Της Άννας Δαμιανίδη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 4 Ιανουαρίου 2010 "ΤΑ ΝΕΑ"
Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010
Μεταναστευτικό (7)
Ένα θρασύτατο κείμενο, απίστευτης ελαφρότητας, κατινίστικου ψευτοαριστερισμού και υφέρποντος φασισμού, δημοσιεύθηκε χθες 4/1/10 στην ναυαρχίδα του ΔΟΛ(ίου) συγκροτήματος, την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, κατηγορώντας συλλήβδην όλους εκείνους (που κάνοντας χρήση του δημοκρατικού δικαιώματός τους να εκφράσουν την άποψή τους και τους προβληματισμούς τους για το Νομοσχέδιο χορήγησης ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ), ως σούπερ εθνικόφρονες, φυλετιστές και φανατικούς. Προσέξτε κάτι που της ξέφυγε: "...εμείς πρέπει να είμαστε χωμένοι στο Διαδίκτυο, να εξαντλούμε τις αντοχές μας για να απαντάμε [...] μη τυχόν και δεν καταλάβει η κυβέρνηση ότι όλος ο κόσμος στην Ελλάδα δεν είναι σαν αυτούς..." !!!
Φαίνεται ότι κάποιοι «δημοσιογράφοι» σε διατεταγμένη υπηρεσία, έχασαν την ψυχραιμία τους, φοβούμενοι πιθανόν ότι θα χάσουν τα «μπόνους» από τα αφεντικά τους. Το παραδίδουμε στην κρίση των αναγνωστών...
Δ.Ε.Ε.
a
Πυρετός στο Διαδίκτυο
Της Άννας Δαμιανίδη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 4 Ιανουαρίου 2010 "ΤΑ ΝΕΑ"
Της Άννας Δαμιανίδη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 4 Ιανουαρίου 2010 "ΤΑ ΝΕΑ"
Τι μας βάζεις και κάνουμε κύριε Πρωθυπουργέ χρονιάρες μέρες, λες κι άλλη δουλειά δεν έχουμε... Μας περιμένουν στην πόρτα με δώρα και κάλαντα, με παλτά φορεμένα να φύγουμε, κι εμείς πρέπει να είμαστε χωμένοι στο Διαδίκτυο, να εξαντλούμε τις αντοχές μας για να απαντάμε στα σχόλια των σούπερ εθνικοφρόνων, φυλετιστών και άλλων φανατικών στο νομοσχέδιο για την ιθαγένεια των παιδιών των μεταναστών, μη τυχόν και δεν καταλάβει η κυβέρνηση ότι όλος ο κόσμος στην Ελλάδα δεν είναι σαν αυτούς. Μα σαν αυτούς δεν είναι άλλοι, δεν έχουμε όλοι τη μανία να καθόμαστε ώρες ολόκληρες να γράφουμε τέτοια, ούτε την επιμονή. Κι αν την είχαμε, αυτό μετράει; Να μπει μετρητής φρονημάτων στο Διαδίκτυο κι όταν οι προοδευτικοί περάσουν μπροστά, τότε να εφαρμοστούν τα νομοσχέδια; Είχαμε τον άλλον με τα γκάλοπ, τώρα θα έχουμε διαδικτυακή σφυγμομέτρηση; Οι κυβερνήσεις δεν μπορεί να ρωτάνε τον λαό για τα πάντα, σε μερικά πράγματα πρέπει να τραβάνε μπροστά, να τον εκπαιδεύουν. Υπάρχουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, η χάρτα του ΟΗΕ, οι ευρωπαϊκές δεσμεύσεις. Δεν είμαστε στην Ε.Ε. μόνο για να παίρνουμε λεφτά, είμαστε επειδή συμφωνούμε σε μίνιμουμ αυτονόητες ανθρώπινες κατακτήσεις. Κι αν το σχολείο δεν είναι αρκετό να τα μάθουν όλα αυτά οι Έλληνες, αν τους περνάει πιο πολύ απ΄ όλα την ιδέα ότι ανήκουν σε ανώτερη φυλή, ας αναλάβει η κυβέρνηση να τους εκπαιδεύσει με πράξεις. Καλές οι διαβουλεύσεις στο Διαδίκτυο, αλλά κάποια πράγματα δεν μπορεί να τίθενται υπό συζήτηση. Ή τουλάχιστον αυτό πιστεύει ένα σωρό κόσμος που δεν έχει καν υποπτευτεί ότι στο Διαδίκτυο μπαίνει θέμα για τα βασικότερα ανθρώπινα δικαιώματα και νομίζει ότι μπορεί να κάνει γιορτές...
Ετικέτες
Μεταναστευτικό
Μεταναστευτικό (6)

Ένα επίκαιρο άρθρο του έγκυρου και σοβαρού δημοσιογράφου Στ. Λυγερού για το φλέγον θέμα των ημερών.
Δ.Ε.Ε.
Νομοσχέδιο για την ιθαγένεια: ανάγκη, παγίδες, ιδεολογήματα
Προβληματισμοί σχετικά με την επιχείρηση μαζικών ελληνοποιήσεων
Προβληματισμοί σχετικά με την επιχείρηση μαζικών ελληνοποιήσεων
a
Του Σταύρου Λυγερού...................... ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 3 Ιανουαρίου 2010
b
Το νομοσχέδιο για παραχώρηση ιθαγένειας σε μετανάστες συνεχίζει την πρακτική του ελληνικού κράτους να νομιμοποιεί μαζικά καταστάσεις, που διαμορφώθηκαν κατά κανόνα με παράνομο τρόπο. Υπενθυμίζουμε τις άδειες παραμονής που δόθηκαν σε παράνομους μετανάστες από τις κυβερνήσεις Σημίτη και Καραμανλή. Και οι δύο κυβερνήσεις διαβεβαίωναν ότι με τη μαζική νομιμοποίηση θα λυνόταν το πρόβλημα. Τα κύματα των παράνομων μεταναστών, όμως, θυμίζουν τις γενιές αυθαιρέτων. Κάθε νομιμοποίηση τροφοδότησε το επόμενο κύμα, ενισχύοντας την εντύπωση ότι όποιος μπαίνει στην Ελλάδα παρανόμως κατά κανόνα δεν τον διώχνουν και κάποια στιγμή νομιμοποιείται. Η κυβέρνηση Παπανδρέου, όμως, πάει πιο μακριά. Στήνει μια βιομηχανία ελληνοποιήσεων με υπαρκτό επιχείρημα την κάλυψη κοινωνικών-ανθρωπιστικών αναγκών. Πίσω απ’ αυτό, όμως, υπάρχει και το ιδεολόγημα του πολυεθνικού/πολυπολιτισμικού μοντέλου, αλλά και ψηφοθηρική σκοπιμότητα. Οι μαζικές ελληνοποιήσεις και η παραχώρηση στους μετανάστες δικαιώματος ψήφου στις δημοτικές εκλογές θα εξασφαλίσουν στο ΠΑΣΟΚ ένα ισχυρό πριμ, τουλάχιστον στην κρίσιμη αναμέτρηση του 2010.
c
Παρενέργειες
Οι Ανατολικοευρωπαίοι μετανάστες της δεκαετίας 1990, που κατά κανόνα έχουν πια νομιμοποιηθεί, προκάλεσαν κοινωνικές παρενέργειες, αλλά λόγω πολιτισμικής ταυτότητας και τρόπου ζωής έχουν πια εισέλθει σε τροχιά κοινωνικής ενσωμάτωσης. Δεν αναμένεται να συμβεί το ίδιο με τις διογκούμενες ροές μουσουλμάνων από την Ασία και την Αφρική. Η πείρα έχει αποδείξει ότι στη συντριπτική πλειονότητά τους έχουν την τάση να αναπαράγουν στο δυτικό περιβάλλον τον τρόπο που ζούσαν στις χώρες προέλευσής τους και ως εκ τούτου να μην ενσωματώνονται. Εξ ου και η τάση δημιουργίας γκέτο.
Οι μετανάστες που εισέρχονται παρανόμως στην Ελλάδα έχουν προορισμό δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Λίγοι, όμως, καταφέρνουν να φύγουν από τη χώρα μας. Εχει αποδειχθεί ότι είναι πιο εύκολη η παράνομη είσοδος από την παράνομη έξοδο. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα αντιμετωπίζεται σαν χώρα–τράνζιτ, αλλά καταλήγει να γίνεται προορισμός, με αποτέλεσμα να λιμνάζει εδώ ο κύριος όγκος. Η διαρκής συσσώρευση παράνομων μεταναστών, που εκ των πραγμάτων αδυνατούν να βρουν εργασία και όποτε βρίσκουν είναι «μαύρη» και κακοπληρωμένη, λειτουργεί σαν θερμοκήπιο για την ανομία και την ασυδοσία, υπονομεύει τις κοινωνικές ισορροπίες και αλλοιώνει την εθνική ταυτότητα.
Αυτή είναι η κατάσταση και θα έπρεπε να έχει προκαλέσει ευρεία συζήτηση, όπως σε ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετωπίζουν πολύ μικρότερο πρόβλημα. Στην Ελλάδα, όμως, η παράνομη μετανάστευση θεωρείται πρόβλημα ρουτίνας και προσεγγίζεται με ανέξοδες αντιρατσιστικές ρητορικές, που στην πράξη τροφοδοτούν τον ρατσισμό. Κάθε διαφωνία χαρακτηρίζεται «ακροδεξιά» και «ρατσιστική». Η ιδεολογική τρομοκρατία, όμως, ποτέ δεν έλυσε κανένα πρόβλημα. Απλώς, ακυρώνει τη δημόσια συζήτηση και βεβαίως χαρίζει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας και ειδικά λαϊκά στρώματα στο ΛΑΟΣ.
Στην προσπάθειά της να αποτρέψει την ανάπτυξη ξενοφοβίας και ρατσισμού, η ευρύτερη Αριστερά υποβαθμίζει συστηματικά τις αρνητικές επιπτώσεις της παράνομης μετανάστευσης. Ο στρουθοκαμηλισμός της φέρνει το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Αφήνει πολιτικό κενό και διευκολύνει την Ακροδεξιά να διεισδύσει στα λαϊκά στρώματα. Αυτά είναι, άλλωστε, που κυρίως θίγονται από την παράνομη μετανάστευση και στο επίπεδο της απασχόλησης (λόγω του αθέμιτου ανταγωνισμού από τη «μαύρη» εργασία) και σε πολλές πτυχές της καθημερινής ζωής.
Παρενέργειες
Οι Ανατολικοευρωπαίοι μετανάστες της δεκαετίας 1990, που κατά κανόνα έχουν πια νομιμοποιηθεί, προκάλεσαν κοινωνικές παρενέργειες, αλλά λόγω πολιτισμικής ταυτότητας και τρόπου ζωής έχουν πια εισέλθει σε τροχιά κοινωνικής ενσωμάτωσης. Δεν αναμένεται να συμβεί το ίδιο με τις διογκούμενες ροές μουσουλμάνων από την Ασία και την Αφρική. Η πείρα έχει αποδείξει ότι στη συντριπτική πλειονότητά τους έχουν την τάση να αναπαράγουν στο δυτικό περιβάλλον τον τρόπο που ζούσαν στις χώρες προέλευσής τους και ως εκ τούτου να μην ενσωματώνονται. Εξ ου και η τάση δημιουργίας γκέτο.
