Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

ΓΛΩΣΣΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ... (1)


Είναι πεποίθησή μου ότι πέρα από τα θέματα Ιστορίας, Αρχαιολογίας, Πολιτισμού κ.λπ. ή τα εξωτερικά προβλήματα της χώρας μας, η βελτίωση της γλώσσας μας και η ανάδειξη σοβαρών γλωσσικών ζητημάτων είναι μέσα στα καθήκοντα εκείνων που πιστεύουν ότι ενδιαφέρονται για τον λαό μας και αυτόν τον τόπο.
Θεωρώ λοιπόν σκόπιμο να αναλύονται κατά διαστήματα και ορισμένα γλωσσικά θέματα που πιθανότατα μας ενοχλούν, μας εξοργίζουν ή μας προβληματίζουν. Για να έχουμε όμως μια συνολική εικόνα νομίζω ότι πρέπει να παρουσιάζουμε και κάποια θεωρητικά κείμενα που μας βοηθούν να γίνουμε συμμέτοχοι στο γλωσσικό γίγνεσθαι.
Το κείμενο που ακολουθεί πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Ρήξη" στις 3-11-2007 φ. 22 και ήταν το πρώτο σε μια σειρά άρθρων που ακολούθησαν.


Η πανάθλια κατάσταση του σημερινού εκπαιδευτικού μας συστήματος είναι γνωστή σε όλους, με αποτέλεσμα η γλώσσα μας να κακοποιείται σε αφάνταστο βαθμό, όχι μόνον ορθογραφικά (ίσως το μικρότερο κακό), αλλά και συντακτικά. Επί πλέον υπάρχει σοβαρότατο πρόβλημα με τους τηλεπαρουσιαστές, «ρεπόρτερ» κ.ά. (και όχι μόνον) που καταστρέφουν το γλωσσικό αισθητήριο των δύστυχων ακροατών με τα όσα «ξεφουρνίζουν» κάθε τόσο. Δεν διεκδικώ το αλάθητο, αλλά πιστεύω ότι έχω κάθε δικαίωμα, ως μέλος αυτής της γλωσσικής κοινότητας, να κατακρίνω όσα με ενοχλούν και που κατά την ταπεινή μου γνώμη πρέπει να διορθωθούν, γιατί με την φόρα που έχουμε πάρει σε λίγα χρόνια θα συνεννοούμαστε σε Greeklish για να μπορούμε να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον…

ΚΡΙΤΗΡΙΟ
Ένα εύκολο και χαρακτηριστικό κριτήριο της επιπολαιότητας διαφόρων «συγγραφέων» είναι η γραφή της πρόθεσης εξ με απόστροφο (εξ’ άλλου, εξ’ ίσου, εξ’ ανάγκης κ.λπ.). Πολλοί, νομίζουν ότι είναι το ίδιο γραμματικό φαινόμενο (έκθλιψη) που παρατηρείται π.χ. στην πρόθεση από, στην οποία, όταν ακολουθεί λέξη που αρχίζει με φωνήεν, προς αποφυγήν χασμωδίας αποκόπτεται το α (συναλοιφή = εξάλειψη) και στην θέση του μπαίνει απόστροφος. Έτσι, το «από όπου» γράφεται «απ’ όπου», το «από εκεί» γράφεται «απ’ εκεί». Αυτό όμως δεν έχει καμιά σχέση με τις προθέσεις εκ (όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από σύμφωνο) και εξ (όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από φωνήεν), στις οποίες δεν χρειάζεται η απόστροφος, απλούστατα, διότι δεν υπάρχει εξάλειψη κάποιου φωνήεντος. Εκείνο που μου κάνει εντύπωση είναι γιατί οι ίδιοι δεν γράφουν π.χ. «εκ’ προθέσεως», «εκ’ του ιδίου» κ.λπ. Υποθέτω ότι αυτό συμβαίνει διότι δεν γνωρίζουν ότι πρόκειται για την ίδια πρόθεση! (*)

ΠΟΣΕΣ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΕΧΟΥΜΕ;
Ακούω πολύ συχνά στις περισπούδαστες και βαρύγδουπες αναλύσεις πολιτικών και δημοσιογράφων να πιπιλίζουν μια ανόητη έκφραση, που πιθανότατα θεωρούν ότι είναι «κουλτουριάρικη» και πνευματώδης. Αναφέρομαι στο φαιδρότατο «Έχω την αίσθηση…», που εκφωνούν βαθυστόχαστα «ενώπιος ενωπίω» πριν μας λούσουν με το απαύγασμα της σκέψης τους.
Ερώτημα πρώτον: Ποια ακριβώς αίσθηση έχετε αγαπητοί; Την αφή, την γεύση, την όραση, την ακοή ή την όσφρηση; Προφανώς καμιά από αυτές. Μάλλον θα αναφέρεστε σε κάποια έκτη αίσθηση ή όχι;
Ερώτημα δεύτερον: Μια και κάθε φυσιολογικός άνθρωπος διαθέτει μόνον πέντε αισθήσεις, μήπως αγαπητοί θέλετε να μας πείσετε ότι διαθέτετε κάτι παραπάνω από τον μέσο πολίτη εσείς οι επώνυμοι και συνήθεις φιλοξενούμενοι της μικρής οθόνης;
Ερώτημα τρίτον: Μήπως δεν ξέρετε τι λέτε;
Η έκφραση αυτή μας προέκυψε από τα πρώτα χρόνια του ΠΑΣΟΚ, τότε που ο Αντρέας είχε την έμπνευση να μας κουβαλήσει δεκάδες και εκατοντάδες αμερικανοσπουδαγμένους για να μας εκπολιτίσουν. Οι περισσότεροι από αυτούς ήσαν μάλλον «κουμπούρες» στα ελληνικά, αλλά με τις τότε συνθήκες του γλωσσοπολιτικού φανατισμού, τα λεγόμενά τους αποτελούσαν ιερές φράσεις για τους κεχηνότες οπαδούς τους, που τις αναπαρήγαγαν αφειδώς. Λόγω λοιπόν αυτής της αδυναμίας τους, μετέφραζαν με μεγάλη ευκολία λέξεις και εκφράσεις από τα αγγλικά και μας τις πετούσαν κατάμουτρα.
Στα αγγλικά (ή σωστότερα στα αμερικάνικα, για να ακολουθήσω τον Όσκαρ Ουάϊλντ που είχε δηλώσει ότι «με τους Αμερικανούς, εμείς οι Βρετανοί έχουμε πολλά κοινά, αλλά μας χωρίζει ένα βασικό: Η γλώσσα»!) υπάρχει η έκφραση “I have the feeling”, που λέγεται με την έννοια: νομίζω, μου φαίνεται, πιθανολογώ κ.λπ.
Στα ελληνικά υπάρχει η ωραιότατη έκφραση «Έχω την εντύπωση», που αποδίδει ακριβώς αυτήν την αμερικανιά. Προφανώς όμως θεωρείται οπισθοδρομική, ξεπερασμένη, χωριάτικη, κατινίστικη και δεν ξέρω τι άλλο. Στο κάτω-κάτω πώς θα δείξουμε ότι ξέρουμε και τα αγγλικούλια μας!
_______________________________
(*) Μάλλον βιάστηκα να βγάλω συμπεράσματα για την πρόθεση "εκ". Σχετικά πρόσφατα (21-6-09), σε ανακοίνωση πολιτικού γραφείου τ. Υπουργού, διάβασα το αδιανόητο «…όταν εκ’ των πραγμάτων…»!!!
Δεν πάμε καθόλου, μα καθόλου καλά…

Δ.Ε.Ε.

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

ΙΛΛΥΡΙΟΙ

Η ρωμαϊκή επαρχία του "Ιλλυρικού" (Illyricum)

Ιλλυριοί: Ομάδα φύλων του δυτικού τμήματος της χερσονήσου του Αίμου. Η ονομασία τους αυτή, με την οποία έγιναν γνωστοί στις αρχαιοελληνικές πηγές, φαίνεται ότι προήλθε αρχικά από ένα μικρό φύλο της Ιλλυρίδος (*), δηλ. της περιοχής της σημερινής κεντρικής Αλβανίας, με το οποίο ήλθαν σε επαφή για πρώτη φορά οι Έλληνες και στην συνέχεια η χρήση του διαδόθηκε και περιέλαβε όλα τα «ιλλυρικά» φύλα. Μια ένδειξη για την ύπαρξη αυτού του φύλου προέρχεται από το έργο του Πλίνιου του Πρεσβύτερου «Φυσική Ιστορία», που γράφτηκε στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. και στο οποίο αναφέρεται (ΙΙΙ. 144) η ύπαρξη ενός λαού στην περιοχή των εκβολών του ποταμού Δρίλωνος (σημερ. Drin) στην Αδριατική, που τον αποκαλεί «οι λεγόμενοι κυρίως Ιλλυριοί» (Illyrii proprie dicti).
Οι πρόγονοι των Ιλλυριών υποστηρίζεται ότι προήλθαν από την συγχώνευση των Νεολιθικών κατοίκων της περιοχής με τους Αριοευρωπαίους εισβολείς, η οποία σημειώθηκε στην διάρκεια της Χαλκολιθικής Εποχής (4η χιλιετία π.Χ.), κυρίως στις περιοχές της κεντρικής και ανατολικής χερσονήσου του Αίμου. Στο δυτικό τμήμα θα διεισδύσουν αργότερα, με αποτέλεσμα η περιοχή να εμφανίζει καθυστέρηση και η Εποχή του Ορειχάλκου να αρχίσει μόλις το 2100/2000 π.Χ.
Η φάση πάντως του σχηματισμού των λεγομένων Πρωτο-Ιλλυριών (Proto-Illyrians) καλύπτει ολόκληρη την Εποχή του Ορειχάλκου (Bronze Age, 2100/2000 – 1100 π.Χ.), ενώ στην διάρκεια των πρώτων αιώνων της Εποχής του Σιδήρου (1100 – 700 π.Χ.), έχουμε την διαμόρφωση των Πρώϊμων Ιλλυριών (First Illyrians). Από το 700 π.Χ. και μετά αναφερόμαστε πλέον στα ήδη σχηματισμένα φύλα των Ιλλυριών που αναφέρονται στους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους συγγραφείς (βλ. λεπτομέρειες στην Αρχαία Ιστορία του Πανεπιστημίου Καίημπριτζ–Cambridge Ancient History, C.A.H. Vol. III, part 1 σελ. 585).
Θα πρέπει πάντως να τονίσουμε, ότι οι συστηματικές έρευνες των τελευταίων δεκαετιών, που συγκέντρωσαν έναν τεράστιο όγκο αρχαιολογικού και γλωσσολογικού υλικού, απέδειξαν ότι οι Ιλλυριοί δεν απετέλεσαν ποτέ μια ομοιογενή εθνική και φυλετική οντότητα (Illyrians, 1996 σελ. 38). Η ανομοιογένεια αυτή ερμηνεύεται όχι μόνον από την ανάμειξη των ιθαγενών Νεολιθικών πληθυσμών με τους Αριοευρωπαίους εισβολείς όπως προαναφέραμε, αλλά και από την είσοδο κεντροευρωπαϊκών λαών των λεγομένων «πολιτισμών των Τεφροδόχων» (Urnfield cultures**) στις κεντρικές και δυτικές περιοχές της χερσονήσου του Αίμου.
__________________________________
(*) Γεωγραφικός όρος, που διαφέρει από τους όρους «Ιλλυρία» (=γενικά, οι σημερινές περιοχές της Αλβανίας και της πρώην ενιαίας Γιουγκοσλαβίας) και «Ιλλυρικόν» (= η ρωμαϊκή επαρχία ειδικότερα, Illyricum).
(**) Πολιτισμός της Μέσης Εποχής του Εποχής Ορείχαλκου (Bronze Age) της Κεντρικής Ευρώπης (περίπου 1800 π.Χ.), που ανήκει σε ομάδα συγγενών πολιτισμών οι οποίοι είναι γνωστοί με την ονομασία Ούρνφιλντ (Urnfield cultures = Πολιτισμοί των τεφροδόχων). Χαρακτηριστικό αυτών των πολιτισμών ήταν το ταφικό έθιμο της καύσης των νεκρών και της τοποθέτησης της τέφρας (στάχτης) σε ειδικά, συνήθως κεραμικά, αγγεία (τεφροδόχοι, Urns).

