Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Η ταυτότητα των κατοίκων των Σκοπίων του 15ου και 16ου αιώνα

Χάρτης του 1726 στον οποίον αποτυπώνονται τα όρια των διαφόρων χωρών της χερσονήσου του Αίμου επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τα όρια της Ελλάδος ξεκινούν από το Δυρράχιο περνούν λίγο νοτιότερα των Σκοπίων και καταλήγουν στην Καβάλα. Ανατολικότερα υπάρχει η Ρωμανία που περιλαμβάνει την Θράκη με τους ελληνικούς της πληθυσμούς, ενώ η Βουλγαρία καταλαμβάνει τις εκτάσεις βορείως της οροσειράς του Αίμου μέχρι τον Δούναβη. Δυτικά της είναι η Σερβία, ενώ στα βόρεια του Δούναβη υπάρχουν οι ηγεμονίες της Μολδαβίας και Βλαχίας, που αργότερα εντάχθηκαν στο βασίλειο της Ρουμανίας. Αξίζει να προσεχθεί ότι στην περιοχή της Ελλάδος περιλαμβάνεται η Μακεδονία ως γεωγραφικός προσδιορισμός.
ΔΕΕ

Η ταυτότητα των κατοίκων 
των Σκοπίων του 15ου και 16ου αιώνα  

Στα διασωθέντα Οθωμανικά έγγραφα του 15ου και 16ου αιώνα, η πλειοψηφία των κάτοικων των Σκοπίων προσδιόριζαν τους εαυτούς τους κυρίως ως Βαρνταριώτες, Αλβανούς, Τουρκομάνους, Καραμανλήδες, Κούρδους, αλλά ποτέ ως Μακεδόνες.
Η Ιστορία της πόλεως των Σκοπίων κατά την διάρκεια της Οθωμανικής Περιόδου, παραμένει στο μεγαλύτερο μέρος της άγνωστη. Ελάχιστες έρευνες έχουν γίνει για την Δημογραφική και Πολιτική κατάσταση της πόλεως εκείνη την περίοδο. Αυτές που ξεχωρίζουν είναι του Τούρκου Ακαδημαϊκού Χαλίλ Ιναλτσίκ και του ιστορικού Έραν Φρένκελ.
Στην έρευνα του τελευταίου, μέσα από οθωμανικά έγγραφα που αναφέρονται σε οθωμανικούς φόρους περιουσίας και διάφορα συμβόλαια σχετικά με εισοδήματα και ιδιοκτησίες της περιόδου 1450-1550, μπορούμε να έχουμε μια πιο καθαρή εικόνα για την ταυτότητα των κατοίκων της πόλεως των Σκοπίων. Τα Σκόπια της συγκεκριμένης περιόδου περιλαμβάνουν ένα πλήθος ανθρώπων από διαφορετικές εθνότητες, όπου κυρίαρχο στοιχείο είναι οι Οθωμανοί Τούρκοι (Δείτε σχετικό πίνακα παρακάτω). Ανάμεσα τους βρίσκονται αρκετοί με ρίζες από την μακρινή Ανατολία (Μ. Ασία). Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός πως υπάρχει ένα ποσοστό Μουσουλμάνων κατοίκων των Σκοπίων που αυτοπροσδιορίζονται ως Κούρδοι (Kurd), Tουρκομάνοι (Danishmend), Καραμανλήδες (Karamanli) και με άλλους γεωγραφικούς προσδιορισμούς από πόλεις της Μ. Ασίας. (Konyali, Bagdad, Kayserili, Bolulu, Saruhanli κ.α.).
Όσοι κάτοικοι προέρχονταν από γειτονικές περιοχές αυτοπροσδιοριζόντουσαν κυρίως ως Βαρνταριώτες (Vardarli) και Αλβανοί (Αrnavud), τα οποία ήταν και τα πιο διαδεδομένα. Φυσικά o προσδιορισμός “Μακεδόνας” δεν βρίσκεται πουθενά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το έτος 1544, το 80% του πληθυσμού των Σκοπίων ήταν Οθωμανοί Μουσουλμάνοι που αυτοπροσδιοριζόντουσαν ως Βαρνταριώτες, Αλβανοί, Τουρκομάνοι, Κούρδοι, Καραμανλήδες, αλλά ποτέ ως Μακεδόνες.

Εντυπωσιακά είναι τα μεγάλα ποσοστά των κατοίκων της πόλεως των Σκοπίων που ασπάστηκαν τον Ισλαμισμό και τα οποία ξεπερνάνε το 30% σε αρκετές περιπτώσεις.


Η Ιστορία του Οθωμανικού Εποικισμού στα Σκόπια

Η πόλη των Σκοπίων κατακτήθηκε από τον Τούρκο Πασά Γιγκίτ, την εποχή του Σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄ (1392). Ακόμα και πιο πριν από τις Οθωμανικές κατακτήσεις, τα εδάφη της τωρινής ΠΓΔΜ, είχαν γνωρίσει την ύπαρξη Τουρκικών φύλων όπως οι Ούζοι, Πετσενέγοι, Κουμάνοι, ενώ κατά τους τελευταίους αιώνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου είχαν εγκαταστήσει στην περιοχή του Βαρδάρη πληθυσμούς που έμειναν γνωστοί ως οι “Τούρκοι του Βαρδάρη”. Όμως ο πραγματικός τουρκικός εποικισμός, ο οποίος άλλαξε το δημογραφικό σκηνικό της πόλης πραγματοποιήθηκε κατά την διάρκεια της Οθωμανικής κατοχής. Θα μπορούσαμε να κατηγοριοποιήσουμε τον Εποικισμό από Οθωμανούς προερχόμενους από την Ανατολία (Μ. Ασία) σε δύο φάσεις:
(α) Την περίοδο 1391-1402
(β) Την περίοδο μετά το 1421
Όπως προαναφέραμε το έτος 1391 οι Οθωμανοί κατέλαβαν την πόλη των Σκοπίων. Η ουσιαστική Δημογραφική έκρηξη, Ισλαμοποίησης και Τουρκοποίησης ξεκίνησε αμέσως, με την τον ερχομό των πρώτων Οθωμανών εποίκων στην πόλη.
Όπως μας πληροφορεί ο Τούρκος ακαδημαϊκός Μεχμέτ Ινμπασί:
“Έχοντας στρατηγική σημασία μια και βρισκόταν στα σύνορα, η πόλις των Σκοπίων έγινε αντικείμενο συστηματικού Εποικισμού μετά την κατάκτηση [..]Είναι παρόλαυτα, προφανές οι Οθωμανικές κατακτήσεις έγιναν για να εποικιστούν [*αυτά τα μέρη]”
Ο Σουλτάνος Βαγιαζήτ Α΄ εγκατέστησε τους Μουσουλμάνους Τούρκους στην περιοχή ανάμεσα στα Σκόπια και το Νις. Σύμφωνα με τον Χαλίλ Ιναλτσίκ:
“Μέρη όπως τα Serez, Plovdiv, Babadag, Elbasan, Sarajevo, Silistre και Skopje ταξινομήθηκαν από τους Μπέηδες με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνουν Τουρκικές πόλεις. “
Οι εκτιμήσεις για τον πληθυσμό των Σκοπίων ανάμεσα στα έτη 1455 και 1569 ήταν:


Παρατηρήστε τα άκρως ενδιαφέροντα ποσοστά των Στατιστικών: Το έτος 1544, ο πληθυσμός των Σκοπίων ήταν… 80% Μουσουλμάνοι (Στο συντριπτικό ποσοστό Οθωμανοί Τούρκοι και σε ελάχιστο ποσοστό Αλβανοί) ενώ μόλις το 20% ήταν Χριστιανοί (Βούλγαροι, Έλληνες, Σέρβοι, κλπ) !!!
Η εν λόγω κατάσταση διατηρήθηκε μέχρι τον 19ο αιώνα:


Πηγές:

Έραν Φρένκελ, “Σκόπια – Από την Σερβική στην Οθωμανική Αυτοκρατορία: Προϋποθέσεις για την εμφάνιση μιας Βαλκανικής Μουσουλμανικής Πόλης“, 1986

Χαλίλ Ιναλτσίκ, “Η Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια κάτω από την Οθωμανική Αυτοκρατορία – Δοκίμια για την οικονομία και κοινωνία“,

Αναστασόφκσι, “Ισχυρισμοί για την Μακεδονική Ταυτότητα 1870-1912″

Μεχμέτ Ινμπασί, “Η πόλη των Σκοπίων και η Δημογραφική της δομή τον 19ο αιώνα”



Από τον έγκυρο και πάντα ενημερωμένο ιστότοπο:
http://history-of-macedonia.com/2010/04/12/skopia-istoria-tautotita-skopianon/





Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Οι προαιώνιες σχέσεις Μακεδονίας και Κρήτης


Οι προαιώνιες σχέσεις 
Μακεδονίας και Κρήτης

Του Γιώργου Παναγιωτάκη*

Είναι ιστορικά διαπιστωμένο το γεγονός, ότι οι σφυρηλατημένες σχέσεις και οι ακατάλυτοι δεσμοί Μακεδονίας και Κρήτης χρονολογούνται από τα προχριστιανικά κιόλας χρόνια. Και οι σχέσεις αυτές δεν προσδιορίζουν την φιλικότητα των δύο λαών, αλλά και το «όμαιμον», δηλαδή τη σχέση αίματος μεταξύ τους.

Σύμφωνα λοιπόν με τον Στράβωνα, οι Κρήτες που είχαν συνοδεύσει το Μίνωα στη Σικελία καταδιώκοντας τον Δαίδαλο, έφυγαν μετά τον εκεί θάνατο του Μίνωα και «ύστερον πεζή περιελθόντες τον Αδρία μέχρι Μακεδονίας, Βοττιαίους προσαγορευθήναι». Στη Βοττιαία επίσης κατέφυγαν κατά την ίδια παράδοση Κρήτες από την Κνωσό, με αρχηγό τον Βόττωνα. Η Βοττιαία ή Βοττία ή Βάτεια ήταν περιοχή της Μακεδονίας, που βρισκόταν μεταξύ του Αξιού, του Λουδία και του Θερμαϊκού Κόλπου.
Στη Βοττιαία αναμίχθηκαν Κρήτες, Αθηναίοι και Θράκες της Πιερίας. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι κοντά στη λίμνη Βόλβη, ο στρατηγός του Ξέρξη, Αρτάβαζος το 479 π.Χ., κατέσφαξε τους Βοττιαίους που επαναστάτησαν. 
Στο ίδιο μέρος βρισκόταν και «ο Κρητών τόπος», στον οποίο υπήρχε φρούριο και κατοικούνταν από Κρητικούς πρόσφυγες, που είχαν εκπατριστεί από τους Ενετούς. Εκτιμάται ότι αυτό προφανώς συνέβη κατά την Κρητική επανάσταση των Χορτατζών 1269-1273, στα πρώιμα δηλαδή χρόνια της Βενετοκρατίας. 
- Πλησίον της Θεσσαλονίκης υπήρχε τόπος με το όνομα «Κρητήνσιον».
- Κρήτες υπολογίζεται ότι είχαν ιδρύσει το χωριό Αξός στο νομό Πέλλας, που μας μεταφέρει στο ομώνυμο χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου Κρήτης.
- Μεταξύ Γουμένισσας και Ευρωπού Κιλκίς υπήρχαν 4 αρχαίες πόλεις, από τις οποίες η μία έφερνε το όνομα της αρχαίας δικής μας Γόρτυνας.

Στη Μακεδονία, την «προαιώνια αυτή ελληνική εστία», αναφέρεται και ο Βιτσέντζος Κορνάρος σ’ ένα κορυφαίο έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, τον «Ερωτόκριτο», απ’ όπου εξάγεται για άλλη μια φορά ακόμα το συμπέρασμα των καλών σχέσεων μεταξύ των δύο λαών. Σε κάποια φάση του αγώνα και πριν αναδειχθεί ο νικητής μεταξύ του κρητικού αρχοντόπουλου Χαρίδημου και του Μακεδόνα Νικόστρατου, διακόπτουν φιλικά τη μονομαχία, ανταλλάσσουν ασπασμό και ευγενικά μεταξύ τους λόγια.