Οι μετανάστες που εισέρχονται παρανόμως στην Ελλάδα έχουν προορισμό δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Λίγοι, όμως, καταφέρνουν να φύγουν από τη χώρα μας. Εχει αποδειχθεί ότι είναι πιο εύκολη η παράνομη είσοδος από την παράνομη έξοδο. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα αντιμετωπίζεται σαν χώρα–τράνζιτ, αλλά καταλήγει να γίνεται προορισμός, με αποτέλεσμα να λιμνάζει εδώ ο κύριος όγκος. Η διαρκής συσσώρευση παράνομων μεταναστών, που εκ των πραγμάτων αδυνατούν να βρουν εργασία και όποτε βρίσκουν είναι «μαύρη» και κακοπληρωμένη, λειτουργεί σαν θερμοκήπιο για την ανομία και την ασυδοσία, υπονομεύει τις κοινωνικές ισορροπίες και αλλοιώνει την εθνική ταυτότητα.
Αυτή είναι η κατάσταση και θα έπρεπε να έχει προκαλέσει ευρεία συζήτηση, όπως σε ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετωπίζουν πολύ μικρότερο πρόβλημα. Στην Ελλάδα, όμως, η παράνομη μετανάστευση θεωρείται πρόβλημα ρουτίνας και προσεγγίζεται με ανέξοδες αντιρατσιστικές ρητορικές, που στην πράξη τροφοδοτούν τον ρατσισμό. Κάθε διαφωνία χαρακτηρίζεται «ακροδεξιά» και «ρατσιστική». Η ιδεολογική τρομοκρατία, όμως, ποτέ δεν έλυσε κανένα πρόβλημα. Απλώς, ακυρώνει τη δημόσια συζήτηση και βεβαίως χαρίζει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας και ειδικά λαϊκά στρώματα στο ΛΑΟΣ.
Στην προσπάθειά της να αποτρέψει την ανάπτυξη ξενοφοβίας και ρατσισμού, η ευρύτερη Αριστερά υποβαθμίζει συστηματικά τις αρνητικές επιπτώσεις της παράνομης μετανάστευσης. Ο στρουθοκαμηλισμός της φέρνει το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Αφήνει πολιτικό κενό και διευκολύνει την Ακροδεξιά να διεισδύσει στα λαϊκά στρώματα. Αυτά είναι, άλλωστε, που κυρίως θίγονται από την παράνομη μετανάστευση και στο επίπεδο της απασχόλησης (λόγω του αθέμιτου ανταγωνισμού από τη «μαύρη» εργασία) και σε πολλές πτυχές της καθημερινής ζωής.
d
Θέμα πολιτικής
Η παραχώρηση ιθαγένειας πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης πολιτικής. Τέτοια πολιτική, όμως, δεν υφίσταται. Εξ ου και το πρόβλημα συνεχώς οξύνεται. Αντί να θεσμοθετήσει αντικίνητρα για να συρρικνώσει τις ροές παράνομων μεταναστών, η κυβέρνηση Παπανδρέου μεθοδεύει βιομηχανία πολιτογραφήσεων, που εκ των πραγμάτων λειτουργεί ως κίνητρο.
Είναι προφανώς επιβεβλημένο να πάρουν την ελληνική ιθαγένεια τα παιδιά νόμιμων μεταναστών, που γεννήθηκαν, ζουν και πάνε σχολείο στην Ελλάδα. Δεν πρέπει να ισχύει το ίδιο για παιδιά που εισήλθαν παρανόμως με τους γονείς τους στην Ελλάδα. Δεν αρκεί να έχουν φοιτήσει μερικά χρόνια σε ελληνικά σχολεία, για να τους δίνεται η ιθαγένεια. Οι αιτήσεις πρέπει να εξετάζονται με θετική διάθεση, αλλά κατά περίπτωση.
Η εύκολη παραχώρηση ιθαγένειας στα παιδιά είναι από μόνη της ένα κίνητρο για τους παράνομους μετανάστες να τεκνοποιήσουν. Το κίνητρο αυτό καθίσταται πολύ πιο ισχυρό από τη διάταξη, που προβλέπει ότι όποιο παιδί γεννηθεί στην Ελλάδα και είναι «άγνωστης ιθαγένειας» ή δεν μπορεί να αποκτήσει άλλη ιθαγένεια θα παίρνει αυτομάτως την ελληνική. Η διάταξη αυτή (υπάρχει και στον κώδικα που ψηφίστηκε το 2004) είναι ασαφής και ανοίγει ένα επικίνδυνο παράθυρο.
Υπενθυμίζουμε ότι η μεγάλη πλειονότητα των μεταναστών που εισέρχονται παρανόμως στην Ελλάδα δεν έχουν χαρτιά και δεν αποκαλύπτουν τη χώρα καταγωγής τους για να μην απελαθούν. Ενα τέτοιο ζευγάρι γεννάει στην Ελλάδα παιδί. Το παιδί μπορεί να αποκτήσει την ιθαγένεια των γονιών του, αλλά αυτοί έχουν ισχυρό κίνητρο να το κατατάξουν στην κατηγορία «άγνωστη ιθαγένεια», για να πάρει αμέσως την ελληνική ιθαγένεια.
Στη συνέχεια, ως πρόσωπα που έχουν τη γονική φροντίδα τέκνου ελληνικής ιθαγένειας, μπορούν να πολιτογραφηθούν, κατ’ εξαίρεση της ισχύουσας προϋπόθεσης για νόμιμη συνεχή παραμονή στην Ελλάδα τουλάχιστον πέντε ετών. Αρκεί να βρίσκονται στη χώρα έστω και παρανόμως για τρία χρόνια.Το μήνυμα πως η Ελλάδα δίνει σχετικά εύκολα ιθαγένειες θα φθάσει στις χώρες προέλευσης των παράνομων μεταναστών και θα τροφοδοτήσει το ρεύμα παράνομης μετανάστευσης. Αυτή τη φορά, μάλιστα, θα έρχονται ζευγάρια και οικογένειες. Οι ταλαίπωροι αυτοί άνθρωποι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν τις δυνατότητες του νόμου για να τις εκμεταλλευθούν. Τις γνωρίζουν, όμως, τα κυκλώματα παράνομης διακίνησης και οι δικηγόροι τους.
Η παραχώρηση ιθαγένειας πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης πολιτικής. Τέτοια πολιτική, όμως, δεν υφίσταται. Εξ ου και το πρόβλημα συνεχώς οξύνεται. Αντί να θεσμοθετήσει αντικίνητρα για να συρρικνώσει τις ροές παράνομων μεταναστών, η κυβέρνηση Παπανδρέου μεθοδεύει βιομηχανία πολιτογραφήσεων, που εκ των πραγμάτων λειτουργεί ως κίνητρο.
Είναι προφανώς επιβεβλημένο να πάρουν την ελληνική ιθαγένεια τα παιδιά νόμιμων μεταναστών, που γεννήθηκαν, ζουν και πάνε σχολείο στην Ελλάδα. Δεν πρέπει να ισχύει το ίδιο για παιδιά που εισήλθαν παρανόμως με τους γονείς τους στην Ελλάδα. Δεν αρκεί να έχουν φοιτήσει μερικά χρόνια σε ελληνικά σχολεία, για να τους δίνεται η ιθαγένεια. Οι αιτήσεις πρέπει να εξετάζονται με θετική διάθεση, αλλά κατά περίπτωση.
Η εύκολη παραχώρηση ιθαγένειας στα παιδιά είναι από μόνη της ένα κίνητρο για τους παράνομους μετανάστες να τεκνοποιήσουν. Το κίνητρο αυτό καθίσταται πολύ πιο ισχυρό από τη διάταξη, που προβλέπει ότι όποιο παιδί γεννηθεί στην Ελλάδα και είναι «άγνωστης ιθαγένειας» ή δεν μπορεί να αποκτήσει άλλη ιθαγένεια θα παίρνει αυτομάτως την ελληνική. Η διάταξη αυτή (υπάρχει και στον κώδικα που ψηφίστηκε το 2004) είναι ασαφής και ανοίγει ένα επικίνδυνο παράθυρο.
Υπενθυμίζουμε ότι η μεγάλη πλειονότητα των μεταναστών που εισέρχονται παρανόμως στην Ελλάδα δεν έχουν χαρτιά και δεν αποκαλύπτουν τη χώρα καταγωγής τους για να μην απελαθούν. Ενα τέτοιο ζευγάρι γεννάει στην Ελλάδα παιδί. Το παιδί μπορεί να αποκτήσει την ιθαγένεια των γονιών του, αλλά αυτοί έχουν ισχυρό κίνητρο να το κατατάξουν στην κατηγορία «άγνωστη ιθαγένεια», για να πάρει αμέσως την ελληνική ιθαγένεια.
Στη συνέχεια, ως πρόσωπα που έχουν τη γονική φροντίδα τέκνου ελληνικής ιθαγένειας, μπορούν να πολιτογραφηθούν, κατ’ εξαίρεση της ισχύουσας προϋπόθεσης για νόμιμη συνεχή παραμονή στην Ελλάδα τουλάχιστον πέντε ετών. Αρκεί να βρίσκονται στη χώρα έστω και παρανόμως για τρία χρόνια.Το μήνυμα πως η Ελλάδα δίνει σχετικά εύκολα ιθαγένειες θα φθάσει στις χώρες προέλευσης των παράνομων μεταναστών και θα τροφοδοτήσει το ρεύμα παράνομης μετανάστευσης. Αυτή τη φορά, μάλιστα, θα έρχονται ζευγάρια και οικογένειες. Οι ταλαίπωροι αυτοί άνθρωποι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν τις δυνατότητες του νόμου για να τις εκμεταλλευθούν. Τις γνωρίζουν, όμως, τα κυκλώματα παράνομης διακίνησης και οι δικηγόροι τους.
Ετικέτες
Κοινωνία,
Μεταναστευτικό
Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010
Ιδεολογίες και Εθνική Στρατηγική

Σαν σήμερα ακριβώς πριν από 12 χρόνια δημοσιεύθηκε ένα, από τα τελευταία ίσως, άρθρα μιας μεγάλης μορφής της ελληνικής, αλλά και ευρωπαϊκής διανόησης, του πρόωρα χαμένου Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998), στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» στις 4-1-1998.
Πρόκειται για ένα απαισιόδοξο, αλλά εκπληκτικής διορατικότητας κείμενο, που θίγει πολλά κακώς κείμενα και αποκαλύπτει την γύμνια της πολιτικής και «πνευματικής» ηγεσίας αυτού του τόπου, που με τον Κωστάκη και τον Γιωργάκη οδεύει ολοταχώς προς την εξαφάνιση.
