Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Ιστορικός αναθεωρητισμός (4)


Στην προηγούμενη ανάρτηση είχα παρουσιάσει το άρθρο κάποιου δημοσιογράφου στην κάποτε «Δεξιά», «συντηρητική» και «φιλοβασιλική» εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ο οποίος «πυροβολούσε» κατά του Ιστορικού Αναθεωρητισμού, διότι άνοιγε ο δρόμος για την αμφισβήτηση του Ολοκαυτώματος και κυρίως επειδή «…Στον επικίνδυνο χορό του ιστορικού αναθεωρητισμού, μπήκε τελευταία και το Συμβούλιο της Ευρώπης με το μνημόνιο «για την διεθνή καταδίκη των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων» που εγκρίθηκε από την Πολιτική Επιτροπή της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης και θα τεθεί για έγκριση στην Ολομέλειά της, στα τέλη Ιανουαρίου. Το μνημόνιο αναφέρει ότι ήταν λάθος που ποινικοποιήθηκαν, με τη δίκη της Νυρεμβέργης, μόνον οι Ναζί και οι φασίστες και όχι οι κομμουνιστές, αποδοκιμάζει δε το γεγονός ότι συνεχίζουν να δρουν ελεύθερα στην Ευρώπη κομμουνιστικά κόμματα που δεν έχουν αποδοκιμάσει το ένοχο κομμουνιστικό παρελθόν…».
Προφανώς ο εν λόγω κύριος προσπαθούσε να «περάσει» στους αναγνώστες της εφημερίδας την «γραμμή» της ΚΟΕ (Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας), μιας από τις «περίεργες» συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ. Οι θέσεις της ΚΟΕ είχαν παρουσιαστεί σε ένα μακροσκελέστατο άρθρο με την γνωστή μαρξιστική μακαρονοειδή φλυαρία, τον Αύγουστο του 2005 εν όψει της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης.
Όσοι έχουν την υπομονή και αντέξουν να το διαβάσουν όλο, να προσέξουν τα σημεία που έχω με κόκκινο χρώμα. Πιστεύω ότι θα βγάλουν χρήσιμα και ενδιαφέροντα συμπεράσματα.
Δ.Ε.Ε.

Για τον ιστορικό αναθεωρητισμό
και την εμπέδωση του αντικομμουνισμού
Ιστορικός Αναθεωρητισμός: μια «σύγχρονη» προσπάθεια για την εμπέδωση του αντικομουνισμού στην ιστορική μνήμη
Η Νέμεση της ιστορίας
«…Είναι ασφαλώς ορθή η κρίση του Βρετανού ιστορικού Eric Hobsbawm, σύμφωνα με την οποία ο κομμουνισμός είναι το φαινόμενο που σημάδεψε τον 20ό αιώνα. Ασφαλώς, όμως, έχει δίκιο και ο Γάλλος ιστορικός Francois Furet, όταν γράφει ότι ο κομμουνισμός ήταν μια παρένθεση στην εξέλιξη της ανθρωπότητας, μια συλλογική χίμαιρα, "η ψευδαίσθηση της εποχής", για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Μαρξ. Το κομμουνιστικό σύστημα κατέρρευσε στην Ευρώπη. Καταδικάστηκε ιστορικά, με τα κριτήρια που το ίδιο όρισε στον εαυτό του: της πρακτικής του εφαρμογής και της επικράτησής του σε παγκόσμια κλίμακα. Η κατάρρευσή του επιβεβαιώνει με τον πιο πανηγυρικό τρόπο τη διάψευση της θεωρίας που τον στήριζε και αποδεικνύει τον χιμαιρικό του χαρακτήρα. Όμως, ο κομμουνισμός δεν ήταν μόνο ένα λάθος, αλλά κάτι περισσότερο: ήταν ένα έγκλημα και μάλιστα γιγαντιαίων διαστάσεων.
Αυτό συμβαίνει διότι στην καρδιά του κομμουνισμού, ως συστήματος σκέψης και πράξης, βρίσκεται η βία. Όπως γράφει ο Merleau-Ponty, το θέμα της βίας είναι κεντρικό ζήτημα στον κομμουνισμό. Και πέρα από την άσκηση άμεσης φυσικής βίας, κάθε πράξη που γίνεται με πρόθεση να βλάψει τον άλλο περιλαμβάνεται στην έννοια της βίας: το ψέμα, η απάτη, η επιβολή ενός ανελεύθερου καθεστώτος.
Για καιρό, πολλοί διανοούμενοι, ανάμεσα στους οποίους και ο Merleau-Ponty, πίστεψαν ότι, παρά το τρομοκρατικό στοιχείο με το οποίο είναι συνυφασμένος ο κομμουνισμός, παρά τα εγκλήματα που έχει διαπράξει, το κίνημα αυτό ανταποκρίνεται στις "ανθρωπιστικές προθέσεις" που έχει, εφόσον "κύρια αποστολή του μαρξισμού είναι να αναζητήσει εκείνη τη μορφή της βίας που υπερβαίνει τον εαυτό της προς την κατεύθυνση του μέλλοντος της ανθρωπότητας". Δεν είναι δυνατόν να γίνει αυτό αποδεκτό σήμερα: όχι διότι χειροτέρεψε η πρακτική του κομμουνισμού τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά διότι η εμπειρία μας μας αναγκάζει να δεχθούμε το αντίθετο συμπέρασμα από αυτό που υιοθετεί ο Merleau-Ponty, ότι δηλαδή, ο κομμουνισμός ήταν και είναι εγκληματικός, παρά τις διακηρυγμένες ανθρωπιστικές του προθέσεις οι οποίες είναι γενεσιουργές ψευδαισθήσεων σε πολλούς, ενδεχομένως καλοπροαίρετους ανθρώπους

Αυτό είναι το μήνυμα της Μαύρης Βίβλου του Κομμουνισμού».

Πρόκειται για την αρχή του προλόγου της «Μαύρης Βίβλου του Κομμουνισμού», μιας ανθολογίας «των εγκλημάτων του κομμουνισμού» που εκδόθηκε στη Γαλλία το 1997 και μεταφράστηκε στην Ελλάδα το 2001. Αυτή η «συλλογική» ανθολογία υπό το γάλλο Στεφάν Κουρτουά, γνώρισε την παγκόσμια αναγνώριση των ΜΜΕ και των διανοούμενων πρώην Ανατολής και Δύσης. Διαφημιστές αυτής της έκδοσης στη χώρα μας ήταν δημοσιογράφοι καταξιωμένοι στη συνείδηση των αρχουσών τάξεων, όπως οι Γ. Πρετεντέρης και Ρ. Σωμερίτης, που ανέλαβαν εργολαβικά την προώθηση της αντίληψης που περιγράφεται στον πρόλογο. Ακόμα και πρώην αριστεροί τύπου Σ. Κούλογλου την προέβαλαν μετά δόξης και τιμής. Η έκδοση αυτού του βιβλίου αποτέλεσε σταθμό στη «νέα» αντίληψη της ιστορίας που επιχειρείται να επικρατήσει. Παρουσίασε ως νέα στοιχεία αναμασήματα μυστικών υπηρεσιών της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου προσπαθώντας να πείσει το αναγνωστικό κοινό, ούτε λίγο ούτε πολύ ότι το κομμουνιστικό κίνημα «χρωστάει» στην ανθρωπότητα 80 με 100 εκατομμύρια νεκρούς μες στον 20ο αιώνα. (Σημ. ΔΕΕ Δηλαδή τα εκατομμύρια των νεκρών του κομμουνισμού ήσαν απλώς αποκυήματα μυστικών πρακτόρων και Υπηρεσιών του Καπιταλισμού!).
Η έκταση που πήρε η δημοσιότητα αυτής της έκδοσης (μέσα σε 2 χρόνια πούλησε 200000 αντίτυπα μόνο στη Γαλλία) μαρτυράει την ύπαρξη μιας εκστρατείας σε παγκόσμια διάσταση που την αντιθετική ενότητα λογικής και ιστορίας (ό,τι φαίνεται λογικό στην ιστορική εξέλιξη δε σημαίνει ότι επικρατεί με αυτοματισμούς, αλλά ό,τι εμπεδώνεται στην ίδια ιστορική στιγμή εξηγείται με τη μελέτη των νόμων της κοινωνικής εξέλιξης και της ταξικής πάλης) θέλει να την μεταβάλλει, με μια γραμμική λογική, σε κριτική των ιστορικών αποτελεσμάτων. Αυτό φαίνεται αθώο, μια «άλλη» άποψη για την ιστορία. Μόνο που είναι η μεθοδολογία των «νικητών», η μεταφυσική αντίληψη για την ιστορία που προωθεί η αστική τάξη και ανάγει την ιστορική εξέλιξη σε ιστορία των ατόμων και των σχέσεών τους όταν δεν παρεμβαίνει και ο θεϊκός ...δάκτυλος. Οι «νικητές» ξαναγράφουν την ιστορία, (Σημ. ΔΕΕ Όταν την ξανάγραφε ο Στάλιν εξαφανίζοντας από τις φωτογραφίες πρώην συντρόφους του που είχε εκτελέσει, τότε δεν ήταν κακό προφανώς) εξομοιώνοντας το απελευθερωτικό όραμα των λαών έτσι όπως πραγματώθηκε μέσα από την ύπαρξη του κομμουνιστικού κινήματος με τα αίσχη της ναζιστικής και φασιστικής θηριωδίας. Μιας θηριωδίας που η ίδια η αστική τάξη εξαπέλυσε στα μέσα του προηγούμενου αιώνα προκειμένου να προλάβει την αφύπνιση των καταπιεζόμενων μαζών που με γρήγορους ρυθμούς ριζοσπαστικοποιούνταν μέσα από το καμίνι του Α’ Π.Π., του κραχ του ’29 και της απελευθερωτικής δράσης του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος στο φως της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στο όνομα του αντιολοκληρωτισμού, ενοχλητικές συγχύσεις καθιστούν κοινοτοπία την απόλυτη φρίκη του ναζισμού. Συσκοτίζοντας τη φύση της αντιφασιστικής συμμαχίας που θριάμβευσε το 1945, και επωφελούμενο της ρευστότητας που περιβάλλει ορισμένες ιστορικές έννοιες, ένα νέο χρηματιστήριο αξιών τείνει να εξομοιώσει τις «διαστρεβλώσεις» του κομμουνισμού με το εθνικοσοσιαλιστικό δόγμα, το οποίο κατέστησε τη φυλή ακρογωνιαίο λίθο του.
Ο ολοκληρωτισμός σαν έννοια επικράτησε στη δυτική ορολογία αμέσως μετά την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου το 1947. Σήμαινε την ταυτοποίηση φασισμού-κομμουνισμού. Αντικαταστάθηκε η λέξη-ύβρις φασισμός στην πολιτική επιστήμη με την πιο πλατιά της (ολοκληρωτισμός) προκειμένου να ενταχθεί ο κομμουνισμός στις δυνάμεις του «απόλυτου κακού» ενώ μέχρι πριν λίγο είχε διολισθήσει στο «μικρότερο κακό» του συμμάχου για την αντιφασιστική νίκη. Ο κομμουνισμός δαιμονοποιείται, ο Στάλιν παρουσιάζεται σαν ιερέας του Βεελζεβούλ, τα ανατολικά καθεστώτα καταγγέλλονται σαν στυγνές δικτατορίες που ο φασισμός ωχριά μπροστά τους (Σημ. ΔΕΕ Δηλαδή όλα αυτά ήσαν ψέμματα των κακών καπιταλιστών;).
Ο Ιμπεριαλισμός παίρνει τη θέση του θεματοφύλακα της Δημοκρατίας παγκόσμια, προωθώντας με γοργούς ρυθμούς την εξάλειψη από την ιστορική μνήμη των εγκλημάτων του σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Α’ Π.Π., Β’ Π.Π., Χιροσίμα, Ναγκασάκι, Κορέα, Βιετνάμ, Αφρική, Χιλή, Αργεντινή, Γουατεμάλα, Κύπρος, Νικαράγουα, Παναμάς, Γιουγκοσλαβία, Παλαιστίνη, Αφγανιστάν, Ιράκ και ο κατάλογος συνεχώς μακραίνει…
Θα ‘λεγε κανείς πως ένας είναι ο στόχος όλων αυτών των κέντρων «αναθεώρησης της Ιστορίας»: η αφαίρεση από τη συλλογική συνείδηση του ρόλου των μαζών στο γράψιμο της παγκόσμιας ιστορίας, των προσπαθειών για μια κοινωνία χωρίς την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, χωρίς ιμπεριαλισμό, χωρίς πόλεμο.
Η πάλη για τον Κομμουνισμό φαντάζει σα μια σκοτεινή παρένθεση-σφήνα στην ανάπτυξη των δυνάμεων της ελεύθερης αγοράς και του «λεζέ [sic] φερ» που η αστική τάξη υπήρξε, πάλεψε γι’ αυτό. Το «Τέλος της Ιστορίας» που εξαγγέλθηκε με την αναίμακτη πτώση του ανατολικού μπλοκ το ‘89-’90 («πατέρας» της έκφρασης ο Φράνσις Φουκουγιάμα) χρησιμοποιήθηκε με την έννοια ότι ο κόσμος έφτασε στο ανώτερο και αρμονικότερο σημείο πολιτικής και οικονομικής ολοκλήρωσης, αφού το τερατώδες σχίσμα που επέφερε στην πορεία ολοκλήρωσης η μπολσεβίκικη και κομμουνιστική ουτοπία αποτελεί πλέον παρελθόν.
Διάφορα, λοιπόν, μέτωπα αναθεώρησης έχουν κάνει την εμφάνισή τους την τελευταία εικοσαετία ιδίως: κατ’ αρχήν, όπως ειπώθηκε παραπάνω, η ουσία και τα γεγονότα που περιλαμβάνουν το Β’ Π.Π. και την αντιφασιστική νίκη. Η «εγκληματολογία» της περιόδου της Μετάβασης. Η βία των εθνικοαπελευθερωτικών και κοινωνικών κινημάτων του 2ου μισού του 20ου αιώνα. Η αμφισβήτηση των κατακτήσεων του σοσιαλισμού. Η από-ενοχοποίηση του ναζισμού. Και άλλα πολλά που θ’ ανοίξουν την επόμενη περίοδο. Στη χώρα μας η ιστορία της Κατοχής και του Εμφυλίου αποτελεί πεδίο δόξης λαμπρόν για ξαναγράψιμο.

