Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

Θέματα Παιδείας και εκπαίδευσης


Ένα σημαντικότατο άρθρο του Ομότιμου καθηγητή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Θ.Π. Τάσιου, που δημοσιεύθηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 11 Δεκεμβρίου 2009, φιλοξενούμε στην σημερινή μας ανάρτηση. Αναφέρεται στο πολυσυζητημένο θέμα του πανεπιστημιακού "ασύλου" και εκφράζει θέσεις και απόψεις, που ελάχιστοι έχουν το θάρρος (και το ηθικό ανάστημα, προσθέτω εγώ) να διατυπώσουν. Η μη περαιτέρω συζήτησή του και ουσιαστική αποσιώπησή του από τα ελεγχόμενα και κατευθυνόμενα ΜΜΕ ήταν επομένως αναμενόμενη. Ελπίζω να διαβαστεί προσεκτικά και να γίνει αφορμή ευρύτερων προβληματισμών...

Δ.Ε.Ε.

Άσυλα πολλά, άσυλος κανένας
Του Θ. Π. Τάσιου

1. Επ’ αφορμή το καίριας σημασίας άρθρο του κ. Α. Παπαχελά («Καθημερινή», 09.12.09) «Να συγκριθούν με έναν Κουμάντο», θα ήθελα να προσθέσω ορισμένα σχόλια – με την ελπίδα ότι θα δυναμώσει η αντίδραση των κιοτήδων στην επέλαση των ρινόκερων (του Ιονέσκο, θυμάστε).
Το πρώτο βέβαια σχόλιο είναι η δίκαιη ανάμνηση του μεγάλου Έλληνα που τον χάσαμε πρόσφατα – του Γεωργίου Κουμάντου, του δημοκρατικού αγωνιστή ο οποίος (ακριβώς επειδή το είχε υψώσει το ανάστημά του ενάντια στους συνταγματάρχες, κι επειδή ήταν επιστήμονας με κύρος διεθνές) δεν ανεχόταν τις ψευδοπολιτικές αθλιότητες ορισμένων εκπροσώπων των φοιτητών στα πανεπιστημιακά όργανα – ούτε τις δημοκρατικοφανείς παραβάσεις καθήκοντος ορισμένων ψοφοδεών καθηγητών της διοίκησης...
Θα ήθελα παρά ταύτα να παρατηρήσω ότι, παρ’ όλον ότι ακούγεται δίκαιος ο χαρακτηρισμός «ανθρωπάκια» με τον οποίο ο κ. Παπαχελάς περιγράφει μερικούς καθηγητές, η διάγνωση της κατάντιας των πανεπιστημίων μας θα ήταν τελείως λανθασμένη αν περιοριζόταν σ’ αυτήν τη διατύπωση: Υποστηρίζω δηλαδή ότι ο βασικός ένοχος για τη σημερινή κατάσταση είναι η πλειονότητα του πολιτικού μας κόσμου, ο οποίος προκάλεσε ή ανέχθηκε το διεθνώς πρωτότυπο έκτρωμα του σχήματος διοίκησης των ελληνικών πανεπιστημίων – η ίδια πλειονότητα η οποία σήμερα μοιάζει ν’ αναγνωρίζει αυτό το ποπουλίστικο σφάλμα, αλλά δεν το ανασκευάζει. Τους δασκάλους βρήκατε, κύριοι, να ρίξετε στην αρένα των μονομάχων; Ενα άσχετο σινάφι με άσπρες μπλούζες (είκοσι χρόνια φάγανε στην απομόνωση της σπουδής και της έρευνας), πώς τους ζητάτε να γίνουν αστυνόμοι, πυγμάχοι ή και ψυχίατροι, ενάντια σε ασυγκράτητα βίαιες μειονότητες, τις οποίες (όταν δεν τις υποθάλπετε) δεν είσθε ούτε εσείς ικανοί να αντιμετωπίσετε;
2. Καλά, και ο αγνός Λαός μας, τι έκανε; Πήρε άραγε είδηση ότι η μετατροπή των πανεπιστημίων σε κομματικά μαγαζάκια (στην καλύτερη περίπτωση) ή σε ορμητήρια βίας, αποδυναμώνει μέχρις ακυρώσεως ενίοτε την Παιδεία και την Ερευνα – άρα κλέβει την πνευματική και την οικονομική Ανάπτυξη του ίδιου του Λαού μας; Πήρε ο Λαός μας είδηση (αφήστε τα ΜΜΕ); Να σας πω: Πριν από 25 χρόνια (το ξεχάσατε, αλλά τότε γεννήθηκαν τα φιδάκια), καλέσαμε τους 20.000 φοιτητές του Πολυτεχνείου με τους γονείς τους, να έρθουν γύρω απ’ τα ιστορικά κτίρια του ΕΜΠ στην Πατησίων, να διαδηλώσουμε τη διαμαρτυρία μας για την καταπάτηση του ασύλου από 50 καλόπαιδα που μας είχαν πετάξει έξω όλους (φοιτητές, υπαλλήλους, διδάσκοντες). Πόσες χιλιάδες ήρθαν στη διαδήλωση προστασίας του ασύλου; Απάντηση: 70 άτομα. Και έγραφα τότε: «Μια ευτελισμένη μειονότητα, βαθύτατα αντιδημοκρατική (παρά πάσαν κοινωνιολογική ή ψευδοπολιτική ωραιοποίηση) έκανε εισβολή στο Πολυτεχνείο. Και νιώθω ταπεινωμένος και οργισμένος, όσο σχεδόν και το πρωί του Σαββάτου 18 Νοεμβρίου 1973, όταν στην παράνομη σύναξη των καθηγητών του Πολυτεχνείου διάβαζα σχέδιο ψηφίσματος που ζητούσε ρύθμισιν μόνιμον διά της θεσπίσεως των δημοκρατικών ελευθεριών εις την Χώραν».
3. Αυτές τις μέρες, που έγινε πάλι πρόκληση κατά της νοημοσύνης μας το κοντάκιον περί του ασύλου των «ιδεών» (τι ευτελής φαρισαϊσμός…), ακούσαμε και κάμποσους πανεπιστημιακούς φονταμενταλιστές να μας δηλώνουν «εμείς θα το προστατέψουμε το άσυλο». Κάμποσους απ’ τους παλαιότερους εξ αυτών, τους ρωτάω ξανά σήμερα: Πού κρυβόσασταν όλα τούτα τα 30 χρόνια που το πανεπιστημιακό άσυλο ξεφτιλιζόταν πολλαπλώς; Πρώτον, όταν μου απαγόρευαν να κάνω την επιστημονική μου έρευνα διότι φοιτητής με πέταγε στον δρόμο («κατάληψη», μου εδήλωνε ο άσχετος). Δεύτερον όταν τα καλόπαιδα με τα πέτσινα σακάκια μπήκαν στη Συνέλευση της Σχολής μου και απαγόρευαν τη διατύπωση γνώμης και ψήφου των μελών της πανεπιστημιακής δήθεν κοινότητας. Και, τρίτον, όταν τα εκτός πανεπιστημίου φασιστοειδή μπούκαραν στο Πολυτεχνείο και απαγόρευαν την παρουσίαση βιβλίου σοσιαλδημοκρατικής προέλευσης.
Κύριε σημερινέ ασυλαμύντορα, πού το βρήκες το θράσος να υπερασπίζεσαι μια ιδέα ιερή, όταν με τη σιωπή σου (30 χρόνια τώρα) την πρόδιδες ανερυθριάστως και κατ’ εξακολούθησιν;
Ξέρετε τι έλεγε η τίμια φωνή του Κουμάντου για τον «χώρο της ιδιότυπης ετεροδικίας που δημιουργεί το άσυλο»; «Η ασυδοσία ματαιώνει την ελευθερία – η ισχύουσα νομοθετική προστασία του ασύλου ματαιώνει την πραγμάτωση του σκοπού του» («Καθημερινή», 23.11.1997). Αραγε θα καταδεχθεί ν’ ασχοληθεί η Βουλή των Ελλήνων;


Δ.Ε.Ε.

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Ο ευτελισμός της Μυθολογίας (3)


"Ο αφοπλισμός του Άρη"
Πίνακας του σπουδαίου Γάλλου ζωγράφου Jacques Louis DAVID
(Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από το βιβλίο του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη "Μη-συμβατικές" θεωρίες: Οι κερδοσκόποι του "ελληνισμού" και ο φενακισμός των αφελών)


Ένα από τα πλέον ταλαιπωρημένα τμήματα της αρχαιοελληνικής παράδοσης όπου τσαλαβουτούν ανενδοίαστα οι «μη-συμβατικοί συγγραφείς» είναι και η Ελληνική Μυθολογία, η οποία όχι μόνον κακοποιείται βάναυσα από δεκάδες άσχετους και αγράμματους που την επικαλούνται δια «πάσαν νόσον και πάσαν μ……», αλλά χρησιμοποιείται ασύδοτα και ασύστολα ως πραγματική Ιστορία!
Όπως είχε τονίσει και ο καθηγητής και Ακαδημαϊκός Μιχ. Σακελλαρίου για το θέμα των αρχαιοελληνικών παραδόσεων γενικότερα (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. Α΄ σελ. 356):
«…Απέναντι σ’ αυτό το υλικό οι νεώτεροι επιστήμονες έχουν υιοθετήσει τρεις διαφορετικές στάσεις: δύο διαμετρικά αντίθετες και μία ενδιάμεση. Η μία αποδέχεται τις αρχαίες πληροφορίες με την πεποίθηση ότι απηχούν γνήσιες παραδόσεις. Η αντίθετη τις απορρίπτει υποστηρίζοντας ότι είναι μεταγενέστερες κατασκευές ποιητών, γενεαλόγων, τοπικών λογίων, άλλοτε αφελών και άλλοτε στρατευμένων. Η ενδιάμεση τις υποβάλλει στον συνηθισμένο έλεγχο κριτικής των γραπτών ιστορικών πηγών. Όπως είναι αυτονόητο η πρώτη δίνει την ίδια πίστη στα γνήσια και στα πλαστά στοιχεία, η δευτέρα εξοστρακίζει αξιόλογες μαρτυρίες και μόνον η τρίτη επιχειρεί και κατορθώνει σε σημαντικό βαθμό να εκκαθαρίση το έδαφος και να αξιοποιήσει φωνές που έρχονται από τα βάθη των αιώνων…
…Η συμβολή της Μυθολογίας και της ιστορίας των θρησκειών των Εποχών του Λίθου και του Χαλκού είναι πολύ περιωρισμένη, γιατί σε πάρα πολύ λίγες περιπτώσεις έχουμε άμεση μαρτυρία ή έμμεσες ενδείξεις για το ότι ένας μύθος ή μία λατρεία ανήκε αποκλειστικά σε ένα συγκεκριμένο λαό ή φύλο
…»

Αυτή η εξαιρετικά κατατοπιστικά και τεκμηριωμένη άποψη ποτέ δεν λαμβάνεται σοβαρά από τους αχαλίνωτους τυμβωρύχους των αρχαιοελληνικών παραδόσεων με αποτέλεσμα η Μυθολογία να ευτελίζεται σε τερατολογίες και παραμύθια, που οι συγγραφείς τους επιμένουν ότι αποτελούν την μοναδική ιστορική αλήθεια!
Θα επιχειρήσουμε να ξεκαθαρίσουμε λίγο το θέμα αναφέροντας τις σύγχρονες επιστημονικές αντιλήψεις γενικά και ειδικότερα για την ελληνική Μυθολογία :
Ο όρος Μυθολογία, δηλώνει τόσο την μελέτη των μύθων, όσο και το σύνολο, το σώμα (corpus) των μύθων, που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη θρησκευτική παράδοση ή σε άλλης μορφής (ηρωϊκό κ.λ.π.) μυθικό κύκλο (Εγκυκλοπαίδεια Π-Λ-Μπ).
Παράλληλα, ο όρος Μύθος (αγγλ. Myth, γαλλ. Mythe, γερμ. der Mythus), προέρχεται από την αντίστοιχη ελληνική λέξη (*), η οποία έχει ένα ευρύτατο σημασιολογικό φάσμα, που ξεκινάει από την «λέξη» ή τον «λόγο» και αφού δηλώσει την «διήγηση», την «αφήγηση», φθάνει στο «πλάσμα, το επινόημα ή το αποκύημα της φαντασίας», στην «μυθοπλασία».
_______________________________
(*) Για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, η αρχαιοελληνική λέξη επιλέχθηκε για να εκφράσει τον επιστημονικό όρο προς αποφυγή σύγχυσης στην περίπτωση που είχε επιλεχθεί η αντίστοιχη λέξη αυτής της γλώσσας π.χ. legend, lore, tradition στην Αγγλική ή Sage, Fabel, Μärchen στην Γερμανική. Από κάτι τέτοιες περιπτώσεις γράφονται βιβλία όπου υποστηρίζεται ότι όλες οι γλώσσες προέρχονται από την Ελληνική!


Ο όρος δηλώνει γενικά μια αφήγηση της οποίας η προέλευση συνήθως είναι άγνωστη και (τουλάχιστον κατά ένα μέρος της) αποτελεί τμήμα ευρύτερης παράδοσης, η οποία με τρόπο σχηματικό συνδέει πραγματικά γεγονότα ή πλάσματα της φαντασίας ή ταυτόχρονα και τα δύο, προκειμένου να ερμηνεύσει κάποια πρακτική, κάποια πίστη ή κάποιον θεσμό ή φυσικό φαινόμενο και η οποία συνδέεται ιδιαίτερα με την θρησκεία. Στην ιδιαίτερη αυτή θρησκευτική λειτουργία του, ο Μύθος αποτελεί ένα είδος επικοινωνίας μέσω Συμβόλων, που διακρίνεται από άλλες μορφές θρησκευτικής συμβολικής συμπεριφοράς (λατρεία, τελετουργικό) και από τους θρησκευτικούς συμβολικούς χώρους (ναούς) η συμβολικά θρησκευτικά αντικείμενα (εικόνες, αγάλματα). Με μεταφορά της αρχικής αυτής θρησκευτικής σημασίας στο επίπεδο της ιδεολογίας, η λέξη Μύθος μπορεί να αναφέρεται σε μια ιδεολογική κοσμοθεώρηση ή πεποίθηση, όταν αυτές έχουν χαρακτήρα ανάλογο με εκείνον της θρησκευτικής πίστης. Παράδειγμα θα μπορούσε να αποτελέσει ο μαρξιστικός εσχατολογικός μύθος για την κατάργηση του Κράτους.
Μύθοι υπήρξαν σε κάθε ανθρώπινη Κοινωνία και φαίνεται ότι αποτελούν βασικό συστατικό στοιχείο του Πολιτισμού. Η μελέτη των Μύθων έχει συνεπώς θεμελιώδη σημασία για την κατανόηση τόσο των μεμονωμένων Κοινωνιών, όσο και του ανθρώπινων πολιτισμών συνολικά (Για περισσότερα βλ. το εξαιρετικά κατατοπιστικό και με πλούσια βιβλιογραφία τομίδιο του K. K. Routhven: «Ο Μύθος», Αθήνα 1977 - «Ερμής», στην σειρά «Η Γλώσσα της Κριτικής» - Νο 18).
Κατά τον Ρόμπερτ Γκραίηβς, τον συγγραφέα του ανυπέρβλητου έργου «Οι ελληνικοί Μύθοι» Ρ. Γκραίηβς: Οι ελληνικοί μύθοι (Robert Graves: The Greek Myths), oι αρχαιοελληνικοί Μύθοι αποτελούσαν αυστηρές καταγραφές παμπάλαιων θρησκευτικών εθίμων ή γεγονότων (βλ. Ρ. Γκραίηβς: «Η Λευκή Θεά» Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ 1998 – Πρόλογος, σελ. 17) και στην ιδιαίτερη αυτή θρησκευτική λειτουργία συνιστούσαν ένα είδος επικοινωνίας μέσω Συμβόλων, που διακρίνονταν από άλλες μορφές θρησκευτικής συμβολικής συμπεριφοράς (λατρείες, τελετουργίες).
Ο Μύθος επομένως με την ειδικότερη έννοια που περιγράψαμε παραπάνω, διαφέρει από:
1.Την φιλοσοφική αλληγορία, όπως στην Κοσμογονία του Ησιόδου.
2.Την αιτιολογική ερμηνεία ενός μύθου που δεν είναι πλέον κατανοητός (π.χ. ο λέων και ο αγριόχοιρος που έζεψε στο άρμα του ο βασιλεύς των Φερών, Άδμητος).
3.Την σάτιρα ή την παρωδία, όπως η αφήγηση του Σειληνού για την Ατλαντίδα.
4.Το αισθηματικό παραμύθι, όπως στην αφήγηση του Νάρκισσου και της Ηχούς.
5.Την πεποικιλμένη ιστορία, όπως στην περιπέτεια του Αρίωνα με τα δελφίνια.
6.Το μυθιστόρημα των ραψωδών, όπως στην ιστορία Κέφαλου-Προκρίδος.
7.Την πολιτική προπαγάνδα, όπως στην ομοσπονδία που συνέπηξε ο Θησεύς.
8.Τους ηθικούς θρύλους, όπως το περιδέραιο της Εριφύλης.
9. Το χιουμοριστικό ανέκδοτο, όπως στην φάρσα της κρεβατοκάμαρας Ηρακλή, Ομφάλης και Πάνα.
10. Το θεατρικό μελόδραμα, όπως στην ιστορία του Θέστορα και των θυγατέρων του.
11. Το ηρωϊκό έπος, όπως η Ιλιάδα.
12. Την ρεαλιστική μυθοπλασία, όπως στην επίσκεψη του Οδυσσέα στους Φαίακες.
(Ρ. Γκραίηβς: Οι ελληνικοί Μύθοι, «ΠΛΕΙΑΣ» 1979 – Εισαγωγή, σελ. ιδ΄)
Θα πρέπει πάντως να υπενθυμίσουμε ότι η υποβάθμιση και ο ευτελισμός των μυθολογικών παραδόσεων είχε αρχίσει ήδη από την εποχή του Ευήμερου του Μεσσήνιου (*), ο οποίος δίδασκε ότι οι Μύθοι ήσαν απλώς παραφθορές της Ιστορίας. Σήμερα, από τις υπερβολές και γελοιότητες του Ευημερισμού και των ανά τους αιώνες οπαδών και αντιγραφέων του περάσαμε στο άλλο άκρο όπου οι μυθολογικές καταγραφές και γενεαλογίες λαμβάνονται «τοις μετρητοίς» ως πραγματική Ιστορία και οι μυθικοί γενάρχες και πρωταγωνιστές των μύθων ως αληθινά ιστορικά πρόσωπα στα οποία με απίθανους «μπακαλίστικους» υπολογισμούς τοποθετούνται σε συγκεκριμένα χρονολογικά πλαίσια!!!
Κάτι ανάλογο επιχειρήθηκε και στο έργο «Περί απίστων» (=απίστευτες ιστορίες) κάποιου Παλαίφατου (πιθανόν 4ος αι. π.Χ.).