Πρόκειται για ένα απαισιόδοξο, αλλά εκπληκτικής διορατικότητας κείμενο, που θίγει πολλά κακώς κείμενα και αποκαλύπτει την γύμνια της πολιτικής και «πνευματικής» ηγεσίας αυτού του τόπου, που με τον Κωστάκη και τον Γιωργάκη οδεύει ολοταχώς προς την εξαφάνιση.
Στις δύσκολες και κρίσιμες μέρες που περνάμε, θεωρώ ότι η προσεκτική ανάγνωση του κειμένου που ακολουθεί θα προβληματίσει όλους μας για το "τι μέλλει γενέσθαι".
Δ.Ε.Ε.
ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Αφότου ήλθε στο προσκήνιο το Κυπριακό ως σήμερα δηλαδή επί μισόν αιώνα όχι λίγες ήττες επεσώρευσε στην Ελλάδα η πανθολογούμενη άλλωστε ανυπαρξία μιας μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής αποδεκτής από τον κύριο κορμό του πολιτικού κόσμου και επεξεργασμένης χάρη στη σύμπραξη πολιτικών, διπλωματών στρατιωτικών και επιστημόνων. Εχοντας την εμπειρία τούτη δεν χρειάζεται να διαθέτει κανείς το προφητικό χάρισμα για να προβλέψει ότι στο μέλλον πολλά θα εξαρτηθούν από το αν θα πραγματοποιηθεί τώρα ό,τι δεν έγινε στο παρελθόν. Δύο παράγοντες επέδρασαν, και εξακολουθούν να επιδρούν, αρνητικότατα: η λειτουργία του πολιτικού συστήματος και η εμπλοκή σε ιδεολογήματα. Ο πολιτικός κόσμος δεν βρέθηκε στο ύψος των περιστάσεων όχι μόνον γιατί οι α ή β εκπρόσωποί του έλαβαν συχνά τις α ή β εσφαλμένες αποφάσεις στο α ή β ζήτημα, αλλά και επειδή στο σύνολό του δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα πάγιο και αθόρυβο θεσμικό πλαίσιο ικανό να εξουδετερώνει κατά το δυνατόν τους πειρασμούς κομματικής εκμετάλλευσης των εθνικών θεμάτων. Η ανικανότητα προς αυτοσυγκράτηση είναι κατ’ εξοχήν γνώρισμα εφηβικής ανωριμότητας. Και το γεγονός ότι ο ένας επιρρίπτει την ευθύνη στον άλλον αποδεικνύει απλώς ότι ενέχονται όλοι.
Η επιρροή ιδεολογημάτων σε θέματα εθνικής στρατηγικής ανάγεται γενικότατα στο ότι το νεοελληνικό κρατίδιο αναγκάσθηκε εξ αρχής να αντισταθμίσει την ιστορική του καχεξία με υπεραυτάρεσκους μύθους. Γίναμε έτσι λαός που τέρπεται παράγοντας λήρους και χορταίνει καταναλίσκοντας ανεμώλια έπη. Η αιτιολογία όμως δεν αποτελεί δικαιολογία, ούτε ενδείκνυται ως πραξεολογία. Αντίθετα: επιβιώνει όποιος αντιστέκεται στους ίδιους του τους μύθους και καταποντίζεται όποιος τους πιστεύει μέχρις εσχάτων.
Στη σημερινή συγκυρία, δύο αντιτιθέμενα ιδεολογήματα παρακωλύουν, κοντά στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, την κατάστρωση και την εφαρμογή μιας νηφάλιας εθνικής στρατηγικής: ασαφή και αποδυναμούμενα στοιχεία ενός γηγενούς εθνικισμού και εξίσου ασαφή, αλλά ενισχυόμενα αναμασήματα ενός ξενόφερτου ειρηνισμού και οικουμενισμού. Οι εθνικιστικές απόψεις, των οποίων η επικράτηση σε διάφορες φάσεις του Κυπριακού και του Μακεδονικού έβλαψε ουσιαστικά τη χώρα, τείνουν π.χ. να εξηγούν τη διαμάχη Ελλάδας και Τουρκίας με το ιστορικό παρελθόν και με φυλετικούς ή πολιτισμικούς παράγοντες, αποδίδοντας τη συμπεριφορά της δεύτερης στον «ασιατικό» και «βάρβαρο» χαρακτήρα της, τον οποίο αντιπαραθέτουν στον «ελληνικό πολιτισμό» και στην «τρισχιλιετή ιστορία» του. Αρκεί μια υπόθεση για να δούμε πόσο αστήρικτα είναι όλα αυτά. Αν η ομόδοξή μας Σερβία είχε 60 εκατ. κατοίκους και ηγεμόνευε στα Βαλκάνια, ζητώντας να κατεβεί στη Θεσσαλονίκη, και η Τουρκία είχε 20 ή 30 εκατ. κατοίκους και αισθανόταν να απειλείται εξίσου από τη σερβική επέκταση, τότε η Ελλάδα και η Τουρκία θα ήσαν εγκάρδιοι φίλοι και σύμμαχοι. Οι γεωπολιτικές παράμετροι και τα εθνικά συμφέροντα καθορίζουν την εξωτερική πολιτική όχι το παρελθόν, ούτε η φυλή και ο πολιτισμός. Η φυλετική και πολιτισμική υποτίμηση της Τουρκίας ενέχει τον κίνδυνο της στρατηγικής της υποτίμησης, αφού συνεπάγεται ότι η δήθεν ανώτερη ελληνική ποιότητα μπορεί να εξουδετερώσει την τουρκική ποσότητα· είναι βέβαια γνωστό πώς τιμωρείται η στρατηγική υποτίμηση του αντιπάλου όταν, π.χ., παρασύρει στην κήρυξη ενός πολέμου. Η αύξουσα γενική υπεροχή της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια έχει εξαναγκάσει την εθνικιστική υπεροψία πολλών Ελλήνων να χαμηλώσει αισθητά τους τόνους της.
Ωστόσο στο σύνολό της η ελληνική πλευρά δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει το μέγεθος και τις συνέπειες της πληθυσμιακής και οικονομικής ανόδου της Τουρκίας, και μάλιστα της βαθμιαίας μετατροπής της σε βιομηχανική δύναμη. Οι ειρηνιστές και οικουμενιστές ή «ευρωπαϊστές» έχουν τον δικό τους τρόπο για να παρακάμπτουν τις οδυνηρές πραγματικότητες και την ψύχραιμη στρατηγική τους ανάλυση. Οι ίδιοι φαντάζονται ότι είναι πιο ρεαλιστές, αφού ξεπέρασαν τους «εθνικούς αταβισμούς» και συμπορεύονται με τη νέα παγκόσμια κατάσταση, όπου τάχα το εμπόριο και ο διάλογος θα αντικαταστήσουν τον πόλεμο. Οι θέσεις όμως αυτές διόλου δεν είναι ρεαλιστικότερες από τις πομφόλυγες του εθνικισμού, συνιστούν απλώς την αντίστροφη ιδεολογία, και μάλιστα μιαν ιδεολογία διόλου πρωτότυπη, αφού δεν περιέχει παρά κοινοτοπίες του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού διατυπωμένες πριν από 300 χρόνια και διαψευσμένες επανειλημμένα έκτοτε. Οντας ιδεολογία, εκπληρώνουν και τις ψυχολογικές λειτουργίες της ιδεολογίας, δηλαδή επιτρέπουν σε «προοδευτικούς» διανοούμενους ελαφρών βαρών και σε αστείους δημοσιογραφίσκους να αναβαθμίζουν το μικρό τους εγώ εμφανιζόμενοι ως εκπρόσωποι υψηλών ιδεωδών· συνάμα υποθάλπουν σε μικρομεσαίους πολιτικούς την ανακουφιστική ψευδαίσθηση ότι μπορούν να συρρικνώσουν την πολιτική σε διαχείριση και διάλογο, αποτινάζοντας από τους ισχνούς ώμους τους το βάρος έσχατων ιστορικών ευθυνών. Τέτοιοι διανοούμενοι και τέτοιοι πολιτικοί επιχειρηματολογούν σε ζητήματα εθνικής στρατηγικής κάνοντας το μοιραίο λάθος να προεξοφλούν γενικότερες εξελίξεις, που διόλου δεν είναι βέβαιες και που, έστω και αν ευοδωθούν, βρίσκονται ακόμη στην αρχή τους και επιφυλάσσουν πολλά απρόοπτα. Μιλούν και πράττουν, λοιπόν, σαν να υπήρχε ήδη μια ενιαία Ευρώπη, σαν να υπήρχε ήδη ένας ενιαίος κόσμος και σαν να μην ήταν δυνατόν να αντιστραφούν οι τάσεις· ιδιαίτερα ως προς την ενιαία Ευρώπη σφάλλουν ταυτίζοντας προκαταβολικά τα συμφέροντά της με τα συμφέροντα των Ελλήνων. Οταν προεξοφλούνται αισιόδοξα οι γενικότερες εξελίξεις, τότε οι στρατηγικές συζητήσεις δεν μπορούν να προχωρήσουν σε βάθος. Γι’ αυτό και πλείστοι όσοι ειρηνιστές και οικουμενιστές εκφράζουν ανοιχτά την εχθρότητά τους απέναντι σε τέτοιες συζητήσεις, ιδίως όταν υπεισέρχονται σε στρατιωτικά θέματα και πολεμικά ενδεχόμενα. Νομίζουν ότι λύνουν προβλήματα μόνο και μόνο επειδή εκστρατεύουν εναντίον του «εθνικιστικού φανατισμού».
Η συχνότατα όμως μισαλλόδοξη συμπεριφορά τους αποδεικνύει για μιαν επιπλέον φορά ότι ο φανατισμός εναντίον του φανατισμού μπορεί να είναι ακόμη πιο στενοκέφαλος από τον απλό φανατισμό. Καμία ουσιαστική στρατηγική συζήτηση δεν είναι δυνατή αν δεν αφήσει στην άκρη τόσο τα εθνικιστικά όσο και τα ειρηνιστικά ιδεολογήματα· στόχος της είναι ακριβώς η υπέρβασή τους. Η εθνική στρατηγική δεν είναι ούτε «δεξιά», ούτε «αριστερή», ούτε «εθνικιστική», ούτε «διεθνιστική». Είναι τα πάντα, ανάλογα με τις επιταγές της συγκεκριμένης κατάστασης. Αλίμονο στη χώρα και στην πολιτική της ηγεσία αν ερμηνεύει τη συγκεκριμένη κατάσταση με βάση «δεξιές» ή «αριστερές» προτιμήσεις, αντί να προσαρμόζει τις προτιμήσεις στην κατά το δυνατόν ψυχρή ερμηνεία της συγκεκριμένης κατάστασης. Κάθε εθνική στρατηγική, εφόσον περιορίζεται στον σχεδιασμό των εκάστοτε επιθυμητών εξελίξεων, είναι καταδικασμένη σε μονομέρεια και δυσκαμψία, δηλαδή σε πρακτικό αδιέξοδο. Λόγος της ύπαρξής της είναι η κάλυψη όλων των ενδεχομένων, των περισσότερο και των λιγότερο πιθανών, των περισσότερο και των λιγότερο ευχάριστων. Και το φάσμα των ενδεχομένων το καταγράφει η υπεύθυνη ηγεσία ακούγοντας χωρίς προκαταλήψεις όλο το φάσμα των απόψεων και των προτάσεων, από οποιονδήποτε και αν προέρχονται. Όπως διάφοροι «ελληνοκεντρικοί» οφείλουν να μάθουν ότι η «Δύση» δεν είναι μόνον η «τεχνική» και η «λατρεία της ύλης», στην οποία αυτή αντιτάσσουν με υπεραπλουστευτική ευκολία το «πνεύμα» και την «ψυχή» της «ορθόδοξης Ανατολής», έτσι και όσοι επείγονται να «εξευρωπαϊσθούν» καλά θα έκαναν να μην αυταπατώνται ταυτίζοντας τη Δύση με τη δυτική προπαγάνδα («ορθολογισμός», «διάλογος», «ανθρώπινα δικαιώματα» κτλ. κτλ.).