Η στενή σχέση Μακεδονίας και Κρήτης είχε και άλλες ιστορικές διαστάσεις. Επιφανής Ναύαρχος του Μ. Αλεξάνδρου στις νικηφόρες διηπειρωτικές εκστρατείες του υπήρξε ο Νέαρχος από τη Λατώ. Ήταν κατά τον Γάλλο ιστορικό G. Radett ο «Κρης Οδυσσεύς». Αναγνωρίζοντας ο Αλέξανδρος τον καθοριστικής σημασίας ρόλο του Νεάρχου στην εκστρατεία του, τού απένειμε το χρυσό στεφάνι της αναγνώρισης και της τιμής, εναποθέτοντάς το στο κεφάλι του: «Ένθα και χρυσίω στεφάνω στεφανούται εξ Αλεξάνδρου Νέαρχος», μας πληροφορεί ο Αρριανός στην Αλεξάνδρου Ανάβασή του. Σύμφωνα τώρα με τον Αρριανό και πάλι, οιακοστρόφος, δηλαδή τιμονιέρης της ναυαρχίδας του Νεάρχου, ήταν επίσης ο Κρητικής καταγωγής Ονησίκριτος. Μέρος επίσης του στρατού τού Μ. Αλεξάνδρου αποτελούσαν οι περίφημοι Κρήτες τοξότες, γνωστοί για το θάρρος, την ανδρεία και την αποφασιστικότητά τους, αρετές τις οποίες θαύμαζε ο Μ. Αλέξανδρος. Η επίλεκτη αυτή πολεμική τάξη έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πραγματοποίηση των μεγαλόπνοων σχεδίων του. Αρχηγός των τοξοτών ήταν ο Κρητικής καταγωγής Ομβρίων, ο οποίος διαδέχθηκε τον Αντίοχο.
Δεν πρέπει να μας διαφεύγει επίσης η μεγάλη συμβολή του Αριστοτέλη στην ιστορία της Κρήτης κατά την κλασική περίοδο, ο οποίος διέσωσε ένα σημαντικό αριθμό πληροφοριών στα «Πολιτικά» του. Στην περίοδο αυτή, που η Κρήτη βρισκόταν σε απομόνωση και εσωστρέφεια λόγω της αποχής της από τα μεγάλα γεγονότα του υπόλοιπου ελληνικού χώρου, η Κρήτη θα παρέμενε σχεδόν άγνωστη. Το Λύκειο λοιπόν του Αριστοτέλη φώτισε την Κρήτη στην περίοδο αυτή.

Η Χριστιανική αύρα δια στόματος του Αποστόλου Παύλου, φύσηξε σχεδόν ταυτόχρονα στη Μακεδονία και την Κρήτη. Σε μεταγενέστερους χρόνους οι ιερομόναχοι ιδρυτές της ιστορικής μονής των Βλατάδων, Δωρόθεος και Μάριος Βλατής, ήταν Κρητικοί. Περιώνυμοι Κρήτες αγιογράφοι όπως ο Θεοφάνης, ο Συμεών, ο Τζώρτζης κ.ά. επανδρώνουν μοναστήρια της Μακεδονίας και καταλείπουν σημαντικό αγιογραφικό έργο, κυρίως στην Αθωνική Πολιτεία. 

Στους νεότερους χρόνους διαπιστώνεται το ενδιαφέρον των Μακεδόνων για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού από την Κρήτη, που πάλευε γι’ αυτό. Το 1827 ο Τόλιος Λάζος με 250 Μακεδόνες αναχωρούν με την αποστολή του Καλλέργη, για να συνδράμουν στον απελευθερωτικό αγώνα της Κρήτης. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχει ο Κριτοβουλίδης, 60 από τους πολεμιστές υπό την αρχηγία του Λάζου διηύθυναν προσωρινά την κρητική εξέγερση στη Γραμβούσα. Οι σχέσεις αυτές με τη διαχρονικότητά τους ανανεώνονται και στη Μεγάλη Κρητική Επανάσταση του 1866-69, στην οποία Μοναστηριώτες παίρνουν μέρος στον ιερό απελευθερωτικό αγώνα της Κρήτης.

Μια από τις ωραιότερες πτυχές της νεότερης ιστορίας μας καλύπτει ο Μακεδονικός Αγώνας. Ο ιδιότυπος αυτός αγώνας σφράγισε την πορεία όχι μόνο του ελληνισμού της Μακεδονίας αλλά και ολόκληρου του Ελληνισμού. Γιατί όπως λέχθηκε, ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν ένα νέο 1821. Εκείνος ήταν η ανάσταση του Ελληνικού Έθνους. Ο νέος αγώνας ήταν η ανάσταση της ελληνικής εθνικής συνείδησης και ιδέας. Στο ρόδισμα έτσι του 20ού αιώνα η Μακεδονία αντιμετώπιζε τον κίνδυνο του βουλγαρικού επεκτατισμού, που αποσκοπούσε στον εκσλαβισμό της και τον αφανισμό του ελληνισμού γενικότερα. Ένα ευρύτερο σχέδιο προπαγάνδας και τρομοκρατίας σε βάρος του ελληνισμού είχε τεθεί σε εφαρμογή, κάτω από το νυσταλέο βλέμμα και την εφεκτική στάση του Τούρκου κατακτητή.

Η Κρήτη δεν είχε συνέλθει ακόμα και δεν είχαν κλείσει οι πληγές της από τους μακροχρόνιους και εξαντλητικούς κατά των Τούρκων πολέμους. Ο κρότος των μαχητικών όπλων δεν είχε σιγήσει και η ιστορική μνήμη ήταν ζωντανή και άκαμπτη. Έβλεπε την υπόθεση της Μακεδονίας και δική της υπόθεση. Έτσι, στο μακρινό Μακεδονικό κάλεσμα δεν τήρησε αμέτοχη ή αδρανή στάση. Ανταποκρίθηκε αμέσως η Κρήτη αυθόρμητα, ανυστερόβουλα και με υψηλό αίσθημα ευθύνης. Κατέφθαναν λοιπόν κατά κύματα στη Μακεδονία μαχητές Κρητικοί, συνδέοντας το όνομά τους με το μεγάλο αυτό εθνικό αγώνα. Έναν αγώνα, που ήταν καθοριστικής σημασίας για τη σωτηρία και την επιβίωση του ελληνισμού της Μακεδονίας, με τους κινδύνους που την απειλούσαν. Ανταποκρίθηκαν λοιπόν οι Κρητικοί, γιατί όπως λέει σ’ ένα λυρικό ξέσπασμα ο Παύλος Γύπαρης:

Αχ! Όποιος έζησε σκληρά σ’ αγέρα σκλαβωμένο
Κι έφαγε με αίμα το ψωμί και δάκρυα ζυμωμένο,
Όποιος της μαύρης τής σκλαβιάς δοκίμασε τον πόνο
Σκλαβιά και πόνο τι θα πει εκείνος ξέρει μόνο.

Το κύριο βάρος του αγώνα το σήκωσε ο γηγενής πληθυσμός της Μακεδονίας. Πρωτοπόρα όμως ήταν και η συμμετοχή και δράση των Κρητών. Οι σχέσεις Μακεδονίας Κρήτης με τη μακρά και αταλάντευτη στενότητά τους, ανανεώθηκαν και πάλι, όταν η Μακεδονία ετοιμαζόταν να αποτινάξει τα μακροχρόνια τουρκικά δεσμά της. Μετά το θάνατο του πρωτοπόρου του Μακεδονικού Αγώνα, Παύλου Μελά, Γενικός Αρχηγός του Μακεδονικού Αγώνα ανέλαβε ο Ηρακλειώτης Ανθυπολοχαγός Γεώργιος Κατεχάκης (Ρούβας). Μετά τον τραυματισμό και την ασθένειά του, Γενικός Αρχηγός ανέλαβε ο Χανιώτης Γεώργιος Τσόντος (Βάρδας). Παρά τις ανυπέρβλητες δυσκολίες οι Κρήτες μαχητές, ως άγγελοι τιμωροί έπεφταν πάνω στους διαβόητους Βούλγαρους και Ρουμάνους Βοεβόδες, που καταπίεζαν τους ντόπιους και τους ανάγκαζαν να αλλαξοπιστήσουν, όπως παρατηρούσε σύγχρονος της εποχής. Κρήτες, που ο αριθμός τους έφτανε τους 700 από τους 3.000 που πήραν μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα, δεν επέστρεψαν στην Κρήτη. Τα ονόματα Τσόντος, Γύπαρης, Κατσίγαρης, Κλειδής, Βολάνης και τόσοι άλλοι, μας μεταφέρουν με τη δράση τους νοερά στην εποχή εκείνη.

Υπηρετώντας τις πνευματικές και τις ιστορικές αξίες αλλά και τις εθνικές προαιώνιες επιταγές, έπεσαν στα πεδία των μαχών, ως τιμημένο δώρο προς την αδελφή Μακεδονία.

Επιφανείς προσωπικότητες τονίζουν και εξαίρουν τη συμμετοχή και τον καθοριστικό ρόλο των Κρητών στον αγώνα αυτό. Μεταξύ αυτών ο Βασίλης Λαούρδας έγραφε: "...αν δε γινόταν η ελληνική αντεπίθεση από το 1903 έως το 1908, οι Βούλγαροι θα είχαν επιτύχει να εξοντώσουν τον Ελληνισμό της Μακεδονίας. Στην προσφορά του αίματος η Κρήτη είχε τη μερίδα του λέοντος. Οι Κρητικοί ήσαν εκείνοι που σήκωσαν το μεγαλύτερο μέρος του αγώνα και που πλήρωσαν με το αίμα τους την υπεράσπισιν των δικαίων της Μακεδονίας...".

Με τα ίδια ιδανικά που είχαν χαλκευτεί στο αμόνι των αγώνων και των θυσιών, αγωνίστηκαν και στους άλλους πολέμους που ακολούθησαν. Το 1912 η Κρήτη δεν είχε ακόμα ενωθεί με την Ελλάδα. Δεν είχε λοιπόν στρατιωτική υποχρέωση ως Αυτόνομη Πολιτεία. Αν και δεν είχε υποχρέωση, στην επιστράτευση του 1912, που αφορούσε την άλλη Ελλάδα, αυτόβουλα και απρόκλητα, υπακούοντας στην πρόσκληση της δικής τους εθνικής συνείδησης, προσήλθαν εθελοντικά, για να πάρουν μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους με τα άλλα βαλκανικά κράτη. Οι πόλεμοι αυτοί ως σκοπό, που τελικά επιτεύχθηκε, είχαν τη μεταξύ τους κατανομή των εδαφών, τα οποία κατείχαν οι Τούρκοι. Ο συνασπισμός των βαλκάνιων γειτόνων μας κατέληξε τελικά σε ελληνοβουλγαρικό πόλεμο λόγω των υπερβολικών αξιώσεων και παράλογων διεκδικήσεων της Βουλγαρίας σε βάρος ακραιφνών ελληνικών περιοχών. Με τη νικηφόρα λήξη του πολέμου υπέρ της Ελλάδας, υπογράφτηκε η Συνθήκη Ειρήνης του Βουκουρεστίου στις 28 Ιουλίου 1913 για να γίνει νέα ανακατανομή των βαλκανικών εδαφών.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, με τους οποίους αυξήθηκε κατά 68% η εδαφική έκταση της Ελλάδας και κατά 80% ο πληθυσμός της, δικαίωσαν τα όνειρα και τις εθνικές προσδοκίες του Ελ. Βενιζέλου, ο οποίος με τους επιδέξιους διπλωματικούς χειρισμούς του, πέτυχε αυτές τις ευνοϊκές για τη χώρα μας εξελίξεις.

Αξίζει να σημειώσουμε, ότι ένα τμήμα αιχμαλώτων από τους ηττημένους Βούλγαρους μεταφέρθηκε με εντολή του Βενιζέλου στην Κρήτη, όπου χρησιμοποιήθηκε σε διάφορα έργα. Η εθελοθυσία των Κρητικών που έχασαν τη ζωή τους στον Α΄και Β’ Βαλκανικό πόλεμο, καταγράφηκε στις ιστορικές δέλτους με τον αριθμό 453.