Οι πηγές αυτού του «νέου» ρεύματος. Η επιστημονική του βάση.
Παραδείγματα ..εξ Εσπερίας

Ποιος γράφει την ιστορία; Πως πρέπει να ερμηνεύεται η ιστορία; Υπό το φως του παρόντος; Η κρίση, η ανεργία, ο ρατσισμός, η κατάρρευση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας είναι φαινόμενα που έπειτα από ένα διάλειμμα 50 χρόνων επαναλαμβάνονται. Η αρχή και το τέλος του 20ου αιώνα φαίνεται τώρα να συναντώνται. Κι όλα αυτά την ώρα που οι μαζικές εξοντώσεις, όλο και πιο βιομηχανοποιημένες, θέτουν σε κίνδυνο την ιδέα μιας ανθρωπότητας που μαθαίνει και απελευθερώνεται. Αυτοί που ξανα-γράφουν την ιστορία –η αστική τάξη δηλαδή- στηρίζονται σε πάρα πολύ παλιά υλικά και μεθόδους: την απόκρυψη, τη διαστρέβλωση, το ψέμα, την κατασκευή γεγονότων, τις ελεεινότητες των απελευθερωτικών προσπαθειών (κι εδώ ο άλλος ρεβιζιονισμός, αυτός του κομμουνιστικού κινήματος, έχει συμβάλλει σε εξαιρετικό βαθμό).
Πρακτικά, δεν πρόκειται για κάτι νέο στην ιστορική επιστήμη. Ούτε εμπλουτίστηκαν ιδιαιτέρως οι πηγές που επικαλείται η αναθεωρητική σχολή, ούτε συνέβησαν συνταρακτικά γεγονότα στην εξέλιξη της ιστορικής μεθοδολογίας.
Αυτό που συνέβη είναι η αλλαγή των πολιτικών και ιδεολογικών συσχετισμών στις κοινωνίες, άρα και στους διανοούμενους, διαδικασία που συνδέεται άμεσα με τις εξελίξεις στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα τα τελευταία 30 χρόνια τουλάχιστον.
Με καίρια στιγμή γι αυτό την κατάρρευση του ’89-’91, η πίεση για ξαναδιάβασμα της ιστορίας κόντρα στο «αριστερό κατεστημένο» (όπως με πολλή ειλικρίνεια ομολογούν οι εντόπιοι αναθεωρητές) οδηγεί στην υιοθέτηση ψυχροπολεμικών εικασιών. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί η ιστορία σαν «συλλογή ατομικών ιστοριών» ξεκομμένες από το πολιτικό πλαίσιο της εποχής, τους συσχετισμούς, τα πολιτικά προτάγματα είναι το καινούργιο σ’ αυτή την υπόθεση. Θα το δούμε πιο συγκεκριμένα στην ελληνική εκδοχή του. Κατά τα’ άλλα, πρόκειται για χοντροκομμένα αναμασήματα αντικομουνιστικών θεωριών που κυκλοφορούν στην ιστορική πιάτσα πολλές δεκαετίες τώρα. (Μια προσεκτική μελέτη της Μαύρης Βίβλου ή έστω της πολεμικής που άνοιξε με την έκδοση αυτού του πονήματος δείχνει του λόγου το αληθές).
Η «αναθεωρητική σχολή» έχει τις ρίζες της στη δεκαετία του ‘80 και στον «αρνητιστή» καθηγητή Ερνστ Νόλτε. Αναθεώρηση του αριθμού των θυμάτων του ναζισμού προς τα κάτω, αποενοχοποίηση του φασισμού που «αναγκάστηκε να προσφύγει στον πόλεμο προκειμένου να μην επικρατήσει ο κομμουνισμός», αμφισβήτηση της ύπαρξης και λειτουργίας των στρατοπέδων εξόντωσης των ναζί κλπ. Αυτό δεν αφορούσε μόνο την γερμανική υπόθεση αλλά και τους υπόλοιπους «εταίρους» του άξονα. Η εξαφάνιση των εγκλημάτων των Ιαπώνων μιλιταριστών ιδίως στην Κίνα από το ’33 ως το ’45. Η «αθωότητα» του ιταλικού φασισμού –λίγα τα θύματα εκεί…- Η υποβάθμιση του ρόλου της Σ.Ε. στην αντιφασιστική νίκη με την ταυτόχρονη αναβάθμιση μαχών ή στιγμών του Β’ Π.Π. (Νορμανδία, Β. Αφρική).
(Σημ. ΔΕΕ Ο Ιστορικός Αναθεωρητισμός είναι κακός όταν πρόκειται για τους "άλλους", τους κακούς ναζιστές. Αλλά όταν τον εφαρμόζουν για να αναθεωρήσουν τα περί καλού κομμουνισμού, για την αγία Σοβιετική Ένωση και τον καλοκάγαθο πατερούλη Στάλιν, τότε ο Ιστορικός Αναθεωρητισμός είναι απαράδεκτος. Ωραία λογική και συνεπέστατη!).
Αυτό δεν αφορά μόνο τις «σχολές»: το 1994 αγνοήθηκε στην επέτειο της αντιφασιστικής νίκης ο ρώσος πρόεδρος, έστω κι αν επρόκειτο για τον Γέλτσιν (Σημ. Για δες πράγματα!). Φέτος στην ίδια επέτειο, οι εκπρόσωποι των Βαλτικών χωρών (οι ίδιοι που απαγόρευσαν τα σύμβολα του κομμουνισμού και συνεργάστηκαν με τους ναζί το ’41) δε δέχτηκαν να συμμετέχουν στους εορτασμούς γιατί οι Σοβιετικοί «τους κατέλαβαν» το ’45 (σημ. Δηλαδή τι έπερεπε να κάνουν; Να χρωστούν ευγνωμοσύνη στους Ρώσσους που τους κατέκτησαν;).
Η σχολή αυτή εκτράφηκε από ποικίλα κέντρα της Δύσης, ιδίως αμερικάνικα. Στη σχολή αυτή συμμετείχαν και ξακουστά ονόματα της αριστεράς –ανανήψαντες διανοούμενοι- όπως ο Ροζέ Γκαρωντί, ο Φρανσουά Φουρέ και άλλοι. Και συνεχίζει, με συνέδρια, σεμινάρια, σωματεία να ποτίζει με την «αλήθεια» της την ιστορική επιστήμη.

Αναθεωρητισμός και Ελλάδα (Κατοχή – Αντίσταση - Εμφύλιος).
Η περίπτωση Καλύβα - Μαραντζίδη

Την άνοιξη του 2004 άρχισε ένας δημόσιος διάλογος μέσα από το ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ των ΝΕΩΝ. Οι ανερχόμενοι αστέρες της Ελληνικής ιστορικής επιστήμης Στάθης Καλύβας (καθηγητής στο Γέιλ) και Νίκος Μαραντζίδης (καθηγητής στην Κρήτη) με άρθρο τους στη συλλογική εργασία που επιμελήθηκε ο Μαρκ Μαζάουερ «Μετά τον Πόλεμο» αναφέρθηκαν στην κόκκινη τρομοκρατία του ΚΚΕ.
Ως εδώ καλά. Ούτε οι πρώτοι ήταν ούτε οι τελευταίοι. Το θέμα είναι πως αυτή τους τη δουλειά την ενέταξαν σ’ ένα νέο ρεύμα που θέλει να βλέπει την ιστορία με μια άλλη ματιά, πιο ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη και να λαμβάνει υπ’ όψιν της μαρτυρίες ατόμων που ενεπλάκησαν αλλά πέρασαν αρκετά χρόνια και τα πάθη κατασίγασαν.
Πάλι καλά ως εδώ. Ας πάμε στη μέθοδο. Μαρτυρίες θυμάτων του ΚΚΕ σε μια περιοχή της Αργολιδοκορινθίας το 1943, ενός πράκτορα των Εγγλέζων, λίγα σκόρπια έγγραφα της εποχής και να η φρέσκια ματιά για την ιστορία: το ΚΚΕ έσφαζε ως μη όφειλε όπως και οι άλλοι, κανένα ρόλο δεν έπαιξε η ιδεολογική τοποθέτηση, αλλά όλα ήταν αποτέλεσμα προσωπικής βεντέτας, οι κατακτητές δεν ήταν άμεσα εμπλεκόμενοι, άρα ο εμφύλιος άρχισε το ’43, αντίσταση δεν υπήρξε και το ΚΚΕ πάλευε μόνο για την εξουσία του και χρησιμοποιούσε εγκληματικά στοιχεία.
Ας δούμε τη θεωρητική τους κατάρτιση:
«Αξίζει λοιπόν να αναφερθούμε εν συντομία στα καινοτόμα στοιχεία που συνεισφέρουν οι έρευνες αυτές και που συνδέονται: α) με σύγχρονες μεθόδους (διεπιστημονική προσέγγιση, συστηματική εμπειρική έρευνα), β) με μια φρέσκια ματιά, καινούργιες ευαισθησίες και γόνιμα ερωτήματα, γ) με νέα πορίσματα. Τα στοιχεία αυτά θα μπορούσαμε να τα συνοψίσουμε στα εξής δέκα σημεία:
1. Μετακίνηση της χρονολογικής έναρξης του εμφυλίου πολέμου στα χρόνια της κατοχής (1943-1944). Έχει πλέον γίνει συνείδηση πως όταν μιλάμε για εμφύλιο αναφερόμαστε σε ολόκληρη την περίοδο 1943-1949. Σειρά πρόσφατων ερευνών έχουν αναδείξει τόσο την έκταση των εμφυλίων συγκρούσεων στη διάρκεια της κατοχής όσο και τη σύνδεση τους με τις μετακατοχικές εξελίξεις. Είναι χαρακτηριστικό πως οι πλέον πολύνεκρες μάχες στη διάρκεια της κατοχής δεν έγιναν ανάμεσα σε Έλληνες και ξένους αλλά αποκλειστικά μεταξύ Ελλήνων και πως τα γεγονότα της κατοχής σηματοδοτούν και επηρεάζουν αποφασιστικά την πορεία των πραγμάτων μετά την απελευθέρωση. Για παράδειγμα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνδεση της «λευκής τρομοκρατίας» με τα γεγονότα της κατοχής.
2. Αποφόρτιση και αποστασιοποίηση. Ο καταγγελτικός, ηθικοπλαστικός και εν τέλει έντονα ιδεολογικός λόγος αποτελεί παρελθόν. Προφανώς κανείς δεν ισχυρίζεται ότι οι νέοι ερευνητές δεν έχουν τις δικές τους ευαισθησίες και ιδεολογικές αναφορές. Όμως άλλο είναι αυτό και άλλο είναι η μόνιμη και έμμονη προσπάθεια να δικαιωθεί η μία ή η άλλη παράταξη και να απαξιωθεί η αντίπαλη. Όπως άλλο είναι η σωστή εφαρμογή κάποιων βασικών ερευνητικών εργαλείων και άλλο η αγνόησή τους ή η επιλεκτική εφαρμογή τους.
3. Αποφυγή ηρωοποίησης και δαιμονοποίησης. Οι πρωταγωνιστές δεν αντιμετωπίζονται ως ήρωες ή προδότες, ως πατριώτες ή όργανα των ξένων. Από την άποψη αυτή, πρόσφατες εκδόσεις που κινήθηκαν προς αυτήν την κατεύθυνση, διόλου δεν εκφράζουν το νέο ερευνητικό ρεύμα.
4. Έρευνα θεμάτων ταμπού, όπως η βία και η συνεργασία με τις αρχές κατοχής. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν πως η βία δεν υπήρξε μονοπώλιο μίας παράταξης και πως αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο για την ανάλυση και ερμηνεία του φαινομένου της συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις και των πολιτικών εξελίξεων που ακολούθησαν. Αναγνωρίζεται επίσης πως η αντίσταση δεν υπήρξε το καθολικό φαινόμενο που περιγράφουν τα σχολικά εγχειρίδια. Τα φαινόμενα αυτά έλαβαν χώρα σε περίοδο που η χώρα ήταν μεν υπό κατοχή αλλά βασικό διακύβευμα - ειδικότερα μετά το καλοκαίρι του 1943 - υπήρξε η φύση και το περιεχόμενο της εξουσίας στη μετακατοχική Ελλάδα. Σημαντική είναι επίσης η παρατήρηση πως η «πολιτική βία» συχνά συγκαλύπτει τοπικές και οικογενειακές βεντέτες: οι άνθρωποι λύνουν συχνά τις διαφορές τους με τα όπλα υπό το πρόσχημα πολιτικών και ιδεολογικών αντιπαραθέσεων.
5. Αλλαγή του χαρακτήρα της έρευνας. Παρατηρείται μια μετάβαση από το ογκώδες εγκυκλοπαιδικό έργο που παρουσιάζει τη «μια αλήθεια» σε αυτό της συλλογικής, μερικής και αλληλοσυμπληρούμενης έρευνας που αποφεύγει τα μεγαλόπνοα ερμηνευτικά ανοίγματα όταν αυτά δεν στηρίζονται σε λεπτομερή και πλήρη τεκμηρίωση. Παλαιότερα, πολλές εργασίες υπηρετούσαν προϋπάρχουσες ερμηνείες οι οποίες υπαγόρευαν και τα αρχικά ερωτήματα με αποτέλεσμα τον εξοστρακισμό των ερευνητικών αντικειμένων που τις υπονόμευαν ή δεν τις εξυπηρετούν. Τα ερευνητικά ερωτήματα υπαγορεύονται πλέον κυρίως από σειρά γενικότερων προβληματισμών: π.χ. πώς κινητοποιούνται οι άνθρωποι. Πώς διαιρούνται οι μικρές κοινωνίες. Πώς δομείται η πολιτική συμπεριφορά σε συνθήκες εμφυλίου. Πότε και πώς ασκείται η βία. Ποιος είναι ο ρόλος της ιδεολογίας και ποιος της ανάγκης επιβίωσης. Πώς λειτουργεί η ατομική και συλλογική μνήμη.
6. Τάση προς το μερικό και το τοπικό. Έχει γίνει κατανοητό ότι οι γενικεύσεις χωρίς λεπτομερή εμπειρικό έλεγχο, χωρίς σαφή εικόνα των δεδομένων σε κοινωνικό και τοπικό επίπεδο, όχι μόνο δεν προσφέρουν αλλά συσκοτίζουν την εικόνα. Έχει, λοιπόν, ξεκινήσει μια προσπάθεια λεπτομερούς «χαρτογράφησης» του εμφυλίου με σοβαρές τοπικές έρευνες, βασισμένες σε πολύχρονες κοπιαστικές έρευνες πεδίου και πηγές από τα τοπικά αρχεία, οι οποίες συχνά αναδεικνύουν πολλές άγνωστες ώς τώρα πτυχές του Εμφυλίου και σχηματίζουν ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό που σιγά-σιγά συμπληρώνεται.
7. Ξεπέρασμα απλουστευτικών εννοιολογικών σχημάτων. Αυτό ξεκινά από τις πιο απλές και διαδεδομένες αντιλήψεις (π.χ. η αποκλειστική έμφαση στον ρόλο των ξένων δυνάμεων στις οποίες καταλογίζονται όλα τα δεινά) και προχωράει στις πιο σύνθετες (αναγνωρίζεται πλέον πως η κατοχή και η αντίσταση παρήγαγαν δυναμικές που διαίρεσαν τον πληθυσμό από πολύ νωρίς και πως η διαίρεση αυτή είχε σύνθετες και πολλαπλές κοινωνικές αναφορές).
8. Ανάδειξη της πολυμορφίας του Εμφυλίου. Διαπιστώνεται πως ο εμφύλιος είναι ένα σύνθετο φαινόμενο που καλύπτει πλειάδα μικρότερων και συχνά ημι-αυτοτελών εμφυλίων. Είναι αδύνατο π.χ. να ερμηνευθούν οι εξελίξεις στη Μακεδονία αγνοώντας τη δράση (ή και την ίδια ύπαρξη) ομάδων όπως οι Τουρκόφωνοι Πόντιοι και οι Σλαβόφωνοι. Το ίδιο ισχύει για τη γεωγραφική έκφραση του εμφυλίου που παρουσιάζει τεράστιες διαφοροποιήσεις από περιοχή σε περιοχή καθιστώντας πολλές γενικεύσεις προβληματικές. Άλλη η εμπειρία του βουνού και άλλη της πεδιάδας, άλλη του χωριού και άλλη της πόλης, άλλη του Βορά και άλλη του Νότου, κ.ο.κ.
9. Στροφή προς το μαζικό επίπεδο και μελέτη των απλών ανθρώπων μέσα σε ένα πλαίσιο ανασφάλειας. Οι έρευνες μέχρι τώρα ασχολούνταν σχεδόν αποκλειστικά με τις ηγεσίες και τις αποφάσεις τους. Είναι πλέον αποδεκτό πως οι εξελίξεις δεν είναι δυνατό να κατανοηθούν ερήμην και των δυναμικών στη βάση. H οπτική «από τα κάτω» επικεντρώνει στην καθημερινότητα των ανθρώπων και αποκαλύπτει συμπεριφορές που δεν καθορίζονται αποκλειστικά από την πολιτική και την ιδεολογία. H αντίληψη πως η ατομική «στράτευση» σε κάποια οργάνωση είναι καθαρά ιδεολογική υπόθεση ή πως εξηγείται με ένα κοινό κίνητρο για τους πάντες έχει ανατραπεί. Αντίστοιχα έχει γίνει αντιληπτό πως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα το σκηνικό της περιόδου ως απόλυτα διαμορφωμένο από τα αντίπαλα στρατόπεδα, όπου απουσιάζει αυτό που θα αποκαλούσαμε «γκρίζες ζώνες» όπου κυριαρχούν στάσεις όπως η ουδετερότητα, οι μετατοπίσεις, ο καιροσκοπισμός κ.λπ. Στην πραγματικότητα οι νέες έρευνες δείχνουν ότι υπάρχει μια τεράστια «γκρίζα» ζώνη στην οποία κάποιοι μετακινούνται ανάμεσα στις παρατάξεις ανάλογα με το ποιος κυριαρχεί στην περιοχή τους, κάποιοι προσπαθούν να παραμείνουν ουδέτεροι, κάποιοι ενδιαφέρονται να βρεθούν με την πλευρά του (όποιου) νικητή κ.λπ.
10. Ένταξη του εμφυλίου σε ευρύτερα θεωρητικά και συγκριτικά πλαίσια. Ο Εμφύλιος δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία και η σύγκρισή του με άλλους εμφυλίους (και την έρευνά τους) έχει ανοίξει γόνιμες προοπτικές. Το ίδιο ισχύει και για ευρύτερα θέματα που αναδεικνύει η μελέτη του εμφυλίου και τα οποία ξεφεύγουν από το πλαίσιό του, όπως π.χ. η διαμόρφωση πολιτικών ταυτοτήτων και συμπεριφορών, η ταξική και εθνοτική συμπεριφορά, η δυναμική της βίας, κ.λπ.»
Στη θέση των εν λόγω ιστορικών, στο «δεκάλογο» αυτό, ας παραθέσουμε μια πρώτη ακατέργαστη απάντηση του καθηγητή Βασίλη Κρεμμύδα (Σημ. Πρόκειται για τον γνωστό εθνομηδενιστή "καθηγητή"):
«Ποιες είναι όμως αυτές οι «νέες» θέσεις; Ότι μια νέα γενιά ιστορικών, κοινωνικών ανθρωπολόγων και πολιτικών επιστημόνων αντιμετωπίζει το παρελθόν με «φρέσκια» ματιά (ήτοι: ιστορικός είναι όποιος έτσι νομίζει!)· ότι ο Εμφύλιος άρχισε το 1943 και όχι τότε που νομίζαμε (ήτοι: δεν υπήρξε Αντίσταση!), αφού «οι πιο πολύνεκρες μάχες στη διάρκεια της Κατοχής έγιναν ανάμεσα σε Έλληνες» και όχι ανάμεσα σε Έλληνες και «ξένους» (ήτοι: πρόκειται για «ξένους» όχι για συγκεκριμένο κατακτητή!)· ότι «η βία δεν υπήρξε μονοπώλιο μιας παράταξης (ήτοι: κατακτητής και κατακτημένος είναι απλώς παρατάξεις!) και ότι κακώς νομίζουμε ότι η Αντίσταση ήταν καθολική, όπως «περιγράφουν τα σχολικά εγχειρίδια»· ότι η «πολιτική βία» «συχνά συγκαλύπτει τοπικές και οικογενειακές βεντέτες» (ήτοι: μη μας μιλάτε για ιδεολογίες, ταξικές διαφορές και υπεράσπιση της ελευθερίας, γιατί απλώς κάποιοι εκτέθηκαν στη μήνιν του κατακτητή για να λύσουν τις οικογενειακές τους διαφορές - όχι ότι αυτές, που ασφαλώς υπήρχαν, εντάχθηκαν σε ταξικού - ιδεολογικού τύπου προϋποθέσεις!)· ότι η «έρευνα πεδίου» έδειξε... (ήτοι: η έρευνα πεδίου είναι εργαλείο της Ιστοριογραφίας - τα Αρχεία;)· ότι ο Εμφύλιος «δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία» - το είπε κάποιος αυτό; - και ότι, τέλος, ο Άρης Βελουχιώτης πρέπει να αντιμετωπίζεται χωρίς «ηρωοποιήσεις και δαιμονοποιήσεις» και άλλα πολλά.»
Η συζήτηση έχει ανοίξει και θα συνεχίσει για αρκετό καιρό ακόμα. Η προσπάθεια ανατροπής του «αριστερού» καταστημένου στην ιστορία του εμφυλίου θα συνεχιστεί. Η συμβολή των αριστερών ανθρώπων όμως στην αντίσταση του ξανα-γραψίματος της ιστορίας του εμφυλίου πριν αυτή ακόμα γραφτεί καλά καλά, είναι ένα καθήκον που δεν πρέπει να παραβλεφτεί.