Θα ωφελούσαν την Ελλάδα περισσότερο αν, π.χ., μιμούνταν τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι στρατηγικές συζητήσεις στη Γαλλία, στην Αγγλία ή στις ΗΠΑ. Τα πάντα, ακόμη και τα πιο απίθανα σενάρια πολέμου, γίνονται εδώ αντικείμενο εξέτασης και στάθμισης, και το κύριο μέλημα των αναλυτών δεν είναι να εκφράσουν τα ιδεολογικά τους γούστα (λες και δεν υπάρχει σοβαρότερο πράγμα στον κόσμο από αυτά), παρά να εξονυχίσουν δεδομένα και δυνατότητες προκειμένου να διευκολύνουν την υπεύθυνη ηγεσία στο έργο της. Η προσπάθεια επιβολής ιδεολογικής λογοκρισίας στις στρατηγικές συζητήσεις, όσο και αν καλύπτεται πίσω από υψιπετείς ηθικολογίες, δεν αποτελεί μόνον ένδειξη πνευματικού επαρχιωτισμού. Προπαντός βλάπτει τον τόπο. Υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους η εθνική μας στρατηγική είναι σήμερα υποχρεωμένη να έχει προ οφθαλμών ένα ευρύτατο φάσμα πιθανών εξελίξεων, που αρχίζει από τον συμβιβασμό, έστω και με απώλειες, και τελειώνει στον πόλεμο. Αναφέρομαι ιδιαίτερα στις σχέσεις με την Τουρκία. Η διαφορά του γεωπολιτικού δυναμικού ανάμεσα στις δύο χώρες αυξάνεται συνεχώς υπέρ της Τουρκίας, και σε 20-30 χρόνια θα είναι αβάσταχτη για την ελληνική πλευρά. Στην προοπτική αυτή μου φαίνεται προφανές ότι ένας συμβιβασμός θα αποτελούσε για την Ελλάδα το μικρότερο κακό, ακόμη και αν παραχωρούσε κάτι από ό,τι θεωρεί αυτή τη στιγμή κυριαρχικό της δικαίωμα.
Ασφαλώς οι εθνικιστές θα αγανακτήσουν με μια τέτοια σκέψη, οφείλουν όμως να αναλογισθούν δύο πράγματα: ότι αργότερα η διαπραγματευτική θέση της χώρας θα είναι χειρότερη και ότι οι ολιγωρίες ή τα σφάλματα των περασμένων δεκαετιών έχουν το πικρό τους τίμημα. Αυτά όμως διόλου δεν σημαίνουν ότι οι ειρηνιστές δικαιούνται να θριαμβολογούν εκ των προτέρων. Γιατί για να συναφθεί ένας τέτοιος συμβιβασμός απαιτείται η βεβαιότητα ότι αυτός θα είναι τελειωτικός, ότι δηλαδή η άλλη πλευρά δεν θα τον χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο νέων αξιώσεων, οπότε σε λίγα χρόνια ή λίγους μήνες θα επιδεινωνόταν η κατάσταση σε σχέση με πριν. Όσοι προτείνουν σήμερα διάφορους συμβιβασμούς έχουν υπό γενικότατη έννοια δίκιο με βάση τα μακροπολιτικά δεδομένα (αν και οι ίδιοι λιγότερο σκέφτονται αυτά τα τελευταία και περισσότερο ελαύνονται από την επιθυμία να φανούν «πολιτισμένοι» άνθρωποι), κανείς τους όμως δεν μπορεί να εγγυηθεί πολιτικά τη βιωσιμότητα του συμβιβασμού. Και κάτι ακόμη παραβλέπουν οι ειρηνιστές: καθώς θεωρούν αφελώς τον συμβιβασμό υπαγόρευση της «λογικής» και της «ηθικής» και όχι ενός άτεγκτου συσχετισμού δυνάμεων, υποτιμούν τη σημασία της στρατιωτικής – αποτρεπτικής ισχύος ακριβώς για τη σύναψη ενός ευπρεπούς συμβιβασμού. Και οι εθνικιστές όμως, οι πατριώτες κτλ., που δεν κάνουν το λάθος να υποτιμούν την αποτρεπτική ισχύ, διέπραξαν για λόγους κομματικής ψηφοθηρίας κάτι εξαιρετικά επιζήμιο: ενίσχυσαν επί δύο δεκαετίες την οικονομική πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού, με αποτέλεσμα τη γενικότερη εξάρτηση της δανειοτρεφούς χώρας και την υπονόμευση της αμυντικής της προσπάθειας. Έτσι, αν οι πρώτοι ωραιοποιούν τη σημερινή αδυναμία της Ελλάδας με ειρηνιστικά και αντιεθνικιστικά προπετάσματα, οι δεύτεροι, υποκύπτοντας στη λογική των πελατειακών σχέσεων και διαιωνίζοντας τις δυσλειτουργίες του πολιτικού συστήματος, αφαιρούν το ουσιαστικό περιεχόμενο από τις θέσεις τους. Και όπως οι δεύτεροι οφείλουν να κατανοήσουν έμπρακτα, και όχι απλώς ρητορικά, ότι μόνον η εκλογίκευση της οικονομίας σε παραγωγική βάση, δηλαδή η εξοικονόμηση και επένδυση πόρων χάρη στην υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού και του πελατειακού συστήματος, μπορεί να στηρίξει την άμυνα της χώρας, έτσι και οι πρώτοι, όταν αντιτάσσονται με πάθος ιεροκηρύκων στα εξοπλιστικά προγράμματα, οφείλουν να αντιληφθούν ότι είναι πρακτικά το ίδιο είτε έχεις ένοπλες δυνάμεις με ανεπαρκή και απαρχαιωμένο οπλισμό είτε δεν έχεις καθόλου. Αν οι ειρηνιστές ήσαν συνεπείς, θα έπρεπε να ζητούν ρητά τη διάλυση των ενόπλων δυνάμεων, αφού έτσι κι αλλιώς αποκλείουν τον πόλεμο και πιστεύουν στην παντοδυναμία του «διαλόγου μεταξύ λογικών ανθρώπων». Είναι προφανές γιατί δεν τολμούν να το κάμουν: ακόμη και οι ηθικολόγοι φοβούνται τις λεμονόκουπες.
Σε μια πραγματιστική αντίληψη, οι ένοπλες δυνάμεις μπορεί να είναι τόσο μέσο ειρήνης, δηλαδή αποτροπής, όσο και μέσο πολέμου. Μακάρι να είναι το πρώτο. Αλλά, είτε είναι το πρώτο είτε είναι το δεύτερο, απαιτείται η ίδια αρτιότητα. Και αρτιότητα δεν σημαίνει, όπως φαντάζονται πολλοί, να ξοδεύεις και να κατέχεις όσα ο αντίπαλος. Σημαίνει την ικανότητα ενός αποφασιστικού πλήγματος, έστω και από τη θέση του ασθενεστέρου. Μόνον όποιος διαθέτει την ικανότητα αυτή δεν φοβάται τον διάλογο σήμερα και δεν θα φοβηθεί αύριο να προχωρήσει σε διεθνώς εγγυημένους και πάγιους συμβιβασμούς. Αντίθετα, όσο πιο αδύνατος είναι κανείς τόσο περισσότερο πανικοβάλλεται στην ιδέα αδήριτων συμβιβασμών, φοβούμενος, και δίκαια, ότι αυτή θα είναι η αρχή του τέλους.
Τα παραπάνω δεν εισηγούνται κάποια λύση, αλλά ένα πλαίσιο και μια διαδικασία για την εύρεσή της. Επαναλαμβάνω: η χώρα μας βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ένα ευρύ φάσμα ενδεχομένων, και το νόημα μιας στρατηγικής συζήτησης είναι η στάθμιση όλων των υπέρ και των κατά, με γνώμονα τη συγκεκριμένη κατάσταση και όχι «εθνικιστικές» ή «ειρηνιστικές» συμπάθειες. Θέλησα να δείξω, με όση συντομία επέβαλλε ο διαθέσιμος χώρος, ότι και τα δύο αυτά ιδεολογήματα ενέχουν αντιφάσεις και εσφαλμένες ερμηνείες. Το χειρότερο που θα μπορούσε να πάθει σήμερα ο τόπος θα ήταν να υποκαταστήσει τη σοβαρή στρατηγική συζήτηση με αντεγκλήσεις μεταξύ εθνικιστών και ειρηνιστών ή «ευρωπαϊστών», με κυνήγι μαγισσών και με πνευματική τρομοκρατία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Φοβούμαι όμως εντονότατα ότι αυτό ακριβώς θα συμβεί. Γιατί όπως ο Κύριος μωραίνει ον βούλεται απολέσαι, έτσι και ένας λαός χάνει την ικανότητα της στρατηγικής σκέψης ακριβώς όταν τη χρειάζεται περισσότερο.
(Σημ. ΔΕΕ: Οι επισημάνσεις δικές μου).
Ετικέτες
Επικαιρότητα,
Κοινωνία,
Π. Κονδύλης
Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010
Μεταναστευτικό (5)
Το ολλανδικό σοσιαλιστικό κόμμα και η μαζική μετανάστευσηΠηγή: "Άρδην" τεύχος 77 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2009)
Οποιοσδήποτε πιστεύει ότι ο σοσιαλισμός είναι νεκρός ως πολιτική δύναμη, θα πρέπει να επισκεφθεί την Ολλανδία. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ολλανδίας είναι το ανερχόμενο κόμμα της χώρας. Κέρδισαν 25 έδρες στις τελευταίες εκλογές –καταγράφοντας αύξηση 16 εδρών– ενώ κατέγραψαν ακόμα περισσότερα κέρδη στις περσινές δημοτικές εκλογές. Τώρα, είναι το τρίτο μεγαλύτερο σε μέλη κόμμα της χώρας και μπορεί κάλλιστα να υποκαταστήσει το Ολλανδικό Εργατικό Κόμμα ως η κύρια εναλλακτική λύση έναντι των Χριστιανοδημοκρατών. Γιατί είναι τόσο επιτυχημένοι; Θα υποστήριζα ότι τούτο συμβαίνει διότι είναι ένα σοσιαλιστικό κόμμα και κατά συνέπεια προωθεί σοσιαλιστικές πολιτικές. Αντιδρούν στις ιδιωτικοποιήσεις των δημόσιων υπηρεσιών, προτείνουν υψηλότερους φόρους για τους πιο πλουσίους και έχουν καταδικάσει την «κουλτούρα της βουλιμίας» που προκαλεί ένας καπιταλισμός «που βασίζεται στα αυξανόμενα μπόνους και τα εύκολα χρήματα». Αντιδρούν στον πόλεμο, το ΝΑΤΟ και το εκκολαπτόμενο ευρωπαϊκό υπερκράτος. Το 2005 υπήρξε το μόνο αριστερό κόμμα στο ολλανδικό κοινοβούλιο που υποστήριζε το «Όχι» στο δημοψήφισμα για το ευρωπαϊκό Σύνταγμα.