Η είσοδος αυτών των λαών έγινε σε δύο κύματα: Το πρώτο σημειώθηκε γύρω στο 1200 π.Χ. και ταυτίζεται με την μεγάλη «Φρυγική μετανάστευση», ενώ το δεύτερο πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 12ου αιώνα και στην διάρκεια του 11ου αιώνα π.Χ. Αυτό το δεύτερο κύμα είχε αξιοσημείωτη επίδραση ειδικά στις δυτικές περιοχές, όχι μόνον στα υλικά στοιχεία των τοπικών πολιτισμών, αλλά κυρίως στο ότι προκάλεσε νέες μετακινήσεις λαών από τα ανατολικά παράλια της Αδριατικής προς την ιταλική χερσόνησο και ειδικότερα το νοτιοανατολικό της άκρο (αρχ. Ιαπυγία ή Καλαβρία, σημερινή Απουλία).
Οι λαοί που εγκαταστάθηκαν στις ιταλικές ακτές της Αδριατικής ήσαν οι Ιάπυγες (δεν πρέπει να συγχέονται με τους Ιάζυγες, ένα Σαρματικό φύλο και τους Κελτο-Ιλλυριούς Ιάποδες των βορειοανατολικών παραλίων της Αδριατικής), οι Μεσσάπιοι και οι Χώνες (Chonians). Για τους τελευταίους, πιστεύεται ότι σχετίζονται με το Δυτικό (Ηπειρωτικό) ελληνικό φύλο των Χαόνων (βλ. C.A.H. Vol. III part 1, σελ. 229).
Γλώσσα των προαναφερθέντων αυτών λαών ήταν η συμβατικά ονομαζόμενη Μεσσαπική, η οποία θεωρείται συγγενής της Ιλλυρικής γλώσσας, αλλά επειδή προήλθε από μια προγονική μορφή της Ιλλυρικής (την λεγόμενη Προ-ιλλυρική, pre-Illyrian), διαφοροποιήθηκε έντονα στην διάρκεια των ιστορικών χρόνων με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται σήμερα ως ξεχωριστή οντότητα μεταξύ των πρώϊμων γλωσσών της ιταλικής χερσονήσου. Είναι γνωστή από περισσότερες από 300 επιγραφές, γραμμένες σε μια μορφή του ελληνικού αλφαβήτου που υιοθετήθηκε γύρω στο 500 π.Χ.
Τα νότια όρια εξάπλωσης των ιλλυρικών φύλων τοποθετούνται στην κοιλάδα του ποταμού Αώου, στην σημερινή νότια Αλβανία, ενώ ορισμένοι τα τοποθετούν βορειότερα, στην κοιλάδα του ποταμού Γενούσου (σημερ. Shkumbi).
Το θέμα αυτό έχει επιλυθεί πλέον μετά από τα νεώτερα ευρήματα και τις πρόσφατες έρευνες, οι οποίες απέδειξαν ότι μέχρι τον 9ο αιώνα π.Χ. τα όρια μεταξύ ιλλυρικών και Δυτικών (Ηπειρωτικών) ελληνικών φύλων προσδιορίζονταν από τον ποταμό Γενούσο. Αυτή η περίοδος όμως, ήταν η εποχή κυριαρχίας στην ανατολική Αδριατική ενός ισχυρού λαού της περιοχής, των Λιβουρνών (Liburnians). Οι Λιβουρνοί ανήκαν στους λεγόμενους Βενετικούς (Venetic) λαούς (βλ. παρακάτω), που ήσαν εγκατεστημένοι στον μυχό της Αδριατικής και στις Δαλματικές ακτές και αποτελούσαν το νοτιότερο φύλο τους. Το πρώτο μισό του 8ου αιώνα π.Χ. είχαν εγκατασταθεί στην Κέρκυρα, την οποία μοιράζονταν με τους Έλληνες αποίκους από την Ερέτρια της Εύβοιας, μέχρι την εκδίωξή τους από την περιοχή και την οριστική απώθησή τους, στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. από τον πανίσχυρο στόλο των Κορινθίων, που θα καταλάβουν την Κέρκυρα και θα αποκτήσουν έτσι τον έλεγχο της νότιας Αδριατικής και των επικερδών θαλάσσιων επικοινωνιών με την Ιταλία.
Φαίνεται ότι την περίοδο της κυριαρχίας των Λιβουρνών, οι Ταυλάντιοι και άλλα ιλλυρικά φύλα προωθήθηκαν νοτιότερα και κατέλαβαν τις εύφορες παραλιακές πεδιάδες μεταξύ Γενούσου και Αώου (βλ. λεπτομέρειες για τα παραπάνω στο Illyrians, σελ.183-188 και C.A.H. Vol. III part 3 σελ. 266-267). Στην συνέχεια όμως, τα ελληνικά φύλα των Χαόνων φαίνεται ότι απώθησαν και πάλι τα ιλλυρικά φύλα βορειότερα, στον ποταμό Γενούσο, ο οποίος μέχρι τα τέλη περίπου του 5ου αιώνα π.Χ. θα παραμείνει το όριο μεταξύ τους. Στην διάρκεια του 4ου και 3ου αιώνα π.Χ., εποχή ισχυροποίησης και επέκτασης των ιλλυρικών κρατών της περιοχής, ο Αώος θα ξαναγίνει το όριο ιλλυρικών και ελληνικών φύλων (βλ. Dragoslav Srejović: The Illyrians and the Thracians-Malta 1998, σελ. 14).
Ο ιστορικός του 2ου μ.Χ. αιώνα Αππιανός ο Αλεξανδρεύς, περιέλαβε στο ιστορικό του έργο (Ρωμαϊκά), ένα βιβλίο για τους Ιλλυριούς και τους πολέμους των Ρωμαίων εναντίον τους, το οποίο περιέχει σημαντικές πληροφορίες για τα διάφορα ιλλυρικά φύλα. Εκεί παραδίδεται και μια μυθολογική γενεαλογία των λαών της εποχής εκείνης που ήσαν εγκατεστημένοι στην Ιλλυρία. Σύμφωνα με αυτήν, από τον Κύκλωπα Πολύφημο και την γυναίκα του Γαλάτεια, γεννήθηκαν τρεις γιοι, ο Κελτός, ο Ιλλυριός και ο Γάλας, οι οποίοι μετανάστευσαν από την πατρίδα τους Σικελία και εγκαταστάθηκαν σε διάφορες χώρες όπου οι υπήκοοί τους ονομάσθηκαν αντίστοιχα Κέλτες, Ιλλυριοί και Γαλάτες, γεγονός που αποκαλύπτει την σύγχυση και την άγνοια εθνολογικών δεδομένων του Αππιανού, ο οποίος διαχωρίζει τους Κέλτες από τους Γαλάτες!
Ο Ιλλυριός απέκτησε έξη γιους, τον Εγχελέα (Encheleus), τον Αυταριέα (Autarieus), τον Δάρδανο (Dardanus), τον Μαίδο (Maedus), τον Ταύλα (Taulas) και τον Περραιβό (Perrhaebus), αλλά και κόρες όπως την Παρθώ (Partho), την Δαορθώ (Daortho), την Δασσαρώ (Dassaro) και άλλες. Από τα παιδιά αυτά του Ιλλυριού κατάγονται οι Ταυλάντιοι, οι Περραιβοί, οι Εγχελείς, οι Αυταριάτες, οι Δάρδανοι, οι Παρθίνοι, οι Δασσαρήτες και οι Δάρσιοι (σημ. ΔΕΕ μάλλον εννοούνται οι Δαόρσοι). Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι ο Αυταριεύς είχε ένα γιο, τον Παννόνιο ή Παίονα και αυτός είχε γιους, τον Σκορδίσκο και τον Τριβαλλό, από τους οποίους κατάγονται οι αντίστοιχοι λαοί.
Προφανώς, η γενεαλογία του Αππιανού και η «μεγάλη Ιλλυρία» του, στην οποία περιελάμβανε λαούς εθνικά και γεωγραφικά άσχετους με τους Ιλλυριούς, ήσαν τεχνητά κατασκευάσματα, τα οποία εξυπηρετούσαν συγκεκριμένους πολιτικούς, δημοσιονομικούς και διοικητικούς στόχους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μετά την ενσωμάτωση των δυτικών περιοχών της χερσονήσου του Αίμου (βλ. και Srejović, 1998 σελ. 13).
Η αρχαιότερη πάντως περιγραφή των ιλλυρικών φύλων, γίνεται στον Περίπλου, ο οποίος γράφτηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. και λανθασμένα αποδίδεται στον θαλασσοπόρο και γεωγράφο Σκύλακα τον Καρυανδέα (Ψευδο-Σκύλαξ). Τους Ιλλυριούς μνημονεύει και ο μεγάλος Γεωγράφος της αρχαιότητος (3ος αιώνας π.Χ.) Ερατοσθένης, καθώς και ο Γεωγράφος του 2ου αιώνα π.Χ. Σκύμνος ο Χίος. Το νοτιότερα εγκατεστημένο φύλο των Ιλλυριών φαίνεται ότι ήσαν οι Βυλλίονες (Bylliones), στην ενδοχώρα της ελληνικής αποικίας της Απολλωνίας, στην κοιλάδα του ποταμού Αώου, που γειτόνευε στα νότια του με το ελληνικό Ηπειρωτικό φύλο των Χαόνων. Σήμερα πάντως υποστηρίζεται ότι οι Βυλλίονες ήσαν ελληνικό και όχι ιλλυρικό φύλο (C.A.H. Vol. III part 3, σελ. 268).

Ρωμαϊκή Ιλλυρία

Για το φύλο των Ατιντάνων/Αντιντάνων/Ατιντανών, εξακολουθεί να υπάρχει σύγχυση και ως προς την καταγωγή του όσο και ως προς την ακριβή θέση εγκατάστασής του. Η σύγχρονη έρευνα πάντως τείνει να καταλήξει στην παραδοχή ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά φύλα: Το ελληνικό φύλο των Ηπειρωτών Ατιντάνων, εγκατεστημένο μεταξύ των Χαόνων και των Μολοσσών και το ιλλυρικό φύλο των Ατιντανών, στα βόρεια της σημερινής πόλης του Ελβασάν.
Οι Ταυλάντιοι, αποτελούσαν μια ομάδα ιλλυρικών φύλων, που κατά καιρούς κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της παραλιακής πεδιάδας μεταξύ των ποταμών Αώου στα νότια και Δρίλωνος (σημερ. Drin) στον βορρά. Η παράδοση για την ίδρυση (γύρω στο 627 π.Χ.) της Επιδάμνου (αποικία των Κερκυραίων, σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας), την οποία κατέγραψε επίσης ο Αππιανός, αναφέρει τους Βρίγες ως τους παλαιοτέρους κατοίκους της περιοχής, που τους διαδέχθηκαν αργότερα οι Ταυλάντιοι, με τους οποίους, όπως σαφώς συμπεραίνεται, οι Βρίγες δεν είχαν καμιά σχέση ή συγγένεια.
Ο περίφημος αρχαίος Γεωγράφος του 6ου αιώνα π.Χ. Εκαταίος ο Μιλήσιος, μνημονεύει ως φύλο των Ταυλαντίων, τους Άβρους (Abri), οι οποίοι γειτόνευαν ανατολικά με ένα άλλο ιλλυρικό φύλο, τους Χελιδόνες, εγκατεστημένους στο εσωτερικό, στα νότια του μέσου ρου του ποταμού Δρίλωνος.

Αργυρός στατήρ της Επιδάμνου (Δυρράχιον)
Κόπηκε για λογαριασμό του ηγεμόνος των Ιλλυριών Μονουνίου (περίπου 300-280 π.Χ.)
Στα ανατολικά των Ταυλαντίων, στο εσωτερικό, ήσαν εγκατεστημένοι, οι Παρθεινοί (Λεξικό Κυρίων Ονομάτων, Κωνσταντινούπολις 1893) ή Παρθίνοι (Στέφανος Βυζάντιος), οι ανατολικοί γείτονες των οποίων ήσαν οι Εγχελείς, στην περιοχή της λίμνης Αχρίδος. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ηγεμόνες των Εγχελέων, θεωρούσαν τους εαυτούς τους απογόνους του μυθικού ήρωος Κάδμου και της συζύγου του Αρμονίας (κόρης του Άρεως και της Αφροδίτης).
Σύμφωνα όμως με νεώτερες απόψεις, οι Εγχελείς κατοικούσαν στην πραγματικότητα στην περιοχή της λίμνης Σκόδρας (αρχ. Λαβαιάτις), στο βορειότερο σημείο της σημερινής Αλβανίας και όχι στην περιοχή βορείως της Αχρίδας. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι και στον προαναφερθέντα Περίπλου, οι Εγχελείς τοποθετούνται βορείως των Ταυλαντίων, άρα στα νότια της λίμνης Σκόδρας. Το θέμα αυτό πάντως σήμερα έχει ξεκαθαρίσει. Υποστηρίζεται λοιπόν, ότι πρόκειται μάλλον για κάποιο Παλαιο-Βαλκανικό φύλο, εγκατεστημένο αρχικά στα βόρεια της πλούσιας σε αλιεύματα και κυρίως χέλια (με αυτά σχετίζεται ετυμολογικά και η ονομασία του φύλου), λίμνη της Αχρίδος, το οποίο βαθμιαία επεκτάθηκε κατά μήκος του ποταμού Δρίλωνος (σημερ. Drin), μέχρι την περιοχή της λίμνης Σκόδρας, με αποτέλεσμα να υπάρχει σύγχυση στις αρχαίες πηγές.
Βορείως της λίμνης Σκόδρας αναφέρονται τα φύλα των Αρδιαίων (Ardiaei), ενώ στα ανατολικά της λίμνης τα φύλα των Γραβαίων (Grabaei) και των Λαβαιατών (Labeates). Ακόμη βορειότερα, στα παράλια της Αδριατικής, ήσαν εγκατεστημένοι οι Δαόρσοι και βορειότερα οι Νεστοί. Ανατολικοί γείτονες αυτών των λαών στο εσωτερικό, ήσαν οι Δαλματοί ή Δελμέτες, οι οποίοι μετά τον 2ο αιώνα π.Χ. θα κυριαρχήσουν στην περιοχή που θα πάρει και το όνομά της από αυτό το φύλο (Δαλματία).
Στις εκτεταμένες περιοχές του εσωτερικού της Ιλλυρίας, κυριαρχούσαν οι μεγάλες ομάδες φύλων όπως οι Αυταριάτες, οι Δάρδανοι και στην συμβολή των ποταμών Μοράβα, Σαύου και Δούναβη το κελτικό φύλο των Σκορδίσκων, οι οποίοι αργότερα θα αναμειχθούν με Ιλλυριούς.
Για τους Παίονες, πρέπει να τονίσουμε ότι σύμφωνα με τις νεώτερες απόψεις (βλ. N. G. L. Hammond: The Macedonian State, Oxford University Press, 1989 και Dragoslav Srejović: The Illyrians and the Thracians, Malta 1998), δεν θεωρούνται πλέον ιλλυρικό φύλο, όπως πίστευαν παλαιότερα.
Επίσης για τα φύλα των Ενετών (Veneti), των Λιβουρνών ή Λιβυρνών (Liburni), των Κάρνων (Carni) και των Ιστρίων (Histri), που ζούσαν στις περιοχές της σημερινής Β.Α. Ιταλίας (κοιλάδα του Πάδου), στις βορειότερες ακτές της Δαλματίας, στην σημερινή ΒΔ Σλοβενία και στην χερσόνησο της Ιστρίας (στον μυχό της Αδριατικής) αντίστοιχα, είναι πλέον γενικά αποδεκτό ότι δεν είχαν σχέση με τους Ιλλυριούς.
Θεωρούνται ως φύλα ενός ιδιαίτερου Αριοευρωπαϊκού λαού, των Βενετών, φορέων της Βενετικής γλώσσας (Venetic language), οι οποίοι κατά την παράδοση (Στράβων Δ΄ IV. 1, Ε΄ Ι. 4 και ΙΒ΄ ΙΙΙ. 25), κατάγονταν από τους Ενετούς της Παφλαγονίας, που με επικεφαλής τον Τρώα αρχηγό Αντήνορα, μετανάστευσαν στην Αδριατική μετά την άλωση της Τροίας. Τέλος οι Ιάποδες, στις ΒΑ ακτές της Αδριατικής, οι νότιοι γείτονες των Ιστρίων, θεωρούνται Κελτο-ιλλυρικός λαός.