Αναθεωρητισμός και Αριστερά:
Ρεβιζιονισμός και Ιστορικός Αναθεωρητισμός

Στην εισαγωγή μιλήσαμε για «πάτημα» της αναθεώρησης της ιστορίας στις «ελεεινότητες» των προσπαθειών για μια άλλη κοινωνία. Εδώ ο ρεβιζιονισμός έχει δώσει πολύ ψωμί σ’ αυτή την πολεμική.
Από τις τροτσκιστικές κατηγορίες, (Σημ. Κακός φασίστας ή καπιταλιστης ο Λ. Τρότσκυ, ο δημιουργός του Ερυθρού Στρατού με τον οποίο επιβλήθηκε ο κομμουνισμός στην Ρωσσία!!!) την έκθεση του Χρουτσώφ (Σημ. Ποιος ήταν ο Χρουστσώφ ρε παιδιά; Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ ή της Σοβιετικής Ένωσης;) στο 20ο συνέδριο του ’56 για τα σταλινικά εγκλήματα (παρεπιπτόντως, κυκλοφόρησε στη Δύση πριν καν την ακούσουν οι σύνεδροι), το ερμητικό κλείσιμο των αρχείων του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος από τους «διαχειριστές-ιδιοκτήτες του» ως την απολογητική των επιλογών τους μετά τον ψυχρό πόλεμο που οδήγησαν στη διάλυση.
Αυτή την περίοδο παρακολουθούν αυτή την πολεμική σαν εξωτερικοί συνεργάτες, αφήνοντας το βάρος της επίθεσης να το σηκώσουν ακόμα και οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας (περίπτωση Μοντ Ντιπλοματίκ) ή έντιμοι ιστορικοί όσον αφορά στην ελληνική περίπτωση.
Ο «σύντομος 20ος αιώνας» κατά τον Έρικ Χομπσμπάουμ (Σημ. ο γνωστός αποδομητής και εθνομηδενιστής "ιστορικός") καθορίστηκε από την ύπαρξη και δράση του κομμουνιστικού κινήματος.
Η προσωρινή υποχώρησή του δίνει τα περιθώρια στους αστούς να προσπαθούν να σκυλεύσουν «το πτώμα του».
Η διάλυση της συλλογικής συνείδησης των καταπιεσμένων όπου γης είναι ο στόχος τους.
Η προετοιμασία μας θα προσανατολίσει εμάς και τις μάζες.

Βιβλιογραφία-Φιλμογραφία
Στεφάν Κουρτουά κ.ά. «Η Μαύρη Βίβλος του Κομμουνισμού» (Αθήνα 2001, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»). Η ελληνική εκδοχή του περιβόητου έργου που κυκλοφόρησε το 1997 στη Γαλλία, επιχειρώντας να «αποδείξει» πως ο κομμουνισμός, ως ενιαία διαχρονική πρακτική σε ολόκληρη την υδρόγειο, υπήρξε πολύ χειρότερος από το ναζισμό.
Michel Dreyfus κ.ά «Le siecle des communismes» (Ο αιώνας των κομμουνισμών) (Παρίσι 2000, εκδ. Les Editions de l' Atelier). Η επιστημονική «απάντηση» στην πρόκληση της «Μαύρης Βίβλου» αναδεικνύει την πολυπλοκότητα -αλλά και την εσωτερική ποικιλομορφία- του κομμουνιστικού φαινομένου στον εικοστό αιώνα. Επιμέρους κεφάλαια για τη διαδικασία της ανάδυσης του κομμουνιστικού κινήματος μετά το 1914, για τις κατά καιρούς ερμηνείες του, για τον κομμουνισμό ως κρατικό σύστημα αλλά και ως αντιπολιτευτικό κοινωνικό κίνημα.
Erick Hobsbaum «Ο αιώνας των άκρων» (εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης)
Γιώργος Μαργαρίτης «Ο Εμφύλιος Πόλεμος»
Γιάννης Χοντζέας «Το ‘τέλος’ του Κομμουνισμού»

ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ των ΝΕΩΝ 20/3/2004-27/11/2004 και άλλα δημοσιεύματα της ίδιας περιόδου

Ελένη (Eleni) του Πίτερ Γέιτς (1985) Κινηματογραφική μεταφορά του γνωστού μυθιστορήματος του Νικ Γκέιτζ, με θέμα τις βιαιότητες των ελλήνων κομμουνιστών το 1948-49. Προϊόν του «Δεύτερου Ψυχρού Πολέμου», έκανε διεθνή αντικομμουνιστική καριέρα.

«Κομμουνισμός, η μεγάλη ουτοπία του εικοστού αιώνα» του Στέλιου Κούλογλου (2000) Σειρά ρεπορτάζ της ΝΕΤ, με τον Στεφάν Κουρτουά στο ρόλο του βασικού «εμπειρογνώμονα».

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Ιστορικός αναθεωρητισμός (3)


Συνεχίζοντας το αφιέρωμά μας στον λεγόμενο "Ιστορικό Αναθεωρητισμό" παρουσιάζουμε ένα άρθρο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου που δημοσιεύθηκε στις 31-12-2005 στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ με τον τίτλο: "Ενας κόσμος με αβέβαιο... παρελθόν!" και υπότιτλο: "Πολιτικές ηγεσίες πασχίζουν να «διορθώσουν» την Ιστορία ώστε να ταιριάζει στο καλούπι των φυλετικών - εθνικιστικών μύθων".

Πρόκειται για ένα κείμενο από μια δήθεν "προοδευτική" σκοπιά, που θα την χαρακτήριζα χωρίς δισταγμό κρυπτοσταλινική και εθνομηδενιστική. Είναι μια άποψη κάποιων κύκλων, που ενώ γενικότερα υποστηρίζουν πρακτικές ιστορικού ψευδο-αναθεωρητισμού (π.χ. των Σκοπιανών), όταν έρχονται στο ζήτημα της αμφισβήτησης του Ολοκαυτώματος, ξαφνικά μεταμορφώνονται σε σφοδρούς επικριτές του, εξαπολύοντας κεραυνούς και μύδρους εναντίον εκείνων που τολμούν "να αμφισβητούν ακλόνητες ιστορικές αλήθειες", αλλά και εναντίον εκείνων που κατηγορούν τα σταλινικά καθεστώτα και προφανώς δεν τα θεωρούν καλλίτερα από τα ναζιστικά-φασιστικά καθεστώτα του μεσοπολέμου!!! Όσο για το φαιδρό επιχείρημα περί δεκάδων εκατομμυρίων νεκρών της Σοβιετικής Ένωσης στον Β΄Π.Π. τους υπενθυμίζω ότι: α. όλοι αυτοί πολέμησαν εναντίον των γερμανών εισβολέων και όχι βεβαίως υπέρ των ιδεωδών του κομμουνισμού, β. Ο Στάλιν εξόντωσε κάποια εκατομμύρια αντιφρονούντων τα οποία "ξεχνιούνται" συνήθως, γ. Με τις εκκαθαρίσεις του Στάλιν διαλύθηκε ο Ερυθρός Στρατός με αποτέλεσμα να θυσιάζονται κατά χιλιάδες οι Ρώσσοι στρατιώτες για να σταματήσουν τα γερμανικά στρατεύματα υπό την απειλή των κομισάριων του κόμματος δ. Εκατοντάδες χιλιάδες σοβιετικοί στρατιώτες αυτομόλησαν στους Γερμανούς για να γλυτώσουν από το Σταλινικό καθεστώς.

Παραθέτω αμέσως το εν λόγω άρθρο:

Το καλοκαίρι του 1989, ενώ ενισχύονταν οι σεισμικές δονήσεις που θα γκρέμιζαν, μαζί με το Τείχος του Βερολίνου, έναν ολόκληρο κόσμο, ο Φράνσις Φουκουγιάμα δημοσίευε στο «Νάσιοναλ Ίντερεστ» το άρθρο που θα τον έκανε παγκοσμίως διάσημο: «Το τέλος της Ιστορίας». Ο αρχικός τίτλος συνοδευόταν από ένα ερώτημα που στη συνέχεια, καθώς το άρθρο μεγεθυνόταν σε βιβλίο και το Τείχος αποτελούσε πλέον σωρό ερειπίων, παρελήφθη ως αχρείαστο. Η Ιστορία του κοινωνικού ανθρώπου, μια Ιστορία γεμάτη εποποιίες και τραγωδίες, πολέμους και επαναστάσεις, αυτοκρατορίες και ανατροπές, έφτανε στο happy end με τη νίκη, σε παγκόσμια κλίμακα, του ύστατου, ανοξείδωτου προτύπου κοινωνικής οργάνωσης, που ορίζεται μονοσήμαντα από τις Καρτεσιανές συντεταγμένες της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και της ελεύθερης Αγοράς.
Δεκαέξι χρόνια αργότερα, η διεθνής πολιτική σκηνή δεν θυμίζει σε τίποτα την αισιόδοξη πρόβλεψη του Φουκουγιάμα. Αντίθετα, τις τελευταίες εβδομάδες του 2005, γίναμε μάρτυρες ενός πλανητικού χορού δαιμόνων, λες κι όλα τα εθνικιστικά πάθη, όλοι οι φυλετικοί μύθοι, όλες οι συλλογικές ψυχώσεις του τρομερού εικοστού αιώνα νεκραναστήθηκαν ξαφνικά, διεκδικώντας εκ νέου τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Από τη μια άκρη της γης μέχρι την άλλη, το σύνθημα της ημέρας δεν είναι πια το «τέλος», αλλά η «διόρθωση» της Ιστορίας από πολιτικές ηγεσίες, που πασχίζουν να τη φέρουν στα μέτρα τους.

Από το Ιράν ώς την ΤουρκίαΣτις 8 Δεκεμβρίου, ο νέος, σκληροπυρηνικός πρόεδρος του Ιράν, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, προκάλεσε θύελλα (απολύτως δικαιολογημένων) αντιδράσεων αμφισβητώντας δημόσια το Ολοκαύτωμα των Ναζί σε βάρος των Εβραίων. Λίγο αργότερα, το τουρκικό καθεστώς έβαλε σε λειτουργία ολόκληρη βιομηχανία διώξεων σε βάρος του συγγραφέα Ορχάν Παμούκ, του δημοσιογράφου Χραντ Ντινκ και άλλων διανοουμένων (τελευταία, έφτασαν να απειλήσουν και τον... Ολλανδό ευρωβουλευτή Γιουστ Λάγκεντιτσκ) που τόλμησαν να αγγίξουν τα «απαγορευμένα» θέματα της γενοκτονίας των Αρμενίων και των Κούρδων.
Τεράστιες, προφανείς διαφορές χωρίζουν το ισλαμικό καθεστώς του Ιράν από το κοσμικό, τουρκικό κράτος. Ωστόσο, ο ιστορικός αναθεωρητισμός των κυρίαρχων ελίτ, σε Αγκυρα και Τεχεράνη, αναπτύσσεται πάνω σε ένα κοινό υπόστρωμα εξωτερικών και εσωτερικών παραγόντων: Ιράν και Τουρκία νιώθουν να απειλούνται από τις ανατροπές που έχουν δρομολογηθεί ερήμην τους στη Μέση Ανατολή – το Ιράν γιατί μπορεί να αποτελέσει τον επόμενο στόχο του αμερικανικού παρεμβατισμού και η Τουρκία λόγω της ντε φάκτο αυτονόμησης των Κούρδων του Ιράκ και των επιπτώσεων που μπορεί να έχει στο εσωτερικό της.
Στην εξωτερική αβεβαιότητα έρχεται να προστεθεί η εσωτερική: Το μοντέλο της ισλαμικής επανάστασης που κληροδότησε ο Χομεϊνί πνέει από καιρό τα λοίσθια (και ο Αχμαντινετζάντ μάλλον αποτελεί το κύκνειο άσμα του), ενώ το αυταρχικό - κοσμικό μοντέλο που δημιούργησε ο Κεμάλ Ατατούρκ συμπιέζεται ανάμεσα στις Συμπληγάδες του μετριοπαθούς ισλαμισμού και του υποχρεωτικού εξευρωπαϊσμού. Σ’ αυτό το φόντο, η αναδίπλωση στην «ασφάλεια» των φυλετικών - εθνικιστικών μύθων αποτελεί την αντανακλαστική, αμυντική αντίδραση των κυρίαρχων ελίτ, που βλέπουν το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια τους.