* Ο Γιώργος Παναγιωτάκης είναι συγγραφέας-ιστορικός ερευνητής 

Πρωτοδημοσιεύθηκε στην καθημερινή πρωινή εφημερίδα της Κρήτης ΠΑΤΡΙΣ
http://www.patris.gr/articles/237372?PHPSESSID=uqe3a6ap0cj37deo9nmabaacu6#.UTemdtaeOSo


Στο αρχικό άρθρο έγιναν ορισμένες αναγκαίες μικροδιορθώσεις
ΔΕΕ


Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Η Παράδοση του Ησυχασμού στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Τσεχίας και Σλοβακίας


Η Παράδοση του Ησυχασμού 
στην Ορθόδοξη Εκκλησία 
της Τσεχίας και Σλοβακίας
Μητροπολίτης Πράγας Χριστοφόρος

Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Τσεχίας και Σλοβακίας αποτελεί πνευματική κληρονομιά των αγίων ισαποστόλων αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου, φωτιστών των Σλάβων. Παρά τις ιεραποστολικές της ρίζες, οι οποίες εντοπίζονται ήδη στα μέσα του 9ου αιώνα, στη δραστηριότητα των Θεσσαλονικέων αδελφών Αποστόλων, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Τσεχίας και Σλοβακίας εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Ιστορία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με την ίδρυσή της ως αυτοκέφαλης Εκκλησίας, όταν οργανώθηκε το νέο κράτος των Τσέχων, Σλοβάκων και Ρώσων, η Τσεχοσλοβακία. Σε αυτήν τη διαδικασία πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε η Ρωσική Εκκλησία. Οι Ρώσοι ιεραπόστολοι, τον 19ο και 20ο αιώνα, αναγνώρισαν την τσεχική γλώσσα ως λειτουργική γλώσσα της Εκκλησίας και αυτοί ήταν που μας μετέδωσαν την ησυχαστική παράδοση, που επιβίωνε στη σκέψη των Ρώσων εκκλησιαστικών Πατέρων και συγγραφέων.

Αρχικά, η ησυχαστική παράδοση, στην Τσεχοσλοβακία, βρήκε πρόσφορο έδαφος για την καλλιέργεια και την ανάπτυξή της στη μονή του αγίου Ιώβ Počaevski, στο Ladomirov (Ανατολική Σλοβακία). Η Μονή αυτή ιδρύθηκε στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα από μοναχούς της ρωσικής μονής Počaevo, οι οποίοι είχαν αναγκαστεί να φύγουν από τη Ρωσία λόγω του νέου πολιτικού καθεστώτος που είχε επικρατήσει, του κομμουνιστικού. Πολύ σύντομα, η σκληρή άσκηση των αδελφών της νεοϊδρυθείσας μονής του Αγίου Ιώβ αποτέλεσε σημείο αναφοράς της Ορθόδοξης πνευματικότητας στο νεοϊδρυθέν, επίσης, κράτος της Τσεχοσλοβακίας.

Στη Μονή προσέρχονταν προς ένταξη νεαροί δόκιμοι, γόνοι οικογενειών της ευρύτερης περιοχής. Την ίδια περίοδο εντάχθηκε στην αδελφότητα της Μονής και ο μελλοντικός μητροπολίτης Λάβρος (Škurle) – μία σημαντική προσωπικότητα της Ρωσικής Εκκλησίας, εξορισμένος εκείνη την εποχή από το κομμουνιστικό καθεστώς. Η αδελφότητα της Μονής, παράλληλα με τον πνευματικό βίο, δραστηριοποιήθηκε στον τομέα της αγροτικής παραγωγής, ενώ ανέπτυξε και εκδοτική δραστηριότητα. Ειδικά κατά την εποχή του Μεσοπολέμου, η εκδοτική τους δραστηριότητα έγινε ευρέως γνωστή όχι μόνο σε Τσεχοσλοβακία, αλλά και σε ολόκληρο τον Ορθόδοξο κόσμο, με την έκδοση ημερολογίων, λειτουργικών βιβλίων και βιβλίων με γενικότερο πνευματικό περιεχόμενο. Λίγο πριν το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι αδελφοί της Μονής βρέθηκαν στο Μόναχο της Γερμανίας και από εκεί κατέληξαν στην Αμερική, όπου εγκαταστάθηκαν στη Jordanville.

Γερμανοί στρατιώτες επιχείρησαν να γκρεμίσουν τη μονή του Αγίου Ιώβ, στο Ladomirov. Μονάχα ο ναός του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, όπου φυλάσσονταν τα ιερά λείψανα του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου σώθηκε, ως εκ θαύματος. Έκτοτε η Μονή δεν αναστηλώθηκε ποτέ και σήμερα είναι ζωντανή μόνο η ανάμνηση των πνευματικών επιτευγμάτων της μοναστικής αδελφότητας του Ladomirov. Ο τελευταίος ηγούμενος της Μονής Ιγνάτιος (Čokin) κοιμήθηκε σε ηλικία ογδόντα ετών, στην κτισμένη από τον ίδιο μικρή Μονή κοντά στο Ulič Krive.

Στη Σλοβακία, σήμερα, υπάρχει μόνο μία Μονή. Βρίσκεται στην πόλη Komarno και υπάγεται στη διοίκηση της τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητας. Το οικοδομικό συγκρότημα της Μονής έχει κτιστεί από Ορθόδοξους Σέρβους, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει την πατρίδα τους, για να εγκατασταθούν στην Αυστροουγγαρία μερικούς αιώνες νωρίτερα.

Ο πρώτος φορέας της ησυχαστικής παράδοσης στο χώρο της Τσεχίας είναι ο νεομάρτυρας Gorazd-Pavlik (†1942). Πνευματική του κατάρτιση έλαβε στη Fruška Gora (περιοχή της Σερβίας), όπου και έγινε η μοναχική του κουρά το 1921. Αργότερα, αναδείχθηκε επίσκοπος της νέας επαρχίας Moravsko-Slezska. Εκείνη την περίοδο σχεδίαζε να ανεγείρει Μονή, κατά την παράδοση των σερβικών Μονών στο Stremičko της Βόρειας Μοραβίας, σχέδιο όμως που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ τελικά.

Επόμενος φορέας της ησυχαστικής παράδοσης στα Τσέχικα εδάφη υπήρξε ο αρχιεπίσκοπος Σαββάτιος (Vrabets), ο οποίος υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αυτός, μάλιστα, ήταν εκείνος που συνέταξε τον Τόμο Αυτονομίας της Εκκλησίας του, τον οποίο ενέκρινε, το 1923, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί πατριαρχίας Μελετίου Δʹ Μεταξάκη (1921-1923). Ως δώρο από την Κωνσταντινούπολη, ο αρχιεπίσκοπος Σαββάτιος έλαβε τη θαυματουργό εικόνα της Παναγίας, αγιογραφημένη πάνω σε δέρμα, την οποία μετέφερε στη χώρα του και την αφιέρωσε στη γυναικεία Μονή Čumalevskaya, στην Υπο-Καρπαθιακή Ρωσία [περιοχή που σήμερα βρίσκεται μοιρασμένη στη Σλοβακία και τη Ρουμανία].

Κατά την περίοδο που ακολούθησε, αυτή των διωγμών κατά της Εκκλησίας, την έκτη και έβδομη δεκαετία του 20ού αιώνα, οι εχθροί του Χριστού δεν κατάφεραν να κλείσουν τη μονή Čumalevskaya, η οποία, μάλιστα, μετατράπηκε σε πραγματική Λαύρα, σε Μονή-μητέρα για τις υπόλοιπες γυναικείες Μονές και Σκήτες στην Τσεχοσλοβακία. Η δύναμη της πνευματικής παράδοσης αυτής της Μονής πήγαζε από την ησυχαστική πνευματική παράδοση. Επίσης, με την ευλογία του αρχιεπισκόπου Σαββατίου ανηγέρθη Μονή στο λόφο Voznesenskoe. Ο αρχιεπίσκοπος Σαββάτιος ανήγειρε ακόμα μερικές Μονές στην Υπο-Καρπαθιακή Ρωσία, με την πνευματική βοήθεια του πνευματικού του πατέρα, του μητροπολίτη Αντωνίου (Chrapovitski).

Στη μεταπολεμική Τσεχία, η ησυχαστική παράδοση επιβίωσε μόνο στις επαρχίες, οι οποίες είχαν ή τις επισκέπτονταν τακτικά ιερείς, επειδή οι πολιτικές Αρχές δεν επέτρεπαν την ανέγερση νέων Μονών. Μόλις στη δεκαετία του ’90, μειώθηκε ο κρατικός έλεγχος, στον οποίο υπέκειτο η Ορθόδοξη Εκκλησία, και έτσι άρχισε μια νέα εποχή καλλιέργειας και ανάπτυξης της ησυχαστικής παράδοσης στη χώρα μας, με τη σταδιακή ίδρυση, τα τελευταία χρόνια, ανδρικών και γυναικείων Μονών. Πρώτη ήταν η γυναικεία μονή της Παναγίας, στο Vilemov. Ακόμη και σήμερα, η αδελφότητα της Μονής αυτής ζει με την παρακαταθήκη της πνευματικής παράδοσης του Ρουμάνου γέροντα Κλεόπα. Αυτός ο σπουδαίος ασκητής, κορυφαίος εκπρόσωπος του νεώτερου Ρουμανικού Μοναχισμού, είχε δώσει την ευλογία του για την ίδρυση της μονής της Παναγίας, στο Vilemov. Μάλιστα, στη Μονή η λατρευτική ζωή, μέχρι και σήμερα, ακολουθεί το τυπικό της ρουμανικής ησυχαστικής παράδοσης.

Άλλο πνευματικό κέντρο καλλιέργειας της ησυχαστικής παράδοσης στην τοπική Εκκλησία μας είναι η περιοχή Chruba Vr’bka. Σε αυτήν την κοινότητα, κάτω από τα Λευκά Καρπάθια της Μοραβικής Σλοβενίας, γεννήθηκε, το 1876, ο νεομάρτυρας Gorazd. Για πολλά χρόνια, εκεί πραγματοποιούνται ετήσιες τοπικές εκκλησιαστικές σύνοδοι. Μετά από κάποιο διάστημα, πετύχαμε να μας παραχωρηθούν επιπλέον κτήρια για τις ανάγκες της εκκλησιαστικής μας ζωής. Επίσης, ανεγείραμε παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον νεομάρτυρα Gorazd.

Το επόμενο στάδιο ήταν η ανέγερση Μονής. Πρώτος ηγούμενος διετέλεσε ο Κύριλλος (Pospišil). Η μοναστική αδελφότητα ήταν εμπνευσμένη τόσο από τη ρωσική πνευματική παράδοση, όσο και από την αγιορειτική. Μάλιστα, το κτηριακό συγκρότημα της Μονής εγκαινιάστηκε από Σιμωνοπετρίτες ιερομονάχους. Ακόμη και σήμερα, η μοναστική αδελφότητα προσελκύει πολλούς κοσμικούς για πνευματικές συζητήσεις. Τελούνται συχνά αγρυπνίες, ενώ αποτελεί και τόπο συνάντησης της νεολαίας. Οι νέοι μας μαθαίνουν έτσι πολλά για την ησυχαστική παράδοση και γενικότερα για την πνευματική ζωή.

Στο πρόσφατο παρελθόν ανηγέρθη μία ακόμη γυναικεία Μονή, στο Luče, κοντά στο Karlovi Vari (Τσεχία). Σε αυτήν εγκαταβιούν μοναχές που βιώνουν τη συνεχή προσευχή, οι οποίες ήρθαν από τη μονή Čumalevo. Η μοναστική αυτή αδελφότητα ακολουθεί το αγιορειτικό τυπικό. Στο λόφο Dubsko, τα τελευταία έτη του 20ού και τα πρώτα του 21ου αιώνα, ιδρύθηκε η σκήτη του Αγίου Νικολάου, στην οποία, εδώ και πολλά χρόνια, ζει και προσεύχεται η ερημίτισσα μητέρα Νεκταρία. Η άσκησή της συνίσταται στη συνεχή προσευχή. Συνοδεύει με την προσευχή της όλους τους επισκέπτες από τα κοντινά χωριά και έτσι έγινε, πραγματικά, παράδειγμα πνευματικότητας για όλους όσοι είχαν την ευκαιρία να τη γνωρίσουν από κοντά και να γνωρίσουν έτσι τη δύναμη της ησυχαστικής παράδοσης.