ΙΛΛΥΡΙΣ και γύρω περιοχές

Οι Ιλλυριοί έγιναν γνωστοί κυρίως από τις μόνιμες και επίφοβες επιδρομές τους εναντίον των Μακεδόνων, το βασίλειο των οποίων συχνά έφθασε στα όρια της εξαφάνισης και της υποδούλωσης στους Ιλλυριούς. Θα συντριβούν οριστικά από τον Φίλιππο Β΄ και τον Μ. Αλέξανδρο, αλλά στα χρόνια των Διαδόχων και των Ελληνιστικών κρατών, το φύλο των Δαρδάνων, θα ισχυροποιηθεί και θα αρχίσει και πάλι τις επιδρομές εναντίον της Μακεδονίας.
Οι Ιλλυριοί θα υποκύψουν στις αλλεπάλληλες εκστρατείες των Ρωμαίων και μέχρι το 9 μ.Χ. θα ενταχθούν οριστικά στο ρωμαϊκό κράτος, όπου βαθμιαία θα αφομοιωθούν και θα χάσουν ακόμη και την γλώσσα τους, ενώ παράλληλα ένα τμήμα τους εξελληνίσθηκε και συγχωνεύθηκε με τα γειτονικά ελληνικά φύλα. Ο κύριος όγκος τους πάντως αφομοιώθηκε από τα κύματα των Σλάβων που θα εγκατασταθούν στα Βαλκάνια μετά τον 6ο αιώνα μ.Χ.
Αξίζει να σημειωθεί ότι από την γλώσσα των Ιλλυριών (η οποία δεν απέκτησε ποτέ γραπτή μορφή), ελάχιστα ίχνη έχουν απομείνει σήμερα, με αποτέλεσμα να είμαστε βέβαιοι μόνον για το γεγονός ότι η Ιλλυρική ανήκει σαφώς στις Αριοευρωπαϊκές (Ινδοευρωπαϊκές) γλώσσες.
Ιλλυρική πόρπη

Κρίσιμο σημείο παραμένει η θέση τις Ιλλυρικής σε σχέση με τις δύο βασικές ομάδες των Αριοευρωπαϊκών γλωσσών: Την Ανατολική ή ομάδα satem, που περιλαμβάνει την Θρακική, τις Σλαβικές, Ιρανικές (Περσική, Κουρδική, Αφγανική) και Ινδικές γλώσσες (την προγονική Σανσκριτική και τις σύγχρονες Hindi, Bengali, Punjabi, Urdu κ.λ.π.) και την Δυτική ή ομάδα centum στην οποία ανήκουν η Ελληνική και η Φρυγική καθώς και οι Κελτικές, οι Ιταλικές (αρχαίες: Λατινο-Φαλισκική, Οσκο-Ουμβρική, Πικεντική και οι σύγχρονες Ρωμανικές-Λατινογενείς: Ιταλική, Ισπανική, Γαλλική κ.λ.π.) και Τευτονικές (Γερμανική, Αγγλική, Ολλανδική, Σκανδιναβικές) γλώσσες.
Η κρισιμότητα του ζητήματος προκύπτει από το γεγονός ότι η σημερινή Αλβανική γλώσσα (που είναι γνωστή από γραπτές πηγές μόλις από τον 15ο αιώνα μ.Χ.) και η οποία ανήκει στην ομάδα satem (Ανατολική ομάδα), διεκδικεί την καταγωγή της από την Ιλλυρική, η οποία, όπως τείνει να αποδείξει η σύγχρονη έρευνα, ανήκει μάλλον στην Δυτική ομάδα centum και επομένως αποκλείεται να είναι προγονική γλώσσα της Αλβανικής, άρα και οι Ιλλυριοί πρόγονοι των Αλβανών.
Νεώτερες απόψεις (βλ. σχετικό λήμμα από τον Βαλκανιολόγο Αχ. Λαζάρου στο Π-Λ-Μπ) θέλουν τους Αλβανούς να κατάγονται από κάποιο θρακικό φύλο της ενδοχώρας και να εγκαταστάθηκαν στην σημερινή Αλβανία τους πρώτους αιώνες του Βυζαντινού κράτους. Πιθανότερη πάντως φαίνεται η καταγωγή του αρχικού φυλετικού πυρήνα (από τον οποίον προέκυψαν οι σημερινοί Αλβανοί και ιδίως οι Γκέγκηδες του βορείου τμήματος της χώρας) από το αρχαίο Δακικό φύλο των Κάρπων, το οποίο εικάζεται ότι μετακινήθηκε από τα βόρεια των Καρπαθίων, όπου εντοπίζεται τον 2ο-3ο αιώνα μ.Χ. και εγκαταστάθηκε τελικώς στην περιοχή γύρω από την Σκόδρα, κάποια περίοδο μεταξύ του 5ου-10ου αιώνα.
Χάρτης Παν-Ιλλυρικών φαντασιώσεων, με την εξάπλωση των ιλλυρικών φύλων να φθάνει μέχρι τον Αμβρακικό κόλπο!
Δ.Ε.Ε.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Σκιάποδες και Πανώτιοι

The Nuremberg Chronicle (by Hartman Schedel, a Nuremberg physician and humanist scholar), more properly known as the Liber Chronicarum, is a history of the world from creation to its publication in 1493. While on the one hand it demonstrates the influence of Renaissance humanism, it also shows a society in the process of transformation from medieval to modern, and from a scribal culture to a print culture.

Τερατολόγοι και "Μη-Συμβατική" Ιστορία

Στα μέσα περίπου του 5ο αιώνα π.Χ. γεννήθηκε στην Κνίδο της ΝΔ Μικράς Ασίας (στην Καρία, απέναντι από την Ρόδο), ο περίφημος γιατρός και ιστορικός Κτησίας, ο επονομαζόμενος Κνίδιος, από την πόλη της καταγωγής του.
Από το 404 π.Χ. (ίσως και νωρίτερα) έζησε στην Περσική Αυλή ως προσωπικός γιατρός του Πέρση αυτοκράτορα Αρταξέρξη ΙΙ (404-358 π.Χ.), γνωστού από τα γεγονότα της αποτυχημένης εκστρατείας του αδελφού του Κύρου του Νεώτερου εναντίον του και των περιπετειών της επιστροφής των ελλήνων μισθοφόρων (τους οποίους είχε προσλάβει ο Κύρος να τον βοηθήσουν να καταλάβει τον θρόνο) στην πατρίδα (Κάθοδος των Μυρίων, Ξενοφών: Κύρου Ανάβασις). Ο Κτησίας, ο οποίος εκτός από τις ιατρικές, προσέφερε και διπλωματικές υπηρεσίες στον Αρταξέρξη ΙΙ, θα επιστρέψει μετά από πολλά χρόνια στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου άρχισε να ασχολείται με την συγγραφή του περίφημου έργου του, «Περσικά». Το έργο αυτό αποτελούσε μια Ιστορία της Περσίας σε 23 βιβλία, που άρχιζε με τους Ασσυρίους και τον μυθικό βασιλιά τους Νίνο (Βιβλία 1-3), στην οποία όμως υπήρχαν πλήθος παρεκβάσεων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ξεχωριστά έργα, όπως τα «Ινδικά», περιγραφή της Ινδίας, η «Περίοδος ή Περίπλους», γεωγραφική περιγραφή της Αιγύπτου και του Ευξείνου Πόντου κ.λ.π.
Το έργο του θα χρησιμεύσει ως πηγή για αρκετούς από τους μετέπειτα ιστοριογράφους και συγγραφείς, όπως ο Θεόπομπος ο Χίος, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ο Πλούταρχος κ. ά.
Ο Κτησίας φιλοδοξούσε να είναι ο συνεχιστής του Ηροδότου, στο έργο του οποίου άσκησε έντονη κριτική, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να τον φτάσει, γιατί δεν επεδίωξε να καταγράψει τα ιστορικά γεγονότα με κριτικό πνεύμα και αυστηρότητα στην επιλογή των πηγών του. Ήταν περισσότερο ένας αφηγητής, που απέβλεπε κυρίως στην δημιουργία εντυπώσεων στους αναγνώστες του, με αποτέλεσμα το έργο του να αποκτήσει μυθιστορηματικό χαρακτήρα και να είναι μεν ευκολοδιάβαστο, αλλά εις βάρος της αξιοπιστίας και της σοβαρότητας. Οι διηγήσεις του όμως και οι τερατολογίες του για την ύπαρξη απίθανων λαών και τόπων, θα έχουν ως τελικό αποτέλεσμα να μείνει γνωστός όχι ως ιστορικός, αλλά ως ένας ευφάνταστος παραμυθάς.
Ο Κτησίας, όπως και ο νεώτερός του κατά έναν αιώνα περίπου, αλλά εξ ίσου αμφιλεγόμενος Μεγασθένης (περίπου 350-290 π.Χ.), ο πρεσβευτής του Σελεύκου Α΄ στην αυλή του Ινδού ηγεμόνα Σανδράκοττου (Τσαντραγκούπτα Μωρύα), θα γίνουν οι κύριες πηγές αναφοράς για τους συγγραφείς του Μεσαίωνα, οι οποίοι θα αναπτύξουν ολόκληρο κλάδο, την Τερατολογία, που αντικείμενό της ήταν η καταγραφή κάθε είδους υπερφυσικών όντων και η προσπάθεια για την επιβεβαίωση της ύπαρξής τους: Οι Κυνοκέφαλοι, άνθρωποι με κεφάλι σκύλου, οι Σκιάποδες, που είχαν μόνο ένα πόδι (κατά μία εκδοχή) με τεράστια πατούσα και το χρησιμοποιούσαν για να τους κάνει σκιά όντας ξαπλωμένοι στο έδαφος, μια άλλη φυλή με την ονομασία Βλέμες που ήσαν ακέφαλοι και τα μάτια, στόμα, μύτη κ.λ.π. τα είχαν στο στήθος τους, οι περίφημοι Πανώτιοι ή Ωτολίκνοι ή Ενωτοκοίται με τεράστια αυτιά που τα χρησιμοποιούσαν ως ρούχα και κλινοσκεπάσματα, το μυθικό πτηνό Φοίνιξ που ξαναγεννιόταν από την στάχτη του, οι Κένταυροι, οι Νύμφες, οι Γοργόνες και άλλα πολλά.


