηση πληροφοριών για τη σημασία και τη χρήση λέξεων τής Ν. Ελληνικής, καθαρεύουσας και δημοτικής. Σε σχέση με το Λεξικό τής Πρωίας, το έργο τού Σταματάκου, και ως νεότερο έργο (συντάχθηκε 20 χρόνια αργότερα) και ως έργο ανδρός εμπείρου στη λεξικογραφική τέχνη, είναι πλουσιότερο.
Η δομή τού Λεξικού τού Σταματάκου ακολουθεί τα σύγχρονά του ξένα λεξικά. ΄Εχουν ενισχυθεί πολύ τα παραδείγματα χρήσεως των λέξεων και σε πολύ μεγάλο βαθμό η παράθεση συνωνύμων και αντιθέτων123, επιπλέον δε ο Σταματάκος, ως κλασικός φιλόλογος, δίνει σε κάθε λήμμα τις λέξεις που χρησιμοποιούνταν στην αρχαία Ελληνική για να δηλώσουν την αντίστοιχη λέξη. Επίσης, έχουν πυκνώσει περισσότερο σε αυτό το Λεξικό λέξεις και σημασίες (μαζί με τις ενδείξεις τους) που προέρχονται από διαφόρους κλάδους τής επιστήμης. Tο Λεξικό τού Σταματάκου εκδόθηκε στα χρόνια που το γλωσσικό ζήτημα βρίσκεται σε έξαρση (μετά τον Εμφύλιο). Στα ερμηνεύματα των λημμάτων ακολουθεί την επίσημη γραφομένη γλώσσα, την καθαρεύουσα, έχει, ωστόσο, περιλάβει στο λεξικό του πλήθος λημμάτων και φράσεων από τη δημοτική με εύστοχη περιγραφή τής σημασίας τους, που αφήνει να φανεί ο πλούτος τής προφορικής Ελληνικής. Tο Λεξικό τού Σταματάκου, με την ποιότητα και την πληρότητά του, απετέλεσε πηγή υλικού για επόμενα ερμηνευτικά λεξικά.
ΠPOΣΦATA ΛEΞIKA
Δοθέντος ότι τα κύρια ερμηνευτικά λεξικά τής Νέας Ελληνικής έδιναν τα ερμηνεύματά τους σε καθαρεύουσα γλώσσα και ότι μεσολάβησε το μείζον γεγονός τής καθιέρωσης τής δημοτικής ως επίσημης γλώσσας (1976) και τής καθιέρωσης τού μονοτονικού (1982), σε συνδυασμό με το γεγονός τής ραγδαίας εξέλιξης τής επιστήμης και τής τεχνολογίας που εισήγαγαν πλήθος νέων λέξεων, τα τελευταία είκοσι έτη υπήρξε έντονη η ανάγκη τής σύνταξης λεξικών που να ικανοποιούν τις νέες γλωσσικές ανάγκες. Έτσι, κυρίως στη δεκαετία τού ’80 εκδόθηκαν αρκετά λεξικά τής Νεοελληνικής σε δημοτική γλώσσα και με μονοτονικό σύστημα, που ενίσχυσαν τη νεοελληνική λεξικογραφία. Tα λεξικά αυτά, περισσότερο ή λιγότερο, αξιοποίησαν το υλικό των σημαντικών λεξικών που προηγήθηκαν (Ιστορικό Λεξικό, Λεξικό Δημητράκου, Λεξικό Πρωίας, Λεξικό Σταματάκου), διαφοροποιήθηκαν από αυτά εξ ορισμού (ως λεξικά τής δημοτικής, με ερμηνεύματα στη δημοτική και με εφαρμογή τού μονοτονικού συστήματος) και προσέφεραν τη δική τους το καθένα συμβολή. Από τα λεξικά τής δεκαετίας τού ’80 άξια ιδιαίτερης μνείας είναι, κατά τη γνώμη μας, Tο μεγάλο λεξικό τής νεοελληνικής γλώσσας124 τού Δ. Γεωργοπαπαδάκου και άλλων φιλολόγων (Εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία), το Υπερλεξικό τής νεοελληνικής γλώσσας125 σε 6 τόμους που φθάνουν συνολικά περίπου τις 3.000 σελίδες (Εκδόσεις Παγουλάτου) και το επίτομο Ελληνικό λεξικό που εξέδωσαν οι