Αναθεώρηση σχολικών βιβλίων
Αλλά το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε «προβληματικές» χώρες της περιφέρειας. Η δεύτερη βιομηχανική δύναμη του κόσμου, η Ιαπωνία, προκάλεσε φέτος θύελλα αντιδράσεων, όχι μόνο στην «κομμουνιστική» Κίνα, αλλά και στη σύμμαχο Νότια Κορέα, με τη συστηματική προσπάθεια απενοχοποίησης, αν όχι και εξιδανίκευσης, του αποικιοκρατικού παρελθόντος της. Οι επισκέψεις του πρωθυπουργού Κοϊζούμι και άλλων, ανώτερων αξιωματούχων σε μνημείο όπου αναπαύονται και εγκληματίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και η αναθεώρηση των σχολικών βιβλίων Ιστορίας, προκάλεσαν μείζονα κρίση στις σχέσεις της Ιαπωνίας με τους γείτονές της. Αλλη μια φορά, ο ιστορικός αναθεωρητισμός αναπτύσσεται στο ίδιο υπόστρωμα της εξωτερικής και εσωτερικής ανασφάλειας: Από τη μια πλευρά, εκφράζει την αντανακλαστική αντίδραση των ιαπωνικών ελίτ στην ανερχόμενη ισχύ της Κίνας. Από την άλλη, την επιστράτευση του εθνικισμού για την ενσωμάτωση ενός λαού που δυσφορεί για τη γρήγορη αποδιάρθρωση του παραδοσιακού, κοινωνικού κράτους στο βωμό της ανταγωνιστικότητας.
Ανήμερα τα Χριστούγεννα, η οξύτατη πολιτική διαμάχη που έχει ξεσπάσει στη Γαλλία γύρω από την αναθεώρηση του δικού της, αποικιοκρατικού παρελθόντος, ήταν το πρώτο θέμα της εφημερίδας «Μοντ». Η υπόθεση είχε ξεκινήσει ήδη από τις 23 Φεβρουαρίου, όταν γκωλικοί βουλευτές (με τη συναίνεση και συναδέλφων τους από την Κεντροαριστερά) πέρασαν από την Εθνοσυνέλευση νόμο που ζητούσε την αναθεώρηση των σχολικών βιβλίων ώστε να καταγράφεται ο «θετικός ρόλος» της Γαλλίας στην ανάπτυξη και τον εκπολιτισμό των αποικιών. Απέκτησε, όμως, πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις μετά τις πρόσφατες ταραχές στα εργατικά προάστια με τους μεγάλους μεταναστευτικούς πληθυσμούς.
Ιστορικοί της Αριστεράς και διανοούμενοι αραβικής καταγωγής είδαν στον επίμαχο νόμο την αλαζονεία μιας «ιμπεριαλιστικής» Γαλλίας απέναντι στις «εσωτερικές αποικίες» της, τους μετανάστες του Μαγκρέμπ. Στην απέναντι πλευρά, μερίδα των γκωλικών, που μετέφρασε την κρίση των προαστίων όχι ως κοινωνικό πρόβλημα αλλά ως «εθνική–θρησκευτική εξέγερση», υπερασπίσθηκε τον νόμο επιμένοντας ότι δεν μπορεί να λέγονται πολίτες της Γαλλικής Δημοκρατίας όσοι δεν αισθάνονται υπερηφάνεια για την Ιστορία και τις αξίες της. Γρήγορα, η διαμάχη επεκτάθηκε στο ρόλο του Ναπολέοντα και στις ευθύνες της Γαλλίας για τη δουλεία, δίχασε την επιστημονική κοινότητα των ιστορικών και την κοινή γνώμη, και ανάγκασε τον πρόεδρο Ζακ Σιράκ (ο οποίος είχε ταχθεί από την πρώτη στιγμή εναντίον του επίμαχου νόμου) να απευθύνει διάγγελμα στο έθνος και να συγκροτήσει ειδική επιτροπή για την ιστορική μνήμη.

Και το Συμβούλιο της Ευρώπης
Στον επικίνδυνο χορό του ιστορικού αναθεωρητισμού, μπήκε τελευταία και το Συμβούλιο της Ευρώπης με το μνημόνιο «για την διεθνή καταδίκη των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων» που εγκρίθηκε από την Πολιτική Επιτροπή της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης και θα τεθεί για έγκριση στην Ολομέλειά της, στα τέλη Ιανουαρίου. Το μνημόνιο αναφέρει ότι ήταν λάθος που ποινικοποιήθηκαν, με τη δίκη της Νυρεμβέργης, μόνον οι Ναζί και οι φασίστες και όχι οι κομμουνιστές, αποδοκιμάζει δε το γεγονός ότι συνεχίζουν να δρουν ελεύθερα στην Ευρώπη κομμουνιστικά κόμματα που δεν έχουν αποδοκιμάσει το ένοχο κομμουνιστικό παρελθόν. Θέσεις που εξισώνουν τον Ναζισμό με τη Σοβιετική Ενωση –που, ό,τι κι αν ήταν ο Στάλιν και το απολυταρχικό καθεστώς του, έδωσε είκοσι εκατομμύρια ψυχές για την αντιφασιστική νίκη– αλλά και με τους κομμουνιστές των υπόδουλων χωρών, που πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος στην αντίσταση. Ασφαλώς, η Ιστορία, όπως κάθε άλλο πεδίο της πνευματικής δραστηριότητας, επηρεάζεται και θα επηρεάζεται πάντα από αυτό που οι Γερμανοί ονομάζουν «zeitgeist», το πνεύμα των καιρών. Ο ιστορικός αναθεωρητισμός, που κερδίζει έδαφος στις μέρες μας, είναι κι αυτός τέκνο του πνεύματος της εποχής μας. Κατά παράδοξο τρόπο, η φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση που ύμνησε ο Φουκουγιάμα παράγει όχι το τέλος της Ιστορίας, αλλά το αντίθετό της: Ενας κόσμος που διαλύει κάθε κοινωνικό δεσμό ωθεί το μοναχικό άτομο να αναζητήσει υποκατάστατα συλλογικότητας στις «αρχέγονες», «σταθερές» αξίες του έθνους, της θρησκείας, της φυλής και του αίματος. Αυτό το ανασφαλές άτομο, έχοντας χάσει την ελπίδα του επίγειου παραδείσου, θα αναζητήσει μια καινούργια Ιστορία, μια καινούργια μυθολογία, με σημαία τον αφορισμό του Σαρτρ: «Η κόλαση είναι οι άλλοι»!

.....................................................................

Νομίζω ότι μετά την ανάγνωσή του ο καθένας μας μπορεί να εξαγάγει εύκολα τα συμπεράσματά του.

Δ.Ε.Ε.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου

Κεντρική διάθεση: Βιβλιοπωλείο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ Ερμού 61 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009

Ἀρμένιοι-Armenians-Hayk (2)

Η Αρμενία του Τιγράνη του Μέγα

Η άνοδος στον θρόνο της νέας Δυναστείας (Αρταξιάδες, Artashessian Dynasty), αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ορόσημα της Ιστορίας της Αρμενίας. Η σπουδαιότερη πάντως επίπτωση στις τύχες της Αρμενίας από αυτήν την αλλαγή Δυναστείας ήταν ασφαλώς η επεκτατική πολιτική που εγκαινίασαν οι ηγεμόνες της και της οποίας το αποκορύφωμα θα σημειωθεί μετά από έναν αιώνα περίπου, με την δημιουργία ενός εκτεταμένου Βασιλείου, που έστω πρόσκαιρα και για τα μέτρα της εποχής, θα προσεγγίσει τα όρια Αυτοκρατορίας. Αυτό υπήρξε έργο του Τιγράνη ΙΙ του Μέγα (95-55 π.Χ.), ο οποίος θα πάρει ως σύζυγο την Κλεοπάτρα, την κόρη του περίφημου Μιθριδάτη VI του Ευπάτορα (γνωστός στην Ιστορία και ως Μιθριδάτης ο Μέγας), βασιλέα του Πόντου (120-63 π.Χ.).
Ο Τιγράνης ΙΙ θα συμμαχήσει με το Παρθικό Βασίλειο και το Βασίλειο του Πόντου και θα κατακτήσει τεράστιες εκτάσεις, φθάνοντας στα σύνορα σχεδόν της Αιγύπτου, ενώ θα καταλύσει και τα υπολείμματα του Βασιλείου των Σελευκιδών στην Συρία. Θα εμπλακεί όμως στους Μιθριδατικούς πολέμους εναντίον της Ρώμης και αυτή υπήρξε η αρχή του τέλους του. Ο Ρωμαίος στρατηγός Λεύκιος Λικίνιος Λούκουλλος θα πολιορκήσει και θα καταλάβει (69 π.Χ.) την πρωτεύουσα του Τιγράνη ΙΙ, τα Τιγρανόκερτα (στα βόρεια του άνω ρου του ποταμού Τίγρη, στις όχθες ενός παραποτάμου του), την οποία θα λεηλατήσει και καταστρέψει. Ο Τιγράνης ΙΙ θα συνεχίσει τον πόλεμο και τον επόμενο χρόνο θα επιτύχει να εκδιώξει τον Λούκουλλο από τα Αρτάξατα. Μέχρι το 66 π.Χ. θα επανακτήσει το μεγαλύτερο τμήμα του Βασιλείου του, αλλά η χαριστική βολή εναντίον του Τιγράνη ΙΙ υπήρξε η ανταρσία του γιου του, που ονομαζόταν επίσης Τιγράνης, ο οποίος θα συμμαχήσει με τους Ρωμαίους και τον στρατηγό Πομπήϊο. Τελικά θα υποχρεωθεί να συνάψει ειρήνη με την Ρώμη, χάνοντας το μεγαλύτερο μέρος των κατακτήσεών του μετά την αναδιάταξη της πολιτικής γεωγραφίας που πραγματοποίησε ο Πομπήϊος στην Ανατολή. Ο Τιγράνης ΙΙ θα αποβιώσει γύρω στο 55 π.Χ. και θα τον διαδεχθεί ο νεώτερος γιος του, Αρταβάσδης ΙΙ (55-34 π.Χ.), ο οποίος θα κατηγορηθεί ως υπαίτιος της αποτυχίας της Ρωμαϊκής εκστρατείας στην Ατροπατινή Μηδία εναντίον των Πάρθων από τον Μάρκο Αντώνιο, θα συλληφθεί μαζί με άλλα μέλη της οικογενείας του και θα σταλεί ως δώρο στην Κλεοπάτρα της Αιγύπτου. Εκεί θα θανατωθεί το 31 π.Χ. (βλ. και Στράβων ΙΑ΄ ΧIV. 15).
Στον θρόνο της Αρμενίας θα ανέλθει με την βοήθεια των Πάρθων, στους οποίους είχε καταφύγει, ο γιος του Αρταβάσδη ΙΙ, ο Αρταξίας ΙΙ (34-20 π.Χ.), αλλά το 20 π.Χ. θα εκδιωχθεί και δολοφονηθεί από τους Ρωμαίους, οι οποίοι θα ανεβάσουν στον θρόνο τον αδελφό του, Τιγράνη ΙΙΙ (20-8 π.Χ.), που είχε παραμείνει στην Αίγυπτο.
Τον Τιγράνη ΙΙΙ θα τον διαδεχθεί το 8 π.Χ. ο γιος του Τιγράνης IV, χωρίς την συγκατάθεση της Ρώμης και γι’ αυτό θα εκθρονισθεί και στην θέση του θα αναγορευθεί βασιλιάς το 6 π.Χ. μετά από εντολή του Ρωμαίου αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, ο Αρταβάσδης ΙΙΙ (6-2 π.Χ.), ο τρίτος γιος του Αρταβάσδη ΙΙ. Οι Ρωμαίοι θα επαναφέρουν τελικά στον θρόνο και πάλι τον Τιγράνη IV, ο οποίος θα βασιλεύσει μέχρι το 1 μ.Χ. μαζί με την αδελφή και σύζυγό του Ερατώ. Ο Τιγράνης IV θα χάσει την ζωή του σε μια μάχη εναντίον κάποιων βαρβάρων επιδρομέων (πιθανότατα Αλανών) και η Ερατώ θα βασιλεύσει για ελάχιστο διάστημα μέχρι την εκδίωξή της από τους Ρωμαίους. Αυτό υπήρξε και το τέλος της ένδοξης και φημισμένης Δυναστείας των Αρταξιαδών.
Μέχρι το 34 μ.Χ. από τον θρόνο της Αρμενίας θα παρελάσουν διάφοροι «βασιλείς», σύμφωνα με τις επιθυμίες των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, αλλά την χρονιά εκείνη, ο βασιλιάς των Πάρθων Αρτάβανος ΙΙ (10/11-38 μ.Χ.), έχοντας αναδιοργανώσει το Βασίλειό του και επωφελούμενος της αδυναμίας των Ρωμαίων, θα επεκτείνει την επιρροή του και στην Αρμενία, όπου θα τοποθετήσει βασιλιά τον μεγαλύτερο γιο του, τον Αρσάκη (34-35 μ.Χ.).
Οι Ρωμαίοι όμως σύντομα θα αντιδράσουν και με την βοήθεια του βασιλιά της Ιβηρίας (βλ. λήμμα Ίβηρες στο Λ.Λ.Α.Κ.) Φαρασμάνη Ι (1-58 μ.Χ.), θα εκδιώξουν τον Αρσάκη και θα τοποθετήσουν στον θρόνο της Αρμενίας τον αδελφό του Φαρασμάνη, τον Μιθριδάτη. Ο Μιθριδάτης (35-37 και 42-51 μ.Χ.) θα φυλακισθεί στην διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Καλιγούλα (37-41 μ.Χ.), αλλά ο επόμενος αυτοκράτορας, Κλαύδιος (41-54), θα τον αποκαταστήσει στον θρόνο. Τελικά θα δολοφονηθεί το 51 μ.Χ. από τον γιο του βασιλιά της Ιβηρίας, τον Ραδάμιστο, ο οποίος υποκίνησε γενική εξέγερση των Αρμενίων που δεν άντεχαν άλλο την σκληρότητα και την ανικανότητα του Μιθριδάτη.
Ο Ραδάμιστος θα κρατήσει για λίγα χρόνια τον θρόνο ο ίδιος (51-54), αλλά θα αναγκασθεί να παραιτηθεί υποκύπτοντας στις απαιτήσεις του βασιλιά των Πάρθων Βολογάση Ι (Vologases, 51-77/78 μ.Χ.), ο οποίος θα τοποθετήσει στον θρόνο τον αδελφό του, Τιριδάτη. Οι Ρωμαίοι θα επιτύχουν αρχικά να απομακρύνουν τον Τιριδάτη και θα καταλάβουν τόσο τα Τιγρανόκερτα, όσο και τα Αρτάξατα.
Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Νέρων (54-68 μ.Χ.) θα αναγορεύσει τότε τον Τιγράνη VI ως βασιλιά της Αρμενίας. Όμως ο Τιγράνης VI, με την επιπόλαια ενέργειά του να εισβάλει στην παρθική επαρχία της Αδιαβηνής, θα δώσει την αφορμή στους Πάρθους να κηρύξουν τον πόλεμο, στον οποίο θα υποχρεωθούν να εμπλακούν και οι Ρωμαίοι. Τελικώς με την Συνθήκη της Ράντειας το 63 μ.Χ. θα συναφθεί ειρήνη, ο Τιγράνης VI θα εκθρονισθεί, η Αρμενία θα περάσει στην σφαίρα επιρροής των Πάρθων και ο Νέρων θα αναγκασθεί να δεχθεί την άνοδο στον θρόνο της Αρμενίας του Τιριδάτη Ι (63-96; μ.Χ.) υπό τον όρο να μεταβεί στην Ρώμη και να στεφθεί βασιλιάς από τον ίδιο, όπως και έγινε (66 μ.Χ).
Η Αρμενία, κάτω από την νέα Δυναστεία των Αρσακιδών (Arshakuni Dynasty) θα απολαύσει αρχικά σχεδόν μισόν αιώνα ειρήνης, που θα διακοπεί για λίγο το 78/79 μ.Χ. όταν θα σημειωθεί μια επιδρομή του πολεμοχαρούς και επίφοβου σαρματικού φύλου των Αλανών, στην διάρκεια της οποίας ο Τιριδάτης Ι, κινδύνεψε να αιχμαλωτισθεί.