Μυθικά όντα από το Χρονικό της Νυρεμβέργης
(Σκιάπους και Βλέμας)


Αυτό το πνευματικό κλίμα μεσαιωνικής αμάθειας και σκοταδισμού μετέφερε με επιτυχία ο διάσημος Ιταλός συγγραφέας και Σημειολόγος Ουμπέρτο Έκο, στο εκπληκτικό μυθιστόρημά του «Μπαουντολίνο» (“Baudolino”, 2000), που θα συνιστούσα την ανάγνωσή του σε οπαδούς και φανατικούς θιασώτες του είδους.
Γιατί άραγε τα αναφέρω όλα αυτά; Για τον απλούστατο λόγο ότι τον τελευταίο καιρό οι προθήκες των Βιβλιοπωλείων γεμίζουν με ανάλογα έργα, τα οποία προφανώς δεν είναι δυνατόν, σε καμιά περίπτωση, να απολαμβάνουν την ίδια κατανόηση, ανοχή και συμπάθεια με το έργα του Κτησία του Κνίδιου, του Μεγασθένη ή των Τερατολόγων του Μεσαίωνα.Μια περιδιάβαση στα «έργα» αυτά θα αποκάλυπτε μια ανθούσα παραλογοτεχνία με κύρια θέματά της, σε μεγάλο ποσοστό, την παραποίηση της ελληνικής Ιστορίας και Προϊστορίας από ημιμαθείς ερασιτέχνες, την «ερμηνεία» διαφόρων γεγονότων και συμβάντων του παρελθόντος με εξωφρενικούς ισχυρισμούς και παρερμηνείες, την τυμβωρυχία των αρχαίων ελληνικών παραδόσεων και μύθων για να δικαιολογηθούν παιδαριώδεις «θεωρίες» και την κατακεραύνωση επιστημονικών απόψεων και τοποθετήσεων, που δεν συμφωνούν με τα κάθε είδους πνευματικά απόνερα αυτής της παραφιλολογίας.


(Από το βιβλίο του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη: «Μη-συμβατικές θεωρίες»: Οι κερδοσκόποι του “ελληνισμού” και ο φενακισμός των αφελών» - ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ Θεσσαλονίκη 2007)

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

Δάρδανοι και Δαρδανία


Περί Δαρδάνων και Δαρδανίας

Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησής μας, υπενθυμίζουμε ότι έχει υποστηριχθεί συχνά στο παρελθόν και μια άλλη πρόταση (εξ ίσου ουτοπική και αμφιλεγόμενη με την πρόταση περί Παιόνων και Παιονίας), ότι δηλ. μια δίκαιη ονομασία για το κράτος των Σκοπίων θα ήταν η ονομασία Δαρδανία, μια και στην αρχαιότητα στην περιοχή κατοικούσε ένας λαός αναφερόμενος στις αρχαίες πηγές ως Δάρδανοι. Ποιοι όμως ακριβώς ήσαν αυτοί οι Δάρδανοι; Τα άρθρο που ακολουθεί επιχειρεί να δώσει κάποιες απαντήσεις.

Δάρδανοι: Ονομασία δύο λαών με άγνωστη την ακριβή σχέση μεταξύ τους, εκ των οποίων ο ένας κατοικούσε στο κεντρικό τμήμα της χερσόνησο του Αίμου, ενώ ο άλλος εντοπίζεται στην βορειοδυτική Μ. Ασία, στην περιοχή της Τρωάδος.
Στον Όμηρο ταυτίζονται με τους Τρώες, ενώ ο Στράβων (Ζ΄ V. 6, 7 και 12) τους αναφέρει ως Ιλλυριούς. Εάν παλαιότερα, στα τέλη ίσως της Χαλκοκρατίας, ένα τμήμα των Δαρδάνων της Βαλκανικής, πέρασε στο Β.Δ. άκρο της Μικράς Ασίας και έδωσε το όνομα σε μια περιοχή της Τρωάδος, όπως πιθανολογείται, μένει να αποδειχθεί. Σύμφωνα πάντως με νεώτερες απόψεις ερευνητών (βλ. John Wilkes: The Illyrians, “Blackwell” – Oxford, 1996 σελ. 144-145), υποστηρίζεται η αντίθετη διαδρομή, δηλ. ότι ένα τμήμα Δαρδάνων, συγγενικού λαού με τους Τρώες, μετανάστευσε από την Μ. Ασία και εγκαταστάθηκε στην Ιλλυρία, όπου θα εκφυλισθούν, ξεπέφτοντας σε ένα αξιοθρήνητο στάδιο βαρβαρότητας.
Υπενθυμίζουμε πάντως ότι με το όνομα Δάρδανος, υπήρχε ελληνική πόλη, που ιδρύθηκε από Αιολείς αποίκους στην ακτή του Ελλησπόντου, μεταξύ της Αβύδου και του Ιλίου (Τροίας). Από την πόλη αυτή ονομάσθηκε ο Ελλήσποντος και Δαρδανέλλια.
Κατά τις απόψεις άλλων ερευνητών (βλ. Robert Graves: The Greek Myths, No 158), οι Δάρδανοι ή Δαρδάνιοι των ομηρικών επών, ήσαν ένα τυρρηνικής καταγωγής φύλο, που κατοικούσε στην περιοχή του όρους Ίδη της Τρωάδος. Επώνυμός τους ήρωας, ήταν ο Δάρδανος, ο οποίος κατά την παράδοση ήταν γιoς του Δία και της κόρης του Άτλαντος, Ηλέκτρας.
Όπως αναφέρεται στο εξαιρετικό «Λεξικό της Ελληνικής Αρχαιολογίας» του Αλέξανδρου Ρ. Ραγκαβή (Αθήναι, 1888), ο Δάρδανος «…μεταβάς εξ Αρκαδίας εις Σαμοθράκην και εκείθεν εις Φρυγίαν, ένθα ο βασιλεύς Τεύκρος τω έδωκε χώραν προς οικοδομήν της πόλεως Δαρδανίας. Υιός του Δαρδάνου φέρεται ο Εριχθόνιος, ο πλουσιώτατος των ανθρώπων και υιός του (ή αδελφός του), ο Τρώς, ο επώνυμος γενάρχης των Τρώων (Ιλιάς Υ, 215). Άλλοι δ’ έλεγον τον Δάρδανον εκ της Τρωϊκής χώρας καταγόμενον ή εκ Κρήτης ή εξ Ιταλίας (Πλουτ. Καμ. Κ). Οι απόγονοι αυτού Πρίαμος, Ίλος και Αγχίσης, λέγονται Δαρδανίδαι παρ’ Ομήρω…».
Οι Δάρδανοι της Βαλκανικής, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούσαν ένα ιλλυρικό φύλο εντοπισμένο στις κεντρικές περιοχές της σημερινής πρώην ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Φαίνεται ότι στην συνέχεια αναμίχθηκαν με θρακικά φύλα.
Θα πρέπει ίσως στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να εμφανίζεται συχνά μια νέα άποψη με ισχυρή επιχειρηματολογία (βλ. τις θέσεις του Σέρβου αρχαιολόγου του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου Ντραγκοσλάβ Σρέγιοβιτς-Dragoslav Srejović: The Illyrians and the Thracians – Malta 1998), σύμφωνα με την οποία τα φύλα των κεντρικών περιοχών της χερσονήσου του Αίμου Παίονες, Τριβαλλοί, Δάρδανοι κ.λ.π. δεν ανήκαν ούτε στους Θράκες ούτε στους Ιλλυριούς. Τα φύλα αυτά αποτελούσαν μια ιδιαίτερη αυτοτελή ομάδα Παλαιο-Βαλκανικών λαών, που κατείχαν τις περιοχές μεταξύ Θρακών και Ιλλυριών, με αποτέλεσμα να αποτραπεί οποιαδήποτε στενότερη πολιτιστική επαφή, αλλά και ουσιαστική πολιτική συνεργασία μεταξύ των δύο τελευταίων.
Η θεωρία αυτή κερδίζει σήμερα έδαφος και αν αποδειχθεί οριστικά θα θέσει τέρμα στις διενέξεις του παρελθόντος που θεωρούσαν τα φύλα των κεντρικών περιοχών άλλοτε Θράκες, άλλοτε Ιλλυριούς και άλλοτε Φρύγες, παρ’ όλο που το φρυγικό στοιχείο αναμφισβήτητα συμμετείχε στην διαμόρφωση των φύλων που ήσαν εγκατεστημένα στις κεντρικές περιοχές της χερσονήσου του Αίμου.
Κατά τον Στράβωνα (Ζ΄ V. 7): «…Οι Δαρδάνιοι είναι τελείως άγριος λαός· τόσο, ώστε σκάβουν σπηλιές μέσα στην κοπριά και κατοικούν μέσα σε αυτές, αλλά ασχολούνται με την μουσική· πάντοτε χρησιμοποιούν αυλούς και έγχορδα. Αυτοί βρίσκονται στα μεσόγεια…».
Θα εμφανισθούν στο ιστορικό προσκήνιο ως εχθρικός λαός των αρχαίων Μακεδόνων εναντίον των οποίων πραγματοποιούσαν συχνές επιδρομές, στις βόρειες περιοχές του Μακεδονικού Βασιλείου. Ο βασιλιάς τους Βάρδυλις (πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ.), θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις υποθέσεις της Μακεδονίας, μέχρι την τελική του ήττα από τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας το 358 π.Χ.
Θα τον διαδεχθεί ο γιος του Κλείτος και οι Δάρδανοι θα εξακολουθήσουν να απειλούν την Μακεδονία, μέχρι την συντριβή τους από τον Μέγα Αλέξανδρο, που αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει μια δύσκολη επιχείρηση καθυπόταξης των επίφοβων Ιλλυρικών και Θρακικών φύλων (335 π.Χ.), στα βόρεια του Μακεδονικού βασιλείου (στην οποία μάλιστα είχε και την βοήθεια του Λάγγαρου, ηγεμόνα των Αγριάνων), εν όψει της εκστρατείας του στην Ασία (βλ. για λεπτομέρειες στο The Illyrians, 1996 – ό.π. σελ. 120-124 με άφθονες παραπομπές σε αρχαίους συγγραφείς).
Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πάντως, ότι σε όλες τις ιστορικές πηγές της αρχαιότητας, ο Βάρδυλις αναφέρεται πάντοτε ως ηγεμόνας των Ιλλυριών, γενικά και αόριστα, χωρίς να προσδιορίζεται το συγκεκριμένο φύλο που κυβερνούσε. Νεώτεροι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η εξουσία του είχε ως βάση τους νότιους Δάρδανους της περιοχής του σημερινού Κοσσυφοπεδίου (The Illyrians, 1996 – ό.π. σελ. 120).
Οι Δάρδανοι φαίνεται ότι δεν υπέφεραν ιδιαίτερα από τις κελτικές επιδρομές που μετά τον θάνατο του Λυσιμάχου το 281 π.Χ. δήωσαν την χερσόνησο του Αίμου. Μετά την αποχώρηση των Γαλατών θα δημιουργήσουν βαθμιαία ένα ισχυρό βασίλειο που θα επεκταθεί μέχρι την Αδριατική. Επί της βασιλείας του Δημητρίου Β΄ (υιού και διαδόχου του ιδρυτού της δυναστείας των Αντιγονιδών, Αντιγόνου Γονατά) οι Δάρδανοι, με επικεφαλής τον πρώτο ιστορικά επιβεβαιωμένο ηγεμόνα τους Λόγκαρο (δεν πρέπει να συγχέεται με τον προαναφερθέντα ηγεμόνα των Αγριάνων Λάγγαρο), θα πολεμήσουν και πάλι εναντίον των Μακεδόνων. Ο ίδιος ο Δημήτριος Β΄ θα πεθάνει (229 π.Χ.) από τα τραύματά του, πολεμώντας εναντίον τους. Παρά τις ήττες τους, θα εξακολουθούν να παρενοχλούν την Μακεδονία με τις επιδρομές τους, ακόμη και στην εποχή του Φιλίππου Ε΄ (221-179 π.Χ.).
Θα υποταχθούν οριστικά στους Ρωμαίους στην διάρκεια του 1ου αιώνα π.Χ. και η χώρα τους θα αποτελέσει τμήμα της επαρχίας της Μοισίας. Η πρωτεύουσά τους Scupi (σημερινά Σκόπια) θα εξελιχθεί σε σημαντικό εμπορικό και διοικητικό κέντρο. Στα χρόνια του ρωμαίου αυτοκράτορος Μάρκου Αυρηλίου (161-180 μ.Χ.), θα στρατολογηθούν μαζικά στον ρωμαϊκό στρατό ώστε να σταματήσουν τις εξεγέρσεις τους. Από τότε, σταδιακά θα εξαφανισθούν ως ξεχωριστός λαός.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ονομασία τους, υποστηρίχθηκε (βλ. The Illyrians, 1996 – ό.π. σελ. 85 και 244) ότι προέρχεται από την ιλλυρική λέξη που σημαίνει αχλάδι και διατηρήθηκε και στην σημερινή Αλβανική γλώσσα (dardhë), ετυμολογία όχι ιδιαίτερα πειστική.
Κατά τον Ρόμπερτ Γκραίηβς (The Greeek Myths) όμως, υποστηρίζεται ότι προέρχεται από το ρήμα δαρ-δαίω=πυρπολώ, άρα Δάρδανοι = αυτοί που πυρπολούν. Η ετυμολογία αυτή καλύπτει σημασιολογικά όχι μόνον τους Δάρδανους της Τροίας, οπότε φαίνεται να είναι και η σωστότερη.