Εκτός από κάποιες ανδρικές Μονές στη Βόρεια Τσεχία και στη Μοραβία, πρόσφατα στο δάσος Slavovki, κοντά στο Marianski Lazni, ιδρύθηκε η Σκήτη της Μεταμόρφωσης του Κυρίου. Οι μοναχοί, που εγκαταβιούν σε αυτήν, ακολουθούν τη μοναχική παράδοση του Μαυροβουνίου και ασχολούνται με την αγιογραφία και την αγροτική ζωή. Η μοναχική κουρά όλων έγινε στη μεσαιωνική μονή της Tsetini, στη Σερβία.

Από τη μελέτη μας προκύπτει ότι η τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία μας οφείλει την ύπαρξή της στη Ρωσική Εκκλησία, αλλά εμπλουτίστηκε πνευματικά από την παράδοση της Σερβικής και της Ρουμανικής Εκκλησίας. Σήμερα, ο πιο γνωστός και αγαπητός άγιος των πιστών μας είναι ο μυστικός διδάσκαλος και φωτιστής Σεραφείμ του Σάρωφ.

Την εποχή της αθεϊστικής προπαγάνδας, οι πιστοί αντλούσαν πνευματική δύναμη από τις ιστορίες των προσκυνητών, οι οποίες ήταν στη διάθεσή των χριστιανών μόνο σε μορφή πρόχειρων αντιγράφων. Οι Ορθόδοξοι χριστιανοί, ακόμη και όταν δεν υπήρχαν ιερείς ή θεολόγοι, προσπαθούσαν να μάθουν προσευχές και την παράδοση της ασκητικής ζωής από τα βιβλία, που διαδίδονταν από χέρι σε χέρι. Έτσι, εκπληρώθηκαν οι προφητικοί λόγοι του αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ, ότι «θα έρθει καιρός που δεν θα υπάρχουν γέροντες και δάσκαλοι, αλλά οι πιστοί θα πορίζονται πλούσια την πνευματική εμπειρία από τα βιβλία, κατά τις παραδόσεις των εκκλησιαστικών ποιμένων και δασκάλων».

Παρ’ όλο που σήμερα πραγματοποιούνται πολύ συχνά προσκυνηματικές επισκέψεις σε πολλές ορθόδοξες Μονές στην Τσεχία και τη Σλοβακία, πολλοί Τσέχοι και Σλοβάκοι ορθόδοξοι χριστιανοί πραγματοποιούν προσκυνηματικά ταξίδια και στο εξωτερικό, κυρίως στη Ρωσία, τη Σερβία και τη Ρουμανία. Τέτοια προσκυνηματικά ταξίδια είναι μεγάλη ευλογία για όλους, καθώς οι συμμετέχοντες σε αυτά μοιράζονται, μετά την επιστροφή τους, τα βιώματα και τις πνευματικές τους εμπειρίες με άλλους αδελφούς μας.

Η Ορθοδοξία και η ησυχαστική της παράδοση δεν έχουν σύνορα, αλλά έχουν ζωντανούς αντιπροσώπους, που μεταδίδουν αυτήν την παράδοση και την κάνουν ζωντανή και προσιτή στον κόσμο, παρέχοντας πλουσιοπάροχα τη θεία ευλογία και χάρη.

Μετάφραση: Φώτης



Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Γιατί στήν Σπάρτη δέν εὑρέθησαν ναοί;


Γιατί στήν Σπάρτη δέν εὑρέθησαν ναοί;

Δέν ἀναρωτηθήκατε ποτέ γιατί δέν ἔχει μείνει κάποιο ἀρχαιολογικό εὕρημα στήν Σπάρτη; Δέν εἶχε ναούς ἡ Σπάρτη; Ἀγάλματα; Μνημεῖα; Εἶχε βεβαίως! Ἁπλῶς «φρόντισε» ἕνας Ἀββὰς νὰ τὰ ἐξαφανίσῃ, διαλύοντας τὰ πάντα. Ὁ ἀββὰς λοιπὸν Μισὲλ Φουρμόντ, ἀπεσταλμένος τοῦ Λοδοβίκου ΙΕ΄, ὥστε νὰ συλλέξῃ βυζαντινὰ χειρόγραφα, τὸ 1729, ἔφθασε στὴν Σπάρτη. Χρειάστηκε 53 ἡμέρες γιὰ νὰ καταστρέψῃ τὰ πάντα!
Ἀκολουθεῖ ἡ ἐπιστολή του πρὸς τὸν κόμητα Maurepas…
Κύρος Μανούσκας


“επί 30 μέρες και πλέον 30, 40 και 60 εργάτες εκθεμελιώνουν, καταστρέφουν, εξαφανίζουν την πόλη της Σπάρτης. Μου υπολείπονται 4 μόνον πύργοι να καταστρέψω… Προς το παρόν ασχολούμαι με την καταστροφή των τελευταίων αρχαιοτήτων της Σπάρτης. Καταλαβαίνετε (αποτείνεται στο Maurepas) τι χαρά δοκιμάζω. (!)
Αλλά να η Μαντινεία, η Στυμφαλία, η Τεγέα και ιδιαίτερα η Νεμέα και η Ολυμπία αξίζουν την εκ βάθους εκθεμελίωση. (!) Έκανα πολλές πορείες αναζητώντας αρχαίες πόλεις αυτής της χωράς και έχω καταστρέψει μερικές. Ανάμεσα τους την Τροιζηνα, την Ερμιόνη, την Τύρινθα (tyrins στο χειρόγραφο αντί tiryns), τη μισή ακρόπολη του Άργους, τη Φλιασιά, το Φενέο…
Εισέδυσα στη Μάνη. Εδώ και έξι εβδομάδες ασχολούμαι με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης! Γκρεμίζοντας τα τείχη, τους ναούς της, μην αφήνοντας πέτρα στην πέτρα θα κάνω και την τοποθεσία της άγνωστη στο μέλλον, για να την ξανακάνω εγώ γνωστή. Έτσι θα δοξάσω το ταξίδι μου. Δεν είναι αυτό κάτι;”.


Και πιο κάτω: “η Σπάρτη είναι η πέμπτη πόλη που κάτεσκαψα. Δεν θέλω να αφήσω λίθο επί λίθου. Δεν ξέρω αν υπάρχει στον κόσμο πράγμα ικανό να δοξάσει μια αποστολή περισσότερο από του να σκορπίσεις στους ανέμους τη στάχτη του Αγησιλάου, από το ανακαλύψεις τα ονόματα των εφόρων, των γυμνασιαρχών, αγορανόμων, φιλοσόφων, γιατρών, ποιητών, ρητόρων, διάσημων γυναικών, ψηφίσματα της Γερουσίας, τους νόμους του Λυκούργου. Ασχολούμαι τώρα με την καταστροφή των βαθύτερων θεμελίων του ναού του Αμυκλαίου Απόλλωνα. Θα κατέστρεφα και άλλους αρχαίους τόπους το ίδιο εύκολα, αν με άφηναν. Τον πύργο τον γκρέμισα ολοκληρωτικά.”
Για την Τροιζήνα αναφέρει: “γκρέμισα ότι απέμεινε από τα οχυρά και τους ναούς της.”. Και με απίστευτη αφέλεια ομολογεί: “από τους περιηγητές που προηγήθηκαν δεν θυμάμαι να τόλμησε κανείς να κατεδαφίσει πύργους και άλλα μεγάλα κτίρια! Εγώ δεν μοιάζω με αυτούς που τρέχουν από πόλη σε πόλη για ιδούν. Πρέπει να παίρνω χρήσιμα πράγματα”.
Και πώς δικαιολογείται; 
Στις 20 Απριλίου 1730, ο Fourmont γράφοντας στον πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη Βιλλενεβέ, δικαιολογεί τους βανδαλισμούς του στην Σπάρτη σαν εκδίκηση, από την κακή απέναντί του συμπεριφορά των Μανιατών: ”Βρίσκομαι σε έναν φοβερό τόπο, στην περίφημη Μάνη. Κακός λαός και είμαι ευτυχής που γλίτωσα. Έφυγα από την βάρβαρη πατρίδα τους χωρίς να αποκομίσω τίποτα αξιόλογο, τίποτα για να βγουν τουλάχιστον τα έξοδά μου. Για να ξεσπάσω, για να εκδικηθώ αυτό το σκλυλολόι, ρίχτηκα πάνω στην αρχαία Σπάρτη. Δεν ήθελα να μείνει τίποτα από την πόλη που έκτισαν οι πρόγονοί τους. Την έσβησα, την ανασκάλεψα, την ξεθεμελίωσα, δεν έμεινε λίθος επί λίθου”, και συνεχίζει: ”Την ισοπέδωσα λοιπόν με κάθε επισημότητα. Και αυτό προκάλεσε το θαυμασμό των Τούρκων, ενώ οι Έλληνες λύσσαξαν και οι Εβραίοι έμειναν κατάπληκτοι. Είμαι ήσυχος, πολύ περισσότερο γιατί απόκτησα από το ταξίδι μου πράγματα ικανά να βοηθήσουν και να θαμπώσουν όλους τους σοφούς”.

Όλα τα ημερολόγια, χειρόγραφα και επιγραφές βρίσκονται στην Βασιλική Βιβλιοθήκη στο Παρίσι.

[...]

Πηγή: http://www.logiosermis.net/2013/10/blog-post_23.html#ixzz2iZPiTsKa



ΜΙΑ ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ 
Πως εξαφανίστηκε η Αρχαία Σπάρτη;

Θησαυροί της αρχαίας ελληνικής τέχνης καταστραφήκαν και λεηλατηθήκαν, όπως είναι γνωστό, από Ρωμαίους, Φράγκους σταυροφόρους, από τον Ενετό στρατηγό Μοροζίνι και από τον Άγγλο (Σκώτο για την ακρίβεια) Έλγιν. 
Εξίσου μεγάλη καταστροφή επήλθε από περιηγητές και απεσταλμένους μουσείων, πανεπιστημίων και βασιλιάδων της Ευρώπης, που ήλθαν στην Ελλάδα στους χρόνους της τουρκοκρατίας, για να αποθησαυρίσουν νομίσματα, χειρόγραφα, επιγραφές και έργα τέχνης.
Όλους αυτούς υπέρβαλε σε απληστία και σε καταστροφές που προκάλεσε στους προγονικούς θησαυρούς της Ελλάδας ο αββάς Michel Fourmont (1690-1746), απεσταλμένος του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου IE'. Ο αββάς Fourmont ξεπερνάει και τον Έλγιν όσο αφορά στο βάναυσο τρόπο της καταστροφής των μνημείων, που κυριολεκτικά αφάνισε, αλλά και στον απίστευτο αριθμό των αρχαιοτήτων που κατάστρεψε.
Στην προσπάθειά του να φανεί αρεστός στο βασιλιά του και να εξασφαλίσει αποκλειστικά για εκείνον μονό το δικαίωμα της μελέτης και της ερευνάς επιγραφών και μνημείων, μετά την καταγραφή τους επιδιδόταν με, παρανοϊκή στην κυριολεξία, μανία στην καταστροφή τους επιχαίροντας μάλιστα γι' αυτήν. Ο Fourmont αναζήτησε επιγραφές στην Αθηνά, στη Σαλαμίνα, στα Μέγαρα και στην Πελοπόννησο, οπού διείσδυσε ακόμη και στα αγριότερα μέρη της Μάνης.
Ο ίδιος ομολογεί σε χειρόγραφο του, που σώζεται μαζί με το ημερολόγιο του, ότι συγκέντρωσε πάνω από 1.500 επιγραφές στην περιήγηση του το 1729 στην Ελλάδα. Σε επιστολή του προς τον κόμη Maurepas, o Fourmont καυχιέται ότι κατέστρεψε (!) τις επιγραφές, για να μην αντιγραφούν από μελλοντικό περιηγητή! (...) 
Όσα γραφεί ο Fourmont για την καταστροφή που έκανε στη Σπάρτη εξηγούν και τη σπανιότητα των αρχαιοτήτων σήμερα στη φημισμένη πόλη.


[...]
Παρανοϊκός; ημιμαθής; φανατικός εχθρός του αρχαίου πνεύματος; δεν ξέρει κανείς την ακριβή απάντηση. Ίσως λίγο από όλα.Το βέβαιο ωστόσο είναι πως η καταστροφή που προκάλεσε είναι κολοσσιαία και σ' αυτήν οφείλεται η εξαφάνιση της αρχαίας Σπάρτης, της Τροιζήνας και της Ερμιόνης. Σύμφωνα με τα στοιχεία, που ο ίδιος δίνει, μόνο στη Σπάρτη πλήρωσε 1.200 ημερομίσθια για το γκρέμισμα των μνημείων και των κτιρίων που σώζονταν ακόμη. Ανατριχιάζει κανείς με τη σκέψη ότι θα μπορούσε ο Fourmont να μεταφέρει το βαρβαρικό μένος στην Ολυμπία, που την επίσκεψη της μάλιστα είχε προγραμματίσει. Αλλά ανακλήθηκε, ευτυχώς, στη Γαλλία λίγο αργότερα. (...)

περιοδικο "αρχαιολογία", τευχος 9, αυγουστος 1983, σελίδες 93-94.



Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Οριάνα Φαλάτσι: "Αν δεν πολεμήσουμε, η Τζιχάντ θα νικήσει"


Οριάνα Φαλάτσι: "Αν δεν πολεμήσουμε, 
η Τζιχάντ θα νικήσει"

Το πρόσωπο του ισλαμισμού μέσα από τα μάτια της «προφητικής» Οριάνα Φαλάτσι 

Οι μουσουλμάνοι και η «ημισεληνοφορία» 
κατά της Δύσης
Του Περικλή Αθηναίου

Πολλοί είναι εκείνοι που δικαιώνονται μετά θάνατον. Οι πραγματικές αυθεντίες, οι άνθρωποι που όντως είχαν κάτι καινούριο ή «αιρετικό» για τα δεδομένα της εποχής τους να πουν, πολεμήθηκαν εν ζωή, άσχετα αν τιμήθηκαν ή όχι. Η Οριάνα Φαλάτσι όμως δικαιώθηκε. Πριν από μία δεκαετία, με τα γραπτά της μας προειδοποίησε για τα αποτελέσματα της μαζικής μετανάστευσης μουσουλμάνων στη Γηραιά Ήπειρο («η εγκατάστασή τους μοιάζει με την εγκατάσταση των Μαυριτανών στην Πορτογαλία και στην Ισπανία πριν από χίλια χρόνια»), τα δεινά που επέρχονται εξαιτίας του φαινομένου, αλλά και για μια σύγκρουση η οποία αποκτά ολοένα και περισσότερο θρησκευτική χροιά. Και η Ιταλίδα δημοσιογράφος, συγγραφέας του μυθιστορήματος Ινσαλλάχ (Εξάντας, Αθήνα 1992) που άφησε εποχή, γνώρισε το Ισλάμ εκ του σύνεγγυς και «δικαιούται δια να ομιλεί». Περάσαμε, λοιπόν, στην εποχή της «ημισεληνοφορίας» κατά της Δύσης, με την εκούσια ή ακούσια συνδρομή –με στοιχεία ανίερης συμμαχίας–, μάλιστα, δογματικών δυτικών φιλελεύθερων, αλλά και μαρξιστογενών;

Η προειδοποίηση

Το βιβλίο Οργή και Περηφάνια (Γκοβόστης, Αθήνα 2003) της Ιταλίδας δημοσιογράφου είναι καταγγελτικό και συνιστάται η ανάγνωσή του την ώρα που η Δύση συντάσσεται εκ νέου και αδικαιολόγητα με την πιο σκληρή εκδοχή του σουνιτικού Ισλάμ. Έγραψε η Φαλάτσι για τις προηγούμενες επεμβάσεις: «Είναι μια πολιτιστική, μια θρησκευτική διαμάχη. Και οι στρατιωτικές μας επιτυχίες δεν πρόκειται να βάλουν φρένο στην επιθετικότητα της ισλαμικής τρομοκρατίας. Αντίθετα μάλιστα, την ενθαρρύνουν. Την εξοργίζουν, την πολλαπλασιάζουν. Τα χειρότερα δεν τα έχουμε δει ακόμη». Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου αρχίζουν οι προειδοποιήσεις: «Στην Ευρώπη, τα τζαμιά που πολλαπλασιάζονται, όχι χάρη σε κάποιον ακλόνητο σεβασμό για κάθε θρησκεία, αλλά υπό τη σκέπη ενός αναγεννημένου φανατισμού και ενός ξεχασμένου λαϊκισμού, κυριολεκτικά βρίθουν από τρομοκράτες ή υποψήφιους τρομοκράτες». Και σημειώνει πως «στη σημερινή Ιταλία και Ευρώπη όμως, οι μετανάστες έρχονται όποτε τους αρέσει και όποτε θέλουν. Τρομοκράτες, κλέφτες, βιαστές, πρώην κατάδικοι, πόρνες, ζητιάνοι, έμποροι ναρκωτικών, άτομα με μεταδοτικές ασθένειες. Δεν ελέγχεται το ιστορικό ούτε καν εκείνων που παίρνουν άδεια εργασίας. Από τη στιγμή που περνούν τα σύνορα, τους παρέχεται φιλοξενία, τροφή και ιατρική περίθαλψη, με επιβάρυνση των γηγενών». Αποτυπώνει, δε, το κλίμα της εποχής μας, λέγοντας πως «στο όνομα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν μπορείς καν να διατυπώσεις τις υποψίες σου για κάποιον που έχει αραβικά χαρακτηριστικά. Αλλιώς κατηγορείσαι αμέσως για αδιαλλαξία, προκατάληψη, ρατσισμό…».

Ο κίνδυνος
Για τους μουσουλμάνους, η Οριάνα Φαλάτσι τονίζει πως «οι καλύτερα εκπαιδευμένοι και οι πιο ευφυείς από αυτούς δεν μένουν στις μουσουλμανικές χώρες ούτε σε σπηλιές στο Αφγανιστάν ή σε τζαμιά στο Ιράν ή το Πακιστάν. Βρίσκονται στις δικές μας χώρες, στις δικές μας πόλεις, στα πανεπιστήμιά μας, στις επιχειρήσεις μας. Έχουν εξαιρετικές σχέσεις με τις Εκκλησίες μας, τις τράπεζές μας, τους τηλεοπτικούς σταθμούς μας, τις εφημερίδες μας, τους εκδότες μας, τις ακαδημαϊκές ή συνδικαλιστικές οργανώσεις μας και με τα πολιτικά μας κόμματα. Φωλιάζουν στα γάγγλια της τεχνολογικής μας υποδομής. Κι ακόμη χειρότερα, ζουν στην καρδιά μιας κοινωνίας που τους φιλοξενεί χωρίς να διερωτάται για τη διαφορετική νοοτροπία τους, χωρίς να ελέγχει τις κακές προθέσεις τους, χωρίς να τιμωρεί το σκοταδιστικό φανατισμό τους. Μια κοινωνία που τους δέχεται χάρη στο ανεκτικό πνεύμα της Δημοκρατίας της, στην ανοιχτόμυαλη και απεριόριστη επιείκειά της, στη χριστιανική συμπόνια της, στις φιλελεύθερες αρχές της και στους πολιτισμένους νόμους της… Κατά τη διάρκεια μιας Συνόδου που έγινε στο Βατικανό τον Οκτώβριο του 1999, για να συζητηθούν οι σχέσεις μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων, ένας επιφανής και πολυμαθής εκπρόσωπος του Ισλάμ άφησε άναυδο το ακροατήριο, λέγοντας με άνεση και αυθάδεια: “Μέσω της Δημοκρατίας σας θα σας κυριεύσουμε, μέσω της θρησκείας μας θα σας επιβληθούμε”».

Ο πόλεμος
Όσο για τον πόλεμο «που έχουν κηρύξει οι γιοι του Αλλάχ εναντίον της Δύσης», αυτός έχει κατά τη Φαλάτσι «ήδη αρχίσει και θα συνεχιστεί. Μέχρι την τελευταία πνοή». Και υπογραμμίζει για τους μουσουλμάνους πως «ο πόλεμος εναντίον τους θα είναι πολύ σκληρός. Πολύ χρονοβόρος, πολύ δύσκολος, πολύ σκληρός. Εκτός και αν εμείς οι Ευρωπαίοι σταματήσουμε να τα κάνουμε πάνω μας από το φόβο μας και να παίξουμε διπρόσωπο παιγνίδι με τον εχθρό, εγκαταλείποντας την αξιοπρέπειά μας. Μια πρόταση που ισχύει ακόμη και για τον ίδιο τον Πάπα».
Και καλεί τους Ευρωπαίους να συνειδητοποιήσουν τον κίνδυνο: «Ξυπνήστε, άνθρωποί μου, ξυπνήστε! Μέσα στο φόβο σας να βαδίσετε ενάντια στο ρεύμα, μην τυχόν και σας περάσουν για ρατσιστές (παρεμπιπτόντως, αυτό είναι μια λανθασμένη έκφραση, γιατί το πρόβλημα δεν έχει να κάνει με μια ράτσα, μια φυλή, αλλά με μια θρησκεία), δεν καταλαβαίνετε ή δεν θέλετε να καταλάβετε ότι μια Αντίστροφη Σταυροφορία έχει ήδη αρχίσει. Τόσο τυφλωμένοι είστε από τη μυωπία και την ηλιθιότητα του Politically Correct, που δεν καταλαβαίνετε ή δεν θέλετε να καταλάβετε ότι έχει αρχίσει να διεξάγεται ένας θρησκευτικός πόλεμος. Ένας πόλεμος που ονομάζεται Τζιχάντ. Ένας πόλεμος που ίσως δεν στοχεύει στην κατάληψη των εδαφών μας (ίσως;), αλλά σίγουρα στοχεύει στην κατάληψη των ψυχών μας και στην εξαφάνιση της ελευθερίας μας. Είναι ένας πόλεμος που στοχεύει στην καταστροφή του πολιτισμού μας, γιατί θέλουν να μας καθορίσουν πώς θα ζούμε και πώς θα πεθαίνουμε, αν θα προσευχόμαστε ή όχι, τι θα τρώμε και τι θα πίνουμε, πώς θα ντυνόμαστε, πώς θα μορφωνόμαστε, πώς θα απολαμβάνουμε τη Ζωή… Αν δεν υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας, αν δεν πολεμήσουμε, η Τζιχάντ θα νικήσει. Ναι, θα νικήσει και θα καταστρέψει τον κόσμο που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχουμε καταφέρει να χτίσουμε… Θα ακυρώσει τον πολιτισμό μας, την τέχνη μας, την επιστήμη μας, την ταυτότητά μας, την ηθική μας, τις αξίες μας, τις χαρές μας… Με ποια λογική συνεχίζουμε να σεβόμαστε αυτούς που δεν σέβονται εμάς; Τι είδους αξιοπρέπεια είναι αυτή, να υπεραμυνόμαστε του πολιτισμού τους, ή του υποτιθέμενου πολιτισμού τους, τη στιγμή που αυτοί απεχθάνονται το δικό μας πολιτισμό;…
Ο πολιτισμός θα εξαφανιστεί και θα καταλήξουμε να έχουμε τζαμιά αντί για καμπαναριά, να φοράμε μπούρκα αντί για μίνι φούστες, να πίνουμε γάλα καμήλας αντί για το συνηθισμένο ποτηράκι μας… (οι μουσουλμάνοι) απαιτούν, και οι απαιτήσεις τους γίνονται δεκτές, την ανέγερση καινούριων τζαμιών. Ενώ οι ίδιοι στις χώρες τους δεν επιτρέπουν να χτιστεί ούτε το παραμικρό ξωκλήσι και δολοφονούν τις καλόγριες και τους ιεραπόστολους. Και αλίμονο στον πολίτη που απελπισμένος πια θα τολμήσει να φωνάξει: “Πηγαίνετε στις χώρες σας”… “Ρατσιστή, ρατσιστή”. Και οι Φλωρεντίνοι κρατούν κλειστά τα στόματά τους. Ταπεινωμένοι κι απογοητευμένοι, υποκύπτουν στον εκβιασμό της λέξης “ρατσιστής”».
Και προσέξτε εδώ: «Στη Ζωή και στην Ιστορία υπάρχουν στιγμές που δεν επιτρέπεται ο φόβος. Στιγμές που ο φόβος είναι ανήθικος και απολίτιστος. Έτσι, εκείνοι που λόγω αδυναμίας ή βλακείας (ή της συνήθειας να το έχουν δίπορτο) αποφεύγουν τις υποχρεώσεις που επιβάλλει τούτος ο πόλεμος, δεν είναι μονάχα δειλοί: Είναι και μαζοχιστές». 
Και με εγκωμιαστικές αναφορές στην αρχαία Ελλάδα («Πίσω από το δικό μας πολιτισμό κρύβεται ο Όμηρος, ο Φειδίας, υπάρχει ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Αρχιμήδης. Υπάρχει η θεσπέσια γλυπτική και αρχιτεκτονική της, η ποίηση, η φιλοσοφία της και οι αρχές της Δημοκρατίας»), αλλά, αν και άθεη, και στον Ιησού («Πέθανε στο σταυρό για να μας διδάξει την έννοια της αγάπης και της δικαιοσύνης»), μιλά για την απέχθεια των μουσουλμάνων στη μουσική: «“Κάνοντάς σας μια μεγάλη παραχώρηση, μπορώ να επιτρέψω ένα στρατιωτικό εμβατήριο”, μου είπε ο Χομεϊνί όταν του είχα πάρει συνέντευξη».