Φυσικά, το γεγονός ότι διαθέτουν μια από τις πιο χαρισματικές –και φωτογενείς– Ευρωπαίες ηγέτιδες, τη 41χρονη επιδημιολόγο Άγκνες Καντ, δεν τους κάνει διόλου κακό. Μέρος της απήχησής του μεταξύ των ψηφοφόρων έχει να κάνει με τις απόψεις του πάνω σ’ ένα συγκεκριμένο ζήτημα, το οποίο το διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κόμματα της αριστεράς: Αντιτίθεται στη μετανάστευση μεγάλης κλίμακας. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα προσεγγίζει την «ελεύθερη μετακίνηση της εργασίας» ως κομμάτι της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης –κάτι που ωφελεί τις μεγάλες εταιρείες και όχι τους απλούς ανθρώπους. Η αντίθεσή τους στη μετανάστευση δεν βασίζεται στον ρατσισμό –όπως συμβαίνει με την περίπτωση του BNP και άλλων ακροδεξιών κομμάτων της Ευρώπης– αλλά στη σοσιαλιστική του ιδεολογία.
Μια πρόσφατη έκδοση του Σοσιαλιστικού Κόμματος υποστήριζε ότι η μετανάστευση των εργατών στα πλαίσια της Ε.Ε. «οξύνει τις αντιθέσεις μεταξύ των φτωχών και των πλουσίων, αλλά και τον ανταγωνισμό των διαφορετικών ομάδων εργατών στα πλαίσια της Ε.Ε.». Αντί να φωνάζει υπέρ της ελεύθερης μετακίνησης, όπως κάνουν τα υπόλοιπα κόμματα της Ευρώπης, το Σοσιαλιστικό Κόμμα προωθεί πολιτικές «που θα καταστήσουν μη αναγκαία τη μετανάστευση», ενώ καλεί την Ε.Ε. να προσανατολίσει τους πόρους της προς τις φτωχότερες περιοχές της ηπείρου, ώστε αυτές να μπορούν να αυτοπροστατευτούν.
Το Σοσιαλιστικό κόμμα υποστηρίζει ότι η μετανάστευση είναι ένα στρατήγημα των καπιταλιστών για να μειώσουν τους μισθούς. Η αντίθεση του Σοσιαλιστικού Κόμματος προς τη μετανάστευση μεγάλης κλίμακας δεν είναι τωρινή. Κατά τη δεκαετία του 1980, η μπροσούρα του κόμματος με τίτλο, «Ξένοι Εργάτες και Κεφάλαιο», κατήγγειλε τη μετανάστευση ξένων εργατών στην Ολλανδία, ως μια καπιταλιστική στρατηγική για τη μείωση των μισθών και τη διάρρηξη της αλληλεγγύης της εργατικής τάξης. Η θέση αυτή απέχει έτη φωτός από εκείνες της βρετανικής αριστεράς, η οποία –παρά τα αδιάσειστα στοιχεία ότι η μετανάστευση μεγάλης κλίμακας όντως μειώνει τους μισθούς– υποστηρίζει μια πολιτική ανοιχτών συνόρων. Με το να υποστηρίζει τέτοιες θέσεις, δεν ευθυγραμμίζεται μόνον με τη θέληση των μεγάλων εταιρειών, που για προφανείς λόγους αποδέχονται την εισαγωγή χαμηλόμισθων εργατών στην αγορά εργασίας· προωθούν επίσης μια αντιδημοφιλή σε πάρα πολλά τμήματα του εκλογικού σώματος πολιτική, η οποία θα καταστεί ακόμα περισσότερο απωθητική, καθώς η ανεργία αυξάνεται. Η επιτυχία του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ολλανδίας αποδεικνύει ότι υπάρχουν πολλές ψήφοι που μπορούν να κερδηθούν από ένα αυθεντικά αριστερό κόμμα που έχει το κουράγιο και τη λογική να αντιπαρατεθεί στη μετανάστευση μεγάλης κλίμακας πάνω σε μια μη ρατσιστική, αντικαπιταλιστική βάση.
Νιλ Κλαρκ
Φυσικά, το γεγονός ότι διαθέτουν μια από τις πιο χαρισματικές –και φωτογενείς– Ευρωπαίες ηγέτιδες, τη 41χρονη επιδημιολόγο Άγκνες Καντ, δεν τους κάνει διόλου κακό. Μέρος της απήχησής του μεταξύ των ψηφοφόρων έχει να κάνει με τις απόψεις του πάνω σ’ ένα συγκεκριμένο ζήτημα, το οποίο το διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κόμματα της αριστεράς: Αντιτίθεται στη μετανάστευση μεγάλης κλίμακας. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα προσεγγίζει την «ελεύθερη μετακίνηση της εργασίας» ως κομμάτι της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης –κάτι που ωφελεί τις μεγάλες εταιρείες και όχι τους απλούς ανθρώπους. Η αντίθεσή τους στη μετανάστευση δεν βασίζεται στον ρατσισμό –όπως συμβαίνει με την περίπτωση του BNP και άλλων ακροδεξιών κομμάτων της Ευρώπης– αλλά στη σοσιαλιστική του ιδεολογία.
Μια πρόσφατη έκδοση του Σοσιαλιστικού Κόμματος υποστήριζε ότι η μετανάστευση των εργατών στα πλαίσια της Ε.Ε. «οξύνει τις αντιθέσεις μεταξύ των φτωχών και των πλουσίων, αλλά και τον ανταγωνισμό των διαφορετικών ομάδων εργατών στα πλαίσια της Ε.Ε.». Αντί να φωνάζει υπέρ της ελεύθερης μετακίνησης, όπως κάνουν τα υπόλοιπα κόμματα της Ευρώπης, το Σοσιαλιστικό Κόμμα προωθεί πολιτικές «που θα καταστήσουν μη αναγκαία τη μετανάστευση», ενώ καλεί την Ε.Ε. να προσανατολίσει τους πόρους της προς τις φτωχότερες περιοχές της ηπείρου, ώστε αυτές να μπορούν να αυτοπροστατευτούν.
Το Σοσιαλιστικό κόμμα υποστηρίζει ότι η μετανάστευση είναι ένα στρατήγημα των καπιταλιστών για να μειώσουν τους μισθούς. Η αντίθεση του Σοσιαλιστικού Κόμματος προς τη μετανάστευση μεγάλης κλίμακας δεν είναι τωρινή. Κατά τη δεκαετία του 1980, η μπροσούρα του κόμματος με τίτλο, «Ξένοι Εργάτες και Κεφάλαιο», κατήγγειλε τη μετανάστευση ξένων εργατών στην Ολλανδία, ως μια καπιταλιστική στρατηγική για τη μείωση των μισθών και τη διάρρηξη της αλληλεγγύης της εργατικής τάξης. Η θέση αυτή απέχει έτη φωτός από εκείνες της βρετανικής αριστεράς, η οποία –παρά τα αδιάσειστα στοιχεία ότι η μετανάστευση μεγάλης κλίμακας όντως μειώνει τους μισθούς– υποστηρίζει μια πολιτική ανοιχτών συνόρων. Με το να υποστηρίζει τέτοιες θέσεις, δεν ευθυγραμμίζεται μόνον με τη θέληση των μεγάλων εταιρειών, που για προφανείς λόγους αποδέχονται την εισαγωγή χαμηλόμισθων εργατών στην αγορά εργασίας· προωθούν επίσης μια αντιδημοφιλή σε πάρα πολλά τμήματα του εκλογικού σώματος πολιτική, η οποία θα καταστεί ακόμα περισσότερο απωθητική, καθώς η ανεργία αυξάνεται. Η επιτυχία του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ολλανδίας αποδεικνύει ότι υπάρχουν πολλές ψήφοι που μπορούν να κερδηθούν από ένα αυθεντικά αριστερό κόμμα που έχει το κουράγιο και τη λογική να αντιπαρατεθεί στη μετανάστευση μεγάλης κλίμακας πάνω σε μια μη ρατσιστική, αντικαπιταλιστική βάση.
Νιλ Κλαρκ
εφημερίδα First Post, 24/11/08
Ετικέτες
Κοινωνία,
Μεταναστευτικό
Μεταναστευτικό (4)

ΟΧΙ ΣΤΟ ΛΑΟΚΤΟΝΟ ΚΑΙ ΕΘΝΟΜΗΔΕΝΙΣΤΙΚΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ
Το υπό έγκριση νομοσχέδιο του ΠΑΣΟΚ για την απόκτηση ελληνικής ιθαγένειας από τους μετανάστες θα μεταβάλει, εάν εγκριθεί, ριζικά τον χαρακτήρα και την φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται για ένα πανάθλιο, τυχοδιωκτικό εφεύρημα το οποίο επικαλείται ευγενείς σκοπούς, επιτυγχάνοντας τα εκ διαμέτρου αντίθετα αποτελέσματα. Συγκεκριμένα:
Α) Παγιώνει ένα καθεστώς άνευ όρων αποδοχής των γιγάντιων μεταναστευτικών ρευμάτων που αντιμετωπίζει και θα αντιμετωπίσει στο μέλλον η χώρα μας. Ενώ η παρασιτική Ελλάδα ήδη καταρρέει εθνικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά μην μπορώντας να εξασφαλίσει το μέλλον του ίδιου του ελληνικού λαού, οι κυβερνώντες ετοιμάζονται να προσθέσουν με τις μαζικές πολιτογραφήσεις επιπλέον εμπόδια σε οποιαδήποτε προσπάθεια υπέρβασης της βαθιάς κρίσης. Η πολιτική της ελληνοποίησης–εξπρές γίνεται προς το συμφέρον των πολυεθνικών, των κομματαρχαίων του ΠΑΣΟΚ και όλων εκείνων που θέλουν τη διαιώνιση ενός καθεστώτος μαύρης εργασίας και δουλοκτητικής εκμετάλλευσης των διαρκώς νέων κυμάτων λαθρομεταναστών, που αναπόφευκτα θα φέρει, καθώς και της συμπίεσης προς τα κάτω των εργασιακών δικαιωμάτων των Ελλήνων εργαζομένων.
