Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Εκδήλωση μνήμης ηρώων Μακεδονομάχων κατοίκων Μεσημερίου


ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΕΛΛΑΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΝΤΥΠΩΝ & ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ
Διοικητήριο Έδεσσας 58200 Έδεσσα
Τ: (23813) 51204 F: (23813) 51239
pepellas1@gmail.com

Ενημερωτικό Δελτίο

Εκδήλωση μνήμης ηρώων Μακεδονομάχων κατοίκων Μεσημερίου

Την Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014, η Περιφερειακή Ενότητα Πέλλας, ο Δήμος Έδεσσας και ο Σύλλογος Απογόνων Μακεδονομάχων Εδέσσης-Αλμωπίας «Ο Παύλος Μελάς», συνδιοργανώνουν εκδήλωση μνήμης και μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των επτά ηρώων Μακεδονομάχων κατοίκων Μεσημερίου που δολοφονήθηκαν σε ενέδρα στις 2 Φεβρουαρίου 1905 από Βούλγαρους Κομιτατζήδες.

Το μνημόσυνο θα τελεσθεί στις 10.00 π.μ. στον Ιερό Ναό Αγίων Αναργύρων της Τοπικής Κοινότητας Μεσημερίου από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Εδέσσης-Πέλλης και Αλμωπίας κκ. Ιωήλ. Το ιστορικό της ημέρας θα αναπτύξει ο συγγραφέας-ερευνητής κ. Δημήτριος Ευαγγελίδης. Θα ακολουθήσει κατάθεση στεφανιών στο μνημείο της Κοινότητας.

Ο Αντιπεριφερειάρχης Πέλλας κ. Θεόδωρος Θεοδωρίδης καλεί τους εκπροσώπους των τοπικών αρχών και φορέων και τους πολίτες της Π.Ε. Πέλλας και της ευρύτερης περιοχής να τιμήσουν με την παρουσία τους την εκδήλωση.  



Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Βάκτριοι ή Βακτριανοί (Bactrians)

Το ελληνιστικό 
Βασίλειο της Βακτριανής

Από το βιβλίο του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη "Λεξικό των Λαών του αρχαίου κόσμου" ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ - Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 940


Βάκτριοι ή Βακτριανοί (Bactrians): Οι ιρανικής καταγωγής (βλ. λήμμα Ιρανοί) κάτοικοι της Βακτρίας ή Βακτριανής (αρχ. περσ. Bakhtrish, Λατιν. Bactria, Κινεζ. Ta-Hsia), της εξαιρετικά εύφορης και πολυπληθούς στην αρχαιότητα περιοχής της Κεντρικής Ασίας, βορείως της οροσειράς του Ινδοκούχου (Hindokush)*, που την διέσχιζε ο ποταμός Ώξος, (σημερ. Amu-Darya, ένας από τους μεγαλύτερους και σημαντικότερους ποταμούς της κεντρικής Ασίας).

__________________________________
(*) Ο εντυπωσιακός, αλλά και εξαιρετικά δυσπρόσιτος ορεινός όγκος του Ινδοκούχου, προκαλούσε ανέκαθεν το δέος όσων τον αντίκριζαν. Οι δυσκολίες και τα εμπόδια της διάβασής του αντικατοπτρίζονται πλήρως στην ονομασία του, με την οποία αναφέρεται στην Αβέστα (Avesta), το ιερό βιβλίο των αρχαίων Ιρανικών λαών (βλ. λήμμα Ιρανοί): Pairi Uparisaena, «υψηλότερο του (πετάγματος του) αετού. Από την παραφθορά αυτής της ονομασίας προέκυψε η ονομασία Παροπάμισος, που αναφέρεται στις αρχαιοελληνικές πηγές (βλ. Richard N. Frye, 1996 - σελ. 21), παράλληλα με την ονομασία (Ινδικός) Καύκασος (Αρριανός, Γ΄ 28. 8).

Στην πλούσια και πολυάνθρωπη αυτήν χώρα, πιθανότατα παρέμεινε και δίδαξε για μεγάλο χρονικό διάστημα ο ιδρυτής της θρησκείας του Ζωροαστρισμού, ο Ζαρατούστρα (Zarathustra) ή Ζωροάστρης (βλ. Richard N. Frye: The Heritage of Central Asia, 1996 - σελ. 68). Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς διέσωσαν αρκετές πληροφορίες για την σπουδαία αυτήν περιοχή, αλλά αξιόπιστες και σημαντικές θεωρούνται κυρίως οι αναφορές του Αρριανού (Ανάβασις Γ΄ 29 και Δ΄ 7) και του Στράβωνος (ΙΑ΄VIII. 9 και ΧΙ. 1-5).
Ο Ηρόδοτος μνημονεύει σε αρκετές περιπτώσεις την Βακτρία και τους κατοίκους της (Α΄ 153, Γ΄ 92, Δ΄ 204, Ζ΄ 64-66, Η΄113 και Θ΄113), αλλά χωρίς να προσφέρει αξιόλογα ή ουσιαστικά στοιχεία για την χώρα. Αντίθετα, ενδιαφέρουσες θεωρούνται οι πληροφορίες του Στράβωνος, για την ίδια την χώρα, την πρωτεύουσά της Βάκτρα - Ζαριάσπα (Ζαρίασπα στον Στέφανο Βυζάντιο) και τα βάρβαρα έθιμά τους, που κατήργησε ο Μέγας Αλέξανδρος όταν κατέλαβε την περιοχή, όπως τονίζει ο Στράβων (ΙΑ΄ ΧΙ. 3). 
Χρήσιμη ίσως στο σημείο αυτό είναι η διευκρίνιση ότι το όνομα Ζαρίασπα αναφερόταν ειδικότερα στην ακρόπολη, ενώ το όνομα Βάκτρα (που το πήρε από τον γειτονικό ομώνυμο ποταμό) προσδιόριζε ολόκληρη την πόλη, η οποία στην εποχή των Αχαιμενιδών ήταν όχι μόνο πρωτεύουσα της Βακτρίας, αλλά και ολόκληρης της Ανατολής, δηλ. του ανατολικού τμήματος της περσικής αυτοκρατορίας (η ακμαία μεσαιωνική πόλη ΜπαλχBalkh, κοντά στην σημερινή πόλη του βόρειου Αφγανιστάν Μαζάρ-ι-Σαρίφ, Mazar-i-Sharif).
Θα πρέπει επίσης να διευκρινίσουμε ότι τα όρια της χώρας δεν ήσαν σταθερά και αυστηρά καθορισμένα, αλλά κατά περιόδους επεκτείνονταν και σε γειτονικές περιοχές, ενώ σε άλλες εποχές περιορίζονταν. Ο Στράβων για παράδειγμα υποστήριζε (ΙΑ΄ ΧΙ. 2) ότι ο Ώξος αποτελούσε το σύνορο της Βακτρίας από την βορειοανατολικότερη επαρχία της Περσικής αυτοκρατορίας, την Σογδιανή και ότι ο βορειότερα ευρισκόμενος Ιαξάρτης (σημερ. Syr-Darya), χώριζε τους Σογδιανούς από τους νομάδες (Σάκες). Φαίνεται όμως ότι τον βασικό πυρήνα της χώρας προσδιόριζαν τα γεωγραφικά όρια που αναφέραμε στην αρχή του λήμματος, αν και θα πρέπει να σημειώσουμε ότι σε όλη την διάρκεια της Δυναστείας των Αχαιμενιδών, η γειτονική επαρχία της Μαργιανής (η περιοχή της σημαντικής όασης Μερβ-Merv, σημερ. Mary, μεταξύ Κασπίας και Ώξου), ανήκε διοικητικά στην Βακτρία, από την εποχή της κατάκτησής της από τον Κύρο τον Μέγα (βλ. C.A.H. Vol. IV σελ. 171).
Οι Βακτριανοί είχαν δική τους γλώσσα, η οποία ανήκε στην ανατολική ομάδα των Ιρανικών γλωσσών. Είναι ελάχιστα γνωστή και μόνον στην μορφή που είχε στην διάρκεια του λεγομένου Μέσου σταδίου των Ιρανικών γλωσσών. Αυτό το στάδιο για την Βακτριανή γλώσσα προσδιορίζεται μεταξύ 300 π.Χ. και 400 μ.Χ.
Τα ψήγματα γνώσεων που διαθέτουμε για την Μέση Βακτριανή, προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από μία και μοναδική επιγραφή, η οποία ανακαλύφθηκε στο σημερινό βόρειο Αφγανιστάν. Αποτελείται από 25 σειρές, γραμμένες στο ελληνικό αλφάβητο και χρονολογείται από τον 2ο αιώνα π.Χ. όταν η περιοχή αποτελούσε τμήμα της περίφημης αυτοκρατορίας των Κουσάν (Kushan, Kusana).
Η Βακτριανή γλώσσα εξαφανίσθηκε σε σύντομο σχετικά διάστημα, μετά την κατάκτηση της χώρας από τους Σασσανίδες αυτοκράτορες της Περσίας, γύρω στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. Η Μέση Περσική θα διαδοθεί στην Βακτρία και θα εκτοπίσει βαθμιαία την Βακτριανή γλώσσα, γεγονός που θα οριστικοποιηθεί μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Άραβες τον 7ο αιώνα μ.Χ. (βλ. Frye, Richard N.   1996 - σελ. 147-149).
Ο πρώτος ξένος κατακτητής της Βακτρίας ήταν ο ιδρυτής και δημιουργός της αχανούς Περσικής αυτοκρατορίας, ο Κύρος ΙΙ (550-530/529 π.Χ.), ο οποίος είναι γνωστός και ως Κύρος ο Μέγας. Ο Κύρος ΙΙ θα κατακτήσει τις γύρω περιοχές, αλλά θα χάσει την ζωή του σε μια μάχη εναντίον των Μασσαγετών, ενός ανυπότακτου και πολεμοχαρούς φύλου που απειλούσε τα βορειοανατολικά σύνορα της Περσικής αυτοκρατορίας.
Στην διάρκεια της βασιλείας του διαδόχου του Κύρου, Καμβύση ΙΙ (529-522 π.Χ.), γνωρίζουμε ότι κυβερνήτης της Βακτρίας (σατράπης, αρχ. περσ. khshathrapavan = προστάτης του βασιλείου) ήταν ο Ντανταρσσί (βλ. Olmstead, 1948 σελ. 192). Ο Ντανταρσσί (Dadarshish) μαζί με τον Βιβάνα (Vivana) της Αραχωσίας, ήσαν οι μοναδικοί σατράπες που θα στηρίξουν τον επόμενο αυτοκράτορα, τον γνωστό από την εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδος «Μέγα Βασιλέα» Δαρείο Ι (522-486 π.Χ.), στην διάρκεια της γενικευμένης εξέγερσης των υποτελών λαών που σημειώθηκε όταν ο Δαρείος Ι κατέλαβε τον θρόνο των Αχαιμενιδών.
Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ορίσθηκε σατράπης της Βακτρίας ο Υστάσπης (Vishtashpa), ο άλλος γιος του Δαρείου και αδελφός του νέου αυτοκράτορα, Ξέρξη (486-465 π.Χ.), τον οποίο αναφέρει ο Ηρόδοτος ως σατράπη της Βακτρίας στην διάρκεια της εκστρατείας του Ξέρξη εναντίον της Ελλάδος (480-479 π.Χ.), αλλά γνωρίζουμε ότι προηγουμένως, το 500/499 π.Χ. σατράπης της Βακτρίας ήταν κάποιος “Irdabanush”, πρόσωπο που πιθανόν ταυτίζεται με τον «Αρτάβανο», έναν επαναστάτη στρατηγό της Βακτρίας, τον οποίο νίκησε αργότερα σε μια αποφασιστική μάχη ο Αρταξέρξης Ι (465-424 π.Χ.). Είναι επίσης γνωστό ότι κατά την έναρξη της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου εναντίον της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, σατράπης της Βακτρίας ήταν ο Βήσσος, ο οποίος θα πολεμήσει επικεφαλής του περίφημου βακτριανού ιππικού στην αποφασιστική μάχη των Γαυγαμήλων (1η Οκτωβρίου 331 π.Χ.), που έκρινε οριστικά την τύχη της Περσικής αυτοκρατορίας. Ο Βήσσος, αφού δολοφονήσει τον τελευταίο Πέρση αυτοκράτορα Δαρείο ΙΙΙ τον Κοδομμανό (336-330 π.Χ.), θα αυτοανακηρυχθεί κληρονόμος του θρόνου και των υπολειμμάτων της αυτοκρατορίας, με το όνομα Αρταξέρξης IV, αλλά μετά την άφιξη του Μ. Αλεξάνδρου στην Βακτρία και την επιτυχή διαπεραίωση του ποταμού Ώξου (καλοκαίρι του 329 π.Χ.), οι σύμμαχοι και υποστηρικτές του Βήσσου αποθαρρημένοι, θα τον παραδώσουν στον Μακεδόνα στρατηλάτη. Ο Μ. Αλέξανδρος θα αναχωρήσει από την Βακτρία (όπου δεν θα επιστρέψει ποτέ) για την Ινδική εκστρατεία, την άνοιξη του 327 π.Χ. έχοντας εγκαταστήσει ως νέο σατράπη της χώρας τον Μακεδόνα Αμύντα, τον οποίον θα ενισχύσει με ένα ισχυρό στράτευμα 10.000 πεζών και 3.500 ιππέων.
Μετά την ανταρσία των νοτίων Ελλήνων μισθοφόρων στην Βακτρία το 326 π.Χ. και τον θάνατο του Αμύντα, ο Μ. Αλέξανδρος θα τοποθετήσει νέο σατράπη τον Μακεδόνα Φίλιππο, στον οποίο θα αναθέσει και την διοίκηση της Σογδιανής, αξίωμα που θα διατηρήσει ο Φίλιππος (Διόδωρος ΧVΙΙΙ. 1) και στην αναδιανομή των Σατραπειών από τον «αντιβασιλέα» Περδίκκα, μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου (10 Ιουνίου 323 π.Χ.).
Μια νέα εκτεταμένη εξέγερση των Ελλήνων αποίκων και μισθοφόρων της Βακτρίας θα συντριβεί και μετά την δολοφονία του Περδίκκα (321 π.Χ.) και την συμφωνία του Τριπαράδεισου (320 π.Χ.) μεταξύ των Επιγόνων, νέος σατράπης της Βακτρίας θα ορισθεί ο Στασάνωρ, από τους Σόλους της Κύπρου. 
Η εκστρατεία του Σελεύκου Α΄ (308 - 281 π.Χ.) στην Ανατολή (Διόδωρος ΧΙΧ 92.5), που κράτησε πέντε χρόνια (307-302 π.Χ.), θα εδραιώσει την υπαγωγή της Βακτρίας στην απέραντη αυτοκρατορία των Σελευκιδών. Ο Σέλευκος Α΄ ήλθε πιθανότατα σε σύγκρουση με τον Στασάνορα, για την τύχη του οποίου δεν γνωρίζουμε τίποτε, όπως δεν γνωρίζουμε και το όνομα του αντικαταστάτη του (H. Sidky: The Greek Kingdom of Bactria, New York 2000 - σελ. 117).
Εκτεταμένες εισβολές νομάδων στις ανατολικές επαρχίες του Βασιλείου του και ο κίνδυνος να απωλεσθούν, θα υποχρεώσουν τον Σέλευκο Α΄ να λάβει δραστικά μέτρα, ένα από τα οποία ήταν η ανάθεση της διοίκησής τους στον γιο του Αντίοχο από την Σογδιανή (βλ. Σόγδοι) σύζυγό του Απάμα, τον μελλοντικό Αντίοχο Α΄ (281-261 π.Χ.), ο οποίος ως αντιβασιλεύς της Ανατολής, θα εγκατασταθεί στην Βακτριανή όπου θα παραμείνει για τρία χρόνια περίπου (293-290 π.Χ.), έχοντας ως έδρα του την πρωτεύουσα Βάκτρα-Ζαρίασπα.
Είναι πάντως γεγονός ότι υπήρξε έντονο ενδιαφέρον από τους πρώτους Σελευκίδες Βασιλείς για τις ανατολικές επαρχίες και ιδιαίτερα για την Βακτρία. Η εγκατάσταση αποίκων από την Ελλάδα, την Μακεδονία, την Μ. Ασία, αλλά και την Θράκη ενθαρρύνθηκε με κάθε τρόπο, με αποτέλεσμα να ιδρυθούν πολλές νέες πόλεις με σαφέστατο ελληνιστικό χαρακτήρα και να ανέλθει σημαντικά το πολιτιστικό επίπεδο πολλών περιοχών. Μία από αυτές ήταν και η ελληνιστική πόλη που ανακαλύφθηκε το 1965 στο Άϊ Χανούμ (Ay Khanum = Η κυρά - Σελήνη, στην τοπική διάλεκτο), κοντά στην συμβολή των ποταμών Ώξου και Κόκτσα (Kokcha), στα σημερινά σύνορα βορείου Αφγανιστάν και Τατζικιστάν.
 Τα εκπληκτικά ευρήματα που ήλθαν στο φως με τις ανασκαφές της Γαλλικής αποστολής (1965-1978), την οποία συνέχισε ο ελληνικής καταγωγής Σοβιετικός αρχαιολόγος Βίκτωρ Σαρηγιαννίδης, απεκάλυψαν μια καθαρά ελληνική πόλη με ανάλογα δημόσια οικοδομήματα, ναούς, γυμναστήριο (Γυμνάσιον) και ένα τεράστιο σε χωρητικότητα θέατρο, ελάχιστα μικρότερο από της Επιδαύρου (βλ. Christian D. 1998, σελ. 171), όπου διάβαζαν Όμηρο και παίζονταν τραγωδίες του Σοφοκλή και του Ευριπίδη (βλ. Sidky ό.π. σελ. 131) και όπου οι αυτόχθονες συμβίωναν αρμονικότατα με τους Έλληνες αποίκους.
Η πολιτική των Σελευκιδών θα ευδοκιμήσει σε μεγάλο βαθμό και η χώρα θα απολαύσει μια μακρά περίοδο ειρήνης και ευημερίας, με αποτέλεσμα να συρρεύσει, κυρίως στην Βακτρία, πλήθος αξιωματούχων, στρατιωτικών, εμπόρων, φιλοσόφων (όπως ο μαθητής του Αριστοτέλη Κλέαρχος), ταξιδιωτών, αλλά και απλών ανθρώπων που αναζητούσαν μια καλύτερη τύχη. Αυτή συρροή ελληνικού στοιχείου ερμηνεύει βέβαια σε μεγάλο βαθμό και τις εξελίξεις που σημειώθηκαν στην Βακτρία και στην ευρύτερη περιοχή τους επόμενους αιώνες.
Ο γιος του Αντιόχου Α΄ και διάδοχός του, που θα ανέλθει στον θρόνο των Σελευκιδών μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Αντίοχος Β΄ (261-247/246 π.Χ.), θα εμπλακεί με την σειρά του στους εμφυλίους πολέμους των Διαδόχων και θα παραμελήσει τις ανατολικές επαρχίες.
Το έτος 246 π.Χ. αποτελεί σημείο καμπής για το Βασίλειο των Σελευκιδών, αν κρίνουμε από τα γεγονότα που σημειώθηκαν τότε. Έτσι, εκτός από το θάνατο του Αντιόχου Β΄ και την έκρηξη του καταστρεπτικού Γ΄ Συριακού Πολέμου, την χρονιά αυτή θα αποσπασθεί η πυκνά αποικισμένη με Έλληνες, περιοχή της Βακτρίας (Βλ. παραπάνω Χάρτη), μετά από ενέργειες του σατράπη της, Διοδότου.
Μερικά χρόνια αργότερα ο Έλλην σατράπης θα διακόψει και τους τελευταίους δεσμούς του με τους Σελευκίδες και θα ανακηρυχθεί βασιλεύς του περίφημου Ελληνιστικού Βασιλείου της Βακτρίας ή Βακτριανής, παίρνοντας τον τίτλο του Βασιλέως (Διόδοτος Α΄, 239/238-228 π.Χ.).