Η Αρμενία των Αρσακιδών

Γύρω στο 96 μ.Χ. στον θρόνο της Αρμενίας βρίσκεται ο Σανατρούκης (Sanatruk), για τον οποίον υπάρχουν κάποιες πληροφορίες που αναφέρονται στα ελάχιστα αποσπάσματα που έχουν διασωθεί από το έργο του Αρριανού «Παρθικά».
Το 110 μ.Χ. στον θρόνο θα ανέλθει ο Αξιδάρης (Ashkhadar), γιος του βασιλιά των Πάρθων Πάκωρου (78-80 και 81-105 μ.Χ.). Ένα ανακτορικό πραξικόπημα θα ανατρέψει τον διάδοχο του Πάκωρου, τον Βολογάση ΙΙΙ (105-109 μ.Χ.) και θα ανεβάσει στον θρόνο του Βασιλείου των Πάρθων τον Οσρόη (109/110-130 μ.Χ.). Η αλλαγή αυτή όμως θα έχει ως συνέπεια και την απομάκρυνση του Αξιδάρη και την αντικατάστασή του στον θρόνο της Αρμενίας από τον νεώτερο αδελφό του, τον Παρθαμασίρη (Partamasir).
Αυτή υπήρξε και η αφορμή που αναζητούσε ο ικανός Ρωμαίος αυτοκράτορας Τραϊανός (98-117), ο οποίος επεδίωκε την ανατροπή της δυσμενούς για τα ρωμαϊκά συμφέροντα Συνθήκης της Ράντειας που αναφέραμε παραπάνω.
Το 114 ο Τραϊανός θα εισβάλει στην περιοχή, θα κυριεύσει τα Αρσαμόσατα και στην συνέχεια ολόκληρη την Αρμενία. Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Δίων Κάσσιος (LXVIII 18. 2), ο Τραϊανός θα επισκεφθεί την Μελιτηνή και την Μικρή Αρμενία (στα ΒΔ της Μεγάλης Αρμενίας, μεταξύ Πόντου και Καππαδοκίας), καθώς και περιοχές του Καυκάσου, όπου θα επισφραγίσει τις καλές σχέσεις της Ρώμης με τους βασιλείς της Ιβηρίας, της Κολχίδος, των "Σαρματών" (προφανώς με την ονομασία αυτήν εννοούνται οι Αλανοί, ένα από τα σαρματικά φύλα) και των Ηνιόχων.
Τέλος, θα δεχθεί να συναντήσει τον Παρθαμασίρη, στον οποίον αρνήθηκε το στέμμα της Αρμενίας, διατάζοντας πιθανόν την δολοφονία του, που έγινε από έναν Ρωμαίο, επικεφαλής της συνοδείας του Παρθαμασίρη. Η Αρμενία θα ενσωματωθεί σε μια τεράστια Επαρχία που δημιούργησε ο Τραϊανός, η οποία περιελάμβανε επίσης την Καππαδοκία και την Μικρή Αρμενία. Αυτές όμως οι διευθετήσεις που επέβαλαν οι Ρωμαϊκές επιτυχίες δεν θα διατηρηθούν για πολύ και το 116 μ.Χ. θα ξεσπάσει μια ευρύτατη εξέγερση που θα φέρει στον θρόνο τον γιο του προαναφερθέντα Σανατρούκη, τον Βολογάση I (Vologases, Vagharsh).
Το 135/136 μ.Χ. θα σημειωθεί και πάλι μια μεγάλης κλίμακας εισβολή Αλανών στην Αρμενία και στις γειτονικές της χώρες, Αλβανία, Ατροπατινή Μηδία και Καππαδοκία, την οποία υπέθαλψε, όπως φαίνεται, ο ηγεμόνας της Ιβηρίας.
Ο Βολογάσης I θα επιτύχει να πείσει τελικά τους Αλανούς να αποχωρήσουν, προσφέροντάς τους πλούσια δώρα και σύμφωνα με την παράδοση, θα πάρει ως σύζυγο την κόρη του Αλανού βασιλιά, βοηθώντας μάλιστα αργότερα τον αδελφό της να κερδίσει τον θρόνο των Αλανών.
Φαίνεται ότι αυτός ο θρυλικός γάμος βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, παρ’ όλο που οι ερευνητές δεν έχουν αποσαφηνίσει σε ποιόν ηγεμόνα αντιστοιχεί ο «Βολόγαισος» της παράδοσης που αναφέρεται από τον περίφημο Αρμένιο ιστορικό του 8ου αιώνα μ.Χ. Μωυσή της Χωρηνής. Είναι εξ άλλου γνωστό ότι οι μεγάλες φεουδαρχικές οικογένειες των Αραβελιάν και Ντιμακσιάν του 7ου αιώνα μ.Χ. θεωρούνται ως Αλανικής βασιλικής καταγωγής (βλ. Redgate 2000 σελ. 101).
Τα επόμενα εκατό χρόνια περίπου, θα κυλήσουν με συνεχείς πολέμους μεταξύ Ρωμαίων και Πάρθων και η Αρμενία, όπως ήταν αναμενόμενο, σχεδόν πάντα αποτελούσε θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων.
Οι Αρμένιοι θα εκχριστιανισθούν στις αρχές του 4ο αιώνα (το 301 σύμφωνα με την παράδοση και το 314 σύμφωνα με τις νεώτερες επιστημονικές απόψεις), στην διάρκεια της βασιλείας του Τιριδάτη IV (298/299-330).
Παλαιότερα και μέχρι το 1970 περίπου, υπήρχε αρκετή σύγχυση ως προς τα γεγονότα και τα πρόσωπα του δεύτερου μισού του 3ου αιώνα μ.Χ. και αυτός είναι ο λόγος που ο Τιριδάτης IV αναφερόταν ως Τιριδάτης ΙΙΙ (βλ. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, καθώς και Jean-Pierre Alem: Η Αρμενία 1973). Η νεώτερη έρευνα ξεκαθάρισε πλέον τα πράγματα (βλ. Toumanoff, C. 1969 “The third-century Arsacids”, αναφέρεται στο Α.Ε. Redgate, 2000), με αποτέλεσμα να έχει αποκατασταθεί η σωστή σειρά των ηγεμόνων της Αρμενίας στην παραπάνω περίοδο. Έτσι, ξεκινώντας από τον Τιριδάτη ΙΙ (218-253 μ.Χ.), γνωρίζουμε ότι αυτός έλαβε το στέμμα της Αρμενίας από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Μακρίνο (Macrinus 217-218 μ.Χ.), μετά από την Συνθήκη Ειρήνης του 218 μεταξύ Ρώμης και Πάρθων.
Το 224 ο τελευταίος Αρσακίδης βασιλεύς των Πάρθων, Αρτάβανος IV θα εκθρονισθεί από τον Αρντασσίρ Ι (Ardashir = Αρταξέρξης), τον ιδρυτή της Δυναστείας των Σασσανιδών στην Περσία.
Ο Τιριδάτης ΙΙ, ανήκοντας στον ίδιο κλάδο (Αρσακίδες) με την βασιλική οικογένεια των Πάρθων και όντας μάλιστα ανιψιός του Αρτάβανου IV, θα κηρύξει τον πόλεμο στους Σασσανίδες, έχοντας την υποστήριξη των Μήδων της Ατροπατινής Μηδίας και θα επιχειρήσει να επαναφέρει στον θρόνο τον Αρταβάσδη, γιο του Αρτάβανου IV (βλ. Καταγ. Αρ. τομ. Α΄ τ. 2 – Κεφ. 7 ε΄). Ο Τιριδάτης ΙΙ όχι μόνον θα αποτύχει στις προσπάθειές του αυτές, αλλά θα χάσει τελικά και τον θρόνο του αφού ολόκληρη η Αρμενία θα υποταχθεί το 253 στον Σασσανίδη βασιλιά Σαπώρ Ι (Shapur 241-272).
Ο Σαπώρ Ι θα τοποθετήσει στον θρόνο της Αρμενίας τον γιο του Ορμίσδα (253-272), ο οποίος μετά την άνοδό του στον περσικό θρόνο ως Ορμίσδας Ι (Hormizd 272-273), θα εγκαταστήσει στον θρόνο της Αρμενίας τον αδελφό του, Ναρσή (Narseh). Το 279/280 ο Ναρσής, μετά την ήττα του Σασσανίδη βασιλιά Βαραράνη ΙΙ (Bahram 276-293) από τους Ρωμαίους, θα εξαναγκασθεί να παραχωρήσει την Δυτική Αρμενία στον Ρωμαίο αυτοκράτορα Πρόβο (Probus 276-282), ο οποίος θα τοποθετήσει ως ηγεμόνα της τον γιο του Τιριδάτη ΙΙ, τον Χοσρόη ΙΙ (Khosrov 279/280-287).
Ο Χοσρόης θα δολοφονηθεί και θα αντικατασταθεί από τον αδελφό του, τον Τιριδάτη ΙΙΙ (287-298), ο οποίος θα επιχειρήσει να αποσπάσει και την υπόλοιπη Αρμενία από τον Ναρσή, που έχοντας εκθρονίσει τον Βαραράνη ΙΙΙ (293), είχε στεφθεί βασιλιάς της Περσίας (293-302). Ο Ναρσής το 298 μ.Χ. θα ηττηθεί από τους Ρωμαίους και με την Συνθήκη της Νίσιβης* (298 ή 299) που συνομολόγησε με τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Διοκλητιανό (284-305), θα παραιτηθεί από οποιαδήποτε διεκδίκηση επί του θρόνου της Αρμενίας.

________________________________________
(*) Η αρχαία πόλη Νίσιβις (αρχ. Ασσυρ. Nasipina/Naşibina, Αραβ. Nisibin, Κουρδ. Nisebin, Τουρκ. Nusaybin και πρόσφατα, στα πλαίσια του πλήρους εκτουρκισμού της περιοχής, Bahçebaşi), στον άνω ρου του μεγαλύτερου παραπόταμου του Ευφράτη, του Χαμπούρ (Habur, Khabur), αναφέρεται για πρώτη φορά στα τέλη του 10ου αιώνα π.Χ. στην διάρκεια της βασιλείας του τελευταίου αυτοκράτορα της Αρχαίας Ασσυριακής αυτοκρατορίας Τιγλάθ-πιλεσέρ ΙΙ (Tiglath-pileser, 967-935), σε σχέση με τις πρώτες εγκαταστάσεις Αραμαίων νομάδων στην περιοχή. Ο Σέλευκος Β΄ (246-225 π.Χ.) θα την μετονομάσει σε Αντιόχεια της Μυγδονίας, προς τιμήν του πατέρα του Αντίοχου Β΄. Αργότερα πέρασε στην εξουσία των Πάρθων και θα αναδειχθεί σε σπουδαίο εμπορικό και στρατηγικό κέντρο. Κατακτήθηκε στην συνέχεια από τους Ρωμαίους, οι οποίοι εγκατέστησαν αποικία και σημαντικό οχυρό των ανατολικότατων συνόρων τους. Θα περάσει αργότερα στα χέρια των Σασσανιδών (363 μ.Χ.) μετά τον θάνατο στην μάχη της Νίσιβης του αυτοκράτορα Ιουλιανού και τελικώς θα καταληφθεί από τους Άραβες (639 μ.Χ.). Υπήρξε σπουδαιότατο κέντρο του χριστιανισμού και καταφύγιο των Νεστοριανών διδασκάλων, ιδίως μετά από το κλείσιμο της Θεολογικής Σχολής στην Έδεσσα (της Μεσοποταμίας) το 489 μ.Χ. όπου είχαν επικρατήσει οι Μονοφυσίτες οπαδοί του Νεστορίου. Περίφημη υπήρξε η «Σχολή της Νισίβεως», η οποία ιδρύθηκε από Νεστοριανούς κατά το πρότυπο της Σχολής της Εδέσσης. Σήμερα η Νίσιβις είναι μια μικρή κωμόπολη που ανήκει διοικητικά στην Τουρκία, πολύ κοντά στα σύνορά της με την Συρία. Έχει αραβόφωνο πληθυσμό μουσουλμάνων και νεστοριανών χριστιανών. Οι τελευταίοι αποκαλούνται «Ασσύριοι» χωρίς βεβαίως να έχουν σχέση άμεσης καταγωγής με τους αρχαίους Ασσυρίους.
______________________________________________________________


Ο Διοκλητιανός θα τοποθετήσει τότε στον θρόνο της, τον γιο του δολοφονηθέντος Χοσρόη ΙΙ, τον Τιριδάτη (που είχε καταφέρει να διαφύγει στους Ρωμαίους μετά την δολοφονία του πατέρα του και να σταδιοδρομήσει στον ρωμαϊκό στρατό), που θα βασιλεύσει ως Τιριδάτης IV (298/299-330). Τα γεγονότα της μεταστροφής και του προσηλυτισμού του Τιριδάτη IV στον Χριστιανισμό μας είναι γνωστά από τα κείμενα του Αρμένιου ιστοριογράφου με το όνομα Αγαθάγγελος, που έζησε τον 5ο αιώνα μ.Χ. και ο οποίος γύρω στο 460 (βλ. Redgate 2000, σελ. 108) συνέγραψε μια «Ιστορία των Αρμενίων» στα ελληνικά. Το έργο του αποτελεί πολύτιμη πηγή πληροφοριών όχι μόνον για τα γεγονότα του 3ου μ.Χ. αιώνα, αλλά και για την προ-χριστιανική θρησκεία της Αρμενίας.
Σύμφωνα με τις διηγήσεις του Αγαθάγγελου, αλλά και τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από άλλες πηγές, η επικράτηση του Χριστιανισμού στην Αρμενία και η μεταστροφή του βασιλιά της Τιριδάτη IV, υπήρξαν έργα της μεγαλύτερης προσωπικότητας της χριστιανικής Αρμενίας, του ελληνοσπουδαγμένου Αγίου Γρηγορίου του Φωτιστή. Ο Γρηγόριος, μετά την αποδοχή του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της χώρας, θα αναδειχθεί από μια συνέλευση προκρίτων, ανώτατος ηγέτης της Αρμενικής Εκκλησίας («Καθολικός») και θα χειροτονηθεί από τον Επίσκοπο Καισαρείας της Καππαδοκίας, αρχιερέας της Αρμενίας. Αρχική έδρα του υπήρξε η πόλη Αστισσάτ (Ashtishat), ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα της Ζωροαστρικής θρησκείας στην Αρμενία, τους ειδωλολατρικούς ναούς της οποίας κατέστρεψε ο Γρηγόριος, σύμφωνα με την παράδοση.
Στην συνέχεια η έδρα του «Καθολικού» θα μεταφερθεί βορειοανατολικά, στην Καινέπολη (=Νέα πόλη), όπως είχε μετονομασθεί από τους Ρωμαίους το 163 μ.Χ. η Βαλαρσσαπάτ (Valarshapat), η πόλη που είχε ιδρύσει πριν από έναν αιώνα περίπου ο Πάρθος βασιλεύς Βολογάσης Ι (=Βαλάρς, στην αρμενική) στην περιοχή του άνω ρου του ποταμού Αράξη. Αργότερα θα γίνει γνωστή ως Ετζμιατσίν (Ejmiatsin) και μέχρι σήμερα αποτελεί το μεγαλύτερο θρησκευτικό κέντρο της Γρηγοριανής Εκκλησίας, όπως έγινε γνωστή η Αρμενική Εκκλησία μετά το σχίσμα που την χώρισε από τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες.
Η καθιέρωση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της Αρμενίας υπήρξε από τα σημαντικότερα ορόσημα στην Ιστορία της. Καθόρισε αποφασιστικά την πορεία του Αρμενικού λαού στους επόμενους αιώνες και μέχρι σήμερα διεδραμάτισε σοβαρότατο ρόλο στην διατήρηση της ταυτότητας και στην διαμόρφωση του Αρμενικού Έθνους. Ακόμη και η εφεύρεση του αρμενικού αλφαβήτου (βλ. Εικόνα) αποδίδεται παραδοσιακά σε ενέργειες της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την παράδοση, στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. μεταξύ του 404 και 406, ο λόγιος μοναχός και μετέπειτα Άγιος Μεσρώπ (Mesrop) με την προτροπή και ενεργό συμπαράσταση του «Καθολικού» Σαχάκ (Sahak), θα δημιουργήσει ένα σύστημα γραφής για τον αρμενικό λαό.
Η νέα γραφή που επεξεργάσθηκε από τον Μεσρώπ στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας [η αρχαία Όρρα-Ourhoi, η ελληνιστική Έδεσσα και μετέπειτα Αντιόχεια Καλλιρρόη, η σημερινή Ούρφα (τουρκ. Sanli Urfa)]. Είναι κτισμένη κοντά στον παραπόταμο του Ευφράτη, τον Μπαλίχ (Balikh), στις όχθες ενός κλάδου του που διαρρέει την πόλη, θυμίζοντας την Έδεσσα της Μακεδονίας], αρχικά είχε 36 γράμματα εμπνευσμένα από το Ελληνικό αλφάβητο. Η παράδοση αναφέρει ότι το αρμενικό αλφάβητο θα τελειοποιηθεί στα Σαμόσατα της Κομμαγηνής, με την συνεργασία ενός Έλληνα γραφέα, πριν διαδοθεί στην Αρμενία.
Ο Άγιος Μεσρώπ θα προσφέρει τεράστιες υπηρεσίες με την εφεύρεση του αλφάβητου όχι μόνον στην διάδοση του Χριστιανισμού και στην άνοδο του μορφωτικού επιπέδου του λαού, αλλά πρωταρχικά στην προσφορά ενός ακόμη στοιχείου της εθνικής ενότητας των Αρμενίων.