Δ.Ε.Ε.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Παίονες και Παιονία





Περί Παιόνων και Παιονίας


Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Το τελευταίο χρονικό διάστημα ακούγεται συχνά η πρόταση να πάρουν οι κάτοικοι της περιοχής των Σκοπίων το όνομα των αρχαίων κατοίκων της περιοχής, που ονομάζονταν Παίονες (κάτι όχι απόλυτα ακριβές). Προσωπικώς θεωρώ ότι η άποψη αυτή είναι μάλλον ουτοπική και πολύ συζητήσιμη για πολλούς λόγους, πέρα από το γεγονός ότι οι ιθύνοντες των Σκοπίων θα την απορρίψουν (εάν ποτέ γίνει επισήμως) μετά βδελυγμίας χωρίς δεύτερη σκέψη. Παρ’ όλα αυτά θεωρώ ότι είναι χρήσιμη η ενημέρωση των επισκεπτών της ιστοσελίδας σχετικά με το φύλο των Παιόνων. Αντιγράφω το σχετικό λήμμα από το «Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου».

Παίονες: Ένα από τα μεγαλύτερα και ισχυρότερα φύλα των κεντρικών περιοχών της χερσονήσου του Αίμου, κατά την αρχαιότητα. Οι Παίονες μνημονεύονται από τον Όμηρο ως σύμμαχοι των Τρώων, με αρχηγό τον Πυραίχμη (Ιλιάς, Β 848) «…που οδηγούσε τους Παίονες με τα κυρτά τόξα, μακριά από την Αμυδόνα, από τον πλατύ Αξιό…» και στην συνέχεια, μετά τον θάνατο του Πυραίχμη από το δόρυ του Πατρόκλου (Π 284-293), τον γιο του Ίππασου, Απισάονα, (Ρ 347-351) «…τον κυβερνήτη του στρατού, που είχε έλθει από την εύφορη Παιονία…», ο οποίος σκοτώθηκε από τον Λυκομήδη. Βασιλιάς τους ήταν ο Αστεροπαίος, ο γιος του Πηλεγόνα, που τον γέννησε ο Αξιός. Ο Αστεροπαίος θα βρεί τον θάνατο από τον Αχιλλέα, όπως και άλλοι Παίονες που αναφέρονται ονομαστικά: Θερσίλοχος, Μύδων, Αστύπυλος, Μνήσος, Θράσιος, Αίνιος και Οφελέστης (Φ 139-212).
Ο Ηρόδοτος (Ιστορίαι, Ε΄ 1 και 12-17 Ζ΄ 113, 124) αναφέρει τους Παίονες ως κατοίκους της βόρειας περιοχής μεταξύ του Αξιού και του Στρυμόνα, καθώς και τα παιονικά φύλα των Αγριάνων, Λαιαίων, Παιόπλων, Σιριοπαιόνων και Δοβήρων.Ο Στράβων (Γεωγραφικά, Ζ΄ αποσπ. 4 και 38) τους ταυτίζει με τους Πελαγόνες, τονίζοντας μάλιστα ότι οι Παίονες παλαιότερα λέγονταν Πελαγόνες και συσχετίζει το όνομα του πατέρα του Αστεροπαίου, του Πηλεγόνα (βλ. παραπάνω), με τους Πελαγόνες (Πηλεγόνας-Πελαγόνας), ενώ αναφέρει και την άποψη ότι οι Παίονες θεωρούνται άποικοι Φρυγών ή σύμφωνα με άλλους, αρχηγοί τους. Σε άλλο όμως σημείο (Ζ΄ απόσπασμα 11) τους θεωρεί Θράκες.
Τέλος, ο Θουκυδίδης (Ιστορία, Β΄ 96) αναφέρει τα παιονικά φύλα των Αγριάνων και Λαιαίων ως υπηκόους του βασιλιά των Οδρυσών, του Σιτάλκη.
Η νεώτερη έρευνα δεν έχει καταλήξει ακόμη οριστικά στο ζήτημα της καταγωγής των Παιόνων. Άλλοι τους θεωρούν Θράκες (βλ. Λεξικό Ελληνικής Αρχαιολογίας), άλλοι Ιλλυριούς (βλ. R. A. Crossland - Cambridge Ancient History, Vol. III part 1, σελ. 837), ενώ τελευταίως υποστηρίζεται η φρυγική καταγωγή των Παιόνων (βλ. Λεξικό Π-Λ-Μπ).
Κατά τον N. G. L. Hammond (Macedonian State, σελ. 40) οι Παίονες δεν ήσαν Ιλλυριοί ούτε Θράκες και φυσικά ούτε Έλληνες, αφού μιλούσαν μια διαφορετική γλώσσα από τους λαούς αυτούς. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει (βλ. C.A.H. Vol. III. part 3, σελ. 278-279) ότι οι Παίονες εκτόπισαν τους Ιλλυριούς και εξαπλώθηκαν σε μεγάλες εκτάσεις μεταξύ των ετών 750-530 π.Χ.


Αργυρό τετράδραχμο του βασιλέως των Παιόνων
Πατράου (340-315 π.Χ.)



Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να εμφανίζεται συχνά μια νέα άποψη με ισχυρή επιχειρηματολογία (βλ. τις θέσεις του Σέρβου αρχαιολόγου του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου Ντραγκοσλάβ Σρέγιοβιτς-Dragoslav Srejović: The Illyrians and the Thracians-Malta 1998), σύμφωνα με την οποία τα φύλα των κεντρικών περιοχών της χερσονήσου του Αίμου Παίονες, Τριβαλλοί, Δάρδανοι κ.λ.π. δεν ανήκαν ούτε στους Θράκες ούτε στους Ιλλυριούς. Τα φύλα αυτά αποτελούσαν μια ιδιαίτερη αυτοτελή ομάδα Παλαιο-Βαλκανικών λαών, που κατείχαν τις περιοχές μεταξύ Θρακών και Ιλλυριών, με αποτέλεσμα να αποτραπεί οποιαδήποτε στενότερη πολιτιστική επαφή, αλλά και ουσιαστική πολιτική συνεργασία μεταξύ των δύο τελευταίων.


Η θεωρία αυτή κερδίζει σήμερα έδαφος και αν αποδειχθεί οριστικά θα θέσει τέρμα στις διενέξεις του παρελθόντος, που θεωρούσαν τα φύλα των κεντρικών περιοχών άλλοτε Θράκες, άλλοτε Ιλλυριούς και άλλοτε Φρύγες, παρ’ όλο που το φρυγικό στοιχείο αναμφισβήτητα συμμετείχε στην διαμόρφωση των φύλων που ήσαν εγκατεστημένα στις κεντρικές περιοχές της χερσονήσου του Αίμου (βλ. Χάρτη).




Η πρωτεύουσα των Παιόνων ηγεμόνων ήταν αρχικά η Άστιβος – Astibus (βλ. Ν. Χάμμοντ «Ιστορία της Μακεδονίας» τομ. Β΄ σελ. 68 και 113 - «Μάλλιαρης» 1995), το μετέπειτα Στίπειον (σημερ. Ištip ή Štip), στις όχθες του παραπόταμου του Αξιού Άστιβου (σημερινός Bregalnitsa) ή σύμφωνα με άλλη όχι τόσο αξιόπιστη πηγή (ιστοσελίδα Wikipedia - λήμμα Stobi) τα Βυλάζωρα (σημερ. Veles, πρώην Tito Veles, τα βυζαντινά Βελεσά), απ’ όπου αργότερα μετακινήθηκε στην πόλη Στόβοι στην συμβολή του Αξιού με τον Εριγόνα (σημερινός Cerna).

Οι Παίονες ήσαν κατ’ εξοχήν γεωργικός λαός και η εκμετάλλευση των εύφορων περιοχών ανατολικά του Αξιού, καθώς και των πλούσιων μεταλλείων χρυσού, αργύρου, χαλκού και σιδήρου θα τους αποφέρει μεγάλο πλούτο, όπως αποτυπώνεται στα βαριά ασημένια πρώϊμα νομίσματά τους με χαρακτηριστικές παραστάσεις μεγαλόσωμων βοδιών (βλ. αντίστοιχες εκδόσεις νομισμάτων από τους Δέρρωνες και Ήδωνες).

Αργυρό οκτάδραχμο του Παιονικού φύλου των Ορεσκίων

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι Παίονες κατείχαν στην διάρκεια της Ύστερης Εποχής του Ορειχάλκου και ειδικότερα προς το τέλος της, την Αμφαξίτιδα (τις εκτάσεις γύρω από τις δυο όχθες του κάτω ρου του Αξιού), την Ημαθία, την Αλμωπία, την Εορδαία, την Πιερία, την Πελαγονία και βορειότερα την κοιλάδα του Αξιού μέχρι την περιοχή της σημερινής πόλης των Σκοπίων. Με την έναρξη της εποχής του Σιδήρου και τις μετακινήσεις λαών που σημειώθηκαν, οι Παίονες θα αφομοιωθούν, θα εκτοπισθούν ή θα εξολοθρευτούν από τους Φρύγες, τους Θράκες και τους Πελασγούς, που θα εισβάλουν στις περιοχές τους (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, «Εκδοτική Αθηνών» 1982 σελ. 48-49).
Οι Άλμωπες και οι Εορδοί, ενώ παλαιότερα θεωρούνταν Ιλλυρικά φύλα, σήμερα θεωρούνται ότι ήσαν φύλα των Παιόνων, που αργότερα αναμίχθηκαν ως ένα βαθμό με Ιλλυριούς, που κατέλαβαν αυτές τις περιοχές πριν από την εξάπλωση των Μακεδόνων (βλ. πληροφορίες για τα φύλα αυτά στο: Δημ. Ε. Ευαγγελίδη «Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων» - Θεσσαλονίκη 2002).
Οι Ιλλυριοί κυριάρχησαν στον χώρο της Μακεδονίας, μετά την αποχώρηση των Φρυγών γύρω στο 800 π.Χ. Οι Παίονες, με επικεφαλής το πολεμοχαρές φύλο των Λαιαίων, θα επανέλθουν βαθμιαία και από το 750 π.Χ. όπως προαναφέρθηκε θα εκτοπίσουν τους Ιλλυριούς από την κοιλάδα του Αξιού και θα ισορροπήσουν την πίεση των θρακικών φύλων πέρα από τον Στρυμόνα, μέχρι τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ.
Στις περιοχές αυτές θα εγκατασταθεί ένα ισχυρό παιονικό φύλο, οι Σιριοπαίονες, από το όνομα του οποίου προήλθε και η σημερινή ονομασία της πόλης των Σερρών (βλ. λεπτομέρειες στο Macedonian State, ό.π. σελ. 40-41).
Με την Περσική εισβολή στην Ευρώπη (512/511 π.Χ.), οι Παίονες θα δεχθούν ισχυρό πλήγμα και τα επόμενα χρόνια θα υποχωρούν διαρκώς κάτω από την αυξανόμενη πίεση των θρακικών φύλων από τα ανατολικά και των Μακεδόνων από τα δυτικά. Στα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου (δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ.) φαίνεται ότι ήσαν σύμμαχοι ή υπήκοοι του βασιλιά των Οδρυσών, όπως προαναφέραμε. Λίγο αργότερα, πιθανόν να αποσύρθηκαν στην άνω κοιλάδα του Αξιού και των πηγών του Στρυμόνα, όπου συγκρότησαν ενιαίο ανεξάρτητο βασίλειο. Μας είναι γνωστός ένας βασιλιάς τους από την περίοδο αυτήν, ο Άγις (δεύτερο τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ.). Οι Παίονες θα διατηρήσουν την ουσιαστική ανεξαρτησία τους μέχρι τον θάνατο του Άγι (358 π.Χ.). Τότε, ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας, εισέβαλε στην Παιονία, κερδίζοντας μια αποφασιστική νίκη, η οποία του έδωσε την δυνατότητα να επιβάλλει στον νέο ηγεμόνα των Παιόνων ΛύππειοΛύκκειο, όπως αναγράφεται στα νομίσματα, περίπου 358-340 π.Χ.), μια συνθήκη ειρήνης ευνοϊκή για τους Μακεδόνες (βλ. Ν. Χάμμοντ - Ιστορία της Μακεδονίας, "Μάλλιαρης" 1995 τόμ. Β΄ σελ. 247). Δύο χρόνια μετά, ο Λύππειος/Λύκκειος, μαζί με τον Κετρίπορι, ηγεμόνα των Οδρυσών και τον Γράβο, ηγεμόνα των Γραβαίων, με την υποκίνηση των Αθηναίων θα συμπήξουν συμμαχία εναντίον της Μακεδονίας, αλλά ο στρατηγός του Φιλίππου Β΄, ο ικανότατος Παρμενίων, θα τους συντρίψει το 356 π.Χ. (βλ. Macedonian State, ό.π. σελ. 110-111 και Διόδωρος ΙΣΤ΄ 22.3). Το βασίλειό τους θα γίνει από τότε υποτελές στους Μακεδόνες.