____________________________________
(*) Φιλόσοφος από την Μεσσήνη της Σικελίας, ο οποίος έζησε μεταξύ των ετών 340-260 π.Χ. σε πολλούς τόπους και ιδίως στην Αίγυπτο. Περί το 280 π.Χ. δημοσίευσε το περίφημο σύγγραμμά του «Ιερά Αναγραφή» (από το οποίο ελάχιστα αποσπάσματα διασώθηκαν), μια μεταφορική αφήγηση ενός ταξιδιού του στο φανταστικό νησί της Παγχαίας. Στο έργο αυτό υποστηρίζεται η βασική ιδέα ότι οι νομιζόμενοι ως θεοί ήσαν στην πραγματικότητα «δυνατοί άνθρωποι» που έζησαν σε παλαιότατες εποχές και στην συνέχεια θεοποιήθηκαν. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ο Ευήμερος να θεωρηθεί ως εκπρόσωπος του αθεϊσμού, παρά το γεγονός ότι ο φιλόσοφος διαιρούσε τους θεούς σε «ουράνιους» και «επίγειους», από τους οποίους οι μεν πρώτοι ήσαν «αΐδιοι και αθάνατοι», ενώ οι δεύτεροι θνητοί, αλλά παλαιότατοι ευεργέτες της ανθρωπότητος και «λίαν συνετοί». Από τις απόψεις αυτές προέκυψε η θεωρία του «Ευημερισμού» δηλ. η ερμηνεία των αρχαίων θεών ως ανθρώπων θεοποιηθέντων.



Ένα ακόμη ζήτημα που νομίζω ότι πρέπει να ξεκαθαρισθεί είναι η χρήση, κατά κόρον, των μυθολογικών παραδόσεων ως αδιαμφισβήτητων ιστορικών γεγονότων στα οποία μάλιστα προσάπτουν και συγκεκριμένες χρονολογίες, καθώς και η ανάμιξη μυθολογικών κατασκευασμάτων, όπως οι «Άτλαντες», ως απόλυτα υπαρκτών λαών !!
Η κατάσταση αυτή έχει προκύψει από την αλαλάζουσα ημιμάθεια διαφόρων επίδοξων γραφιάδων, που αντί να ασχοληθούν με την συγγραφή λογοτεχνικών έργων στα οποία η αχαλίνωτη φαντασία συχνά αποτελεί προσόν, παριστάνουν τους ιστορικούς, αρχαιολόγους, εθνολόγους, γλωσσολόγους και δεν ξέρω τι άλλο, επιχειρώντας να αποκαλύψουν «κρυφές πτυχές» της «Άγνωστης Προϊστορίας», να «αναχρονολογήσουν» (!) την Ιστορία, να μας διδάξουν το πραγματικό παρελθόν της ελληνικής γλώσσας, που κάποιοι σκοτεινοί κύκλοι προσπαθούν να αποκρύψουν, τα παραγνωρισμένα τεχνολογικά επιτεύγματα των αρχαίων Ελλήνων, που κάποιοι αποσιωπούν και μύριες άλλες ανοησίες και παλαβομάρες.
Αξίζει τον κόπο στο σημείο αυτό να αναφερθούμε στο ζήτημα των «Πελασγών», για το οποίο έχουν χυθεί τόνοι μελάνης και στο οποίο υποχρεωτικά θα επανέλθουμε, μια και αποτελεί το εφαλτήριο για την διατύπωση κάθε βλακώδους «μη-συμβατικής» θεωρίας για την ελληνική Ιστορία και Προϊστορία, όχι μόνον από ελληνικούς «εγκέφαλους», αλλά και από πολυάριθμους αλλοδαπούς, εξ ίσου διαταραγμένους. Όπως αναφέρει και ο καθηγητής και Ακαδημαϊκός Μιχ. Σακελλαρίου (Ι.Ε.Ε. τομ. Α΄ σελ. 358-360):
«Για την ταυτότητα των Πελασγών και την σχέση τους με άλλους λαούς έχουν διατυπωθεί όχι λιγότερες από δέκα επτά υποθέσεις. Μία είναι αρνητική: δηλαδή αμφισβητεί την ύπαρξη των Πελασγών ως ιστορικού λαού. Μία άλλη δέχεται ότι αυτό το εθνικό ανήκε κάποτε σε ένα συγκεκριμένο λαό, αλλά στα αρχαία κείμενα που σώθηκαν έχει πάρει ένα γενικό και αόριστο περιεχόμενο, δηλώνοντας διάφορα προελληνικά φύλα. Και οι δύο αυτές υποθέσεις εκφράζουν την αμηχανία που δοκιμάζει κανείς, όταν για πρώτη φορά μελετήση τις αρχαίες μαρτυρίες για τους Πελασγούς και διαπιστώση τις αοριστίες και τις αντιφάσεις που περιέχουν. Οι πιο πολλοί από τους νεώτερους ερευνητάς προσπάθησαν να δώσουν στους Πελασγούς κάποια φυσιογνωμία, χρησιμοποιώντας, έξω από τις αρχαίες μαρτυρίες, γλωσσικά, αρχαιολογικά, και θρησκειολογικά δεδομένα. Αλλά κατέληξαν σε ποικίλα αποτελέσματα, τα πιο πολλά απροσδόκητα. Αφήνοντας κατά μέρος τις υποθέσεις που είτε είναι προϊόντα φαντασίας και αυθαιρέτων συνδυασμών, είτε στηρίχθηκαν σε στενές βάσεις, ικανοποιητικές για την εποχή τους, που ξεπεράσθηκαν με την πρόοδο της επιστήμης, αναφέρουμε τις δύο νεώτερες:Η πρώτη, σύμφωνα με την οποία οι Πελασγοί ήταν ένας ινδοευρωπαϊκός (=αριοευρωπαϊκός Σημ. ΔΕΕ) λαός, που η γλώσσα του άφησε πολλά κατάλοιπα στην ελληνική, άρχισε να διαδίδεται τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια…
…Η δεύτερη από τις νεώτερες υποθέσεις έχει συνάψει τους Πελασγούς με τους Ιλλυριούς. Η επιχειρηματολογία είναι πλούσια, αλλά όχι πειστική
».
Οι νηφάλιες αυτές απόψεις ενός εξέχοντος και διεθνούς κύρους επιστήμονος, είναι προφανώς άγνωστες στους «Πελασγολόγους» τσαρλατάνους, οι οποίοι είτε δεν ενδιαφέρονται για επιστημονικές αλήθειες και διαπιστώσεις, είτε δεν τους συμφέρουν και φροντίζουν να τις σπιλώσουν ως … προϊόντα συνωμοσίας «σκοτεινών κύκλων».

Ας εμβαθύνουμε όμως λίγο περισσότερο στο θέμα :

Όπως έχει διαπιστωθεί από ειδικούς επιστήμονες-ερευνητές (βλ. Edith Hall: When a Myth is not a Myth? στο εξαιρετικό συλλογικό έργο “Black Athena Revisited” - «Η αναθεώρηση της Μαύρης Αθηνάς» – London 1996 σελ. 340, στο οποίο θα αναφερθούμε διεξοδικά παρακάτω), η «εφεύρεση» των Πελασγών προήλθε ουσιαστικά από ένα απόσπασμα του σπουδαίου Γεωγράφου και Ιστορικού του 6ου / 5ου αιώνα π.Χ. Εκαταίου του Μιλήσιου, ο οποίος πιθανόν ανέπτυξε διεξοδικότερα τις σχετικές ομηρικές αναφορές περί Πελασγών (Ιλιάς, Β 681-684). Υπενθυμίζουμε ότι στην Ιλιάδα οι Πελασγοί ήσαν σύμμαχοι των Τρώων, άρα εχθροί των Ελλήνων.
Εκείνος όμως που διέδωσε την θεωρία περί «αυτοχθόνων» Πελασγών (κατά τον Ησίοδο ο γενάρχης τους Πελασγός ήταν αυτόχθων – Απολλόδωρος Β΄ 1.1) ήταν ο Ηρόδοτος, ο οποίος ανέφερε (Ιστοριών, Α΄ 57) ότι πρώτοι κάτοικοι της Ελλάδος ήσαν οι Πελασγοί, οι οποίοι δεν μιλούσαν ελληνικά και οι οποίοι εκτοπίσθηκαν στην συνέχεια από τα διάφορα ελληνικά φύλα, όπως π.χ. στην Σπάρτη όπου εκτοπίσθηκαν από τους Δωριείς, οι οποίοι ήσαν γνήσιοι Έλληνες (Α΄ 56). Στην συνέχεια, στον μεν κυρίως ελλαδικό χώρο, η ελληνική γλώσσα διαδόθηκε στους αυτόχθονες Πελασγούς, αλλά σε άλλες περιοχές, όπως ο Ελλήσποντος, η Θράκη, η Σαμοθράκη, η Λήμνος, η Ίμβρος και η Τρωάδα (Β΄ 51, Δ΄ 145, Ε΄ 26, Ζ΄ 42), οι Πελασγοί εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν την «βάρβαρη» γλώσσα τους. Επί πλέον σε έργα του Σοφοκλή και του Ελλάνικου οι «βάρβαροι» Πελασγοί ταυτίζονται με τους Τυρρηνούς / Τυρσηνούς (Ετρούσκους).

Ένας μυθογράφος, ο Ακουσίλαος από το Άργος, σύγχρονος περίπου με τον Ηρόδοτο, ήταν ο πρώτος που νομιμοποίησε την παλαιότητα των Πελασγών αναφέροντας τον Πελασγό, τον γενάρχη των Πελασγών (αντίθετα από τον Ησίοδο), ως γιο του Δία και αδελφό του Άργου, μυθικού βασιλέα της πόλης, με στόχο να αποδείξει την αρχαιότητα του Άργους και των κατοίκων του. Έτσι, το Άργος αναφέρεται συχνά στις τραγωδίες ως «Πελασγικόν», ενώ οι Αρκάδες και οι Αθηναίοι για να αποδείξουν τo «αυτόχθον» της προέλευσής τους ανήγαγαν την καταγωγή τους σε Πελασγούς προγόνους.
Αργότερα, ο κορυφαίος Ιστορικός της αρχαιότητος, ο Θουκυδίδης, υποστήριξε (Ιστορία, Α΄ 2) ότι η χώρα «η νυν Ελλάς καλουμένη» δεν ήταν μονίμως κατοικημένη εξ αρχής, αλλά υπήρχαν συχνές μεταναστεύσεις λαών και ότι (Α΄ 3) διάφοροι λαοί, όπως ο Πελασγικός, είχαν δώσει το όνομά τους σε μεγάλες περιοχές της χώρας, που αργότερα ονομάσθηκε Ελλάς, από τον Έλληνα, τον γιο του Δευκαλίωνος.
Τέλος, ο Ιστορικός Έφορος (400-330 π.Χ.) από την μικρασιατική Κύμη, ανέπτυξε μια θεωρία για τους Πελασγούς παρουσιάζοντάς τους ως έναν πολεμικό λαό που ξεκίνησε από την «Πελασγική πατρίδα» για να κατακτήσει και αποικίσει όλες εκείνες τις περιοχές της Ελλάδος στις οποίες προηγούμενοι συγγραφείς είχαν ανακαλύψει μνείες γι’ αυτούς, από την Δωδώνη μέχρι την Κρήτη και την Τρωάδα..
Η νομαδικότητα των Πελασγών υπήρξε αφορμή για παρετυμολογίες, όπως του Αθηναίου Φιλόχωρου (3ος αιώνας π.Χ.), ο οποίος, παίρνοντας αφορμή από την ονομασία «Πελαργοί», μια λαϊκή παρετυμολογία των Πελασγών, διατύπωσε την θεωρία ότι οι Πελασγοί μετακινούνταν εποχιακά, όπως οι πελαργοί.
Από αυτές τις αλλοπρόσαλλες απόψεις των αρχαίων πηγών φθάνουμε στους νεώτερους χρόνους όπου διατυπώθηκαν πλήθος αναξιόπιστων και φαιδρών θεωριών, όχι μόνον από Έλληνες, για τις οποίες θα χρειάζονταν αμέτρητες σελίδες για μια λεπτομερή αναφορά τους. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι εξωφρενικοί ισχυρισμοί του Ρουμάνου δικηγόρου Nicolae Densusianu (1846-1911) στο ογκώδες έργο του «Η Προϊστορική Δακία», περί της «πελασγικής αυτοκρατορίας» που δημιούργησαν οι νεολιθικοί Πελασγοί!
Σύμφωνα με τον συγγραφέα, όλοι οι λαοί της Ευρώπης κατάγονται από αυτούς τους Πελασγούς, που με κέντρο την σημερινή Ρουμανία όπου εγκαταστάθηκαν προερχόμενοι από την κεντρική Ασία, μετανάστευσαν σε διάφορες χώρες και δημιούργησαν τον πολιτισμό, ιδρύοντας μεταξύ των άλλων την Τροία, τις Μυκήνες και την Ρώμη! Ο βασικός κλάδος αυτών των προϊστορικών Πελασγών μιλούσε μια προγονική γλώσσα που ο συγγραφέας αποκαλεί «πρωτο-Λατινική», από την οποία προήλθαν αργότερα όλες οι λατινογενείς γλώσσες, όπως δε «αποδεικνύει» σε δεκάδες σελίδες, ολόκληρη η ελληνική μυθολογία γεννήθηκε στην Ρουμανία, στα βουνά της Δακίας (=η ρωμαϊκή ονομασία της σημερινής Ρουμανίας).
Ανάλογες υπήρξαν και οι θεωρίες της σύγχρονης Αλβανίδας ποιήτριας (!) Nermin Vlora Falaschi, η οποία στηριζόμενη στην θεωρία κάποιου Γάλλου συγγραφέα (Zacharie Mayani, 1899 - ; ), ταυτίζει τους Πελασγούς με τους Ετρούσκους (*) της κεντρικής Ιταλίας, ισχυριζόμενη ότι μιλούσαν την ίδια γλώσσα, απόγονος της οποίας είναι η σημερινή Αλβανική! Δημοσίευσε μάλιστα και μια καταγέλαστη μετάφραση (με την βοήθεια της Αλβανικής γλώσσας!), των επιγραφών της περίφημης στήλης της Λήμνου.
Ο πλέον απίθανος όμως είναι ασφαλώς ο Τούρκος πανεπιστημιακός Polat Kaya, ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ, υποστήριξε σε σχετική «διατριβή» (1997) ότι οι Πελασγοί ήλθαν από την κεντρική Ασία και ότι μιλούσαν μια τουρκική διάλεκτο και όπως ήταν αναμενόμενο παρουσίασε και αυτός την δική του μετάφραση των επιγραφών της στήλης της Λήμνου!!! (Για τους γνώστες της Αγγλικής γλώσσας προτείνω να επισκεφθούν την εξαιρετική ιστοσελίδα
www.carolandray.plus.com/Eteocretan/LemnianTrans.html όπου θα βρουν ενδιαφέροντα και κυρίως αξιόπιστα στοιχεία για το θέμα).
Αντίστοιχες παλαβομάρες έχουν να επιδείξουν και δικοί μας «συγγραφείς» στους οποίους θα αναφερθούμε διεξοδικά στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο.
Εκείνο πάντως που θα πρέπει να τονισθεί είναι ότι οι αντικρουόμενες εκδοχές πολλών αρχαιοελληνικών μυθολογικών διηγήσεων περί Πελασγών δεν ήσαν τυχαίες, αλλά όπως αποδείχθηκε σε πολλές περιπτώσεις, ήταν μια επιδέξια αλλοίωση ή σκόπιμη διαστρέβλωση παλαιοτέρων παραδόσεων για καθαρά προπαγανδιστικούς σκοπούς, κυρίως για την επικύρωση εδαφικών διεκδικήσεων.
Εξ άλλου οι περιορισμένες γνώσεις των αρχαίων σε ζητήματα Εθνολογίας τους οδηγούσαν συχνά σε παρανοήσεις και σύγχυση λαών, τόπων, φυλετικών συγγενειών κ.λπ. με αποτέλεσμα να μη υπάρχει σοβαρός ερευνητής σήμερα που να δέχεται άκριτα και χωρίς διασταύρωση των στοιχείων που αναφέρονται σε πηγές της αρχαιότητος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι Κιμμέριοι, αυτός ο ιρανόφωνος νομαδικός λαός που είχε εγκατασταθεί στην Ποντική στέππα (τις εκτάσεις στα βόρεια των ακτών του Ευξείνου Πόντου) πριν εκδιωχθεί, γύρω στο 800 π.Χ., από τους Σκύθες που τους αντικατέστησαν στην περιοχή. Οι Κιμμέριοι αναφέρονται μεν από τον Όμηρο (Οδύσσεια, Λ 14 – 19), αλλά σήμερα είναι σχεδόν βέβαιο ότι στο ομηρικό κείμενο αρχικά αναφέρονταν οι Χειμέριοι, οι κάτοικοι του παραλιακού Χειμέριου της Ηπείρου, κοντά στον ποταμό Αχέροντα και το περίφημο Νεκυομαντείο της Θεσπρωτίας. Όταν αργότερα οι Έλληνες γνώρισαν τους Κιμμέριους είτε στην Κριμαία όπου υπήρχαν κάποια υπολείμματά τους είτε στην Μ. Ασία, την οποία οι Κιμμέριοι δήωσαν με τις καταστρεπτικές επιδρομές τους στην διάρκεια του 7ου αιώνα π.Χ. οι Χειμέριοι έγιναν Κιμμέριοι (βλ. J. H. Finley: Homer’s Odyssey – Harvard University Press 1978, σελ. 58).
______________________________
(*) Οι θεωρίες του Mayani περί ιλλυρικής συγγένειας της ετρουσκικής γλώσσας και περί της σημερινής Αλβανικής γλώσσας ως μοναδικής γνήσιας απογόνου της Ιλλυρικής, υιοθετήθηκαν ενθουσιωδώς από τον αλησμόνητο εκείνον δικτατορίσκο Εμβέρ Χότζα και το καθεστώς του, που προέβαλλαν ως κεντρικό σημείο της προπαγάνδας τους το ιδεολόγημα της καταγωγής των Αλβανών από τους Ιλλυριούς, οι οποίοι, σύμφωνα με τους καθοδηγούμενους Αλβανούς ιστορικούς, προϋπήρξαν των ελληνικών φύλων στην χερσόνησο του Αίμου και επομένως τα δικαιώματα των Αλβανών στην περιοχή έχουν σαφές προβάδισμα έναντι των Ελλήνων και των Σλάβων.