Το αρμενικό αλφάβητο

(Από το σχετικό λήμμα του "Λεξικού των Λαών του Αρχαίου Κόσμου", όπου υπάρχουν πληροφορίες για τους λαούς και τα φύλα που μνημονεύονται στην παραπάνω ανάρτηση, καθώς και η βιβλιογραφία)

Δ.Ε.Ε.


Ἀρμένιοι-Armenians-Hayk (1)



Ιστορικός λαός της ανατολικής Μικράς Ασίας, νοτίως του Καυκάσου, του οποίου η χώρα εγκατάστασης (Βλ. Χάρτη) πρωτοεμφανίζεται στις ιστορικές πηγές στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., στην περίφημη τρίγλωσση επιγραφή του Μπεχιστούν (Behistun, γύρω στα 80 χλμ. ΝΔ από την αρχαία πρωτεύουσα των Μήδων, τα Εκβάτανα - σημερινό Χαμαντάν. Βλ. Εικόνα στο λήμμα Πέρσες). Η επιγραφή (*) χαράχτηκε (μάλλον το 521 π.Χ.) με διαταγή του αυτοκράτορα των Περσών Δαρείου Ι (522-486 π.Χ.) στην αρχαία Περσική, την Ελαμιτική και την Βαβυλωνιακή διάλεκτο της Ακκαδικής γλώσσας (αρχαία σημιτική γλώσσα της Μεσοποταμίας, η οποία ανιχνεύεται μέχρι τον 27ο αιώνα π.Χ. και που για αιώνες χρησίμευε ως διπλωματική γλώσσα της Εγγύς Ανατολής) και μνημονεύει τον τρόπο που κατέκτησε τον θρόνο και αποκατέστησε την τάξη στην αυτοκρατορία. Εκεί μεταξύ των άλλων αναφέρει: «…κατέκτησα… τον Πόντο, την Αρμενία…». Στο κείμενο όμως της Ακκαδικής, η χώρα αναφέρεται με το αρχαίο όνομά της, Ουρασστού (Urashtu= Ουραρτού) και όχι Αρμίνα (Armina), όπως στο Περσικό.

______________________________________
(*) Μια αναλυτική περιγραφή της επιγραφής του Behistun/Bisutun [Βαγίστανον όρος, σύμφωνα με τις αρχαιοελληνικές πηγές (Kτησίας ο Κνίδιος), bagastana στην αρχ. Περσική=τόπος των θεών] με πλούσιες βιβλιογραφικές αναφορές υπάρχει στο αξιολογότατο βιβλίο του D. T. Potts: The Archaeology of Elam –“C. U. P.” Cambridge 1999 σελ. 314-317. Ο Potts ακολουθεί τον H. Luschey (“Studien zu dem Darius-Relief von Bisutun, 1968), που ήταν ο πρώτος που απέδειξε ότι η αρχική ελαμιτική επιγραφή (original elamite version) στο μνημείο προηγήθηκε της βαβυλωνιακής και περσικής και ο οποίος την χρονολογεί στο 519 π.Χ. Προσωπικά ακολουθώ τον κορυφαίο Ιρανολόγο Josef Wiesehofer: Ancient Persia – “I. B. Tauris” London 2006 (new ed. Repr.) σελ. 13-18 που τοποθετεί την έναρξη των εργασιών το 521/520 π.Χ. Η επιχειρηματολογία του είναι πιο πειστική.