Νόμισμα Παιόνων (ΛΥΚΚΕΙΟΣ)

Θα πάρουν μέρος στην εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου με δική τους μονάδα ελαφρά οπλισμένων ιππέων-ανιχνευτών. Σύμφωνα με τον Λατίνο ιστορικό Κούρτιο (Quintus Curtius Rufus, 1ος αιών μ.Χ.), οι Παίονες και ο διοικητής τους Αρίστων θα πολεμήσουν ηρωϊκά και θα συντρίψουν ένα τμήμα περσικού ιππικού που προσπάθησε να παρεμποδίσει την διάβαση του ποταμού Τίγρη από τον στρατό του Μ. Αλεξάνδρου, λίγες μέρες πριν από την μάχη των Γαυγαμήλων (Historiae ΙV. 9. 24-25). Οι Παίονες θα επωφεληθούν των εμφυλίων συγκρούσεων που ακολούθησαν τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου και θα αποκτήσουν και πάλι την ανεξαρτησία τους, μέχρι την υποταγή τους το 281 π.Χ. στον Λυσίμαχο και στην συνέχεια στους Γαλάτες (Κέλτες) επιδρομείς που θα κατακτήσουν την περιοχή. Μας είναι γνωστοί οι ηγεμόνες των Παιόνων αυτής της περιόδου Πατράος (340–315 π.Χ.), Αυδωλέων (310–286 π.Χ.), Αρίστων (286–285), Λέων (278–250 π.Χ.) και Δρωπίων (250–225 π.Χ.).


Αργυρό νόμισμα Παιόνων με την επιγραφή ΑΥΔΩΛΕΟΝ[ΤΟΣ]

Για τον βασιλέα Αυδωλέοντα ή Αυδολέοντα (= αυτός που έχει φωνή λιονταριού, μεγαλόφωνος), γνωρίζουμε ότι όταν το 310 π.Χ. η ανεξαρτησία της Παιονίας διέτρεξε κίνδυνο από τους Αυταριάτες Ιλλυριούς, σώθηκε με τη βοήθεια του βασιλέως της Μακεδονίας Κασσάνδρου. Υπήρξε φίλος και σύμμαχος των Αθηναίων κατά του Δημητρίου του Πολιορκητή και γι΄ αυτό το λόγο είχε τιμηθεί με ψήφισμα από την εκκλησία του δήμου. Για τον βασιλέα Δρωπίονα πρέπει να αναφερθεί ότι το 1877 ανακαλύφθηκε στην αρχαία Ολυμπία ένα βάθρο ανδριάντα με επιγραφή ότι είχε στηθεί από τους Παίονες προς τιμήν του.
Γύρω στο 225 π.Χ. η Παιονία θα υποταχθεί στον Αντίγονο Γ΄ τον Δώσοντα (229-221 π.Χ.) και ο διάδοχός του, Φίλιππος Ε΄ (221-179 π.Χ.), θα την ενσωματώσει οριστικά στο Βασίλειο της Μακεδονίας, όπου θα παραμείνει μέχρι την ρωμαϊκή κατάκτηση. Οι Παίονες θα συγχωνευθούν με τους γειτονικούς τους λαούς και στην διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας θα παύσουν να αναφέρονται ως ξεχωριστό φύλο.
Δ.Ε.Ε.

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Σκοπιανά Μαθήματα «Ιστορίας»…

Η βουλγαρική ήττα στον Σπερχειό
(μικρογραφία από το περίφημο έργο του Ιωάννου Σκυλίτζη "Σύνοψις Ιστοριών" ΙΑ΄ αιώνας)

Είναι γνωστή – σε όλους όσους έχουν ασχοληθεί με τα τεκταινόμενα στο γειτονικό μας κράτος, που κυκλοφορεί πλέον διεθνώς (με τις ευλογίες των Αμερικανών «συμμάχων» μας) ως «Μακεδονία» – η διαστρεβλωμένη εκδοχή της σκοπιανής «ιστορίας», η οποία συστηματικά καλλιεργείται και διοχετεύεται προς πάσα κατεύθυνση από επίσημους και ημιεπίσημους φορείς των Σκοπίων, όπως π.χ. το διαβόητο Ίδρυμα «Σόρος».
Σήμερα, με την βοήθεια του Διαδικτύου, η σκοπιανή προπαγάνδα γίνεται πολύ εύκολα, με αποτέλεσμα να βομβαρδίζονται οι χρήστες του με ψευδο-ιστορικά «στοιχεία» και «δεδομένα», που όχι μόνον ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα, αλλά αποτελούν τέτοιες εξωφρενικές εκδοχές της πραγματικής ιστορίας, που ούτε ο μακαρίτης Τζώρτζ Όργουελλ θα μπορούσε να φανταστεί όταν έγραφε το περίφημο «1984».
Ένα τυπικό δείγμα αυτού του είδους των ταχυδακτυλουργικών επεμβάσεων στα ιστορικά γεγονότα αποτελεί και το χρονολόγιο «ιστορικών γεγονότων» που υπάρχει στον διαδικτυακό τόπο http://www.mymacedonia.net/ όπου διαβάζεις «πράγματα και θάμματα» σε σημείο αληθινής παράνοιας. Στην αρχική σελίδα υπάρχει η «επεξήγηση» ότι η σημερινή «Δημοκρατία της Μακεδονίας» κατέχει «το δυτικό μισό του αρχαίου Βασιλείου της Μακεδονίας» (The Republic of Macedonia occupies the western half of the ancient Kingdom of Macedonia). Είμαι βέβαιος ότι ακόμα και Έλληνες, που υποτίθεται γνωρίζουν την Ιστορία τους, δεν θα εύρισκαν τίποτε το περίεργο στην διατύπωση αυτήν, η οποία βεβαίως είναι αναληθής πέρα ως πέρα. Σκεφτείτε τώρα τον μέσο Αμερικανό, Γερμανό ή Γάλλο!
Μεταβαίνοντας στην παραπομπή «Ιστορία της Μακεδονίας» (χωρίς διευκρινίσεις σε ποια ακριβώς «Μακεδονία» αναφέρεται) υπάρχει το χρονολόγιο που προαναφέραμε. Παραθέτουμε ένα μέρος αυτού του χρονολόγιου με κάποιες χαρακτηριστικές ημερομηνίες, όπου ο ανυποψίαστος χρήστης διαβάζει τα εξής:

περίπου 653 π.Χ. Η αρχαία Μακεδονία διαιρέθηκε σε Άνω και Κάτω. Ο βασιλεύς Περδίκκας Α΄ ιδρύει το Μακεδονικό Βασίλειο.
(σχόλιο Δ.Ε.Ε. ουδεμία θεσμοθετημένη διαίρεση της Μακεδονίας υπήρξε ποτέ! Υπήρχε απλώς μια γεωγραφική ονοματολογία, αναφερόμενη από διάφορους αρχαίους συγγραφείς της νότιας Ελλάδας για διευκόλυνση των αναγνωστών τους. Το αρχαίο Μακεδονικό Βασίλειο δεν ιδρύθηκε από τον Περδίκκα Α΄ το 653 π.Χ. Στην μακεδονική παράδοση υπήρχαν τα ονόματα και τριών ακόμη βασιλέων της Μακεδονίας πριν από τον Περδίκκα Α΄ (699-653/2 π.Χ.), οι οποίοι δεν αναφέρονται στον Ηρόδοτο, γεγονός που κλονίζει την αξιοπιστία της παράδοσης που κατέγραψε. Οι βασιλείς αυτοί ήσαν οι: Κάρανος (802-765 π.Χ.), Κοῖνος (765–735 π.Χ.) και Τυρίμμας (735 – 699 π.Χ.), τους οποίους μνημονεύει όμως η περί Καράνου παράδοση. Σωστότερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι γύρω στο 800 π.Χ. οι Μακεδόνες φυλοβασιλείς κατέκτησαν μόνιμη εδαφική περιοχή. Για περισσότερα βλ. στην ανάρτηση Φυλές, φύλα, έθνη και το φυλετικό κράτος στην Αρχαία Ελλάδα )

359-336 π.Χ. Αξιοσημείωτες στρατιωτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις πραγματοποιούνται κατά την διάρκεια της βασιλείας του Φιλίππου Β΄, καθορίζοντας τα γεωγραφικά, ιστορικά και εθνικά σύνορα της Μακεδονίας.
(σχ. Δ.Ε.Ε. ποια εθνικά σύνορα;)
336-323 π.Χ. Βασιλεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Βασιλέως των Μακεδόνων. Η Μακεδονία φθάνει στο ζενίθ της στρατιωτικής της ισχύος. Διαδίδει τον Μακεδονικό πολιτισμό στην Ανατολή.
(σχ. Δ.Ε.Ε. τον μακεδονικό πολιτισμό; Ποιος ήταν ο μακεδονικός πολιτισμός; Ήταν κάτι διαφορετικό από τον ελληνικό-ελληνιστικό;)
215-205, 200-193, 171-167 π.Χ. Μακεδονο-Ρωμαϊκοί πόλεμοι. Η Μακεδονία υποτάσσεται στην Ρωμαϊκή διοίκηση.
535 μ.Χ. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας ιδρύει την πόλη Ιουστινιανή Πρώτη (πλησίον των Σκοπίων), μια σημαντική εκκλησία (έδρα αρχιεπισκόπου) και πολιτικό κέντρο στα Βαλκάνια.
(σχ. Δ.Ε.Ε. και για όσους δεν κατάλαβαν, τα Σκόπια πρέπει να ξαναγίνουν το πολιτικό κέντρο των Βαλκανίων. Αυτό δεν εξυπονοεί αυτή η καταγραφή;)
855 Οι αδελφοί Κύριλλος και Μεθόδιος δημιουργούν το πρώτο Σλαβικό αλφάβητο.
(σχ. Δ.Ε.Ε. Σλαβομακεδόνες λοιπόν οι Κύριλλος και Μεθόδιος!)
969 Οι γιοι του κόμη Νικολάου (Δαβίδ, Μωυσής, Ααρών και Σαμουήλ) στασιάζουν εναντίον της Βουλγαρικής εξουσίας και ιδρύουν το μεσαιωνικό Μακεδονικό κράτος, το οποίο το 997 εξελίσσεται στην Μακεδονική αυτοκρατορία.
(σχ. Δ.Ε.Ε. Τι να πρωτοθαυμάσει κάποιος από αυτήν την εξωφρενική παρουσίαση των ιστορικών γεγονότων!)*
1014 Η μάχη της Βελασίτζας. Ο στρατός του Μακεδόνα Τσάρου Σαμουήλ ηττήθηκε από τους Βυζαντινούς.
(σχ. Δ.Ε.Ε. Μακεδόνας Τσάρος ο Σαμουήλ!!!)
1018 Η Μακεδονική Αυτοκρατορία υπάγεται στην Βυζαντινή διοίκηση.
(σχ. Δ.Ε.Ε. Μακεδονική Αυτοκρατορία!!!)
Κλείνω με ένα αφελές ερώτημα: Γιατί άραγε ο αυτοκράτωρ Βασίλειος Β΄ αναφέρεται στην διεθνή βιβλιογραφία ως Βουλγαροκτόνος (Bulgarslayer) και όχι ως Μακεδονοκτόνος;

___________________________
(*) Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, αλλά και τις απόψεις των νεώτερων ιστορικών παγκοσμίως, οι «κομητόπουλοι», όπως αλλιώς είναι γνωστοί, οι γιοι του κόμη Νικολάου, κάποιου βυζαντινού αξιωματούχου, επαναστάτησαν μετά το 971 εναντίον της Βυζαντινής και όχι βέβαια της Βουλγαρικής εξουσίας, η οποία δεν υπήρχε.
Μετά την επιστροφή του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή στην Κωνσταντινούπολη (971) από την νικηφόρα εκστρατεία του εναντίον των Ρώσσων του Σβιατοσλάβου, αφαιρέθηκαν τα σύμβολα της βασιλείας από τον Βόγορι (Βόρις) Β΄ και ο Τσιμισκής του απένειμε απλώς τον τίτλο του μαγίστρου. Ο Ιωάννης Τσιμισκής είχε προσεταιρισθεί τον εκθρονισμένο από τους Ρώσσους Βόγορι Β΄, οι οποίοι από το 968 είχαν καταλάβει ολόκληρη την ανατολική Βουλγαρία και είχαν εκμηδενίσει ουσιαστικά και τα τελευταία υπολείμματα του υποτελούς στο Βυζάντιο βουλγαρικού βασιλείου. Ο βυζαντινός αυτοκράτορας, εμφανιζόμενος ως απελευθερωτής της Βουλγαρίας από τους Ρώσσους, «…περιέβαλε με τιμές τον Βόγορι Β΄ και τον αποκαλούσε βασιλέα…» (βλ. Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμ. Η΄ - Αθήνα 1979, σελ. 117-118). Όσο για τους «κομητόπουλους», ήσαν πιθανότατα αρμενικής καταγωγής (η μητέρα τους Ριψίμη ήταν σίγουρα), όπως υποστηρίζει ο Αρμένιος ιστορικός Asolik (12ος αιώνας μ.Χ.), ο οποίος διατείνεται ότι ο Σαμουήλ και οι αδελφοί του ήσαν Αρμένιοι μισθοφόροι στον βυζαντινό στρατό και υποκίνησαν του Βουλγάρους της περιοχής Πρεσπών να στασιάσουν εναντίον του Βυζαντίου. Με αυτόν τον τρόπο ξεκίνησε η ανασύσταση του Βουλγαρικού Βασιλείου από τον Τσάρο των Βουλγάρων (και όχι βέβαια των ανύπαρκτων Σλαβομακεδόνων) Σαμουήλ.

Δ.Ε.Ε.