Μια άλλη κραυγαλέα περίπτωση σύγχυσης είναι και αυτή που σχετίζεται με την παρανόηση των αρχαίων συγγραφέων μεταξύ μιας λατρευτικής ονομασίας και ενός εθνικού ονόματος. Πρόκειται για την περίπτωση της Αρτέμιδος Ταυροπόλου (=η «θηρεύουσα ταύρους»), που θεωρήθηκε ότι σχετίζεται με τους Ταύρους, έναν πανάρχαιο λαό της Κριμαίας (Ταυρική χερσόνησος), δίνοντας έτσι αφορμή για την δημιουργία του σχετικού μύθου, από τον οποίο ο Ευριπίδης εμπνεύσθηκε την «Ιφιγένεια εν Ταύροις».
Ένα ανάλογο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μυθική Μήδεια, ο χαρακτήρας της οποίας ενέπνευσε πολυάριθμους, λογοτέχνες, μουσικοσυνθέτες, ποιητές κ.λπ. ανά τους αιώνες, από τον μεγάλο τραγωδοποιό Ευριπίδη μέχρι τον Ιταλό μουσικοσυνθέτη του 18ου /19ου αιώνα Luigi Cherubini, συνθέτη της ομώνυμης όπερας.
Όπως αποδείχθηκε (βλ. Edith Hall ό.π. σελ. 344) ο αρχικός μύθος αναφερόταν στην μάγισσα Αγαμήδη (=πολυμήχανη) της Ηλείας, κόρη του βασιλέα των Επειών Αυγεία (γνωστού από τον 5ο άθλο του Ηρακλή), η οποία ήταν φημισμένη για τις γνώσεις της στα θεραπευτικά βότανα (Ιλιάς, Λ 739-741). Αργότερα ο Εύμηλος (Επικός ποιητής του 8ου αιώνα π.Χ. από την Κόρινθο, ο οποίος συνέγραψε «Τιτανομαχία») την μεταμόρφωσε στο έπος του στην Μήδεια, την Κορίνθια θυγατέρα του βασιλιά Αιήτη, ο οποίος μετανάστευσε στον Πόντο (Παυσανίας-Κορινθιακά, Β΄ 3.10). Η λαθροχειρία αυτή στον αρχικό μύθο έγινε, σύμφωνα με τους ερευνητές, για να νομιμοποιηθούν οι βλέψεις των Κορινθίων στην περιοχή του Ευξείνου Πόντου. Τέλος, στην διάσημη τραγωδία του Ευριπίδη «Μήδεια» μεταμορφώθηκε και πάλι στην βάρβαρη πριγκίπισσα / μάγισσα της Κολχίδος, η οποία ερωτεύθηκε τον Ιάσονα και κατέφυγε μαζί του στην Ελλάδα.
Εκείνο όμως που δεν είναι ευρύτερα γνωστό είναι ότι ο Ευριπίδης δωροδοκήθηκε αδρά (αναφέρεται το τεράστιο ποσό των 15 αργυρών ταλάντων – Σχολιαστής στην «Μήδεια» 1387) από τους Κορινθίους για να παραποιήσει το αναφερόμενο στην παράδοση συμβάν της δολοφονίας των παιδιών της Μήδειας και του Ιάσονα με λιθοβολισμό από τους κατοίκους της Κορίνθου, ένα αποτρόπαιο γεγονός καταγραμμένο στις αρχαίες πηγές (βλ. Απολλόδωρος Α΄ 9,28). Έτσι, μέχρι σήμερα, οι περισσότεροι πιστεύουν ότι η Μήδεια σκότωσε τα παιδιά της, με αποτέλεσμα να μείνει στην παράδοση ως ένα ανόσιο παράδειγμα μάνας που δολοφονεί τα ίδια της τα παιδιά.Κλείνουμε αναφέροντας ορισμένα στοιχεία για τον γνωστό μύθο του Δαναού και των Δαναΐδων, ο οποίος χρησιμοποιείται από ποικίλης σοβαρότητας «συγγραφείς» ως ιστορικό γεγονός (!) κατά το δοκούν, για να υποστηριχθούν διάφορες θεωρίες, συχνά αλληλοσυγκρουόμενες, χωρίς ποτέ να ξεκαθαρισθεί από αυτούς – έστω και από στοιχειώδη σεβασμό προς τους αναγνώστες τους - ότι για τον ίδιο μύθο υπάρχουν διαφορετικές παραλλαγές στις αρχαίες πηγές, οφειλόμενες σε λαθροχειρίες και χειραγώγηση των παραδόσεων προς εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων.
Υπενθυμίζουμε ότι σύμφωνα με την «Βιβλιοθήκη Μυθολογική» (που όπως αποδείχθηκε αποδιδόταν λανθασμένα στον επιφανή Αθηναίο Γραμματικό του 2ου αιώνα π.Χ. Απολλόδωρο) από τον Δία και την Νιόβη (την κόρη του Φορωνέως και της Τηλεδίκης) γεννήθηκε ο Άργος (δεν πρέπει να συγχέεται με τον ομώνυμο ναυπηγό της Αργούς ή τον Πανόπτη Άργο, τον γιο του Αγήνορος), ο τρίτος κατά σειράν βασιλεύς του πελοποννησιακού Άργους, από τον οποίον η πόλη πήρε και το όνομά της. Από τον Άργο και την Ισμήνη (την κόρη του θεού-ποταμού Ασωπού) γεννήθηκε ο Ίασος, από τον οποίο γεννήθηκε η περίφημη Ιώ, που μεταμορφώθηκε σε αγελάδα από τον Δία (Απολλόδωρος Β΄ 1,3). Σύμφωνα όμως με άλλες αρχαίες πηγές (Ηρόδοτος Α΄ Ι. 2, Παυσανίας Α΄ 25.1, Κάστωρ ο Ρόδιος, χρονικογράφος του 1ου αιώνα π.Χ., αλλά και πολλοί τραγικοί), η Ιώ ήταν κόρη του θεού-ποταμού Ίναχου, που είναι και η επικρατέστερη εκδοχή. Τέλος, κατά τον Ησίοδο και τον Ακουσίλαο, η Ιώ ήταν κόρη του Πειρήνος, γιου του θεού-ποταμού Γλαύκου.
Η Ιώ θα γεννήσει από την σχέση της με τον Δία τον Έπαφο στην Αίγυπτο, στις εκβολές του Νείλου, κατά την πλέον διαδεδομένη άποψη, (Απολλόδ. Β΄ 1.3), αλλά σύμφωνα με άλλη πιθανόν γνησιότερη εκδοχή, στην Εύβοια («Αιγιμιός» απόσπ. 296). Η Ιώ έγινε σύζυγος του Τηλέγονου που βασίλευε τότε στην Αίγυπτο και κατασκεύασε άγαλμα της Δήμητρας, που από τους Αιγυπτίους αποκλήθηκε Ίσις, όπως και η ίδια η Ιώ. Οι απόγονοί της θα επιστρέψουν αργότερα στην Ελλάδα, όπου ο μεν Δαναός θα ιδρύσει τον βασιλικό οίκο του Άργους, ο δε Κάδμος των Θηβών της Βοιωτίας.
Όπως εύκολα διαπιστώνεται από τα παραπάνω, υπάρχουν αρκετές αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές για βασικά στοιχεία του μύθου, γεγονός που προβληματίζει ώστε να είμαστε επιφυλακτικοί σε οποιαδήποτε επιπόλαια εθνολογικά, γλωσσολογικά, πολιτιστικά κ.λπ. συμπεράσματα. Επί πλέον έχει υποστηριχθεί (από ειδικευμένους επιστήμονες, για να μη παρεξηγούμαι), ότι η Ιώ και οι απόγονοί της μετατράπηκαν σε Αιγυπτίους στην διάρκεια του 7ου αιώνα π.Χ. επί της βασιλείας του Φαραώ Ψαμμήτιχου Ι (664-610 π.Χ.) και των διαδόχων του, της Σαϊτικής (26ης) Δυναστείας, οι οποίοι προσέλαβαν Ίωνες μισθοφόρους και άνοιξαν ουσιαστικά την Αίγυπτο στους Έλληνες. Η ταύτιση επομένως της κόρης – αγελάδας Ιούς με την αγελαδόμορφη θεά των Αιγυπτίων Ίσιδα, ήταν μια φυσική και αναμενόμενη διαδικασία θρησκευτικού συγκρητισμού (βλ. Edith Hall ό.π. σελ. 338).
Ανάλογες διαδικασίες σημειώθηκαν σε σχέση και με άλλους μύθους τους οποίους ποιητές-γενεαλόγοι μετέτρεψαν κατάλληλα, ώστε οι Έλληνες άποικοι, διασκορπισμένοι σε κάθε γωνιά της Μεσογείου, να διαθέτουν προγόνους και ιδρυτές πόλεων (άρα και σχετικά δικαιώματα), που προηγήθηκαν στις αντίστοιχες περιοχές εγκατάστασής τους, σύμφωνα με ανάλογα χειραγωγημένους μύθους.
Ελπίζω να μη κούρασα τους αναγνώστες με τα μακροσκελή παραδείγματα και τις παρεκβάσεις που χρησιμοποίησα στην προσπάθειά μου να μεταδώσω κάποιες λεπτομέρειες των επιστημονικών διεργασιών που εφαρμόζονται στην διερεύνηση των μυθικών παραδόσεων και των εγγενών δυσκολιών που ενυπάρχουν λόγω της ασάφειας των αρχαίων πηγών. Ο στόχος μου ήταν να δείξω το πόσο γελοία είναι τα γραφόμενα των «μη-συμβατικών» ημιμαθών «συγγραφέων» του ποδαριού, όταν από μια μυθική παράδοση π.χ. ότι η Αρμενία πήρε το όνομά της από κάποιον Θεσσαλό Άρμενο (!), την οποία αναφέρει ο Στράβων (IA΄ XIV), είναι σε θέση να γράψουν ολόκληρο βιβλίο ισχυριζόμενοι ότι οι Αρμένιοι είναι απόγονοι Ελλήνων, αγνοώντας λόγω αγραμματοσύνης, ιδιωτείας ή κουτοπονηριάς, το πόσο τρομακτικά δύσκολα και ακανθώδη είναι τα ζητήματα που σχετίζονται με το ιδιαίτερα περίπλοκο πρόβλημα της εθνογένεσης ενός λαού.Παρ’ όλα αυτά κυκλοφορούν «βιβλία για ηλιθίους» (βλ. για αυτήν την έκφραση παρακάτω Κεφ. 2γ) όπου υποστηρίζεται με σοβαρότητα και τεκμηριώνεται σε ανάλογης βαρύτητας έργα, επιβεβαιώνοντας έτσι το «φαυλοκυκλικό αεικίνητο», ότι οι Αιγαίοι-Άριοι-Πρωτοέλληνες αποίκισαν και διέδωσαν τον πολιτισμό στην Σουμερία, στην Αίγυπτο, στην Κίνα, στις Ινδίες, ανακάλυψαν την Αμερική, την πυρηνική ενέργεια, τον χωροχρόνο, την αντι-ύλη, το DNA, τους Γαλαξίες, την φύση του Σύμπαντος και με λίγα λόγια τα πάντα. Δυστυχώς όλα αυτά χάθηκαν όταν το 9564 π.Χ. (προσέξτε, όχι το 9565, ούτε το 9563) ένας αστεροειδής προσέκρουσε στην Γη (πού ακριβώς ;) και κατέστρεψε τον πολιτισμό. Αλλά δεν υπάρχει λόγος στενοχώριας μια και οι «μετακατακλυσμιαίοι» Έλληνες ανέκτησαν τον πολιτισμό με την βοήθεια διασωθέντων σοφών που προσέτρεξαν «στις Πυραμίδες και τα άλλα Μουσεία» όπου είχαν διαφυλαχθεί τα «αρχεία γνώσεων» και έτσι «…επανάρχισε η επίμονη αναρρίχηση στον πολιτισμό…» !!!
Με τέτοιου είδους πνευματικά σκουπίδια δυστυχώς τροφοδοτείται σήμερα ο μέσος Έλληνας, διότι αυτό το μορφωτικό επίπεδο του καλλιέργησε ένα ανίκανο κράτος και ένα παταγωδώς αποτυχημένο «εκπαιδευτικό σύστημα», που μάταια «μεταρρυθμίζεται» κάθε λίγο και λιγάκι από διαβόητα ημιμαθείς πολιτικούς και παρατρεχάμενους. Φοβάμαι όμως ότι η σημερινή κατάσταση, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί, θα χειροτερεύει διαρκώς και θα επιτείνεται από τέτοιου είδους «βιβλία» εύκολου εντυπωσιασμού και αποχαύνωσης.Τραγωδία…

Δ.Ε.Ε.

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009

Παραφιλολογία και Παραγλωσσολογία (2)

(Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από το βιβλίο του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη "Μη-συμβατικές" θεωρίες: Οι κερδοσκόποι του "ελληνισμού" και ο φενακισμός των αφελών)

Ένα από τα προσφιλέστερα πεδία ενασχόλησης και παραλογισμού των οπαδών των «μη-συμβατικών» θεωριών, είναι ο τομέας της Γλώσσας και ειδικότερα ο επιστημονικός κλάδος της Γλωσσολογίας, όπου ανθούν «όλα τα λουλούδια», σύμφωνα με την προτροπή εκείνου του αλήστου μνήμης «αναμορφωτή» της Κίνας, Μάο-Τσε-Τουγκ (*).
_____________________________
(*) Μπαίνω στον πειρασμό να καταγράψω, παρεμπιπτόντως, ένα εξωφρενικό περιστατικό από την εποχή της «αναμόρφωσης» της Κίνας, που το πληροφορήθηκα από την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα τηλεοπτική παρουσίαση των Σοβιετικών Αρχείων στην ΕΤ3: Σε μια προσπάθεια να καταπολεμηθούν τα ατέλειωτα σύννεφα από μύγες στην κινεζική ύπαιθρο, ο Μάο-Τσε-Τουγκ υποχρέωσε τους Κινέζους χωρικούς να παραδίδουν στα τοπικά γραφεία του Κόμματος, κάθε βράδυ, ένα κουτάκι, μέσα στο οποίο έπρεπε να υπάρχουν τουλάχιστον 10 σκοτωμένες μύγες!!!