Πρέπει όμως να διευκρινίσουμε ότι οι όροι Αρμένιοι και Αρμενία ήσαν σε χρήση στους γειτονικούς λαούς, ενώ οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονται με τις ονομασίες Χαΐ = Αρμένιος (Hay) – πληθ. Χαΐκ (Hayk) και Χαϊαστάν (Hayastan) =Αρμενία.
Οι Αρμένιοι μνημονεύονται αργότερα (μέσα 5ου αιώνα π.Χ. περίπου) και από τον Ηρόδοτο, ο οποίος κατέγραψε (Ε΄ 49) τις πληροφορίες του ηγεμόνα της Μιλήτου Αρισταγόρα ότι κατέχουν πολλά κοπάδια «…ούτοι εόντες πολυπρόβατοι…» και ότι είναι υπήκοοι της 13ης φορολογικής περιφέρειας της Περσικής αυτοκρατορίας (Γ΄ 93).
Οι Αρμένιοι θα πάρουν μέρος το 480 π.Χ. στην εκστρατεία του Ξέρξη εναντίον της Ελλάδος και με αυτήν την αφορμή αναφέρονται (Ζ΄ 73) και πάλι, με την πρόσθετη πληροφορία ότι είχαν την ίδια στρατιωτική εξάρτηση με τους Φρύγες, διότι ήσαν άποικοί τους: «…εόντες Φρυγών άποικοι…». Η νεώτερη έρευνα έχει διαπιστώσει ότι η πληροφορία αυτή του Ηροδότου δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και αποτελεί προϊόν σύγχυσης και αδυναμίας σωστής αξιολόγησης εθνο-γλωσσικών σχέσεων και συγγενειών. Αποδείχθηκε έτσι, μετά από νεώτερες μελέτες αρχαιολογικών και ιστορικών ευρημάτων, ότι η διαίρεση των φορολογικών περιφερειών («νομοί») από τον Ηρόδοτο (την οποία πιθανόν είχε παραλάβει από τον Εκαταίο τον Μιλήσιο) και η αναφορά του στους λαούς που περιελάμβαναν, δεν ήσαν αξιόπιστες. Υποστηρίχθηκε λοιπόν (Herzfeld, 1968), ότι στην πραγματικότητα η 13η περιφέρεια που μνημονεύει ο Ηρόδοτος («…Πακτυϊκή, Αρμένιοι και γειτονικοί λαοί μέχρι τον Εύξεινο…»), μαζί με την 18η («…Ματιηνοί, Σάσπειρες και Αλαρόδιοι…»), καθώς και τμήμα της 19ης («…Μόσχοι, Τιβαρηνοί, Μάκρωνες, Μοσσύνοικοι και Μάρες…»), αποτελούσαν μια και μοναδική περιφέρεια που κάλυπτε περίπου τα όρια του αρχαίου Βασιλείου της Ουραρτού (βλ. λήμμα Ουράρτιοι στο Δ. Ε. Ευαγγελίδη: «Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου»=ΛΛΑΚ). Επίσης αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε χώρα Πακτυϊκή και ότι οι Πάκτυες ήσαν στην πραγματικότητα ένα φύλο που εντοπίζεται στην περιοχή ανατολικά της Καμπούλ, της πρωτεύουσας του σημερινού κράτους του Αφγανιστάν. Τέλος, η περιοχή της Ματιηνής φαίνεται ότι δεν ανήκε στην περιφέρεια αυτήν, αλλά μάλλον στην περιφέρεια της Μηδίας (Herzfeld, 1968).
Ένας άλλος αρχαίος γεωγράφος και μαθηματικός ο Εύδοξος ο Κνίδιος, στο έργο του «Γης περίοδος», αναφέρεται (μέσα του 4ου αιώνα π.Χ.) στην σχέση μεταξύ Φρυγών και Αρμενίων, σύμφωνα με απόσπασμά του που παραθέτει ο Στέφανος Βυζάντιος στο σχετικό λήμμα: «…Αρμένιοι δε το μεν γένος εκ Φρυγίας και τη φωνή πολλά φρυγίζουσι…».
Για το θέμα όμως της καταγωγής των Αρμενίων και των συγγενειών τους με γειτονικούς λαούς θα επανέλθουμε στην συνέχεια.
Ο Στράβων τέλος, παρέχει ένα πλήθος πληροφοριών σχετικά με τους Αρμένιους και την χώρα τους, αφιερώνοντας ένα ολόκληρο Κεφάλαιο του Ενδέκατου Βιβλίου των «Γεωγραφικών» (ΙΑ΄ XIV. 1-16).
Αξιοπερίεργη είναι η αναφορά του στην «Αρχαιολογία» (=αρχαία ιστορία), της Αρμενίας όπου καταγράφονται οι ισχυρισμοί κάποιων Θεσσαλών (Μήδιος από την Λάρισα και Κυρσίλος από τα Φάρσαλα), που συμμετείχαν στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ότι η ονομασία της προήλθε από κάποιον Θεσσαλό (ή Ρόδιο, όπως αναφέρει ο Στεφ. Βυζ.) Άρμενο, ο οποίος «…συνεστράτευσεν Ιάσονι εις την Αρμενίαν…» και από αυτόν πήρε το όνομά της η χώρα. Οι ίδιες διηγήσεις υποστηρίζουν ότι από τους συντρόφους του Άρμενου, άλλοι κατοίκησαν στην Ακιλισηνή, που μέχρι τότε κατείχαν οι Σωφηνοί και άλλοι την ΣυσπιρίτιδαΣασπειρίτιδα) χώρα (που κατοικούσαν οι Σάσπειρες του Ηροδότου), έως την Καλαχηνή και την Αδιαβηνή, έξω από τα όρια της Αρμενίας (βλ. Χάρτη). Επί πλέον αναφέρει και τον ισχυρισμό ότι τα ρούχα των Αρμενίων θεωρούνται επίσης Θεσσαλικής προέλευσης. Τέλος, μια άλλη αξιοπερίεργη αναφορά, είναι και η καταγραφή της παράδοσης που θέλει το όνομα του ποταμού Αράξη να προέρχεται από το παλαιότερο όνομα του Πηνειού της Θεσσαλίας, ο οποίος κατά τον Στράβωνα ονομαζόταν αρχικά Αράξης, που σημαίνει «σχίστης», επειδή διαχώρισε «…απαράξαι…» την Όσσα από τον Όλυμπο και το ρήγμα ονομάσθηκε Τέμπη.
Οι νεώτερες απόψεις σχετικά με την εθνογένεση και καταγωγή των Αρμενίων, έχουν πλέον ξεκαθαρίσει ότι η παλαιότερη θεωρία που πίστευε ότι αποτελούσαν ένα από τα Ιρανικά φύλα της περιοχής, πρέπει να απορριφθεί οριστικώς.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι ερευνητές έχουν καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα στο ακανθώδες και πολύπλοκο ζήτημα της εθνογένεσης του Αρμενικού λαού. Εκείνο που δυσκολεύει την έρευνα είναι ότι το οροπέδιο της Αρμενίας είχε κατοικηθεί πριν από την εμφάνιση των Πρωτο-Αρμενίων, από Χουρριτικά και Αριοευρωπαϊκά φύλα (Λούβιοι, Χετταίοι). Υπενθυμίζουμε ότι οι Χουρρίτες, ένας μη-Αριοευρωπαϊκός και μη-Σημιτικός λαός της Εγγύς Ανατολής, είχαν εγκατασταθεί, σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα, στις περιοχές νοτίως της λίμνης Βαν (Van, η Θωσπίτις των αρχαιοελληνικών πηγών), στα τέλη της 3ης χιλιετίας (2300 π.Χ.) και ίσως λίγο νωρίτερα. Θα προωθηθούν στην συνέχεια νοτιότερα, ακολουθώντας τον ρου του ποταμού Τίγρη και θα εξαπλωθούν σε ολόκληρη την βόρεια Μεσοποταμία στην διάρκεια της 2ης χιλιετίας. Από την αρχή σχεδόν αυτών των μετακινήσεων και εγκαταστάσεων, θα επηρεαστούν βαθύτατα από τον Σουμεριακό πολιτισμό (βλ. λήμμα Σουμέριοι στο Λ.Λ.Α.Κ.), καθώς και από τους Σημίτες Ακκάδιους, οι οποίοι κάτω από την ηγεσία του περίφημου Σαργών (Sargon, Sharru-kin) της Ακκάδ, θα κυριαρχήσουν σε ολόκληρη την Μεσοποταμία, αλλά και σε μεγάλο τμήμα της Μέσης Ανατολής (Ακκαδική Δυναστεία, 2371-2230 π.Χ.).
Οι Χουρρίτες θα διαδραματίσουν σοβαρότατο ρόλο στα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ. μεταδίδοντας πολιτιστικά στοιχεία στις περιοχές της Συρίας και της Μικράς Ασίας. Στο ισχυρό Βασίλειο του Μιταννί (με κέντρο την περιοχή στο τρίγωνο του άνω Χαμπούρ, παραπόταμου του Ευφράτη), που ιδρύθηκε τον 16ο αιώνα π.Χ. κάτω από μια Ινδοάρια Δυναστεία, θα αποτελέσουν την ηγετική και πιθανόν την πολυπληθέστερη ομάδα του πληθυσμού (βλ. Καταγ. Αρ. – Τομ. Α΄ τ. 1 Κεφ. 4 η΄). Το Βασίλειο του Μιταννί θα υποκύψει τελικά στην επιθετικότητα δύο ικανών Ασσυρίων αυτοκρατόρων, του Σσαλμανεσέρ Ι (Shalmaneser 1274-1245 π.Χ.) και του διαδόχου του, Τουκούλτι-Nινούρτα I (Tukulti-Ninurta 1244-1208 π.Χ.), αλλά η οριστική εξαφάνισή του θα σημειωθεί λίγο αργότερα, στο χάος που δημιούργησαν οι εκτεταμένες μετακινήσεις λαών γύρω στο 1200 π.Χ. σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο (βλ. Καταγ. Αρ. – Α΄ τ. 2 Κεφ. 6 «Οι Λαοί της Θάλασσας»).
Λίγο πριν από τα γεγονότα αυτά, στα μέσα περίπου του 13ου αιώνα π.Χ. και στην περιοχή δυτικά από την λίμνη Βαν μέχρι τις πηγές του Μεγάλου Ζαμπ, παραπόταμου του Τίγρη (βλ. Χάρτη), εμφανίζεται για πρώτη φορά η ονομασία μιας νέας χώρας στις ασσυριακές επιγραφές, της «Ουρουάτρι» (Redgate, 2000), την οποία ισχυρίζεται ότι κατέκτησε ο Σσαλμανεσέρ Ι. Όπως πιστεύουν ορισμένοι ερευνητές αυτή είναι η πρώτη ένδειξη ύπαρξης του λαού της Ουραρτού.
Η σύγχρονη γλωσσολογική έρευνα και κυρίως οι μελέτες του μεγάλου Ρώσσου γλωσσολόγου Ιγκόρ Ντιακόνωφ (Igor M. Diakonoff), έδειξαν ότι η γλώσσα των Ουραρτίων και των Χουρριτών ήσαν στενά συγγενείς και σχετίζονται με τις σημερινές Καυκασιανές γλώσσες της Βορειο-ανατολικής Ομάδας (Veinakh group). Επί πλέον απεδείχθη ότι η Ουραρτιανή γλώσσα δεν υπήρξε μια νεώτερη συνέχεια της Χουρριτικής, αλλά οι δύο γλώσσες αποτελούν δύο ανεξάρτητους κλάδους που εξελίχθηκαν από μια προγονική γλώσσα (Πρωτο-Χουρριτο-Ουραρτιανή, Proto-Hurrian-Urartian), η οποία διασπάσθηκε στους δύο προαναφερθέντες κλάδους ήδη από τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ.
Επανερχόμενοι στο ζήτημα της εθνογένεσης των Αρμενίων, θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι απόψεις των ερευνητών δεν είναι ξεκαθαρισμένες, όπως ήδη τονίσαμε. Όλοι όμως συμφωνούν ότι η εμφάνιση των Πρωτο-Αρμενίων στις περιοχές δυτικά από την λίμνη Βαν, συνδέεται με την μεγάλη Φρυγική μετανάστευση από την ΝΑ Ευρώπη στην Μικρά Ασία, η οποία χρονολογείται στα τέλη περίπου του 13ου αιώνα π.Χ. (βλ. λήμμα Φρύγες στο ΛΛΑΚ). Τα φρυγικά και θρακικά φύλα που πήραν μέρος στην εισβολή, φαίνεται ότι εγκαταστάθηκαν αρχικά στην Τρωάδα και στις γύρω περιοχές. Σύντομα όμως, ο κύριος όγκος των Φρυγών θα συνεχίσει προς τα ανατολικά, προκαλώντας (κατά την επικρατέστερη άποψη) ή απλώς επωφελούμενοι (κατά μία άλλη εκδοχή), από την κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Χετταίων. Ένα μεγάλο μέρος των Φρυγών θα εγκατασταθεί στην περιοχή του ποταμού Σαγγάριου, όπου αργότερα η πόλη Γόρδιον θα αναδειχθεί σε πρωτεύουσα του Φρυγικού Βασιλείου. Η περιοχή θα ονομασθεί Φρυγία.
Φαίνεται όμως ότι ένα τμήμα των εισβολέων θα συνεχίσει την πορεία προς τα ανατολικά και στα μέσα περίπου του 12ου αιώνα π.Χ. θα φθάσει στα σύνορα της Ασσυριακής επικράτειας. Αυτό προκύπτει από τα ασσυριακά Αρχεία της εποχής, από τα οποία πληροφορούμαστε ότι (γύρω στο 1160 π.Χ.) ένας μεγάλος στρατός των Μούσκι (Mushki), προερχόμενος από την κατεύθυνση της Μ. Ασίας, αφού διασχίσει τα βουνά του Ταύρου, θα καταλάβει περιοχές της Ασσυριακής επικράτειας, όπου θα εγκατασταθούν. Οι ασσυριακές πηγές αναφέρουν συγκεκριμένα ότι οι εισβολείς κατέλαβαν τα υποτελή στους Ασσύριους βασίλεια του Άλζι (Alzi/Alshe) και Πουρουλούμζι (Purulumzi/Purukuzi), στα οποία εγκαταστάθηκαν (βλ. Χάρτη). Το βασίλειο του Άλζι γνωρίζουμε σήμερα ότι περιελάμβανε τις εκτάσεις δυτικά της λίμνης Βαν, στην συμβολή του άνω ρου του Ευφράτη με τον παραπόταμό του Αρσανία (σημερ. Murat Su).
Πενήντα χρόνια περίπου αργότερα, το έτος 1115 π.Χ. τα ασσυριακά στρατεύματα κάτω από την διοίκηση του νέου αυτοκράτορά τους, Τιγλάθ-Φαλασάρ Ι (Tiglath-pileser 1115-1077 π.Χ.), θα νικήσουν αποφασιστικά και θα ανακόψουν την επιδρομή μιας μεγάλης στρατιάς («20.000 άνδρες», αναφέρουν τα Αρχεία) Μούσκι σε μια θέση στην κοιλάδα του άνω ρου του ποταμού Τίγρη, ΒΔ της τότε ασσυριακής πρωτεύουσας Νινευΐ και θα συλληφθούν 6.000 αιχμάλωτοι, οι οποίοι θα μεταφερθούν πιθανόν στην ΒΑ Συρία (C.A.H. Vol. II part 2, σελ. 421 και 457-458).
Σύγχρονοι ερευνητές (Diakonoff 1984, Redgate 2000), υποστηρίζουν ότι στις μετακινήσεις των Μούσκι συμμετείχαν και ορισμένα φύλα που χαρακτηρίζονται ως «Πρωτο-Αρμένιοι», τα οποία όμως δεν είναι δυνατόν να ταυτιστούν με τα φρυγικά φύλα που αποτελούσαν τον κύριο όγκο των Μούσκι. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται και από νεώτερες γλωσσολογικές έρευνες οι οποίες απέδειξαν ότι:
α. Η αρχαία Αρμενική γλώσσα (Old Armenian) δεν σχετίζεται και είναι αδύνατον να προήλθε από την Φρυγική, λόγω σημαντικών γλωσσολογικών διαφορών. Παρ’ όλο που και οι δύο ανήκουν στις λεγόμενες «μη – Μικρασιατικές» Αριοευρωπαϊκές γλώσσες, ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες. Η Φρυγική είναι γλώσσα centum, όπως η Ελληνική, η Λατινική κ.λ.π. ενώ η Αρμενική ανήκει στις γλώσσες satem, όπως οι Ιρανικές και οι Ινδοάριες (Σανσκριτική κ.λ.π.) γλώσσες, καθώς και η αρχαία Θρακική.
β. Η Αρμενική δεν έχει σχέση με τις αρχαίες Μικρασιατικές Αριοευρωπαϊκές γλώσσες όπως η Χιττιτική, η Λουβική και η Παλαϊκή, ούτε βέβαια και με τις γλώσσες που προήλθαν από αυτές όπως η Λυκιακή, η Λυδική και η Καρική.
γ. Εικάζεται ότι η αρχαία Αρμενική ανήκε σε έναν κλάδο της Θρακικής ομάδας, αλλά λόγω των περιορισμένων γνώσεών μας για τις αρχαίες θρακικές διαλέκτους, είναι αδύνατον να καταλήξουμε σε οριστικά συμπεράσματα.
Ορισμένοι ερευνητές πίστευαν μέχρι σχετικώς πρόσφατα (βλ. Jean-Pierre Alem: Η Αρμενία 1973), ότι οι «Πρωτο-Αρμένιοι» συμμετείχαν μεν στην μεγάλη ομάδα των φρυγικών και θρακικών φύλων που εισέβαλαν στα τέλη του 13ου αιώνα στην Μικρά Ασία, αλλά παρέμειναν αρχικά κάπου στην δυτική ή κεντρική Μ. Ασία και από εκεί μετακινήθηκαν προς τις ανατολικές περιοχές της Μ. Ασίας, μόνον μετά την κατάρρευση του Φρυγικού Βασιλείου που προκλήθηκε από τις επιδρομές των Κιμμερίων, το πρώτο μισό του 7ου αιώνα π.Χ.
Σήμερα, οι απόψεις για την πρώϊμη εγκατάσταση πρωτο-αρμενικών φύλων στις βορειοανατολικές περιοχές της Μ. Ασίας είναι οι επικρατέστερες και όλα τα νεώτερα στοιχεία τείνουν να ενισχύσουν αυτήν την θεωρία. Επί πλέον κάποια ψήγματα αλήθειας, που ανταποκρίνονται μάλλον σε πραγματικά γεγονότα, ενυπάρχουν και στις αρχαιοελληνικές πηγές. Οι ερευνητές δέχονται ότι οι καταγραφές του Στράβωνος, για τις εγκαταστάσεις του Άρμενου και των συντρόφων του που προαναφέραμε, έχουν κάποια ιστορική βάση, εφ’ όσον βεβαίως προηγουμένως γίνει ένα προσεκτικό ξεκαθάρισμα από τα διάφορα μυθεύματα και τους ανυπόστατους ισχυρισμούς που περιέχονται στην διήγηση.
Έτσι, οι μνημονευόμενες εγκαταστάσεις στην Ακιλισηνή και την Συσπιρίτιδα θεωρούνται πλέον ότι επιβεβαιώνουν τις αναφορές των ασσυριακών πηγών για τους εισβολείς Μούσκι που κατέλαβαν τα υποτελή στους Ασσυρίους βασίλεια του Άλζι (Alzi/Alshe) και Πουρουλούμζι (Purulumzi) και στα οποία εγκαταστάθηκαν.
Πραγματικά, η Ακιλισηνή ήταν η περιοχή γύρω από την σημερινή πόλη του Ερζιντζάν (Erzincan) στο τελευταίο τμήμα του Ευφράτη μέχρι τις πηγές του (σημερ. Kara Su), όπου λίγο νοτιότερα, τοποθετείται από τους ερευνητές το βασίλειο του Άλζι, των ασσυριακών πηγών του 12ου αιώνα π.Χ. όπως σημειώσαμε. Η Συσπιρίτις χώρα, στα βορειοανατολικά της Ακιλησινής, αντιστοιχεί πιθανόν στο βασίλειο Πουρουλούμζι.
Δυστυχώς, για τους επόμενους δύο περίπου αιώνες, δεν διαθέτουμε πληροφορίες σχετικά με τις μετακινήσεις και εγκαταστάσεις των Πρωτο-Αρμενικών φύλων.
Τον 9ο αιώνα π.Χ. όμως, τα ασσυριακά Αρχεία καταγράφουν τις επιτυχημένες πολεμικές επιχειρήσεις του αυτοκράτορα Τουκούλτι-Νινούρτα ΙΙ (890-884 π.Χ.) εναντίον τους και τα λάφυρα που απέσπασε, καθώς και τον φόρο σε μέταλλα, ζώα, και κρασί που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην συνέχεια στον διάδοχό του Ασσουρνασιρπάλ ΙΙ (883-859 π.Χ.).
Από τις πληροφορίες αυτές οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι τα Πρωτο-Αρμενικά φύλα έχουν πλέον εγκατασταθεί μόνιμα στην κοιλάδα του άνω ρου του ποταμού Τίγρη, μια περιοχή που μνημονεύεται με το όνομα Σουμπρία (Shubria). Στα ΒΑ αυτού του βασιλείου τοποθετείται η χώρα της Άρμε ή Ούρμε (Arme/Urme), ενώ στα ΒΔ η χώρα Άλζι (Alzi/Alshe) και το ομώνυμο βασίλειο στο οποίο είχαμε αναφερθεί παραπάνω (βλ. Χάρτη).
Νεώτερα όμως στοιχεία και πληροφορίες, υποδεικνύουν ότι η περιοχή όπου επίσης είχαν εγκατασταθεί ήδη Πρωτο-Αρμενικά φύλα, ήσαν και οι εκτάσεις στα δυτικά αυτών των χωρών, πέρα από τις δυτικές όχθες του άνω Ευφράτη και γύρω από την πόλη Μελίντ (Melid = Μελιτηνή, σημερ. Μαλατυά-Malatya) της Καππαδοκίας, πρωτεύουσα του ομώνυμου Νεο-χιττιτικού κρατιδίου (βλ. Καταγ. Αρ. – τομ. Α΄ τ. 2 - Κεφ. 5, ια΄: Τα Νεοχιττιτικά Κράτη).
Οι κάτοικοι της περιοχής ήσαν Λούβιοι και θα συγχωνευθούν βαθμιαία με τα Πρωτο-Αρμενικά φύλα τους επόμενους αιώνες, στην διάρκεια των οποίων αυτές οι περιοχές θα αποτελέσουν τμήμα του περίφημου Βασιλείου της Ουραρτού (βλ. λήμμα Ουράρτιοι).
Στα τέλη του 9ου αιώνα π.Χ. το βασίλειο του Άλζι θα κατακτηθεί από τον Ασσύριο αυτοκράτορα Σσαλμανεσέρ ΙΙΙ (858-824 π.Χ.), για να ενσωματωθεί στην συνέχεια από τον Βασιλέα της Ουραρτού Μενούα (810-786) στην επικράτειά του.
Στην διάρκεια της βασιλείας του Αργίσστη Ι (786-764 π.Χ.), από τις περιοχές της Μελιτηνής και Άλζι, θα μεταφερθούν 6600 αιχμάλωτοι από τα Πρωτο-Αρμενικά φύλα που ήσαν εγκατεστημένα εκεί, στην πόλη του Ερεμπουνί (Erebuni), μεταξύ της λίμνης Σεβάν και ενός παραπόταμου του Αράξη. Η πόλη αυτή θα εξελιχθεί αργότερα στην σημερινή πρωτεύουσα του κράτους της Αρμενίας, το Εριβάν.
Η περίοδος από την ίδρυση (μέσα του 9ου αιώνα π.Χ. περίπου) μέχρι την τελική πτώση και την μετέπειτα τελική κατάκτηση της περιοχής της Ουραρτού από τους Μήδους (590 π.Χ.), αποτελεί την σημαντικότερη φάση της Ιστορίας του Αρμενικού λαού από την άποψη της εθνολογικής του διαμόρφωσης. Η Ιστορία των Αρμενίων είναι συνυφασμένη απόλυτα αυτούς τους αιώνες με τις τύχες του Βασιλείου της Ουραρτού.
Ουσιαστικά ο Αρμενικός λαός διαμορφώθηκε από την συγχώνευση των Πρωτο-Αρμενικών φύλων με τους Χουρριτο-Ουράρτιους που ήσαν εγκατεστημένοι στις περιοχές γύρω από την λίμνη Βαν. Αν προσθέσουμε σε αυτούς και τα Χιττιτο-Λουβικά φύλα των γειτονικών περιοχών (π.χ. Μελιτηνή), που απορροφήθηκαν κατά καιρούς στην περίοδο των αρχικών εγκαταστάσεων, καθώς και κάποια φρυγικά στοιχεία ακόμη παλαιότερα, τότε θα έχουμε μια πλήρη εικόνα του ανθρωπολογικού μωσαϊκού από το οποίο προέκυψε ο Αρμενικός λαός.
Θα ήταν όμως σοβαρή παράλειψη εάν δεν προσθέταμε και τις σημαντικότατες επιδράσεις του Ιρανικού στοιχείου (Μήδοι, Πέρσες, Σκύθες, Πάρθοι κ.λ.π.) στην οριστική διαμόρφωση του Αρμενικού έθνους, όχι τόσο στο ανθρωπολογικό όσο στο πολιτιστικό και γλωσσικό επίπεδο, οι οποίες έλαβαν χώρα στην διάρκεια των αιώνων της Μηδικής και Περσικής κυριαρχίας στην Αρμενία, καθώς και της Παρθικής Δυναστείας (Αρσακίδες). Πρόσφατη σχετικά έρευνα (P. Considine, 1979 - αναφέρεται από την Α. Ε. Redgate, 2000), προσδιορίζει σε 1000 περίπου τις λέξεις στην Αρμενική γλώσσα, τόσο του καθημερινού λεξιλογίου, όσο και πιο εξειδικευμένες, που έχουν Ιρανική προέλευση (ειδικότερα από την Μέση Ιρανική). Σημαντικές επίσης γλωσσικές επιδράσεις θα δεχθεί η Αρμενική και από την Ελληνική, οι οποίες αρχίζουν από τους Ελληνιστικούς χρόνους και θα ενταθούν την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε και τα Πρωτο-Γεωργιανά φύλα που απορροφήθηκαν από τους Αρμένιους στην διάρκεια των Κλασσικών, Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων και τα οποία σύμφωνα με νεώτερα στοιχεία (Α. Ε. Redgate 2000, σελ. 57-58) ήσαν οι Μόσχοι, οι Μάκρωνες, οι Μοσσύνοικοι, οι Τιβαρηνοί και οι Σάσπειρες. (Βλ. λεπτομέρειες για τα φύλα αυτά στο Λ.Λ.Α.Κ.).
Στην διάρκεια των τριών περίπου αιώνων της Μηδικής και Περσικής κυριαρχίας, οι Αρμένιοι θα διαμορφώσουν βαθμιαία την ανθρωπολογική και εθνική τους φυσιογνωμία. Για την περίοδο αυτήν σημαντικές είναι οι πληροφορίες που κατέγραψε (γύρω στο 380 π.Χ.) ο Ξενοφών στην «Κύρου Ανάβαση» (Δ΄ ΙV. 1-22 και V. 1-36) για τους λαούς της περιοχής της ΒΑ Μικράς Ασίας, μεταξύ των οποίων μνημονεύονται και οι Αρμένιοι.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία των αρχαίων πηγών (κυρίως την Επιτομή του Ιουστίνου ΧΧΧVΙΙΙ vii. 2), φαίνεται ότι ο Μ. Αλέξανδρος δεν ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την κατάκτηση της Αρμενίας με αποτέλεσμα η περιοχή να συνεχίσει να κυβερνάται από τους «Οροντίδες», τους απογόνους του Πέρση σατράπη της Αρμενίας Ορόντη (Orontes), οι οποίοι, από πατέρα σε γιο, θα εξακολουθήσουν να διοικούν την χώρα μέχρι τις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. Πιθανολογείται (Redgate, 2000 σελ. 62) ότι ο Μ. Αλέξανδρος, του οποίου η γενική πολιτική ήταν να διορίζει Πέρσες ή Μήδους σατράπες στις περιοχές που κατακτούσε (και συνήθως τους ήδη υπάρχοντες, εφ’ όσον είχαν παραδοθεί και τον είχαν αναγνωρίσει ως Βασιλέα της χώρας), διόρισε ως σατράπη της Αρμενίας τον γιο του Ορόντη, τον Μιθράνη ή Μιθρήνη (Mithrenes). Ο Μιθρήνης αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς της Αρμενίας μάλλον μετά την μάχη των Γαυγαμήλων (331 π.Χ.).
Η Αρμενία θα εμπλακεί μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου στις συγκρούσεις των Επιγόνων και τελικά το 301 π.Χ. μετά την μάχη της Ιψού, θα περάσει στην δικαιοδοσία του Βασιλείου των Σελευκιδών, οι οποίοι θα διοικούν την χώρα δια μέσου των Οροντιδών βασιλέων της. Ελάχιστες όμως πληροφορίες έχουν διασωθεί για τους βασιλείς αυτούς. Σποραδικά γνωρίζουμε ότι ο βασιλεύς Σάμος παρεχώρησε άσυλο στον Ζιήλα, τον μελλοντικό βασιλιά της Βιθυνίας γύρω στο 260 π.Χ. και ότι υπήρξε πιθανότατα ο ιδρυτής της περίφημης πόλεως της Κομμαγηνής, Σαμόσατα, πατρίδας του Λουκιανού. Επίσης, ότι ο βασιλεύς Αρσάμης περιέθαλψε τον Αντίοχο Ιέρακα, διεκδικητή του θρόνου των Σελευκιδών και αδελφό του Σελεύκου Β΄ (246-225 π.Χ.) και ότι υπήρξε ιδρυτής των πόλεων Αρσάμεια στην Κομμαγηνή και Αρσαμόσατα, στις όχθες του Αρσανία, παραπόταμου του Ευφράτη.
Γύρω στο 212 π.Χ. ο Σελευκίδης Αντίοχος Γ΄ ο Μέγας (223-187 π.Χ.), θα εμπλακεί σε πόλεμο με τον βασιλιά Ξέρξη της Αρμενίας και θα τον πολιορκήσει στην πρωτεύουσά του, Αρσαμόσατα (βλ. λήμμα Πάρθοι). Λίγο αργότερα (190 π.Χ.) ο Αντίοχος Γ΄ θα εκθρονίσει τον τελευταίο Οροντίδη, τον Ορόντη IV και θα εγκαταστήσει ως διοικητές της, δύο στρατηγούς του, τον Αρταξία και τον Ζαρίαδρη, σύμφωνα με τον Στράβωνα (ΙΑ΄ XIV. 5), οι οποίοι ήσαν μάλλον Αρμένιοι (βλ. Redgate 2000, σελ. 65).
Θα πρέπει πάντως να τονίσουμε ότι η διάδοση του Ελληνισμού στην Αρμενία υπήρξε σε μεγάλο βαθμό έργο των Οροντιδών βασιλέων της, οι οποίοι υπήρξαν λάτρεις του Ελληνικού Πολιτισμού.Τα πολιτικοστρατιωτικά γεγονότα που ακολούθησαν θα βοηθήσουν τους Αρταξία και Ζαρίαδρη να γίνουν ανεξάρτητοι ηγεμόνες. Στην σύγκρουση μεταξύ της Ρώμης και του Βασιλείου των Σελευκιδών θα πάρουν το μέρος των Ρωμαίων και μετά την ήττα του Αντιόχου Γ΄ στην Μαγνησία του Σιπύλου (190 π.Χ.) και την Συνθήκη της Απαμείας (189/188 π.Χ.), θα αναγνωρισθούν από την Ρώμη ως βασιλείς.
Ο Αρταξίας Ι (189-160 π.Χ.) θα ανακηρυχθεί βασιλεύς της Αρμενίας και θα περιλάβει στην επικράτειά του το μεγαλύτερο τμήμα της χώρας, ενώ ο Ζαρίαδρης θα γίνει βασιλεύς της Σοφηνής (η περιοχή μεταξύ της ανατολικής όχθης του άνω ρου του Ευφράτη και του παραποτάμου του Αρσανία, σημερ. Murat Su), στην οποία θα συμπεριλάβει και την περιοχή της Μελιτηνής, καθώς και την Ακιλισηνή.
Πρωτεύουσα του Αρταξία Ι θα γίνουν τα Αρτάξατα, η πόλη πού ίδρυσε στην ανατολική πλευρά του ποταμού Αράξη, με την συμβουλή του Αννίβα, του μεγάλου Καρχηδόνιου στρατηλάτη, τον οποίο φιλοξενούσε (παράδοση που σήμερα αμφισβητείται).