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

ΑΙΓΕΣ – ΕΔΕΣΣΑ

Αργυρός στατήρ αποδιδόμενος παλαιότερα στις Αιγές
(περίπου 470-460 π.Χ.)

ΑΙΓΕΣ – ΕΔΕΣΣΑ: Τι ακριβώς «παίζεται»;
Του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

(Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΕΔΕΣΣΑΪΚΗ» 27-6-2009 στο φ. 2392)

Πρόσφατα, εμφανίσθηκαν σε τοπικά έντυπα («Άποψη», «Νέοι Ορίζοντες») δύο επιστολές μου, στις οποίες προσπάθησα να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα για το θέμα της αρχαίας πρωτεύουσας των Μακεδόνων βασιλέων και νεκρόπολης των Αιγών.

Αφορμή για τις επιστολές αυτές υπήρξε μια ενδιαφέρουσα βιβλιοκριτική από τον Βεροιώτη κ. Γιάννη Καρατσιώλη για την έκδοση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πέλλας του βιβλίου «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ: χθες και σήμερα» των Εδεσσαίων συγγραφέων Σ. Τότλη και Δ. Ε. Ευαγγελίδη. Κατά την γνώμη του κ. Καρατσιώλη, όπως αναφέρει: «…θα έπρεπε να αναφερθεί (ο συγγραφέας) και στις σχετικά νεότερες απόψεις περί Βεργίνας και Αιγών (Μ. Ανδρόνικος κλπ που δεν υπάρχουν στη βιβλιογραφία του) και όχι να θεωρείται δεδομένη η ταύτιση Έδεσσας και Αιγών…».
Επειδή το ιστορικό μέρος του παραπάνω βιβλίου γράφτηκε από τον υπογράφοντα οφείλω να δώσω μια εξήγηση γιατί ταυτίζω στο κείμενο την Έδεσσα με τις Αιγές, παρά την κυρίαρχη άποψη για την ταύτιση των Αιγών με την Βεργίνα. Επί πλέον, επειδή πολλοί συμπολίτες μας μου ζήτησαν περισσότερες λεπτομέρειες για το θέμα, έκρινα σκόπιμο να δημοσιεύσω μια επισκόπηση του ζητήματος με όσα στοιχεία έχω στην διάθεσή μου.

Οι Αιγές στην Βεργίνα;
Κατ’ αρχήν η ταύτιση Αιγών–Βεργίνας δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, παρά τους πακτωλούς χρημάτων που έχουν ξοδευτεί στην περιοχή. Το βιβλίο του ομότ. Καθηγητή Αρχαίας Ιστορίας κ. Ιωάννη Τουλουμάκου: «Ιστορικά προβλήματα των τάφων της Βεργίνας» – Θεσσαλονίκη 2006, υπήρξε καταλυτικό στην αμφισβήτηση αυτής της ταύτισης. Έτσι, τουλάχιστον μέχρι να προσκομιστούν ατράνταχτα στοιχεία και αποδείξεις, θα εξακολουθώ να επιμένω στην εξίσωση Αιγαί = Έδεσσα, για δικούς μου λόγους.
Στην απόρριψη όμως της Βεργίνας συμφωνούν πλέον ολοένα και περισσότεροι ειδικοί, Έλληνες και ξένοι, παρά την επιμονή συγκεκριμένου πλέγματος συμφερόντων, από τουριστικούς πράκτορες μέχρι πανεπιστημιακούς, που έχουν συνδεθεί με τον χώρο της Βεργίνας. Το άρθρο του Καθηγητή Κλασσικής Αρχαιολογίας του Α. Π. Θεσσαλονίκης κ. Παναγιώτη Β. Φάκλαρη, μέλους της πανεπιστημιακής ανασκαφής της Βεργίνας, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» στις 30-08-1998 με τίτλο «Ο τάφος του Φιλίππου: όνειρα και αλήθειες», εξακολουθεί να είναι επίκαιρο και χωρίς ουσιαστική απάντηση στις βασικές του αντιρρήσεις και προβληματισμούς, παρά την πάροδο δεκαετίας και πλέον από την αρχική του δημοσίευση. Εξ άλλου, ο καθηγητής Π. Φάκλαρης δεν είναι τυχαίο πρόσωπο. Εκτός των άλλων, υπήρξε από το 1977 στενότατος συνεργάτης του Μανόλη Ανδρόνικου στις ανασκαφές της Βεργίνας. Σήμερα είναι μέλος της πανεπιστημιακής ομάδας που συνεχίζει την επιστημονική έρευνα στον σημαντικότατο αρχαιολογικό χώρο της Βεργίνας. Συνεπώς η άποψή του για την θέση των Αιγών και συνακόλουθα του τάφου του Φιλίππου έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.
Επομένως το να αναφερθούν «νεότερες απόψεις» περί Βεργίνας στην βιβλιογραφία δεν νομίζω ότι θα πρόσθετε κάτι παραπάνω και απλώς θα επέτεινε την υπάρχουσα σύγχυση στο συγκεκριμένο θέμα.
Υπενθυμίζω ότι το 1968 ο Άγγλος ιστορικός, Καθηγητής Νίκολας Χάμμοντ διετύπωσε την θέση ότι το βασιλικό νεκροταφείο των Μακεδόνων (άρα και οι Αιγές) βρισκόταν στην Βεργίνα. Πρότεινε, μάλιστα, ως τάφο του Φιλίππου (!) έναν μεγάλο μακεδονικό τάφο που ανέσκαψε ο Κ. Ρωμαίος το 1938 και στον οποίο βρέθηκε ένας μαρμάρινος θρόνος. Η θέση του Ν. Χάμμοντ για τις Αιγές υιοθετήθηκε και από τον Μ. Ανδρόνικο, αλλά μετά τις ανακαλύψεις του 1977 στην Βεργίνα.Όπως έχει τονίσει ο κ. Φάκλαρης «Η επιχειρηματολογία του Ν. Χάμμοντ είναι κατά την άποψή μου μη πειστική» και επισημαίνει ότι υπάρχει μία σημαντική τοπογραφική λεπτομέρεια, που δεν ελήφθη υπ΄ όψη από τους υποστηρικτές της άποψης Χάμμοντ. Αυτή η λεπτομέρεια είναι ότι οι Αιγές, σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές (Διόδωρος, Πτολεμαίος) βρίσκονταν στην Βοττιαία, δηλαδή στην περιοχή της Μακεδονίας που εντοπίζεται βορείως του Αλιάκμονα και ανατολικά του Βερμίου και όχι στην Πιερία όπου ήταν (και είναι) η Βεργίνα. Ο Αλιάκμων αποτελούσε μάλλον το φυσικό σύνορο ανάμεσα στην Βοττιαία και την Πιερία. Πιθανές αλλαγές της ροής του Αλιάκμονα δεν θα επηρέαζαν την τοποθέτηση των Αιγών από τους αρχαίους συγγραφείς.

Ηρόδοτος και Αιγές
Την σημαντικότερη πάντως πληροφορία για την θέση των Αιγών την προσφέρει ο Ηρόδοτος, ο οποίος δίνει συγκεκριμένα τοπογραφικά στοιχεία. Αναφερόμενος στην πρώτη πόλη που εγκαταστάθηκε η βασιλική οικογένεια των Μακεδόνων, οι Τημενίδες, γράφει: «…Έτσι εκείνοι (τα τρία αδέλφια), φτάνοντας σε άλλη περιοχή της Μακεδονίας, εγκαταστάθηκαν κοντά στους λεγόμενους κήπους του Μίδα, του γιου του Γορδίου, όπου φυτρώνουν άγρια ρόδα που το καθένα τους έχει εξήντα πέταλα και η ευωδιά τους είναι ανώτερη από τα άλλα. Σε αυτούς τους κήπους, όπως διηγούνται οι Μακεδόνες, πιάστηκε σε παγίδα και ο Σειληνός. Πάνω δε από αυτούς τους κήπους υψώνεται ένα βουνό με το όνομα Βέρμιον αδιάβατο κατά την διάρκεια του χειμώνα. Μόλις κατάφεραν να εξουσιάσουν αυτήν την περιοχή, την χρησιμοποίησαν ως ορμητήριο για να κατακτήσουν και την υπόλοιπη Μακεδονία ...». (το απόσπασμα αυτό, αλλά και ολόκληρη η διήγηση του Ηροδότου υπάρχει στην σελίδα 71 του προαναφερθέντος βιβλίου μας ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ).
Το όρος Βέρμιον βρίσκεται πολύ βορειότερα της Βεργίνας και σαφώς ανήκε στην Βοττιαία, η οποία στην αρχαιότητα περιελάμβανε μεγάλα τμήματα των σημερινών Νομών Πέλλας, Ημαθίας και τμήμα του Νομού Κιλκίς, δυτικά του Αξιού.

Αργυρός στατήρ (περίπου 480-470 π.Χ.).
Μύγδονες ή Κρήστωνες
Originally attributed to the Macedonian city of Aigai, this series has recently been re-evaluated by O. Picard ("Les monnaies au bouc attribuées à Aigai," BSFN 50/6, 1995) and C. Lorber, who have convincingly shown that, based on linguistic and iconographic evidence, Aigai cannot possibly be correct. Lorber also re-evaluated the numismatic and historical evidence, and synthesized her findings with metrological, iconographic, and hoard data to conclude that these coins were actually tribal issues emanating from an area west or southwest of Bisaltia, probably inhabited by the Mygdones or Krestones.

Οι Αιγές, όπως είναι γενικά αποδεκτό, ιδρύθηκαν στο πρώτο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. Συνεπώς είναι λογικό να περιμένουμε ότι τα αρχαιολογικά ευρήματα θα άρχιζαν από αυτήν την περίοδο και θα έφθαναν μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια. Όμως, στην Βεργίνα, τα ευρήματα αρχίζουν από τον 10ο αιώνα (φρυγική περίοδος) ενώ παρατηρείται ένα αρχαιολογικό κενό μεταξύ 650-550 π.Χ., δηλαδή ακριβώς στην περίοδο της πρώτης εξάπλωσης των Μακεδόνων.
Αν και τίποτα δεν αποκλείει το κενό αυτό να καλυφθεί στο μέλλον, πρέπει να σημειώσουμε τα εξής: Αναμφισβήτητο γεγονός παραμένει ότι δεν έχει βρεθεί ακόμη η παραμικρή αντικειμενική απόδειξη (π.χ. κάποια επιγραφή), που να ταυτίζει την Βεργίνα με τις Αιγές. Μάλιστα, το ανάκτορο, οι ναοί, το θέατρο και οι οχυρώσεις χρονολογούνται στην μετά τον Μεγάλο Αλέξανδρο περίοδο και δεν μπορούν να συναρτηθούν με τις Αιγές. Ποια μακεδονική πόλη βρίσκεται επομένως στην Βεργίνα; Ο κ. Φακλάρης δέχεται την παλαιότερα διατυπωμένη άποψη ότι πρόκειται για την Βάλλα.
Τέλος, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι γράφοντας το ιστορικό τμήμα για την αρχαία Μακεδονία στο προαναφερθέν βιβλίο μας «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ: χθες και σήμερα» προσπάθησα να παρουσιάσω τις τρέχουσες επιστημονικές απόψεις, που ασφαλώς δεν έχουν και δεν πρέπει να έχουν σχέση με «τοπικιστικές τάσεις», όπως με κατηγορεί ο κ. Καρατσιώλης. Απλώς, είμαι πιθανόν κάπως περισσότερο ενημερωμένος, μια και Γερμανοί κυρίως ιστορικοί, έχουν αρχίσει να τοποθετούν και πάλι στους Χάρτες τους τις Αιγές στην Έδεσσα (βλ. π.χ. τον γερμανικό Παγκόσμιο Ιστορικό Άτλαντα του 1997 – Westermanns: Atlas zur Weltgeschichte–Braunschweig, καθώς και νεώτερες εκδόσεις) και είμαι βέβαιος ότι ο αγαπητός κ. Καρατσιώλης δεν θα σπεύσει να τους κατηγορήσει ως «Εδεσσαιολάτρες». Προφανώς οι ξένοι ιστορικοί δεν «παραμυθιάζονται» τόσο εύκολα…
Ακολούθησε μια νέα επιστολή του κ. Καρατσιώλη, στην οποία διευκρίνιζε ότι και αυτός συμφωνεί ότι η Βεργίνα είναι αδύνατον να ταυτιστεί με τις αρχαίες Αιγές, με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα. Στην δεύτερη επιστολή του ο επιστολογράφος και βαθύς γνώστης, όπως αποδεικνύεται, των θεμάτων της περιοχής μας, έθιξε και κάποια άλλα ενδιαφέροντα ζητήματα, με τα οποία πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο να ασχοληθούμε.