Αργυρό τετράδραχμο Διοδότου Α΄
Βασιλέως της Βακτρίας (239/238-228 π.Χ.)

Το πλέον σημαντικό γεγονός όμως για τις μετέπειτα εξελίξεις, αποτελεί ασφαλώς η ίδρυση το 247/246 π.Χ., του Βασιλείου των Πάρθων, από τους Πάρνους, μια νομαδική Ιρανική φυλή, η οποία παρέμενε επί αιώνες στο περιθώριο της Ιστορίας. Εκτός από κάποιες σύντομες επιδρομές, σε συνεργασία με άλλους πολεμοχαρείς νομαδικούς λαούς (Μασσαγέτες, Σάκες κ.λ.π.), εναντίον της Περσικής αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, οι Πάρνοι ουσιαστικώς δεν θα απομακρυνθούν από την κοιτίδα τους, στα ανατολικά παράλια εδάφη της Κασπίας, μέχρι την οργάνωσή τους κάτω από τη Δυναστεία των Αρσακιδών (βλ. Πίνακα 16). Σύμφωνα με την παράδοση (βλ. Στράβων ΙΑ΄ ΙΧ. 2-3) , γύρω στα μέσα του 3ου  αιώνα π.Χ., ο Αρσάκης (Arsaces, Arshak), ηγεμόνας των Πάρνων (οι οποίοι ανήκαν σε μια ευρύτερη συνομοσπονδία διαφόρων νομαδικών λαών Ιρανικής καταγωγής, γνωστών με την ονομασία Δάαι ή Δάχαι - Dahae), άρχισε τους αγώνες του εναντίον των Σελευκιδών εισβάλλοντας στην επικράτειά τους.
Ο Αρσάκης, επωφελούμενος της αναταραχής που επικρατούσε στο Κράτος των Σελευκιδών, θα εισβάλλει στην Παρθία και θα καταφέρει να εξοντώσει τον Σελευκίδη σατράπη της, Ανδραγόρα. Με τον τρόπο αυτόν, οι Πάρνοι καταλαμβάνουν την περιοχή (247 π.Χ.), όπου εγκαθίστανται πλέον μόνιμα. Το ίδιο έτος ο Αρσάκης στέφεται βασιλεύς της Παρθίας, ιδρύοντας την Δυναστεία των Αρσακιδών. Ταυτόχρονα οι Πάρνοι θα πάρουν το όνομα της χώρας στην οποία εγκαταστάθηκαν και του συγγενικού τους φύλου των Πάρθων, το οποίο εσήμαινε «εξόριστοι».
Σύντομα θα προσαρτήσουν και τις γειτονικές περιοχές της Υρκανίας και της Χωρηνής, με τη βοήθεια του νέου βασιλέα της Βακτριανής, γιου και διαδόχου του Διοδότου Α΄, του Διόδοτου Β΄ (γύρω στο 228 π.Χ.), δημιουργώντας έτσι τον πυρήνα της μελλοντικής Παρθικής Αυτοκρατορίας.



 Με την ενέργειά του αυτήν ο Διόδοτος Β΄ (228-225 π.Χ. περίπου), θα προκαλέσει την αγανάκτηση του Ελληνικού πληθυσμού της Βακτριανής.
Σύντομα θα ανατραπεί (225 π.Χ. περίπου), από την χήρα του Διοδότου Α΄ (η οποία ήταν αδελφή του Σελεύκου Β΄, 246-225 π.Χ.) και τον θρόνο θα προσκληθεί να καταλάβει ο Ευθύδημος Α΄ (περίπου 225-195 π.Χ.), από τη Μαγνησία του Μαιάνδρου της Μικράς Ασίας (ή σύμφωνα με άλλους από την Μαγνησία του Σιπύλου στον ποταμό Έρμο της Λυδίας ή ακόμη και από την Μαγνησία της Θεσσαλίας - βλ. σχετικά Sidky ό.π. σελ. 161-162). Η Δυναστεία που ίδρυσε ο Ευθύδημος, θα παραμείνει στο θρόνο της Βακτριανής μέχρι το 185 π.Χ. περίπου.
Αργυρό τετράδραχμο Ευθυδήμου Α΄
Βασιλέως της Βακτρίας (225-195 π.Χ.)