Τι πάνε να κάνουν στη Συρία;
Οι Δυτικοί ψάχνουν τρόπο να δικαιολογήσουν άλλη μια επέμβαση, αυτή τη φορά στη Συρία. Κι ενώ ο κίνδυνος εκκολάπτεται μέσα στον κόρφο της ίδιας της ευρωπαϊκής επικράτειας, κάποιοι αντιλαμβάνονται ως το μεγάλο κίνδυνο για τα «δημοκρατικά ιδεώδη» την παρουσία κάποιων απολυταρχικών –αλλά συνάμα κοσμικών– καθεστώτων στη Μέση Ανατολή και στη Βόρειο Αφρική. Οι πολιτικές ελίτ της Δύσης, παραγνωρίζοντας με δογματικό τρόπο τον πολιτισμικό και θρησκευτικό παράγοντα, προσπαθούν να επιβάλουν τις εκκοσμικευμένες αντιλήψεις τους με επεμβάσεις, που όμως ενδυναμώνουν αντί να αποδυναμώσουν το ριζοσπαστικό Ισλάμ.
Η Ιταλίδα δημοσιογράφος δεν τρέφει αμφιβολίες για το πώς αντιλαμβάνονται οι μουσουλμάνοι την ανοχή και την ανεξιθρησκία. Περιγράφει σκηνές βεβηλώσεων χριστιανικών ναών από την πολιορκημένη Βηρυτό του 1982, που θυμίζουν τη σημερινή Συρία: «Για όνομα του Θεού! Το 1982, τους είδα να καταστρέφουν τις Καθολικές εκκλησίες, να καίνε τους Σταυρούς, να βεβηλώνουν τις εικόνες της Παναγίας, να κατουρούν πάνω στις Άγιες Τράπεζες, να μετατρέπουν τα παρεκκλήσια σε αποχωρητήρια. Τους είδα να εξαπολύουν την περιφρόνησή τους για τις άλλες θρησκείες. Τους είδα στη Βηρυτό. Τη Βηρυτό που μέχρι την άφιξή τους ήταν τόσο πλούσια, τόσο ευτυχισμένη, τόσο κομψή και που σήμερα έχει γίνει ένα μίζερο αντίγραφο της Δαμασκού ή του Ισλαμαμπάντ… Τη Βηρυτό, όπου οι χριστιανοί είχαν αποδεχθεί τους Παλαιστίνιους…» 
Και αναρωτιέται: «Πώς έτσι κι οι σημερινοί δήθεν αριστεροί δεν αναφέρουν πια τη φράση του Καρόλου Μαρξ “η θρησκεία είναι το όπιο του λαού”; Γιατί δεν ανοίγουν το στόμα τους να καταγγείλουν τα θεοκρατικά καθεστώτα των ισλαμικών χωρών;».

Οργή και Περηφάνια
Στο βιβλίο της Οργή και Περηφάνια, που βρίθει πολύ προσβλητικών αναφορών κατά πολλών, όπως ο Γιασέρ Αραφάτ, η Φαλάτσι στρέφεται εναντίον αυτών που οι ριζοσπάστες του Ισλάμ θεωρούν μάρτυρες, ενώ καυτηριάζει και τις διασυνδέσεις ισλαμιστών και ακροαριστερών τρομοκρατών αλλά και τις καταστροφές των προϊσλαμικών μνημείων στις μουσουλμανικές χώρες. Τέλος, αναφέρεται «στο μονοπάτι της απέχθειας που τρέφουν οι μουσουλμάνοι για μας τις γυναίκες» και καυτηριάζει την υποκρισία των Ευρωπαίων φεμινιστριών: «Μπορείτε να μου πείτε γιατί όταν πρόκειται για τις αδελφές σας, τις μουσουλμάνες που τις βασανίζουν, τις ταπεινώνουν και τις δολοφονούν τα αληθινά αρσενικά –σοβινιστικά– γουρούνια, εσείς τηρείτε την ίδια σιωπή με τους μικρόψυχους άντρες σας; Μπορείτε να μου πείτε γιατί δεν οργανώνετε ποτέ κάποια εντυπωσιακή εκδήλωση διαμαρτυρίας έξω από την πρεσβεία του Αφγανιστάν ή της Σαουδικής Αραβίας;…Ή απλά δεν σας καίγεται καρφί για τις αδελφές σας τις μουσουλμάνες επειδή τις θεωρείτε κατώτερες; Σ’ αυτή την περίπτωση, ποιος είναι ο ρατσιστής, εγώ ή εσείς;».

Οριάνα Φαλάτσι: Η μαχητική δημοσιογραφία, [...] οι διώξεις για τις απόψεις της

Τα βιβλία της έχουν κυκλοφορήσει σε τουλάχιστον είκοσι μία γλώσσες και όπου εκδόθηκαν χαρακτηρίστηκαν ευπώλητα. Η αείμνηστη Οριάνα Φαλάτσι είναι μια από τις πλέον διαβασμένες συγγραφείς του κόσμου. Η διαδρομή της όμως, πρωτίστως δημοσιογραφική, αποτελεί πρότυπο για τους μαχόμενους δημοσιογράφους, μια οριακή ιχνηλασία ξεσηκωμών, συγκρούσεων, εξεγέρσεων και γενικότερα καταστάσεων όπου η παρουσία και μόνο απαιτεί σθένος. Πριν παραθέσουμε κάποια στοιχεία βιογραφικά, θα σας πούμε μόνο πως το 1979 ο ίδιος ο Αγιατολάχ Χομεϊνί της παραχώρησε συνέντευξη, την οποία για να πάρει η Ιταλίδα δημοσιογράφος φόρεσε τσαντόρ! Το οποίο στη διάρκεια της συνέντευξης στην πόλη Κομ έβγαλε, αποκαλώντας τον κατάμουτρα «τύραννο» και ασκώντας κριτική στο συντηρητικό μουσουλμάνο ηγέτη και κληρικό αλλά και στο Ισλάμ για την υποχρέωση που επέβαλαν στις γυναίκες να καλύπτουν την κεφαλή τους! Επίσης, κατάφερε να φέρει σε εξαιρετικά δυσχερή θέση το δήμιο του Ελληνισμού της Κύπρου Χένρι Κίσινγκερ το 1972, αποσπώντας από αυτόν μια δήλωση ότι η σύγκρουση στο Βιετνάμ ήταν «άχρηστος πόλεμος» και αναγκάζοντας αργότερα τον Αμερικανό πολιτικό να ομολογήσει ότι η συνέντευξή του στη Φαλάτσι ήταν η πλέον καταστροφική συζήτηση που είχε ποτέ με δημοσιογράφο. Οι συνεντεύξεις της με τον Γιασέρ Αραφάτ, την Γκόλντα Μέιρ, τον Ντενγκ Ζιάο Πινγκ, τον Λεχ Βαλέσα, τον Σιν Κόνερι, τον Βίλι Μπραντ, τον Φεντερίκο Φελίνι, τον Σάχη της Περσίας, την Ίντιρα Γκάντι, τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, τον Αλί Μπούτο και τον Μουαμάρ Καντάφι έκαναν όλες πρωτοσέλιδα και άφησαν εποχή, αποτελώντας παράλληλα και σταθμούς για την παγκόσμια δημοσιογραφία.

[...]

Εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο με τίτλο Οι επτά αμαρτίες του Χόλιγουντ το 1954, με πρόλογο του Όρσον Γουέλς. Τιμήθηκε με πλήθος βραβείων (δύο φορές το δημοσιογραφικό St. Vincent, αλλά και τα Bancarella και Viareggio), της απονεμήθηκε ο τίτλος του διδάκτορος Λογοτεχνίας το 1979 από το Κολούμπια Κόλετζ στο Σικάγο και δίδαξε στα αμερικανικά πανεπιστήμια του Σικάγο, στο Γιέιλ, στο Χάρβαρντ και στο Κολούμπια.
Όμως τα μεγάλα δεινά της ξεκίνησαν μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, όταν έγραψε τρία βιβλία ασκώντας ασυνήθιστα σκληρή κριτική στο Ισλάμ, μιλώντας για μια θρησκεία «που δεν παράγει τίποτε άλλο από θρησκεία», «το βουνό που ενδόμυχα μας φθονεί και κατά βάθος ζηλεύει το δικό μας τρόπο ζωής και γι’ αυτό προσπαθεί να μας φορτώσει την ευθύνη για την υλική και διανοητική μιζέρια του», αναφερόμενη παράλληλα στο «ναζι-φασισμό που συνοψίζεται στη συμπεριφορά των ισλαμιστών φονταμενταλιστών, οπουδήποτε κι αν βρίσκονται» και προειδοποιώντας πως «από το Αφγανιστάν ως το Σουδάν, από την Παλαιστίνη ως το Ιράν, από την Αίγυπτο ως το Ιράκ, από την Αλγερία ως τη Σενεγάλη, από τη Συρία ως την Κένυα, από τη Λιβύη ως το Τσαντ, από το Λίβανο ως το Μαρόκο, από την Ινδονησία ως την Υεμένη, από τη Σαουδική Αραβία ως τη Σομαλία, το μίσος για τη Δύση εξαπλώνεται σαν πυρκαγιά που τη σπρώχνει δυνατός άνεμος».

Οι διώξεις
Ακολούθησε θύελλα διώξεων εναντίον της από το κατεστημένο της «πολιτικής ορθότητας», ΜΚΟ και αριστερούς αντιρατσιστές αλλά και μουσουλμάνους, με τη Φαλάτσι όμως να μην κάνει πίσω. Το 2002, Το Ισλαμικό Κέντρο, ο Σομαλικός Σύνδεσμος, η οργάνωση SOS Racisme, αλλά και «ιδιώτες» μήνυσαν τη Φαλάτσι με αφορμή το βιβλίο της Οργή και Περηφάνια και καταφέρνοντας την έκδοση εντάλματος σύλληψης για παραβίαση του άρθρου 261 του ποινικού κώδικα της χώρας, με αποτέλεσμα να ζητηθεί η έκδοσή της στην Ελβετία, αίτημα που απορρίφθηκε φυσικά από τις ιταλικές Αρχές. Το Μάιο του 2005, ο επικεφαλής της Ένωσης Ιταλών Μουσουλμάνων κατέθεσε αγωγή εις βάρος της Φαλάτσι, βρίζοντας τους χριστιανούς και καλώντας μάλιστα για την εξόντωσή της, λέγοντας παράλληλα πως τα γραφόμενα της Ιταλίδας δημοσιογράφου ήταν προσβλητικά για το Ισλάμ. Στη Γαλλία, ισλαμικές οργανώσεις αλλά και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (MRAP & Ligue des Droits de l’ Homme) στράφηκαν κατά της δημοσιογράφου, κατηγορώντας τη για «ισλαμοφοβία» και «ρατσισμό». Δεν το έβαλε κάτω. Το 2005, μιλώντας στην αμερικανική εφημερίδα Wall Street Journal, είπε πως η Ευρώπη, λόγω της ισλαμικής διείσδυσης, έχει μετατραπεί σε «Ευραβία». Αν και η ίδια δήλωνε άθεη, συναντήθηκε με τον Πάπα Βενέδικτο το 2005, μιλώντας μάλιστα μετά τη συνάντηση κολακευτικά για εκείνον, ενώ έχει γράψει πως «οι μελωδίες από τις καμπάνες συνεχίζουν να γλυκαίνουν την καρδιά μου». Βέβαια, στα βιβλία της είχε κάνει λόγο πριν για «ανεξήγητα φιλο-ισλαμική Καθολική Εκκλησία» και τονίζει πως οι μουσουλμάνοι έχουν μάθει «πώς να επηρεάζουν προς όφελός τους τον Πάπα», καλώντας μάλιστα το ρωμαιοκαθολικό ιεράρχη να έρθει στα σύγκαλά του!