Προφανώς η Γλωσσολογία δεν τους απασχολεί ως καθεαυτό επιστημονικό αντικείμενο, αλλά πάντοτε σε σχέση με την Ιστορία και την Προϊστορία, με τις οποίες την συνδέουν μέσα από έναν κυκεώνα φαιδρολογημάτων και αερολογιών, όπου ο κάθε κύριος Κακόμοιρος, επιδίδεται σε ένα όργιο ανοησιών και αυθαίρετων συμπερασμάτων που υποστηρίζονται με μια τέτοια σοβαροφάνεια, ώστε είναι πολύ εύκολο να πιστέψεις ότι ο άνθρωπος είναι έτοιμος να αποσπάσει το αμέσως επόμενο Βραβείο Νόμπελ (Ασχετοσύνης βέβαια και όχι Λογοτεχνίας όπως ασφαλώς θα επιθυμούσε).
Αυτού του είδους τις γλωσσικές και γλωσσολογικές ταχυδακτυλουργίες, τις κατατάσσω στην λεγόμενη «μη-συμβατική» Γλωσσολογία.
Η «μη-συμβατική» Γλωσσολογία είναι ο κατ’ εξοχήν χώρος όπου αποχαλινώνονται πλήρως όλοι εκείνοι. που κατέχοντας μερικά κολυβογράμματα, πιστεύουν ότι είναι έτοιμοι να αποφανθούν για οτιδήποτε έχει σχέση με την ελληνική Γλώσσα και Γραφή επί των οποίων αυτοανακηρύσσονται ειδήμονες και παντογνώστες. Φυσικά τα αποτελέσματα είναι κατά κανόνα αξιοδάκρυτα, δεδομένου ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους κακομοίρηδες έχουν τέτοια βαθιά μεσάνυχτα που δεν μπορούν να αντιληφθούν την διαφορά μεταξύ Ομιλίας και Γραφής, δηλ. ότι ο προφορικός λόγος κάθε λαού, η ομιλία ή «γλωσσική πλήρωση / σήμανση» (linguistic performance) κατά Νόαμ Τσόμσκι (Noam Chomski) ή «φωνούμενος λόγος» (parole) σύμφωνα με τον μεγάλο Θεωρητικό της νεώτερης Γλωσσολογίας Φερδινάνδο ντε Σωσσύρ (Ferdinand de Saussure), δεν ταυτίζεται με την γραπτή αποτύπωσή του, δηλ. το χρησιμοποιούμενο σύστημα Γραφής, με το οποίο καταγράφεται η συγκεκριμένη Γλώσσα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της παχυλής αμάθειας και άγνοιας στα θέματα αυτά, αποτελεί γνωστός και μη εξαιρετέος πατριδοκάπηλος «δημοσιογράφος» της Βορείου Ελλάδος, που περιφέρεται σε διάφορα τηλεοπτικά κανάλια της επαρχίας και εκτοξεύει προς πάσα κατεύθυνση τα «μη-συμβατικά» μαργαριτάρια του στις έξαλλες εκπομπές του και ο οποίος, αναφερόμενος στην τρέχουσα (και αμφιλεγόμενη βέβαια) επιστημονική άποψη ότι η Ελληνική αλφαβητική γραφή δεν ήταν σε χρήση πριν από τον 8ο αιώνα π.Χ. επιτέθηκε εναντίον όλων αυτών που δέχονται αυτήν την θέση, με το εξής εκπληκτικό και ξεκαρδιστικό συνάμα επιχείρημα :
«Οι Έλληνες είχαν γραφή που χρονολογείται από χιλιετίες, όπως αποδεικνύουν (;) οι πινακίδες με γράμματα (;) του λιμναίου οικισμού του Δισπηλιού της Καστοριάς, που χρονολογούνται από το 6000 π.Χ. Εξ άλλου είναι δυνατόν οι Έλληνες, ο αρχαιότερος λαός του κόσμου (;), να μη διέθεταν γραφή; Πώς συνεννοούνταν μεταξύ τους, με χειρονομίες και νοήματα; (!!!).
Τα περί «γραφής του Δισπηλιού», που αναφέρονται συχνά-πυκνά από ένα συρφετό ασχέτων, νομίζω ότι δεν χρειάζονται σχολιασμό μια και ο ίδιος ο ανασκαφέας της περιοχής, καθηγητής Γ. Χουρμουζιάδης, αποφεύγει επιμελώς και συστηματικά (πολύ σωστά κατά την γνώμη μου) να αναφερθεί σε γραφή ή σύστημα γραφής και δηλώνει ότι το θέμα είναι πρόωρο και αυτά τα σύμβολα θέλουν περαιτέρω επεξεργασία και μελέτη.
Ένα αντίστοιχο «επιχείρημα» που ανακάλυψα, είναι και το παρακάτω αμίμητο:
«…αι γλωσσολογικαί παρατηρήσεις των ινδοευρωπαϊστών είναι λάθος, διότι συγκρίνουν ανισοχρόνους γλώσσας. Επί παραδείγματι κακώς οι ινδοευρωπαϊσταί συγκρίνουν την Ελληνικήν λέξιν πατήρ με το λατινικόν pater και το γερμανικόν Vater, διότι οι Έλληνες χρησιμοποιούν την λέξιν πατήρ από τον Όμηρον και πριν, ενώ οι Λατίνοι μετά το 500 π.Χ. και οι Γερμανοί στους νεώτερους χρόνους. Το αληθές και επιστημονικώς ορθόν είναι ότι το pater και το Vater προέρχονται από το Ελληνικόν πατήρ…» (σ.σ. !!!).
Εδώ ασφαλώς ταιριάζει να αναφωνήσουμε μαζί με τον προαναφερθέντα «ελληνόφρονα δημοσιογράφο» (για τον ακριβώς αντίθετο λόγο βέβαια): Και πώς αγαπητέ μας κύριε, «ειδικέ» της Γλωσσολογίας, συνεννοούνταν μεταξύ τους, (οι Λατίνοι ή οι Γερμανοί) με χειρονομίες και νοήματα; Πριν από το 500 π.Χ. που αποτυπώθηκε γραπτώς η λέξη pater, δεν την χρησιμοποιούσαν οι Λατίνοι;
Το μόνο σχόλιό μας για τέτοιου είδους και αυτού του επιπέδου γλωσσολογικές αναλύσεις δεν μπορεί να είναι άλλο από το περίφημο: O ! Sancta simplicitas! (*)
________________________________________________
(*) Ώ! Αγία απλότης/απλοϊκότης = Φράση του Τσέχου μεταρρυθμιστή Ιωάννη Ούσσιου (Jan Hus, 1369-1415) που καταδικάστηκε σε θάνατο στην πυρά από την Καθολική Εκκλησία ως «αιρεσιάρχης». Λέγεται ότι την είπε όταν είδε μια γυναικούλα να φέρνει μερικά κλαδάκια και να τα προσθέτει ευλαβικά στον όγκο των ξύλων που είχαν προετοιμασθεί για την πυρά όπου επρόκειτο να καεί.


Αν κάποιος έχει την υπομονή να ανατρέξει σε γλωσσολογικές και γλωσσικές «αναλύσεις» των διαφόρων οπαδών της «μη-συμβατικής» Γλωσσολογίας και έχει στοιχειώδεις γνώσεις πάνω στο θέμα και κυρίως απλή λογική, θα «πάθει μεν την πλάκα του», για να χρησιμοποιήσω την τρέχουσα έκφραση, από τις απίθανες συγκρίσεις και τα εξωφρενικά συμπεράσματα, αλλά τον διαβεβαιώνω ότι θα εξασφαλίσει γέλιο για τα επόμενα δέκα τουλάχιστον χρόνια! (βλ. χαρακτηριστικό κείμενο στα Παραρτήματα – α΄ Το μυστήριο του Ελληνικού αλφαβήτου στο βιβλίο: «Μη-συμβατικές θεωρίες»: Οι κερδοσκόποι του “ελληνισμού” και ο φενακισμός των αφελών»).
Θα πρέπει βέβαια να παραδεχθώ ότι το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά ιθαγενές και αυτού του τύπου οι γλωσσολογικές «αναλύσεις» έχουν βεβαρημένο παρελθόν και σε βάθος χρόνου, αλλά και από τους πάμπολλους θιασώτες του είδους, κάθε ηλικίας και εθνικότητας. Οι Γερμανοί Ακαδημαϊκοί έχουν μάλιστα και μια συγκεκριμένη έκφραση για τις αφελείς και απλοϊκές αυτές «αναλύσεις» και τους επίδοξους αυτούς «γλωσσολόγους» που «ελαφρά τη καρδία» (και με ακόμη ελαφρότερο μυαλό θα έλεγα), παρασυρμένοι από κάποιες ηχητικές κυρίως ομοιότητες μεταξύ λέξεων διαφορετικών γλωσσών, καταλήγουν σε φαιδρά και ανυπόληπτα συμπεράσματα περί συγγενείας γλωσσών και διαλέκτων, τελείως ασχέτων μεταξύ τους και το σπουδαιότερο, σε συγγένειες και καταγωγές φυλών και λαών, που ούτε κατά φαντασία θα μπορούσαν να έχουν σχέση. Αυτές οι ηχητικές ομοιότητες αποκαλούνται “kling-klang ähnlichkeiten”, που περιγράφουν επακριβώς την κατάσταση.
Ένα από τα πλέον καταγέλαστα διεθνώς βιβλία, που η συγγραφή του στηρίχθηκε σε αυτού του είδους τις γλωσσολογικές «αναλύσεις», είναι ασφαλώς αυτό του απόστρατου Γάλλου Στρατηγού Henri Nicolas Frey, που κυκλοφόρησε το 1892, με τίτλο: «Ανναμιτική (=Βιετναμέζικη σ.σ.), η Μητέρα Γλώσσα: Η κοινή καταγωγή των Κελτικών, Σημιτικών, Σουδανικών και Ινδοκινεζικών Φυλών». Άλλα ομοειδή βιβλία «αποκαλύπτουν» την προέλευση της Ουγγαρέζικης γλώσσας από την Σουμεριακή (!), της Γλώσσας των Ίνκας από την Ελληνική (!!) και της Αλβανικής από την «Πελασγική» (!!!). Αξίζει τέλος να αναφέρουμε και το εξωφρενικό βιβλίο κάποιων Αμερικανών «συγγραφέων» (Hallet and Pelle: Pygmy Kitabu, 1973), οι οποίοι ούτε λίγο ούτε πολύ, στηριγμένοι σε κάποιες ελάχιστες ομόρριζες φαινομενικά λέξεις στο λεξιλόγιο των Πυγμαίων της κεντρικής Αφρικής, υποστηρίζουν ότι η γλώσσα των Πυγμαίων συγγενεύει με τις Σκανδιναβικές γλώσσες (Σουηδική, Δανέζικη, Νορβηγική, Ισλανδική)!
Για τα αντίστοιχα ελληνικά κατορθώματα και τις ιδεοπληξίες που τα συνοδεύουν θα ασχοληθούμε στο μεθεπόμενο Κεφάλαιο. Στο ίδιο Κεφάλαιο θα αναφερθούμε επίσης και στις ανυπόστατες θεωρίες και κατασκευασμένα ψευδο-γεγονότα που έχουν σχέση με την καταταλαιπωρημένη ελληνική γλώσσα, όπου απίθανοι φιλολογούντες και γλωσσολογούντες εμφανίζουν «έργα» και κείμενα τέτοιας αβάσταχτης ελαφρότητας, που αναρωτιέσαι αυθόρμητα μετά την κοπιώδη ανάγνωσή τους για την πνευματική ισορροπία των «συγγραφέων».
Κλείνοντας το Κεφάλαιο, αλλά όχι και το θέμα, θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να αναφερθούμε συνοπτικά στην Γλωσσολογία, έναν κλάδο που δυστυχώς είναι σχεδόν άγνωστος στον τόπο μας και στο ευρύ κοινό όντας περιορισμένος στα στενά πλαίσια κάποιων πανεπιστημιακών μαθημάτων στις φιλολογικές Σχολές.
Η Γλωσσολογία, αυτός ο τόσο ενδιαφέρων, αλλά εξ ίσου ταλαιπωρημένος από ευφάνταστους ερασιτέχνες επιστημονικός κλάδος, έχει πραγματοποιήσει εκπληκτική πρόοδο από τον 19ο αιώνα, όταν ουσιαστικά τέθηκαν τα θεμέλια της σύγχρονης Γλωσσολογίας, μέχρι σήμερα. Ειδικότερα, δύο τομείς της, η Συγκριτική Γλωσσολογία (Comparative Linguistics), που εξετάζει με τις σχέσεις συγγένειας μεταξύ διαφόρων γλωσσών και η Ιστορική Γλωσσολογία (Historical Linguistics), που μελετά τις μεταβολές που υφίσταται μια γλώσσα στο πέρασμα του χρόνου (Διαχρονία), έχουν να επιδείξουν εντυπωσιακά πράγματι αποτελέσματα. Έτσι, είμαστε σήμερα σε θέση να παρακολουθήσουμε όχι μόνον την πορεία μιας γλώσσας συνολικά στο πέρασμα των αιώνων, αλλά και μιας συγκεκριμένης λέξης, από την σημερινή της μορφή μέχρι το απώτερο παρελθόν. Μπορούμε μάλιστα να ανασυστήσουμε την προγονική μορφή της που είχε αρχικά με βάση συγκεκριμένους και αυστηρούς γλωσσολογικούς κανόνες και νόμους. Οι παλαιότεροι και ίσως πλέον γνωστοί από αυτούς τους νόμους της Γλωσσολογίας είναι ο νόμος του Grimm (1822) και ο νόμος του Verner (1875), που ερμηνεύουν τις φωνητικές αλλαγές μέσω των οποίων διαφοροποιήθηκαν βαθμιαία οι σημερινές θυγατρικές Αριοευρωπαϊκές (Ινδοευρωπαϊκές) γλώσσες από την αρχική αριοευρωπαϊκή πρωτογλώσσα (βλ. σχετικά στην ανάρτηση: Η μεθοδολογία της Ιστορικής Γλωσσολογίας) Ιστορική Γλωσσολογία (Μεθοδολογία).
Αυτό λοιπόν το «σπορ», που ιδιαίτερα τον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα διάφοροι ερασιτέχνες επιδίδονταν μετά μανίας, δηλ. τα γλωσσολογικά «παιχνίδια εικασίας» (guessing games) με τις συγκρίσεις διαφόρων ομόηχων λέξεων από δύο ή περισσότερες γλώσσες και την εξαγωγή συμπερασμάτων για τις φυλετικές, ανθρωπολογικές, εθνολογικές και πολιτιστικές συγγένειες μεταξύ ασχέτων λαών, μόνον ως παραδοξότητες ή και γελοιότητες μπορούν να εκληφθούν στην σημερινή εποχή. Ας δώσουμε μερικά παραδείγματα : Η λέξη για τον οφθαλμό στην Νεοελληνική είναι μάτι και στην Μαλαϊκή (την γλώσσα των κατοίκων της Μαλαισίας και κάποιων γειτονικών περιοχών στην ΝΑ Ασία) είναι μάτα (mata). Το ρήμα τρώγω στην αρχαία Ελληνική ήταν εσθίω, στην Γερμανική έσσεν (essen) και στην διάλεκτο του Ριφ (Rif, Δυτ. Αλγερία) της βερβερικής γλώσσας είναι esh-εςς (ςς , σσ = παχύ σίγμα), ενώ η αρχαιοελληνική λέξη αίγα (κατσίκα) έχει το αντίστοιχό της στην βερβερική διάλεκτο Σσίλα (Shilha, Μαρόκο) όπου η αίγα-κατσίκα λέγεται άγιαντ (a-yad) - βλ. σχετικά James M. Anderson: Structural Aspects of Language Change, London 1973, σελ. 69.
Τέτοιες τυχαίες ηχητικές ομοιότητες λέξεων υπάρχουν μεταξύ όλων των γλωσσών του κόσμου και παύουν να είναι τυχαίες μόνον όταν η επιστημονική έρευνα, ακολουθώντας συγκεκριμένη μεθοδολογία και αυστηρούς γλωσσολογικούς κανόνες και Νόμους, αποδείξει ότι υπάρχει γλωσσική συγγένεια ή πιστοποιήσει ότι είναι απλώς γλωσσικά δάνεια (βλ. σχετικά στα Παραρτήματαιε΄ Ετυμολογικά και το εξαιρετικό βιβλίο του γλωσσολόγου Βασίλη Αργυρόπουλου Αρχαιολατρία και Γλώσσα.
Από την αναμενόμενη περιέργεια ή απορία που προκαλεί η ύπαρξη ομόηχων λέξεων (μάτι-μάτα, αίγα-άγιαντ) σε δύο τελείως διαφορετικές γλώσσες μέχρι το σημείο να αρχίσει η φαντασία να καλπάζει και να εφευρίσκεις απίθανες ετυμολογίες με τις οποίες επιχειρείς να αποδείξεις π.χ. ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι είχαν αποικίσει την Ελλάδα και είναι οι πραγματικοί δημιουργοί του αρχαιοελληνικού πολιτισμού ή να φαντάζεσαι ότι λόγω των παραπάνω ομοιοτήτων η γλώσσα των Βέρβερων της ΒΔ Αφρικής προήλθε από την ελληνική ή ακόμη πιο εξωφρενικά ότι οι Βέρβεροι είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, υπάρχει τεράστια απόσταση που μόνον τσαρλατάνοι, ημιμαθείς «παντογνώστες» ή ελληνέμποροι απατεώνες μπορούν να γεφυρώσουν.
Στην θέα ογκωδών «έργων» με θέμα π.χ. την Αλβανο-Πελασγική (sic !!!) γλώσσα με την οποία υποτίθεται ότι μπορούν να αποκρυπτογραφηθούν μυστηριώδεις επιγραφές (ο Δίσκος της Φαιστού, η Στήλη της Λήμνου, χιττιτικές επιγραφές κ.λπ., κ.λπ.) με πιάνει απελπισία, αλλά και θλίψη, όταν αναλογίζομαι το τι ενεργητικότητα σπαταλήθηκε, πόσες ώρες μελέτης και συγγραφής πήγαν χαμένες, για να προκύψει τελικώς ένας τεράστιος τόμος, που εκτός από μια θέση στον χώρο των αξιοπερίεργων και εξ ίσου καταγέλαστων «πονημάτων», η μοναδική άλλη θέση που μπορεί να διεκδικήσει είναι, δυστυχώς, ο κάλαθος των αχρήστων…
Στο σημείο αυτό καλούμε τον αναγνώστη να μελετήσει το κείμενο στο τέλος του προαναφερθέντος βιβλίου (Παραρτήματα – β΄ Η μεθοδολογία της Ιστορικής Γλωσσολογίας) Ιστορική Γλωσσολογία (Μεθοδολογία) για να αντιληφθεί την συστηματική εργασία και μελέτη (φυσικά και τις ανάλογες γνώσεις) που απαιτεί μια απλή γλωσσολογική έρευνα και κυρίως την αυστηρή μεθοδολογία που απαιτείται να χρησιμοποιήσουν οι δεκάδες και εκατοντάδες επιστήμονες στον τομέα π.χ. της Ιστορικής (ουσιαστικά Ιστορικο-Συγκριτικής) Γλωσσολογίας, για να καταλήξουν σε επιστημονικώς αποδεκτά συμπεράσματα, τα οποία βεβαίως ο κάθε ημιμαθής «συγγραφεύς» ή βαρεμένος «ερευνητής» με απίθανη ευκολία απορρίπτει, χαρακτηρίζοντάς τα «προϊόντα συνωμοσίας», έργα «σκοτεινών κύκλων» ή δεν ξέρω τι άλλο, απλώς επειδή δεν συμφωνούν με τις ιδεοληψίες του ή τις παλαβομάρες του.
Όσο για την περίφημη «Λεξαριθμική θεωρία» (βλ. στα Παραρτήματα – ιζ΄ το ενδιαφέρον άρθρο του Γλωσσολόγου Βασίλη Αργυρόπουλου) πιστεύω ότι μόνον ένας διαταραγμένος εγκέφαλος θα επιδίδονταν στα σοβαρά με τέτοιου είδους ενασχολήσεις, που θυμίζουν τερτίπια που χρησιμοποιούν συνοικιακές καφετζούδες και χαρτορίχτρες προς άγραν πελατών. Η μέθοδος συνίσταται στην αντικατάσταση των γραμμάτων μιας λέξης με τους αντίστοιχους αρχαίους αριθμούς, π.χ. α = 1, β = 2, ρ = 100, κ = 800 κ.λπ. και υποτίθεται ότι έτσι αποκαλύπτονται μυστικά νοήματα και μηνύματα που υπάρχουν μέσα στις λέξεις (!), κάτι σαν τους μεσαιωνικούς Ιουδαίους «μελετητές» - οπαδούς της Καμπάλα, που προσπαθούσαν να αποκαλύψουν τα κρυμμένα νοήματα ανάμεσα στις λέξεις της Τορά (Torah = Πεντάτευχος).
Αστειότητες…
Δ.Ε.Ε.

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

Προϊστορία και «Μη-συμβατικές» ανοησίες (1)

"Decadence" - Paris December 2008, Oil / Pastel


α. Εισαγωγή
Τρία είναι τα πλέον συνήθη θύματα των ασχολουμένων με τις «μη-συμβατικές» θεωρίες: Η ελληνική Προϊστορία, η ελληνική Μυθολογία και η ελληνική Γλώσσα.
Το τι υποστηρίζεται από τους διάφορους «μη-συμβατικούς» συγγραφείς είναι πέραν πάσης περιγραφής. Είναι αυτό που ο κοσμάκης αποκαλεί εμφαντικά: Σταματάει ο νους του ανθρώπου! Ένας εσμός επίδοξων «αναλυτών» και «θεωρητικών» της συμφοράς (κατά τα άλλα σοβαρών και αξιοσέβαστων πολιτών, πλην βεβαίως των ξεφωνημένων «ελληνεμπόρων»), καταπιάνονται μετά μανίας, μετά από ένα πρόχειρο πασάλειμμα (πολλές φορές ούτε και αυτό) και διάβασμα κάποιων βιβλίων, με θέματα που ακόμη και ειδικοί διστάζουν να ασχοληθούν λόγω των μεγάλων δυσκολιών και έλλειψης στοιχείων και επομένως του υπαρκτού κινδύνου να διολισθήσουν εύκολα σε επισφαλή συμπεράσματα. Αυτά βεβαίως δεν είναι εύκολα αντιληπτά και αποτελούν λεπτομέρειες για τους «συγγραφείς» μας, που επιδίδονται στην έκδοση βιβλίων με τις εξωφρενικές θεωρίες τους και οι οποίοι προφανώς δεν έχουν να χάσουν τίποτε άλλο εκτός από τα χρήματά τους, που τα προκαταβάλλουν στους πανέξυπνους εκδότες των «πονημάτων» τους.
Εκείνο πάντως που προκαλεί εντύπωση είναι ότι όλοι αυτοί οι «συγγραφείς», όταν καταπιάνονται με ένα θέμα μεταμορφώνονται σε ειδικούς «επί παντός επιστητού και περί άλλων τινών» και αυτοαναγορεύονται σε ειδικούς Γεωλόγους που μας διδάσκουν πώς ήταν διαμορφωμένος ο ελλαδικός χώρος πριν από 50.000 ή 100.000 χρόνια, σε ειδικούς Γλωσσολόγους για να μας εξηγήσουν γλωσσολογικές θεωρίες δικής τους επινόησης και έμπνευσης, σε ειδικούς Αρχαιολόγους για να μας διαβεβαιώσουν για τα λάθη και τις πλάνες της Αρχαιολογίας, σε ειδικούς της Πολιτιστικής Ανθρωπολογίας, Εθνολογίας και Θρησκειολογίας για να μας διδάξουν τι ακριβώς σημαίνουν οι ελληνικοί Μύθοι.
Είναι ακριβώς το ίδιο φαινόμενο με την εμφάνιση δεκάδων απίθανων τύπων στους τηλεοπτικούς σταθμούς και στους «ανά την επικράτεια καφενέδες», οι οποίοι δίχως «τσίπα», προέβαιναν σε εμβριθείς αναλύσεις (με αφορμή τον μεγάλο σεισμό της Αθήνας) και κατηγορηματικές δηλώσεις με ύφος δέκα (τουλάχιστον) Σεισμολόγων και ειδικών της τεκτονικής Γεωλογίας, αραδιάζοντας άπειρες ηλιθιότητες και χαζομάρες, στους εμβρόντητους θεατές τους, για τον απλούστατο λόγο ότι στην χώρα αυτήν της «φαιδράς πορτοκαλέας» είσαι ό,τι ’πεις και ότι δηλώσεις.

β. Η φαντασιακή «Ελληνική Προϊστορία»
Ας δούμε λοιπόν μια τέτοια περίπτωση επιχειρηματολογίας, σημειώνοντας ότι δεν πρόκειται για μια από τις ακραίες περιπτώσεις, αλλά για έναν δόκιμο σχετικά συγγραφέα που χρησιμοποιώντας κάποιες ορολογίες και εκφράσεις, προσπαθεί να δώσει μια σοβαροφάνεια και επίφαση επιστημονικότητας στις απόψεις του. Ας σκεφτούν οι αναγνώστες τι γίνεται με κάποιους άλλους «ξεσαλωμένους»:
«…Κατά την δ΄ εποχή των παγετώνων (Βούρμιος), που άρχισε πριν από 50.000-100.000 χρόνια, η Ευρώπη ήταν καλυμμένη από πάγους. Η τήξις των άρχισε πριν από 25.000 χρόνια. Η διεργασία διήρκησε χιλιετίες. Τους πάγους διαδέχθηκαν έλη, λίμνες, ποτάμια συστήματα, αδιαπέραστη βλάστησις. Ο άνθρωπος άρχισε να ανακτά την Ευρώπη γύρω στο 7.000 π.Χ.
Στην περιοχή της Μεσογείου δεν υπήρξαν παγετώνες. Άρα ούτε και διακοπή της εξελικτικής πορείας του ανθρώπου. Ο μεγαλύτερος ελεύθερος από πάγους χερσαίος χώρος της Ευρώπης ήταν η Αιγαιΐς. Άρχιζε δυτικώς των Ιονίων, κάλυπτε, Ελλάδα, Αιγαίο, Μ. Ασία, Κρήτη, Κύπρο. Την διέσχιζε ο Αιγαίος ποταμός, που ερχόταν από τον Εύξεινο και χυνόταν στην ανατολική εσωτερική θάλασσα νοτίως της Κρήτης. (Η Μεσόγειος ήταν κατά μέγα μέρος ξηρά και υπήρχαν δύο εσωτερικές θάλασσες, η δυτική, πέρα από την Σικελία-Τυνησία και η ανατολική μεταξύ Κρήτης-Αιγύπτου). Στην Αιγαιΐδα, με το ήπιο κλίμα, τις αξιόλογες πεδιάδες και τα άφθονα νερά, ο άνθρωπος συνέχισε την εξέλιξή του.
Με την τήξι των πάγων, η στάθμη των ωκεανών ανέβηκε. Τα νερά του Ατλαντικού άνοιξαν δίοδο στο Γιβραλτάρ και κατέκλυσαν Μεσόγειο, Αδριατική, Αιγαίο. Ο χάρτης που ξέρουμε διαμορφώθηκε πριν από 15-12.000 χρόνια. Όμως η Ευρώπη, βορείως του Δουνάβεως, παρέμενε σε κατάσταση ελών και αδιαπέραστων δασών, ενώ στα ανατολικά της, η Σαρματική θάλασσα (Εύξεινος-Κασπία-Αράλη ως τους βόρειους παγετώνες) την απέκλειε από την Ασία. Αυτή η κατάστασις ίσχυε περίπου ως το 7.000 π.Χ….
…Με την καταβύθισι της Αιγαιΐδος, η οποία έγινε σταδιακώς, οι κάτοικοί της αποσύρθηκαν στα υψηλότερα σημεία της, που μεταβλήθηκαν σε νησιά, καθώς και στα γύρω ελλαδικά-μικρασιατικά παράλια και βεβαίως αναγκάσθηκαν να γίνουν θαλασσοπόροι και έμποροι, αφού έπρεπε να επικοινωνούν και να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους για να επιβιώσουν…
… Η καταβύθισι της Αιγαιΐδος, έμεινε στην μνήμη των κατοίκων της, ως ο κατακλυσμός του βασιλέως της Αττικής Ωγύγου (13η π.Χ. χιλιετία), ενώ η καταβύθισις της Ατλαντίδος με τις συνέπειές της, ως ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνος (γύρω στο 9.500 π.Χ.). Στο μεταξύ των δύο κατακλυσμών διάστημα των 3.500 ετών φαίνεται αναπτύχθηκε αξιόλογος πολιτισμός
…».
Στο παραπάνω κείμενο διατήρησα μεν την ορθογραφία και τις επισημάνσεις του συγγραφέα με μαύρα γράμματα, αλλά εκείνο που δεν μπορώ δυστυχώς να διατηρήσω είναι η ψυχραιμία μου, διαβάζοντας τέτοιου είδους εξωφρενικά κείμενα ανατριχιαστικής ημιμάθειας και ανευθυνότητας!
Αναζητώντας τις πηγές αυτού του κειμένου, αλλά και μιας σειράς ακόμη παρομοίων «πονημάτων», θα καταλήξουμε στην διπλή αφετηρία τους (βλ. Κεφάλαιο 2α, για το «φαυλοκυκλικό αεικίνητο», στο βιβλίο «Μη-συμβατικές θεωρίες», οι κερδοσκόποι του «ελληνισμού» και ο φενακισμός των αφελών – ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ), που η μεν πρώτη δεν είναι άλλη από τις – τουλάχιστον αμφιλεγόμενες, για να το πω ευγενικά – απόψεις του μακαρίτη δημοσιογράφου Ιωάννη Δ. Πασσά και η δεύτερη οι θεωρίες που εκτίθενται (κυριολεκτικώς) στο διαβόητο βιβλίο του Στρατηγού Ξέρξη Λίβα (Η Αιγηΐς: Κοιτίς των Αρίων και του Ελληνισμού – Αθήναι 1956 α΄ έκδοση, 1963 β΄ έκδοση συμπληρωμένη), ο οποίος μπορεί να διέπρεψε ως στρατιωτικός ηγέτης, αλλά ως Αρχαιολόγος, Γεωλόγος, Γλωσσολόγος και Εθνολόγος είναι επιεικώς απαράδεκτος. Αναλυτικότερα, οι θεωρίες αυτές αναφέρονται εκτενέστερα στο Κεφάλαιο 3β του προαναφερθέντος βιβλίου (Μη-συμβατικές θεωρίες) και προς το παρόν θα μας απασχολήσει το παραπάνω «κείμενο», χαρακτηριστικό του τι συμβαίνει με έναν εντελώς άσχετο που καταπιάνεται ερασιτεχνικά με θέματα πάνω από τις δυνατότητες και τις γνώσεις του.
Πρώτα-πρώτα ας ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα για τις παιδαριώδεις ανακρίβειες περί «...Βουρμίου που άρχισε πριν από 50.000-100.000 χρόνια» και περί «Ευρώπης που ήταν καλυμμένη από πάγους...», με την αρχική παρατήρηση ότι οι χιλιετίες δεν είναι στραγάλια για να τις σκορπάμε απλόχερα και πολύ περισσότερο οι δεκάδες χιλιάδες και προφανέστατα οι εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια.

γ. Η επιστημονική πραγματικότητα
Η Βούρμιος παγετώδης περίοδος (Würm) ξεκίνησε πριν από 75.000 χρόνια και διακρίνεται σε δυό φάσεις: Την Βούρμιο Ι (75.000-40.000 π.Χ.) και την Βούρμιο ΙΙ (30.000-10.000 π.Χ.). Ενδιάμεσα (40.000-30.000 π.Χ.) σημειώθηκε μια μικρή άνοδος της μέσης θερμοκρασίας και το διάστημα αυτό χαρακτηρίζεται ως Μεσοδιάστημα Γκετβάϊχ (Göttweig Interstadial). Κατά την Βούρμιο Παγετώδη Εποχή, η οποία δεν έληξε βεβαίως πριν από 25.000 χρόνια, αλλά πριν από 12.000 περίπου χρόνια (10.000 π.Χ.), η Ευρώπη δεν ήταν καλυμμένη από παγετώνες, εκτός από ένα τμήμα της στον Βορρά, στην Σκανδιναβία και γύρω από την Σκωτία.
Παραθέτουμε προς ενημέρωση τον Χάρτη 1, όπου επί πλέον φαίνεται και η μεγάλη επέκταση της ξηράς, κυρίως στην ΒΔ Ευρώπη. Όπως ξεκάθαρα διαπιστώνεται, η Ευρώπη σαφέστατα δεν σκεπαζόταν από πάγους και οι ισχυρισμοί του «συγγραφέα (ή μάλλον του κακού αντιγραφέα), ότι «…τους πάγους διαδέχθηκαν έλη, λίμνες, ποτάμια συστήματα, αδιαπέραστη βλάστησις. Ο άνθρωπος άρχισε να ανακτά την Ευρώπη γύρω στο 7.000 π.Χ.» όχι μόνον δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά αποδεικνύονται είτε αποκυήματα ζωηρής φαντασίας είτε προϊόντα ανεξέλεγκτης ημιμάθειας.
Xάρτης 1
Η Βούρμιος Παγετώδης περίοδος (75.000-10.000 πριν από σήμερα) στην ευρωπαϊκή ήπειρο, κατά την φάση της μεγαλύτερης επέκτασης των παγετώνων (γύρω στο 18.000 π.Χ.)