Β) Ενθαρρύνει αντί να προλαμβάνει το ενδεχόμενο εμφάνισης πολιτιστικών συγκρούσεων μεγάλης κλίμακας στο εσωτερικό της ήδη σε κρίση ελληνικής κοινωνίας. Οι πολιτογραφήσεις-εξπρές που προβλέπονται, αφορούν κυρίως τα μαζικά κύματα ισλαμιστών μεταναστών, οι οποίοι μάλιστα προέρχονται από χώρες και περιοχές όπου αναπτύσσεται μια αντιδραστική και ανελεύθερη εκδοχή του Ισλάμ. Κανείς όμως δεν είναι διατεθειμένος να υπονομεύσει πολιτικές και πολιτιστικές κατακτήσεις που κέρδισε ο ελληνικός λαός με αγώνες και θυσίες, στ’ όνομα μιας κίβδηλης και ψευδεπίγραφης ανεκτικότητας. Ούτε βέβαια ξεχνάει κανείς πως η γειτονική, ιμπεριαλιστική Τουρκία χρησιμοποιεί συστηματικά ως στρατηγικό της χαρτί το Ισλάμ προκειμένου να παγιώσει τις σφαίρες επιρροής της σ’ ολόκληρα τα Βαλκάνια, υλοποιώντας τα νέο-οθωμανικά της σχέδια.
Γ) Εκμεταλλεύεται τα καθοριστικά για έναν λαό και μια πολιτεία ζητήματα της ιθαγένειας και της πολιτοφροσύνης για μικροκομματικούς και μικροεξουσιαστικούς σκοπούς, αδιαφορώντας πλήρως για τις τραγικές συνέπειες που το νομοσχέδιο θα επιφέρει. Οι εθνομηδενιστές ιθύνοντες της κυβέρνησης λειτουργούν ως μαθητευόμενοι μάγοι, παίζοντας με την φωτιά για μικροκομματικά οφέλη και εξουσιαστικές σκοπιμότητες, προκειμένου να δημιουργήσουν ένα νέο εκλογικό κοινό, το οποίο θα είναι δεμένο μαζί τους με όρους πελατείας και πατρωνίας που θυμίζουν Μεσαίωνα.
Δ) Στο εσωτερικό της χώρας, δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε να ταυτιστεί η δίκαιη και πλειοψηφική αντίθεση του ελληνικού λαού σ’ αυτές τις μεθοδεύσεις, με την άκρα δεξιά. Δεδομένης της εγκατάλειψης των λαϊκών συμφερόντων από την δήθεν αριστερά, και της σιγής ιχθύος που τηρεί η λεγόμενη κεντροδεξιά, το αποτέλεσμα είναι να ενισχύεται το δίπολο «εθνομηδενισμός»–«ρατσιστικός φασισμός»· μια τέτοια εξέλιξη έχει ευνοήσει σε όλο τον κόσμο τις δυνάμεις του κοσμοπολίτικου κεφαλαίου για την προώθηση των σχεδίων τους, μια και η ταύτιση με την άκρα δεξιά, χρησιμεύει παντού για να ενοχοποιεί και να ακυρώνει τα πλειοψηφικά αισθήματα των λαών.
Το νομοσχέδιο είναι απαράδεκτο και θα πρέπει να αποσυρθεί άμεσα. Είναι σαφές πως ο ελληνικός λαός αντιτίθεται δραστικά στα προτεινόμενα μέτρα. Η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να λάβει υπόψη την θέληση του ελληνικού λαού και να αποσύρει το υπό συζήτηση νομοσχέδιο άμεσα. Ο ελληνικός λαός θα πρέπει να κινητοποιηθεί, συγκροτώντας ένα μαζικό κίνημα εναντίον του προτεινόμενου νομοσχεδίου.
Βέβαια, η επαγρύπνηση του ελληνικού λαού θα πρέπει να συνεχιστεί. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, η οποία είναι ήδη αποδεδειγμένα στα μάτια του ελληνικού λαού κυβέρνηση περιορισμένης ευθύνης, έχει ταχθεί μέσω του επικεφαλής της, Γιώργου Παπανδρέου από θέση αρχής υπέρ των πολυπολιτισμικών, εθνο-αποδομητικών εγχειρημάτων που προωθεί το κοσμοπολίτικο κεφάλαιο. Γι’ αυτό περιφέρεται στα διεθνή φόρα επιδεικνύοντας μπροστά στους επιχειρηματίες και τους πολιτικούς ταγούς της παγκοσμιοποίησης τα κατορθώματα της κυβέρνησής του, ακόμα και εάν αυτά υπονομεύουν καθοριστικά το μέλλον του ίδιου του λαού του.
Οι δυνάμεις της αποσύνθεσης δεν πρόκειται να επικρατήσουν. Κάθε λαός έχει δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, να καθορίζει ελεύθερα την φυσιογνωμία και τον χαρακτήρα του. Δεν θα μας αναγκάσουν τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων και των πολυεθνικών επιχειρήσεων στην υποταγή, προκειμένου να επωμιστούμε εμείς τα βάρη από τις γιγάντιες μετακινήσεις πληθυσμών που επιβάλουν οι ληστρικές τους δραστηριότητες. Ούτε βέβαια η χώρα μας θα γίνει άθυρμα για μερικά τσουβάλια ψήφων του κάθε ξιπασμένου πολιτικάντη.
Επιτέλους! Η Ελλάδα χρειάζεται μια ψύχραιμη και ρεαλιστική μεταναστευτική πολιτική, μια πολιτική που θα διεκδικήσει την ενσωμάτωση όσων μεταναστών είναι δυνατόν να ενσωματωθούν, με όρους ισότητας και αξιοπρέπειας, δίχως βεβαίως να υπονομεύεται το μέλλον της χώρας και του ελληνικού λαού.
Η ένταξη στο ελληνικό έθνος δεν γίνεται με ντιρεκτίβες των ποικιλώνυμων ΜΚΟ της Νέας Τάξης πραγμάτων, ούτε με φιρμάνια της σατράπηδων που μας κυβερνούν. Είναι ζήτημα αφομοίωσης της ελληνικής παιδείας και πολιτισμού, αλλά και το να ταυτίσει κάποιος τη μοίρα του με τη μοίρα αυτού εδώ του λαού. Υπ’ αυτήν την έννοια είμαστε όντως διατεθειμένοι να συζητήσουμε και να ενισχύσουμε τις προσπάθειες μιας σταδιακής ενσωμάτωσης, όλων εκείνων που όντως συμμερίζονται κοινές αξίες μαζί μας. Σε καμία περίπτωση όμως δεν θα δεχθούμε να αποβεί αυτή ένα χυδαίο άλλοθι για την ολοκληρωτική διάλυση της χώρας μας…
Περιοδικό Άρδην - Εφημερίδα Ρήξη
Ετικέτες
Μεταναστευτικό
Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010
Απόδοση ιθαγένειας (Μεταναστευτικό 3)

a
a
1. Η γερμανική νομοθεσία για την απόδοση ιθαγένειας
Η γερμανική νομοθεσία για την απόδοση της ιθαγένειας τροποποιήθηκε πρόσφατα με την εισαγωγή της Νομοθεσίας για την κρατική υπηκοότητα (Staatsangeröhigkeitsgesetz). Στην Γερμανία πολίτης καθίσταται κάποιος εάν:
Έχει έναν γονέα Γερμανό πολίτη με τη γέννηση του (Abstammungsprinzip, κριτήριο προέλευσης. Πρόκειται για εφαρμογή της νομικής έννοιας του δικαίου του αίματος ήτοι της εθνοφυλετικής καταγωγής (jus sanguinis). Όσον αφορά στην διαδικασία της πολιτογράφησης, της ένταξης, δηλαδή, αλλοδαπών στην γερμανική κοινωνία, η γερμανική νομοθεσία προβλέπει ότι ένας μετανάστης αποκτά το δικαίωμα πολιτογράφησης (Einbürgerung) εάν έχει γεννηθεί στην επικράτεια του γερμανικού κράτους (Geburtsortprinzip, κριτήριο τόπου γέννησης. Πρόκειται για εφαρμογή της νομικής έννοιας του δικαίου του εδάφους (jus soli). Η πολιτογράφηση πραγματοποιείται μόνον σε περίπτωση που ισχύουν όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α. Να είναι επί οκτώ (8) συνεχόμενα έτη μόνιμος και νόμιμος κάτοικος της Γερμανίας.
β. Να γνωρίζει την γερμανική γλώσσα σε ικανοποιητικό επίπεδο.
γ. Να έχει λευκό ποινικό μητρώο.
δ. Να αποδέχεται τις αρχές του γερμανικού Συντάγματος.
ε. Να έχει την δυνατότητα οικονομικής αυτοσυντήρησης.
στ. Να αποποιηθεί της προηγούμενης ιθαγένειάς του.
Εξαιρούνται οι πολίτες κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι μπορούν να διατηρήσουν την ιθαγένεια της χώρας προέλευσής τους. Τα τέκνα αλλοδαπών γονέων, τα οποία έχουν γεννηθεί στην Γερμανία, λαμβάνουν την γερμανική υπηκοότητα μόνον σε περίπτωση που έχουν γεννηθεί μετά την 1/1/2000 και ο ένας εκ των δύο γονέων τους διέθετε άδεια αορίστου χρόνου διάρκειας τριών (3) ετών προτού το τέκνο γεννηθεί και συνολικά οκτώ (8) έτη νόμιμης κατοικίας στην Γερμανία. Και πάλι η γερμανική ιθαγένεια δεν απονέμεται κατά τρόπο αυτόματο, αλλά κατόπιν σχετικής υποβολής αίτησης κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στη συμπλήρωση των δεκαοκτώ έως και τα είκοσι τρία έτη.
b
b
2. Η ελβετική νομοθεσία για την απόδοση ιθαγένειας
Η ελβετική νομοθεσία για την απόδοση της ιθαγένειας είναι από τις πλέον συντεταγμένες και προσεγμένες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, χαρακτηρίζεται δε από σαφές αυστηρό και οριοθετημένο νομικό πλαίσιο, διαφυλάσσοντας την ευημερία και τον τρόπο ζωής του ελβετικού κράτους. Η Ελβετία ως κράτος διαθέτει ομοσπονδιακό πολιτειακό σύστημα και η απόδοση της ιδιότητας του Ελβετού πολίτη αφορά σε επίπεδο συγκεκριμένης κοινότητας και καντονιού.Κατ’ αρχήν σε ομοσπονδιακό επίπεδο πολίτης καθίσταται κάποιος Ελβετός εάν ισχύουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
1. Έχει έναν γονέα Ελβετό πολίτη με τη γέννηση του (Πρόκειται για εφαρμογή της νομικής έννοιας του δικαίου του αίματος ήτοι της εθνοφυλετικής καταγωγής (jus sanguinis).