Όταν ο Ευθύδημος Α΄ ανακηρύχθηκε βασιλεύς της Βακτρίας, η επικράτειά του περιελάμβανε επίσης και τις περιοχές της Σογδιανής (Τρανσοξιανή), της Μαργιανής και πιθανόν της Αρείας ή Αριανής. Αν οι προηγούμενοι βασιλείς της Βακτριανής δημιούργησαν και οργάνωσαν το βασίλειο, η ισχυροποίησή του και η εξάπλωσή του ήσαν έργα του Ευθύδημου Α΄ και του γιου του Δημητρίου Α΄. Το 223 π.Χ. όμως, στο θρόνο των Σελευκιδών θα ανέλθει ο περίφημος Αντίοχος Γ΄ ο Μέγας (223-187 π.Χ.), ο οποίος θα αναλάβει το 212 π.Χ. (με την τολμηρή «Ανάβαση» προς τις ανατολικές επαρχίες του Βασιλείου του), να τακτοποιήσει τα ζητήματα που είχαν δημιουργηθεί εκεί. Η εκστρατεία του Αντιόχου Γ΄ θα ξεκινήσει με θετικά αποτελέσματα. Αφού συντρίψει στο πεδίο της μάχης τον Πάρθο ηγεμόνα (Αρσάκη ΙΙ), ο οποίος θα καταφύγει στους Απασιάκες, θα προσαρτήσει και πάλι στο Βασίλειο των Σελευκιδών πολλές περιοχές που είχαν αποσπάσει παλαιότερα οι Πάρθοι. Τελικώς θα προτιμήσει  να συμβιβαστεί με τον Πάρθο ηγεμόνα (μια έξυπνη πολιτική κίνηση εν όψει της συνέχισης της εκστρατείας ακόμη ανατολικότερα) και θα του αναγνωρίσει τον τίτλο του υποτελούς Βασιλέως, με αντάλλαγμα την ενίσχυση των Συριακών στρατευμάτων  του με μονάδες του ξακουστού ιππικού των Πάρθων (209-208 π.Χ.). Το 208 π.Χ. τα στρατεύματα του Αντιόχου Γ΄ θα εισβάλλουν στην Βακτρία, όπου ο Ευθύδημος Α΄ θα ηττηθεί σε μια αποφασιστική μάχη. Η συνέχεια όμως δεν υπήρξε εξίσου εύκολη για τον Σελευκίδη βασιλέα, δεδομένου ότι ο Ευθύδημος Α΄ δεν θα καταθέσει τα όπλα, αλλά θα κλεισθεί στην πρωτεύουσά του, τα Βάκτρα -Ζαρίασπα. Η πολιορκία της πρωτεύουσας θα κρατήσει δύο ολόκληρα χρόνια (208-207 π.Χ.) και σύμφωνα με τον αρχαίο Ιστορικό Πολύβιο, συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πλέον διάσημες και φημισμένες  πολιορκίες του (αρχαίου) Κόσμου.
Εν πάση περιπτώσει, όπως έδειχναν τα πράγματα, ούτε ο Αντίοχος Γ΄ είχε τη δυνατότητα να εκπορθήσει την πόλη ή να επιδιώξει την κατάκτηση της υπόλοιπης χώρας παρακάμπτοντας την πρωτεύουσα, αλλά ούτε και ο Ευθύδημος Α΄ μπορούσε να εξαναγκάσει τον Σελευκίδη βασιλέα να λύσει την πολιορκία. Χαρακτηριστική όμως υπήρξε η συμπεριφορά του Ιρανικού στοιχείου, που πλειοψηφούσε σαφώς έναντι των Ελλήνων στην Βακτρία, κατά τη διάρκεια αυτής της σύγκρουσης. Οι Ιρανοί πολέμησαν στο πλευρό του Ευθύδημου Α΄  με μεγάλο ηρωισμό επιδεικνύοντας αισθήματα αλληλεγγύης και συναδέλφωσης με τους Έλληνες αποίκους της χώρας. Το περίφημο ιππικό του Ευθύδημου Α΄, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, απαρτιζόταν από το άνθος της Βακτριανής αριστοκρατίας και αυτή η αξιοθαύμαστη σύμπνοια Ελλήνων και Ιρανών θα διατηρηθεί σε όλο το διάστημα της διακυβέρνησης της χώρας από τους Έλληνες βασιλείς. 
Σχετικά τώρα με την πολιορκία, μετά από την συνειδητοποίηση του  μάταιου της παράτασής της και ύστερα από επιτυχείς διαπραγματεύσεις (στη διάρκεια των οποίων ο Αντίοχος Γ΄ θα εντυπωσιασθεί από τις ικανότητες του γιου του Ευθύδημου Α΄, του μελλοντικού βασιλέα της Βακτρίας, Δημητρίου Α΄), οι δύο ηγεμόνες θα έλθουν σε συμβιβασμό και ο μεν Ευθύδημος Α΄ αναγνωρίσθηκε επισήμως ως Βασιλεύς της ανεξάρτητης Βακτρίας, ενώ ο Αντίοχος Γ΄ έλαβε ως αντάλλαγμα πολεμικούς ελέφαντες και άφθονα εφόδια για τη συνέχιση της εκστρατείας του, που θα στραφεί πλέον προς τον Νότο (Πολύβιος ΙΑ΄ 39).
Πράγματι το 207/206 π.Χ. ο Αντίοχος Γ΄ θα διασχίσει τον Ινδικό Καύκασο (Ινδοκούχον, Hindu Kush) και θα εισέλθει στην κοιλάδα του ποταμού Κωφήνος (σημερινός Καμπούλ), στην περιοχή του αρχαίου Ινδικού Βασιλείου της Γκαντάρα (Gandhara), η οποία αναφέρεται ως Γανδαρική ή Γανδαρίτις στους Έλληνες συγγραφείς της αρχαιότητας. Εκεί θα συναντήσει τον «Ινδό βασιλέα» Σοφαγασήνο, προφανώς κάποιον τοπικό ηγεμόνα ενός από τα αναρίθμητα μικρά κρατίδια που δημιουργήθηκαν μετά το θάνατο του Ασόκα και τη διάλυση της Αυτοκρατορίας των Μωρύα (βλ. λήμμα Ινδοί). Ο Αντίοχος Γ΄ θα συνάψει σύμφωνο φιλίας και ειρήνης με τον Σοφαγασήνο και θα αποσπάσει ακόμη περισσότερους πολεμικούς ελέφαντες, εφόδια καθώς και ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, με την μορφή εφάπαξ φόρου υποτελείας του Ινδού ηγεμόνα  προς το Βασίλειο των Σελευκιδών. Αφού προχωρήσει προς τα Ν.Δ. και διεισδύσει  στις περιοχές της Αραχωσίας και Δραγγιανής, όπου θα διαχειμάσει (206/205 π.Χ.), ο Αντίοχος Γ΄ θα αποφασίσει να τερματίσει την περίφημη «Ανάβασή» του θεωρώντας ικανοποιητικά τα αποτελέσματα της πολύχρονης εκστρατείας του. 
Μετά την αποχώρηση του Αντιόχου Γ΄ και του εκστρατευτικού του σώματος, ο Ευθύδημος Α΄ θα αρχίσει την επέκταση των ορίων του Βασιλείου του. Με αλλεπάλληλες πολεμικές επιχειρήσεις, ο μεγάλος και ικανότατος εκείνος Έλλην ηγεμών, θα αποσπάσει σημαντικά εδάφη από τους Πάρθους και από τα νομαδικά φύλα (Μασσαγέτες, Σάκες κ.ά.) των βορείων περιοχών της Βακτριανής, επεκτείνοντας τα σύνορα του Βασιλείου μέχρι τον ποταμό Ιαξάρτη και την εύφορη περιοχή της Σογδιανής, γύρω από τη πόλη  Μαράκανδα (η μετέπειτα Σαμαρκάνδη). Επιπλέον, με μια τολμηρή εισβολή στην καρδιά της Κεντρικής Ασίας, θα απωθήσει τους επικίνδυνους νομάδες των περιοχών εκείνων και θα διασφαλίσει έτσι τις πολύτιμες εμπορικές αρτηρίες που κατέληγαν στη Βακτριανή. Τελικώς το Βασίλειο της Βακτριανής θα αποκτήσει κοινά σύνορα με την Κίνα και το Θιβέτ, φθάνοντας «μέχρι Σηρών και Φρυνών», όπως αναφέρουν οι αρχαιοελληνικές πηγές (Στράβων ΙΑ΄ ΧΙ. 1).
Το έργο του Ευθύδημου Α΄ θα συνεχίσει  ο γιος του, Δημήτριος Α΄ ο Ανίκητος (περ. 195-185 π.Χ.), ο οποίος θα ανέλθει στο θρόνο το 195 π.Χ. περίπου. Ο νεαρός ηγεμόνας έκρινε σωστά ότι η αποσύνθεση της Αυτοκρατορίας των Μωρύας είχε φθάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε οι δυνατότητες αντίδρασής της σε εξωτερικές επιθέσεις, είχαν προ πολλού εκμηδενισθεί. Παράλληλα η βαριά ήττα του Αντιόχου Γ΄ από τους Ρωμαίους στη μάχη της Μαγνησίας στην Μ. Ασία (190/189 π.Χ.), θα αφήσει ουσιαστικά απροστάτευτες τις μακρινές ανατολικές επαρχίες των Σελευκιδών. Έτσι γύρω στο 188 π.Χ. περίπου, ο Δημήτριος Α΄ θα ξεκινήσει την φιλόδοξη εκστρατεία του προς τα νότια, όπου θα προσαρτήσει τις επαρχίες της Αραχωσίας - αφού καταλάβει την πρωτεύουσά της Αλεξάνδρεια Αραχωτών (σημερινό Κανδαχάρ του Αφγανιστάν) - της Δραγγιανής, καθώς και το ανατολικό τμήμα της Γεδρωσίας, φθάνοντας μέχρι τις εκβολές του ποταμού Ινδού. Εκεί θα κτίσει την πόλη Δημητριάδα, πιθανόν στη θέση όπου πριν από 150 χρόνια, ο Μ. Αλέξανδρος είχε κτίσει τα Πάταλα (Αρρ. Ε΄ 4 και ΣΤ΄ 17) ή Πάτταλα.

Αργυρό τετράδραχμο Δημητρίου Α΄
Βασιλέως της Βακτρίας (195-185 π.Χ.)

Στη συνέχεια ακολουθώντας την παραλία, θα διεισδύσει ακόμη νοτιότερα, κατακτώντας τις εκτάσεις των σημερινών επαρχιών Σιντ και Γκουτζαράτ, που ανήκαν προηγουμένως στην υπό διάλυση ήδη Αυτοκρατορία των Μωρύα, φθάνοντας μέχρι τα Βαρύγαζα, σπουδαίο λιμάνι της περιοχής. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του, ο Δημήτριος Α΄ θα αφήσει ως αντικαταστάτη και συμβασιλέα, τον αδελφό του Ευθύδημο Β΄ (188-186; π.Χ.). Αλλά ενώ ο Δημήτριος Α΄ δεν θα συναντήσει αξιόλογη αντίσταση στον Νότο, στην Βακτρία ο Ευθύδημος Β΄ θα ανατραπεί μετά από επανάσταση που θα υποκινήσει κάποιος Αντίμαχος. Ο Δημήτριος Α΄ θα πληροφορηθεί τα διαδραματισθέντα στην καρδιά του Βασιλείου του και θα σπεύσει να επαναφέρει την τάξη, αφήνοντας πίσω του ως τοποτηρητές, τους γιους του, Πανταλέοντα και Αγαθοκλή.

Αργυρό τετράδραχμο
Ευθυδήμου Β΄ (188-186; π.Χ.)

Κατά την επιστροφή του όμως στην Βακτρία, ο Δημήτριος Α΄ θα πέσει στο πεδίο της μάχης σε μια σύγκρουση (περίπου 185 π.Χ.). Έτσι το έργο του δραστήριου και ικανού εκείνου ηγεμόνα, όχι μόνον θα μείνει ημιτελές, αλλά θα εκτραπεί σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση. Και τούτο διότι μετά το θάνατο του Δημητρίου Α΄, η επικράτεια του Βασιλείου της Βακτρίας θα διασπασθεί σε δύο τμήματα με σύνορο τον Ινδικό Καύκασο (Ινδοκούχον ή Παροπάμισος).
Τελικώς θα προκύψουν δύο διαφορετικά κράτη, το κυρίως Βασίλειο της Βακτρίας στον Βορρά, όπου ο Αντίμαχος είχε ανακηρυχθεί βασιλεύς και το Ελληνο-Ινδικό Βασίλειο των γιων του Δημητρίου Α΄, στον Νότο. Ο Αντίμαχος (186-177/176 π.Χ.), θα κατακτήσει ορισμένες περιοχές στα νότια του Ινδοκούχου και θα ελέγξει την κοιλάδα του ποταμού Κωφήνος. Θα τον διαδεχθεί στο θρόνο της Βακτρίας ο γιος του Δημήτριος Β΄ (177/176-165 π.Χ.), ο οποίος τελικά κατέκτησε την Γανδαρίτιδα (Gandhara) και πιθανόν να προωθήθηκε στην Πενταποταμία και στην κοιλάδα του Ινδού.