Η «εξορία»
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της η Ιταλίδα δημοσιογράφος τα πέρασε στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, αυτοαποκαλούμενη «εξόριστη»: «Έφτασε η στιγμή να το φωνάξω δυνατά και καθαρά στην Αμερική ζω σαν πολιτικός πρόσφυγας. Εννοώ ότι ζω στην πολιτική αυτοεξορία που η ίδια έχω επιβάλει στον εαυτό μου», έγραψε στον πρόλογο του βιβλίου της Οργή και Περηφάνια. Στα κείμενά της εξαίρει τον αμερικανικό πατριωτισμό, μιλώντας αναφερόμενη στις ΗΠΑ για «ξεχωριστό έθνος» και για «την πιο ανυπέρβλητη σύλληψη που έχει εμφανιστεί ποτέ στη Δύση; Το πάντρεμα της ιδέας της Ελευθερίας με την Ιδέα της Ισότητας». Επίσης, αναφερόμενη στην Αμερικανική Επανάσταση, έγραψε πως διεξήχθη «χωρίς τις απαίσιες βιαιότητες της Γαλλικής Επανάστασης. Χωρίς τη φρίκη της λαιμητόμου, χωρίς σφαγές, σαν αυτές της Τουλόν, της Λυόν και του Μπορντό, χωρίς τις εκατόμβες της Βανδέας».
Απεβίωσε χτυπημένη από την επάρατη νόσο, το Σεπτέμβριο του 2006 στη Φλωρεντία, σε ηλικία 77 ετών και ετάφη δίπλα σε επιτύμβια στήλη προς τιμή του Αλέκου Παναγούλη, στο Γκαλούτζο.

Ο επίμαχος διάλογος με τον Αγιατολάχ Χομεϊνί
Οριάνα Φαλάτσι: Έχω ακόμα να σας ρωτήσω πολλά πράγματα. Για το τσαντόρ, για παράδειγμα, που υποχρεώθηκα να φορέσω για να έρθω και να πάρω τη συνέντευξη από εσάς, και το οποίο επιβάλλετε στις Ιρανές… Δεν αναφέρομαι μόνο στο φόρεμα, αλλά σε αυτό που εκπροσωπεί, εννοώ το απαρτχάιντ στο οποίο υποχρεώθηκαν οι Ιρανές μετά την επανάσταση. Δεν μπορούν να φοιτήσουν στο πανεπιστήμιο, δεν μπορούν να εργαστούν με άνδρες, δεν μπορούν να κολυμπήσουν στη θάλασσα ή σε μια πισίνα με άνδρες. Πρέπει να τα κάνουν όλα ξεχωριστά, φορώντας το τσαντόρ τους. Μια και το έφερε ο λόγος, πώς μπορείς να κολυμπήσεις φορώντας το τσαντόρ;

Αγιατολάχ Χομεϊνί: Τίποτα από αυτά δεν σας ενδιαφέρει, οι συνήθειές μας δεν σας ενδιαφέρουν. Αν δεν σας αρέσει η ισλαμική ενδυμασία, δεν είστε υποχρεωμένη να τη φοράτε, μια και είναι για τις νέες γυναίκες και τις ευπρεπείς κυρίες.

Οριάνα Φαλάτσι: Αυτό είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας, ιμάμη, μια και μου το λέτε αυτό, θα ξεφορτωθώ αμέσως αυτό το μεσαιωνικό κουρέλι. Ορίστε!





Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Τι ήταν ο "Μακεδονικός Αγών": Ομιλία Δ. Ε. Ευαγγελίδη

Χωριό Καρυδιά Έδεσσας: 
Εγκαίνια Μουσείου Άγρα-Μίγκα

Ομιλία Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη
στα εγκαίνια του Μουσείου
Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Τι ήταν ο «Μακεδονικός αγών»;

Ένας συνοπτικός ορισμός είναι ο ακόλουθος:
«Η προσπάθεια απελευθέρωσης της Μακεδονίας από τον ζυγό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και η Ένωσή της με τις ήδη απελευθερωμένες περιοχές της νοτιότερης Ελλάδος». Με διαφορετικά λόγια θα μπορούσαμε να τον περιγράψουμε και ως την συνέχεια της εθνεγερσίας του 1821 για την εθνική ολοκλήρωση του ελληνισμού. Και τούτο διότι οι Μακεδόνες συντονίστηκαν αμέσως με την Επανάσταση, οι δε σφαγές της Χαλκιδικής και το ολοκαύτωμα το 1822 της γειτονικής μας Νάουσας (όπου 25 παλληκάρια από την Καρυδιά έπεσαν ηρωϊκά μπροστά στον ναό του Αγ. Δημητρίου) μας γεμίζουν μεν θλίψη, αλλά παράλληλα μας απαγορεύουν να παραβλέψουμε ή ακόμη χειρότερα, να λησμονήσουμε, την συμμετοχή και προσφορά των Μακεδόνων Ελλήνων στους εθνικούς αγώνες.
Στο σημείο αυτό θα μου επιτρέψετε ένα σχόλιο: Συχνά ακούω ή διαβάζω, δυστυχώς ακόμη και σε σχολικά εγχειρίδια, για τον «μακεδονικό αγώνα του 1904-1908»! Απαντώντας στους επιπόλαιους αυτούς (για να το θέσω ευγενικά), θέλω τους ενημερώσω ότι ο Μακεδονικός Αγώνας υπήρξε μια αργόσυρτη, οδυνηρή και πολυαίμακτη διαδικασία που κορυφώθηκε την περίοδο 1904-1908 και αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα.
Ας θυμηθούμε λοιπόν κάποια γεγονότα-ορόσημα που σφράγισαν την πορεία του: 
1. Μετά από έντονες ρωσσικές πιέσεις, με το σουλτανικό φιρμάνι της 28ης Φεβρουαρίου 1870 ιδρύεται η αυτοκέφαλη Εκκλησία της Βουλγαρίας με επικεφαλής Έξαρχο. Ως περιοχή δικαιοδοσίας της Εξαρχίας ορίσθηκε η περιοχή μεταξύ του ποταμού Δούναβη (βόρεια) και της οροσειράς του Αίμου (νότια) μαζί με την Δοβρουτσά, ενώ στην συνέχεια επεκτάθηκε δυτικά και περιέλαβε την ζώνη Σκοπίων-Κιουστεντίλ-Βελεσών-Αχρίδος. Αξιοσημείωτη είναι η εξαίρεση υπαγωγής στην Εξαρχία της παραθαλάσσιας περιοχής της Βάρνας και στο εσωτερικό, της Φιλιππούπολης, του Στενήμαχου και των γύρω χωριών, όπου ζούσαν ελληνικοί πληθυσμοί. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με αφορμή την μη μνημόνευση του ονόματος του Πατριάρχη στις λειτουργίες των εξαρχικών ναών, συγκάλεσε Πανορθόδοξη Σύνοδο το 1872 και κήρυξε σχισματική την Βουλγαρική Εξαρχία. 
2. Ο Ρωσσο-τουρκικός πόλεμος του 1877-78 και η συντριβή του οθωμανικού στρατού αποτελούν ένα σημαντικό γεγονός με άμεσο ελληνικό ενδιαφέρον, αφού οδήγησε στην διαβόητη Συνθήκη του Αγ. Στεφάνου. 
3. Η Συνθήκη του Αγ. Στεφάνου της 3ης Μαρτίου 1878 μεταξύ Τσαρικής Ρωσσίας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία δημιούργησε την Μεγάλη Βουλγαρία, ένα στην ουσία πελατειακό κράτος της Ρωσσίας, προκάλεσε τέτοιες αντιδράσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε αυτοακυρώθηκε και ουδέποτε εφαρμόστηκε. 
4. Αποτέλεσμα αυτής της διπλωματικής εμπλοκής που προκάλεσαν οι προαναφερθείσες αντιδράσεις ήταν η σύγκλιση, μερικούς μήνες αργότερα, μιας νέας συνδιάσκεψης ειρήνης στο Βερολίνο (13 Ιουνίου – 13 Ιουλίου 1878), όπου με την νέα Συνθήκη (Συνθήκη του Βερολίνου) ανατράπηκαν οι αποφάσεις της Συνθήκης του Αγ. Στεφάνου. 
5. Το 1885 πραγματοποιείται η αυθαίρετη προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας στο αυτόνομο Πριγκιπάτο της Βουλγαρίας, που είχε προκύψει από την Συνθήκη του Βερολίνου. Η νίκη των βουλγαρικών όπλων, στον Σερβο-Βουλγαρικό πόλεμο της ίδιας χρονιάς, αναπτέρωσε τις ελπίδες των Βουλγάρων ότι σύντομα θα πετύχαιναν αυτό που τους στέρησε η Συνθήκη του Βερολίνου: Την «Μεγάλη Βουλγαρία». 

Στις βουλγαρικές επιδιώξεις αντιτάχθηκαν τόσο η Ελλάδα, όσο και η Σερβία, οι οποίες εξόπλισαν αντίστοιχα ανταρτικά σώματα με στόχο αφ’ ενός μεν να εξασθενίσουν την οθωμανική εξουσία, αφ’ ετέρου δε να ανακόψουν τις βουλγαρικές δραστηριότητες. Παράλληλα, η ρουμανική προπαγάνδα επιχειρούσε με κάθε μέσον να προσεταιριστεί τους βλαχόφωνους πληθυσμούς γύρω από την Πίνδο, οργανώνοντας αντίστοιχα ένοπλα σώματα. 
Στο κάλεσμα της Πατρίδας για την υπεράσπιση της Μακεδονίας προσήλθε ολόκληρος ο ελληνισμός. Παλληκάρια από τον Μωριά, την Ρούμελη, την Κρήτη, την Ήπειρο, την Θεσσαλία, την Κύπρο, τα Επτάνησα αγωνίστηκαν και έχυσαν το αίμα τους για την Μακεδονία, με πρωτομάρτυρα, την αρχετυπικά ηρωϊκή μορφή του Παύλου Μελά, τον Άγρα και τον Μίγκα και τόσους άλλους. Τιμούμε την μνήμη τους και δεν λησμονούμε τις θυσίες τους. 
Παράλληλα όμως, δεν πρέπει να αγνοούμε και την τεράστια προσφορά των ιδίων των Μακεδόνων Ελλήνων στον αγώνα, που την πλήρωσαν με ποταμούς αίματος. Εκείνο που ελάχιστα έχει συνειδητοποιηθεί είναι το γεγονός ότι εάν ο ντόπιος πληθυσμός πίστευε ότι δεν ήσαν Έλληνες, αλλά Βούλγαροι, το αποτέλεσμα του αγώνα αγνοώ εάν ήταν το ίδιο. Ας θυμηθούμε το, πρόσφατο ιστορικά, παράδειγμα της επέμβασης της τρομακτικής και πανίσχυρης πολεμικής μηχανής των Η.Π.Α. στο Βιετνάμ. Ουδέποτε κέρδισαν την συμπάθεια του πληθυσμού και στο τέλος αναγκάστηκαν να τα «μαζέψουν» και να φύγουν, όπως ακριβώς τα «μάζεψαν» και έφυγαν οι Βούλγαροι κομιτατζήδες. Αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Ποτέ!
Την ταραγμένη λοιπόν και χαοτική εκείνη περίοδο, που περιγράψαμε προηγουμένως, άρχισε να καλλιεργείται το ιδεολόγημα του «Μακεδονισμού», καθώς και η πλαστή εθνοτική ταυτότητα των ανύπαρκτων «Σλαβομακεδόνων», εφευρήματα που αξιοποιήθηκαν αργότερα από την βουλγαρική προπαγάνδα στην εξυπηρέτηση των εδαφικών της βλέψεων. 
Όπως έχω διευκρινήσει σε πρόσφατο βιβλίο μου:
«Η σύγχρονη βουλγαρική ιστοριογραφία αντιμετωπίζει όσους "Μακεδόνες Σλάβους" έθεσαν το ζήτημα της χωριστής (από την βουλγαρική και σερβική) "σλαβικής μακεδονικής" εθνότητας, ως "όργανα του Μακεδονισμού της σερβικής εθνικής προπαγάνδας". Υποστηρίζει μάλιστα ότι η σερβική προπαγάνδα υιοθέτησε ως τακτική κατά την περίοδο 1870-1890 τον Μακεδονισμό για να καλλιεργήσει στους Βουλγάρους της Μακεδονίας την διάθεση απόσχισης από τον βουλγαρικό εθνικό κορμό και κυρίως να τους απομακρύνει από την βουλγαρική γλώσσα, εκκλησία και εκπαίδευση. Οι Βούλγαροι ιστορικοί θεωρούν ότι ο Μακεδονισμός υπήρξε δημιούργημα μεγαλοσερβικών πολιτικών κύκλων και ιδίως του Σέρβου πολιτικού, αλλά και διακεκριμένου λογίου, του Στόγιαν Νοβάκοβιτς (Stojan Novaković, 1842-1915), ο οποίος διετέλεσε δύο φορές Πρωθυπουργός του Βασιλείου της Σερβίας. Επισημαίνουν ακόμα ότι η επινόηση της ιδέας του "μακεδονικού έθνους" και η καλλιέργειά της στον σλαβικό πληθυσμό της Μακεδονίας είχε ως σκοπό να εξυπηρετήσει τα σχέδια της "μεγαλοσερβικής" πολιτικής για διείσδυση στον νότο και έξοδο στο Αιγαίο, αφού θα οδηγούσε στην απομάκρυνση της βουλγαρικής επιρροής από τους Σλάβους της Μακεδονίας και στην απόσχισή τους από τον βουλγαρικό εθνικό κορμό». 
Στην συνέχεια βέβαια τον «μακεδονισμό» τον υιοθέτησαν και οι ίδιοι οι Βούλγαροι, με θλιβερά αποτελέσματα. Τέλος, ο μακεδονισμός υιοθετήθηκε και από τον οπερεττικό εκείνον αυτοδιορισμένο «στρατάρχη», για να εξυπηρετήσει τους δικούς του σχεδιασμούς και επιδιώξεις, με αποτέλεσμα να τον «λουζόμαστε» μέχρι τώρα. 
Σήμερα, στο κράτος των Σκοπίων υπάρχουν Βούλγαροι, Αλβανοί, Έλληνες (ο μακαρίτης Κίρο Γκλιγκόρωφ ισχυριζόταν σε συνέντευξή του στην τσεχική εφημερίδα CESKY DENIK στις 10 Ιουνίου του 1993, ότι υπάρχουν «μόνον» 100.000), Σέρβοι, Γύφτοι, Τούρκοι και πιθανότατα κάποιοι εξωγήινοι. Με εξαίρεση τους 150.000 περίπου αλύτρωτους Μακεδόνες Έλληνες, μαζί και με κάποιους άλλους Έλληνες που βρέθηκαν εκεί από την περίοδο 1946-49 και δεν εξωμότησαν, ουδείς άλλος Μακεδών υπάρχει στο κράτος των Σκοπίων. Οι Μακεδόνες ζουν στην Ελλάδα.