2. Εάν έχει υιοθετηθεί έως την ηλικία των 18 ετών, έως ότου ενηλικιωθεί, δηλαδή, από Ελβετό πολίτη. Η απόδοση της ελβετικής ιθαγένειας δεν συμβαίνει επ’ ουδενί κατά τρόπο αυτόματο, ήτοι απλώς με την γέννηση κάποιου εντός του ελβετικού κράτους. Όσον αφορά στην διαδικασία της πολιτογράφησης, της ένταξης, δηλαδή, αλλοδαπών στην ελβετική κοινωνία, η ελβετική νομοθεσία προβλέπει ότι σε ομοσπονδιακό επίπεδο ένας μετανάστης αποκτά το δικαίωμα πολιτογράφησης (Einbürgerung), σε περίπτωση που ισχύουν όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις. Ο ενδιαφερόμενος να πολιτογραφηθεί αλλοδαπός θα πρέπει:
α. Να είναι επί δώδεκα (12) συνεχόμενα έτη μόνιμος και νόμιμος κάτοικος της Ελβετίας.
β. Να έχει αφομοιωθεί από πολιτιστικής άποψης, ήτοι θα πρέπει να γνωρίζει τα ελβετικά έθιμα και τις ελβετικές πολιτιστικές παραδόσεις.
γ. Να τηρεί το νομοθετικό πλαίσιο του ελβετικού κράτους. Να μην έχει καταδικαστεί σε κάποιο είδος φυλάκισης και να μην εκκρεμούν κατηγορίες εναντίον του.
δ. Να μη θέτει σε κίνδυνο την εσωτερική ή εξωτερική ασφάλεια του ελβετικού κράτους. Η διάταξη αυτή αφορά κυρίως στους μουσουλμάνους μετανάστες ισλαμιστικών πεποιθήσεων. Σε περίπτωση απορριπτικής απόφασης επί αίτησης πολιτογράφησης, δεν υφίσταται δικαίωμα άσκησης έφεσης κατά της ως ανωτέρω απορριπτικής απόφασης.
Οι ανωτέρω (α-δ) προϋποθέσεις ισχύουν για την κατ’ αρχήν αποδοχή της αίτησης πολιτογράφησης του αλλοδαπού σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Κατόπιν ο ενδιαφερόμενος αλλοδαπός λαμβάνει την άδεια να αιτηθεί πολιτογράφησης στο επίπεδο του καντονιού και της κοινότητας. Τα επιμέρους καντόνια του ελβετικού κράτους διαθέτουν ιδιαίτερη νομοθεσία για την διαδικασία πολιτογράφησης. Οι προϋποθέσεις ποικίλουν και το χρονικό διάστημα μόνιμης και νόμιμης διαβίωσης σε κάποιο καντόνι ποικίλλει από τα δύο (2) έως και τα δώδεκα (12) έτη. Το αυτό ισχύει και για τις κοινότητες του ελβετικού κράτους.
c
c
3. Η δανική νομοθεσία για την απόδοση ιθαγένειας
Η δανική νομοθεσία για την απόδοση της ιθαγένειας. Η δανική νομοθεσία είναι ιδιαίτερα προσεγμένη και θα ήταν δυνατόν να χρησιμεύσει ως πρότυπο για αντίστοιχες μεταρρυθμίσεις στην ισχύουσα ελληνική νομοθεσία. Στην Δανία πολίτης καθίσταται κάποιος εάν:
1. Έχει έναν γονέα Δανό πολίτη με τη γέννηση του (Πρόκειται για εφαρμογή της νομικής έννοιας του δικαίου του αίματος ήτοι της εθνοφυλετικής καταγωγής (jus sanguinis).
2. Εάν έχει υιοθετηθεί έως την ηλικία των 12 ετών από Δανό πολίτη.
3. Εάν η μητέρα του παντρευτεί Δανό πολίτη πριν ο ίδιος γίνει 18 ετών.
4. Με δήλωση για τους πολίτες των λεγομένων νορδικών χωρών (Φινλανδία, Ισλανδία, Νορβηγία, Σουηδία). Πρόκειται ουσιαστικά για μια απλοποιημένη διαδικασία πολιτογράφησης υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ενδιαφέρον είναι ότι το σημείο αυτό, όπως και το (1) εισάγουν όρους εθνοφυλετικής καταγωγής και πολιτισμικής συνάφειας στην απόδοση ιθαγένειας.
5. Με πολιτογράφηση. Στην περίπτωση της πολιτογράφησης, ο ενδιαφερόμενος μετανάστης οφείλει να προχωρήσει σε μία σειρά ενεργειών. Αυτές είναι οι κατωτέρω:
α. Ένα είδος επίσημης δήλωσης πίστης στη Δανία.
β. Πρέπει να αναφέρει όλες τις παραβάσεις που έχει κάνει ή για τις οποίες έχει κατηγορηθεί, ακόμα και για κάτι τόσο ασήμαντο όσο ένα πρόστιμο για υπερβολική ταχύτητα. Αν αργότερα διαπιστωθεί ότι ο μετανάστης είχε αποκρύψει κάποιο στοιχείο, είναι εφικτή η ανάκληση της απόδοσης ιθαγένειας.
γ. Να αποποιηθεί την προηγούμενη ιθαγένειά του.
δ. Να είναι επί εννέα (9) συνεχόμενα έτη μόνιμος και νόμιμος κάτοικος της Δανίας.
ε. Να μην έχει καταδικαστεί σε κάποιο είδος φυλάκισης και να μην εκκρεμούν κατηγορίες εναντίον του. Για κάποια δε αδικήματα προστίθεται χρόνος τον οποίο πρέπει να περιμένει κάποιος για να μπορέσει να πολιτογραφηθεί.
στ. Να μη χρωστά στο κράτος.
ζ. Να συντηρεί τον εαυτό του, να μην έχει δεχτεί κανενός είδους κρατικής κοινωνικής βοήθειας ή επιδόματος για χρονικό διάστημα, το οποίο θα καλύπτει τα τεσσεράμισι (4,5 ) τουλάχιστον από τα τελευταία πέντε (5 ) έτη.
η. Γνώση της δανέζικης γλώσσας είτε με ειδικό τεστ είτε έχοντας περάσει τις εξετάσεις μετά την τρίτη τάξη του Γυμνασίου.
θ. Να περάσει από τεστ πολίτη που εξετάζει τις γνώσεις του για τη κοινωνία, κουλτούρα και ιστορία της Δανίας.
d
d
4. Το προτεινόμενο ελληνικό νομοσχέδιο
Το προτεινόμενο νομοσχέδιο της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου, σε αντίθεση με την κυρίαρχη νομοθεσία στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, προβλέπει ιδαίτερα συνοπτικές και ευνοικές για τους μετανάστες και λαθρομετανάστες προϋποθέσεις πολιτογράφησης:
1. Παρέχει την ελληνική ιθαγένεια κατά τρόπο αυτόματο, ήτοι χωρίς κάποια υποχρέωση υποβολής δήλωσης, με τη γέννηση, σε τέκνα μεταναστών, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει πενταετία νόμιμης παραμονής στην Ελλάδα και αυτό μάλιστα με μία απλή υπεύθυνη δήλωση των γονέων τους.
2. Παρέχει την ελληνική ιθαγένεια κατά τρόπο αυτόματο, ήτοι χωρίς κάποια υποχρέωση υποβολής δήλωσης, με τη γέννηση σε τέκνα μεταναστών, τα οποία παρακολούθησαν έξι (6) έτη διδασκαλίας και μάλιστα όχι συνεχόμενα σε ελληνικό σχολείο, ανεξαρτήτως νομικού καθεστώτος των γονέων τους, με μία απλή υπεύθυνη δήλωση των γονέων τους. Σε περίπτωση δε που οι γονείς αμελήσουν να υποβάλουν την ανωτέρω δήλωση για ως άνω αναφερόμενες περιπτώσεις, τα τέκνα αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια κατά τρόπο αυτόματο με μία απλή δήλωση κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στη συμπλήρωση των δεκαοκτώ έως και τα είκοσι ένα έτη.
3. Παρέχει την ελληνική ιθαγένεια σε τέκνα μεταναστών, τα οποία παρακολούθησαν τα τρία (3) πρώτα έτη της υποχρεωτικής πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα άτομα αυτά θα αποκτούν, όπως και στην περίπτωση (2) την ελληνική ιθαγένεια κατά τρόπο αυτόματο με μία απλή δήλωση κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στη συμπλήρωση των δεκαοκτώ έως και τα είκοσι ένα έτη.
4. Παρέχει την ελληνική ιθαγένεια κατά τρόπο αυτόματο, ήτοι χωρίς κάποια υποχρέωση υποβολής δήλωσης, σε τέκνα μετανάστη γονέα, ο οποίος γεννήθηκε και κατοικεί μόνιμα στην Ελλάδα από τη γέννησή του.
5. Σε περίπτωση, κατά την οποία ένας ενήλικας μετανάστης δεν εμπίπτει σε κάποια εκ των ανωτέρω τεσσάρων κατηγοριών, θεωρείται προϋπόθεση πολιτογράφησης η απλή διαμονή στην Ελλάδα επί πέντε (5) από τα τελευταία δέκα (10) έτη.
Το προτεινόμενο νομοσχέδιο συνιστά νομική υποχώρηση και αναχρονιστικό πλαίσιο αναφοράς της πολιτογράφησης των μεταναστών, τελεί δε σε ριζική ασυμφωνία με την ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία. Και αυτό διότι η διαδικασία της πολιτογράφησης πραγματοποιείται με ιδιαίτερα απλουστευμένο και πρόχειρο τρόπο για τους μετανάστες της δεύτερης γενιάς και εντελώς αυτόματα για τους μετανάστες της τρίτης γενιάς. Οι διαφορές ανάμεσα στο πρότυπο της Γερμανίας, της Ελβετίας και της Δανίας και στις προτεινόμενες νομοθετικές μεταβολές στην Ελλάδα είναι πολυάριθμες και δεν αφορούν απλώς στους τύπους, αλλά και την ουσία του νόμου. Το προτεινόμενο ελληνικό πλαίσιο ουσιαστικά προχωρεί στην πολιτογράφηση όλων σχεδόν των μεταναστών και των λαθρομεταναστών. Ενώ στην Δανία απαιτείται η οικονομική αυτοσυντήρηση του μετανάστη και η επί εννέα έτη σταθερή παραμονή του και φυσικά η κατά το διάστημα αυτό άμεμπτη από νομικής άποψης συμπεριφορά του, στο προτεινόμενο ελληνικό νομοσχέδιο το διάστημα αυτό μειώνεται δραστικά στα πέντε έτη, χωρίς αυτό το χρονικό διάστημα να απαιτείται να είναι συνεχές, ενώ δεν υπάρχει ρήτρα για την ενδεχόμενη παραβατική συμπεριφορά του μετανάστη. Όσον αφορά δε στην εκπαίδευση των μεταναστών απαιτείται απλώς τριετής υποχρεωτική παρακολούθηση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή ο μετανάστης να έχει φοιτήσει έως την Γ΄ Δημοτικού. Με αυτόν τον τρόπο το ελληνικό κράτος θα καταστεί πόλος έλξης ενός ακατάρτιστου και χωρίς πολιτιστικό υπόβαθρο, πληθυσμού μεταναστών, ενώ στην Δανία και την Ελβετία το νομοσχέδιο λαμβάνει πρόνοια για την προσέλκυση μεταναστών με τεχνικές δεξιότητες και γνώσεις. Σε γενικές δε γραμμές η απόδοση της ιθαγένειας πραγματοποιείται πολύ πιο επιμελημένα και έπειτα από αυξημένο χρονικό διάστημα παραμονής στην εκάστοτε χώρα σε σχέση με το προτεινόμενο ελληνικό νομοσχέδιο.Ενώ στην Δανία απαιτείται η ταυτόχρονη αποποίηση της προγενέστερης ιθαγένειας, στην Ελλάδα ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν εξετάζεται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ωστόσο, συντηρείται το ψυχικό και ιδεολογικό ρήγμα με το ελληνικό κράτος και δυσχεραίνεται η διαδικασία ομαλής αφομοίωσης των μεταναστών.
e
f
(Σημ. ΔΕΕ: Οι επισημάνσεις δικές μου)
Ετικέτες
Μεταναστευτικό
Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010
Μεταναστευτικό, το τέλος μιας χώρας (2)

Αντί άλλης αναρτήσεως επιλέξαμε ως πρώτο κείμενο του νέου έτους το άρθρο του Καθηγητή κ. Γιώργου Πιπερόπουλου για το Μεταναστευτικό, το οποίο, όπως έχω ήδη τονίσει "...θα αποτελέσει ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα του αμέσου μέλλοντος, λυδία λίθο όσων πραγματικά ενδιαφέρονται για την χώρα, κύριο μοχλό πολιτικών εξελίξεων και αποφασιστικό κριτήριο επιβίωσής μας ως λαού, αλλά και ως νεοελληνικού πολιτισμού ή έστω τρόπου ζωής..."
ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ
ΚΑΙ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ
ΚΑΙ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ
Αναμφίβολα η φτώχεια η οποία μαστίζει σχεδόν τα μισό πληθυσμό της ανθρωπότητας των 6 και πλέον δισεκατομμυρίων ατόμων (σχεδόν 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι ζούνε με λιγότερο από 40 ευρώ τον μήνα) γίνεται ΚΙΝΗΤΡΟ για την αναζήτηση ενός καλύτερου αύριο σε κάποια από τις αναπτυγμένες όπως και τις αναπτυσσόμενες χώρες.
Του Καθηγητή ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΠΕΡΟΠΟΥΛΟΥ
Ο έλεγχος εκείνων που προσπαθούν (και συχνά πετυχαίνουν) να εισέλθουν παράνομα στη χώρα μας έπρεπε να θεωρείται “εκ των ων ουκ άνευ” (ή όπως το θέλει λατινιστί η διεθνής κοινότητα sine qua non…). ΔΕΝ αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο έλλειψης ΑΝΘΡΩΠΙΑΣ η απαγόρευση όπως και η επιστροφή στην γείτονα Τουρκία εκείνων που εισήλθαν παράνομα στην ΕΛΛΑΔΑ, καθότι η συνεχής ροή θα έχει ως νομοτελειακή κατάληξη το Ελληνικό Κράτος να γίνει ΑΠΑΝΘΡΩΠΟ απέναντι στους δικούς τους πολίτες.
Μελετώντας τους περισσότερους από 800,000 συμπατριώτες μας που πήγαν να δουλέψουν στην Ευρώπη και κυρίαρχα στην τότε Δυτική Γερμανία στην Διδακτορική μου διατριβή το 1970 “zur problematik der griechischen arbeitnehmer in der Bundesrepublik Deutschland” διαπίστωσα ότι είχαν υποστεί από τις Ελληνο – Γερμανικές Επιτροπές που λειτουργούσαν στην Ελλάδα ΠΟΛΛΟΥΣ εξονυχιστικούς ελέγχους για θέματα υγείας και ΓΝΩΡΙΖΑΝ επακριβώς οι Γερμανικές Αρχές που θα εργαζόταν ο καθένας και η καθεμιά τους και ποια ακριβώς ήταν η διεύθυνση κατοικίας τους στην Γερμανία.Πώς να τολμήσει να περάσει τα τότε σύνορα της Δυτικής Γερμανίας ένας ή περισσότεροι λαθραίοι Έλληνες, Γιουγκοσλάβοι, Ιταλοί, Ισπανοί, Πορτογάλοι και, φυσικά, Τούρκοι;
Βέβαια στο “ξέφραγο αμπέλι”, που μοιάζει να είναι εδώ και μερικές δεκαετίες η Ελλάδα πώς να περιμένει κανείς κάτι τέτοιο ιδιαίτερα μάλιστα όταν κάθε ώρα του 24ωρου οι Τούρκοι δουλέμποροι ξεφορτώνουν το ανθρώπινο (σαφώς ταλαιπωρημένο) φορτίο τους σε κάποιο ελληνικό νησί…
Το “παραμύθι” των ταλαιπωρημένων και οικονομικά “πάμφτωχων” λαθρομεταναστών ιδιαίτερα από Πακιστάν και Αφγανιστάν είναι ΔΥΣΚΟΛΟΧΩΝΕΥΤΟ όταν γνωρίζει κανείς ότι σε εκείνες τις χώρες το μηνιάτικο είναι της τάξης των 30 ευρώ αλλά κάθε άτομο πληρώνει στους Τούρκους δουλεμπόρους 2 και 3 χιλιάδες ευρώ (εάν κάποιος διαθέτει τόσα χρήματα ΓΙΑΤΙ να έρθει με τόσες ταλαιπωρίες και με αμφίβολη έκβαση της προσπάθειάς του στην Ελλάδα;) Είναι – σε αναλογία λογικής και οικονομικής φύσεως – σαν να είχα βρει εγώ γράφοντας την διδακτορική μου διατριβή ότι στις δεκαετίες του 1950, 1960 και λιγότερο του 1970 οι Έλληνες αφήνανε τις βίλλες τους στο Πανόραμα ή τη Γλυφάδα, δεν τους ήταν αρκετά τα 70 ή 80 χιλιάδες ευρώ το χρόνο και γινόντουσαν μετανάστες (gastarbeiter) στη Δυτική Γερμανία ζώντας με άλλους 3,4 ή και 5 στο ίδιο δωμάτιο για να εισπράξουνε….χίλια ευρώ το μήνα!!!!Υπάρχουν λοιπόν και ΑΔΙΕΡΕΥΝΗΤΕΣ και ΔΥΣΝΟΗΤΕΣ διαστάσεις στο θέμα των λαθρομεταναστών που έχουν κατακλύσει σε απίστευτα μεγέθη την Ελλάδα μας…Γνωρίζουμε ΟΛΟΙ ότι έγινε πρόσφατα δημοψήφισμα την ΕΛΒΕΤΙΑ καθώς ο Αλβανικής καταγωγής ηγέτης των μουσουλμάνων που ζούνε και εργάζονται εκεί είχε ζητήσει την ανέγερση νέων τεμενών και μιναρέδων σε Ελβετική γη. Σε ότι αφορά αυτό το δημοψήφισμα που έγινε πρόσφατα στην ΕΛΒΕΤΙΑ αποδείχτηκε πρακτικά ότι στην ΕΛΛΑΔΑ «ΞΕΠΕΡΑΣΑΝΕ» πολλοί Έλληνες δημοσιογράφοι «στα γρήγορα» το ΚΡΙΣΙΜΟ σημείο αναφοράς που ήταν η ουσία του Δημοψηφίσματος δηλαδή την ανέγερση μουσουλμανικών τεμενών και μιναρέδων για τους περίπου 300 με 400 χιλιάδες ΝΟΜΙΜΟΥΣ μετανάστες μουσουλμάνους (που προέρχονται κυρίως από την Αλβανία, Βοσνία, Κόσσοβο και Τουρκία) που φιλοξενούνται εκεί…
Ο ΕΛΒΕΤΙΚΟΣ λαός ΑΠΕΡΡΙΨΕ το αίτημα των μουσουλμάνων και του Αλβανού ηγέτη τους. Στην Ελλάδα ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ έγινε για ΠΡΩΤΗ φορά στον 21ο αιώνα στις 29 Νοεμβρίου 2009 για επιλογή Προέδρου της Ν.Δ. όπου διαπιστώθηκε (να μου επιτραπεί η μεταφορά και απόδοση στη νεοελληνική του Βιβλικού αποφθέγματος ότι τελικά ήταν «άλλες οι επιθυμίες των ΚΥΡΙΩΝ και άλλα πρόσταξε ο ΛΑΟΣ!»)
Προσωπικά λέω ΝΑΙ ΣΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ από έναν λαό που ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΡΑΤΣΙΣΤΗΣ αλλά λαός με πλούσια εμπειρία και ως χώρα ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ και ως χώρα ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ…Γεννήθηκα γιος Πόντιου Πατέρα και Θρακιώτισας Μικρασιάτισας Μητέρας και έχω περάσει τη μισή ζωή μου σε Αμερική και Ευρώπη. ΕΧΩ το δικαίωμα να δηλώνω ότι ΒΙΩΣΑ-ΕΖΗΣΑ και είμαι εμπειρικός ΓΝΩΣΤΗΣ τόσο της τραγικότητας που συνδέεται με την προσφυγιά όσο και της οδύνης που χαρακτηρίζει και χαράζει βαθειά μέσα στον ψυχικό κόσμο μας την μοναξιά της μετανάστευσης…
ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ που ΤΡΟΜΑΖΕΙ κάποιους πολιτικούς μας ΠΡΕΠΕΙ να γίνει το συντομότερο δυνατόν!… Μήνυμα προς την Επιτροπή Εθνικής Σωτηρίας Φυσικά και είμαι μαζί σας! Υπάρχει Έλληνας εντός ή εκτός Ελλάδος που διατηρεί μόνο την ελληνική ή και έχει πάρει και μιά άλλη υπηκοότητα από Αμερική, Καναδά μέχρι Αγγλία, Γερμανία και μετά Αυστραλία που θα δώσει τόσο εύκολα την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ επειδή έτσι το θέλει ο κ Ραγκούσης, ο κ Παπανδρέου η το επιβάλλει η Ε.Ε.;;; Και, σημείωσέ το αυτό, σε ΑΓΝΩΣΤΟΥΣ ξένους (στην πλειονότητά τους Μουσουλμάνους οι οποίοι όπως γνωρίζουμε όλοι όσοι ασχολούμαστε με την κοινωνιολογία – ιδιαίτερα το αισθάνονται στα οικονομικά τους οι Γερμανοί) αποκτούν 5,6,7 παιδιά και ζούνε από τα εισπρατόμενα ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ χωρίς να εργάζονται!!!! Οι οποίοι μόλις πάρουν υπηκοότητα και ιθαγένεια έχουν δικαίωμα να προσκαλέσουν επίσημα στην Ελλάδα συγγενείς ΠΡΩΤΟΥ βαθμού οπότε πάνε για εκατομμύρια νέων…Ελλήνων!!! ΟΧΙ, βέβαια!!!Καλή πρωτοχρονιά Γ. ΠΙΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ
(Σημ. ΔΕΕ: Οι επισημάνσεις δικές μου)
Ετικέτες
Επικαιρότητα,
Μεταναστευτικό
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