Αργυρό τετράδραχμο
Βασιλέως Αντιμάχου της Βακτρίας (186 – 177/176 π.Χ.)

 Είναι ο πρώτος ηγεμόνας που έκοψε νομίσματα με δίγλωσσες επιγραφές στην Ελληνική και στη γραφή Μπράχμι (Brahmi), πρόγονο των σημερινών γραφών της Ινδίας, η οποία είχε εμφανισθεί  γύρω  στο  500 π.Χ. και εχρησιμοποιείτο για την καταγραφή της Πρακριτικής (*) γλώσσας (βλ. Εικόνα).
Ενώ ο Δημήτριος Β΄ επιχειρούσε με τις εκστρατείες του να επεκτείνει τα όρια του Βασιλείου προς το Νότο, στην Βακτριανή σημειώθηκε και πάλι κάποια εξέγερση (γύρω στο 171 π.Χ.), επικεφαλής της οποίας ήταν κάποιος Ευκρατίδης, που είχε αυτοανακηρυχθεί Βασιλεύς.
_______________________________
(*) Πρακριτικές ονομάζονται συλλογικά οι διάλεκτοι της Μέσης Ινδικής που προέκυψαν από την Σανσκριτική και ήσαν οι δημώδεις (καθομιλούμενες) γλώσσες σε διάφορες περιοχές της Ινδίας μεταξύ του 3ου αιώνα π.Χ. και 4ου αιώνα μ.Χ. Ο πρώτος ηγεμόνας που χρησιμοποίησε πρακριτική διάλεκτο σε επίσημες επιγραφές ήταν ο περίφημος Ασόκα της Δυναστείας των Μωρύας (βλ. λήμμα Ινδοί).

Γραφή Μπράχμι

Ο Δημήτριος Β΄ θα επιστρέψει εσπευσμένα στην Βακτρία και θα αρχίσει, με συνεχείς εκστρατείες, τις προσπάθειές του για την εξουδετέρωση των στασιαστών, αλλά σε μια επιδρομή των δυνάμεων του επαναστάτη, βρήκε το θάνατο (περίπου 165 π.Χ.). Με τον τρόπο αυτόν ο Ευκρατίδης (171-145 π.Χ.) θα καταλάβει και επισήμως τον θρόνο της Βακτρίας. Μετά από μια περίοδο ανάπαυλας, ο Ευκρατίδης, με αλλεπάλληλες πολεμικές επιχειρήσεις θα καταλάβει τις επαρχίες της Μαργιανής, της Αρίας (Αριανή), της Δραγγιανής και της Αραχωσίας.

Αργυρό τετράδραχμο 
Ευκρατίδου (171-145 π.Χ.)
(ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΥΚΡΑΤΙΔΟΥ)

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επιστρέψουμε χρονικά και να παρακολουθήσουμε τις εξελίξεις που συνέβησαν στα νότια του Ινδοκούχου, μετά το θάνατο του Δημητρίου Α΄ (περίπου 185 π.Χ.). Στις περιοχές αυτές, ο Πανταλέων και ο Αγαθοκλής, οι γιοι του Δημητρίου Α΄, είχαν διατηρήσει αρχικά την κυριαρχία της Δραγγιανής και Αραχωσίας. Αργότερα θα προσπαθήσουν να διεισδύσουν βορειότερα, αλλά θα τους απωθήσει ο Δημήτριος Β΄. Όταν όμως θα σημειωθεί η εξέγερση του Ευκρατίδη και ο Δημήτριος Β΄ θα αποσυρθεί στην Βακτρία για να την καταπνίξει (περίπου 170 π.Χ.), οι δύο αδελφοί θα καταλάβουν  την Γανδαρίτιδα. Μετά από κάποιο διάστημα, ο Αγαθοκλής (ο Πανταλέων πιθανόν είχε πεθάνει τότε), θα κάνει πρωτεύουσά του τα Τάξιλα και θα επεκτείνει την κυριαρχία του σχεδόν σε ολόκληρη την Πενταποταμία.
Ο Αγαθοκλής θα πεθάνει γύρω στο 165 π.Χ. και το Κράτος του θα κληρονομήσει η νεαρή κόρη του, η Αγαθόκλεια.
Όπως τονίσαμε όμως παραπάνω, αυτήν ακριβώς την εποχή ο Ευκρατίδης έχει ανέλθει επίσημα πλέον στο θρόνο της Βακτρίας και έχει αρχίσει τις πολεμικές επιχειρήσεις για την διεύρυνση του Βασιλείου του. Ο Ευκρατίδης θα κατακτήσει ολόκληρη σχεδόν την επικράτεια του Ελληνο-Ινδικού Βασιλείου του Νότου, με αποτέλεσμα η Αγαθόκλεια να περιορισθεί σε μια μικρή έκταση, γύρω από την πρωτεύουσα Τάξιλα και την ανατολική Γανδαρίτιδα.
Ο Ευκρατίδης θα γίνει τελικά κύριος μιας τεράστιας επικράτειας, η οποία θα εκτείνεται από τις όχθες του Ιαξάρτη στον Βορρά, μέχρι τις εκβολές του Ινδού στο Νότο και από τις ανατολικές παρυφές του Ιρανικού οροπεδίου στη Δύση, μέχρι πέρα από τις όχθες του Ινδού στην Ανατολή. Έτσι δεν είναι δύσκολο να ερμηνευθεί το γεγονός ότι ο Ευκρατίδης θα μείνει στην παράδοση ως ο «Βασιλεύς των χιλίων πόλεων» (Στράβων ΙΕ΄ Ι. 3).
Έχει υποστηριχθεί (βλ. D. Christian: A History of RUSSIA, CENTRAL ASIA AND MONGOLIA-Vol. I-Oxford U.K.  1998, σελ. 173) ότι ο Ευκρατίδης είχε εκτός από τα Βάκτρα και δεύτερη πρωτεύουσα, την Ευκρατιδία, που την ταυτίζουν με την σπουδαία ελληνιστική πόλη, που όπως προαναφέραμε, ανακαλύφθηκε στο Άϊ Χανούμ.
Δυστυχώς όμως, το τεράστιο Κράτος του Ευκρατίδη, δεν θα διατηρηθεί για πολύ και σύντομα θα αρχίσει να συρρικνώνεται διότι ο Ευκρατίδης, απασχολούμενος με τις κατακτήσεις  στην Ινδία, δεν θα δώσει μεγάλη προσοχή στα δυτικά του σύνορα, όπου οι Πάρθοι, κάτω από τον ικανότατο βασιλέα τους Μιθριδάτη Ι (171-138 π.Χ.) θα αποσπάσουν σημαντικές εκτάσεις.
Ο Ευκρατίδης θα έχει τραγικό τέλος, δολοφονηθείς από τον γιο του Πλάτωνα, γύρω στο 145/144 π.Χ. ο οποίος θα ανακηρυχθεί βασιλεύς. Αλλά ο πατροκτόνος δεν θα παραμείνει στην εξουσία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Θα δολοφονηθεί με τη σειρά του από τον αδελφό του Ηλιοκλή Α΄(143-131/130 π.Χ.), ο οποίος θα ανέλθει στο θρόνο με την προσωνυμία «Δίκαιος».

Νόμισμα Ηλιοκλέους

Την ίδια χρονιά περίπου της δολοφονίας του Ευκρατίδη, στον θρόνο του Ελληνο-Ινδικού Βασιλείου, στα Τάξιλα, θα ανέλθει ο μεγαλύτερος και διασημότερος των Ελλήνων ηγεμόνων, ο περίφημος Μένανδρος (145-130 π.Χ. περίπου). 
Έχει  υποστηριχθεί από ορισμένους ιστορικούς, ότι ο Μένανδρος ήταν γιος του Δημητρίου Β΄, αλλά τα στοιχεία είναι ελάχιστα μέχρι στιγμής και δεν είναι δυνατόν να δεχθούμε ή να απορρίψουμε προς το παρόν αυτήν την άποψη. Ο Μένανδρος θα αναδειχθεί βασιλεύς, πιθανόν μετά το γάμο του με την Αγαθόκλεια, η οποία, όπως σημειώσαμε είχε κληρονομήσει το Βασίλειο του πατέρα της Αγαθοκλή. Ο Μένανδρος, εξορμώντας από τα περιορισμένα εδάφη της αρχικής επικράτειάς του, θα δημιουργήσει μέσα σε λίγα σχετικά χρόνια, ένα απέραντο Ελληνο-Ινδικό Κράτος, που θα μπορούσε άνετα να διεκδικήσει τον τίτλο της Αυτοκρατορίας.


Αφού αποσπάσει αρχικώς από τους διαδόχους του Ευκρατίδη τα εδάφη νοτίως του Ινδοκούχου, θα προχωρήσει στην Αραχωσία της οποίας θα καταλάβει σημαντικό τμήμα, αλλά θα αποφύγει να συγκρουσθεί με τους Πάρθους, στους οποίους είχαν περιέλθει οριστικά η Νότια και η Δυτική Αραχωσία, η Δραγγιανή και η Δυτική Γεδρωσία. Και τούτο διότι οι βλέψεις του Έλληνα ηγεμόνα είχαν ως αποκλειστικό στόχο τους τις Ινδίες, όπου ο Μένανδρος θα επικεντρώσει τις προσπάθειές του τα επόμενα χρόνια. Έτσι, αφού κατακτήσει πρώτα τις περιοχές νοτίως του Καρακορούμ και των παρυφών των Ιμαλαΐων (σημερινό Κασμίρ), στη συνέχεια θα επιχειρήσει την περίφημη και ένδοξη εκστρατεία του στην κοιλάδα του Γάγγη, με απώτερο σκοπό να φθάσει στην πρωτεύουσα των Μωρύα, την ξακουστή Παταλιπούτρα (Παλίβοθρα, κατά τους Έλληνες), όπου η νέα Δυναστεία των Σούνγκα (Shunga,  185/184-75 π.Χ.), είχε εγκαταλείψει την φιλική προς τους Έλληνες πολιτική των προκατόχων της, ενώ διέκειτο εχθρικά και προς τους Βουδιστές υπηκόους της (βλ. Ινδοί). 