(Συνεχίζεται)

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

ΓΛΩΣΣΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ... (3)



ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ


Είναι ιδιαίτερα λυπηρό το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων που σπούδασαν στο εξωτερικό εμφανίζουν εξοργιστική άγνοια της ελληνικής ορολογίας της επιστήμης τους, με αποτέλεσμα τα κείμενά τους να προκαλούν τουλάχιστον ιλαρότητα.
Το πρόβλημα είχε επισημανθεί από καιρό:
«…Τό ἐξοργιστικό, γιά τή μεγάλη πλειοψηφία τῶν κατ’ ἀνάγκην ἑτεροφώνων ἐπιστημόνων, εἶναι ὅτι ἀγνοοῦν τήν ἑλληνική γλώσσα καί δέν κάνουν καμιά προσπάθεια νά τήν ἀγαπήσουν, δηλαδή νά τή χειριστοῦν ἐμπλουτισμένα: χρησιμοποιοῦν ἁπλῶς τή σχολική ἐκφραστική τους ἀνεπάρκεια, πού χειροτέρεψε βέβαια μέ τήν πολιτιστική τους ἀποσυναρμογή στήν ἀλλοδαπή…» (Κώστας Ζουράρις: Μισγάγκεια ἀπερινόητη – «οδυσσεας» Αθήνα 1984, σελ. 198).
Αντί λοιπόν να εξελληνίζουν τους ξένους όρους, όταν δεν υπάρχουν αντίστοιχοι στην γλώσσα μας, αντίθετα «ελληνοποιούν», δυστυχώς «στο γόνατο», τους ξένους όρους (πιθανότατα και για να «πρωτοτυπήσουν» λόγω αφελούς ξενομανίας), αντικαθιστώντας απόλυτα δόκιμους και καθιερωμένους από την πολύχρονη χρήση, ελληνικούς.
Έτσι, σε αρκετά πανεπιστημιακά συγγράμματα Ζωολογίας, Ανθρωπολογίας κ.λπ. τέτοιων ξενοσπουδαγμένων, έχω συναντήσει π.χ. τον όρο «Πριμάτες», κατά γράμμα μετάφραση του αγγλικού όρου Primates, μιας ταξινομικής κατηγορίας (τάξη) στην κλίμακα κατάταξης των οργανισμών και στην οποία περιλαμβάνονται Μαϊμούδες (monkeys), Πίθηκοι (Apes) και ο άνθρωπος (Homo). Στην παραπάνω περίπτωση του εντελώς πρόχειρα «ελληνοποιημένου» και αστείου όρου «Πριμάτες», υπενθυμίζω ότι υπάρχει στην ελληνική επιστήμη και γλώσσα ο απόλυτα εύστοχος όρος «Πρωτεύοντα». Εξ άλλου, «Πριμάτος» (από την Λατιν. λέξη primus = πρώτος), είναι τιμητικός τίτλος της Καθολικής Εκκλησίας και δεν νομίζω να έχει κάποια σχέση με την Ζωολογία ή την Ανθρωπολογία!
Ανάλογα γελοίος είναι και ο όρος «Άλγη», που είδα σε πανεπιστημιακό «σύγγραμμα», από την επιπόλαιη «ελληνοποίηση» του ξένου όρου Algae της Βοτανικής, ο οποίος χρησιμοποιείται ως γενικός περιγραφικός και συστηματικός όρος των διαφόρων Συνομοταξιών Φυκών, που δεν είναι άλλα από τα πασίγνωστα σε όλους μας φύκια, χωρίς βεβαίως τις ανάλογες «μεταξωτές κορδέλλες». Το ότι υπάρχει η λέξη άλγος = πόνος (εξ ου και κεφαλαλγία = κεφαλόπονος, αναλγητικό = παυσίπονο κ.λπ.) είναι προφανώς «ψιλά γράμματα» ή άγνωστο στους πανεπιστημιακούς μας φωστήρες, οι οποίοι εξακολουθούν να αναφέρουν π.χ. το Φύλο Φαιοφύκη (από άλλη, επίσης αχρείαστη, «ελληνοποίηση» του όρου Phylum = Συνομοταξία, αδιαφορώντας για την σύγχυση που δημιουργείται από την χρήση του όρου φύλο για άλλες έννοιες) που ανήκει στα «Άλγη» δηλ. στους «Πόνους»!
Κυκεώνας; Όχι, απλώς confusion. Και για όσους με κατηγορήσουν για «γλωσσικό εθνικισμό», απαντώ προκαταβολικά, ότι μεταξύ «γλωσσικού εθνικισμού» και γελοιότητας διαλέγω ασυζητητί τον πρώτο…

ΠΕΡΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

Δυστυχώς, πολύ συχνά, η μετάφραση από τα Αγγλικά λέξεων σε –ization γίνεται απλουστευτικά, κολλώντας στην αντίστοιχη ελληνική την κατάληξη –ποίηση, κάτι που είναι πολλές φορές λάθος ή γίνεται σκόπιμα από γλωσσαμύντορες δημοτικιστές για να αποφύγουν τον τύπο εκ- ή εξ- που δείχνει «καθαρευουσιάνικος». To αποτέλεσμα είναι να προκύπτουν τερατογενέσεις ή αντιαισθητικοί τύποι λέξεων όπως π.χ. όταν η λέξη modernization μεταφράζεται «μοντερνοποίηση» ή ακόμα χειρότερα «συγχρονοποίηση» (!!!), αντί της ωραιότατης (αλλά τόσο κακοποιημένης) λέξης εκσυγχρονισμός Ευτυχώς ήμουν πολύ νεώτερος όταν πρωτοσυνάντησα την δεύτερη εκδοχή (συγχρονοποίηση!) σε κάποιο Πασοκικό κείμενο και έτσι γλύτωσα το εγκεφαλικό.
Μη ξεχνάμε εξ άλλου την σκληρή κριτική που έχει ασκηθεί για την άκριτη μετάφραση του όρου socialization, τον οποίο διάφοροι κολλημένοι δημοτικιστάδες μετέφραζαν συλλήβδην ως «κοινωνικοποίηση», χρησιμοποιώντας έναν όρο, ο οποίος αναφέρεται αποκλειστικά σε υλικά αγαθά, εργοστάσια, χωράφια, Τράπεζες κ.λπ. και γενικά σε πράγματα, αλλά ποτέ σε πρόσωπα. Έτσι, σε ουδεμία περίπτωση επιτρέπεται να αναφερόμαστε σε «κοινωνικοποίηση των γυναικών» (!) ή των παιδιών (!!!), εκτός και αν κάνουμε πλάκα. Σε πρόσφατη εκπομπή της ΝΕΤ άκουσα το εξής αμίμητο από κάποια παιδοψυχολόγο, η οποία, υποστηρίζοντας διάφορα «πρωτοποριακά» μέτρα, αναρωτήθηκε: «…Και πως αλλιώς θα κοινωνικοποιήσουμε τα παιδιά;». Μια εύκολη απάντηση θα ήταν: «Μα, πουλώντας τα με το κομμάτι»!
Όπως έχει τονιστεί: «…Η μύηση ενός παιδιού στις νόρμες της κοινωνίας με την κοινωνική του ενηλικίωση και την εσωτερίκευση των κοινωνικών επιταγών και απαγορεύσεων είναι πάντα εκκοινωνισμός και ποτέ κοινωνικοποίηση, όπως και η πρόσβαση των γυναικών στα πεδία των ευρύτερων κοινωνικών λειτουργιών…» (βλ. σχετικά Γιάννη Καλιόρη: «Πέραν του μισοξενισμού και της υποτέλειας» – «Πολύτυπο» Αθήνα 1984, σελ. 40 υποσημ. 8).

ΓΛΩΣΣΙΚΗ …ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ

Ακούω ή διαβάζω τελευταίως την έκφραση «ανεξαρτήτου» (!), την οποία χρησιμοποιούν πολιτικοί και δημοσιογράφοι, ολοένα και συχνότερα, αντί του επιρρήματος «ανεξαρτήτως» ή «ανεξάρτητα από». Προφανέστατα, την θεωρούν φιλολαϊκή, προοδευτική και ίσως δείγμα αριστεροσύνης. Υποστηρίζω ότι πρόκειται απλώς για δείγμα αγραμματοσύνης. Και τούτο διότι είτε θα πούμε (ή θα γράψουμε) π.χ. «ανεξαρτήτως της δικαστικής αποφάσεως», εάν επιθυμούμε να εκφραστούμε πιο «επίσημα», άρα σε μια λογιότερη μορφή της γλώσσας μας, είτε «ανεξάρτητα από την δικαστική απόφαση» στην καθομιλουμένη.
Σε πρόσφατο κείμενό του ο βιβλιοκριτικός Δημοσθένης Κούρτοβικ (ΤΑ ΝΕΑ «Βιβλιοδρόμιο», 20-21 Οκτωβρίου 2007) αναφέρεται με πολύ σκληρότερο τρόπο σε όσους χρησιμοποιούν την έκφραση «ανεξαρτήτου», ακόμα και αν το κάνουν από ελλιπή μόρφωση, στους οποίους (κατά την άποψή μου) οφείλουμε να είμαστε πιο επιεικείς. Παραθέτω απόσπασμα από το εν λόγω κείμενο:
«…Για παράδειγμα, διαβάζουμε συχνά αγγελίες του εξής τύπου: «Κύριος (τόσων) ετών, καλλιεργημένος, με πανεπιστημιακή μόρφωση... ζητάει γνωριμία με δεσποινίδα ή κυρία ανεξαρτήτου ηλικίας». Αυτό το ανεξαρτήτου ηλικίας (αντί του σωστού ανεξαρτήτως ηλικίας), συνηθισμένο λάθος των ανθρώπων χαμηλής μόρφωσης όταν προσπαθούν να μιλήσουν «μορφωμένα», διαψεύδει από μόνο του την αυτοπεριγραφή που προηγήθηκε.
Γενικά είμαι ανεκτικός στις παρεκκλίσεις από τους γραμματικούς κανόνες, γιατί αντιλαμβάνομαι ότι συχνά εκφράζουν μια βαθύτερη ψυχική πραγματικότητα. Αλλά αυτό το ανεξαρτήτου ηλικίας δεν μου κάθεται με τίποτα, γιατί δεν είναι μόνο συντακτικό, αλλά και λογικό λάθος. Δεν υπάρχει ανεξάρτητη ηλικία, υπάρχουν καταστάσεις ανεξάρτητες από την ηλικία…».

Δ.Ε.Ε.