Φίλιππος ή Αλέξανδρος;
Το πρώτο από αυτά είναι η επιχειρηματολογία κάποιου απόστρατου ανώτατου αξιωματικού, τον οποίο αναφέρει ο κ. Καρατσιώλης, με τους ισχυρισμούς ότι: «…Ο Μ. Αλέξανδρος και η βασίλισσα Ρωξάνη επανατάφηκαν επί Αντίγονου Γονατά στον τάφο ΙΙ της Βεργίνας ως βασιλείς της Μακεδονίας και της Ασίας […] Στον τάφο ΙΙ επανατάφηκε το 12χρονο παιδί τους Βασιλιάς Αλέξανδρος Δ'…».
Φοβoύμαι ότι τέτοιου είδους απόψεις κατατάσσονται μάλλον στις λεγόμενες «Μη-συμβατικές Θεωρίες», με την παθογένεια των οποίων έχω ασχοληθεί σε σχετικά πρόσφατο βιβλίο μου (Δ. Ε. Ευαγγελίδη: «Μη-συμβατικές θεωρίες»: Οι κερδοσκόποι του «ελληνισμού» και ο φενακισμός των αφελών – «Κυρομάνος», Θεσσαλονίκη 2007).
Δύο λόγια μόνο για τον εν λόγω ισχυρισμό: Η κατοχή του νεκρού Αλέξανδρου Γ΄ και στη συνέχεια η ταφή του στην Αίγυπτο αποτελούσε ένα ασύγκριτο πολιτικό-ιδεολογικό πλεονέκτημα των Πτολεμαίων της Αιγύπτου για προφανείς λόγους. Ο ιδρυτής της Δυναστείας και παιδικός φίλος (ίσως και νόθος αδελφός) του Μακεδόνα στρατηλάτη, ο Πτολεμαίος Α΄ ο «Σωτήρ», πραγματοποίησε ολόκληρη επιχείρηση για να αποκτήσει τον νεκρό, ώστε να νομιμοποιήσει όλες τις μετέπειτα ενέργειές του (διεκδίκηση της αυτοκρατορίας, ισχυροποίησή του ως βασιλέα της Αιγύπτου κ.λπ.), αλλά να αποκτήσει και πρόσθετο κύρος. Θα ήταν λοιπόν τελείως ακατανόητο, ο διάδοχός του, Πτολεμαίος Β΄ ο «Φιλάδελφος», που ανέβηκε στον θρόνο της Αιγύπτου το 283 π.Χ. μετά τον θάνατο του πατέρα του, να παραχωρήσει τον ταριχευμένο νεκρό του Αλεξάνδρου (όπως ισχυρίζεται ο αρθρογράφος) σε οποιονδήποτε, έτσι απλά. Και όχι σε οποιονδήποτε, αλλά στον άσπονδο εχθρό του, Αντίγονο Β΄ Γονατά, τον βασιλέα της Μακεδονίας, τον οποίον μάλιστα θεωρούσε σφετεριστή και υποκινούσε συνεχώς εναντίον του διαφόρους εχθρικούς ηγεμόνες (π.χ. Πύρρο Α΄ και Αλέξανδρο Β΄ της Ηπείρου, τους βασιλείς της Σπάρτης Κλεώνυμο, Αρέα κ.ά)!
Με ποιόν τελικά τρόπο (μάλλον ταχυδακτυλουργικώς) μεταφέρθηκε ξαφνικά στη Μακεδονία η σορός του Μεγάλου Αλεξάνδρου, δεν μας το διευκρινίζει πάντως ο αρθρογράφος, αλλά αναφέρει αόριστα ότι: «…οι Μακεδόνες, ύστερα από δυο ανεπιτυχείς προσπάθειες […] πέτυχαν τελικά, όπως προκύπτει από τα λείψανα και τα ευρήματα του τάφου ΙΙ της Βεργίνας, να αφαιρέσουν από τη Μέμφη (Σημ. ΔΕΕ: sic!) τα οστά του Μ. Αλέξανδρου μεταφέροντας τα στη Μακεδονία…», υποκαθιστώντας το (αναπόδεικτο και φανταστικό) συμπέρασμα με την υπόθεση! Είναι η γνωστή πλάνη της Λογικής, «Εν Αρχή Αιτείσθαι» αναφερόμενη και ως «petitio principii».

Πολιτική και Αρχαιολογία
Το δεύτερο σημείο στο οποίο θέλω να σταθώ είναι η (δικαιολογημένη) αγανάκτηση του κ. Καρατσιώλη εναντίον συγκεκριμένης καθηγήτριας Αρχαιολογίας και η μάλλον πικρόχολη κριτική του για το πώς «γίνονται τα συνέδρια των αρχαιολόγων». Νομίζω ότι αυτή η κριτική είναι σκληρή και άδικη. Γνωρίζω προσωπικά πολλούς αρχαιολόγους, που με τιμούν με την φιλία τους και τους οποίους εκτιμώ πραγματικά, παρ’ όλο που διαφωνούμε σε αρκετά ζητήματα, όπως π.χ. το θέμα των Αιγών. Οι περισσότεροι είναι αφοσιωμένοι με πάθος στο έργο τους, παλεύουν με ένα σωρό αντιξοότητες (λόγω του πανάθλιου ελλαδικού κράτους), είναι σεμνοί και ακούραστοι εργάτες της επιστήμης. Κατανοώ επίσης την δικαιολογημένη (απόλυτα) φιλοδοξία τους να φέρουν στο φως μια μεγάλη και σημαντική αποκάλυψη και μάλιστα «με ονοματεπώνυμο», που έλεγε η παλιά διαφήμιση. Ο μακαρίτης Ανδρόνικος για χρόνια έκανε ανασκαφές στην Βεργίνα, αλλά πέρα από ένα κύκλο συναδέλφων του ήταν παντελώς άγνωστος στο ευρύ κοινό. Όταν όμως «διαδόθηκε» ότι η Βεργίνα ήταν η αρχαία πρωτεύουσα των Μακεδόνων, οι Αιγές, ο δε τάφος ΙΙ ανήκε στον πατέρα του Μ. Αλεξάνδρου, τον Φίλιππο Β΄, έγινε γνωστός σε όλο τον κόσμο! Ασφαλώς, δεν είναι το ίδιο να ανακαλύπτεις έναν ανώνυμο αρχαίο οικισμό με το ανακαλύπτεις π.χ. την αρχαία Τροία! Ποιος θα ήξερε σήμερα άραγε τον Ερρίκο Σλήμαν; Αλλά από το σημείο αυτό της ευγενούς φιλοδοξίας, μέχρι το σημείο να επιμένεις και να παραμυθιάζεις τον κόσμο εν έτει 2009 περί Αιγών και τάφου του Φιλίππου Β΄, έχει μεγάλη διαφορά. Η εν λόγω κυρία την οποία αναφέρει ο κ Καρατσιώλης προφανώς δεν ανήκει στην κατηγορία των «σεμνών και ταπεινών» αρχαιολόγων που περιέγραψα. Εξ άλλου νομίζω ότι δεν χρειάζονται περισσότερες αποδείξεις. Η πρόσφατη μεταπήδησή της (με περισσή ευκολία θα έλεγα) στην πολιτική και μάλιστα σε εκλόγιμη θέση του ευρωψηφοδελτίου μεγάλου κόμματος, θεωρώ ότι επιβεβαιώνει την κριτική του κ. Καρατσιώλη. Προσωπικά αντιμετωπίζω με μεγάλο σκεπτικισμό τέτοιες περιπτώσεις, πέρα από το γεγονός ότι η υπεροψία, ο αρριβισμός και το αλάθητο του Πάπα με εξόργιζαν και με εύρισκαν πάντα αντίθετο.

Όχι ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας
Τέλος, θα ήθελα να δώσω κάποια στοιχεία που μου ζήτησε ο αγαπητός κ. Καρατσιώλης σχετικά με το αν έγινε ανθρωπολογική έρευνα στα φερόμενα ως «οστά του Φιλίππου Β΄». Ανθρωπολογικές εξετάσεις των οστών έγιναν λίγο μετά την ανακάλυψή τους από τον κ. Νικ. Ξηροτύρη, Καθηγητή Ανθρωπολογίας της Ιατρικής Σχολής του Παν/μίου Αθηνών και τον Καθηγητή Αρχαιολογίας F. Langenscheldt. Στην έκθεση που δημοσιεύθηκε το 1981 στο επιστημονικό περιοδικό «Αρχαιολογική Εφημερίς» [N. I. Xirotiris, F. Langenscheldt: “The cremations from the Macedonian tombs of Vergina” 143–160 (1981)], αναφέρεται ότι δεν διαπιστώθηκαν ίχνη τραυμάτων στα οστά. Το συμπέρασμα ήταν ότι ήταν αδύνατον να ανήκουν στον Φίλιππο Β΄ τα ανακαλυφθέντα οστά.
Σύντομα μία άλλη ομάδα, αποτελούμενη από 3 Βρεταννούς (ο καθ. Ανατομίας του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ Jonathan Musgrave, ο αρχαιολόγος John Prag από το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ και ο ειδικευμένος ζωγράφος Richard Neave του Μουσείου του Μάντσεστερ) ζήτησαν να μελετήσουν τα οστά και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο νεκρός ήταν ο Φίλιππος Β΄, εμφανίζοντας μάλιστα και αναπαράσταση του προσώπου του!


Περίληψη της 17σέλιδης μελέτης τους, με τίτλο «Το κρανίο του τάφου της Βεργίνας. Φίλιππος Β' ο Μακεδών», που δημοσιεύθηκε στην «Journal of Hellenic Studies» (1984), παρουσίασαν στο 12ο Διεθνές Συνέδριο Κλασσικής Αρχαιολογίας στην Αθήνα το 1983, σε εφημερίδες, εικονογραφημένα περιοδικά και σε διαλέξεις στο Μάντσεστερ, στο Λονδίνο, στο Μπρίστολ και αλλού.


Μετά από τις δύο αυτές αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις και τις αναμενόμενες αντιπαραθέσεις που πυροδότησαν, η κατάσταση αποτελματώθηκε για δύο δεκαετίες περίπου. Τον Απρίλιο όμως του 2000 ο παλαιοανθρωπολόγος Αντώνης Μπαρτσιώκας, του Ινστιτούτου Ανθρώπινης Εξέλιξης και αναπληρωτής καθηγητής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, δημοσιεύει στο διεθνούς κύρους περιοδικό «Σάϊενς» [A. Bartsiokas “The Eye Injury of King Philipp II and the Skeletal Evidence from the Royal Tomb II at Vergina”, Science 288 (21 April 2000) 511-14], τα αποτελέσματα της μελέτης του στα υποτιθέμενα οστά του Φιλίππου Β΄. Χρησιμοποιώντας σύγχρονες τεχνικές και ιδιαίτερα την τεχνική της «μακροφωτογράφησης» (macrophotography), απέδειξε ότι τα ευρήματα της ομάδας Musgrave–Prag–Neave ήσαν λανθασμένα και τα φερόμενα ως τραύματα αποτελούσαν κανονικές απλές ιδιαιτερότητες των οστών, τονισμένες λόγω της καύσης του νεκρού και της κακής επανασυναρμολόγησής τους.
Τα συμπεράσματά του δικαίωσαν έτσι πανηγυρικά την Έκθεση του 1981 των Ξυροτύρη–Langenscheldt, οι οποίοι επίσης δεν είχαν διαπιστώσει τραύματα στα οστά, αποκλείοντας με αυτόν τον τρόπο κάθε εκδοχή περί Φιλίππου Β΄.


Υπενθυμίζω ότι ο βασιλιάς-πολεμιστής Φίλιππος Β΄ είχε τραυματιστεί σοβαρά σε πάμπολλες μάχες και σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα είχε γλιτώσει τον θάνατο ως εκ θαύματος, όπως το 355 π.Χ. στην πολιορκία της Μεθώνης, όπου έχασε το δεξί του μάτι ή το βαρύ τραύμα στο δεξί μηρό που δέχθηκε το 339 π.Χ. σε μάχη με τους Τριβαλλούς, η οποία τον άφησε χωλό.
Τον ίδιο μήνα (Απρίλιος 2000) εμφανίζεται ένα βαρυσήμαντο άρθρο στο γνωστό και εγκυρότατο περιοδικό «Αρχαιολογία» (Archaeology), που εκδίδει το Αμερικανικό Ινστιτούτο Αρχαιολογίας (Archaeological Institute of America), από την κα Angela M.H. Schuster, εκδότρια του περιοδικού, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Όχι ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας» (“Not Philip II of Macedon”).


Στο άρθρο αυτό παρουσιάσθηκε η εργασία του καθηγητή Α. Μπαρτσιώκα με λεπτομέρειες και φωτογραφίες, καθώς και μια ανασκόπηση του προβλήματος, καταλήγοντας ότι οι πιθανότητες να βρεθούν τα πραγματικά οστά του Φιλίππου Β΄ είναι εξαιρετικά μικρές (…chances of finding the real King Philip II are slim at best).
Μετά τα παραπάνω πιστεύω ότι και ο πλέον σκεπτικιστής αναγνώστης πείστηκε ότι η τόσο διαδεδομένη (ίσως και λόγω της δικής μας ολιγωρίας) άποψη περί ταύτισης των Αιγών με την Βεργίνα δεν είναι και τόσο σίγουρη. Ταυτίζεται όμως πραγματικά η αρχαία Έδεσσα με τις Αιγές; Αυτό, για να είμαι ειλικρινής, είναι μια άλλη ενδιαφέρουσα συζήτηση…

Έδεσσα, 14 Ιουνίου 2009
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης


Υ.Γ. Η ορθογραφία του κειμένου και η επιλογή των γραμματικών τύπων είναι δική μου ευθύνη.
Δ.Ε.Ε.