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που πρέπει να επισημανθεί είναι και η χρησιμοποίηση του γλωσσικού παράγοντα ως οχήματος εδαφικών διεκδικήσεων και επεκτατισμού. Αξίζει να επιμείνουμε λίγο παραπάνω στο θέμα αυτό.

Σε προηγούμενα ιστορικά στάδια οι λαοί είχαν σχετικώς ευδιάκριτα εθνολογικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα να ήταν κατά κανόνα εύκολη η κατάταξη κάποιου ατόμου σε συγκεκριμένη εθνοτική ομάδα. Στην σημερινή εποχή όμως, αυτές οι διακρίσεις έχουν γίνει πολύ δυσκολότερες, κυρίως λόγω της αυξημένης κινητικότητας, η οποία χαρακτηρίζει την ανθρωπότητα, ιδιαίτερα από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα. Εκείνο πλέον, που και επιστημονικώς είναι αδιαμφισβήτητο, είναι η διαπίστωση ότι η ομιλούμενη γλώσσα δεν αποτελεί απόλυτο εθνολογικό κριτήριο ταξινόμησης μιας συγκεκριμένης εθνοτικής ομάδας. Περιορίζομαι να αναφέρω τα κλασσικά παραδείγματα, τόσο των γερμανόφωνων Αλσατών, στα σύνορα Γαλλίας–Γερμανίας, οι οποίοι αισθάνονται φανατικοί Γάλλοι, αλλά και των Καθολικών μεν στο θρήσκευμα Κροατών, οι οποίοι ουδεμία σχέση επιθυμούν να έχουν με τους ομόγλωσσούς τους, Ορθοδόξους όμως Σέρβους, παρά την κοινή τους γλώσσα (τα Σερβοκροατικά) ή ακόμα πιο χαρακτηριστικά, το παράδειγμα των Μαυροβουνίων σε σχέση και πάλι με τους Σέρβους, με τους οποίους δεν έχουν ούτε καν θρησκευτική διαφορά και παρ’ όλα αυτά ισχυρίζονται ότι αποτελούν μέλη ενός διαφορετικού έθνους.

Στο σημείο αυτό οφείλω να επισημάνω ορισμένες πραγματικότητες, που αγνοούνται ή αποσιωπούνται:
Ο ελληνισμός, στην ιστορική του πορεία των 4000 χρόνων, δημιούργησε τεράστιες πολυεθνικές αυτοκρατορίες (πολυεθνικές, αλλά ποτέ πολυ-πολιτισμικές, όπως έχει διευκρινίσει η σπουδαία Ελληνίδα Βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ), αχανή Βασίλεια, είχε εμπορικές σχέσεις με δεκάδες λαούς και χώρες, αλλά συχνότατα υπέστη και επιδρομές βαρβάρων λαών, κατακτήθηκε πλήρως ή εν μέρει από ξένους στρατούς, ενώ εκτοπίσθηκαν τμήματά του από προαιώνια ελληνικά εδάφη. Αποτέλεσμα όλων αυτών των ιστορικών εξελίξεων ήταν κάποιοι ελληνικοί πληθυσμοί να αλλοφωνήσουν, όπως ορισμένοι μικρασιάτες (τουρκόφωνοι Έλληνες), να λατινοφωνήσουν (βλαχόφωνοι Έλληνες), να σλαβοφωνήσουν (σλαβόφωνοι Έλληνες), να αλβανοφωνήσουν (αρβανιτόφωνοι Έλληνες) ή να ιταλοφωνήσουν (οι Γρεκάνοι της Magna Grecia). 
Επομένως, το ότι κάποια τμήματα του πληθυσμού της Μακεδονίας είχαν παλαιότερα ως μοναδικό γλωσσικό τους όργανο ένα σλαβογενές ιδίωμα, δεν αποτελεί ικανό και επαρκές κριτήριο για την επιχειρηθείσα στο παρελθόν και επιχειρούμενη και σήμερα, τοποθέτησή τους εκτός του ελληνικού έθνους. 

Ως δίγλωσσος λοιπόν, γηγενής Μακεδόνας Έλλην θεωρώ ότι το ζήτημα έχει απαντηθεί θεωρητικά και πρακτικά και δεν υπάρχει ανάγκη περαιτέρω συζητήσεων και διευκρινίσεων.
Και για να μη υπάρχει οποιαδήποτε παρανόηση επαναλαμβάνω: Είμαι ντόπιος Μακεδόνας Έλληνας, με αυτήν ακριβώς την σειρά. Το πρώτο αποτελεί την τοπική πολιτιστική μου ταυτότητα, το δεύτερο την γεωγραφική μου ταυτότητα και το τρίτο την εθνική μου ταυτότητα. Και αν θέλετε να συνεχίσω, είμαι Ευρωπαίος και όχι Αφρικανός, Αμερικανός ή Ασιάτης. Ορισμένοι αδυνατούν αυτά να τα ξεκαθαρίσουν με αποτέλεσμα να διακατέχονται από πλήρη σύγχυση και αποπροσανατολισμό.

Με την ευκαιρία ας θυμηθούμε αυτό που τόνιζαν στην επιστολή διαμαρτυρίας που έστειλαν το 1903 κάτοικοι της πόλης του Μοναστηρίου (Βιτώλια) προς τις Μεγάλες Δυνάμεις:
«...λαλούμεν ελληνιστί, βλαχιστί, αλβανιστί, βουλγαριστί, αλλά ουδέν ήττον εσμέν άπαντες Έλληνες και ουδενί επιτρέπομεν να αμφισβητεί προς ημάς τούτο...».

Ξεκαθαρίζω ότι δεν έχω το παραμικρό πρόβλημα με κάποιον συντοπίτη μου, εάν πιστεύει ότι δεν είναι Έλληνας και θεωρεί ότι είναι Βούλγαρος, Σέρβος, Αλβανός ή κάτοικος του πλανήτη Άρη. Όταν όμως ακούω κάποιον να ισχυρίζεται ότι είναι «μακεντόνετς» το θεωρώ ως προσωπική προσβολή, όπως υποθέτω το ίδιο θα εξοργιζόταν ο καθένας μας εάν κάποιος ξένος πήγαινε στο σπίτι του, στρογγυλοκαθόταν και άρχιζε να διαλαλεί ότι είναι δικό του.

Τα προσωπικά αδιέξοδα, η μηδενική αυτοεκτίμηση, η πνευματική υστέρηση, η ψυχική μιζέρια, ο φθόνος, η φιλοχρηματία και οι κάθε είδους ιδεοληψίες, είναι μερικά από τα μονοπάτια που οδηγούν κάποιους στην εξωμοσία. Όπως είχε γράψει και ο σπουδαίος Ρουμανο - Γάλλος διανοητής Εμίλ Σιοράν (Emil Cioran, 1911-1995):
«…Το να ξεκόβεις από τους θεούς, τους προγόνους, την γλώσσα και την χώρα σου, το να ξεκόβεις γενικά, είναι μια τρομερή διαδικασία, αλλά και μια διαδικασία ενθουσιασμού, που αναζητά άπληστα, τόσο ο αυτομόλος και ακόμη περισσότερο ο προδότης…».

Και για να τελειώνουμε. Όπως συχνά επαναλαμβάνω:
"…Στον ελληνισμό, μετέχει κάποιος εθελουσίως. Είναι τιμή και ευθύνη η ελληνική ταυτότητα. Η ελληνικότητα δεν επιβάλλεται, αλλά κερδίζεται και αποδεικνύεται με αγώνες, θυσίες και ήθος. Πρόκειται για θεϊκό χάρισμα και όχι για καταναγκασμό. Ο ελληνισμός κανέναν δεν παρακαλάει. Όποιος δεν θέλει να είναι Έλληνας, κακό του κεφαλιού του. Ας αρκεσθεί στη μίζερη και ελεεινή σκοπιανή ιδιότητα ή ας παραμείνει στην πνευματική αναξιοπρέπεια του κακώς εννοούμενου τοπικισμού και της γκρίνιας για τα κονδύλια. Αυτά δεν τα λέω για να δικαιολογήσω την κρατική απραξία, ούτε για να εθελοτυφλούμε μπροστά στον κίνδυνο από τη διείσδυση των πρακτόρων. Χρειάζεται συνεχής άμυνα και αντίσταση. Αλλά συγχρόνως δεν πρέπει να αποδίδουμε στους αργυρώνητους νεοκομιτατζήδες καμιά ιδιότητα φοβερού και τρομερού μαζικού κινήματος αφελληνισμού. Εάν σώσουμε το όνομα της Μακεδονίας, οι πρακτορίσκοι πιθανότατα θα εξαφανισθούν μία για πάντα. Θα τους καταπιεί η ίδια η Ιστορία…".

Κλείνω, με τα λόγια του μεγάλου εκείνου Μακεδόνα Έλληνα, του Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος χάθηκε τόσο πρόωρα, δολοφονημένος άνανδρα από πολιτικούς του αντιπάλους, από το βιβλίο του «Μαρτύρων και Ηρώων αίμα»:
«Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει. Θα μας σώσει από την βρώμα όπου κυλιούμαστε, θα μας σώσει από την μετριότητα και από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μας ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε...» 

Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης 
 Έδεσσα-Καρυδιά, 19 Οκτωβρίου 2013