Τα επιχειρήματα μάλιστα περί «αδιαπέραστων δασών» που μέχρι το 7.000 π.Χ. δεν επέτρεπαν την ανθρώπινη παρουσία, εκτός από καταγέλαστα είναι και ανυπόστατα διότι συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο από αυτό που προσπαθούν να αποδείξουν οι κακοχωνεμένοι ισχυρισμοί του «συγγραφέα» : Στην Δυτική Μικρά Ασία και στο μεγαλύτερο τμήμα του Ελλαδικού χώρου υπάρχουν πυκνά και ίσως «αδιαπέραστα» δάση, ενώ βορειότερα υπάρχουν ανοικτές πεδιάδες. Παραθέτουμε τον Χάρτη 2 (Oxford illustrated Prehistory of Europe, Oxford University Press, 1994 – σ. 43) που εμφανίζει τους τύπους βλάστησης γύρω στο 20.000 π.Χ. και όπου με πιο σκούρο χρώμα απεικονίζονται οι περιοχές με δάση.
Τέλος, για τα αναφερόμενα περί Αιγαιΐδος, Σαρματικής θάλασσας, κατακλυσμών και Αιγαίου (;) ποταμού (στις όχθες του οποίου ο «συγγραφέας» μας, ξέχασε να αναφέρει ότι συνωστίζονταν ολόκληρα κοπάδια από Σκιάποδες και Πανώτιους), αποδεικνύουν ότι η φαντασία δεν γνωρίζει όρια και ότι η «μη-συμβατική» Ιστορία μπορεί να κάνει κάποιον να ξεχάσει ακόμα και τ’ όνομά του!
Χάρτης 2 των ζωνών βλάστησης στην Ευρώπη κατά το μέγιστο
της τελευταίας παγετώδους περιόδου (πριν 20.000 χρόνια περίπου)

Επί πλέον, ο «συγγραφέας» έχει μπερδέψει τις χιλιάδες με τα εκατομμύρια χρόνια, όπως φαίνεται, μια και τα όσα περιγράφει («…Τα νερά του Ατλαντικού άνοιξαν δίοδο στο Γιβραλτάρ και κατέκλυσαν Μεσόγειο, Αδριατική, Αιγαίο. Ο χάρτης που ξέρουμε διαμορφώθηκε πριν από 15-12.000 χρόνια…») συνέβησαν κατά το Πλειόκαινον (*), δηλαδή πριν από 5.000.000 (ναι, εκατομμύρια) χρόνια, σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες απόψεις των Γεωλόγων, όπως ο Καθηγητής Γεωλογίας-Παλαιοντολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Ν. Κ. Συμεωνίδης (βλ. τόμος ΕΛΛΑΣ σελ. 261-262 του Εκδοτικού Οργανισμού ΠΑΠΥΡΟΣ, καθώς και Χάρτη 3. Περισσότερες λεπτομέρειες: "Μη-συμβατικές Θεωρίες" Παραρτήματα – κα΄, όπου και σχετικό αναλυτικότατο κείμενο του Καθηγητή Δημοσθένη Μουντράκη του Τομέα Γεωλογίας Α.Π.Θ.).
____________________________________
(*) Η τελευταία Εποχή της Τριτογενούς Περιόδου. Σύμφωνα με την Γεωλογία, η Πλειόκαινος Εποχή ή απλώς Πλειόκαινον άρχισε πριν από 5.300.000 χρόνια και τελείωσε πριν από 2.000.000 χρόνια περίπου με την έναρξη της Πλειστοκαίνου Εποχής, με την οποία αρχίζει η Τεταρτογενής Περίοδος του Καινοζωϊκού Αιώνα. Η αρχή του Καινοζωϊκού («εποχή των Θηλαστικών») τοποθετείται πριν από 65.000.000 χρόνια όταν τελείωσε ο Μεσοζωϊκός Αιών, η «εποχή των Δεινοσαύρων».
Χάρτης 3
Ο ελλαδικός χώρος πριν από 4,5 εκατομμύρια έτη
κατά την Πλειόκαινο Εποχή (5,3 - 2 εκατομ. χρόνια πριν από σήμερα)

Επομένως, σε ουδεμία περίπτωση είναι δυνατόν να ισχυρισθεί κάποιος ότι «…Η καταβύθισι της Αιγαιΐδος, έμεινε στην μνήμη των κατοίκων της…» μια και είναι σήμερα βέβαιον ότι πριν από 5.000.000 χρόνια δεν υπήρχαν στον πλανήτη μας άνθρωποι και επομένως μόνο στην μνήμη πιθήκων, ελεφάντων και άλλων θηλαστικών της εποχής, που ήσαν οι μοναδικοί «κάτοικοι» του ελλαδικού χώρου, θα ήταν δυνατόν να εντυπωθούν τα γεγονότα της καταβύθισης της Αιγαιΐδος!!!
Κλείνω το θέμα με το περιβόητο ζήτημα που επικαλούνται συχνά-πυκνά οι διάφοροι ημιμαθείς ξυλοσχίστες περί απουσίας πολιτισμού στην βόρεια Ευρώπη πριν από το 7000 π.Χ. παραθέτοντας τον επόμενο Χάρτη 4 (Oxford illustrated Prehistory of Europe, ό.π. σελ. 80) όπου φαίνεται ξεκάθαρα ότι επισημάνθηκαν αρχαιολογικές θέσεις που χρονολογούνται γύρω στο 8.000 π.Χ (αντίστοιχης πολιτιστικής βαθμίδας με το σπήλαιο Φράγχθι της Αργολίδος), όχι μόνον βορειότερα από την Αγία Πετρούπολη, αλλά και στο απώτατο άκρο της Νορβηγίας (Tverrvikraet), εντός του πολικού κύκλου!
Χάρτης 4 της Ευρώπης (γύρω στο 8.000 π.Χ.)
με τις σπουδαιότερες Μεσολιθικές αρχαιολογικές τοποθεσίες

Αναρωτιέμαι και προβληματίζομαι με όλα αυτά τα «συγγραφικά» σκουπίδια, που θυμίζουν έντονα σχολικά μαργαριτάρια αδιάβαστων μαθητών περί του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου που σκοτώθηκε μαζί με τον Αθανάσιο Διάκο στα Αλβανικά βουνά πολεμώντας εναντίον των Περσών του Αρταξέρξη, σε τί τελικά εξυπηρετεί το γράψιμό τους; Άραγε, πέρασε από το μυαλό κάποιου η ζημιά που γίνεται στους νεαρούς κυρίως αναγνώστες, που αγνοώντας κατά κανόνα τις επιστημονικές λεπτομέρειες για να μπορούν να κρίνουν, αποπροσανατολίζονται ανεπανόρθωτα από την μελέτη τέτοιων «βιβλίων»;
Ή αυτά είναι «ψιλά γράμματα» για τους Τερατολόγους της «μη-συμβατικής» Ιστορίας;

Δ.Ε.Ε.

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

ΓΛΩΣΣΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ… (6)


1. ΛΕΞΙΠΛΑΣΙΑ ΚΑΙ ΛΕΞΙΛΑΓΝΙΑ Ένα φαινόμενο προς συζήτηση

Σε μια πρόσφατη εκδήλωση διάβασα, σε ένα κείμενο εισήγησης, την λέξη «απεύθυνση». Υπέθεσα ότι ήταν κάποιο ορθογραφικό λάθος και δεν έδωσα σημασία. Με αρκετή έκπληξη όμως άκουσα στην συνέχεια από ομιλητές να χρησιμοποιούν και να επαναλαμβάνουν αυτήν την άγνωστη λέξη. Επιχείρησα να καταλάβω από τα συμφραζόμενα περί τίνος πρόκειται, αλλά δεν κατάφερα να την ερμηνεύσω, μια και η μόνη συγγενική λέξη που μου ερχόταν στο μυαλό ήταν η λέξη «απευθυσμένο», ένας ιατρικός όρος, που για όσους έχουν κάποιες γνώσεις ανατομίας του ανθρώπου, γνωρίζουν ότι αναφέρεται στο τελευταίο τμήμα του παχέος εντέρου, πριν από τον πρωκτό. Σκαλίζοντας λίγο την μνήμη μου θυμήθηκα και την αρχαΐζουσα λέξη «απευθής», που σημαίνει αυτόν που δεν ακούσθηκε, αλλά και τον απληροφόρητο. Ούτε αυτή η ερμηνεία με βοήθησε, αφού οι ομιλητές κάτι άλλο εννοούσαν, όπως αντιλήφθηκα. Προσπάθησα τελικά να ετυμολογήσω την λέξη και τότε συνειδητοποίησα ότι η άγνωστη και περίεργη λέξη συνδεόταν με το ρήμα απευθύνομαι και ήταν προϊόν δημιουργίας κάποιου επίδοξου γλωσσοπλάστη.
Ομολογώ ότι με προβλημάτισε το όλο θέμα, αλλά δίστασα να διακόψω τους ομιλητές και να τους ρωτήσω γιατί χρησιμοποιούν μια ανύπαρκτη λέξη, καθώς και την σκοπιμότητα αυτής της χρήσης. Εξ άλλου, πιστεύω και υποστηρίζω την θέση ότι κάθε μέλος μιας γλωσσικής κοινότητας, της ελληνικής εν προκειμένω, έχει ίσα δικαιώματα με κάθε άλλον, όχι μόνον να έχει τις δικές του απόψεις και τοποθετήσεις στα γλωσσικά θέματα, αλλά να παίρνει και πρωτοβουλίες στον γραπτό και στον προφορικό λόγο πέρα από τα καθιερωμένα. Έτσι, εδώ και χρόνια χρησιμοποιώ στον γραπτό μου λόγο την αιτιατική του αρσενικού και θηλυκού άρθρου πάντοτε με το τελικό –ν, η απάλειψη του οποίου για διαφόρους «δήθεν» λόγους δεν με πείθει, διότι συσκοτίζεται το νόημα της πρότασης, ειδικότερα μεταξύ αρσενικού και ουδέτερου ουσιαστικού. Όσο για τα περί «ευφωνίας» τα ακούω «βερεσέ» και ας μου φέρουν εκατό φιλολόγους και γλωσσολόγους να υποστηρίξουν το αντίθετο για να με πείσουν, μια και δεν τους θεωρώ πιο «ειδικούς» από εμένα στο θέμα της μητρικής μου γλώσσας, αλλά και από οποιονδήποτε άλλον ομιλητή και χρήστη της ελληνικής. Για ποιον λόγο π.χ. πρέπει να γράφω «τη θάλασσα» και όχι «την θάλασσα», αφού το σύμπλεγμα «νθ» υπάρχει στην γλώσσα μας, αρχαία (μανθάνω) και νέα (ανθίζω).
Επανέρχομαι στο ζήτημα με την γενική παρατήρηση ότι όλα αυτά τα φαινόμενα έχουν σε τελική ανάλυση έναν και μοναδικό κριτή που δεν είναι άλλος από τον κάθε χρήστη της γλώσσας και τελικώς από την συγκεκριμένη γλωσσική κοινότητα, η οποία θα αφομοιώσει ή θα απορρίψει στην πορεία του χρόνου τον κάθε νεολογισμό οποιουδήποτε λεξιπλάστη.
Έρχομαι τώρα στο ουσιαστικό μέρος της συζήτησής μας, στο ζήτημα της σκοπιμότητας που είναι η προϋπόθεση της δημιουργίας νέων λέξεων και όρων. Η δημιουργία αυτή εξυπηρετεί δύο ανάγκες:
α. Την ανάγκη να ονομάσουμε κάτι καινούριο, ένα φαινόμενο, μια κατάσταση, ένα νέο τεχνικό επίτευγμα ή εργαλείο (π.χ. κουρελούργημα, εθνομηδενισμός, διαδίκτυο κ.λπ.), αλλά και την ανάγκη να υπάρξει ένα άλλο σημαίνον για έναν διαφορετικό φιλοσοφικό, τεχνικό, επιστημονικό κ.λπ. όρο. Σημειώνω ότι και στις παραπάνω περιπτώσεις δεν είναι πάντοτε αναγκαία η δημιουργία νέων λέξεων και συχνά νοηματοδοτούμε μια υπάρχουσα λέξη με άλλο περιεχόμενο π.χ. κινητό – εννοείται τηλέφωνο.
β. Την ανάγκη ενός λογοτέχνη, διανοητή, καλλιτέχνη κ.λπ. να πρωτοτυπήσει ή να εντυπωσιάσει με την χρήση νέων λέξεων.
Βεβαίως δεν παραγνωρίζω και το φαινόμενο της δημιουργίας ιδιολέκτων (ιδιαίτερων γλωσσικών στοιχείων) προς χρήση μεταξύ συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων (π.χ. μελών μιας αίρεσης, ενός κόμματος κ.λπ.), συχνά (όχι πάντα) περιθωριακών (άστεγοι, μηχανόβιοι, νεανικές συμμορίες κ.ά.), ώστε να αναγνωρίζονται μεταξύ τους.
Αναλογίζομαι λοιπόν ποιο άραγε να ήταν το κίνητρο πίσω από την δημιουργία και χρήση αυτής της περίεργης λέξης «απεύθυνση».
Υπήρξε κάποια πραγματική και ουσιαστική ανάγκη, προέκυψε τυχαία και άρεσε, προσπάθεια δημιουργίας ιδιολέκτων ή απλή λεξιλαγνία;
Θα μπορούσα να προτείνω μια σειρά ανάλογων λέξεων/ιδιόλεκτων όπως π.χ. χαμομηλώνω = χρησιμοποιώ χαμομήλι, νυχτοκεφαλιάζω = έχω σκοτοδίνη, θαλασσίζω = κολυμπώ στην θάλασσα, λιμνίζω = κολυμπώ σε λίμνη, μπουρδολέγω = λέγω μπούρδες και μύρια άλλα όσα.
Πιστεύω πάντως ότι το θέμα παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον και ιδιαίτερα για κάποιους (όπως εγώ), που έχουν πάθος με τα γλωσσικά (μερικοί θα το έλεγαν ψώνιο, αλλά δεν με πειράζει), οπότε ευελπιστώ να έχω και μια άλλη άποψη, τουλάχιστον από τον εμπνευστή της νέας λέξης.
2. ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΑ…
Έχω την εντύπωση ότι πολλοί από τους κάθε επιπέδου και κατηγορίας εκφωνητές των ραδιοτηλεοπτικών μέσων της χώρας μας είναι τακτικοί αναγνώστες αυτών των σημειωμάτων της «Ρήξης» και προσπαθούν σκόπιμα να μας εκνευρίσουν με το όσα εκστομίζουν εναντίον των δύστυχων ακροατών τους! Αυτή η εντύπωση μετατρέπεται σε βεβαιότητα ακούγοντας αυτά που λέγονται, με τέτοια συχνότητα, που αναγκαστικά καταλήγεις στο παραπάνω συμπέρασμα. Τα «ανεξαρτήτου ηλικίας», τα «έχω την αίσθηση», τα «κόστη», τα «19 Μάη» και ένα πλήθος ακόμα από απαίσια ελληνικά μας ταλαιπωρούν τόσο συστηματικά, σε σημείο που αναρωτιέσαι πως είναι δυνατόν όλοι αυτοί οι αγράμματοι ξυλοσχίστες να συγκεντρώθηκαν στα Μ.Μ.Ε. που διαμορφώνουν καταλυτικά, λόγω καθημερινής επανάληψης, το γλωσσικό αισθητήριο των ακροατών.
Δυστυχώς αυτή η κατάσταση θα συνεχίσει να μας ταλαιπωρεί για πολλά χρόνια ακόμα και η δημοτικοφανής καθαρεύουσα θα θριαμβεύει για όσο διάστημα το πανάθλιο εκπαιδευτικό μας σύστημα θα εξακολουθεί να παράγει διαρκώς και περισσότερες φουρνιές αγραμμάτων.
Ένα σημείο όπου μπορεί εύκολα κάποιος να εντοπίσει την ζημιά που έχει γίνει με όλους αυτούς τους γλωσσοπολιτικούς φανατισμούς των τελευταίων δεκαετιών είναι και τα επιρρήματα, όπου πάρα πολλοί νομίζουν ότι ισοπεδώνοντάς τα όλα με την αλλαγή της κατάληξης –ως σε –α, μιλούν πια «πλέρια δημοτικιά». Η γλώσσα όμως δεν είναι δυνατόν να προσαρμοσθεί έτσι εύκολα σε τέτοιου είδους προκρούστειες λογικές και εκδικείται με την γελοιοποίηση εκείνων που την βασανίζουν! Έχω προσέξει ότι κάποιοι αποφεύγουν να χρησιμοποιούν ορισμένα επιρρήματα, όπως π.χ. τα ασφαλώς, συνεχώς κ.λπ. (μια και είναι αδύνατον να μεταλλαχθούν σε «ασφαλά», «συνεχά») μήπως κινδυνεύσουν να κατηγορηθούν ως «καθαρευουσιάνοι». Αυτή όμως η αυτολογοκρισία είναι ό,τι χειρότερο για την εκφραστική δυνατότητα οποιουδήποτε χειριστή της γλώσσας μας.
Όπως έχει γράψει πριν από 20 χρόνια σε ένα άρθρο του στην «Καθημερινή» ο Γιάννης Καλιόρης, αναφερόμενος στο βιβλίο της σχολικής γραμματικής:
«…Η εν λόγω γραμματική είναι απαράδεκτα ελλειμματική και συρρικνωτική, διεπόμενη από πνεύμα δογματισμού, γλωσσικής ορθοδοξίας και μονολιθικότητος - είναι γραμματική μόνο της δημοτικής και ελάχιστα της σύνολης νεοελληνικής που έχει μεν για βάση της τη δημοτική αλλά δεν είναι ισοπλατής προς αυτήν: η νεοελληνική είναι οργανικά λογιόμεικτη, αποτελούμενη από κοιτάσματα λόγια και δημοτικά, και καμμιά από τις δύο της συνιστώσες δεν μπορεί να διεκδικήσει αυτοδύναμα το σύνολο της γλωσσικής εκφράσεως και ανάγκης. Η δε πολυτυπία που απορρέει παρέχει μεγάλες εκφραστικές (σημασιολογικές και αισθητικές) δυνατότητες (που εντελώς δειγματοληπτικά έχουμε εκθέσει αλλού: "Ιριδισμοί της νεοελληνικής. Παρεμβάσεις ΙΙ - Γλωσσικά", σελ. 347-387, Εξάντας 1986), ενώ η μονοκαλλιέργεια μιας και μόνο συνιστώσας αποδυναμώνει τη γλώσσα και τη φτωχαίνει, περιορίζοντας ολέθρια τις δυνατότητες επιλογής και αποχρώσεων…».
Όσο για εκείνους που θα σπεύσουν να επικαλεστούν τα γνωστά ανόητα επιχειρήματα περί «μητρικής γλώσσας» και «γλώσσας του λαού», τους προκαλώ να μου απαντήσουν με ποιον τρόπο θα φωνάξει η κυρά-Μαρία από το παράθυρο του σπιτιού τον γιόκα της, που απασχολημένος με το παιχνίδι, καθυστερεί να έρθει για φαγητό: «Γιωργάκηηη, τσακίσου και έλα αμέσως» ή «άμεσα»;
Προφανώς ορισμένοι είναι αδύνατον να αντιληφθούν την διαφορά μεταξύ του επιρρήματος «αμέσως» και του επιθέτου «άμεσος», «άμεσο» πληθ. «άμεσα», αλλά και την λεπτή απόχρωση μεταξύ του «αμέσως = την ίδια στιγμή» και του δημοτικοφανούς επιρρήματος «άμεσα = σε σύντομο χρονικό διάστημα». Το ίδιο συμβαίνει και με το επίρρημα «πιθανώς», με το οποίο δεν ξεμπερδεύουμε έτσι εύκολα όταν το αλλοιώνουμε σε «πιθανά»!
Ελπίζω να μη παρεξηγηθώ μετά από όσα ανέφερα παραπάνω και νομίσουν κάποιοι ότι υποστηρίζω την χρήση των επιρρημάτων μόνον με την κατάληξη –ως.
Αντιγράφω και πάλι Καλιόρη (οι επισημάνσεις δικές μου):
«…Η εναλλαγή των καταλήξεων –ως και -α των επιρρημάτων, όπου είναι δυνατή, πέραν των σημασιολογικών αποχρώσεων που ήδη εξετέθησαν, προσφέρει και δυνατότητες αισθητικές:
1. Αποτρέπει χασμωδία: Η «τεχνικώς αδύνατη λύση» είναι προτιμότερη από την «τεχνικά αδύνατη», όπως και η «τεχνικά σωστή» είναι προτιμότερη από την «τεχνικώς σωστή».
2. Διαφοροποιεί δυό συνεχόμενα επιρρήματα, παράγοντας ευφωνία, ρυθμό και ακαριαία νοηματική σηματοδότηση: (…) «αντέδρασες ευλόγως βίαια» και όχι «εύλογα βίαια», «ενήργησε αντιστρόφως ανάλογα» (…).
3. Διαφοροποιεί το επίρρημα από το προσδιοριζόμενο ομοιοκατάληκτο επίθετο (πληθυντικό ουδετέρου) και τη μετοχή (ενικό θηλυκού), κ’ εκτός από την αποφυγή ενδεχομένης ασαφείας (ιδιαίτερα μετά την κατάργηση του πολυτονικού), εξασφαλίζει απρόσκοπτη ροή στην ανάγνωση, ακριβώς γιατί σηματοδοτεί ακαριαία και χωρίς δισταγμό: «τα ιδιαιτέρως άσχημα προϊόντα» (και όχι «τα ιδιαίτερα άσχημα»), «τα εξαιρετικώς εύστοχα μέτρα» (…), «με βιβλία παιδαγωγικώς καταλληλότερα» όπου το «παιδαγωγικά» θα δημιουργούσε μέχρι τέλους αμφιβολία εάν πρόκειται για επίρρημα ή επίθετο (…).
("Ιριδισμοί της νεοελληνικής. Παρεμβάσεις ΙΙ - Γλωσσικά", σελ. 379-380, Εξάντας 1986).
Δ.Ε.Ε.

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Θρᾶκες (Thracians)


Από το λήμμα "Θράκες" του βιβλίου:
Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη: "Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου"

Θρακικά φύλα και πόλεις
 
Ένας από τους αρχαιότερους λαούς της χερσονήσου του Αίμου, ο οποίος κατά τον Ηρόδοτο ήταν ο πολυπληθέστερος στον κόσμο μετά τους Ινδούς: «…Θρηίκων δε έθνος μέγιστόν εστι μετά γε Ινδούς πάντων ανθρώπων…» (Ε΄ 3).
Στα ομηρικά έπη οι Θράκες και η Θράκη αναφέρονται συχνά (Ιλιάς Β 844 – Δ 519, 537 - Ι 5, 72 - Ν 4 Οδύσσεια Θ 361), καθώς και τα ονόματα συγκεκριμένων θρακικών φύλων όπως οι σύμμαχοι των Τρώων Κίκονες (Ιλιάς Β 846) και οι Σίντιες (Ιλιάς Α 594).
Ο Αρχίλοχος υπήρξε ο αρχαιότερος Έλληνας συγγραφέας, ο οποίος αναφέρει στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. τους Θράκες, ως έναν σύγχρονό του λαό που δημιουργούσε προβλήματα στους Έλληνες αποίκους της Θάσου.
Ο Ησίοδος γνώριζε την "Θρηΐκη" ως την χώρα από την οποία έρχεται στην Ελλάδα ο παγωμένος βόρειος άνεμος.
Φαίνεται ότι η ονομασία Θράκες ανήκε αρχικά σε ένα συγκεκριμένο θρακικό φύλο που για πρώτη φορά ήλθαν σε επαφή μαζί του οι Έλληνες και μετά τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. αυτή ονομασία επεκτάθηκε σε όλα τα «θρακικά» φύλα γενικώς, ένα φαινόμενο που παρατηρείται συχνά στην Ιστορία. Αγνοούμε πάντως και δεν υπάρχει πλέον τρόπος να μάθουμε πώς αποκαλούσαν οι Θράκες τους εαυτούς τους, εάν πράγματι χρησιμοποιούσαν μια κοινή ονομασία (βλ. C.A.H. Vol. III part 2 σελ. 597).
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι μέχρι τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., θρακικά φύλα κατέχουν την Χαλκιδική και όλες τις ακτές της Μακεδονίας μέχρι τα Πιέρια, με αποτέλεσμα οι αρχαίοι συγγραφείς να αναφέρουν την Μακεδονία ως χώρα Θρακών και να αγνοούν την ύπαρξη των Μακεδόνων.Τέλος, θρακικά φύλα εγκαταστάθηκαν στην Θάσο, την Σαμοθράκη (=Σάμος Θράκια) και την Λήμνο. Υπενθυμίζουμε, ότι ο πληθυσμός της Λήμνου, στην πλειοψηφία του, ανήκε σε ένα μη αριοευρωπαϊκό (Ινδοευρωπαϊκό) φύλο, συγγενές των Ετρούσκων, τους οποίους οι Έλληνες γνώριζαν ως Τυρρηνούς ή Τυρσηνούς. Οι υπόλοιποι κάτοικοι ήσαν Θράκες και Έλληνες άποικοι.
Από τον 5ο αιώνα π.Χ. και μετά, οι ανατολικοί Έλληνες έχουν πυκνές επαφές και δοσοληψίες με τους Θράκες και όπως φαίνεται τους θεωρούν ως τους πλέον σημαντικούς από τους «βαρβάρους» με τους οποίους συναλλάσσονται. Γνωρίζουν πολύ καλά τα φύλα που είναι εγκατεστημένα στις βόρειες ακτές του Αιγαίου, αλλά και των δυτικών ακτών του Ευξείνου Πόντου.
Μετά τους Περσικούς πολέμους το σύνορο μεταξύ Θρακών και Μακεδόνων (που ήταν ο ποταμός Αξιός), θα μετατοπισθεί προς τα ανατολικά και τα θρακικά φύλα θα εκδιωχθούν ή θα υποταχθούν στον βασιλέα των Μακεδόνων Αλέξανδρο τον Α΄ και στους διαδόχους του.
Η εμφάνιση των προγονικών λαών των μετέπειτα Θρακών στη χερσόνησο του Αίμου, τοποθετείται στο μεταβατικό στάδιο από την Νεολιθική Εποχή στην Εποχή του Ορειχάλκου δηλ. την περίοδο που είναι γνωστή στην Αρχαιολογία με τον όρο Χαλκολιθική ή Ενεολιθική Εποχή (από την λατινική λέξη eneus = χαλκός).
Η πλειοψηφία των ερευνητών δέχεται σήμερα ότι κατά την διάρκεια της Χαλκολιθικής Εποχής (4η χιλιετία π.Χ.) έγιναν σε μεγάλη κλίμακα μεταναστεύσεις λαών από την Ποντική περιοχή (περιοχές βορείως του Ευξείνου Πόντου) στην θρακική πεδιάδα, αλλά και σε άλλες περιοχές της κεντρικής Βαλκανικής. Έφεραν μαζί τους έναν ιδιαίτερο τρόπο ταφής των νεκρών (ταφή κάτω από τύμβους = «κουργκάν») αλλά και το έθιμο να βάφουν με ώχρα τα σώματα των νεκρών (τάφοι – ώχρας "ochre-grave"). Ήσαν έμπειροι στην εκτροφή ζώων και είχαν μια αυστηρή πατριαρχική οργάνωση. Ο πολιτισμός τους ήταν σαφώς κατώτερος από τον Νεολιθικό πολιτισμό των αυτοχθόνων και αρχαιολογικά ανιχνεύεται κυρίως από την πρωτόγονη κεραμική τους, του τύπου της «εμπίεστης σχοινοειδούς διακόσμησης» (Corded Ware) και τους χαρακτηριστικούς λίθινους πολεμικούς πέλεκεις (Καράνοβο – Karanovo VII). Σήμερα είναι γνωστό ότι οι λαοί αυτοί ανήκαν στην Αριοευρωπαϊκή ομάδα και μετά την εγκατάστασή τους, αναμείχθηκαν σταδιακά με τους αυτόχθονες κατοίκους για να προκύψουν οι λεγόμενοι Παλαιο-Βαλκανικοί Ινδοευρωπαϊκοί λαοί (Palaeo-Balkan Indo-European peoples), όπως αναφέρονται στην διεθνή βιβλιογραφία.
Οι λαοί αυτοί υπήρξαν οι πρόγονοι των μετέπειτα Θρακών, Δακο-Μυσών και Ιλλυριών. Πρέπει να ξεκαθαρισθεί ότι οι νεοφερμένοι δεν έφθασαν στην χερσόνησο του Αίμου με ήδη διαμορφωμένες γλώσσες. Όπως χαρακτηριστικά τονίζεται: «…Οι γλώσσες αυτών των λαών αλλά και οι ίδιοι, εξελίχθηκαν και διαμορφώθηκαν κατά την διάρκεια μιας μακροχρόνιας πολιτιστικής, κοινωνικής και εθνογενετικής πορείας ανάπτυξης και αφομοίωσης…» (M. Garašanin: C.A.H. Vol. III part 1 σελ. 142).
Οι εξελίξεις αυτές θα σημειωθούν στην διάρκεια της Εποχής του Ορειχάλκου κατά την οποία θα σχηματισθούν τρεις ομάδες τοπικών πολιτισμών:
α) Το Ανατολικό Βαλκανικό σύμπλεγμα (East Balkan complex)
β) Το Βαλκανο-Δουνάβιο σύμπλεγμα (Balkano-Danubian complex) και
γ) Το Δυτικό Βαλκανικό σύμπλεγμα (Western Balkan complex).
Οι αρχαιολόγοι αποδίδουν τους τοπικούς αυτούς πολιτισμούς αντίστοιχα στους προγόνους των μετέπειτα Θρακών (Πρωτο-Θράκες), στους Πρωτο-Δακο-Μυσούς και στους Πρωτο-Ιλλυριούς.Προς το τέλος της Εποχής του Ορειχάλκου, 2750 - 1200 π.Χ.), οι παραπάνω αναφερόμενες εξελίξεις έχουν ολοκληρωθεί και τα θρακικά φύλα έχουν ήδη σχηματισθεί.
Σύμφωνα με κάποιες απόψεις, τα θρακικά φύλα είχαν αρχίσει να προωθούνται στην βορειοδυτική Μικρά Ασία πιθανόν από τα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ., λαμβάνοντας υπ’ όψιν σχετικές μνείες που υπάρχουν π.χ. στον Στράβωνα, ο οποίος αναφέρει ως κατοίκους της εν λόγω περιοχής τους Μύγδονες, τους Βέβρυκες, τους Μαιδοβιθυνούς, τους Βιθυνούς, τους Θυνούς και πιθανόν τους Μαριανδυνούς (Στρβ. Ζ΄ ΙΙΙ. 2).
Υπενθυμίζουμε ότι στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. σημειώνεται η μεγάλη φρυγική μετανάστευση, της οποίας ένα μέρος θα καταλήξει στην βόρεια Ελλάδα (Μακεδονία), ενώ το υπόλοιπο θα συνεχίσει προς την περιοχή της Τρωάδος. Η σύγχρονη έρευνα έχει επιβεβαιώσει τις παραδόσεις σύμφωνα με τις οποίες στην εισβολή των Φρυγών στην Β.Δ. Μικρά Ασία συμμετείχαν και θρακικά φύλα το σπουδαιότερο από τα οποία ήταν οι Μοισοί. Φαίνεται ότι εκτός από τους Μοισούς, τμήματα και άλλων θρακικών φύλων εγκαταστάθηκαν αυτήν την περίοδο εκεί.
Οι πληροφορίες πάντως των αρχαίων κειμένων για την μετανάστευση των παραπάνω λαών πριν από τον Τρωϊκό πόλεμο, ελέγχονται πλέον ως ανακριβείς. Αυτή η σύγχυση απεικονίζεται π.χ. στην Ιλιάδα, όπου στον μεν Κατάλογο των συμμάχων του Πριάμου (Β 858), οι Μυσοί (Μοισοί) φαίνεται ότι ζούσαν στην Μ. Ασία, παρακάτω (Ν 5) αναφέρεται ότι κατοικούν στην Θράκη.
Θεωρούμε χρήσιμο να αναφέρουμε τα σημαντικότερα θρακικά φύλα, όπως αυτά μνημονεύονται από τους συγγραφείς της κλασσικής, της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής περιόδου (Βλ. Χάρτη 1).
Παραλείποντας τους Δάκες, οι σχέσεις των οποίων με τους κυρίως Θράκες εξακολουθούν να αποτελούν αφορμή διχογνωμιών μεταξύ των ερευνητών, η πολυαριθμότερη ομάδα Θρακών, που ζούσε και στις δύο όχθες του Δούναβη μέχρι τις εκβολές του, ήσαν οι Γέτες. Μια ομάδα Γετικών φύλων, οι Κρόβυζοι, ζούσαν στην περιοχή μεταξύ της οροσειράς του Αίμου, του Δουνάβεως και του Ευξείνου Πόντου. Αναφέρονται από τον Εκαταίο (FGrH 1 F 170), τον Ηρόδοτο (Δ΄ 49) και τον Στράβωνα (Ζ΄ V. 12).

Χάρτης 1. Αρχαία Θράκη
Στα δυτικά των Γετών, ζούσαν οι Μοισοί, ένα τμήμα των οποίων θα μεταναστεύσει στην Μ. Ασία και εκεί θα γίνουν γνωστοί ως Μυσοί. Φαίνεται ότι οι εναπομείναντες Μοισοί εξακολουθούσαν να είναι πολυάριθμοι μέχρι την εποχή της Ρωμαϊκής κατάκτησης, όπως συνάγεται από το γεγονός ότι η αντίστοιχη ρωμαϊκή Επαρχία έφερε το όνομα Μοισία. Στα νότια-νοτιοδυτικά των Μοισών ζούσαν, καλύπτοντας μια εκτεταμένη περιοχή γύρω από τον μέσο ρου του σημερινού ποταμού Μοράβα, οι Τριβαλλοί, ένα ισχυρότατο και φιλοπόλεμο θρακικό (βλ. Στράβων Ζ΄ ΙΙΙ.8, Ζ΄ V.6 και Ζ΄ V.11-12) φύλο, γνωστό από τις πολεμικές επιχειρήσεις του Μ. Αλεξάνδρου στην περιοχή τους. Η καταγωγή των Τριβαλλών, όπως δέχονται σήμερα οι περισσότεροι ειδικοί, είναι αδιαμφισβήτητα Θρακική και όχι Ιλλυρική (βλ. για το θέμα αυτό αμέσως παρακάτω). Μετά τον 4ο αιώνα π.Χ. πιεζόμενοι οι Τριβαλλοί, θα μετακινηθούν ανατολικότερα.
Πριν από την μετακίνησή τους οι Τριβαλλοί ήσαν οι δυτικοί γείτονες δύο άλλων θρακικών φύλων, τα οποία θα αφομοιώσουν και θα εξαφανίσουν. Τα φύλα αυτά ήσαν οι Τρήρες και οι Τιλαταίοι, εγκατεστημένα στην περιοχή βορείως του σημερινού όρους Βίτοσα (κοντά στην Σόφια). Στην περιοχή αυτών των δύο φύλων θα εγκατασταθούν αργότερα οι Σέρδοι, φύλο μάλλον κελτικής (γαλατικής) καταγωγής, το οποίο θα δώσει το όνομά του στην περιοχή (Σερδική).
Νοτιοανατολικά των Τριβαλλών, μεταξύ των πηγών του Μοράβα και του Στρυμόνα ήσαν εγκατεστημένοι οι Αγριάνες και οι γείτονές τους Λαιαίοι, οι οποίοι, σύμφωνα με νεώτερες απόψεις, θεωρούνται πλέον ως Παίονες.
Θα πρέπει ίσως στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να εμφανίζεται συχνά μια νέα άποψη με ισχυρή επιχειρηματολογία (βλ. τις θέσεις του Σέρβου αρχαιολόγου του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου Ντραγκοσλάβ Σρέγιοβιτς - Dragoslav Srejović: The Illyrians and the Thracians-Malta 1998), σύμφωνα με την οποία τα φύλα των κεντρικών περιοχών της χερσονήσου του Αίμου Παίονες, Τριβαλλοί, Δάρδανοι κ.λ.π. δεν ανήκαν ούτε στους Θράκες ούτε στους Ιλλυριούς. Τα φύλα αυτά αποτελούσαν μια ιδιαίτερη αυτοτελή ομάδα Παλαιο-Βαλκανικών λαών, που κατείχαν τις περιοχές μεταξύ Θρακών και Ιλλυριών, με αποτέλεσμα να αποτραπεί οποιαδήποτε στενότερη πολιτιστική επαφή, αλλά και ουσιαστική πολιτική συνεργασία μεταξύ των δύο τελευταίων.
Η θεωρία αυτή κερδίζει σήμερα έδαφος και αν αποδειχθεί οριστικά θα θέσει τέρμα στις διενέξεις του παρελθόντος, που θεωρούσαν τα φύλα των κεντρικών περιοχών άλλοτε Θράκες, άλλοτε Ιλλυριούς και άλλοτε Φρύγες, παρ’ όλο που το φρυγικό στοιχείο αναμφισβήτητα συμμετείχε στην διαμόρφωση των φύλων που ήσαν εγκατεστημένα στις κεντρικές περιοχές της χερσονήσου του Αίμου (βλ. Χάρτη 2).
Νοτιότερα, ήσαν εγκατεστημένα τα θρακικά φύλα των Δανθαλητών (στην περιοχή των δυτικών πηγών του Στρυμόνα), των Μαίδων (στον μέσο ρου του Στρυμόνα) και των Βέσσων (ανατολικά των Μαίδων, στις βόρειες παρυφές της Ροδόπης). Υπενθυμίζουμε με την ευκαιρία ότι ο περίφημος μονομάχος Σπάρτακος, η επανάσταση του οποίου συγκλόνισε την αρχαία Ρώμη, ανήκε στο φύλο των Μαίδων. Ο Στράβων περιγράφει αυτά τα φύλα ως ιδιαίτερα ληστρικά (Ζ΄ V.12) και ειδικά τους Βέσσους, για τους οποίους αναφέρει ότι «…αποκαλούνται ληστές από τους ληστές…»! Για τους Μαίδους πρέπει να αναφέρουμε ότι κάποια τμήματά τους πρέπει να έλαβαν μέρος στην Φρυγική μετανάστευση προς την Μ. Ασία, όπου τελικά εγκαταστάθηκαν και έγιναν γνωστά με το όνομα Μαιδοβιθυνοί, ίσως επειδή συμμετείχαν στην εισβολή των Θρακο-Φρυγικών φύλων μαζί με τους Βιθυνούς ή το πιθανότερο επειδή ήσαν συγγενικό τους φύλο.