Νόμισμα Μενάνδρου
με επιγραφές σε ελληνική (εμπροσθότυπος) 
και γραφή μπράχμι (οπισθότυπος)

 Όλες αυτές οι πληροφορίες είχαν φθάσει ασφαλώς στον Μένανδρο, ο οποίος αφού ολοκληρώσει τις προετοιμασίες του, θα αρχίσει την κατάκτηση της κοιλάδας του Γάγγη, εμφανιζόμενος πιθανόν ως υποστηρικτής του Βουδισμού και τιμωρός των σφετεριστών Σούνγκα. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός είναι ότι ο Μένανδρος, αφού διαβεί τον ποταμό Ύφασι (σημερινός Beas, παραπόταμος του Σατλέτζ που χύνεται στον Ινδό - Βλ. Χάρτη κθ΄). Όπου είχε σταματήσει ο Μ. Αλέξανδρος, θα εισέλθει στην κυρίως Ινδία. Ακολουθώντας τον ρου του ποταμού Ιωμάνη (σημερινός Jumna ή Yamuna), ενός από τους σημαντικότερους παραπόταμους του Γάγγη, θα φθάσει στην σπουδαία πόλη Μοδούρα (σημερινή Mathura), η οποία θα του παραδοθεί. Εκεί θα ανανεώσει τις προμήθειές του στρατεύματος του και θα λάβει ενισχύσεις από τους εντόπιους.
Τελικώς, το 135 π.Χ. περίπου, ο Μένανδρος θα πολιορκήσει και θα καταλάβει την πρωτεύουσα των Σούνγκα Παταλιπούτρα (Παλίβοθρα), με τη βοήθεια περίτεχνων πολιορκητικών μηχανών τις οποίες για πρώτη φορά αντίκριζαν οι Ινδοί. Το κορυφαίο αυτό κατόρθωμα, το οποίο τοποθετεί δικαιωματικά τον Μένανδρο ανάμεσα στην πρώτη σειρά των μεγάλων στρατηλατών της αρχαιότητας, δεν θα έχει δυστυχώς ανάλογη συνέχεια. Ανησυχώντας μήπως αποκοπεί από τις βάσεις του, 1.500 χιλιόμετρα μακριά, στην καρδιά των Ινδιών, ο έλληνας ηγεμών θα αποφασίσει να υποχωρήσει στη Μοδούρα και στον ποταμό Ιωμάνη που θα αποτελέσουν τα ανατολικά σύνορα του Βασιλείου του.
Ακολούθως ο Μένανδρος θα πραγματοποιήσει κάποιες εξορμήσεις στο Νότο και θα προσαρτήσει τις τεράστιες εκτάσεις των σημερινών επαρχιών του Γκουτζεράτ και Ρατζαστάν. Με τον τρόπο αυτόν θα γίνει κύριος μιας αχανούς επικράτειας, ίσως της μεγαλύτερης σε έκταση από όλους τους Έλληνες βασιλείς των Ινδιών. Παράλληλα ο Μένανδρος θα μεταφέρει ανατολικότερα την έδρα του Βασιλείου του, ακριβώς λόγω των κατακτήσεων αυτών και της μετατοπίσεως του πολιτικού κέντρου προς την Ανατολή. Νέα πρωτεύουσα θα γίνει η πόλη Σάγαλα (Sakala, το σημερινό Σιαλκότ, Sialkot), στον άνω ρου του ποταμού Ακεσίνη (σημερινός Τσενάμπ, Chenab).
Γύρω στο 130 π.Χ. ο Μένανδρος θα επιχειρήσει μία εκστρατεία στην Βακτριανή όπου θα βρει το θάνατο, κατά πάσα πιθανότητα στο πεδίο της μάχης.

Μένανδρος

Η φήμη όμως του Μένανδρου, δεν προήλθε τόσο από τα πολεμικά του κατορθώματα, όσο από το ασύγκριτο πολιτικό του έργο. Πρέπει να τονίσουμε επίσης ότι ο Μένανδρος είναι ο μόνος από τους έλληνες ηγεμόνες, το όνομα του οποίου αποθανατίστηκε στην Ινδική θρησκευτική λογοτεχνία. Και τούτο διότι ένα από τα ιερά Βουδιστικά κείμενα φέρει τον τίτλο Μιλινταπάνια (Milindapanha) δηλ. «οι ερωτήσεις του Μιλίντα». Ο Μιλίντα δεν είναι άλλος από τον Μένανδρο, κατά την Ινδική παραφθορά του ονόματός του. Το περίφημο αυτό έργο περιέχει τους φιλοσοφικούς διαλόγους του βασιλέως Μιλίντα, με τον Βουδιστή μοναχό Ναγκασένα (Nagasena), όπου με τη Σωκρατική μέθοδο, αναλύονται και εξετάζονται τα μεγάλα μεταφυσικά ζητήματα. Σύμφωνα με την Ινδική παράδοση, μετά από αυτές τις συζητήσεις, ο Μένανδρος ασπάσθηκε τον Βουδισμό. Δεν γνωρίζουμε την ακρίβεια της παραπάνω παράδοσης, αλλά μαντεύουμε τα πολιτικά κίνητρα αυτής της πράξης. Γεγονός πάντως είναι ότι πολλοί Έλληνες θα μυηθούν στο Βουδισμό με αποτέλεσμα, στο μεγάλο Βουδιστικό συνέδριο του 137 π.Χ. στην Κεϋλάνη, ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Γανδαρίτιδος, ήταν  Έλλην.
Στο διάστημα που ο Μένανδρος δημιουργούσε το τεράστιο Βασίλειό του, ο Ηλιοκλής στην Βακτριανή, προσπαθούσε απεγνωσμένα να διατηρήσει τις κτήσεις του από τις επιθέσεις των Πάρθων. Μετά το θάνατο του Μιθριδάτη Ι, στα 139/138 π.Χ., ο Ηλιοκλής θα ανακτήσει τα χαμένα εδάφη, αλλά το Βασίλειό του διανύει τα τελευταία χρόνια της υπάρξεώς του.
Είναι γνωστές στην Ιστορία οι μαζικές μετακινήσεις νομαδικών φύλων που σημειώνονταν κατά καιρούς στην Κεντρική Ασία. Ένα τέτοιο κύμα μετακινήσεων, που το αποτελούσαν οι Ανατολικοί Σκύθες ή Σάκες (Shakas κατά τις Ινδικές πηγές), θα σημειωθεί τον 2ο αιώνα π.Χ. Οι Σάκες, πιεζόμενοι από τους βορειότερους γείτονες τους Γιουέ-τσι  (Yüeh-chih) ή Τόχαρους, θα εμφανισθούν στα σύνορα των Βασιλείων του Νότου. Ένας κλάδος τους θα εισβάλλει στο Βασίλειο των Πάρθων, όπου ο Αρσακίδης Φραάτης ΙΙ θα χάσει τη ζωή του (129/128 π.Χ.) αγωνιζόμενος να τους εκδιώξει.
 Ένας άλλος κλάδος τους είχε ήδη επιπέσει στο Βασίλειο της Βακτριανής το 131/130 π.Χ. καταστρέφοντάς το τελειωτικά.  Η πόλη του Άϊ Χανούμ θα λεηλατηθεί, θα πυρποληθεί και θα καταστραφεί ανηλεώς, αυτήν ακριβώς την περίοδο (Sidky, H.: The Greek Kingdom of Bactria, 2000 - σελ. 227).
Ο Ηλιοκλής, μετά την κατάλυση του Βασιλείου του, θα καταφύγει στα περιορισμένα εδάφη, νοτίως του Ινδοκούχου, που είχε καταφέρει να αποσπάσει μετά το θάνατο του Μενάνδρου (130 π.Χ.) από το Ελληνο-Ινδικό Βασίλειο του Νότου. Πρωτεύουσα θα γίνει η Πευκέλα, η παλιά Ινδική πόλη Πουρουσαπούρα (Purushapura = πόλη του Πώρου), πολύ κοντά στην σημερινή μεθοριακή πόλη στα βόρεια σύνορα του Πακιστάν, Πεσαβάρ (Peshawar = πόλη των συνόρων).
 Στο μεταξύ, στο Ελληνο-Ινδικό Βασίλειο του Νότου, μετά το θάνατο του Μενάνδρου, θα τον διαδεχθεί στο θρόνο η ικανή σύζυγός του Αγαθόκλεια, ως επίτροπος του ανήλικου γιου τους Στράτωνος. Ο Στράτων θα ανέλθει στο θρόνο μόλις ενηλικιωθεί, αλλά λόγω της ανικανότητάς του, θα παραμερισθεί από το νεώτερο αδερφό του Απολλόδοτο.
Ο Απολλόδοτος Α΄ (115-95 π.Χ. περίπου), υπήρξε ο τελευταίος σημαντικός ηγεμόνας του Ελληνο-Ινδικού Βασιλείου. Μετά το θάνατο του οι Έλληνες θα περιορισθούν σε συνεχή άμυνα κατά της πλημμυρίδας των νομάδων εισβολέων. Η διαμάχη όμως των δύο Δυναστειών (των απογόνων του Ευκρατίδη και του Μενάνδρου) και ο κατακερματισμός σε διάφορα μικροσκοπικά βασίλεια θα φέρουν σύντομα το τέλος.
Μια τελευταία αναλαμπή θα σημειωθεί λίγο πριν από τα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ., όταν ο Ερμαίος (90-70 π.Χ.), γιος του Αμύντα, από τη Δυναστεία των Ευκρατιδών και η Καλλιόπη, κόρη του Ιππόστρατου, από τη Δυναστεία του Μενάνδρου, θα ενωθούν με τα δεσμά του γάμου, συνενώνοντας ταυτόχρονα και τα Βασίλειά τους (γύρω στο 80 π.Χ.).



Ερμαίος

Δυστυχώς όμως ήταν ήδη αργά. Οι Σάκες που είχαν επιτεθεί στο Βασίλειο των Πάρθων, τελικά θα απωθηθούν και θα αποσυρθούν στην επαρχία της Δραγγιανής, στις ανατολικές περιοχές του Ιρανικού οροπεδίου, όπου θα εγκατασταθούν (Σακαστάν, σημερινή επαρχία Σεϊστάν). Στη συνέχεια, θα διεισδύσουν μέσα από τη διάβαση του Μπολάν και θα εισέλθουν στην κοιλάδα του Ινδού, στα μετόπισθεν των Ελληνο-Ινδικών κρατιδίων. Οι Σάκες θα αποσπάσουν τα τελευταία τμήματα της Αραχωσίας, της Δυτικής Πενταποταμίας και της Γανδαρίτιδος που είχαν απομείνει στην κυριαρχία των Ελλήνων.
Το Βασίλειο του Ερμαίου θα περιορισθεί βαθμιαία στην φυσικώς οχυρή κοιλάδα του ποταμού Κωφήνος (σημερινός Καμπούλ) όπου  γύρω στο 30 π.Χ. οι νομάδες Γιουέ-τσι ή Τόχαροι, αφού διασχίσουν την ορεινή διάβαση Κυμπέρ του Ινδοκούχου, θα καταλύσουν το τελευταίο Ελληνιστικό Βασίλειο που είχε απομείνει.
Θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι πληροφορίες μας για την Βακτρία προέρχονται από τις ελάχιστες αναφορές των κειμένων αρχαίων συγγραφέων στα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν εκεί, όπως ο Πολύβιος, ο Στράβων και ο αμφισβητούμενης αξιοπιστίας Μάρκος Ιουνιανός Ιουστίνος.
Οι νομισματολογικές μελέτες και έρευνες συμπληρώνουν συχνά τα υπάρχοντα κενά με αποτέλεσμα να υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές των γεγονότων. Για μια τέτοια διαφορετική εκδοχή των συμβάντων μετά τον θάνατο του Ευθυδήμου Α΄ (195 π.Χ. περίπου) με πολλές λεπτομέρειες βλ. στην εξαιρετική μελέτη του H. Sidky: The Greek Kingdom of Bactria – University Press of America, 2000.
Αυτό υπήρξε λοιπόν το τέλος της μεγαλειώδους περιπέτειας του Ελληνισμού στην Βακτρία και στην μακρινή, αλλά και θρυλική (για τον αρχαίο κόσμο), χώρα των Ινδιών. Η προσφορά πάντως και η συμμετοχή του Ελληνικού στοιχείου στην πολιτιστική ζωή και εξέλιξη της κεντρικής Ασίας, υπήρξε σημαντικότατη, αλλά η ανάλυση και η ακριβής εκτίμηση της, εκφεύγει ασφαλώς των πλαισίων του παρόντος Λεξικού.

Δ.Ε.Ε.


Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Ποιοί πρωτοστατούν στα γεγονότα της Ουκρανίας;


Πανουκρανική Ένωση «Σβομπόντα»: 
oι «φιλοευρωπαίοι» εθνικοσοσιαλιστές της Ουκρανίας

Του Σωτήρη Δημόπουλου

Η νέα εξέγερση στην Ουκρανία, με αφορμή τη μη υπογραφή σύνδεσής της με την Ε.Ε., δεν εκπλήσσει κανέναν. Όλοι γνωρίζουν το βαθύ εθνικό χάσμα που διχάζει τη χώρα και προκαλεί περιοδικές δομικές πολιτικές κρίσεις. Το πρόβλημα της Ουκρανίας είναι πρωταρχικά πρόβλημα εθνικής ταυτότητας. Τα υπόλοιπα -οικονομική κατάσταση, διαφθορά, ανεπάρκεια του πολιτικού συστήματος- έπονται και επηρεάζουν, αναλόγως, τη μόνιμη σύγκρουση για την ταυτότητα. Το καινοφανές στοιχείο, όμως, είναι ότι της εξέγερσης ηγείται, στην πραγματικότητα, η ουκρανική άκρα δεξιά. Συγκεκριμένα, κυρίαρχη δύναμη κρούσης είναι το κόμμα Σβομπόντα (Ελευθερία), που συνιστά τη μετεξέλιξη του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος.
Και είναι παράδοξο(;) το ότι τα διεθνή μέσα συγκαταλέγουν τα οργανωμένα μέλη του, όπως αυτά που κατέλαβαν το δημαρχείο του Κιέβου, στους «ευρωπαϊστές». Ενώ η οργάνωση, μέλος της «Συμμαχίας των Ευρωπαϊκών Εθνικών Κινημάτων», όπου ανήκουν το ουγγρικό Γιόμπιτς και το βρετανικό Εθνικό Κόμμα, έχει επισήμως καταγραφεί ως ρατσιστική και αντισημιτική. Προφανώς, εδώ ισχύει το «άσπρη γάτα, μαύρη γάτα, σημασία έχει να πιάνει τα ποντίκια», και ιδίως αν αυτά μιλούν ρωσικά…
Αναμφίβολα, όσα συμβαίνουν αυτές τις ημέρες στην Ουκρανία συνιστούν ένα ακόμη επεισόδιο στη ιστορία της περιοχής κατά τα τελευταία 500 έτη. Η Ουκρανία αποτελεί μια χώρα-κλειδί για την ευρασιατική ισορροπία ισχύος. Παρά τα γεωγραφικά και πληθυσμιακά της μεγέθη, ο προσανατολισμός της καθορίζεται πάντοτε από τη Ρωσία: είτε ως ζώνη αποτροπής της επέκτασης της Μόσχας, είτε ως ευρύ πεδίο διεμβολισμού της Μεσευρώπης από το ρωσικό γίγαντα. Αρχικώς, η Δύση, και κυρίως η Πολωνία. επεδίωξε να δημιουργήσει στα ανατολικά της μια ζώνη αναχαίτισης της ρωσικής καθόδου. Με τη δράση των ιησουιτών στα δυτικά της Ουκρανίας αναπτύχθηκε η Ουνία, που έκοβε πλέον τους κοινούς πολιτισμικούς δεσμούς των Μικρορώσων με τους Μεγαλορώσους. Αντιθέτως, το ανατολικό και νότιο τμήμα της σημερινής Ουκρανίας, από τον 18ο και, συστηματικότερα, τον 19ο αιώνα, οριζόμενο τότε ως Νεορωσία, αποικήσθηκε από ποικίλους εθνολογικά,  πληθυσμούς (μεταξύ αυτών και Έλληνες), ενώ η πλειοψηφία ήταν Ρώσοι. Στο μεγαλύτερο τμήμα της Ουκρανίας, και σχεδόν αποκλειστικά στις πόλεις, ιδιαίτερη πληθυσμιακή και οικονομική άνθηση γνώρισε το εβραϊκό στοιχείο.
Ο ουκρανικός εθνικισμός, ρομαντικός και απελευθερωτικός, αλλά ταυτόχρονα αντιρωσικός, αντιπολωνικός και αντισημιτικός, διαμορφώνεται κατά τον 19ο αιώνα, κάτω από την τσαρική, αλλά και την αυστριακή κυριαρχία, στις δυτικές περιοχές, και θα εκδηλώνεται σταθερά πριν και μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ιδίως κατά την περίοδο του σταλινισμού.
Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης αποκάλυψε τον βαθύ διχασμό μεταξύ των περιφερειών της χώρας. Διχασμός που είναι πολύ δύσκολο, έως αδύνατο, να αμβλυνθεί λόγω και των κοινωνικών ανισοτήτων και της ένδειας που ταλανίζει μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού. Κοντά σ’ αυτά, μαίνεται πάντα η ασίγαστη σύγκρουση εξωτερικών συμφερόντων. Οι ΗΠΑ, διαβλέποντας τον κίνδυνο στρατηγικής συμμαχίας Γερμανίας-Ρωσίας, προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια φιλική τους ζώνη από τις βαλτικές δημοκρατίες και την Πολωνία, μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και τα Βαλκάνια.
Η «πορτοκαλί επανάσταση», όμως, όπως και η εκρηκτική Γιούλια Τιμοσένκο δεν κατόρθωσαν να στερεώσουν την ηγεμονία των δυτικών περιφερειών και του ατλαντισμού, κι αυτό για δύο λόγους. Ο ένας ήταν η αδυναμία της Δύσης να χρηματοδοτήσει την απορρόφηση της Ουκρανίας, λόγω της παρατεταμένης κρίσης που περιορίζει την ίδια. Ο δεύτερος ονομάζεται «Πούτιν». Ο Ρώσος πρόεδρος, συνεπής συνεχιστής της τσαρικής και σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής, γνωρίζει άριστα τι σημαίνει το Κίεβο για τα συμφέροντα της Μόσχας και τι πρέπει να κάνει –χωρίς αναστολές– για να τα διασφαλίσει.
Τελικά, η «αντεπανάσταση» του φιλορώσου προέδρου Γιανουκόβιτς, προερχομένου από τις ανατολικές περιφέρειες, προκάλεσε ένα κενό στην ηγεσία των «δυτικών» πολιτικών δυνάμεων. Παρά το γεγονός ότι μεγαλύτερο, κοινοβουλευτικά, αντιπολιτευτικό κόμμα παραμένει το «Μπατκιβσίνα» (η Πατρίδα) της φυλακισμένης Τιμοσένκο, το κενό θα καλυφθεί από το κόμμα «Ουντάρ» (Γροθιά) του πρώην πρωταθλητή μποξ Βιτάλι Κλίτσκο και, κυρίως, το ακροδεξιό «Σβομπόντα».
Το εθνικιστικό κόμμα «Πανουκρανική Ένωση Σβομπόντα» («Всеукраїнське об’єднання «Свобода») προέρχεται από το «Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα της Ουκρανίας», που ιδρύθηκε το 1991. Ο πολιτικός του λόγος είναι ακραία αντιρωσικός, αντισημιτικός και ξενοφοβικός. Τα μέλη του θεωρούν τους εαυτούς τους συνεχιστές του Στεπάν Μπαντέρα (1909-1959), ο οποίος, ως επικεφαλής της «Οργάνωσης Ουκρανών Εθνικιστών» (OUN), είχε συνεργασθεί αρχικώς με τους ναζί, επιδιώκοντας μια ανεξάρτητη Ουκρανία. Το κόμμα τιμά, επισήμως, όσους πολέμησαν μέσα από τις γραμμές των «Βάφεν Ες Ες της Γαλικίας» ενάντια σε αυτό που περιγράφουν ως «εβραϊκό κομμουνισμό». Γερμανικά μέσα έγραψαν ότι το «Σβομπόντα» συνεργάζεται με το νεοναζιστικό Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα (NDP) και το σήμα του, μέχρι και το 2003, ήταν το ρουνικό σύμβολο της 2ης Μεραρχίας Πάντσερ των Ες Ες, με τα γράμματα Ι και Ν να σημαίνουν «Ιδέα του Έθνους». Αλλά και σχετικά πρόσφατα, ο Γιούρι Μιχαϊλίσιν, ιδεολογικός καθοδηγητής και βουλευτής του «Σβομπόντα», κυκλοφόρησε ένα βιβλίο του με παραπομπές στους Ρεμ, Στράσερ και Γκαίμπελς.
Η άνοδος του κόμματος οφείλεται, πρωτίστως, στις ικανότητες του ηγέτη του, από το 2002, Ολέγ Τιαχνίμποκ. Αναλαμβάνοντας τα ηνία του κόμματος, όταν ακόμα τα μέλη του δεν ξεπερνούσαν τα χίλια, ακολούθησε μια τακτική που φρόντιζε σχετικά να αποκρύπτει τις πιο ακραίες πλευρές της οργάνωσης, Άλλαξε το όνομα του κόμματος σε «Σβομπόντα», αντικατέστησε το σήμα του με τα τρία δάκτυλα, ως έμμεση αναφορά στη τρίαινα του επίσημου ουκρανικού συμβόλου και απομάκρυνε κάποια ανεξέλεγκτα στοιχεία. Επικεντρώθηκε σε ζητήματα της πολιτικής διαφθοράς και της διαρκούς οικονομικής καχεξίας που βιώνει η χώρα. Ταυτόχρονα διέλυσε, αλλά μόνον προσωρινά, την παραστρατιωτική οργάνωση «Ουκρανός Πατριώτης», η οποία αργότερα ανασυστήθηκε και παραμένει μέχρι σήμερα συνδεδεμένη με το κόμμα. Συχνά, όμως, κι ο ίδιος Τιαχνίμποκ δεν είναι ιδιαίτερα συγκρατημένος. Όπως, για παράδειγμα, όταν κάλεσε τους Ουκρανούς να πολεμήσουν τη μοσχοβίτικη και εβραϊκή μαφία που τους εξουσιάζει, ή όταν συμμετείχε στην παρουσίαση βιβλίου για τη «θετική» δράση των ναζιστικών στρατευμάτων στην Κριμαία.
Εν πάση περιπτώσει, η ανάπτυξή του κόμματος ήταν αλματώδης. Αρχικώς, το 2006, στις τοπικές εκλογές στη Γαλικία της δυτικής Ουκρανίας, θα πάρει 4-7%, αλλά, στις βουλευτικές του επόμενου έτους, θα λάβει στην επικράτεια μόνον 0,76% Το 2009 θα αυξήσει τα μέλη του σε 15.000, επί το πλείστον με νέους, και στις εκλογές στην περιφέρεια του Τερνόπιλ θα φθάσει το 34,69%, καταλαμβάνοντας τις 50 από τις 120 θέσεις του τοπικού συμβουλίου. Αυτό ήταν το υψηλότερο αποτέλεσμα που κατέγραψε ποτέ η ουκρανική άκρα δεξιά. Στις προεδρικές εκλογές, ο Τιαχνίμποκ θα λάβει μόνον 1,43% των ψήφων, αλλά το 2010, στις τοπικές εκλογές το κόμμα σε όλη την ανατολική Γαλικία θα πάρει 20-30%. Ο αρχηγός θα έχει, πλέον, μόνιμο βήμα στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, ενώ μαζί του θα συνταχθούν φορείς και προσωπικότητες που εμφορούνται επίσης από έντονα αντιρωσικά αισθήματα. Σημαντική, μεταξύ αυτών, θα είναι η συνεισφορά των διαφόρων χριστιανικών Εκκλησιών που διάκεινται εχθρικά προς το Πατριαρχείο της Μόσχας: το λεγόμενο Πατριαρχείο του Κιέβου, η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Εκκλησία και η Ουκρανική Ελληνοκαθολική Εκκλησία (Ουνία).
Το μεγάλο άλμα, το κόμμα θα το πραγματοποιήσει στις εκλογές του 2012. Σ’ αυτές θα κερδίσει σε πανουκρανικό επίπεδο ποσοστό 10,44% και, ταυτόχρονα, την τέταρτη θέση στο κοινοβούλιο (Βερχόβνα Ράντα), με 37 έδρες σε σύνολο 450. Στη δυτική Ουκρανία, τα ποσοστά του θα είναι απίστευτα υψηλά: στην περιφέρεια του Λβιφ 38% (στην πόλη του Λβίφ ξεπέρασε το 50%), στο Ιβανοφρανκίφ 34% και στο Τερνόπιλ 31%. Στην πόλη του Κιέβου, όπου έχει δημιουργηθεί μια νέα δυτικόστροφη ελίτ, θα αποσπάσει πάνω από 17%, ενώ από τους Ουκρανούς του εξωτερικού σχεδόν το 24%. Αντίθετα, στην ανατολική και νότια Ουκρανία οι επιδόσεις του θα κυμαίνονται μέχρι 6-7%, ενώ στη χερσόνησο της Κριμαίας και στις περιφέρειες Ντονιέτσκ και Λουγκάνσκ, θα λάβει μόλις 1%…
Το «Σβομπόντα» θα καταστεί πολιτική δύναμη πρώτης γραμμής. Οι λεκτικές του ακρότητές, η ξενοφοβία και τα περιστατικά βίας που καταγράφονται από μέλη του, θα παραβλέπονται από το αντιρωσικό μπλοκ, όπως και από τους εξωτερικούς παράγοντες που το στηρίζουν, για τους δικούς τους γεωπολιτικούς και οικονομικούς λόγους. Έτσι, τον Οκτώβριο του 2012, το «Σβομπόντα» θα υπογράψει συμφωνία κοινού μετώπου «δημοκρατικών» δυνάμεων με το «Μπατκιβσίνα» της Τιμοσένκο, που διαθέτει 101 έδρες στη Βερχόβνα Ράντα. Τον Μάρτιο του 2013, τα δύο κόμματα προχώρησαν μαζί με το «UDAR» σε συμφωνία για συντονισμό τους στις προεδρικές εκλογές του 2015, που σημαίνει ότι θα κατεβάσουν κοινό υποψήφιο.
Είναι πολύ πιθανόν, όμως, τα όσα διαδραματίζονται στο Κίεβο να προκαλέσουν απρόβλεπτες, σήμερα, εξελίξεις. Το επόμενο διάστημα θα δοκιμαστεί, ίσως, όχι μόνον η κυβερνητική σταθερότητα, αλλά, πολύ περισσότερα και δραματικά. Ανάμεσά τους, η αποφασιστικότητα, αλλά και οι δυνατότητες του… Πούτιν.



Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Δημοσιογράφος ή πράκτορας;


Δημοσιογράφος ή πράκτορας;
Η αμφιλεγόμενη Μιράντα Βίκερς.
Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Η κυκλοφορία Βρετανών πρακτόρων στα Βαλκάνια ως περιηγητών, δημοσιογράφων, συγγραφέων, ακαδημαϊκών κ.λπ. αποτελεί παγία τακτική της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής εδώ και αιώνες. Ανάλογα με τις επιδιώξεις και στοχεύσεις των βρετανικών συμφερόντων της περιόδου υποδύονταν τους φιλέλληνες, τους φιλοσέρβους, τους φιλοαλβανούς, τους φιλοβούλγαρους και μονίμως τους φιλότουρκους. 
    Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου είδους φιλοαλβανικής προπαγάνδας αποτελεί ασφαλώς το βιβλίο κάποιας Μιράντας Βίκερς (Miranda Vickers)1, με τον τίτλο «Οι Αλβανοί, μια σύγχρονη Ιστορία», το οποίο μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε το 1997 και στα ελληνικά.2
Γραμμένο «στο γόνατο», για τις ανάγκες της εποχής, με προφανή στόχο να αγοραστεί από την αλβανόφωνη διασπορά, αφήνει στον Έλληνα αναγνώστη πολλά ερωτηματικά, όταν δεν τον εξοργίζει με την απλοϊκή φιλοαλβανική προπαγάνδα της συγγραφέως. Με πάμπολλα λάθη, αβλεψίες, λαβυρινθώδη αφήγηση με συνεχή χρονικά άλματα μπρος-πίσω, που μόνον σύγχυση προκαλούν στον μέσο αναγνώστη, αποδεικνύουν ότι το βιβλίο αυτό όχι μόνον δεν αποτελεί υπόδειγμα Ιστορίας, έστω και εκλαϊκευμένης, αλλά μάλλον αποτελεί παράδειγμα κακής δημοσιογραφίας, ενώ συχνά ο κάπως ενημερωμένος αναγνώστης αναρωτιέται εάν έχει να κάνει με άγνοια της συγγραφέως ή σκόπιμη παραπληροφόρηση.  
            Ήδη από την πρώτη παράγραφο της εισαγωγής διαφαίνονται οι προθέσεις και οι στόχοι της συγγραφέως αυτού του «πονήματος»:
            «Πολιτική της αλβανικής αρχαιολογικής έρευνας από το 1945 είναι να θεμελιώσει τον δεσμό μεταξύ των αρχαίων Ιλλυριών (Σημ. ΔΕΕ: Άραγε έτσι αφήνει να υπονοηθεί ότι υπάρχουν και νεώτεροι Ιλλυριοί;) και των σύγχρονων Αλβανών, ώστε να αποδείξει τη συνέχεια της αλβανικής εγκατάστασης όχι μόνο στο σύγχρονο αλβανικό κράτος, αλλά και στα διαφιλονικούμενα εδάφη του Κοσσυφοπεδίου στη Σερβία».
            Και λίγο παρακάτω:
            «Όμως παραμένει αμφισβητούμενο ζήτημα αν το νότιο τμήμα της σημερινής Αλβανίας, κατοικείτο κυρίως από Ιλλυριούς ή Έλληνες»!3 Άδολη άγνοια ή σκόπιμη παραπληροφόρηση;
            Στην επόμενη σελίδα το προηγούμενο ερώτημα δεν έχει πλέον νόημα διότι είναι φανερό πλέον ότι οι γνώσεις της συγγραφέως στην αρχαία ιστορία είναι ανύπαρκτες, με αποτέλεσμα να παραθέτει απίστευτες ανακρίβειες:
            «Οι Αρδιαίοι ήταν μια μεγάλη συσπείρωση φύλων που, όπως μαρτυρείται (Σημ ΔΕΕ: Από ποιον και πού;) πραγματοποιούσαν πειρατικές επιδρομές στις ακτές της Πελοποννήσου από τον 4ο αιώνα»!4
            Ίσως είναι μάταιο να υπενθυμίσουμε στην ανιστόρητη «συγγραφέα» ότι μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. το ασήμαντο φύλο των Αρδιαίων ήταν ιστορικώς ανύπαρκτο και έγινε γνωστό συμπτωματικά λόγω της υποταγής του στον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας το Θέρος του 345 π.Χ. στην διάρκεια μιας εκστρατείας του εναντίον των Δαρδάνων. Οι Αρδιαίοι απέκτησαν ισχύ έναν ολόκληρο αιώνα αργότερα, λόγω της εξασθένισης των ελληνιστικών Βασιλείων της Μακεδονίας και της Ηπείρου, επανεμφανιζόμενοι στην Ιστορία όταν ο βασιλεύς της Μακεδονίας Δημήτριος Β´ εξαναγκάσθηκε να χρηματοδοτήσει τον ηγεμόνα των Αρδιαίων, τον Άγρωνα  (περ.  250-230 π.Χ.), ώστε να βοηθήσουν τους συμμάχους του Ακαρνάνες.
            Και συνεχίζει:
            «Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε αλβανική οντότητα (Σημ ΔΕΕ: sic!) σαφώς προσδιορισμένη γεωγραφικά ή εθνογραφικά: το βασίλειο των Αρδιαίων ήταν διαιρεμένο (Σημ ΔΕΕ: σε ποιούς;), ενώ η σημερινή κεντρική Αλβανία αποτελούσε τμήμα της ρωμαϊκής επαρχίας της Μακεδονίας»!
            Τι να πρωτοθαυμάσει κάποιος από όλες αυτές τις ασύλληπτες ανοησίες και την παχυλή ημιμάθεια, που θυμίζει αδιάβαστο μαθητή Γυμνασίου!
            Προφανώς η εν λόγω κυρία όχι μόνον δεν έχει συναίσθηση του ιστορικού χρόνου, αλλά είναι παντελώς άσχετη. Αναφέρεται σε γεγονότα του 3ου αιώνα π.Χ. και τα τοποθετεί στον 4ο αιώνα και με χαρακτηριστική άνεση, γράφει για την ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας, που την τοποθετεί αόριστα στην «εποχή εκείνη», ενώ έπρεπε να γνωρίζει ότι η Μακεδονία έγινε ρωμαϊκή επαρχία το Φθινόπωρο του 148 δηλ. στα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ., δύο ολόκληρους αιώνες αργότερα! Λεπτομέρειες; Σε μια συζήτηση καφενείου, ίσως. Για ένα βιβλίο όμως που αναφέρεται συχνότητα σε βιβλιογραφίες ως ένα απαραίτητο βοήθημα για την αλβανική ιστορία, δεν νομίζω ότι όλα αυτές οι εξωφρενικές ανακρίβειες είναι απλώς λεπτομέρειες!
            Στην επόμενη σελίδα της Εισαγωγής ανακαλύπτουμε ένα ακόμη κορυφαίο δείγμα της απόλυτης σύγχυσης που έχει για ιστορικά γεγονότα και καταστάσεις:
            «Μετά την κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την εξασθένιση του Βυζαντίου, οι ιλλυριόφωνοι λαοί επεκτάθηκαν και πάλι στην κοιλάδα του ποταμού Μάτι και την πεδιάδα της Μουζακιάς. Εκείνη την εποχή ήταν ήδη γνωστοί στους νότιους γείτονές τους ως Αλβανοί ή Αλβανίτες και η γλώσσα τους ως αλβανική. Κατά την διάρκεια του 10ου αιώνα οι κεντρικές περιοχές των Βαλκανίων...».5
            Να επιχειρήσω να εξηγήσω στην προβεβλημένη συγγραφέα και ειδική στα Βαλκανικά θέματα ότι η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και το Βυζάντιο δεν ήταν δύο διαφορετικά πράγματα, αλλά το Βυζάντιο ήταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, θα ήταν μάλλον ματαιοπονία. Όσο για το εκπληκτικό περί «ιλλυριόφωνων λαών», το αφήνω ασχολίαστο, όπως και το ότι τον 10ο αιώνα «οι ιλλυριόφωνοι λαοί [...] ήταν ήδη γνωστοί στους νότιους γείτονές τους ως Αλβανοί ή Αλβανίτες και η γλώσσα τους ως αλβανική». Όπως είναι γνωστό η πρώτη μνεία περί «Αρβανών» (και όχι Αλβανών) προσδιορίζεται  στα τέλη του 11ου αιώνα (που απλώς υποθέτουμε ότι ταυτίζονται με τους Σκιπετάρους), ενώ για την αλβανική γλώσσα μόλις τον 13ο αιώνα μ.Χ. 
            Και ένα τελευταίο «μαργαριτάρι»:
            «Μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού το 1180, το Βυζάντιο βυθίστηκε σε τέτοιο πολιτικό χάος, ώστε μία από τις ιλλυρικές φυλές (Σημ. ΔΕΕ: sic!), οι Αρβανοί, κατόρθωσε να ιδρύσει την ανεξάρτητη ηγεμονία του Αρβάνου...»!    
            Δυστυχώς, η παραπληροφόρηση και η άγνοια δεν τελειώνουν εδώ. Στις σελίδες που ακολουθούν η «αντικειμενικότητα» της συγγραφέως «πάει περίπατο», κατά την λαϊκή έκφραση και προπαγανδίζει ανοιχτά φιλοαλβανικές θέσεις με εκνευριστικό τρόπο:
            «Ο γιος του Σκεντέρμπεη, Ιωάννης, ήταν πολύ νέος για να συνεχίσει το έργο του πατέρα του. Έτσι προτίμησε (Σημ. ΔΕΕ: Ήταν δηλαδή ζήτημα προτίμησης;) να εγκατασταθεί στο βασίλειο της Νεαπόλεως. Μεγάλος αριθμός Αλβανών τον ακολούθησαν στην άλλη πλευρά της αδριατικής όπου δημιούργησαν πολλές αποικίες και έγιναν γνωστοί ως Αρμπερές. [...] Πολλά χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του 1770, ένας Άγγλος, ο Walter Swinsburne, ο οποίος επισκέφθηκε μερικά χωριά των Αρμπερές στην Καλαβρία μαρτυρεί πως είχαν διατηρήσει σε μεγάλο βαθμό τη γλώσσα και τα έθιμα της Αλβανίας. Εκείνη την εποχή ο αριθμός τους ανερχόταν σε 100.000 περίπου άτομα που ζούσαν σε εκατό περίπου χωριά, με κέντρο την Μπόβα, 30 μίλια από το Ρήγιο [Σημ. ΔΕΕ: Και αυτό λάθος. Η σωστή απόσταση είναι μόλις 15,6 μίλια]».6
            Δύο τινά μπορούν να συμβαίνουν όταν γράφονται αυτές οι απίστευτες ανακρίβειες: Είτε η εν λόγω κυρία δεν ξέρει τι της γίνεται είτε αναπαράγει σκόπιμα την αλβανική προπαγάνδα. Για όποιον έχει ασχοληθεί, έστω και ελάχιστα, για τους σημερινούς Γρεκάνους (Έλληνες) της νότιας Ιταλίας, πιθανότατα θα γνωρίζει ότι η ελληνικότατη Χώρα του Βούα ή Μπόβα (Bova) ιταλιστί, είναι μέχρι σήμερα το κέντρο της μίας από τις δύο ελληνόφωνες περιοχές της νότιας Ιταλίας (Καλαβρία-Απουλία)! Πού είδε λοιπόν τους Αρμπερές (δηλ. Αρβανίτες) και Αλβανούς (!) στην Μπόβα; Όσο για τον Άγγλο περιηγητή που αναφέρει, τα ιδιωματικά ελληνικά (γρεκάνικα) που άκουσε εκεί τα εξέλαβε πιθανότατα ως αλβανικά, έχοντας ασφαλώς πλήρη άγνοια των γλωσσών αυτών και έβγαλε το συμπέρασμα ότι πρόκειται περί Αλβανών. Η γνωστή  Wikipedia αναφέρει σχετικά«Bova (Calabrian Greek: Chòra tu Vùa) is a comune (municipality) in the Province of Reggio Calabria in the Italian region Calabria, located about 120 km southwest of Catanzaro and about 25 km southeast of  Reggio Calabria. It is one of the Greek (Griko dialect) speaking villages of Bovesia, one of the two Griko-speaking areas of southern Italy».