Tεγόπουλος και Φυτράκης126. Tο Υπερλεξικό διακρίνεται για το ότι παρέχει συχνά στα παραδείγματά του χρήσεις από τη γλώσσα τής νεοελληνικής λογοτεχνίας, ενώ το λεξικό των Tεγόπουλου-Φυτράκη παράλληλα με τα πολύ περιεκτικά και προσεγμένα λήμματά του είναι το πρώτο από τα νεότερα λεξικά που περιέλαβε ένα ζωντανό και εκσυγχρονισμένο λημματολόγιο, απομακρύνοντας λέξεις που με τον καιρό έπαψαν να χρησιμοποιούνται, αλλά που εξακολουθούν να βρίσκονται στα λεξικά127. Πρόσφατα (1995) εκδόθηκε το Νέο ελληνικό λεξικό: Λεξικό τής σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας τού καθηγ. Εμμ. Κριαρά. Tο λεξικό αυτό, στο κρίσιμο πεδίο των ερμηνευμάτων, που αποτελεί και τη «λυδία λίθο» κάθε λεξικού, ξεχωρίζει ως προς την ευστοχία των ερμηνευμάτων και την πληρότητα στην επεξεργασία των χρήσεων κάθε λήμματος. Ο καθηγητής Κριαράς, έχοντας θητεύσει στο Μεσαιωνικό Αρχείο τής Aκαδημίας Aθηνών και έχοντας συνεργαστεί στη σύνταξη τού Λεξικού τού Δημητράκου, ανέλαβε και το ηράκλειο έργο τής σύνταξης τού Λεξικού τής μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας (1100-1669). Πρόκειται για ένα εκτενές επιστημονικό λεξικογραφικό έργο, «έργο ζωής», που καλύπτει ιστορικώς σημαντικό τμήμα τής μεσαιωνικής ελληνικής γλώσσας, ενώ συγχρόνως δίνει μια καλή εικόνα τής νεοελληνικής γλώσσας από τότε που άρχισε να χρησιμοποιείται η απλούστερη γλώσσα σε κείμενα τής εποχής (δηλ. από το 1100 μ.Χ)128. Tο έργο άρχισε να εκδίδεται το 1969 (ο α΄ τόμος) και ήδη βρίσκεται κοντά στην ολοκλήρωσή του129.
Πολύ καλό και σε πολλά λήμματα εξαιρετικό είναι το Λεξικό τής Kοινής Nεοελληνικής που εξέδωσε το Iνστιτούτο Nεοελληνικών Σπουδών («Ίδρυμα Mανόλη Tριανταφυλλίδη») στα τέλη τού 1998. O πλούτος των λημμάτων, η σημασιολογική επεξεργασία (ορισμοί – παραδείγματα – χρήσεις) και η έγκυρη ετυμολόγηση, καθιστούν πολύτιμο (ιδίως για τον ειδικό ερευνητή) το συλλογικό αυτό έργο, που και εξωτερικά (σχήμα, μορφή κ.λπ.) μιμείται πιθανόν το Λεξικό τής Aρχαίας Eλληνικής των Liddell-Scott-Jones. Ωστόσο, η σωρευτική παράθεση πληροφοριών που δεν διακρίνονται μεταξύ τους εμφανώς (τεχνικά, μορφικά και οπτικά), ο περιττός (για τον Έλληνα αναγνώστη) φόρτος με πληροφορίες προφοράς (η οποία είναι προβλέψιμη από τους φωνολογικούς κανόνες τής Eλληνικής), η μη ετυμολόγηση χιλιάδων λέξεων τής N. Eλληνικής με απλή δήλωση τής αρχαίας τους προέλευσης, η έλλειψη γλωσσικών σχολίων που λύνουν απορίες τού αναγνώστη και η ατολμία τού Λεξικού στην ορθογράφηση ορισμένων λέξεων και στο να περιλάβει λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούν πολλοί νεότερης ηλικίας ομιλητές τής σύγχρονης Eλληνικής κ.ά. διαφοροποιούν σημαντικά το έργο αυτό ως προς τη δομή, τη φυσιογνωμία και τους σκοπούς τού παρόντος Λεξικού.
Tελειώνοντας τη σύντομη αυτή θεώρηση τής νεοελληνικής λεξικογραφίας, είναι σκόπιμο να αναφερθούμε επιλεκτικά σε μερικά ακόμη λεξικά, που δεν ανήκουν στα ερμηνευτικά λεξικά, αλλά ενδιαφέρουν τον μελετητή τής λεξικογραφικής καταγραφής τής Νέας Ελληνικής. Στην κατηγορία αυτή ανήκει πρώτα απ’ όλα το εννοιολογικό λεξικό τού Θεολόγου Βοσταντζόγλου.
_______________________________________
123. Σ’ αυτό ο Σταματάκος θα βοηθήθηκε από το Λεξικό συνωνύμων και αντιθέτων τού Θεολ. Βοσταντζόγλου, που εκδόθηκε το 1949, επιγραφόμενο (τότε) ως Ἀντιλεξικὸν ἢ Θησαυρὸς ἑλληνικῶν λέξεων καὶ φράσεων διατεταγμένων κατὰ λογικὴν σειράν.
124. Tο λεξικό αυτό πρωτοεκδόθηκε το 1978, ακολούθησαν άλλες βελτιωμένες εκδόσεις και εκδόθηκε σε μονοτονικό το 1984 (με πρόλογο για το μονοτονικό σύστημα τού κύριου εισηγητή τού μονοτονικού συστήματος καθηγ. Εμμ. Κριαρά).
125. Στο Λεξικό δεν αναγράφεται χρονολογία εκδόσεως. Aπό άλλα στοιχεία τού Λεξικού συνάγεται ότι εκδόθηκε περί το 1985 με κύριους συντελεστές τής έκδοσης τους Ανδρ. Παναγόπουλο, Δ. Γιάκο και Ευθ. Κουτρολίκο.
126. Tο λεξικό πρωτοεκδόθηκε το 1989 από τους εκδότες Xρ. Tεγόπουλο (εκδότη τής Εφημ. «Ελευθεροτυπία») και Δ. Φυτράκη με συντάκτρια τη φιλόλογο Μ. Μανδαλά. Ακολούθησαν άλλες βελτιωμένες εκδόσεις καθώς και εκδόσεις με διαφορετικό αριθμό λημμάτων: Μικρό Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα 1995 και Μείζον Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα 1997. Στο τελευταίο έχουν αυξηθεί σημαντικά τόσο ο αριθμός όσο και η έκταση των λημμάτων.
127. Πβ. και όσα λέγονται στο άρθρο μου «Σύγχρονα Λεξικά τής Ελληνικής», δημοσιευμένο στο Γ. Μπαμπινιώτη, Ελληνική γλώσσα: Παρελθόν-Παρόν-Mέλλον, Αθήνα, Εκδ. Gutenberg 1994, σ. 423-428.
128. Στα Προλεγόμενα τού α΄ τόμου (1969), γράφει ο Κριαράς για το Λεξικό: «Θὰ ἦταν ἀσφαλῶς ἀδύνατο νὰ ἐπιχειρήσουμε τὴ συγκρότηση λεξικοῦ ὅλης τῆς βυζαντινῆς περιόδου. Ἔπρεπε νὰ περιοριστοῦμε σὲ μιὰ ὁρισμένη περίοδο. Ἐπροτίμησα λοιπὸν τὴν περίοδο ἐκείνη ποὺ μέσα σ’ αὐτὴν ἀρχίζει νὰ διαμορφώνεται, στὶς καταβολές του ἔστω, ὁ νεώτερος ἑλληνικὸς βίος μὲ τὶς ποικίλες ἐκφάνσεις του καὶ ἰδίως μὲ τὸ γλωσσικό του ὄργανο» (σ. ι΄).
129. ΄Εχουν εκδοθεί ήδη 15 τόμοι (Α – περιδεσμῶ· ο13ος τόμος περιέχει τη Βιβλιογραφία και τα Ευρετήρια των προηγουμένων 12 τόμων). Tο 2001 και το 2003 εκδόθηκαν από το Kέντρο Eλληνικής Γλώσσας δύο τόμοι μιας επιτομής (A-Π) τού έργου.
(Συνεχίζεται)
Ετικέτες
Γλωσσικά,
Ελληνική γλώσσα,
Λεξικά
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