Χάρτης 2. Τα φύλα των κεντρικών περιοχών
της Χερσονήσου του Αίμου

Γείτονες των Μαίδων στην περιοχή του κεντρικού Στρυμόνα, ήσαν οι Σιντοί, για τους οποίους δεν γνωρίζουμε αν ταυτίζονται ή συγγενεύουν με τους Σίντιες, που μνημονεύει ο Όμηρος (Ιλιάς, Α 593-4) ως κατοίκους της Λήμνου.
Ακόμη πιο νότια, στις περιοχές της σημερινής ανατολικής Μακεδονίας, ζούσαν τα φύλα των Ηδωνών, των Βισαλτών, των Μυγδόνων, και των Οδομάντων, τα οποία παλαιότερα θεωρούντο ως θρακικά φύλα, ενώ σήμερα δεχόμαστε φρυγική καταγωγή. Γνήσια θρακικά φύλα της περιοχής ήσαν οι Κρηστωναίοι, οι Δερσαίοι (Βλ. λήμμα Δέρρωνες, στο "Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου") και τέλος οι Σάϊοι. Για τους τελευταίους πρέπει να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με τον Στράβωνα (Ι΄ ΙΙ.17) , ζούσαν στην αρχαϊκή εποχή στο νησί της Σαμοθράκης, ενώ παρακάτω (ΙΒ΄ ΙΙΙ. 20), τους τοποθετεί στην ίδια ομάδα με τους Σίντιες, τους Σιντούς και τούς Σαπαίους. Πάντως, οι σύγχρονοι ερευνητές, τους τοποθετούν απέναντι από την Θάσο (βλ. C.A.H. Vol. III part 2, σελ. 602).
Ανατολικά του Νέστου και μέχρι τις εκβολές του Έβρου, ολόκληρη η θρακική παραλία του Αιγαίου ήταν η περιοχή εγκατάστασης των Βιστόνων, οι οποίοι θεωρούνται επίσης φρυγικής καταγωγής και ανατολικότερα, του περίφημου θρακικού φύλου των Κικόνων, οι οποίοι όπως προαναφέραμε, μνημονεύονται στα ομηρικά έπη.
Στα βόρεια αυτών των φύλων, στο εσωτερικό, ζούσαν οι Τραυσοί και οι Σαππαίοι, ενώ ακόμη βορειότερα ήταν εγκατεστημένο το πλέον εκπολιτισμένο και ισχυρό φύλο των Θρακών, οι Οδρύσες, με κέντρο τους την περιοχή του ποταμού Άρδα (παραπόταμος του Έβρου). Τέλος, ανατολικά των Οδρυσών, στα παράλια του Ευξείνου, ήσαν οι περιοχές των Θυνών και βορειότερα, των Νιψαίων.
Οι Οδρύσες, μνημονευόμενοι και από τον Ηρόδοτο (Δ΄ 92), θα ιδρύσουν από τον 5ο αιώνα π.Χ., ίσως και παλαιότερα, ένα οργανωμένο κράτος που θα αποκτήσει στην διάρκεια του 4ου αιώνα π.Χ. μεγάλη ισχύ και έκταση. Με τις εκστρατείες του Φιλίππου Β΄ και του Μ. Αλεξάνδρου στην περιοχή, το κράτος των Οδρυσών θα καταλυθεί και θα υπαχθεί στο Βασίλειο της Μακεδονίας.
Μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) η διοίκηση της Θράκης θα περιέλθει στον Λυσίμαχο, ο οποίος το 306 π.Χ. θα αυτοανακηρυχθεί βασιλεύς της Θράκης. Το 313 π.Χ. ο Λυσίμαχος θα καταστείλει μια εξέγερση Οδρυσών, Γετών, Σκυθών της Δοβρουτσάς και ελληνικών αποικιών των παραλίων του Ευξείνου, επικεφαλής της οποίας είχε τεθεί ο Σεύθης, από τον βασιλικό οίκο των Οδρυσών.
Προς αποφυγή και άλλων στασιαστικών κινήσεων παραχωρήθηκε εικονική ανεξαρτησία σε ένα τμήμα της Θράκης και ο Σεύθης ΙΙΙ αναγνωρίσθηκε ως βασιλεύς της προς το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. Περίφημη θα γίνει η πρωτεύουσά του, η Σευθόπολις (κοντά στο σημερ. Καζανλίκ της Βουλγαρίας), την οποία σχεδίασε και ανοικοδόμησε κατά το πρότυπο των ελληνιστικών πόλεων της εποχής (βλ. R. F. Hoddinott: Οι Θράκες - Αθήνα 2001 σελ. 210-211).

Αργυρό τετράδραχμο Λυσιμάχου

Τον Λυσίμαχο, μετά τον θάνατό του στην μάχη του Κουρουπεδίου (281 π.Χ.), θα διαδεχθεί ο γιoς του Πτολεμαίου Α΄ της Αιγύπτου, Πτολεμαίος Κεραυνός, αλλά ήδη από το 298 π.Χ. είχαν αρχίσει οι γαλατικές επιδρομές στην περιοχή (βλ. λεπτομέρειες στο λήμμα Σκορδίσκοι, "Λεξικό" ό.π. ). Ο Πτολεμαίος Κεραυνός στην προσπάθειά του να ανακόψει μια γαλατική στρατιά με επικεφαλής τον Βόλγιο θα χάσει την ζωή του στην μάχη το 280 π.Χ. και οι Γαλάτες θα εισβάλουν στην Μακεδονία καίγοντας και λεηλατώντας. Οι Γαλάτες εισβολείς στην Θράκη κατέλυσαν μεταξύ 279 και 277 π.Χ. το Βασίλειο των Οδρυσών. Η πρωτεύουσά του Σευθόπολις λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε (βλ. για τα παραπάνω στο Barry Cunliffe: The Ancient Celts – “Penguin Books” London 1999). Τελικώς θα ιδρύσουν το Βασίλειο της Τύλιδος (στην περιοχή γύρω από την σημερ. Αδριανούπολη) του οποίου αγνοούμε την ακριβή τοποθεσία της πρωτεύουσάς του, της Τύλιδος, για την οποία υπάρχει μια αόριστη αναφορά στον Στέφανο Βυζάντιο: «…πόλις Θράκης του Αίμου πλησίον…».
 
Χάρτης 3. Κελτικές (γαλατικές) εισβολές στην Ελληνική Χερσόνησο

Πρώτος βασιλεύς και ιδρυτής του ήταν ο Κομοντόριος. Το κράτος της Τύλιδος που θα παρενοχλεί συχνά με επιδρομές τις ελληνικές αποικίες των παραλίων (Απολλωνία, Αγχίαλο, Μεσημβρία και κυρίως το Βυζάντιο) θα διατηρηθεί για περίπου 60 χρόνια, μέχρι το 218 π.Χ. (ή το 212 π.Χ. σύμφωνα με την C.A.H. Vol. VII part 1 σελ. 423 και The ancient Celts ό.π. σελ. 82 ή το 193 π.Χ. σύμφωνα με άλλους ερευνητές - βλ. P. B. Ellis: The Celtic Empire, London 1990 σελ. 78), όταν ο τελευταίος ικανός βασιλιάς του Καύαρος, θα ανατραπεί μετά από μια γενικευμένη εξέγερση των Θρακών (βλ. R. F. Hoddinot: Οι Θράκες – «Οδυσσέας» Αθήνα 2001, σελ. 218). Με την εκδίωξη των Γαλατών, θα ανασυσταθεί το θρακικό βασίλειο με ιθαγενή δυναστεία, αλλά υπό την επικυριαρχία των Μακεδόνων και του βασιλέα τους Φιλίππου Ε΄. Το 179 π.Χ. ο βασιλεύς των Θρακών Κότυς II θα συμμαχήσει με τον τελευταίο βασιλέα της Μακεδονίας Περσέα, αλλά μετά την ήττα τους στην μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.), ο Κότυς II θα αναγνωρίσει την επικυριαρχία των Ρωμαίων.
Τελευταίος βασιλεύς των Θρακών, με πρωτεύουσα την Βιζύη, υπήρξε ο Ροιμητάλκης ΙΙΙ (ο γιός του Κότυ VIII και της Αντωνίας Τρύφαινας, κόρης της Πυθοδωρίδος. Βλ. λήμμα Κόλχοι, στο "Λεξικό" ό.π.), ο οποίος ορίστηκε από τους Ρωμαίους ως ηγεμόνας όλης της Θράκης το 38 μ.Χ. ως ανταμοιβή για την βοήθειά του στην καταστολή μιας εκτεταμένης εξέγερσης. Μετά την δολοφονία του (45 μ.Χ.), η Θράκη θα μετατραπεί σε ρωμαϊκή επαρχία το 46 μ.Χ. (βλ. R. F. Hoddinott: Οι Θράκες – ό.π. σελ. 224-225). Κατά την διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας και ιδιαίτερα κατά τον 2ο και 3ο αιώνα μ.Χ. οι Θράκες θα εξελληνισθούν πλήρως.
Ως προς την γλώσσα των Θρακών τώρα, οι γνώσεις μας είναι πολύ περιορισμένες, αφού ελάχιστα υπολείμματα διασώθηκαν μέχρι σήμερα. Οι λίγες λέξεις που διασώθηκαν αποτελούν δυστυχώς, ένα ανεπαρκές υλικό.
Αποτελεί πάντως τραγική ειρωνεία της Ιστορίας, το γεγονός ότι ο πολυπληθέστερος λαός της γης μετά τους Ινδούς, κατά τον Ηρόδοτο, δεν άφησε σύγχρονους απογόνους, που να μιλούν αυτήν την γλώσσα. Έτσι σήμερα περιοριζόμαστε στην ύπαρξη δύο επιγραφών με αμφίβολη ερμηνεία και σε κάποιες λέξεις, κυρίως φυτών (χάρη στο γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τους Θράκες αξεπέραστους στην Βοτανοθεραπεία), προσωπικών ονομάτων και γεωγραφικών τοποθεσιών.
Οι Θράκες χρησιμοποιούσαν το ελληνικό αλφάβητο από τον 5ο αιώνα π.Χ. όπως προκύπτει από τα μέχρι σήμερα υπάρχοντα στοιχεία και ειδικότερα την Αττική-Ιωνική παραλλαγή του (βλ. Srejović 1998, σελ. 47).
Περίφημη είναι η λεγόμενη επιγραφή του Εζέροβο (Ezerovo, κοντά στην σημερινή πόλη Βάρνα της Βουλγαρίας), χαραγμένη επάνω σε ένα χρυσό δαχτυλίδι, σε θρακική γλώσσα με ελληνικούς χαρακτήρες (βλ. Εικόνα), η οποία παραμένει χωρίς ερμηνεία γενικής αποδοχής.

Η επιγραφή του Εζέροβο (5ος αιώνας π.Χ.)
Το δαχτυλίδι του Εζέροβο

Από την μελέτη αυτού του, έστω ελαχίστου, υπάρχοντος υλικού, οι Γλωσσολόγοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Θρακική ανήκει στην οικογένεια των Αριοευρωπαϊκών γλωσσών και μάλιστα στην Ανατολική ομάδα, στην λεγόμενη ομάδα satem, όπου κατατάσσονται επίσης οι Σλαβικές, οι Ιρανικές (Περσική, Κουρδική, Αφγανική) και οι Ινδικές γλώσσες (η προγονική Σανσκριτική και οι σύγχρονες Hindi, Bengali, Punjabi, Urdu κ.λ.π.).
Υπενθυμίζουμε ότι η Ελληνική και η Φρυγική ανήκουν στην Δυτική ομάδα centum, όπως και οι Κελτικές, οι Ιταλικές (αρχαίες: Λατινο-Φαλισκική, Οσκο-Ουμβρική, Πικεντική και σύγχρονες Ρωμανικές-Λατινογενείς: Ιταλική, Ισπανική, Γαλλική κ.λ.π.) και Τευτονικές (Γερμανική, Αγγλική, Ολλανδική, Σκανδιναβικές) γλώσσες.
Για την Δακική ή Δακομοισική γλώσσα έχουμε ακόμη λιγότερα στοιχεία με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να συμπεράνουμε οριστικά εάν επρόκειτο για αυτοτελή γλώσσα ή αποτελούσε διάλεκτο της Θρακικής. Οι νεώτερες πάντως απόψεις τείνουν να τις θεωρούν ως δύο διαφορετικές γλώσσες (βλ. Χάρτη 4), στενά συγγενείς, που ανήκαν όμως στην ίδια ομάδα (Θρακο-Δακική).

Χάρτης 4. Γλωσσολογικά όρια μεταξύ Θρακικής και Δακικής

Η Θρακική θα εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται ως μητρική γλώσσα σε ορισμένες δυσπρόσιτες περιοχές της Θράκης από τα μέλη κάποιων ιθαγενών πληθυσμών σε απαμακρυσμένες περιοχές μέχρι τα μέσα περίπου του 6ου αιώνα μ.Χ. (βλ. Srejović 1998, ό.π. σελ. 48).

Χάρτης 5. Πολιτισμός Έζερο

Κλείνοντας, θεωρούμε χρήσιμη την αναφορά στον σημαντικό αρχαιολογικό «πολιτισμό» της Πρώϊμης Εποχής του Ορειχάλκου (περίπου 3300-2700 π.Χ.), ο οποίος εξαπλώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της θρακικής πεδιάδας (βλ. Χάρτη 5), και είναι γνωστός ως πολιτισμός Έζερο (Ezero culture). Η ονομασία του προέρχεται από την ομώνυμη θέση κοντά στην πόλη Νόβα Ζαγκόρα της σημερινής κεντρικής Βουλγαρίας, με σημαντικούς τύμβους (=τεχνητοί γήλοφοι, τελλ), οι οποίοι δημιουργήθηκαν από τους διαδοχικούς οικισμούς, που ξεκινούν από την Νεολιθική Εποχή. Γύρω στο 3700 π.Χ. οι οικισμοί εγκαταλείπονται και η περιοχή θα ξανακατοικηθεί μετά από 400 χρόνια περίπου (γύρω στο 3300 π.Χ) από τους δημιουργούς του πολιτισμού Έζερο.
Η Κεραμική του Έζερο εμφανίζει σημαντικές ομοιότητες με την Κεραμική της Τροίας, γεγονός που οδήγησε πολλούς ερευνητές να υποστηρίξουν ότι ο πολιτισμός του Έζερο προήλθε από την ανάμειξη τοπικών νεολιθικών πληθυσμών με φύλα προερχόμενα από την Ποντική στέππα, δηλ. Αριοευρωπαϊκά φύλα.
Η ιδιαίτερη σημασία του πολιτισμού Έζερο έγκειται στο ότι αποτελεί τον πιθανότερο πολιτιστικό και ανθρωπολογικό συνδετικό κρίκο μεταξύ των στεππών της σημερινής νότιας Ρωσσίας και Ουκρανίας (Ποντική στέππα), της Χερσονήσου του Αίμου και της Μικράς Ασίας, όπου θα καταλήξουν οι πρώτοι Αριοευρωπαίοι εισβολείς, μια μετακίνηση που θα επαναληφθεί αποδεδειγμένα και αργότερα, γύρω στο 2300 π.Χ. με την εισβολή των Λουβικών φύλων στην δυτική Μ. Ασία (βλ. λήμμα Λούβιοι στο "Λεξικό" ό.π.).

Δ.Ε.Ε.