            [Η Μπόβα (στα ελληνικά της Καλαβρίας: Χώρα του Βούα) είναι μια κοινότητα στην Επαρχία του Ρηγίου της Καλαβρίας, ευρισκόμενη γύρω στα 120 χλμ ΝΔ του Καταντζάρο και γύρω στα 25 χλμ ΝΑ του Ρηγίου Καλαβρίας. Είναι ένα από τα ελληνόφωνα (διάλεκτος Γκρίκο) χωριά της Μποβεσίας, της μίας από τις δύο γρεκανόφωνες (Griko-speaking) περιοχές της νότιας Ιταλίας]
            Μερικά ακόμη παραδείγματα:
«Οι Σουλιώτες, που τότε αριθμούσαν 12.000 άτομα, ήταν Αλβανοί χριστιανοί»! (σελ. 45). Στην συνέχεια της ξεφεύγει και μια αλήθεια: «Στη διάρκεια αυτής της επίθεσης, οι Σουλιώτισσες μαζί με τα παιδιά τους ρίχτηκαν στον γκρεμό του Ζαλόγγου για να μή πέσουν στα χέρια τους».
            Η επί δεκαετίες διαβόητη πράκτορας των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών και των αγγλικών συμφερόντων στην Αλβανία Mary Edith Durham (1863-1944), σε συνεχή επαφή με την Βρετανική Πρεσβεία, αναφέρεται αόριστα ως: «αγγλίδα περιηγήτρια και υπέρμαχος των αλβανικών δικαίων»! (σελ. 64).
            Για τον πρωτεργάτη της αλβανικής αφύπνισης Αβδούλ Φράσερι αναφέρει ότι μετά από την σύλληψή του από τις οθωμανικές αρχές, η θανατική ποινή που του επεβλήθη, μετατράπηκε σε ισόβια δεσμά και «το 1885 απελευθερώθηκε από τον Σουλτάνο με την ευκαιρία γενικής αμνηστίας. Πέθανε το 1894». (σελ. 71-72). Ο Φράσερι δεν απελευθερώθηκε το 1885, αλλά αποφυλακίσθηκε και εκτοπίστηκε στην Κωνσταντινούπολη φρουρούμενος μέχρι τον θάνατό του, ο οποίος επήλθε στις 23 Οκτωβρίου του 1892 και όχι βεβαίως το 1894! Ο σεβασμός στα ιστορικά γεγονότα, αλλά και στις λεπτομέρειες δεν ανήκουν προφανώς στα προτερήματα της κυρίας!
            Σε επόμενες σελίδες (66, 121, 129, 133, 138 κ.ε.) η Βόρειος Ήπειρος αναφέρεται πάντοτε ως νότια Αλβανία, ενώ η κυρίως  Ήπειρος ως Τσαμουριά!
            Τα ελληνικά στρατεύματα διέπραξαν σφαγές (Πού; Πότε ακριβώς; Για ποιον λόγο;) όταν «κατέλαβαν ολόκληρη την νότια Αλβανία, συμπεριλαμβανομένης και της Κορυτσάς» (σελ. 133).
             Και παρακάτω: «Κατά την διάρκεια του πολέμου (Σημ. ΔΕΕ: αναφέρεται στον Α΄ Παγκόσμιο), ένας σημαντικός αριθμός Αλβανών μετανάστευσε στις ΗΠΑ, πολλοί για να γλιτώσουν από τις φρικαλεότητες που διέπρατταν οι Έλληνες στη Νότια Αλβανία» (σελ. 138).
            Στην σελίδα 133 δημοσιεύει μια επιστολή της Durham σε έναν συνάδελφό της κατάσκοπο, αξιωματικό της αντικατασκοπείας του Βρετανικού Ναυτικού (naval intelligence officer), τον Harry Hodgkinson, όπου αποκαλύπτεται ότι μαζί με έναν άλλο Άγγλο πράκτορα («ανταποκριτή») ονόματι Nevison βυσσοδομούσαν εναντίον της Ελλάδος, στέλνοντας αναφορές στην Πρεσβευτική Διάσκεψη του Λονδίνου ώστε να μη παραχωρηθεί η Κορυτσά στους Έλληνες. Όπως τονίζει η Durham: «Το τηλεγράφημα αυτό έσωσε την Κορυτσά».
            Οι δραστηριότητες της Durham δεν αποτελούσαν εξαίρεση. Μια άλλη αγγλίδα πράκτορας, η Margaret Masson Hardie Hasluck (1885-1948), διεδραμάτισε ανάλογο ρόλο στην Αλβανία στην διάρκεια του Α΄, στον Μεσοπόλεμο και στην διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όπως αναφέρει η Βίκερς:
            «Βασικός στόχος της ήταν η νίκη κατά των Δυνάμεων του Άξονα και δευτερευόντως, η εγκαθίδρυση φιλικού προς την Βρετανία καθεστώτος. Από τους πρωτεργάτες αυτής της απόφασης ήταν μια γυναίκα, η Margaret Hasluck, χήρα του διάσημου αρχαιολόγου (Σημ. ΔΕΕ: του Frederick William Hasluck, αναπληρωτή Διευθυντή της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής της Αθήνας), η οποία είχε ζήσει πάνω από δέκα χρόνια σε ένα μικρό εξοχικό στο Ελβασάν.[...] Οι Ιταλοί είχαν κάνει επανειλημμένα διαβήματα για την εκδίωξή της από την Αλβανία. Τρεις εβδομάδες πριν καταλάβουν την χώρα έστειλαν τον Μουσά Γιούκα να της ζητήσει να εγκαταλείψει την Αλβανία και να μεταβεί στην Ελλάδα, γιατί είχαν υποψίες πως ήταν πράκτορας της Βρετανίας. Από την Αθήνα πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου φυσικά (Σημ. ΔΕΕ: Εντελώς φυσικά και συμπτωματικά!) στρατολογήθηκε από την Βρετανική Μυστική υπηρεσία. Τελικά η κυρία Hasluck κατέληξε στό Κάιρο, όπου υπηρέτησε ως εκπαιδεύτρια των βρετανικών αποστολών στην Αλβανία».7
            Η Wikipedia όμως αναφέρει κάπως διαφορετικά όλη αυτήν την ρομαντική ιστορία που «σερβίρει» η Βίκερς:
 «Due to her intelligence work in World War I, she was forced to leave Albania for Athens when the Italians annexed the country in 1939. When Athens became unsafe, she moved to Istanbul as an observer and advised the British Government intelligence about the Albanian situation. Later she went to Cairo, always carrying the Albanian cause with her».
[Λόγω της κατασκοπευτικής της δραστηριότητας στην διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου εξαναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την Αλβανία για την Αθήνα, όταν οι Ιταλοί προσάρτησαν την χώρα το 1939. Όταν η Αθήνα έγινε (επίσης) ανασφαλής, μετακόμισε στην Κων/πολη ως παρατηρήτρια και συμβούλευσε την Υπηρεσία Κατασκοπείας της Βρετανικής Κυβέρνησης για την κατάσταση στην Αλβανία. Αργότερα μετέβη στο Κάιρο, ασχολούμενη πάντα με την αλβανική υπόθεση].              Κλείνοντας τις αναφορές μας στο βιβλίο της Βίκερς, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι οι «υπηρεσίες» της στην Αλβανία δεν εξαντλήθηκαν με το απαράδεκτο αυτό «πόνημα», αλλά συνεχίζονται μέχρι πρόσφατα. Καρπός αυτών των αόκνων προσπαθειών της είναι και η κατάπτυστη Έκθεσή της, τον Απρίλιο του 2002, η οποια εκδόθηκε από την Βρετανική Στρατιωτική Ακαδημία (Royal Military Academy Sandhurst) για τις «εθνικές και ιδιοκτησιακές διεκδικήσεις των Τσάμηδων κατά της Ελλάδος», η οποία αναφέρεται «στην σφαγή και την εκτόπιση των μουσουλμάνων εθνικά Αλβανών κατοίκων από την ελληνική επικράτεια στην διάρκεια των ετών 1912-1945» ( “for the massacre and expulsion of Muslim ethnic Albanian inhabitants from Greek territory during the period 1912-45”),8 ενώ επανήλθε στο θέμα με ένα άλλο άρθρο (τον Ιανουάριο του 2007), που εκδόθηκε από την Ακαδημία Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου (Defence Academy of the UK), όπου ισχυρίζεται ότι οι Τσάμηδες έχουν εξαντλήσει την υπομονή τους να επιλυθούν ειρηνικά οι διαφορές τους με την Ελλάδα και επομένως κάτι πρέπει να γίνει για την ικανοποίηση των αιτημάτων τους και προτείνει την ανάμειξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και των ΗΠΑ! Επικρίνει μάλιστα τους Αλβανούς πολιτικούς, οι οποίοι θεωρούν ότι το ζήτημα είναι οικονομικό και δεν πρέπει να μετατραπεί σε πολιτικό, που θα φέρει σε αντιπαράθεση τις δύο χώρες (When discussing the Cham problem with Albanian politicians, they usually argue that it should not be seen as a political confrontation with the Greek government, because it is an economic issue and there is no point transforming it into a political issue. However this is too simplistic and also incorrect, because the Chams see financial compensation as just one factor in their demands).9
[Συζητώντας το πρόβλημα των Τσάμηδων με Αλβανούς πολιτικούς, αυτοί συνήθως επιχειρηματολογούν ότι αυτό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολιτική αντιπαράθεση με την Ελληνική Κυβέρνηση, διότι πρόκειται για οικονομικό θέμα και δεν υπάρχει ανάγκη να μετατραπεί σε πολιτικό θέμα. Εντούτοις αυτό είναι πολύ απλουστευτικό, καθώς και ανακριβές, διότι οι Τσάμηδες αντιμετωπίζουν τις οικονομικές αποζημιώσεις ως μια μόνον παράμετρο των απαιτήσεών τους].
ΔΕΕ 

Σημειώσεις
1. Vickers, Miranda: The Albanians “I.B. Tauris” 1995
2. Vickers, Miranda: Οι Αλβανοί - «Οδυσσέας» σελ. 349 Αθήνα 1997
3.  Vickers, Miranda: Οι Αλβανοί ό.π. σελ. 21
4.  Ό.π. σελ. 22
5.  Ό.π. σελ. 23
5α. Βλ. Μιχαήλ Ἀτταλειάτη: Ἱστορία «...εἶχε γάρ καί Ῥωμαίων πολλῶν στρατιωτικόν, Βουλγάρων τε καί Ἀρβανιτῶν, καί οἰκείους ὑπασπιστάς οὐκ ὀλίγους...) σελ. 297, σειρές 20-21 καθώς και Άννας Κομνηνής: Αλεξιάς, μέρος Δ΄ VIII. 4 «Εκδόσεις Γεωργιάδη»
6.  Ό.π. σελ. 31-32
7.  Ό.π. σελ. 215-216
8. Vickers, Miranda: The Chams Issue-Albanian national and property claims in Greece – “Conflict Studies Research Centre” April 2002
9.  Vickers, Miranda: The Cham Issue - Where to Now? January 2007


Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης